ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ v. ALISA PARIYAR, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.3/23, 27/10/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ v. ALISA PARIYAR, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.3/23, 27/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.3/23 i-Justice)

 

[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/στές]

 

27 Οκτωβρίου, 2026.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ,

Εφεσείουσα,

ν.

 

ALISA PARIYAR,

     Εφεσίβλητη.

 

-------------------------

 

Α. Αναστασιάδη (κα), για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα.

Καμία εμφάνιση για Εφεσίβλητη.

 

-------------------------

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Παπαγεωργίου, Δ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Με τρεις λόγους έφεσης αξιώνεται η ακύρωση της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, ημερ. 13.01.23, στην Προσφυγή αρ. 2187/22(K) (i-Justice) που είχε καταχωρήσει η Εφεσίβλητη, με την οποία ακυρώθηκαν οι επίδικες αποφάσεις της Εφεσείουσας, ημερ. 04.12.22, σύμφωνα με τις οποίες κηρύχθηκε η Εφεσίβλητη απαγορευμένη μετανάστρια και εκδόθηκαν εναντίον της διατάγματα κράτησης και απέλασης, ίδιας ημερομηνίας.

 

Μια σύντομη αναδρομή στα ουσιώδη γεγονότα:

 

Η Εφεσίβλητη, υπήκοος Νεπάλ, αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 06.02.20 με άδεια εισόδου ως φοιτήτρια μέχρι την 06.02.21. Στις 02.11.21, η Εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία. Στις 10.04.22, η αίτησή της αυτή απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και της επιδόθηκε απορριπτική επιστολή στις 15.04.22. Κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης, η Εφεσίβλητη καταχώρησε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 13.09.22 ως αποσυρθείσα. Στις 18.10.22, η Εφεσίβλητη υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου για επανάνοιγμα του φακέλου της. Στις 03.12.22, η Εφεσίβλητη συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και εναντίον της εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, ημερ. 04.12.22, δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

Εναντίον της απόφασης αυτής, η Εφεσίβλητη καταχώρησε την Προσφυγή Αρ. 2187/22(Κ) (i-Justice), επί της οποίας το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε ακυρωτική απόφαση στις 13.01.23. Η εν λόγω δικαστική απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Έφεσης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδεχόμενο την Προσφυγή, έκρινε ότι, εφόσον κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων υπήρχε σε εκκρεμότητα η διαδικασία που αφορά στη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η Εφεσίβλητη, αυτή είχε δικαίωμα σε παραμονή στη Δημοκρατία, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, και, επομένως, οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν υπό νομική πλάνη.

 

Η Εφεσείουσα εναντιώνεται στην πρωτόδικη απόφαση με τρεις λόγους έφεσης.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον της Εφεσείουσας «στη βάση του ότι, έκρινε ότι με την καταχώρηση μεταγενέστερης αίτησης (πρώτης μεταγενέστερης αίτησης), η αιτήτρια θεωρείται ότι είχε δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία». Τούτο διότι, κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα θεώρησε ότι η αίτηση της Εφεσίβλητης, ημερ. 18.10.22, αφορούσε πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία αντί μεταγενέστερη αίτηση και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι η Εφεσίβλητη είχε δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία με βάση τον περί Προσφύγων Νόμο (Ν.6(Ι)/2000), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι «εφόσον κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων υπήρχε σε εκκρεμότητα η διαδικασία που αφορά μεταγενέστερη αίτηση η αιτήτρια είχε δικαίωμα παραμονής και/ή εσφαλμένα ασχολήθηκε με ζητήματα μη ουσιώδη και/ή σχετικά με τη νομιμότητα των επίδικων διαταγμάτων κράτησης καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν υπό νομική πλάνη.». Τούτο διότι, το γεγονός υποβολής μεταγενέστερης αίτησης δεν είναι από μόνο του ικανό να προσφέρει στην Εφεσίβλητη το καθεστώς διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τα άρθρα 16Δ και 8(ΙΑ) του περί Προσφύγων Νόμου και το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έπρεπε να λάβει υπόψη ισχυρισμούς για μεταγενέστερες αιτήσεις εφόσον οι θέσεις αυτές δεν ήσαν ουσιώδη γεγονότα κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «δεν έχει καθ’ ύλη αρμοδιότητα και/ή δεν είναι καθ’ ύλη αρμόδιο να αποφανθεί ότι με την υποβολή μεταγενέστερης αίτησης η Αιτήτρια αποκτά το καθεστώς της αιτήτριας ασύλου και/ή δικαίωμα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή πεπλανημένα ασχολήθηκε στην απόφαση του ως προς το δικαίωμα παραμονής και ως προς το ζήτημα της μεταγενέστερης αίτησης και/ή απεφάνθη ως προς αυτά καθότι τέτοια ζητήματα αφορούν τον περί Προσφύγων Νόμο (Ν.6(Ι)/2000) και/ή εμπίπτει αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας δυνάμει του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν.73(Ι)/2018) και/ή τα εν λόγω ζητήματα δεν είναι σχετικά με τη νομιμότητα των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και/ή εν πάση περιπτώσει δεν επιδρούν καθόλου στη νομιμότητα τους.».

 

Κατά την ακρόαση της Έφεσης, ενώ η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας ήταν παρούσα, εντούτοις απουσίαζε ο δικηγόρος της Εφεσίβλητης, ο οποίος είχε δεόντως ειδοποιηθεί και δεν επικοινώνησε με οποιοδήποτε τρόπο με το Δικαστήριο για να ενημερώσει για τη μη εμφάνισή του ή για να ζητήσει αναβολή της ακρόασης.

 

Ως εκ των πιο πάνω, το Δικαστήριο τούτο προχώρησε στην ακρόαση της Έφεσης και επιφύλαξε την απόφασή του. (Βλ. Κανονισμό 41.19 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023).

 

Εξετάσαμε με μεγάλη προσοχή τους λόγους Έφεσης, τα περιγράμματα των διαδίκων, αλλά και τα όσα λέχθηκαν ενώπιον μας κατά την ακρόαση. Οι λόγοι Έφεσης 1 και 2 θα τύχουν από κοινού εξέτασης λόγω της συνάφειάς τους. Η κρίση μας επ’ αυτών έχει ως εξής:

 

Στις πρόνοιες του άρθρου 16Δ(2) και 16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, προβλέπονται τα ακόλουθα σχετικά:

 

«(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη».

 

 Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζεται ότι, «"αιτητής" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή· η έννοια του αιτητή περιλαμβάνει και ανήλικο·».

 

Ενώ, “τελική απόφαση” στο ίδιο άρθρο του περί Προσφύγων Νόμου, «σημαίνει απόφαση η οποία ορίζει κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή ως πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου και –

 

(α) έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της εν λόγω απόφασης, ή

 

(β) ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή και εκδόθηκε πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επ' αυτής, ανεξάρτητα από το αν μέσω της άσκησης τέτοιας προσφυγής ο αιτητής αποκτά τη δυνατότητα να παραμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική δικαστική απόφαση·».

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση, η Εφεσίβλητη είχε ήδη υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε. Στη συνέχεια, και κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση της Εφεσίβλητης βρισκόταν σε εκκρεμότητα προς κρίση επί του παραδεκτού της. Κρίνουμε ότι στην παρούσα τυγχάνουν εφαρμογής τα δεσμευτικώς αποφασισθέντα στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 8/22 Sohel Madber v. Δημοκρατίας, ημερ. 17.11.22, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε εκτενώς με την κυρίαρχη, θα χαρακτηρίζαμε θέση, του εφεσείοντα, όπως αναπτύχθηκε με την επιχειρηματολογία της συνηγόρου του, πως ο εφεσείων, υποβάλλοντας τη μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του, προ της έκδοσης των επιδίκων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, έχει δικαίωμα να παραμείνει στη Δημοκρατία μέχρι και την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου σε σχέση με την μεταγενέστερη αίτηση, θεωρώντας ότι το γεγονός της κατοχύρωσης τέτοιας αίτησης, παρέχει δικαίωμα αναστολής στην έκδοση νέας απόφασης απέλασης.

…

Έκρινε πως με βάση τα ανωτέρω γεγονότα, οι εισηγήσεις του εφεσείοντα, περί ύπαρξης εκ μέρους του δικαιώματος να παραμείνει στη Δημοκρατία, μόνο και μόνο επειδή υπέβαλε προσφυγή κατά της απόφασης του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του ως απαράδεκτο, είναι αβάσιμες και αστήρικτες.

 

Αποφάσισε, αντλώντας καθοδήγηση από τις πρόνοιες των άρθρων 40 και 41 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε σχέση με τις μεταγενέστερες αιτήσεις ασύλου, πως αυτές αφορούν σε περαιτέρω διαβήματα προσώπου που είχε υποβάλει αίτηση για διεθνή προστασία, η οποία είχε απορριφθεί, χωρίς η αίτηση αυτή να συνιστά νέα αίτηση, γι' αυτό είναι δυνατή η τυχόν απόρριψη αυτής στη βάση της αρχής του δεδικασμένου. Η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, ξεκινά με δεδομένο πως ο αιτητής δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας. Ξεκινά, δηλαδή από το καθεστώς που ίσχυε με την απόρριψη της αρχικής (κυρίως) αιτήσεως ασύλου που είχε εν πρώτοις υποβάλει και απερρίφθη.

…

Είπε σχετικά επί τούτου του θέματος το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραθέτοντας εκτενή αναφορά στη νομοθεσία του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000:

 

«Το ερώτημα που ανακύπτει, εν προκειμένω, αφορά το κατά πόσον, πρόσωπο που υποβάλλει μεταγενέστερη αίτηση / αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, θεωρείται αιτητής για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και κατά συνέπεια απολαμβάνει όλων των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν αιτητές ασύλου, ως αυτά προδιαγράφονται στις διατάξεις του άρθρου 8 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Απάντηση στο ερώτημα δίδεται από τις διατάξεις του ίδιου του άρθρου 16Δ του προαναφερθέντος Νόμου, στις οποίες προνοείται πως, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου δεν μεταχειρίζεται την μεταγενέστερη αίτηση ή τα νέα στοιχεία που υποβάλλονται μετά την αρχική αίτηση του αιτητή, ως νέα αίτηση, αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της ήδη αποφασισθείσας αίτησης. Εξ' ου και το γεγονός πως τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, σύμφωνα με τις πρόνοιες της επιφύλαξης του εδαφίου (3)(α) του ίδιου άρθρου, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει πως ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα και σε τέτοια περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ως αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 16Δ(3)(δ), τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 12Β τετράκις(2)(δ).

…

Η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, ξεκινά με δεδομένο πως ο αιτητής, δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας. Ξεκινά δηλαδή από το καθεστώς που ίσχυε με την απόρριψη της αρχικής (κυρίως) αιτήσεως ασύλου που είχε εν πρώτοις υποβάλει και απερρίφθη.»

 

Κρίνουμε ως απόλυτα ορθό το σκεπτικό και κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως εφαρμογής τυγχάνουν τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του ΔΕΕ C-239/14 Abdoulaye Amadou Tall, 17/12/2015 και ειδικότερα στην παρ. 46 αυτής:

 

 «46. Πρέπει εξάλλου, να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2005/85, όταν ο αιτών άσυλο υποβάλλει νέα αίτηση ασύλου χωρίς να προσκομίζει νέα στοιχεία ή επιχειρήματα, θα ήταν δυσανάλογο να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να ανοίγουν νέα πλήρη εξεταστική διαδικασία και, στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν επιλογή μεταξύ διαδικασιών που περιλαμβάνουν εξαιρέσεις ως προς τις εγγυήσεις των οποίων απολαύει κανονικά ο αιτών.»

 

Αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα των Π. Νάσκου-Περράκη, Γ. Παπαγεωργίου, Χρ. Μπαξεβάνη «Πρόσφυγες και Αιτούντες Άσυλο» 2017, όπου στις σελ. 195-196 σημειώνεται πως μια αίτηση διεθνούς προστασίας μπορεί να γίνει δεκτή οπότε και χορηγείται καθεστώς διεθνούς προστασίας ή να απορριφθεί ως αβάσιμη. Μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί ως απαράδεκτη για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και όταν η αίτηση αποτελεί μεταγενέστερη αίτηση του αιτούντος και η προκαταρκτική εξέταση δεν κατέδειξε την ύπαρξη νέων ουσιωδών στοιχείων. Όπως και στην κρινόμενη περίπτωση, όπου η μεταγενέστερη αίτηση του εφεσείοντα εκρίθη απαράδεκτη λόγω μη προσκόμισης νέων ουσιωδών στοιχείων και η κρίση αυτή, οριοθέτησε το καθεστώς και την ιδιότητα του. Άλλως πως, σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή την παραχώρησης ιδιότητας αιτητή ασύλου και δικαιώματος παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία, θα έδιδε δικαίωμα καταστρατήγησης του Νόμου εκ μέρους αιτητών ασύλου, οι οποίοι θα καταχωρήσουν συνεχείς μεταγενέστερες αιτήσεις χωρίς την προσκόμιση στοιχείων νέων τα οποία να τις δικαιολογούν.»

 

(Βλ. και Ε.Δ.Δ. 20/24 Ruth Nsah v. Δημοκρατίας, ημερ. 22.10.24, όπου τα γεγονότα προσομοιάζουν με τα επίδικα γεγονότα).

 

Και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 22/26 I.D. v. Δημοκρατίας, ημερ. 30.06.26, λέχθησαν τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις δικές μας):

 

«Όσον αφορά στον πρώτο και δεύτερο λόγο Έφεσης, οι οποίοι, κατά τον Εφεσείοντα στο περίγραμμα αγόρευσης του, κινούνται στον ίδιο άξονα και θα εξεταστούν, ως εκ τούτου, μαζί ως συναφείς, καταρχάς ουδεμία αντίρρηση υφίσταται ως προς την ορθότητα της θέσης ότι, ένεκα και από τη χρονική στιγμή της αποδοχής της μεταγενέστερης αίτησης του Εφεσείοντα ως παραδεκτής και την εξέταση και λήψη απόφασης επί της ουσίας της, αυτός κατέστει αιτητής ασύλου.

…

Η υποβολή και μόνο, βεβαίως, της μεταγενέστερης αίτησης ή η διοικητική κρίση αυτής ως μη παραδεκτής δεν θα αρκούσε ως προς αυτό το σκοπό.».[1]

 

Δεν έχει τεθεί και δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε ικανό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι και στις περιπτώσεις όπως η εδώ εξεταζόμενη δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα αποφασισθέντα στις προαναφερθέντες αποφάσεις. Μπορεί η Εφεσίβλητη να υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία στις 18.10.22, η οποία διενεργήθηκε πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ημερ. 04.12.22, ουδόλως όμως αυτό μπορούσε να άρει την τελεσιδικία που επήλθε με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, ημερ. 13.09.22. Τούτο, αφού η υποβολή και μόνο της μεταγενέστερης αίτησης δεν αρκεί από μόνο της, για να λάβει κάποιος το καθεστώς ασύλου. Η μεταγενέστερη αυτή αίτηση της Εφεσίβλητης αποτελεί ένα περαιτέρω διάβημα προσώπου που είχε υποβάλει αρχικώς αίτηση για διεθνή προστασία που είχε απορριφθεί και ξεκινά με δεδομένο πως η Εφεσίβλητη δεν είναι αιτήτρια διεθνούς προστασίας, ως εν προκειμένω (Madber, ανωτέρω).

 

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης αρ. 1 και 2 επιτυγχάνουν.

 

Με τον τρίτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι, «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει καθ’ ύλη αρμοδιότητα να αποφανθεί ότι με την υποβολή μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια αποκτά το καθεστώς της αιτήτριας ασύλου και/ή έχει δικαίωμα παραμονής, καθότι αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στον περί Προσφύγων Νόμο και αρμόδιο και καθ’ ύλην Δικαστήριο είναι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας με βάση τον περί Ίδρυσης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου 2018, Ν.73(Ι)/2018.».

 

Ορθά, παρατηρούμε, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί αποφάσεων που λαμβάνονται στη βάση του περί Προσφύγων Νόμο και οι οποίες ελέγχονται δικαστικώς από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (βλ. άρθρο 11(2) του Ν.73(Ι)/2018).

 

Όμως, στην παρούσα περίπτωση, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε δικαστικό έλεγχο επί της μεταγενέστερης αίτησης της Εφεσίβλητης, αλλά έλαβε υπόψη του ως πραγματικό γεγονός την καταχώρηση της μεταγενέστερης αυτής αίτησης της Εφεσίβλητης για να αντλήσει, ως όφειλε, νομικά συμπεράσματα ως προς την ύπαρξη δικαιώματος παραμονής της Εφεσίβλητης στη Δημοκρατία ως εκ του εν λόγω γεγονότος, με σκοπό να κρίνει τη νομιμότητα των ενώπιον του προσβαλλόμενων πράξεων, ως ήταν το καθήκον του.

 

Κατά τα λοιπά, όσον αφορά το κατά πόσον η Εφεσίβλητη αποκτά, με την υποβολή μεταγενέστερης αίτησης, το καθεστώς ασύλου, ισχύουν όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση των λόγων Έφεσης 1 και 2. Με βάση τα ανωτέρω, ο τρίτος λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Ενόψει της κατάληξής μας ως προς τους λόγους Έφεσης 1 και 2, η Έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται.

 

Η Προσφυγή επιστρέφεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο προς εξέταση των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης που δεν έτυχαν εξέτασης, στο βαθμό που ήθελε κριθεί ότι αυτοί δικογραφήθηκαν και προωθήθηκαν δεόντως.

 

Επιδικάζονται έξοδα €3.000-, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον της Εφεσίβλητης.

 

 

 

Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.

 

 

 

Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.



[1] Βλ. περαιτέρω, αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση Habeas Corpus Αρ. 114/23 (i-Justice), ημερ. 24.10.23 και στην Πολιτική Αίτηση Habeas Corpus Αρ. 203/25, ημερ. 24.09.25.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο