
Απόφαση ΕΠΑ: 5/2024 |
Αρ. Φακ.: 11.17.018.12
ΟΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ 2022
Αυτεπάγγελτη έρευνα στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών αναφορικά με πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 3(1) και 6(1) του Νόμου καθώς και των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (αρ. φακ. 11.17.018.12)
Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού:
κα Εύα Παντζαρή Πρόεδρος
κ. Άριστος Αριστείδου Παλούζας Μέλος
κ. Νεόφυτος Μαυρονικόλας Μέλος
κα Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση Μέλος
κα Ιωάννα Σαπίδου Μέλος
Ημερομηνία απόφασης: 12 Ιανουαρίου 2024
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (στο εξής η «Επιτροπή») σε συνέχεια της συνεδρίας της ημερομηνίας 11/01/2024, εξέτασε την παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα, υπό το φως της Έκθεσης Ευρημάτων της Υπηρεσίας της Επιτροπής (στο εξής η «Υπηρεσία») με ημερομηνία 06/10/2021.
Η Επιτροπή, αφού μελέτησε το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και ενημερώθηκε πλήρως από τα στοιχεία και δεδομένα τα οποία υπήρχαν σε αυτόν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ζήτησε διευκρινίσεις από τους Λειτουργούς της Υπηρεσίας, οι οποίοι τις έδωσαν και αποχώρησαν. Η Επιτροπή συνέχισε κατ’ ιδίαν την παρά πέρα εξέταση του θέματος.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η απόφαση για την έναρξη της παρούσας αυτεπάγγελτης έρευνας λήφθηκε το 2018, έτος κατά το οποίο ίσχυε ο περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος, Αρ. 13(Ι)/2008, ως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε από τον Νόμο 41(I)/2014. Η παρούσα διαδικασία λαμβάνει χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο ισχύει ο περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος του 2022, Αρ. 13(Ι)/2022, με τον οποίο καταργούνται οι προαναφερόμενοι νόμοι και, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται πλέον μόνο ο τελευταίος (εφεξής ο «Νόμος»).
Η Επιτροπή περαιτέρω σημειώνει ότι σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις και τις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 72(3) του Νόμου: «(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (4), διαδικασία διεκπεραίωσης υποθέσεων, εξέτασης καταγγελιών και διενέργειας αυτεπάγγελτων ερευνών, περιλαμβανομένης της διαδικασίας λήψης προσωρινών μέτρων οι οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου εκκρεμούν ενώπιον της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού που είχε ιδρυθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8 των περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμων του 2008 και 2014 θεωρούνται εκκρεμούσες ενώπιον της Επιτροπής και εξετάζονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.».
Η Επιτροπή εστίασε την προσοχή της στην αξιολόγηση των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση, δοθέντος ότι τα δεδομένα αυτά αποτελούν αναντίλεκτα το ουσιαστικό υπόβαθρο της εξέτασης του ζητήματος που προκύπτει αλλά και σημείωσε το χρονικό διαδικασίας και το ιστορικό της υπόθεσης, ενώ παράλληλα επισημάνθηκαν τα ουσιώδη δεδομένα και στοιχεία αυτής. Ως εκ τούτου, η παράθεση των σχετικών με την υπόθεση δεδομένων καθίσταται αναγκαία και προς τούτο, παρατίθενται συνοπτικά τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση αυτεπάγγελτη έρευνα:
- ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Η Επιτροπή, κατά τη συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 09/11/2018, εξέτασε διάφορα δημοσιεύματα και δελτία τύπου στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο και πληροφορίες που είχε ενώπιον της, βάσει των οποίων διαφαίνετο το ενδεχόμενο ύπαρξης αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών, συμπεριφορών ή/και ενεργειών από επιχειρήσεις/ενώσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αλυσίδα εφοδιασμού οπωροκηπευτικών προϊόντων, τόσο στο στάδιο παραγωγής όσο και στο στάδιο χονδρεμπόρων/μεσαζόντων και λιανεμπόρων. Η Επιτροπή, στην υπό αναφορά συνεδρία, ομόφωνα αποφάσισε την έναρξη αυτεπάγγελτης έρευνας δυνάμει του άρθρου 23(2)(α) του προϊσχύσαντος περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου 13(Ι)/2008, ως είχε τροποποιηθεί από το Νόμο 41(Ι)/2014, αναφορικά με ενδεχόμενη παράβαση των προνοιών των άρθρων 3(1) και 6(1) του εν λόγω Νόμου, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής η «ΣΛΕΕ») στον τομέα των οπωροκηπευτικών.
Επιπλέον, η Επιτροπή, κατά τη συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 07/12/2018, ομόφωνα έκρινε αναγκαίο, για τη λήψη των απαραίτητων στοιχείων και εγγράφων, την πραγματοποίηση επιτόπιας έρευνας στα υποστατικά ή/και γραφεία των προαναφερόμενων δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων στον τομέα των οπωροκηπευτικών, αλλά και σε σχετικούς επαγγελματικούς χώρους συμπεριλαμβανομένων των Χονδρικών Αγορών Λευκωσίας και Λεμεσού και στις επιχειρήσεις/ενώσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εμπορικά εντός αυτών των χώρων συμπεριλαμβανομένων τόσο των νομικών προσώπων όσο και των φυσικών προσώπων, στη βάση του άρθρου 31 του προϊσχύσαντος νόμου.
Ως εκ τούτου, στις 10/12/2018 πραγματοποιήθηκε αιφνίδια επιτόπια έρευνα στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και σε υποστατικά συγκεκριμένων Χονδρεμπόρων και Συνδέσμων Παραγωγών, καθώς επίσης και στη Χονδρική Αγορά Λεμεσού.
Η Υπηρεσία στις 14 & 15/05/2019, απέστειλε ερωτηματολόγια προς τους Συνδέσμους Παραγωγών και στις 21/05/2019, απέστειλε ερωτηματολόγια προς τις εταιρείες χονδρεμπόρων. Επίσης, απέστειλε ερωτηματολόγια στο Σύνδεσμο Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, στον Παγκύπριο Σύνδεσμο Υπεραγορών, στην Υπεραγορά Άλφα Μέγα, στην Υπεραγορά Σκλαβενίτης, στην Υπεραγορά Αθηαινίτης, στην Υπεραγορά Μετρό και στην Υπεραγορά Κόκκινος, καθώς επίσης και στην Ένωση Κυπρίων Αγροτών, στην Παναγροτική Ένωση Κύπρου και στον Παναγροτικό Σύνδεσμο Κύπρου.
Η Υπηρεσία με την ολοκλήρωση της δέουσας προκαταρκτικής έρευνας υπέβαλε Έκθεση Ευρημάτων στην Επιτροπή ημερομηνίας 06/10/2021.
Η Επιτροπή, υπό τη νέα σύνθεσή της, σε συνεδρία της ημερομηνίας 11/01/2024, σημείωσε, μεταξύ άλλων ότι η Πρόεδρος και τα νέα μέλη της Επιτροπής, κ. Νεόφυτος Μαυρονικόλας, κα Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση και κα Ιωάννα Σαπίδου δηλώνουν πως συμφωνούν με τις αποφάσεις της καθ’ όλα νόμιμα συγκροτημένης Επιτροπής ημερομηνίας 09/11/2018 και 07/12/2018 και υιοθετούν αυτές σημειώνοντας ότι και οι ίδιοι θα προέβαιναν στις ίδιες ενέργειες κατά το χρόνο λήψης των εν λόγω αποφάσεων.
- ΥΠΟ ΕΡΕΥΝΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Στη βάση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην υπό έρευνα αγορά είναι οι κάτωθι:
2.1 Παραγωγοί και/ή Σύνδεσμοι και/ή Οργανώσεις Παραγωγών και/ή Συνεταιριστικές εταιρείες
(α) Νεόφυτος Φελλάς Φθαρτά Λτδ
Η εταιρεία Νεόφυτος Φελλάς Φθαρτά Λτδ, η οποία συστάθηκε το 2008, δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία φθαρτών.
(β) Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ
Η εταιρεία Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ δραστηριοποιείται στη διανομή/πώληση των γεωργικών προϊόντων που παράγουν οι παραγωγοί-μέλη της εταιρείας.
(γ) Οργάνωση Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ
Η Οργάνωση Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ συστάθηκε την 30η Ιουνίου 2006, δραστηριοποιείται στην παραλαβή και πώληση φρούτων και φθαρτών και έχει έδρα το χωριό Οδού της ορεινής Λάρνακας. Κύριο προϊόν παραγωγής της είναι η ντομάτα υπαίθρου που παράγεται κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
(δ) Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ
Η εταιρεία Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ έχει εγγραφεί στο Μητρώο του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών στις 08/04/1965 με αριθμό εγγραφής 11/65 και ασχολείται με την παραλαβή και πώληση γεωργικών προϊόντων/φθαρτών.
(ε) Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Παραλιμνίου Λτδ
Οι δραστηριότητες της εταιρείας, η οποία συστάθηκε το 1961, είναι η διάθεση και η εμπορία φθαρτών και λαχανικών.
(στ) Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Παρεκκλησιάς Λτδ
Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1967 και ασχολείται με την διάθεση και την εμπορία φρούτων και φθαρτών.
(ζ) Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Σωτήρας Λτδ
Η εταιρεία συστάθηκε στις 24 Αυγούστου 2004 και ενεγράφη στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών με αρ. εγγραφής 2/2004. Η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας δραστηριοποιείται στη συγκέντρωση και διάθεση των γεωργικών προϊόντων των μελών της. Μέλη της εταιρείας είναι γεωργοί, κυρίως καταγόμενοι από το Δήμο Σωτήρας, αλλά και από τις γύρω κοινότητες.
(η) Σύνδεσμος Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας
Ο Σύνδεσμος συστάθηκε το 2010, με σκοπό την προαγωγή, την ανάπτυξη, τον εκσυγχρονισμό και την εξύψωση των επιχειρήσεων του κλάδου.
Οι κύριες δραστηριότητες του Συνδέσμου είναι η επίλυση των προβλημάτων που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία της Χονδρικής Αγοράς (καθαριότητα, ασφάλεια κλπ.) και τα προβλήματα με τις κτηριακές υποδομές της Χονδρικής Αγοράς στην προοπτική για ανέγερση νέων εγκαταστάσεων. Περαιτέρω, ως αναφέρθηκε ο Σύνδεσμος ανάλωσε και πάρα πολύ προσπάθεια στο θέμα της ανανέωσης των μισθώσεων και στην πιθανή έξωση των εμπόρων από το Δήμο Λευκωσίας.
Ο Σύνδεσμος, ως εκ της φύσεως του, δεν έχει μετόχους, αλλά μέλη και Διοικητικό Συμβούλιο. Ο Σύνδεσμος δεν έχει νομικό ή καταστατικό ρόλο στον υπολογισμό των τιμών που καθορίζουν τα μέλη του, αλλά ούτε και συμβουλεύει τα μέλη του σε κάτι τέτοιο, καθώς το κάθε μέλος ενεργεί αυτόβουλα.
2.2 Έμποροι
(α) Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ
Η εταιρεία Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ εδράζεται και ασχολείται στην Χονδρική Αγορά Φρούτων και Λαχανικών στην Λευκωσία. Η εταιρεία Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ είναι μέλος του Συνδέσμου Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας και λαμβάνει μέρος στις εκάστοτε συνεδριάσεις που διεξάγονται κάθε Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο.
Η εν λόγω εταιρεία δεν ασχολείται με εισαγωγές φρούτων και λαχανικών. Αγοράζουν, εντούτοις, εισαγόμενα φρούτα και λαχανικά από τις εταιρείες Amalthia και Eurofresh.
(β) Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιοί Λτδ
Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε το 1984 και ασχολείται με χονδρικές πωλήσεις οπωροκηπευτικών προϊόντων. Η Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιοί Λτδ είναι μέλος του Συνδέσμου της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας και λαμβάνουν μέρος στις συνεδριάσεις που διεξάγονται κάθε Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο.
Η εν λόγω εταιρεία δεν δραστηριοποιείται στην εισαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων και ούτε έχει κάνει εισαγωγές ποτέ στο παρελθόν.
Η εταιρεία Agromarkets Larnaca Ltd δραστηριοποιείται στο λιανικό και χονδρικό εμπόριο οπωροκηπευτικών προϊόντων. Όπως αναφέρουν, δεν είναι μέλος και δεν λαμβάνει μέρος στις συνεδρίες της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας.
Η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείται στην εισαγωγή οπωροκηπευτικών εάν και εφόσον υπάρχουν ελλείψεις σε Κυπριακά προϊόντα.
(δ) Agromarkets (Wholesales) Ltd
Η εταιρεία Agromarkets (Wholesales) Ltd δεν είναι μέλος του Συνδέσμου της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας και δεν λαμβάνει μέρος στις συνεδριάσεις που διεξάγονται κάθε Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο στο χώρο της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, εκτός και εάν κληθούν. Όπως αναφέρουν, δεν κάνουν εισαγωγές νωπών οπωροκηπευτικών.
(ε) Amalthia Trading Ltd
Η Amalthia Trading Ltd η οποία συστάθηκε το 1988, δραστηριοποιείται στην εμπορία φρέσκων φρούτων και λαχανικών. Όπως ισχυρίζονται, παρόλο που η εν λόγω εταιρεία έγινε μέλος του Συνδέσμου της Χονδρικής Αγοράς πριν πολλά χρόνια, εντούτοις έχει αρκετά χρόνια να κληθούν στις συνεδριάσεις που διεξάγονται κάθε Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο.
Η εν λόγω εταιρεία ασχολείται με την εισαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών.
(στ) Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd
Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε το έτος 2000 και οι κύριες της δραστηριότητες είναι η εισαγωγή και εμπορία φρέσκων φρούτων και λαχανικών τα οποία διανέμονται κατά κύριο λόγο χονδρικώς ανά το Παγκύπριο, από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Γέρι και σε μικρή κλίμακα από το κατάστημα της εταιρείας στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας.
Η εταιρεία διαθέτει ένα κατάστημα λιανικής (φρουταρία). Η εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια της εταιρείας Bella Fruit Limited, η οποία διαθέτει δύο καταστήματα λιανικής (φρουταρίες).
Περαιτέρω, η Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd δραστηριοποιείται στην παραγωγή και συσκευασία έτοιμων κομμένων σαλατών που παράγονται στο εργοστάσιο που βρίσκεται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Γέρι. Η Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd είναι μέλος του Συνδέσμου της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, ο οποίος, όπως ισχυρίζονται, είναι ανενεργός.
Η κύρια δραστηριότητα της εταιρείας είναι η εισαγωγή φρέσκων φρούτων και λαχανικών τα οποία κατά κύριο λόγο τροφοδοτούν χονδρικώς ανά το παγκύπριο σε ευρύ φάσμα πελατών, καθώς επίσης μέρος τους το χρησιμοποιούν στο εργοστάσιο παρασκευής έτοιμων κομμένων σαλατών που διαθέτουν.
(ζ) Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ
Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1978 και ασχολείται με χονδρικές πωλήσεις οπωροκηπευτικών προϊόντων. Όπως αναφέρουν, η εταιρεία είναι μέλος του Συνδέσμου Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας και λαμβάνει μέρος στις συνεδριάσεις, εάν και εφόσον γίνονται.
Η εν λόγω εταιρεία δεν κάνει ούτε και έκανε στο παρελθόν εισαγωγές νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων.
(η) Zittex Trading Ltd
Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε το 1989 και ασχολείται με χονδρικές πωλήσεις οπωροκηπευτικών προϊόντων. Η εταιρεία είναι μέλος του Συνδέσμου της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας και λαμβάνει μέρος στις Συνεδριάσεις.
Η εταιρεία δεν ασχολείται με την εισαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων.
(θ) Karmi Unifruit Ltd
H εν λόγω εταιρεία συστάθηκε το 1995 με σκοπό την εισαγωγή φρούτων & λαχανικών για να προμηθεύει κυρίως τις δικές της φρουταρίες που υπάγονταν στη εταιρεία ΛΙΜΝΙΑ ΦΡΟΥΤΑΡΙΑ ΛΤΔ έτους ίδρυσης 1982, με δραστηριότητες στο λιανικό εμπόριο.
Με την παρέλευση του χρόνου και διακρίνοντας τις ανάγκες της κυπριακής αγοράς στον τομέα αυτό, η KARMI UNIFRUIT LTD αύξησε τις αγορές της από το εξωτερικό και επεκτάθηκε στο χονδρικό εμπόριο φρούτων & λαχανικών.
Σύμφωνα με τους νομικούς εκπροσώπους της KARMI UNIFRUIT LTD, οι ανάγκες της αγοράς οδήγησαν στην ίδρυση δύο ακόμη αυτόνομων εταιρειών. Την εταιρεία KARMI GENERAL TRADING (CYPRUS) LTD έτους ίδρυσης το 2010 με κύρια εμπορική δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο εγχώριων οπωροκηπευτικών και την εταιρεία KARMI FRUITLINK LTD έτους ίδρυσης 2016, με κύρια εμπορική δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο φρούτων & λαχανικών, χρησιμοποιώντας ως βάση του πελατολογίου της, τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια Παγκύπρια.
Όπως ισχυρίζονται οι νομικοί εκπρόσωποι της KARMI UNIFRUIT LTD, η εν λόγω εταιρεία δεν υπήρξε ποτέ μέλος του Συνδέσμου εμπόρων/χονδρεμπόρων της Χονδρικής Αγοράς Λεμεσού και ούτε διατηρούν κατάστημα στην λεγόμενη Χονδρική Αγορά Λεμεσού. Επίσης, δεν υπήρξαν μέλη του Συνδέσμου Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας.
Η κύρια δραστηριότητα της εταιρείας KARMI UNIFRUIT LTD είναι η εισαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων.
(ι) Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ
Η εν λόγω εταιρεία, συστάθηκε στις 30/04/2013 και δραστηριοποιείται στις χονδρικές πωλήσεις φρούτων και λαχανικών. Οι δραστηριότητες της Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2014. Όπως ανέφεραν, αυτοί δεν λαμβάνουν μέρος και δε γνωρίζουν αν υπάρχει Σύνδεσμος Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λεμεσού.
(ια) Αντρέας Παπανικολής & Υιος Λτδ
Η εν λόγω εταιρεία συστάθηκε το 1996 και οι δραστηριότητες της είναι η εμπορία φρέσκων φρούτων και λαχανικών. Περαιτέρω, δραστηριοποιούνται στην εισαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών σε πολύ περιορισμένες ποσότητες Όπως ανέφεραν, στη Λεμεσό δεν υπάρχει σύνδεσμος εμπόρων/χονδρεμπόρων και ως εκ τούτου η εταιρεία τους δεν είναι μέλος οποιουδήποτε συνδέσμου. Περαιτέρω ανέφεραν ότι δεν γνωρίζουν αν στην Λευκωσία υπάρχει κάποιος σύνδεσμος.
- ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Η Επιτροπή, σε συνεδρία της ημερομηνίας 9/11/2018, εξέτασε τις ενώπιον της πληροφορίες και εστίασε την προσοχή της σε επιστολές, δημοσιεύματα στον τύπο, ανακοινώσεις και καταλόγους τιμών, τα οποία ήταν καταχωρισμένα στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, όπου γίνονται διάφορες αναφορές σε κερδοσκοπία στις τιμές των οπωροκηπευτικών και στρεβλωτική εμπορική λειτουργία στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων.
Η Επιτροπή σημείωσε ότι από τα διάφορα δημοσιεύματα και πληροφορίες διαφαίνεται το ενδεχόμενο ύπαρξης αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών, συμπεριφορών ή και ενεργειών από επιχειρήσεις / ενώσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αλυσίδα εφοδιασμού οπωροκηπευτικών προϊόντων, τόσο στο στάδιο παραγωγής όσο και στο στάδιο χονδρεμπόρων/μεσαζόντων και λιανεμπόρων. Συγκεκριμένα, τα δημοσιεύματα αφορούσαν τιμές που καλούνται να καταβάλουν οι τελικοί αποδέκτες, οι οποίες τελικές τιμές διαφαίνεται να επηρεάζονται από τις ενέργειες των μετεχόντων στην εφοδιαστική αλυσίδα. Επιπρόσθετα, από τα δημοσιεύματα και πληροφορίες διαφαίνετο ότι ενδεχομένως αυτή η τελική τιμή να είναι αποτέλεσμα συμφωνιών, επικοινωνιών, συνεννοήσεων, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ή και εναρμονισμένων πρακτικών από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα. Επιπρόσθετα, ως αποτέλεσμα των συμφωνιών, επικοινωνιών, συνεννοήσεων, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ενδεχομένως να προκύπτει περιορισμός της διάθεσης προϊόντος.
Η Επιτροπή επισήμανε ακόμα ότι από τα ενώπιόν της στοιχεία και/ή πληροφορίες διαφαίνεται ότι οι δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα ενδεχομένως να προβαίνουν σε εκμετάλλευση της θέσης τους με πρακτικές και/ή ενέργειες κατά παράβαση του Νόμου που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την τελική τιμή των οπωροκηπευτικών προϊόντων εις βάρος των τελικών αποδεκτών αλλά και να καθορίζουν αθέμιτους όρους και/ή να περιορίζουν τη διάθεση αυτών.
Μεταξύ άλλων, ενδέχεται να γίνεται παρακράτηση οπωροκηπευτικών σε ψυγεία ή και αποθηκευτικούς χώρους με σκοπό τον έλεγχο της διάθεσης των προϊόντων και τη διατήρηση των τιμών σε ψηλά επίπεδα. Επίσης, είναι πιθανό να πραγματοποιείται τεχνητή έλλειψη προϊόντων στην εγχώρια αγορά με σκοπό την αύξηση της τιμής με αποτέλεσμα να διοχετεύονται ελεγχόμενα στην αγορά εισαγόμενα οπωροκηπευτικά, ώστε να μην μειωθεί η τιμή τους στην αγορά.
Η συμπεριφορά των δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων στην αλυσίδα εμπορίας εφοδιασμού οπωροκηπευτικών προϊόντων ενδεχομένως να αντίκειται στις συνθήκες της ανταγωνιστικής αγοράς και κατ’ επέκταση στις διατάξεις του Νόμου, παρακωλύοντας τον υγιή ανταγωνισμό και μάλιστα σε όλα τα στάδια από την παραγωγή μέχρι την εμπορία και την κατάληξη των προϊόντων στους τελικούς αποδέκτες.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, η Επιτροπή ομόφωνα αποφάσισε την έναρξη αυτεπάγγελτης έρευνας δυνάμει του άρθρου 23(2)(α) του προϊσχύσαντος Νόμου, αναφορικά με ενδεχόμενη παράβαση των προνοιών των άρθρων 3(1) και 6(1), καθώς και των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών και την υποβολή σχετικού σημειώματος από την Υπηρεσία.
Επιπρόσθετα, η Επιτροπή, σε συνεδρία της στις 7/12/2018 αποφάσισε όπως πραγματοποιηθεί επιτόπια έρευνα σε γραφεία ή/και υποστατικά των επιχειρήσεων /στην αλυσίδα εμπορίας εφοδιασμού οπωροκηπευτικών προϊόντων, αλλά και σε σχετικούς επαγγελματικούς χώρους συμπεριλαμβανομένων των Χονδρικών Αγορών Λευκωσίας και Λεμεσού και σε επιχειρήσεις/ενώσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εμπορικά εντός αυτών των χώρων, συμπεριλαμβανομένων τόσο των νομικών προσώπων όσο και των φυσικών προσώπων, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 31 του προϊσχύσαντος Νόμου.
- ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΧΡΟΝΟΣ
Οι υπό διερεύνηση ενδεχόμενες παραβάσεις του Νόμου από επιχειρήσεις ή/και ενώσεις επιχειρήσεων μέσω πρακτικών / ενεργειών / συμπεριφορών στην παραγωγή, εμπορία, διανομή και χονδρική και λιανική πώληση νωπών οπωροκηπευτικών, αφορούσαν τη χρονική περίοδο από το 2015 μέχρι και την ημερομηνία λήψης απόφασης από την Επιτροπή στις 9/11/2018.
5.1 Στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την επιτόπια έρευνα
Στις 10/12/2018, η Υπηρεσία, ενεργώντας στη βάση της εντολής που έλαβε από την Επιτροπή, διεξήγαγε αιφνίδια έρευνα στις Χονδρικές Αγορές Λευκωσίας και Λεμεσού, καθώς και στις εταιρείες Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ, Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιοί Λτδ, Agromarkets Larnaca Ltd, Agromarkets (Wholesales) Ltd, Amalthia Trading Ltd, Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd, Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ, Zittex Trading Ltd, Karmi Unifruit Ltd, Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ, Αντρέας Παπανικολής & Υιος Λτδ και Οργάνωση Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ, στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν στοιχεία και πληροφορίες.
Στο διοικητικό φάκελο της παρούσας υπόθεσης περιέχονται στοιχεία, έγγραφα και δεδομένα των επιχειρήσεων Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ, Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιοί Λτδ, Agromarkets Larnaca Ltd, Agromarkets (Wholesales) Ltd, Amalthia Trading Ltd, Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd, Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ, Zittex Trading Ltd, Karmi Unifruit Ltd, Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ, Αντρέας Παπανικολής & Υιος Λτδ και Οργάνωση Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ, αναφορικά με τις πιθανολογούμενες παραβάσεις, όπως αντίγραφα τιμολογίων, τιμοκατάλογοι, ημερήσιες τιμές (τιμές ανοίγματος) της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, οικονομικές καταστάσεις, λίστες παραγγελιών, ερωτηματολόγια, κλπ.
Επίσης, στο διοικητικό φάκελο υπάρχουν γραπτές δηλώσεις από τα υπεύθυνα ή/και αρμόδια ή/και εξουσιοδοτημένα πρόσωπα των εν λόγω εταιρειών.
Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είναι όλες οι δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα του τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών, ήτοι παραγωγοί και/ή Σύνδεσμοι Παραγωγών, και/ή αγροτικές οργανώσεις, χονδρέμποροι/μεσάζοντες και λιανέμποροι.
Η επιτόπια έρευνα πραγματοποιήθηκε στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, συμπεριλαμβανομένων τόσο των φυσικών όσο και νομικών προσώπων που διαπραγματεύονται την τιμή, όπως επίσης και στις εταιρείες Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd, Karmi Unifruit Ltd, Agromarkets (LARNACA) Ltd και Amalthia Trading Co Ltd, εταιρείες εμπόρων εισαγωγής/κάτοχων φρουταριών, οι οποίες είναι οι πιο σημαντικές βάσει όγκου πωλήσεων.
Επίσης, η έρευνα εστιάστηκε και σε δύο υποκαταστήματα στη Χονδρική Αγορά Λεμεσού και συγκεκριμένα στις: Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ και Ανδρέας Παπανικολής & Υιός Λτδ.
Ακόμα, η έρευνα εστιάστηκε και στις εγκαταστάσεις της αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών επ’ ονόματι Βασιλική Γη, η οποία, εν πάση περιπτώσει, αποτελεί τον κύριο παραγωγό ντομάτας στην Κύπρο, καθώς επίσης και την εταιρεία Νεόφυτος Φελλάς Φάρμα Λτδ, τις ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου, Λύσης, Σωτήρας και Παρεκκλησίας και την Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ, οι οποίες εμπορεύονται στον επαγγελματικό χώρο της Δημοτικής Αγοράς Χονδρικών Πωλήσεων Λευκωσίας.
5.1.1 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Agromarkets Larnaca Ltd
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις και στα γραφεία της εταιρείας Agromarkets Larnaca Ltd συλλέχθηκαν τιμολόγια, τιμοκατάλογοι, κατάλογοι παραγγελιών και κατάλογοι ημερήσιων τιμών της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας.
Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις του εκπροσώπου της εταιρείας Agromarkets Larnaca Ltd, ο κατάλογος με τις ημερήσιες τιμές που αποστέλλεται από τη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, μέσω τηλεομοιότυπου, δεν είναι αντιπροσωπευτικός. Συγκεκριμένα, όπως αναλύθηκε από το Διευθυντή της εταιρείας, οι παράγοντες που καθορίζουν τη χονδρική τιμή των οπωροκηπευτικών είναι η προσφορά και η ζήτηση, πάνω στην οποία προστίθεται ένα ποσοστό κέρδους και προκύπτει η λιανική τιμή πώλησης.
5.1.2 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Eurofresh Fruit & Vegetables Ltd
5.1.3 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Μ. Αλεξάνδρου Φθαρτέμποροι) Λτδ
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ συλλέχθηκαν τιμολόγια, αναφορές κίνησης παραγωγού και κατάλογοι ημερήσιων τιμών της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας.
Με βάση τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, ο κατάλογος με τις ημερήσιες τιμές που αποφασίζεται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας λαμβάνεται υπόψη από τους χονδρέμπορους τόσο για τη χονδρική όσο και για τη λιανική τιμή πώλησης των προϊόντων, παρόλο που δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμμετοχή τους σε αυτή τη διαδικασία.
5.1.4 Στοιχεία που λήφθηκαν από τη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και συγκεκριμένα στο καφενείο της Αγοράς, δεν συλλέχθηκαν οποιαδήποτε έγγραφα, εκτός από τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης, της ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου και της Οργάνωσης Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ.
Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων των Ομάδων Παραγωγών και των εταιρειών, ο κατάλογος με τις ημερήσιες τιμές που εκδίδεται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας καθορίζεται σε συνεργασία των παραγωγών και των Ομάδων Παραγωγών, αναλόγως πάντοτε της προσφοράς και της ζήτησης. Επιπλέον, οι εκπρόσωποι των Ομάδων Παραγωγών δήλωσαν ότι έχουν σταθερό περιθώριο κέρδους ως εταιρείες, δεν υπάρχει η δυνατότητα φύλαξης των προϊόντων σε ψυγεία πέραν της 1-2 ημερών και η πληρωμή των παραγωγών, από τη στιγμή παράδοσης των εμπορευμάτων, μπορεί να γίνει με την πάροδο μέχρι και τριών (3) μηνών.
5.1.5 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιός Λτδ
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιός Λτδ συλλέχθηκαν τιμολόγια και πρακτικά συνεδριάσεων και έγγραφα του Συνδέσμου Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας.
5.1.6 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Agromarkets (Nicosia) Wholesales Ltd
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Agromarkets (Nicosia) Wholesales Ltd συλλέχθηκαν τιμολόγια και ημερήσιες τιμές της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας.
Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, οι τιμές ανοίγματος καθορίζονται από τις Ομάδες Παραγωγών και τους υπόλοιπους παραγωγούς και στη συνέχεια αποστέλλονται με τηλεομοιότυπο σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη τα οποία ενημερώνονται πολλές φορές και τηλεφωνικά για τις αλλαγές στις τιμές των οπωροκηπευτικών. Οι τιμές ανοίγματος είναι οι υψηλότερες τιμές, οι οποίες, κατά τη διάρκεια της μέρας μειώνονται λόγω του κινδύνου τα προϊόντα να μείνουν απούλητα και να καταστραφούν. Επίσης, περί το 80% των προϊόντων πωλείται από τις Ομάδες Παραγωγών και το υπόλοιπο μεταφέρεται προς πώληση στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας.
5.1.7 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Zittex Trading Ltd
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Zittex Trading Ltd συλλέχθηκαν τιμολόγια της εταιρείας και τιμοκατάλογοι της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας με τις ημερήσιες τιμές. Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, οι τιμές ανοίγματος καθορίζονται από τους παραγωγούς και τις Ομάδες Παραγωγών, είναι ψηλές και δεν υιοθετούνται από τους χονδρέμπορους. Επίσης, αναφέρθηκε ότι μεγάλες ποσότητες πωλούνται απευθείας από τις Ομάδες Παραγωγών σε υπεραγορές.
5.1.8 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ συλλέχθηκαν τιμολόγια, ημερολόγια και πρόγραμμα παραγγελιών.
Σημειώνεται ότι με βάση τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, τις τιμές τις καθορίζουν οι παραγωγοί.
5.1.9 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Amalthia Trading Ltd
Κατά την αιφνίδια επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Amalthia Trading Ltd συλλέχθηκαν τιμολόγια, ημερήσιες τιμές της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσία και Λίστα Παραγγελιών. Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, οι τιμές ανοίγματος καθορίζονται από τους παραγωγούς, οι οποίοι συνεδριάζουν στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και αφού λάβουν υπόψη την προσφορά και τη ζήτηση.
5.1.10 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Amalthia Trading (Nicosia) Ltd
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Amalthia Trading (Nicosia) Ltd συλλέχθηκαν δελτία παραλαβής, ηλεκτρονικά μηνύματα, προσφορές, ημερήσιες τιμές της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, τιμολόγια, παραγγελίες, καταστάσεις λογαριασμών και επιστολές.
Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, παρότι η υπό αναφορά εταιρεία ασχολείται με τις εισαγωγές φρούτων και λαχανικών, εντούτοις ενημερώνεται για τις τιμές ανοίγματος της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας και τις λαμβάνει υπόψη.
5.1.11 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Karmi Unifruit Ltd
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Karmi Unifruit Ltd συλλέχθηκαν ημερήσιες τιμές της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, τιμολόγια και τιμοκατάλογοι.
Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, οι τιμές ανοίγματος συμφωνούνται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας από τους παραγωγούς και του Συνδέσμους Παραγωγών, λαμβάνοντας υπόψη την προσφορά και τη ζήτηση. Ο τιμοκατάλογος που εκδίδεται στη Χονδρική Αγορά κοινοποιείται σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη είτε τηλεφωνικώς είτε μέσω τηλεομοιότυπου.
Σε ένα από τα γραφεία της εταιρείας ανευρέθηκαν σημειώσεις χειρόγραφες για τη διαδικασία που ακολουθείται με τις τιμές και την επικοινωνία μεταξύ των εταιρειών και την αλλαγή στις τιμές τους. Συγκεκριμένα στις εν λόγω χειρόγραφες σημειώσεις αναφέρονται τα εξής:
{…}*
5.1.12 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στη χονδρική αγορά Λεμεσού και συγκεκριμένα στα γραφεία της εταιρείας Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ συλλέχθηκαν τιμολόγια, λίστες τιμών, λίστες παραγγελιών και τιμολόγια προμηθευτών.
Με βάση τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, κάθε Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο εκδίδεται μια λίστα με τιμές ανοίγματος από τη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, η οποία τίθεται ενώπιον όλων των εμπλεκομένων μερών και όλοι την έχουν σαν αφετηρία, εξ΄ ου και η συγκεκριμένη εταιρεία την επισυνάπτει με κάθε τιμολόγιο που εκδίδει.
5.1.13 Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Αντρέας Παπανικολής & Υιός Λτδ
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στη χονδρική αγορά Λεμεσού και συγκεκριμένα στα γραφεία της εταιρείας Αντρέας Παπανικολής & Υιός Λτδ συλλέχθηκαν τιμολόγια, τιμές ανοίγματος από Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και κατάσταση λογαριασμού μηνός Νοεμβρίου
Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας, οι τιμές ανοίγματος που καθορίζονται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας δεν ακολουθούνται από τις εταιρείες χονδρικής πώλησης (χονδρέμπορους). Οι συγκεκριμένες τιμές ακολουθούν πτωτική τάση κατά τη διάρκεια της μέρας. Για τις τιμές ανοίγματος ενημερώνονται όλες οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά των οπωροκηπευτικών είτε με τηλεομοιότυπο είτε τηλεφωνικά.
5.2 Στοιχεία της προκαταρκτικής έρευνας
5.2.1 Στοιχεία από παραγωγούς, συνδέσμους/συνεταιριστικές εταιρείες και ομάδες/οργανώσεις Παραγωγών
(α) Νεόφυτος Φελλάς Φθαρτά Λτδ
Η Υπηρεσία, κατά τη διεξαγωγή της αυτεπάγγελτης έρευνας, απέστειλε ερωτηματολόγιο προς την εταιρεία Νεόφυτος Φελλάς Φθαρτά Λτδ στις 21/05/2019, της οποίας οι απαντήσεις παραλήφθηκαν στις 31/5/2019 και καταγράφονται συνοπτικά τα κάτωθι:
Η εταιρεία Νεόφυτος Φελλάς Φθαρτά Λτδ, η οποία εμπορεύεται τοπικές παραγωγές προϊόντων (φράουλες, κολοκάσι, αγγουράκια, ντομάτες, κολοκύθια και πεπονοειδή προϊόντα), στις απαντήσεις που απέστειλε, ανέφερε ότι «η τιμή ανοίγματος είναι η βάση καθορισμού ημερήσιας τιμής. Αποφασίζεται αναλόγως της προσφοράς και της ζήτησης. Οι παράγοντες που λαμβάνονται για τον καθορισμό τιμής ανοίγματος είναι η προσφορά και ζήτηση (ποιότητες, καιρικές συνθήκες). Η τιμή ανοίγματος καθορίζει την τιμή κάθε προϊόντος αναλόγως των ποσοτήτων και ποιότητας προϊόντων. Κάθε σύνδεσμος/παραγωγός δεν αποφασίζει την τιμή με βάση τα δικά του προϊόντα διότι ο καθορισμός τιμής γίνεται βάσει παγκύπριας κλίμακας.».
Επίσης, ανέφερε ότι στις συνεδρίες της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας έχουν το λόγο οι μεγάλοι Σύνδεσμοι παγκυπρίως, εκπρόσωποι των ομάδων παραγωγών και μεγάλοι παραγωγοί. Ανάλογα με την εποχή και αναλόγως των προϊόντων που έχουν, σε κάθε συνεδρία συμμετέχουν οι ενδιαφερόμενοι φορείς, οι οποίοι, καθορίζοντας την τιμή ανοίγματος, καθορίζουν τις τιμές και ενημερώνουν είτε με φαξ είτε τηλεφωνικά όλες τις επαρχίες.
Από την τιμή ανοίγματος καθορίζονται οι τιμές που θα αγοράσουν οι λιανέμποροι και οι υπεραγορές. Οι παραγωγοί που αντιπροσωπεύει η εταιρεία Νεόφυτος Φελλάς Φθαρτά Λτδ πληρώνονται κάθε εβδομάδα με ημερήσιες επιταγές για τα εμπορεύματα τους, αναλόγως της τιμής πώλησης. Η εταιρεία καθορίζει ποιότητα προϊόντος. Κάθε παραγωγός, αναλόγως ποιότητας και τιμής πώλησης, παίρνει και την ανάλογη τιμή. Η εταιρεία έχει καθορίσει το ποσοστό αμοιβής της στο 10% για τα λειτουργικά της έξοδα, που αφορούν κυρίως πετρέλαια, μεταφορικά, εργατικά, προσωπικό και έξοδα συσκευασίας. Κάθε έμπορας παίρνει καθορισμένη έκπτωση, αναλόγως ποσότητας, ποιότητας, τρόπος και χρόνος πληρωμής. Υπάρχουν διαφορετικές τιμές για μεγάλους εμπόρους και υπεραγορές, καθώς ποσότητα ζήτησης και προσφοράς καθορίζουν την τιμή.
Η εταιρεία με επιστολή της ημερομηνίας 26/08/2019, μετά από διευκρινιστική ερώτηση της Υπηρεσίας, ανέφερε ότι: «για τον καθορισμό της τιμής ανοίγματος συνεδριάζουν κυρίως οι ΣΕΔΙΓΕΠ-Ομάδες Παραγωγών Σωτήρας, Παραλιμνίου, Λύσης, Παρεκκλησιάς, Αργάκας, Αγίας Μαρίνας, Αγρού, Οδού, Νεόφυτος Φελλάς, TOM PAREKLISIAS packing κλπ».
(β) Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ
Στις 24/06/2019, η Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ, μέσω του Γραμματέα της, απέστειλε τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας ημερομηνίας 21/05/2019 και στο οποίο συνοπτικά αναφέρονται τα εξής:
«Η τιμή ανοίγματος είναι η τιμή η οποία αποφασίζεται από κάποιες ομάδες παραγωγών ή εκπροσώπων τους και θεωρείται ενδεικτική τιμή για τους φθαρτέμπορους της Χονδρικής Αγοράς στην Λευκωσία. Η εταιρεία δεν παρακάθεται στις συνεδριάσεις που γίνονται τρεις (3) φορές την εβδομάδα. Η εταιρεία πουλά χονδρικώς και αποφασίζει την τιμή ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση που υπάρχει για το κάθε προϊόν στην αποθήκη παραλαβής. Η τιμή ανοίγματος αλλάζει κατά τη διάρκεια της μέρας, συνήθως προς τα κάτω, ανάλογα με τη ζήτηση που υπάρχει. Στις συνεδριάσεις δεν συμμετέχουν όλοι οι σύνδεσμοι. Η εταιρεία δεν ενημερώνεται επισήμως για τις τιμές, αλλά τις μαθαίνει από άλλους συνδέσμους που συμμετέχουν ή και από υπεραγορές που ενημερώνονται. Οι υπεραγορές και οι λιανέμποροι, γνωρίζοντας την τιμή ανοίγματος, ελέγχουν κατά πόσο η χρέωση της τιμής από τους χονδρέμπορους είναι ορθή και ακολούθως θα καθορίσουν τις δικές τους τιμές λιανικής πώλησης. Οι παραγωγοί πληρώνονται μέχρι τις 10 του επόμενου μήνα για την παραγωγή που έχουν παραδώσει. Οι παραγωγοί δεν πληρώνονται με βάση την τιμή ανοίγματος, αλλά με βάση την τιμή πώλησης του προϊόντος από την εταιρεία. Ο υπεύθυνος παραλαβής ή ο βοηθός του αποφασίζει για την ποιότητα και συμφωνείτε με τον παραγωγό. Εφόσον γίνει η διάθεση τω προϊόντων, καθορίζεται η τιμή και τιμολογούνται εντός 6 ημερών, αφού αφαιρεθούν τα δικαιώματα της εταιρείας. Η εταιρεία παρακρατεί ποσοστό 9% από την από την τιμή πώλησης για την κάλυψη των λειτουργικών της εξόδων. Η εταιρεία πωλεί απευθείας σε λιανέμπορους, υπεραγορές και ξενοδοχεία.
(γ) Οργάνωση Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ
Στις 14/06/2019, η Οργάνωση Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ απέστειλε τις απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας που απεστάλη στις 21/05/2019, αναφέροντας τα εξής:
Η Οργάνωση δραστηριοποιείται στην παραλαβή και πώληση φρούτων και φθαρτών με κύριο προϊόν την ντομάτα υπαίθρου που παράγεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Σύμφωνα με την Οργάνωση, η τιμή ανοίγματος υπάρχει από τον καιρό ίδρυσης της χονδρικής αγοράς και υπό κανονικές συνθήκες είναι η τιμή, η οποία θα πρέπει να πληρωθεί ο παραγωγός τα εμπορεύματα του. Όπως αναφέρει η Οργάνωση, τα τελευταία χρόνια αυτό δεν ισχύει και ο παραγωγός πληρώνεται περίπου τα μισά λεφτά από τα οποία ανοίγει η τιμή.
Η τιμή ανοίγματος ορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση. Δηλαδή, αν η προσφορά είναι μεγάλη και η ζήτηση μικρή τότε τα προϊόντα πωλούνται σε χαμηλές τιμές. Αν η ζήτηση είναι μεγάλη και η προσφορά μικρή τότε τα προϊόντα πωλούνται σε πιο ψηλές τιμές. Η τιμή ανοίγματος είναι η ενδεικτική τιμή στην οποία θα υπάρχει μια διαπραγμάτευση και στη συνέχεια ο κάθε σύνδεσμος/παραγωγός θα χρεώσει τον χονδρέμπορο ή λιανέμπορο. Τα τελευταία χρόνια, η τιμή ανοίγματος δεν εξυπηρετεί σε κάτι, διότι ο κάθε παραγωγός/σύνδεσμος πωλεί στη δική του τιμή τα εμπορεύματα του.
Η Οργάνωση έχει μεγάλη γκάμα προϊόντων, αλλά το προϊόν με την μεγαλύτερη ποσότητα είναι η ντομάτα και παράγεται από Ιούνιο μέχρι Νοέμβριο.
Η Οργάνωση ανέφερε ότι οι παραγωγοί πληρώνονται το συντομότερο δυνατό και δεν πληρώνονται με βάση την τιμή ανοίγματος. Για κάθε είδος προϊόντος ορίζεται τιμή ανά κιλό για τον κάθε παραγωγό και είναι για όλους η ίδια τιμή. Η τιμή ορίζεται βάσει της τιμής που πωλήθηκαν τα προϊόντα όταν και εφόσον αφαιρεθούν τα έξοδα της εταιρείας. Παράδειγμα, για ντομάτες ορίζεται τιμή για ποιότητα Έξτρα, Άλφα, Άλφα 1, Άλφα 2 κα Βήτα. Για την ποιότητα των προϊόντων εργοδοτείται παραλήπτης, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό των ποιοτήτων. Τα προϊόντα στους παραγωγούς τιμολογούνται στις αμέσως επόμενες μέρες.
Η προμήθεια της εταιρείας είναι 8% σε κάθε μέρα πώλησης συν τα έξοδα μεταφοράς των προϊόντων και είναι αναλόγως πόσα κιβώτια θα μεταφερθούν από την εταιρεία ημερησίως. Την τιμή πώλησης την αποφασίζει ο πωλητής της εταιρείας σύμφωνα με την προσφορά και τη ζήτηση και μετά από διαβούλευση. Ο πωλητής τιμολογεί τους πελάτες την επόμενη μέρα.
Σε διευκρινιστικό ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας με ημερομηνία 12/08/2019, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της Οργάνωσης, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερομηνία 19/08/2019, αναφέροντας ότι στο άνοιγμα των τιμών δεν συμμετέχουν συγκεκριμένοι σύνδεσμοι ή ομάδες παραγωγών. Κατά καιρούς, όποιος θέλει συμμετέχει ακόμα και μεμονωμένοι παραγωγοί. Στο άνοιγμα της τιμής συμμετέχει όποιος θέλει και τον ενδιαφέρει.
(δ) Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ
Στις 08/06/2019, η Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, σε απαντητική της επιστολή στο ερωτηματολόγιο που απέστειλε η Υπηρεσία ημερομηνίας 21/05/2019, ανέφερε ότι:
«Η τιμή ανοίγματος είναι η ενδεικτική τιμή χρέωσης των προϊόντων που παραλαμβάνονται από τις εταιρείες. Η τιμή αυτή αποφασίζεται από την κάθε εταιρεία για τα κύρια προϊόντα που παραλαμβάνει, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την ποσότητα που παρέλαβε καθώς και τη ζήτηση που είχαν τα προϊόντα της. Πάντα λαμβάνονται υπόψη οι παραληφθείσες ποσότητες. Αν δηλαδή οι ποσότητες υπερτερούν κατά πολύ της ζήτησης τότε συνεπώς θα οδηγήσει σε χαμηλότερη τιμή και το αντίθετο. Επίσης και οι καιρικές συνθήκες οι οποίες τείνουν πάντα να επηρεάζουν τις ποσότητες που παράγονται. Όταν δηλαδή υπάρχουν ευνοϊκές καιρικές συνθήκες οι ποσότητες είναι αυξημένες και όταν υπάρχουν δυσμενής ή και ακραίες ακόμα καιρικές συνθήκες που πολλές φορές μπορεί να οδηγήσουν σε καταστροφές καλλιεργειών οι ποσότητες μειώνονται, κάνοντας την προσφορά λιγότερη από τη ζήτηση.
Η τιμή ανοίγματος για την εταιρεία μας, αφορά την ενδεικτική τιμή χρέωσης από τον σύνδεσμο/παραγωγό προς τον χονδρέμπορο. Η τιμή ανοίγματος αποτελεί την ενδεικτική τιμή χρέωσης. Είναι ένα καθεστώς το οποίο και κληρονομήσαμε προς αμνημονεύτων χρόνων παρόλο που κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες να ξεφύγουμε από αυτό, με σκοπό οι χρεώσεις να αποφασίζονται βάση των ποσοτήτων καθώς και των ποιοτήτων που παραλαμβάνει η κάθε εταιρεία. Δυστυχώς όμως οι όποιες προσπάθειες δεν είχαν επιτυχία για τον λόγο ότι οι έμποροι πελάτες μας εμμένουν στο παλιό σύστημα το οποίο και ακολουθούν εδώ και χρόνια. Παρόλο που η κάθε εταιρεία αποφασίζει με βάση του τι παρέλαβε και τι ζήτηση είχαν τα προϊόντα της, εντούτοις οι τιμές αυτές χρησιμοποιούνται σε παγκύπρια βάση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι χρεώσεις είναι οι ίδιες, αφού οι χρεώσεις που γίνονται στους πελάτες διαφέρουν αφού ομοειδή προϊόντα δεν είναι και ποιοτικά όμοια. Η τιμή ανοίγματος δεν μπορεί να αλλάξει κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Η κάθε εταιρεία, με γνώμονα πάντα το τι έχει συλλέξει από τους παραγωγούς της καθώς και της ζήτησης από τους πελάτες της αποφασίζει τις τιμές ανοίγματος για τα κύρια προϊόντα της. Παρακολουθεί όμως και τις ποσότητες που εισέρχονται από ιδιώτες οι οποίοι επηρεάζουν την ζήτηση και έμμεσα την τιμή ανοίγματος.
Στην περίπτωση που ένας Σύνδεσμος/Ομάδα παραγωγών έχει μεγαλύτερη παραγωγή σε κάποιο προϊόν συνεπώς και έχει μεγαλύτερη δύναμη στην απόφαση της τιμής ανοίγματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και η τιμή χρέωσης θα είναι η ίδια αφού ομοειδή προϊόντα κάθε περιοχής διαφέρουν ποιοτικά.
Η τιμή πώλησης από την εταιρεία μας στον κάθε πελάτη, καθορίζεται μετά από την αφαίρεση ενός ενδεικτικού ποσοστού το οποίο κυμαίνεται από 25-35% από την τιμή ανοίγματος. Αυτό γίνεται συνήθως όταν οι δυνάμεις της ζήτησης και της προσφοράς είναι περίπου το ίδιο. Σε περιόδους υπερπροσφοράς, παρόλο που γίνεται μεγάλη προσπάθεια για την εξασφάλιση του εν λόγω ποσοστού δυστυχώς πολλές φορές αυτό δεν είναι εφικτό λόγω εξωγενών παραγόντων, όπως οι μη οργανωμένοι παραγωγοί οι οποίοι επηρεάζουν με την προσφορά τους, κατά πολύ μεγάλο βαθμό τη ζήτηση. Οι τιμές ανοίγματος μπορούν να επηρεαστούν και σε περιόδους ελλείψεων λόγω των εισαγωγών προϊόντων από ιδιώτες εμπόρους.»
Η Γραμματέας/Λογιστής της ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης, η οποία υπογράφει την υπό αναφορά επιστολή εκ μέρους της Επιτροπείας, αναφέρει ότι, εδώ και πέντε (5) περίπου χρόνια, λόγω έλλειψης ρευστότητας της εταιρείας, οι παραγωγοί–μέλη της εταιρείας πληρώνονται μεν κάθε δεκαπενθήμερο, αλλά η πληρωμή αφορά τα φθαρτά που παρέδωσαν στην εταιρεία 2,5 μήνες πριν. Οι τιμές που πληρώνονται στους παραγωγούς είναι οι χρεώσεις που έγιναν στους πελάτες της εταιρείας με ένδειξη την τιμή ανοίγματος, μετά από την αφαίρεση ποσοστού για την κάλυψη διαχειριστικών εξόδων. Η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης κρατά 10% από το σύνολο των πωλήσεων για την κάλυψη των διαχειριστικών της εξόδων. Το ποσοστό αυτό προκύπτει από τους Εσωτερικούς Κανονισμούς λειτουργίας της εταιρείας, οι οποίοι είναι εγκεκριμένοι από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Οι τιμές που πληρώνονται οι παραγωγοί καθορίζονται στο τέλος κάθε μήνα, όταν σταλούν καταστάσεις λογαριασμού στους πελάτες και συμφωνηθούν τα τιμολόγια.
Επιπρόσθετα, στις 23/07/2019, η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης απέστειλε επιστολή για το διευκρινιστικό ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας, αναφέροντας ότι «….όταν υπάρχει πρόθεση αλλαγής της τιμής ανοίγματος κάποιοι μεγάλοι έμποροι ενημερώνονται τηλεφωνικώς από το απόγευμα που προηγείται της πρωινής συνάντησης στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. Για τα υπόλοιπα προϊόντα, η ενημέρωση γίνεται την επόμενη της παραλαβής των προϊόντων μέσω τηλεομοιότυπου σε όσους πελάτες το επιθυμούν. Η απόφαση της εταιρείας για τις τιμές ανοίγματος δεν κοινοποιείται προηγουμένως σε οποιονδήποτε λαμβάνει μέρος στην πρωινή συνάντηση στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. Η αναφορά της εταιρείας για ιδιώτες οι οποίοι επηρεάζουν την ζήτηση και έμμεσα και την τιμή ανοίγματος αφορά τους μη οργανωμένους παραγωγούς που παίρνουν από μόνοι τους τα προϊόντα τους για πώληση τόσο στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας όσο και σε άλλους εμπόρους παγκύπρια συμπεριλαμβανομένων και των πελατών μας.»
Επίσης, σε ερώτηση για το ποιοι παραγωγοί και/ή σύνδεσμοι παραγωγών και/ή έμποροι συνεδριάζουν στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, η εταιρεία αναφέρει την ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ, την ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας Λτδ, την ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου Λτδ, την Ομάδα Παραγωγών Βασιλική Γη, την ΣΕΔΙΓΕΠ Παρεκκλησιάς Λτδ, τον ιδιώτη Ν.Φ. , τον Τ – Παρεκκλησιά (Ιδιώτης Παραγωγός – ‘Έμπορος), τον Ε.Ε. (Ιδιώτης Παραγωγός) και τον Β.Π. (Ιδιώτης Παραγωγός).
(ε) Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Παραλιμνίου Λτδ
Στις 05/06/2019, η ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου Λτδ απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα, μέσω του Γραμματέα-Διευθυντή της εταιρείας, ως απάντηση στο ερωτηματολόγιο που απέστειλε η Υπηρεσία στις 14/05/2019 και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «η ζήτηση και η προσφορά διαμορφώνουν τις τιμές ανοίγματος της αγοράς. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η ποσότητα σε συνάρτηση με τη ζήτηση, οι καιρικές συνθήκες μπορεί να αυξομειώσουν τις ποσότητες και την τιμή ανοίγματος.
Η τιμή ανοίγματος
απευθύνεται στο χονδρέμπορο που προμηθεύει διάφορες αλυσίδες λιανικού εμπορίου,
καθώς και το χονδρέμπορο προς τα οργανωμένα σύνολα παραγωγών. Ο συνδετικός
κρίκος καλώς ή κακώς είναι ο χονδρέμπορος. Η τιμή ανοίγματος εξυπηρετεί την
τιμή πώλησης φθαρτών από τις υπεραγορές-φρουταρίες. Οι τιμές πρέπει να
αποφασίζονται συλλογικά. Η τιμή ανοίγματος πρέπει να αποφασίζεται Παγκύπρια δια
το λόγο (ότι) τα ίδια προϊόντα υπάρχουν από το Παραλίμνι μέχρι την Αργάκα και
έτσι πρέπει να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα. Τιμή κλεισίματος δεν
υπάρχει. Υπάρχει όμως περίπτωση που τα προϊόντα δεν μπορούν να πουληθούν και
έτσι μπορεί να δοθούν σε εξευτελιστικές τιμές. Στις συνεδριάσεις που γίνονται
στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι σύνδεσμοι, συνεργατικές
– ιδιωτικές εταιρείες, καθώς και μεμονωμένοι έμποροι».
Ο Διευθυντής της
εταιρείας αναφέρει επίσης ότι κάποιοι έχουν τον πρώτο λόγο στις τιμές,
ανάλογα με την ποσότητα των προϊόντων που παραλαμβάνουν. Όλοι οι εμπλεκόμενοι
ενημερώνονται για το άνοιγμα των τιμών με τηλεομοιότυπο. Οι παραγωγοί
πληρώνονται κάθε σαράντα πέντε (45) μέρες και δεν πληρώνονται στη βάση των
τιμών ανοίγματος. Αφού κατηγοριοποιηθούν τα προϊόντα και γίνουν οι χρεώσεις των
πωλήσεων της εταιρείας, βγαίνει ο μέσος όρος τιμής, αφαιρείται και η προμήθεια
της εταιρείας. Η εταιρεία κρατά ένα ποσοστό 6% για τα διαχειριστικά έξοδα. Το
ποσοστό αυτό συναποφασίστηκε από την Επιτροπεία και το Λογιστή.
(στ) Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Παρεκκλησιάς Λτδ
Στις 24/06/2019, η Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Παρεκκλησιάς Λτδ απέστειλε τις απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας στις 21/05/2019. Στις απαντήσεις αναφέρονται τα εξής:
«Η τιμή ανοίγματος είναι η τιμή που ανοίγεται στη χονδρική αγορά τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα και είναι η βάση για την πώληση των προϊόντων. Η τιμή ανοίγματος απευθύνεται στον χονδρέμπορο που προμηθεύει τους διάφορους λιανέμπορους καθώς και το χονδρέμπορο προς παραγωγούς που είναι εκτός συνδέσμου και οργανώσεις παραγωγών. Η τιμή ανοίγματος εξυπηρετεί την τιμή πώλησης φθαρτών και φρούτων από τις υπεραγορές – φρουταρίες προς τους καταναλωτές. Δεν είναι εύκολο κάθε σύνδεσμος/παραγωγός να αποφασίζει την τιμή του γιατί πρέπει να ξέρουμε τι προϊόντα έχουν μαζευτεί και στους άλλους συνδέσμους. Η τιμή ανοίγματος πρέπει να αποφασίζεται Παγκύπρια επειδή πρέπει να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα για τα προϊόντα, λόγω του ότι τα ίδια προϊόντα μπορεί να υπάρχουν από την μια άκρη της Κύπρου μέχρι την άλλη.
Κάποιοι σύνδεσμοι έχουν τον πρώτο λόγο στις τιμές ανάλογα με τις ποσότητες, το είδος και την εποχή του προϊόντος που παράγουν. Η τιμή ανοίγματος επηρεάζει την τιμή πώλησης του κάθε εμπόρου, γιατί πρέπει να ξέρουν βάση της τιμής ανοίγματος τι θα πουλούν και ξεκινούν από το πρωί στην τιμή αυτή.
Οι υπεραγορές και οι λιανέμποροι επηρεάζονται από αυτή την τιμή γιατί πρέπει να ξέρουν τι θα χρεώσουν και οι υπεραγορές τι θα πουλήσουν.
Οι παραγωγοί πληρώνονται δεκαπέντε (15) μέρες μετά το τέλος του μήνα και με βάση την τιμή ανοίγματος. Τα προϊόντα θα κατηγοριοποιηθούν ανάλογα με την ποιότητα του κάθε προϊόντος, θα γίνουν οι ανάλογες χρεώσεις στους εμπόρους, θα αφαιρεθεί η προμήθειας της εταιρείας και τέλος θα βγει ο μέσος όρος που θα πληρωθεί ο παραγωγός. Για την ποιότητα των προϊόντων αποφασίζει ο παραλήπτης κατά τη διάρκεια της παραλαβής των προϊόντων.
Ο Σύνδεσμος αποκόπτει ποσοστό 11% για τα διαχειριστικά έξοδα».
Η ΣΕΔΙΓΕΠ Παρεκκλησιάς σε διευκρινιστικό ερώτημα της Υπηρεσίας με επιστολή της ημερομηνίας 18/10/2019, απάντησε ότι δεν μπορεί με σαφήνεια να απαντήσει στο ερώτημα.
(ζ) Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Σωτήρας Λτδ
Στις 28/06/2019, η Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Σωτήρας Λτδ, δια μέσου του Προέδρου της, απέστειλε απαντητική επιστολή στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας με ημερομηνία 14/05/2019.
Στις απαντήσεις της η εταιρεία αναφέρει τα εξής:
«Η τιμή ανοίγματος είναι η αρχική τιμή που ορίζεται από τους πωλητές της εταιρείας μας, αλλά και τους πωλητές άλλων εταιρειών σε μια άτυπη συνάντηση τους, νωρίς το πρωί, όταν πλέον τα προϊόντα μεταφέρονται στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. Οι πωλητές κάθε εταιρείας είναι οι άνθρωποι που συνοδεύουν με τους οδηγούς των φορτηγών τα προϊόντα αυτά κατά την μεταφορά τους στην Χονδρική Αγορά. Ανάλογα με τον όγκο των προϊόντων σε κάθε είδος, αποφασίζεται και η τιμή ανοίγματος για κάθε προϊόν ξεχωριστά. Συνήθως, αν μια εταιρεία έχει τον μεγαλύτερο όγκο για ένα συγκεκριμένο προϊόν, η τιμή ανοίγματος για το συγκεκριμένο προϊόν καθορίζεται από τον πωλητή της συγκεκριμένης εταιρείας.
Ο όγκος των προϊόντων που μεταφέρονται στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, από όλες τις ΣΕΔΙΓΕΠ παγκύπρια, αντιπροσωπεύει μόλις το 20%-25% του συνόλου των προϊόντων.
Η ενδεικτική τιμή ανοίγματος ουσιαστικά απευθύνεται από τον σύνδεσμο/παραγωγό προς τους χονδρέμπορους (ή όπως τους αποκάλεσε ο νομικός εκπρόσωπος της ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας «μεσίτες»), οι οποίοι συνεργάζονται με τους συνδέσμους ΣΕΔΙΓΕΠ. Για παράδειγμα, η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, συνεργάζεται και παραδίδει προϊόντα σε 6 χονδρέμπορους/μεσίτες.
Η τιμή ανοίγματος, αφού καταγραφεί πάνω στο ειδικό φυλλάδιο, (συνήθως από κάποιον από τους πωλητές των εταιρειών/ΣΕΔΙΓΕΠ) διανέμεται στους χονδρεμπόρους/μεσίτες. Από εκείνη την στιγμή, αυτήν την τιμή ανοίγματος δεν θα την βρει ξανά κανείς γραμμένη πουθενά. Οι χονδρέμποροι/μεσίτες διακλαδώνουν τα εμπορεύματα στους δικούς τους πελάτες (φρουταρίες – υπεραγορές κτλ). Δεν ξέρουμε πως ακριβώς επενεργεί για αυτούς η τιμή ανοίγματος, αλλά κανένας δεν ξέρει τι, πόσα και πως χρεώνουν οι χονδρέμποροι/μεσίτες τους δικούς τους πελάτες. Από τον καιρό που καταργήθηκε ο έλεγχος από την αγορανομία, δηλαδή ο έλεγχος αναφορικά με το κέρδος των χονδρεμπόρων και λιανοπωλητών, ο κάθε χονδρέμπορος χρεώνει όσα θέλει, χωρίς ουσιαστικά να μπορεί κανένας να πει οτιδήποτε ή να ζητήσει εξηγήσεις και λεπτομέρειες.
Στο τέλος της ημέρας, ο χονδρέμπορος/μεσίτης έρχεται ο ίδιος και καθορίζει ποια τιμή θα πληρώσει τις εταιρείες/ΣΕΔΙΓΕΠ και εν πάση περιπτώσει, αυτό που καθορίζεται στο τέλος ως τιμή για ένα προϊόν δεν έχει καμία σχέση με την τιμή ανοίγματος, χωρίς να αποτελεί το γεγονός αυτό ευθύνη των ΣΕΔΙΓΕΠ, ούτε είναι υπό τον έλεγχο τους.
Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι η τιμή της αποθήκης, η οποία έχει μια σημαντική απόκλιση από την τιμή ανοίγματος, καθορίζεται από τους πωλητές της εν λόγω εταιρείας, την επομένη της παραλαβής των προϊόντων και αφού ήδη έχουν υπόψη τους την ακριβή ποσότητα που παρέλαβαν.
Ο χονδρέμπορος/μεσίτης στο τέλος της ημέρας, ανεξάρτητα από την τιμή ανοίγματος και ανεξάρτητα με το τι χρέωσε αυτός τους πελάτες του, αφού με κάποιο τρόπο πληροφορείται την τιμή αποθήκης, προσαρμόζει κατά το δοκούν και την δική του τιμή, πόσα δηλαδή θα πληρώσει την ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας.
Εμείς, ως ΣΕΔΙΓΕΠ, δεν ξέρουμε πόσα χρέωσε ο χονδρέμπορος/μεσίτης μια συγκεκριμένη υπεραγορά, ή ένα λιανοπώλη πελάτη του. Όπως ισχυρίζονται, εάν πεις στους Χονδρέμπορους «γιατί μας δίνεις τόσα», θα πουν ότι πώλησε κάποια κιβώτια στην τάδε τιμή, κάποια σε άλλη τιμή και κάποια προϊόντα τα έδωσε με το κιβώτιο και βγάζει αυτός την τιμή κατά μέσον όρο, χωρίς ουσιαστικά να μπορεί να τον ελέγξει κανείς.
Στην Χονδρική Αγορά, ως ΣΕΔΙΓΕΠ, στέλνουμε κατά βάση τα προϊόντα τα οποία μένουν στην αποθήκη μας και τα οποία δεν μπόρεσαν να διαθέσουν στους εμπόρους που προσέρχονται στην αποθήκη τους. Όταν είναι πληθώρα τα προϊόντα, σε κάποιο χονδρέμπορο συνεργάτη της ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, μπορεί, αντί 40 κιβώτια που ζητά να του αφήσουν οι πωλητές μας 100 ή και 200. Είναι ακριβώς εδώ που πλέον χάνεται ο λογαριασμός και παρέχεται η ευχέρεια στους χονδρεμπόρους/μεσίτες να παίξουν με την τιμή των προϊόντων και στο τέλος να πληρώσουν όσα θέλουν, χωρίς να υπάρχει η ευχέρεια να τους ελέγξει κάποιος.
Όπως τονίστηκε από τους εκπροσώπους της ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, αυτά τα παιχνίδια δυστυχώς παίζονται γιατί δεν υπάρχουν χωματερές. Εάν υπήρχαν χωματερές, η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας δεν θα έστελνε τα επιπλέον προϊόντα της στην χονδρική αγορά και τότε η «τιμή ανοίγματος» που θα ήταν μια πραγματική βάση για τη διάθεση των προϊόντων προς τον καταναλωτή, έστω με το λογικό και ανάλογο κέρδος των όποιων μεσαζόντων, θα ήταν η τιμή χρέωσης της αποθήκης τους, ή κατά προσέγγιση η ίδια, η οποία τιμή είναι μια τιμή που καθορίζεται από την κάθε εταιρεία ξεχωριστά, χωρίς καμιά συνεννόηση και ανταποκρίνεται, επ’ ακριβώς στον κανόνα της αγοράς. Η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας και η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΓΗ Οδού ήταν οι μόνες από τα εμπλεκόμενα μέρη που πρότειναν κατάργηση της τιμής ανοίγματος.
Η όλη διαδικασία που γίνεται με την τιμή ανοίγματος στην Λευκωσία είναι μάλλον αχρείαστη, αφού ουσιαστικά δεν φαίνεται να εξυπηρετεί σε τίποτε ή μάλλον μπορεί να εξυπηρετεί τους χονδρεμπόρους, για να δικαιολογούν τις δικές τους χρεώσεις στους λιανέμπορους.
Η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας δε συμμετέχει στις συνεδρίες για τις τιμές ανοίγματος, γιατί η εταιρεία αποφασίζει από μόνη της τις τιμές αποθήκης.
Οι παραγωγοί πληρώνονται στους δύο μήνες περίπου για τα προϊόντα που φέρνουν, μετά από απόφαση της Επιτροπείας. Πληρώνονται με βάση την τιμή εκκαθάρισης παραγωγού. Η τιμή εκκαθάρισης είναι η τιμή βάση της οποίας θα πληρωθούν όλοι οι παραγωγοί για το κάθε προϊόν ξεχωριστά και για την ποιότητα του προϊόντος τους. Για την ποιότητα των προϊόντων αποφασίζουν οι Παραλήπτες/Πωλητές τη εταιρείας, με βάση κανόνες ποιότητας για νωπά λαχανικά και φρούτα που εκδίδει το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος – Τμήμα Γεωργίας.
Η Επιτροπή της εταιρείας αποφασίζει και παρακρατεί ένα ποσοστό για κάλυψη των αναγκών της εταιρείας και για τα λειτουργικά έξοδα. Για το έτος 2019, παρακρατεί 8%. Η τιμή εκκαθάρισης παραγωγού καθορίζεται αφού προηγουμένως αφαιρεθεί το ποσοστό αυτό.
Δεν πουλούμε απευθείας σε λιανέμπορους και υπεραγορές. Τα προϊόντα μας τα πουλούμε μόνο στους εμπόρους από την αποθήκη μας και όσα μείνουν αδιάθετα τα μεταφέρουμε στη Χονδρική Αγορά και σε έξι (6) χονδρέμπορους συνεργάτες μας».
5.2.2 Στοιχεία από Χονδρέμπορους
(α) Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ) ΛΤΔ
Στις 12/06/2019, η εταιρεία Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ, η οποία ασχολείται με τη χονδρική αγορά φρούτων και λαχανικών στην Λευκωσία, μέσω του Διευθυντή της, απέστειλε απαντητική επιστολή στην Υπηρεσία, στο ερωτηματολόγιο που της απεστάλη με ημερομηνία 21/05/2019, αναφέροντας τα ακόλουθα:
«Η τιμή ανοίγματος που καθορίζεται τρεις φορές την εβδομάδα (Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο) αποφασίζεται από τους διάφορους Συνδέσμους Παραγωγών (όπως Σύνδεσμος Λύσης, Σύνδεσμος Σωτήρας, Σύνδεσμος Παρεκκλησιάς) και με τη σύμφωνη γνώμη κάποιων δυνατών παραγωγών.
Εμείς σαν χοντρέμποροι δεν λαμβάνωμεν καθόλου μέρος στην όλη διαδικασία καθορισμού των τιμών.
Τις πλείστες φορές οι τιμές προαποφασίζονται από την προηγούμενη σε συνεννόηση μεταξύ τους οι διάφοροι προαναφερόμενοι. Η τιμή ανοίγματος είναι αυτή που αποφασίζεται από τους πιο πάνω την οποία έχουμε σαν βάση την τιμή πώλησης του εκάστοτε προϊόντος. Φυσικά η τιμή για το κάθε προϊόν εξαρτάται από την εκάστοτε ποιότητα και αναλόγως γίνεται η πώληση με φθίνουσα τάση μέχρι τελική, αν είναι δυνατόν ξεκαθάρισης.
Η ενημέρωση προς εμάς του καταλόγου ανοίγματος τιμών γίνεται από τους διάφορους εκπροσώπους των Συνδέσμων και μεγαλοπαραγωγών με ειδικόν έντυπον το οποίον διανέμεται σ’ όλη τη χοντρική αγορά τις πρωινές ώρες, συνήθως γύρω στις 4.30 – 5π.μ.
Σε καμία περίπτωση, εξ’ όσων γνωρίζω, οι χονδρέμποροι δεν λαμβάνουν οποιασδήποτε μορφής έκπτωση ή προμήθεια με την υπόσχεση ότι θα ανοίξουν συγκεκριμένη τιμή!»
Σύμφωνα με τον Διευθυντή της εταιρείας, στη Χονδρική Αγορά, καταλήγει το 20% και η ποιότητα των εμπορευμάτων είναι προφανώς υποδεέστερη.
(β) Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιοί Λτδ
Στις 11/06/2019, η εταιρεία Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιοί Λτδ, η οποία ασχολείται με χονδρικές πωλήσεις οπωροκηπευτικών, απέστειλε απαντητική επιστολή στην Υπηρεσία στο ερωτηματολόγιο που της απεστάλη με ημερομηνία 21/05/2019, αναφέροντας τα εξής:
Η εταιρεία ανέφερε αρχικά ότι η τιμή ανοίγματος είναι η μέγιστη τιμή των προϊόντων που συμφωνείται από τις οργανώσεις παραγωγών, μεγάλους παραγωγούς και εκπροσώπους παραγωγών.
Η διαδικασία που αποφασίζονται οι τιμές γίνεται μεταξύ των παραγωγών μετά από διαβούλευση τους, τις πλείστες φορές από το προηγούμενο βράδυ και ελάχιστες φορές μέσα στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας.
Σε αυτή τη διαδικασία καθορισμού των τιμών ανοίγματος, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Διευθυντής της εταιρείας, οι χονδρέμποροι δεν συμμετέχουν. Η τιμή ανοίγματος δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια της μέρας. Αυτό που αλλάζει είναι η τιμή των προϊόντων που μειώνεται μέχρι να πουληθούν όλα τα προϊόντα, για το λόγο ότι πρόκειται για φθαρτά που φθείρονται και αν δεν πουληθούν θα χαλάσουν και θα πεταχτούν.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην επιστολή, η εν λόγω εταιρεία λαμβάνει υπόψη της την τιμή ανοίγματος σε αρκετές περιπτώσεις, υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου δεν τους βρίσκει σύμφωνους ο τιμοκατάλογος αυτός, λόγω της μεγάλης προσφοράς των προϊόντων που υπάρχουν στην αγορά και τη ψηλή τιμή του τιμοκαταλόγου και έτσι προσαρμόζουν την τιμή τους βάσει της εμπειρίας τους μέχρι να πωληθούν όλα τα προϊόντα και να μην πεταχτούν. Η τιμή ανοίγματος αποτελεί την ανώτατη τιμή για την εταιρεία τους και ασφαλώς κάνουν έκπτωση επ’ αυτής στους πελάτες τους.
Η εταιρεία ενημερώνεται για τις τιμές ανοίγματος από εκπρόσωπο των συνδέσμων ή από εκπρόσωπο των παραγωγών το προηγούμενο βράδυ, αλλά και από τον τιμοκατάλογο το πρωί στην αγορά. Οι φρουταρίες/υπεραγορές ενημερώνονται για τις τιμές ανοίγματος συνήθως με fax ή τηλεφωνικώς (viber, email) και τις χρησιμοποιούν για να έχουν βάση να προσαρμόσουν τις τιμές πώλησης τους στα καταστήματα τους.
Επίσης, αναφέρθηκε ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της τιμής προς λιανέμπορους είναι αν είναι αξιόχρεος, ο όγκος της παραγγελίας του, η ποιότητα των προϊόντων που αγοράζει ο καθένας, καθώς και η ποσότητα που διαθέτει ο κάθε χονδρέμπορος στο κατάστημα του σε κάποιο προϊόν. Τέλος, λαμβάνεται υπόψη και το πότε θα πληρώσει το εμπόρευμα που θα πάρει. Η εν λόγω τιμή καθορίζεται για τις παραγγελίες μόλις ανοίξουν τα καταστήματα τους συνήθως με fax ή viber. Για όσους λιανέμπορους έρχονται στην αγορά, η τιμή συμφωνείται επί τόπου, αφού βγουν οι τιμές ανοίγματος.
(γ) AGROMARKETS (LARNACA) LTD
Στις 02/07/2019, η εταιρεία Agromarkets (Larnaca) Ltd απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Υπηρεσία με τις απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο που της απεστάλη στις 21/05/2019, αναφέροντας ότι η τιμή ανοίγματος είναι η τιμή που αποφασίζουν οι οργανωμένοι παραγωγοί για τα προϊόντα τους.
Η εταιρεία έχει σαν βάση τον τιμοκατάλογο, γιατί αγοράζει κυρίως από οργανωμένους παραγωγούς και βάσει αυτού του καταλόγου τους πληρώνει. Η εταιρεία δεν είναι μέλος του Συνδέσμου της χονδρικής αγοράς Λευκωσίας και δεν έχει αποκλειστικές συνεργασίες με άλλους χονδρεμπόρους.
(δ) Agromarkets (Wholesales) Ltd
Στις 18/06/2019, η εταιρεία Agromarkets (Wholesales) Ltd απέστειλε τις απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας που της απεστάλη στις 21/05/2019. Σύμφωνα με την εταιρεία:
«οι τιμές ανοίγματος καθορίζονται από τους Συνδέσμους και τους παραγωγούς από το βράδυ. Η τιμή ανοίγματος δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια της μέρας.
Η εταιρεία μας ακολουθεί τιμές ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση.
Οι χονδρέμποροι δεν λαμβάνουν έκπτωση/προμήθεια, ούτε δίνουν οποιαδήποτε υπόσχεση.
Οι φρουταρίες/υπεραγορές ενημερώνονται από τον τιμοκατάλογο τον οποίο αποστέλλουν οι χονδρέμποροι για να καθορίζουν τις τιμές τους.
Δεν έχουμε αποκλειστικές συνεργασίες με άλλους χονδρέμπορους. Η εταιρεία πωλεί χονδρικά και σε ελάχιστες περιπτώσεις λιανικώς σε φίλους και συγγενείς.»
(ε) AMALTHIA TRADING LTD
Στις 06/06/2019, η εταιρεία Amalthia Trading Ltd, η οποία ασχολείται με την εισαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών, απέστειλε την απαντητική της επιστολή στο ερωτηματολόγιο που της απεστάλη στις 21/05/2019, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
Η τιμή ανοίγματος που καθορίζεται στη Χονδρική Αγορά είναι η ανώτερη τιμή ντόπιων λαχανικών και καθορίζεται από μία επιτροπή που απαρτίζεται από 3-4 άτομα ή/και εταιρείες/οργανισμούς.
«Η τιμή ανοίγματος αλλάζει τρεις φορές την εβδομάδα, πολύ πρωί της Δευτέρας, Πέμπτης και Σαββάτου. Η αυξομείωση της τιμής οφείλεται κυρίως στην προσφορά και ζήτηση.»
Επίσης, αναφέρθηκε ότι: «η εταιρεία μας λαμβάνει υπόψιν την ανώτερη τιμή ανοίγματος, τα κόστη της εταιρείας μας, την ποιότητα του προϊόντος που έχουμε προς πώληση κ.α.»
«Η εταιρεία λαμβάνει τον κατάλογο με τις τιμές ανοίγματος από τον […] (προμηθευτής), αλλά γενικά, οι λίστες με τις τιμές ανοίγματος είναι πολύ διαδεδομένες.
Για τις τιμές ανοίγματος ενημερώνονται τόσο οι φρουταρίες όσο και οι υπεραγορές, στους οποίους οι τιμές ανοίγματος τους χρησιμεύει για διαπραγματευτικούς σκοπούς (παζάρεμα).
Η Amalthia Trading Ltd δεν έχει εμπορικές δραστηριότητες. Η εταιρεία θα υπάρχει μέχρι της τακτοποίησης όλων των υποχρεώσεων της από πιστωτές και χρεώστες. Η αναδιοργάνωση έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο και έχει εγκριθεί. Οι εταιρείες Amalthia Trading (Nicosia) Ltd, Amalthia Trading (Limassol) Ltd όντως δεν έχουν καμία σχέση αναφορικά με τις αποφάσεις, την πολιτική και την στρατηγική εκάστης εταιρείας, δηλαδή η μία εταιρεία ανταγωνίζεται την άλλη. Η σωστή νομική μορφή των δύο εταιρειών θα παρουσιαστεί όταν θα κλείσει εντελώς η Amalthia Trading Ltd.
Οι τιμές που αναγράφονται στον τιμοκατάλογο της εταιρείας καθορίζονται από πολλούς παράγοντες και επί των τιμών αυτών υπάρχει έκπτωση σε κάθε πελάτη. Η αρχική χονδρική τιμή καθορίζεται από τον προμηθευτή και είναι, κατά πάσαν πιθανότητα, σύμφωνα με την ποιότητα του προϊόντος, τα κόστη του προμηθευτή και τον όγκο της αγοράς.».
(στ) Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd
Στις 30/07/2019, η εταιρεία Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd, μέσω του Γενικού της Διευθυντή, απέστειλε επιστολή στην Υπηρεσία, ως απάντηση του ερωτηματολογίου με ημερομηνία 21/05/2019, αναφέροντας τα εξής:
Η κύρια δραστηριότητα της εταιρείας είναι η εισαγωγή φρέσκων φρούτων και λαχανικών τα οποία κατά κύριο λόγο τροφοδοτεί χονδρικώς ανά το παγκύπριο σε ευρύ φάσμα πελατών, καθώς επίσης μέρος τους το χρησιμοποιεί στο εργοστάσιο παρασκευής έτοιμων κομμένων σαλατών που διαθέτει.
Σύμφωνα με τον Γενικό Διευθυντή, η τιμή ανοίγματος της χονδρικής αγοράς είναι η χονδρική τιμή την οποία καθορίζουν και αποφασίζουν παραγωγοί και σύνδεσμοι για την πώληση των κυπριακών προϊόντων, φρούτων και λαχανικών αναλόγως της προσφοράς και ζήτησης και οι τιμές αυτές αναφέρονται στην πρώτη ποιότητα (Σούπερ).
«Η Eurofresh, ως εταιρεία εισαγωγών, δεν έχει καμία συμμετοχή στον καθορισμό της τιμής ανοίγματος και δεν την αφορά. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι στην αγορά βρίσκει κάποιος προϊόντα στις ποιότητες super, extra, AA, A, A1 και Β.»
Επίσης αναφέρθηκε ότι: «Αναφορικά με τα κυπριακά προϊόντα που εμπορευόμαστε, ναι, η εταιρεία μας έχει σαν αναφορά τις τιμές ανοίγματος της αγοράς…… Αν όμως εννοείται κατά πόσον η εταιρεία μας ακολουθεί τις τιμές ανοίγματος και στον τομέα των εισαγόμενων προϊόντων για τον καθορισμό της τιμής πώλησης τους, η απάντηση είναι όχι και εδώ θέλω να διευκρινίσω ότι σαν εταιρεία εισάγουμε προϊόντα τα οποία έχει ανάγκη η κυπριακή αγορά είτε λόγω ελλείψεων στην εγχώρια παραγωγή, είτε λόγω ποιοτικών προβλημάτων των εγχώριος παραγόμενων προϊόντων, είτε παντελούς έλλειψης».
Στη συνέχεια, ο Γενικός Διευθυντής της Eurofresh ανέφερε ότι, στις εγκαταστάσεις της Χονδρικής Αγοράς, η εταιρεία διαθέτει κατάστημα διάθεσης κυπριακών και εισαγόμενων προϊόντων και ως εκ τούτου λαμβάνει αντίγραφο του καταλόγου τιμών ανοίγματος.
Οι τιμές που χρεώνει η εταιρεία δεν είναι με βάση την τιμή ανοίγματος, αλλά με βάση την προσφορά και τη ζήτηση.
Κάθε φρουταρία ή υπεραγορά, σύμφωνα με την εταιρεία, έχει πρόσβαση στις τιμές ανοίγματος της χονδρικής αγοράς γιατί τις λαμβάνει κατευθείαν από προμηθευτή ή συνεργάτη της από την αγορά μέσω φαξ. Με αυτόν τον τρόπο έχει εικόνα της αγοράς γιατί ξέρει πια είναι η τιμή με βάση τον παράγοντα ποιότητα.
Η εταιρεία είναι μέλος του Συνδέσμου της Χονδρικής Αγοράς, ο οποίος είναι ανενεργός.
(ζ) ΖΑΡΟΥΝΑΣ & ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΛΤΔ
Στις 12/06/2019, η εταιρεία Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ, η οποία ασχολείται με χονδρικές πωλήσεις οπωροκηπευτικών, απέστειλε απαντητική επιστολή στην Υπηρεσία του ερωτηματολογίου με ημερομηνία 21/05/2019 και ανέφερε τα εξής:
«η τιμή ανοίγματος είναι η μέγιστη τιμή των προϊόντων που συμφωνείται από οργανώσεις και εκπροσώπους παραγωγών όσο και από μεγάλους παραγωγούς.
Η διαδικασία με την οποία αποφασίζεται η τιμή ανοίγματος είναι μετά από διαβουλεύσεις των πιο πάνω την προηγούμενη ημέρα ή και στην χονδρική αγορά το πρωί.
Η εταιρεία μας δε συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία.
Η τιμή ανοίγματος στον τιμοκατάλογο δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αυτό που γίνεται είναι να μειώνονται οι τιμές των προϊόντων ώστε να πωληθούν, αφού είναι φθαρτά άρα φθείρονται, για να μην πεταχτούν. Αυτό έχει να κάνει με τις ποσότητες, τις ποιότητες και τις καιρικές συνθήκες ακόμη.
Η εταιρεία θα λάβει υπόψη την τιμή ανοίγματος των προϊόντων, αλλά βάσει των ποσοτήτων και τη ζήτηση των προϊόντων θα προσαρμόσει την τιμή ούτως ώστε να πωληθούν. Η τιμή ανοίγματος είναι η ανώτατη οπότε σίγουρα γίνονται εκπτώσεις στους πελάτες μας.
Για τον τιμοκατάλογο ενημερωνόμαστε από τους εκπροσώπους συνδέσμων και μεγάλων παραγωγών είτε από την προηγούμενη μέρα ή το πρωί από τους ίδιους στην αγορά.
Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της τιμής προς λιανέμπορους είναι το μέγεθος της παραγγελίας, η ποιότητα των προϊόντων που αγοράζουν, οι ποσότητες των προϊόντων που διαθέτουμε και πόσο αξιόχρεοι είναι.»
(η) Zittex Trading Ltd
Στις 13/6/2019, η εταιρεία Ζittex Trading Ltd απέστειλε απαντητική επιστολή του ερωτηματολογίου της Υπηρεσίας με ημερομηνία 21/05/2019, αναφέροντας τα εξής:
«Η τιμή ανοίγματος είναι η μέγιστη τιμή των προϊόντων που συμφωνείται από τις οργανώσεις παραγωγών, μεγάλους παραγωγούς και εκπροσώπους παραγωγών. Η διαδικασία που αποφασίζονται οι τιμές γίνονται μεταξύ των πιο πάνω μετά από διαβούλευση τους. Τις περισσότερες από το προηγούμενο βράδυ και ελάχιστες φορές μέσα στην χονδρική αγορά. Σε αυτή τη διαδικασία δεν μετέχουμε.
Η τιμή ανοίγματος δεν αλλάζει κατά την διάρκεια της μέρας. Η τιμή αλλάζει μόνο όταν τα φθαρτά φθείρονται λόγω καιρικών συνθηκών και αντί να πεταχτούν πωλούνται πιο φθηνά.
Η εταιρεία μας πολλές φορές δεν συμφωνεί με τις τιμές ανοίγματος λόγω μεγάλης προσφοράς και των ψηλών τιμών και έτσι προσαρμόζουμε τις τιμές μας για να πωληθούν όλα τα προϊόντα μας και να μην πεταχτούν».
(θ) KARMI UNIFRUIT LTD
Στις 19/6/2019, η εταιρεία KARMI UNIFRUIT LTD απέστειλε επιστολή, μέσω του δικηγόρου της, ως απάντηση του ερωτηματολογίου της Υπηρεσίας με ημερομηνία 21/05/2019, αναφέροντας τα εξής:
Η εταιρεία ανέφερε ότι η κύρια δραστηριότητα της είναι η εισαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων. Με την πάροδο του χρόνου και διακρίνοντας τις ανάγκες της αγοράς στον τομέα αυτό, δημιουργήθηκαν ακόμη δύο (2) αυτόνομες εταιρείες, η KARMI GENERAL TRADING (CYPRUS) LTD, με κύρια εμπορική δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο εγχώριων οπωροκηπευτικών και η KARMI FRUITLIND LTD, με κύρια εμπορική δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο φρούτων & λαχανικών, χρησιμοποιώντας ως βάση του πελατολογίου της τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια παγκύπρια. Οι κυριότεροι ανταγωνιστές της θεωρούνται οι εταιρείες AMALTHIA, EUROFRESH, AGROMARKET, ΜΑΡΤΣΟΥΚΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΡΟΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (FRESHLAND), CHARALAMBIDES και ORANGE.
Επίσης, ανέφερε ότι η λεγόμενη «τιμή ανοίγματος» που καθορίζεται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας είναι μια ενδεικτική/επιθυμητή τιμή των προϊόντων που είναι προς διάθεση, η οποία όμως στην πράξη δεν είναι η τιμή στην οποία διενεργούνται συναλλαγές. Αποτελεί δηλαδή μια καθαρά ενδεικτική τιμή την οποία χρησιμοποιούν ή παρακολουθούν σε κάποιο βαθμό οι διάφοροι παίκτες της αγοράς κατά τον καθορισμό της τιμής που πωλούν.
Η Karmi Unifruit Ltd δεν λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία καθορισμού της εν λόγω ενδεικτικής τιμής, όμως είναι σε θέση να γνωρίζουν ότι αυτή η τιμή καθορίζεται και αποφασίζεται από τους κύριους παραγωγούς και Συνδέσμους που έχουν έδρα τη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. Η εταιρεία τονίζει ότι η εν λόγω τιμή σχετίζεται με την εγχώρια παραγωγή. Η τιμή ανοίγματος για το εκάστοτε προϊόν αποτελεί για έναν έμπορα μια θεωρητικά ανώτατη-επιθυμητή τιμή (κυρίως για εγχώριας παραγωγής προϊόντα). Συνήθως, η τιμολόγηση των πελατών της εταιρείας προς τους πελάτες τους είναι κάτω από την εν λόγω ενδεικτική αυτή τιμή.
Αναφέρθηκε επίσης ότι οι εν λόγω ενδεικτικές τιμές επηρεάζουν και την τιμολόγηση προϊόντων που εισάγονται, καθώς όταν υπάρχει μεγάλη διαθέσιμη ποσότητα ενός προϊόντος στην κυπριακή αγορά και συνεπώς χαμηλότερη τιμή, τότε ένας εισαγωγέας τους ίδιου προϊόντος θα αναγκαστεί να μειώσει την τιμή του εισαγόμενου (πολλές φορές ακόμη και κάτω του κόστους), προκειμένου να πωληθεί και να μην υποστεί ζημιά ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά του.
Η εταιρεία ανέφερε ότι παρόμοια δεδομένα ισχύουν και στις διεθνείς αγορές από τις οποίες συστηματικά αγοράζουν προϊόντα (όπως π.χ. Ολλανδία και Βέλγιο). Στις εν λόγω αγορές, μετά την ολοκλήρωση των τοπικών δημοπρασιών, οι εκεί προμηθευτές κοινοποιούν τις τιμές τους οι οποίες κυμαίνονται σε πολύ παρόμοια επίπεδα μεταξύ τους και αναπόφευκτα είναι αποτέλεσμα των ενδείξεων που έδωσαν οι διάφορες δημοπρασίες που ολοκληρώθηκαν προηγουμένως. Από εκεί και πέρα, στη διαπραγμάτευση μιας τιμής από τους πελάτες της εταιρείας προς τους διάφορους προμηθευτές, οι τιμές αλλάζουν κυρίως προς τα κάτω, αναλόγως πάντα των συνθηκών της αγοράς.
Η εταιρεία αναφέρει ότι, τόσο η ίδια όσο και οι συνδεδεμένες της εταιρείες λαμβάνουν απλά τον τιμοκατάλογο με τις τιμές ανοίγματος, αλλά δεν γνωρίζουν με ποιόν τρόπο οι παραγωγοί καθορίζουν τις τιμές ανοίγματος, αφού όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω δεν λαμβάνουν μέρος στις συνεδριάσεις για τον καθορισμό αυτών των τιμών.
Οι φρουταρίες/υπεραγορές ενημερώνονται για τις τιμές ανοίγματος, όπως αυτές συμφωνούνται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας προκειμένου να γνωρίζουν την κατεύθυνση που ακολουθεί η αγορά όταν προβαίνουν σε αγορές/πωλήσεις. Η πληροφόρηση αυτή γίνεται μέσω κοινοποίησης από τους χονδρέμπορους της αγοράς είτε με φαξ είτε με email, αλλά ακόμη και με μια απλή επίσκεψη στη Χονδρική Αγορά Λεμεσού, όπου ο κατάλογος με τις τιμές της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας είναι άμεσα και ευρέως διαθέσιμος.
Βασικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της τιμής πώλησης προς λιανέμπορους (εκτός από την τιμή αγοράς του προϊόντος και το κόστος) είναι η ποσότητα της κάθε παραγγελίας και η χρονική περίοδος αποπληρωμής των τιμολογίων. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη η συνέπεια του κάθε πελάτη ξεχωριστά. Επίσης, παίζει ρόλο και η διαθεσιμότητα του συγκεκριμένου προϊόντος, δηλαδή οι ποσότητες που υπάρχουν αποθηκευμένες προκειμένου να ικανοποιηθεί η ζήτηση.
Η εταιρεία επίσης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει σε ποιο υποκατάστημα της Χονδρικής Αγοράς Λεμεσού αποστέλλεται ο τιμοκατάλογος των ενδεικτικών «τιμών ανοίγματος», αλλά ούτε και έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία ή σχέση με την ίδια τη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. Όπως αναφέρει η εταιρεία, η λίστα των τιμών ανοίγματος είναι ευρέως γνωστή και διαθέσιμη.
H εταιρεία ανέφερε ότι οι τιμοκατάλογοι των εταιρειών {…} και άλλων εταιρειών, οι οποίοι είναι ανταγωνιστές της, έχουν περιέλθει σε γνώση της μετά από αποστολή των εν λόγω τιμοκαταλόγων από πελάτες της. O λόγος που πολλές φορές αποστέλλονται τέτοιοι τιμοκατάλογοι ανταγωνιστών είναι καθαρά για σκοπούς διαπραγμάτευσης και μείωσης της προσφερόμενης τιμής που προσφέρουν οι πελάτες. Η εταιρεία συγκεκριμένα ανέφερε: «Είναι γνωστή πρακτική στην αγορά που ακολουθούν πελάτες τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς στον εν λόγω τομέα, να αποστέλλονται οι προσφερόμενες τιμές του ανταγωνιστή του προμηθευτή με σκοπό ο προμηθευτής να πειστεί να χαμηλώσει την τιμή του.»
Η εταιρεία επίσης ανέφερε ότι αυτή η πρακτική δεν έχει σκοπό να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή να κρατήσει τις τιμές χονδρικής σε συγκεκριμένο επίπεδο, αλλά απεναντίας έχει σκοπό τη διενέργεια πωλήσεων σε χαμηλότερη τιμή, γεγονός το οποίο της εξυπηρετεί τον ανταγωνισμό.
Η εταιρεία ανέφερε επίσης ότι λαμβάνει εβδομαδιαία από συγκεκριμένη εταιρεία εισαγωγέα που είναι και ανταγωνιστής της, με την οποία όμως υπάρχει κάποια εμπορική συνεργασία, τιμοκατάλογο με τις αρχικές τιμές τους, όχι δηλαδή τις τιμές που προσφέρει ο εν λόγω προμηθευτής σε συγκεκριμένους πελάτες του. Το αντίστροφο γίνεται και από την εταιρεία. Όπως ανέφερε η εταιρεία: «Οι εν λόγω τιμοκατάλογοι ανταλλάσσονται για να μπορούν να καλυφθούν εύκολα, συστηματικά και άμεσα οι εκατέρωθεν ανάγκες και να διευκολύνεται κάτι τέτοιο καθότι θα είναι διαθέσιμοι έγκαιρα οι αρχικοί τιμοκατάλογοι αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι η εν λόγω εταιρεία, η οποία είναι η {…}, διατηρεί τις εγκαταστάσεις της σε πολύ κοντινό σημείο με αυτές της KARMI UNIFRUIT LTD. Ως αποτέλεσμα της λήψης του αρχικού τιμοκαταλόγου της {…} μετά που οι πελάτες μας γνωρίζουν τι προϊόντα αναμένεται να λάβουν με τις βασικές εισαγωγές που παραλαμβάνονται κάθε Τετάρτη (και συνεπακόλουθα τις οποιεσδήποτε ελλείψεις αναμένεται να έχουν), αλλά πριν στείλουν τους αρχικούς τιμοκαταλόγους τους προς τους πελάτες τους όπου θα πρέπει να περιλάβουν όλα τα διαθέσιμα τους προϊόντα, υπάρχει δυνατότητα να καλύψουν άμεσα τις οποιεσδήποτε τέτοιες ελλείψεις από αγορές από την εν λόγω εταιρεία, εάν φυσικά οι προσφερόμενες τιμές είναι ικανοποιητικές. Σε αντίθετη περίπτωση οι πελάτες μας θα πρέπει να αναζητήσουν να βρουν ποσότητες από αλλού (κάτι το οποίο είναι δύσκολο να γίνει άμεσα και στον διαθέσιμο χρόνο) ή θα βρεθούν στην δύσκολη θέση να μην μπορούν να εφοδιάσουν τους πελάτες τους με όλα τα προϊόντα που συστηματικούς εφοδιάζουν.
Πρέπει να τονισθεί ότι ο τιμοκατάλογος που ανταλλάσσεται κατά την προκειμένη στιγμή μεταξύ των πελατών μας και της {…} δεν περιέχει τις τιμές στις οποίες η κάθε μια προσφέρει ή θα πωλήσει στους πελάτες της για τους οποίους ανταγωνίζονται μεταξύ τους (π.χ. υπεραγορές), αλλά κάποιες αρχικές τιμές, βάσει των οποίων θα διαπραγματευθούν και θα συμφωνήσουν την τιμή για πιθανές αγοραπωλησίες μεταξύ τους για κάλυψη των εκατέρωθεν αναγκών. Λόγω της ιδιαιτερότητας των οπωροκηπευτικών προϊόντων και της αδυναμίας οποιασδήποτε εταιρείας να διασφαλίσει ότι θα εισάγει πάντα όλες τις ανάγκες της για σκοπούς ικανοποίησης των αναγκών των πελατών της, αλλά κα των υψηλών απαιτήσεων των πελατών σε αυτό τον τομέα να μπορούν να αγοράζουν όλα τα προϊόντα που χρειάζονται (π.χ. τα πολυτελή ξενοδοχεία που είναι πελάτες τους και έχουν συγκεκριμένες απαιτήσεις για προϊόντα που πολλές φορές είναι δυσεύρετα ή συχνά έχουν ελλείψεις) είναι εξαιρετικά σημαντικό να μπορούν οι πελάτες μας να καλύψουν αποτελεσματικά τις οποιεσδήποτε ελλείψεις προκύψουν ούτως ώστε οι πελάτες τους να έχουν κατά το μέγιστο δυνατό στην διάθεση τους τα προϊόντα που χρειάζονται.
Αυτή η αμοιβαία συνεργασία αποσκοπεί καθαρά στην διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού και με κανέναν τρόπο δεν εξυπηρετεί τον καθορισμό των τιμών που προσφέρουν οι πελάτες μας και οι ανταγωνιστές τους προς τους πελάτες τους. Αυτό συμβαίνει είτε λόγω κακών υπολογισμών ή (λόγω ευπάθειας κάποιων προϊόντων – απώλειας κατά την μεταφορά ή ακόμη και να εκτελωνιστούν σε μη εμπορεύσιμη κατάσταση-χαλασμένα) για τις ανάγκες της αγοράς για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο είτε λόγω απρόσμενων συνθηκών που επηρεάζουν την προσφορά, με αποτέλεσμα να προκύπτουν ελλείψεις οι οποίες στην προσπάθεια της η κάθε εταιρεία να ικανοποιήσει το πελατολόγιο της προβαίνει σε αγορές εκτός της η κάθε εταιρεία να ικανοποιήσει το πελατολόγιο της προβαίνει σε αγορές εκτός των εισαγωγών και αναγκάζεται να προμηθευτεί τις ελλείψεις της από ανταγωνιστές/προμηθευτές.»
(ι) ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΛΤΔ
Στις 06/06/2019, η εταιρεία Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ απέστειλε επιστολή, σε απάντηση του ερωτηματολογίου της Υπηρεσίας με ημερομηνία 21/05/2019, στην οποία αναφέρει τα εξής:
Η τιμή ανοίγματος καθορίζεται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας από τους υπεύθυνους των Οργανωμένων Μεγάλων Συνδέσμων Παραγωγών.
Επίσης, η εταιρεία αναφέρει ότι: «η τιμή ανοίγματος της Λευκωσίας είναι η ανώτερη τιμή. Ο υπολογισμός της δικής μας τιμής γίνεται πάντα πιο κάτω από τη πρώτη τιμή και μετά ανάλογα με τη ποιότητα, ποσότητα και τρόπο πληρωμής. Για τις τιμές ανοίγματος ενημερωνόμαστε τηλεφωνικώς ή/και με φαξ από τους Υπεύθυνους των Οργανωμένων Μεγάλων Συνδέσμων Παραγωγών. Παράγοντες που λαμβάνουμε υπόψη είναι η ποιότητα του εμπορεύματος, η ποσότητα του εμπορεύματος και ο τρόπος πληρωμής (Δεν έχουμε καμία συμφωνία ούτε και αποκλειστικής διάθεσης συμφωνία».
Η εταιρεία Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ δραστηριοποιείται μόνο στις χονδρικές πωλήσεις.
(ια) Αντρέας Παπανικολής & Υιος Λτδ
Στις 04/06/2019, η εταιρεία Αντρέας Παπανικολής & Υιός Λτδ, απέστειλε απαντητική επιστολή στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας με ημερομηνία 21/05/2019, αναφέροντας τα εξής:
Η τιμή ανοίγματος είναι η ανώτατη τιμή κάποιων προϊόντων που καθορίζεται ανάλογα με τα διαθέσιμα προϊόντα μεταξύ εμπόρων και παραγωγών στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας.
Η εταιρεία ανέφερε ότι δεν χρησιμοποιεί την τιμή ανοίγματος, η οποία έχει απλώς συμβουλευτικό ρόλο ως προς τα διαθέσιμα προϊόντα που υπάρχουν στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας.
Συγκεκριμένα ανέφερε ότι: «οι δικές μας τιμές αλλάζουν κατά την διάρκεια της μέρας προς τα κάτω ανάλογα με τα διαθέσιμα προϊόντα που παραμένουν ακόμη απούλητα στο κατάστημα μας, διότι δεν διατηρούνται και την επόμενη μέρα δεν θα μπορούν να πωληθούν γιατί το απόγευμα την ίδιας μέρας θα παραλάβουμε φρέσκα. Εμείς δεν ακολουθούμε τις τιμές ανοίγματος, απλά τις συμβουλευόμαστε για σκοπούς ανταγωνισμού. Οι καθαρές χονδρικές τιμές μας είναι αισθητά χαμηλότερες από τις τιμές ανοίγματος της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, εκτός από περιόδους που υπάρχει έντονη έλλειψη συγκεκριμένων προϊόντων.»
Η εταιρεία λαμβάνει γραπτώς τον κατάλογο με τις τιμές ανοίγματος της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας από την εταιρεία Ανδρέας και Παύλος Πιριντζής Λτδ, η οποία είναι στη Χονδρική Αγορά Λεμεσού. Επίσης, η εταιρεία δεν λαμβάνει καμία έκπτωση από παραγωγούς ή συνδέσμους που συνεργάζεται, απλώς οι σύνδεσμοι και οι οργανωμένες ομάδες παραγωγών τιμολογούν τα προϊόντα τους την επόμενη μέρα της παράδοσης.
Σύμφωνα με τον Διευθυντή της εταιρείας, η τιμολόγηση των φρουταριών, υπεραγορών και γενικά των πελατών της εταιρείας, γίνεται καθημερινά στη βάση της παραγγελίας τους. Η τιμολόγηση γίνεται με τις τρέχουσες τιμές της εταιρείας και σε αρκετές περιπτώσεις, οι πελάτες παίρνουν από αυτές τις τιμές προσυμφωνημένη έκπτωση επί του τιμολογίου ή επί του συνόλου των αγορών τους κάθε μήνα.
Οι παράγοντες που λαμβάνονται πάντοτε υπόψη για τον καθορισμό της τιμής κρίνονται βάσει της ποιότητας και της ποσότητας των προϊόντων που παραγγέλλονται.
Δεν υπάρχουν συμφωνίες αποκλειστικής διάθεσης προς οποιονδήποτε πελάτη και η εταιρεία δεν ακολουθεί τις τιμές που καθορίζονται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο.
Η εταιρεία εμπορεύεται μόνο χονδρικά και τιμολογεί τους ανταγωνιστές της με τις τρέχουσες δικές της χονδρικές τιμές.
Οι οργανωμένοι παραγωγοί και οι σύνδεσμοι με τους οποίους συνεργάζεται η εταιρεία τιμολογούν καθημερινά με τις δικές τους τιμές. Για τα κρεμμύδια και τις πατάτες υπάρχει προσυμφωνημένη τιμή για τους παραγωγούς.
5.2.3 Στοιχεία από το Σύνδεσμο Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας
Στις 12/06/2019, ο Σύνδεσμος Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας απέστειλε επιστολή, μέσω του δικηγόρου του, προς απάντηση του ερωτηματολογίου της Υπηρεσίας με ημερομηνία 21/05/2019, αναφέροντας τα ακόλουθα:
Οι κύριες δραστηριότητες του Συνδέσμου είναι η επίλυση των προβλημάτων που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία της Χονδρικής Αγοράς (καθαριότητα, ασφάλεια, κλπ.) και των προβλημάτων με τις κτιριακές υποδομές της Χονδρικής Αγοράς στην προοπτική για ανέγερση νέων εγκαταστάσεων.
Ο Σύνδεσμος, ως εκ της φύσεως του, δεν έχει μετόχους, αλλά μέλη και Διοικητικό Συμβούλιο.
Ο Σύνδεσμος δεν έχει θεσμικό ή οποιοδήποτε ρόλο στον καθορισμό της τιμής ανοίγματος στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. Οι έμποροι της Χονδρικής Αγοράς πληροφορούνται για την τιμή ανοίγματος από τους Συνδέσμους Παραγωγών, κυρίως κατά την προηγούμενη νύκτα.
Όπως υποστηρίζει ο Σύνδεσμος στις απαντήσεις του σε σχετική ερώτηση της Υπηρεσίας, η τιμή ανοίγματος είναι η τιμή που υποδεικνύουν οι παραγωγοί ή οι Σύνδεσμοι Παραγωγών, είτε από το προηγούμενο βράδυ ή πριν τη λειτουργία της Χονδρικής Αγοράς τις πρωινές ώρες, ως ενδεικτική τιμή έναρξης της διαπραγμάτευσης ενός προϊόντος στην Χονδρική Αγορά.
«Η τιμή ανοίγματος καθοριζόταν με βάση την ακόλουθη διαδικασία: Κάθε Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο πραγματοποιείτο η μεγαλύτερη συγκριτικά με άλλες μέρες συγκέντρωση εμπορευμάτων φρέσκων φρούτων και λαχανικών από όλα τα μέρη της Κύπρου στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, η οποία είναι η μεγαλύτερη Χονδρική Αγορά της Κύπρου. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας από διάφορους Συνδέσμους ή ομάδες παραγωγών ή/και ιδιώτες στους οποίους οι διάφοροι παραγωγοί εμπιστεύονται την μεταφορά της δικής τους παραγωγής και οι οποίοι ενεργούν ως αντιπρόσωποι των παραγωγών. Η διαδικασία διαρκούσε από τις 02:00 π.μ. μέχρι τις 04:30 π.μ. Οι διάφοροι Σύνδεσμοι και παραγωγοί είναι γνώστες των ποσοτήτων που διακινήθηκαν τόσο στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, όσο και στις υπόλοιπες Χονδρικές Αγορές και περιοχές της Κύπρου. Στη συγκέντρωση παρευρίσκονταν τακτικά η Οργάνωση Παραγωγών ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης, η Οργάνωση Παραγωγών ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, η ΣΕΔΙΓΕΠ Παρεκκλησιάς καθώς και οργανώσεις παραγωγών των Περβολιών Λάρνακας και Περιστερώνας. Αυτοί είναι και οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι παραγωγών, αν και οπωσδήποτε ανάλογα με την περίπτωση συμμετέχουν και άλλοι παραγωγοί ή Σύνδεσμοι.
Ο Σύνδεσμος Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, πριν την πραγματοποίηση της Συγκέντρωσης προέβαινε σε εισηγήσεις προς τους παραγωγούς και τους Συνδέσμους για το που πρέπει να κυμανθούν οι τιμές των προϊόντων (δηλαδή η τιμή ανοίγματος), αλλά η τελική απόφαση ανήκε αποκλειστικά στους παραγωγούς και στους Συνδέσμους και όχι στους Εμπόρους. Η διαδικασία αυτή καθορισμού του τιμοκαταλόγου ακολουθείτο για πέραν των 70 χρόνων.
Με βάση εκτιμήσεις των μελών του Συνδέσμου, στις Χονδρικές Αγορές διακινείται λιγότερο από το 20% της παραγωγής, ενώ το υπόλοιπο 80% διακινείται απευθείας στις φρουταρίες και υπεραγορές εκτός Χονδρικής Αγοράς.»
Όπως υποστηρίζουν, τα τελευταία χρόνια, ο Σύνδεσμος δεν ερωτάται, ούτε μετέχει, αλλά ούτε του ζητείται να κάνει εισηγήσεις για την τιμή ανοίγματος.
5.2.4 Στοιχεία από Λιανοπωλητές
(α) Παγκύπριος Σύνδεσμος Υπεραγορών
Στις 07/08/2019, ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Υπεραγορών απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα, μέσω δικηγόρου, στο οποίο επισυνάπτεται επιστολή του Συνδέσμου με ημερομηνία 01/08/2019, σε απάντηση του ερωτηματολογίου που απέστειλε η Υπηρεσία με ημερομηνία 11/07/2019.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην επιστολή:
Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Υπεραγορών είναι εταιρεία χωρίς κεφάλαιο που συστάθηκε στην Κύπρο και, ως συνδικαλιστικό όργανο των μελών του, δεν έχει πρόσβαση και/ή αρμοδιότητα σε εμπορικά θέματα, περιλαμβανομένου του τρόπου που τα μέλη του προμηθεύονται τα προϊόντα.
Ο Σύνδεσμος δεν έχει οποιαδήποτε πληροφόρηση και/ή αρμοδιότητα και εν πάση περιπτώσει δεν συμμετέχει στον καθορισμό των τιμών ανοίγματος από τις χονδρικές αγορές και δεν έχει οποιοδήποτε ρόλο στον καθορισμό των τιμών.
Επίσης, ο Σύνδεσμος δεν έχει στοιχεία και έγγραφα ως προς τις τιμές που καταβάλλονται ή τις εκπτώσεις που δίδονται στα μέλη του σε περίπτωση απόκτησης μεγάλων ποσοτήτων οπωροκηπευτικών προϊόντων.
Τέλος, ο Σύνδεσμος αναφέρει ότι δεν διατηρεί στοιχεία για το κατά πόσο το τμήμα οπωροκηπευτικών των υπεραγορών-μελών του το διαχειρίζεται η υπεραγορά ή χονδρέμπορος στη βάση συμφωνίας ανάθεσης και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το καθεστώς συνεργασίας που επικρατεί στις διάφορες υπεραγορές-μέλη του ως και της διευθέτησης που τυχόν υπάρχει μεταξύ της υπεραγοράς και χονδρέμπορου που διαχειρίζεται το τμήμα οπωροκηπευτικών σε κάθε υπεραγορά.
(β) Υπεραγορά «ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ»
Στις 15/10/2019, η Υπεραγορά «ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ», μέσω του Οικονομικού Διευθυντή της εταιρείας Χ.Α. Παπαέλληνας Εμπορική Λτδ, απέστειλε επιστολή στην Υπηρεσία, σε απάντηση του ερωτηματολογίου της Υπηρεσίας ημερομηνίας 24/09/2019, αναφέροντας τα εξής:
Οι Υπεραγορές «ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ» προμηθεύονται νωπά οπωροκηπευτικά προϊόντα κυρίως από χονδρέμπορους, αλλά και από ντόπιους παραγωγούς, σε μικρότερο βαθμό.
Ο υπολογισμός της λιανικής τιμής πώλησης γίνεται με βάση τις προτεινόμενες τιμές πώλησης της Χονδρικής Αγοράς και μετά από παρακολούθηση των τιμών των υπόλοιπων ανταγωνιστών λιανικής πώλησης.
Οι τιμές της Χονδρικής Αγοράς αποτελούν τη βάση για την τιμολόγηση των προϊόντων, ώστε η εταιρεία να είναι ανταγωνιστική σε σχέση με τους υπόλοιπους λιανέμπορους, αλλά παράλληλα οι τιμές καθορίζονται και σε σχέση με τις τιμές των υπόλοιπων λιανεμπόρων. Οι τιμές που λαμβάνει η εταιρεία είναι τιμές αγοράς, χωρίς οποιεσδήποτε εκπτώσεις. Επίσης, η εταιρεία δεν έχει αποκλειστικές συνεργασίες με οποιοδήποτε χονδρέμπορο ή παραγωγό.
(γ) Υπεραγορά «ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ»
Στις 15/10/2019, η Υπεραγορά «ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ», μέσω του Αγοραστή Μαναβικής της εταιρείας ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, απέστειλε απαντητική επιστολή στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας ημερομηνίας 24/09/2019, αναφέροντας τα ακόλουθα:
Οι κύριοι προμηθευτές της εταιρείας είναι οι χονδρέμποροι και η ΣΕΔΙΓΕΠ Περιφέρειας Πόλης Χρυσοχούς σε πολύ μικρό βαθμό.
Στα Κυπριακά είδη, λόγω των πολλών προμηθευτών ανά είδος, αρχικά λαμβάνεται υπόψη η τιμή που η εταιρεία αγοράζει από τους χονδρέμπορους (τιμές τιμοκαταλόγου που αποστέλλονται στην εταιρεία, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο παροχές βάσει των συμφωνιών), βρίσκεται ο μέσος όρος και στη συνέχεια πολλαπλασιάζεται με ένα προκαθορισμένο από την εταιρεία ποσοστό κέρδους, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το Φ.Π.Α..
Στη διαμόρφωση της τιμής, σημαντικό ρόλο παίζει η καθαρή τιμή αγοράς, το είδος (π.χ. στις ντομάτες και τα αγγουράκια τοποθετείται πολύ χαμηλό ποσοστό κέρδους) και η κλίμακα της τιμής. Επιπρόσθετα, η εταιρεία παρακολουθεί τον ανταγωνισμό και προβαίνει σε διορθώσεις τιμών, καθώς η πολιτική της είναι «να είμαστε ανταγωνιστικοί και πιο φθηνοί από τον υπόλοιπο ανταγωνισμό».
Οι τιμές που η εταιρεία λαμβάνει υπόψη είναι οι τιμές των χονδρεμπόρων. Πάντοτε οι παραγγελίες γίνονται στη βάση των αναγκών της κάθε υπεραγοράς. Δεν παραχωρούνται ειδικές τιμές στη βάση των ποσοτήτων που παραγγέλλονται, αλλά λόγω των ειδικών συμφωνιών που υπάρχουν με τους χονδρέμπορους, δεν διασυνδέονται με τις ευκαιριακές ή παροδικές αγορές, παρά μόνο με τις συνολικές της χρονιάς.
Τα καταστήματα της εταιρείας εξυπηρετούνται από τους χονδρέμπορους Ανδρέας Παπανικολής & Υιός Λτδ, Amalthia Trading (Nicosia) Ltd, Amalthia Trading (Limassol) Ltd, C.O. Fresh Co Ltd και Eurofresh Fruit & Vegetables Ltd. Όσον αφορά τα χόρτα-σαλατικά, η εταιρεία τα προμηθεύεται από μικρούς παραγωγούς και χονδρεμπόρους που ασχολούνται με την προμήθεια χόρτων.
(δ) Υπεραγορά «ΜΕΤΡΟ»
Στις 25/10/2019, η Υπεραγορά «ΜΕΤΡΟ», της εταιρείας METRO Foods Trading Ltd, απέστειλε απαντητική επιστολή στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας ημερομηνίας 24/09/2019, αναφέροντας τα εξής:
Η παροχή νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων στις υπεραγορές «ΜΕΤΡΟ» γίνεται από εμπόρους, παραγωγούς, συνδέσμους και εισαγωγείς.
Η τιμή καθορίζεται από τις συνθήκες της αγοράς και την εμπειρία του υπευθύνου φρουταριών. Λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες που μπορούν να εξασφαλιστούν για ένα προϊόν, οι τιμές του ανταγωνισμού και ο στόχος μακροχρόνιας μεγιστοποίησης πωλήσεων και κερδοφορίας, επιδιώκοντας πάντα την προσφορά άριστης σχέσης ποιότητας και τιμής στον πελάτη.
Η εταιρεία ανέφερε ότι η τιμή ανοίγματος στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας δεν αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο καθορισμού της λιανικής τιμής πώλησης. Είναι συχνό φαινόμενο να εξασφαλίζεται τιμή αγοράς σημαντικά χαμηλότερη από την τιμή ανοίγματος και συνεπώς, η λιανική τιμή να είναι και αυτή χαμηλότερη από την τιμή ανοίγματος. Ενδεικτικά, όπως ανέφερε, στις 19 Οκτωβρίου 2019, η τιμή ανοίγματος της ντομάτας Οδούς ήταν €1.80, αλλά εξασφαλίστηκε τιμή αγοράς €0.70 και να οριστεί λιανική τιμή πώλησης €1.10 (με Φ.Π.Α.). Η άποψη του είναι ότι η τιμή ανοίγματος είναι πιο κοντά στη λιανική τιμή που θα οριστεί σε περιόδους έλλειψης ενός προϊόντος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η δυνατότητα να εξασφαλιστεί μεγάλη ποσότητα και χαμηλότερη τιμή είναι μειωμένη και η λιανική τιμή καθορίζεται πιο κοντά στην τιμή ανοίγματος.
Μια πολύ σημαντική παράμετρος, κατά τη διαπραγμάτευση με ένα προμηθευτή (είτε αυτός είναι παραγωγός είτε έμπορος) είναι η ποσότητα που θα συμφωνηθεί να αγοραστεί. Οι συμφωνίες αφορούν απευθείας μειωμένη τιμή και όχι μια ποσοστιαία έκπτωση στο τιμολόγιο.
Τα τμήματα των νωπών οπωροκηπευτικών σε όλες τις υπεραγορές ΜΕΤΡΟ ανήκουν στην εταιρεία.
Η εταιρεία δεν έχει αποκλειστικές συνεργασίες, αλλά αγοράζει από την πιο φτηνή πηγή.
Η υπεραγορά ΜΕΤΡΟ ανήκει στο σύνδεσμο υπεραγορών και χονδρεμπόρων «ECR Cyprus», ο οποίος συνεδριάζει περίπου μια φορά το μήνα.
(ε) Υπεραγορά «Κόκκινος»
Στις 30/10/2019, η Υπεραγορά «Κόκκινος», μέσω δικηγόρου απέστειλε απαντητική επιστολή στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας ημερομηνίας 24/09/2019, αναφέροντας τα ακόλουθα:
Η παροχή νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων στην υπεραγορά «Κόκκινος» προέρχεται από τις εταιρείες Πανίκος Α. Κατσαρής Λτδ, Agromarkets (Larnaca) Ltd, Eurofresh Fruit & Vegetables Ltd, την Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ, για έτοιμες πλυμένες σαλάτες από την Alion Vegetable & Fruit Co Limited και για πολύ μικρές ποσότητες συγκεκριμένων προϊόντων (π.χ. σύκα, πορτοκάλια, λεμόνια, ρόδια, κ.α.) από τοπικούς μικροπαραγωγούς.
Τη λιανική τιμή των οπωροκηπευτικών προϊόντων την καθορίζει ο Γενικός Διευθυντής της υπεραγοράς. Σύμφωνα με τον τρόπο υπολογισμού, ο Γ.Δ. προσθέτει 40% κέρδος (στις πλείστες περιπτώσεις) στην τιμή που τα αγοράζει, όμως όσον αφορά τα εγχώρια οπωροκηπευτικά προϊόντα, αν αυτή η τιμή υπερβαίνει την ημερήσια τιμή της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, τότε αναλόγως της περίπτωσης μπορεί να μειώσει την τιμή πώλησης για να μην υπερβαίνει την τιμή της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας. Αν η διαφορά όμως είναι τέτοια που καθιστά εντελώς ασύμφορη την πώληση στο ύψος της τιμής της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, τότε μπορεί να επιλέξει να πωλήσει πιο ακριβά.
(στ) Παναγροτική Ένωση Κύπρου
Στις 02/12/2019, η Παναγροτική Ένωση Κύπρου, μέσω του Γενικού της Γραμματέα, απέστειλε απαντητική επιστολή στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας, ημερομηνίας 23/10/2019, αναφέροντας τα εξής:
Η Παναγροτική Ένωση Κύπρου (ΠΕΚ) ιδρύθηκε τον Μάη του 1942 και έχει μέλη της όλους τους τομείς και κλάδους της αγροτικής οικονομίας. Οι δραστηριότητες της είναι ποικίλες και έχουν στόχο την εξυπηρέτηση και επίλυση των διαφόρων προβλημάτων που απασχολούν τους αγρότες.
Ο Γενικός Γραμματέας ανέφερε πως δεν γνωρίζει για τη διαδικασία που ακολουθείται για τον καθορισμό της τιμής ανοίγματος, καθώς η ΠΕΚ δεν συμμετέχει, ενώ ανέφερε πως η τιμή ανοίγματος απευθύνεται τόσο στους παραγωγούς όσο και στους χονδρέμπορους. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, η τιμή ανοίγματος είναι ενδεικτική, γιατί στην πράξη η πραγματική τιμή καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση ενός προϊόντος. Όταν υπάρχει υπερπροσφορά η τιμή κατρακυλά σε πολύ χαμηλά επίπεδα γιατί δεν υπάρχει ο τρόπος απόσυρσης μέρους της παραγωγής για να κρατηθεί η τιμή ανοίγματος. Η τιμή ανοίγματος βοηθά περισσότερο τους λιανέμπορους, γιατί μπορεί να αγοράσουν μικρές ποσότητες στην αρχική τιμή και στη συνέχεια να αγοράσουν μεγάλη ποσότητα σε χαμηλές τιμές και να χρησιμοποιήσουν τα τιμολόγια της αρχικής τιμής για να δικαιολογούν τις υψηλές τιμές λιανικής πώλησης.
Οι Αγροτικές Οργανώσεις είναι σωματεία εγγεγραμμένα με βάση τον περί Σωματείων Νόμο και εκπροσωπούν συνδικαλιστικά τους παραγωγούς διαφόρων κλάδων. Εκτός από την Παναγροτική Ένωση Κύπρου, τον Παναγροτικό Σύνδεσμο Κύπρου και την Ένωση Κυπρίων Αγροτών, υπάρχει η Νέα Αγροτική Κίνηση και ο Ευρωαγροτικός.
(ζ) Παναγροτικό Σύνδεσμο Κύπρου
Στις 02/12/2019, ο Παναγροτικός Σύνδεσμος Κύπρου, μέσω του Γενικού του Γραμματέα, απέστειλε απαντητική επιστολή στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας, ημερομηνίας 23/10/2019, αναφέροντας τα εξής:
Ο Παναγροτικός Σύνδεσμος Κύπρου ιδρύθηκε το 1989 και οι δραστηριότητες του που απορρέουν από το Καταστατικό του αφορούν την προαγωγή και κατοχύρωση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των περίπου 9500 μελών και γενικά την προάσπιση και ανάπτυξη των ειδικών και γενικών συμφερόντων του αγροτικού πληθυσμού της Κύπρου.
Ο Παναγροτικός δραστηριοποιείται και στους 19 Κλαδικούς Οργανισμούς του πρωτογενούς τομέα, οι οποίοι είναι η Αγελαδοτροφία, η Αιγοπροβατοτροφία, η Αλιεία/Ιχθυοτροφία, η Αμπελοκαλλιέργεια, η Ανθοκαλλιέργεια, Αρωματικά Φυτά, η Βιολογική Καλλιέργεια (ζωική και φυτική), Ελαιοπαραγωγοί/λάδι, Εσπεριδοειδή/φρούτα, Θερμοκηπιούχοι, Μελισσοκομία, Μπανανοκαλλιέργεια, Οπωροκηπευτικά, Πατατοκαλλιέργεια, Πτηνοτροφία, Σιτηροπαραγωγοί, Φθαρτά/Χόρτα δέσμης, Χαρούπια και Χοιροτροφία.
Ο Παναγροτικός είναι εγγεγραμμένο Σωματείο και δεν έχει ούτε μετόχους ούτε Διοικητικό Συμβούλιο, αλλά Εκτελεστική Γραμματεία αποτελούμενη από έξι (6) μέλη.
Σε ερώτηση της Υπηρεσίας σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθείται για τον καθορισμό της τιμής ανοίγματος των νωπών οπωροκηπευτικών, ο Γ.Γ. του Συνδέσμου απάντησε ότι ο Παναγροτικός Σύνδεσμος δεν συμμετείχε ποτέ σε οποιαδήποτε συνεδρία και στον καθορισμό της τιμής, ενώ ανέφερε επίσης ότι η διαδικασία που ακολουθείται είναι πεπαλαιωμένη και δεν άπτεται συγκεκριμένης νομοθεσίας ή διατάγματος. Στη συνέχεια δήλωσε άγνοια ως προς το ρόλο των λιανεμπόρων και του Συνδέσμου Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας στον καθορισμό της τιμής ανοίγματος.
Τέλος, ανέφερε ότι, βάσει απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, οι αναγνωρισμένες αγροτικές οργανώσεις είναι η Παναγροτική Ένωση Κύπρου (ΠΕΚ), η Ένωση Κυπρίων Αγροτών (ΕΚΑ), ο Παναγροτικός Σύνδεσμος Κύπρου, η Νέα Αγροτική Κίνηση και ο Ευρωαγροτικός. Οι διαφορές των πιο πάνω αγροτικών οργανώσεων, σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα, άπτονται ιδεολογικών πεποιθήσεων, στρατηγικής και πολιτικής για την επίλυση των διαφόρων προβλημάτων που απασχολούν τον ιδιωτικό τομέα.
(η) Ένωση Κυπρίων Αγροτών
Στις 02/12/2019, η Ένωση Κυπρίων Αγροτών (ΕΚΑ), μέσω του Γενικού της Γραμματέα, απέστειλε απαντητική επιστολή στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας ημερομηνίας 23/10/2019, αναφέροντας τα ακόλουθα:
Η ΕΚΑ ιδρύθηκε το 1946 με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων όλων των γεωργών και κτηνοτρόφων. Είναι μη κυβερνητική αγροτική οργάνωση με χιλιάδες παραγωγούς μέλη παγκύπρια από όλους τους κλάδους της αγροτικής οικονομίας, γεωργούς, κτηνοτρόφους, μελισσοκόμους, κλπ. Δραστηριοποιείται σε παγκύπρια βάση και έχει γραφεία σχεδόν σε όλες τις επαρχίες. Συμμετέχει ενεργά στην υλοποίηση του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης από την Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάλλοντας σημαντικά στην εκταμίευση των χρηματικών ποσών που υπάρχουν στα διάφορα μέτρα του προγράμματος, κατατάσσοντας τους αγρότες δικαιούχους διαμέσου των διαφόρων αιτήσεων που γίνονται προς τις αρμόδιες Υπηρεσίες τους κράτους.
Η ΕΚΑ είναι από τις βασικές οργανώσεις που βοηθά καθοριστικά τον τομέα των εκταρικών επιδοτήσεων από τους κύπριους δικαιούχους καλλιεργητές της γης, βοηθά τους αγρότες σε θέματα ΦΠΑ, στο αγροτικό πετρέλαιο και στη ψηφιακή γεωργία.
Ο Γενικός Γραμματέας ανέφερε ότι η ΕΚΑ δεν έχει καμία σχέση με τη διαδικασία καθορισμού των τιμών, καθώς ούτε ενημερώνεται και ούτε συμμετέχει. Κατά την άποψη του Γενικού Γραμματέα, «Η τιμή ανοίγματος απευθύνεται στους χονδρέμπορους, οι οποίοι μάλιστα έχουν με τον Α ή Β τρόπο κάποια εμπλοκή. Με τον τρόπο που γίνεται το άνοιγμα των τιμών φαίνεται να επωφελούνται οι χονδρέμποροι και όλοι οι άλλοι μετέπειτα έμποροι που βρίσκονται στην αλυσίδα της εμπορίας. Στην ουσία όσα θέλουν κλείνουν την τιμή και ο κάθε έμπορας όσα θέλει δίνει στον παραγωγό και μάλιστα μετά την έλευση ακόμη και αρκετών μηνών».
Ο Γενικός Γραμματέας ανέφερε επίσης ότι οι πωλητές των ΣΕΔΙΓΕΠ ή των Ομάδων Παραγωγών που λαμβάνουν μέρος στον καθορισμό τιμών είναι υπάλληλοι των εταιρειών αυτών, μπορεί να μην είναι παραγωγοί μέλη της ΕΚΑ. «Στην ουσία υπάρχει μια “αταξία” σε αυτή τη διαδικασία χωρίς βασικά
/ μετρήσιμα κριτήρια, χωρίς κανένα κρατικό έλεγχο, είναι όλα “αλαλούμ”.» Σύμφωνα με πληροφορίες του Γ.Γ. της ΕΚΑ, τις πιο πολλές φορές οι τιμές καθορίζονται από την προηγούμενη μέρα χωρίς να γνωρίζουν τις ποσότητες των προϊόντων που θα διακινηθούν στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, “είναι όλα προσυμφωνημένα”. Ο Γενικός Γραμματέας αναφέρθηκε και σε ένα παράδειγμα, όπου άνοιξαν την τιμή της ντομάτας στα €2 και οι παραγωγοί πήραν €0,40.
Οι λιανέμποροι, σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν όσο γίνεται την μεσιτεμπορία, πηγαίνουν οι ίδιοι στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και αγοράζουν απευθείας τα προϊόντα που χρειάζονται.
- ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
Για να εξεταστεί μια συγκεκριμένη αγορά, πρέπει να αξιολογηθούν οι δυνατότητες του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της αγοράς, η οποία περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα και/ή υπηρεσίες που, λόγω των χαρακτηριστικών τους, μπορούν να ικανοποιούν διαρκείς ανάγκες και είναι εναλλάξιμα με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες. Η σχετική αγορά οριοθετείται: (α) ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών) και (β) γεωγραφικώς (σχετική γεωγραφική αγορά).
6.1 Σχετική Αγορά προϊόντων και/ή υπηρεσιών
Σύμφωνα με τη σχετική Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς:
«η αγορά του σχετικού προϊόντος περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή και τις υπηρεσίες που είναι δυνατό να εναλλάσσονται ή να υποκαθίστανται αμοιβαία από τον καταναλωτή, λόγω των χαρακτηριστικών, των τιμών και της χρήσης για την οποία προορίζονται».
Η εναλλαξιμότητα ή η υποκατάσταση δεν εκτιμάται μόνον από την άποψη των αντικειμενικών χαρακτηριστικών των σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά λαμβάνονται κυρίως υπόψη οι συνθήκες ανταγωνισμού και η διάρθρωση της ζήτησης και προσφοράς στην αγορά.[2]
Με τον ορισμό της σχετικής αγοράς προσδιορίζονται τα όρια εντός των οποίων ασκείται ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων και καθορίζεται το πλαίσιο εντός του οποίου εφαρμόζεται η εθνική και η ενωσιακή πολιτική ανταγωνισμού.[3] Επίσης, κύριος σκοπός του προσδιορισμού της σχετικής αγοράς είναι να διαπιστώσει η Επιτροπή τους ανταγωνιστικούς περιορισμούς τους οποίους αντιμετωπίζουν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Προκειμένου δε, περί εφαρμογής του άρθρου 6(1) του Νόμου, ο ορισμός της αγοράς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να εξεταστεί αν υπάρχει δεσπόζουσα θέση σε αυτήν την αγορά.
Εξάλλου, η χρήση ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας από τον τελικό χρήστη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του προϊόντος ή της υπηρεσίας και διαφορετικά προϊόντα η υπηρεσίες δύνανται να χρησιμοποιούνται από τον τελικό καταναλωτή για τον ίδιο σκοπό. Σε τέτοια περίπτωση τα διαφορετικά προϊόντα ή υπηρεσίες συμπεριλαμβάνονται στην ίδια σχετική αγορά.
Επιπρόσθετα, η διαφορά στην τιμή μεταξύ διαφορετικών προϊόντων ή υπηρεσιών δεν τα κατατάσσει αυτόματα σε διαφορετική αγορά, κυρίως εάν η αντίδραση των τελικών χρηστών σε περίπτωση αύξησης της τιμής είναι να τα θεωρήσουν ως υποκατάστατα. Παράλληλα, κατά την εξέταση της πιθανότητας υποκατάστασής τους θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το πιθανό κόστος (ή άλλα εμπόδια) μεταστροφής σε άλλο προϊόν ή υπηρεσία, το οποίο εάν είναι σημαντικό δύναται να εμποδίζει τη θεώρηση του εναλλακτικού προϊόντος ή υπηρεσίας ως υποκατάστατων.[4]
Η Επιτροπή προχωρεί κατωτέρω στην ανάλυση και οριοθέτηση της σχετικής αγοράς στην παρούσα υπόθεση για σκοπούς πληρότητας.
Όπως προαναφέρθηκε, η παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα εξετάζει πιθανολογούμενες περιοριστικές συμπράξεις και/ή καταχρηστικές συμπεριφορές των άρθρων 3(1) ή/και 6(1) του Νόμου, καθώς και των Άρθρων 101 ή/και 102 της ΣΛΕΕ, από μέρους των δραστηριοποιούμενων στην παραγωγή, εμπορία, διανομή, χονδρική και λιανική πώληση νωπών οπωροκηπευτικών για τη χρονική περίοδο από το 2015 μέχρι και 9/11/2018.
Στην Απόφαση Αριθ. 649/201 της Ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού,[5] η Επιτροπή ανέφερε τα εξής:
«31. Σύμφωνα με σχετική ευρωπαϊκή νομολογία, η σχετική αγορά των φρέσκων λαχανικών διακρίνεται περαιτέρω (α) στην αγορά παραγωγής και εισαγωγής και (β) στην αγορά διανομής και χονδρικής πώλησης, ενώ παραμένει ανοιχτή η περαιτέρω οριοθέτηση της αγοράς ανά λαχανικό, για τους σκοπούς εξέτασης των συγκεκριμένων πράξεων.
[…]
33. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, για τις ανάγκες της παρούσας εξέτασης ως σχετικές αγορές ορίζονται κατ’ αρχήν οι αγορές: (α) παραγωγής φρέσκων λαχανικών προϊόντων και (β) διανομής και χονδρικής πώλησης φρέσκων λαχανικών προϊόντων. Κατάτμηση των εν λόγω αγορών ανά είδος λαχανικού (τομάτα, αγγούρι, πιπεριά) ή/και ανά τρόπο καλλιέργειας αυτού (π.χ. θερμοκηπίου ή υπαίθρια) θεωρείται δυνατή, ωστόσο παρέλκει περαιτέρω οριοθέτηση, δεδομένου ότι υπό οιαδήποτε θεώρηση των αγορών, η αξιολόγηση της υπό κρίση πράξης δεν μεταβάλλεται. Και τούτο διότι, όπως αναλύεται και κατωτέρω, τα συνδυασμένα μερίδια αγοράς των συμμετεχουσών εταιριών είναι ακόμα και υπό την αυστηρότερη θεώρηση, εξαιρετικά χαμηλά.»
Σύμφωνα με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής COMP/M.5201 TOTAL PRODUCE / HALUCO/JV:[6]
«[…] due to significant differences in characteristics, prices and intended use between fresh fruit on one hand and fresh vegetables on the other, it was considered that there is no sufficient demand-side substitutability between the supplies of these two categories of products and thus they do not belong to the same relevant product market. The notifying parties have not provided any elements leading to a different conclusion. This distinction has been confirmed by the market investigation. Therefore, the Commission takes the view that fruit and vegetables constitute separate markets.
16. Furthermore, although the precise product market definitions were ultimately left open, the Commission stated in previous decisions that in the fruit and vegetables sectors, a further distinction can be made between two levels of supply chain i.e. import/production level and wholesale level. In fact, at the import/production level, importers and producers organisations supply fresh fruit sourced from all over the world to large wholesalers and large retailers. At the wholesale level, large wholesalers supply smaller wholesalers, retailers and food service companies, such as restaurants and hospitals. A large majority of respondents confirmed that this distinction is still valid. Therefore, for the purpose of the present case, the Commission will consider distinct markets for import/production and wholesale levels.
17. The Commission agreed in previous decisions both as regards fruit and vegetables at the wholesale level, that it is not necessary to split into different categories since end consumers tend to spend a fixed amount of the household budget on fresh fruit in general, without having specific fixed categories in mind, with the exception of bananas which are very often bought for children. […]». (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)
Σύμφωνα με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής COMP/M.4896 CVC CAPITAL PARTNERS / KATOPE INTERNATIONAL:[7]
«[…] in line with the previous Commission’s decision in CVC/Bocchi/De Weide Blik, that due to significant differences in characteristics, prices and intended use between fresh fruit on one hand and fresh vegetables on the other, there is no sufficient demand-side substitutability between the supplies of these two categories of products and thus they do not belong to the same relevant product market. Such an assessment was also confirmed in the market investigation in this case.
9. Furthermore, the notifying party claims that within both, the fruit and vegetables businesses, a further distinction can be made between two levels of supply chain i.e. import/production level and wholesale level. This approach was also adopted in previous decisions of the Commission, although the precise product market definitions were left open. At the import/production level, importers and producers organisations supply fresh fruit sourced from all over the world. Usually, the larger part of their customers consists of retail chains but they also supply large wholesalers. At the wholesale level, large wholesalers supply smaller wholesalers, retailers and food service companies, such as restaurants and hospitals. Many respondents confirmed this distinction. Certain respondents, in particular competitors in the Benelux region and larger retailers consider that the distinction tends to become less important as larger customers such as retail chains tend to buy more and more directly from importers/producers in order to improve the whole supply chain in terms of fruit freshness and logistic costs, and several players are active on both levels.
[…]
13. As regards fruit at the wholesale level, the notifying party submits that as retailers need to purchase the entire range of fruit to serve their customers’ needs, who themselves also regard different fruit as interchangeable, it is not necessary to define separate market for different fruit or fruit categories. According to the notifying party, the same is true for fresh vegetables at the wholesale level. Again, in the market investigation no concise view was expressed in these respects, however, as the transaction does not impede effective competition independently of the market definition the question can be left open in the present case.». (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)
Η παρούσα υπόθεση αφορά την παραγωγή, εμπορία, διανομή και τη χονδρική και λιανική πώληση νωπών οπωροκηπευτικών,[8] καθώς διερευνάται όλη η εφοδιαστική αλυσίδα με αποτέλεσμα να ερευνώνται πρόσωπα από τον παραγωγό ή ομάδες παραγωγών, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, διανομή και χονδρική πώληση των προϊόντων τους, τους χονδρέμπορους/μεσάζοντες, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στη διανομή, χονδρική πώληση των νωπών οπωροκηπευτικών και τους λιανοπωλητές που πωλούν στη λιανική αγορά, τα εν λόγω προϊόντα, με κατάληξη στον καταναλωτή.
Στη βάση αυτών των δεδομένων, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αγορά θα μπορούσε να διαχωρισθεί: (α) στην παραγωγή νωπών οπωροκηπευτικών, (β) στη διανομή και χονδρική πώληση νωπών οπωροκηπευτικών και, (γ) στη λιανική πώληση νωπών οπωροκηπευτικών.
Πέραν αυτών, οι εν λόγω αγορές θα μπορούσαν να διαχωρισθούν περαιτέρω• αρχικά, είτε ανά είδος οπωροκηπευτικού, ακολούθως, ή/και ποιότητας αυτού ή/και τρόπου καλλιέργειας αυτού (π.χ. θερμοκηπίου ή χωραφιού). Εντούτοις, στην προκειμένη έρευνα παρέλκει οποιοσδήποτε περαιτέρω διαχωρισμός, δεδομένου ότι η αξιολόγηση των υπό διερεύνηση πρακτικών ή/και συμπεριφορών δεν επηρεάζεται.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή για σκοπούς της παρούσας αυτεπάγγελτης έρευνας ορίζει τις εξής σχετικές αγορές: (α) παραγωγής νωπών οπωροκηπευτικών, (β) διανομής και χονδρικής πώλησης νωπών οπωροκηπευτικών και, (γ) λιανικής πώλησης νωπών οπωροκηπευτικών.
Βάσει της Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς,[9] η σχετική γεωγραφική αγορά καθορίζεται ως εξής:
«η γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή όπου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις συμμετέχουν στην προμήθεια προϊόντων ή υπηρεσιών και οι όροι του ανταγωνισμού είναι επαρκώς ομοιογενείς και η οποία μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές, διότι στις εν λόγω περιοχές οι όροι του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά».
Σύμφωνα με πάγια νομολογία σε ενωσιακό επίπεδο, η σχετική γεωγραφική αγορά αντιστοιχεί στην περιοχή όπου οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην προσφορά και τη ζήτηση των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών και όπου οι συνθήκες του ανταγωνισμού είναι επαρκώς ομοιογενείς και η οποία μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές διότι στις εν λόγω περιοχές οι συνθήκες του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά.[10]
Έχοντας υπόψη την πάγια νομολογία των δικαστηρίων της Ε.Ε. και τη σχετική πρακτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Επιτροπή προχωρεί στον ορισμό της γεωγραφικής εμβέλειας της σχετικής αγοράς βασιζόμενη κυρίως στα πιο κάτω κριτήρια,[11] ήτοι:
(α) στο γεγονός ότι παραγωγοί, έμποροι, χονδρέμποροι και λιανοπωλητές οπωροκηπευτικών προϊόντων βρίσκονται διάσπαρτοι σε όλη την κυπριακή επικράτεια και,
(β) στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν οικονομικοί, νομικοί ή άλλοι κανονιστικοί περιορισμοί ή υποχρεώσεις που έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του γεωγραφικού εύρους των δραστηριοτήτων των πιο πάνω προσώπων που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι όροι ανταγωνισμού είναι ομοιογενείς σε όλη την κυπριακή επικράτεια λόγω του ότι δεν υπάρχουν νομικοί ή άλλοι φραγμοί που να περιορίζουν την προμήθεια των προϊόντων αυτών και να διαφέρουν από τα άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε..
Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία που έχει ήδη προαναφερθεί, θεωρεί ότι στην προκειμένη υπό έρευνα υπόθεση ως σχετική γεωγραφική αγορά ορίζεται ολόκληρη η επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.[12]
Για την παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα είχε ληφθεί ομόφωνη απόφαση της Επιτροπής στη συνεδρία της ημερομηνίας 09/11/2018 στη βάση της σχετικής διάταξη του άρθρου 23(2)(α) του Νόμου 13(Ι)/2008, ως ίσχυε τότε, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή είχε την εκ του Νόμου αρμοδιότητα να διερευνά και να αποφασίζει αναφορικά με παραβάσεις των άρθρων 3 ή/και 6, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν καταγγελίας. Περαιτέρω, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 72 του Νόμου επισημαίνει ότι το ισχύον άρθρο του Νόμου είναι πλέον το άρθρο 26(2)(α) του Νόμου.
Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή, υπό τη νέα σύνθεσή της, σε συνεδρία της ημερομηνίας 11/01/2024, σημείωσε, μεταξύ άλλων ότι η Πρόεδρος και τα νέα μέλη της Επιτροπής, κ. Νεόφυτος Μαυρονικόλας, κα Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση και κα Ιωάννα Σαπίδου δηλώνουν πως συμφωνούν με τις αποφάσεις της καθ’ όλα νόμιμα συγκροτημένης Επιτροπής ημερομηνίας 09/11/2018 και 07/12/2018 και υιοθετούν αυτές σημειώνοντας ότι και οι ίδιοι θα προέβαιναν στις ίδιες ενέργειες κατά το χρόνο λήψης των εν λόγω αποφάσεων.
7.2 Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών-μελών
Σύμφωνα με το Άρθρο 3(1) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου[13] «οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81(1) της Συνθήκης, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 της Συνθήκης στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε τυχόν καταχρηστική πρακτική που απαγορεύεται από το άρθρο 82 της συνθήκης εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 82».
Συνεπώς, το άρθρο 3(1) του Κανονισμού 1/2003 υποχρεώνει τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών, να εφαρμόζουν και τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ όταν εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού σε συμφωνίες ή/και καταχρηστικές πρακτικές που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.[14]
Το κριτήριο επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών συνιστά αυτόνομο κριτήριο της ενωσιακής νομοθεσίας, το οποίο εκτιμάται ad hoc και οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού.
Το κριτήριο αυτό πληρούται όταν οι υπό εξέταση κάθε φορά συμφωνίες και πρακτικές δύνανται να έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο διασυνοριακών επιπτώσεων στο εσωτερικό της Ένωσης.[15]
Σύμφωνα και με τη σχετική Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,[16] η έννοια του εμπορίου καλύπτει όλες τις διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες.
Κατά πάγια νομολογία, για να μπορεί μια πρακτική να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να μπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών, τούτο δε κατά τρόπο που να προκαλείται φόβος ότι θα μπορούσε να εμποδίσει την πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών μελών.[17] Δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η κάθε φορά εξεταζόμενη πρακτική είχε όντως το αποτέλεσμα αυτό.[18] Επίσης είναι αδιάφορο αν η πρακτική μιας συγκεκριμένης επιχείρησης επηρεάζει, αυτοτελώς εξεταζόμενη, το διακοινοτικό εμπόριο.[19]
Η έννοια της επίδρασης στα εμπορικά ρεύματα δεν προϋποθέτει μόνο τον περιορισμό ή τη μείωση του εμπορίου αλλά οποιαδήποτε διαφοροποίηση των εμπορικών ρευμάτων, αρκεί αυτή να είναι αισθητή.[20]
Κατά συνέπεια και στην περίπτωση συμφωνιών ή πρακτικών που καλύπτουν το έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους θεμελιώνεται επίδραση στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών αρκεί να υπάρχει δυνατότητα αισθητής μεταβολής των εμπορικών ρευμάτων μεταξύ αυτών.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,[21] οι περιοριστικές του ανταγωνισμού πρακτικές που καλύπτουν ολόκληρο το έδαφος ενός εκ των κρατών μελών, ζωτικό δηλαδή τμήμα της κοινής αγοράς, έχουν εξ ορισμού ως αποτέλεσμα την παρακώλυση της οικονομικής αλληλοδιεισδύσεως που επιδιώκεται με τη Συνθήκη.
Η φύση των προϊόντων που καλύπτονται από τις συμφωνίες ή πρακτικές παρέχει μία ένδειξη για το εάν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών δύναται να επηρεαστεί. Όταν η ίδια η φύση των προϊόντων διευκολύνει τις διασυνοριακές συναλλαγές ή τα καθιστά ιδιαίτερα σημαντικά για επιχειρήσεις που επιθυμούν να εγκατασταθούν ή να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους σε άλλα κράτη μέλη, το εφαρμοστέο του ενωσιακού δικαίου προσδιορίζεται ευκολότερα απ’ ότι σε περιπτώσεις στις οποίες η ζήτηση για προϊόντα προμηθευτών από άλλα κράτη μέλη είναι, λόγω της φύσης τους, πιο περιορισμένη ή στις οποίες τα προϊόντα παρουσιάζουν μικρότερο ενδιαφέρον από την άποψη της διασυνοριακής εγκατάστασης ή της επέκτασης της οικονομικής δραστηριότητας που δραστηριοποιείται μέσω παρόμοιας εγκατάστασης.[22]
Αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή σημειώνει ότι η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει τα εξής:
«77. Όταν συμφωνίες ή καταχρηστικές πρακτικές καλύπτουν το έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους, ενδέχεται να είναι αναγκαία μια λεπτομερέστερη ανάλυση της ικανότητας των συμφωνιών ή καταχρηστικών πρακτικών να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Υπενθυμίζεται ότι για να υπάρξει επίδραση στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών δεν απαιτείται κατ' ανάγκη να περιορίζεται το εμπόριο. Αρκεί να υπάρχει δυνατότητα αισθητής μεταβολής των εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις που αφορούν ένα μόνο κράτος μέλος, η φύση της πιθανολογούμενης παράβασης, και ιδίως η ικανότητά της να εμποδίσει την είσοδο ανταγωνιστών στην εθνική αγορά, παρέχει επαρκείς ενδείξεις για το βαθμό στον οποίο η συμφωνία ή πρακτική δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Οι περιπτώσεις που αναφέρονται κατωτέρω δεν είναι εξαντλητικές. Είναι απλώς παραδείγματα περιπτώσεων στις οποίες συμφωνίες που περιορίζονται στο έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.»
Αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή βασιζόμενη κυρίως στο λεκτικό της σχετικής Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημειώνει τα εξής:
«3.2.5. Καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης που καλύπτουν ένα μόνο Κράτος μέλος[23]
93. Όταν μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση που καλύπτει το σύνολο κράτους μέλους και η συμπεριφορά της έχει ως αποτέλεσμα τον καταχρηστικό αποκλεισμό ανταγωνιστών από την αγορά, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών δύναται κανονικά να επηρεαστεί. Η καταχρηστική αυτή συμπεριφορά δυσχεραίνει γενικά την είσοδο ανταγωνιστών από άλλα κράτη μέλη στην αγορά και συνεπώς μπορεί να επηρεάσει τα εμπορικά ρεύματα (71). Στην υπόθεση Michelin (72), για παράδειγμα, το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα εκπτώσεων σε πιστούς πελάτες απέκλειε τους ανταγωνιστές από άλλα κράτη μέλη και συνεπώς επηρέαζε το εμπόριο κατά την έννοια του άρθρου 82…..
94. Εάν καταχρηστικός αποκλεισμός από την αγορά επηρεάζει τη διάρθρωση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό κράτους μέλους, για παράδειγμα με τον παραγκωνισμό ή την απειλή παραγκωνισμού ενός ανταγωνιστή, δύναται επίσης να επηρεάσει και το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Εάν η επιχείρηση που απειλείται με παραγκωνισμό δραστηριοποιείται σε ένα μόνο κράτος μέλος, η κατάχρηση δεν επηρεάζει κανονικά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Ωστόσο, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών μπορεί να επηρεαστεί εάν η απειλούμενη επιχείρηση πραγματοποιεί εξαγωγές σε ή εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη (74) και ασκεί ταυτόχρονα δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη (75)….
96. Όταν μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση που καλύπτει το σύνολο κράτους μέλους, είναι καταρχήν αδιάφορο εάν η κατάχρηση που διαπράττει η δεσπόζουσα επιχείρηση επηρεάζει τμήμα μόνο του εδάφους του κράτους μέλους ή ορισμένους μόνο αγοραστές στο έδαφός του. Μια δεσπόζουσα επιχείρηση μπορεί να εμποδίσει το εμπόριο με ουσιαστικό τρόπο εάν υιοθετεί καταχρηστική συμπεριφορά σε τομείς ή έναντι πελατών που ενδέχεται να αποτελέσουν στόχο ανταγωνιστών από άλλα κράτη μέλη.»
Επιπρόσθετα, η εν λόγω Ανακοίνωση προβλέπει και για Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης που καλύπτει μέρος μόνο κράτους μέλους τα εξής:
97. Όταν η δεσπόζουσα θέση καλύπτει μέρος μόνο κράτους μέλους, ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές μπορούν να αναζητηθούν, όπως και στην περίπτωση των συμφωνιών, στην απαίτηση του άρθρου 82 να καλύπτει η δεσπόζουσα θέση σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς. Εάν η δεσπόζουσα θέση καλύπτει μέρος κράτους μέλους που αποτελεί σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς και η κατάχρηση δυσχεραίνει την πρόσβαση ανταγωνιστών από άλλα κράτη μέλη στην αγορά στην οποία η επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση, πρέπει κανονικά να θεωρείται ότι το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών δύναται να επηρεαστεί αισθητά.
98. Κατά την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού, πρέπει να ληφθεί ιδίως υπόψη το μέγεθος της σχετικής αγοράς από πλευράς όγκου. Οι περιοχές ενός κράτους μέλους, ή ακόμα και ένας λιμένας ή αερολιμένας σε αυτό, μπορούν, ανάλογα με τη σημασία τους, να αποτελούν σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς. […]
99. Όπως και στην περίπτωση της δεσπόζουσας θέσης που καλύπτει το σύνολο κράτους μέλους (βλέπε παράγραφο 95 ανωτέρω), το εμπόριο ενδέχεται να μην μπορεί να επηρεαστεί αισθητά εάν η κατάχρηση έχει καθαρά τοπικό χαρακτήρα και αφορά αμελητέο μόνο τμήμα των πωλήσεων της δεσπόζουσας επιχείρησης.»
Η Επιτροπή σημειώνει περαιτέρω ότι στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρεται ότι η εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου εκτείνεται σε κατηγορίες συμφωνιών και καταχρηστικών πρακτικών που μπορούν να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, ανεξάρτητα από το εάν μία συγκεκριμένη συμφωνία ή πρακτική είχε ή όχι το αποτέλεσμα αυτό.[24]
Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι στην απόφαση Ministere Public κατά Jean-Louis Tournier[25] θεωρήθηκε δεδομένη η εφαρμογή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ σε υπόθεση καταχρηστικής υπερτιμολόγησης σχετικά με τα δικαιώματα του δημιουργού στο μουσικό τομέα (SACEM) από τις Γαλλικές δισκοθήκες, αν και η εν λόγω πρακτική περιοριζόταν στο Γαλλικό έδαφος.
Όπως υποστηρίζεται στην ως άνω Ανακοίνωση, το ενωσιακό εμπόριο μπορεί να επηρεαστεί στην παρούσα υπόθεση έστω και εάν η γεωγραφική αγορά είναι εθνική, εφόσον οι επιχειρήσεις και/ή ενώσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα των νωπών οπωροκηπευτικών στην παρούσα υπόθεση είναι ενεργές σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και προβαίνουν σε εισαγωγές.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, τα θέματα που εξετάζονται στο πλαίσιο της παρούσας αυτεπάγγελτης έρευνας και το ότι οι εξεταζόμενες ενέργειες ή/και συμπεριφορές επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εφοδιαστική αλυσίδα των νωπών οπωροκηπευτικών καλύπτουν όλη την περιοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και το γεγονός ότι ο υπό εξέταση τομέας ενδεχομένως να ενδιαφέρει και/ή να επηρεάζει επιχειρήσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εισαγωγή οπωροκηπευτικών στην κυπριακή αγορά, δύναται να θεωρηθεί ότι υφίσταται επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και, κατ’ επέκταση, εφαρμογής του άρθρου 101(1) και 102 της ΣΛΕΕ, τα οποία θα εξετασθούν στη συνέχεια, παράλληλα με το εθνικό δίκαιο και τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 3(1) και 6(1) του Νόμου.
Το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει ως «επιχείρηση» κάθε φορέα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που το διέπει και τον τρόπο χρηματοδότησης του.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, η έννοια επιχείρηση στο πλαίσιο του ανταγωνισμού συμπεριλαμβάνει «κάθε οντότητα που ασκεί οικονομικής ή εμπορικής φύσεως δραστηριότητες», ανεξάρτητα από τη νομική της υπόσταση και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται.[26] Επιπρόσθετα, ο όρος «οικονομικής φύσεως δραστηριότητα» εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά, ενώ είναι αδιάφορο αν οι δραστηριότητες έχουν σκοπό το κέρδος.[27] Ο φορέας που ασκεί οικονομικές δραστηριότητες δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένο υποκείμενο δικαίου, αλλά έχει την έννοια οποιουδήποτε φορέα ασκεί οικονομικής φύσης δραστηριότητες. Συνεπώς, η έννοια της επιχείρησης, κατά το Νόμο, καλύπτει κάθε φορέα, ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα - ήτοι δραστηριότητα που συνίσταται στην προσφορά προϊόντων ή/και υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά - ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδότησής του.[28]
Προκύπτει επομένως από τη νομολογία ότι δύο είναι οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη επιχείρησης υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού: α) αυτονομία οικονομικής δράσης και β) πλήρης ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονομική δραστηριότητα.[29] Ο δημόσιος ή ιδιωτικός χαρακτήρας μίας επιχείρησης, η επιδίωξη κέρδους από αυτήν ή ο τρόπος χρηματοδότησής της, δεν αποτελούν στοιχεία προσδιοριστικά της έννοιας της επιχείρησης.
Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, θεωρείται σκόπιμο κατά την εκτίμηση της έννοιας επιχείρησης, η διερεύνηση των διαχειριστικών όψεών της, σχετικά με το ποιες είναι οικονομικής φύσης και ποιες αμιγώς διοικητικής.[30] Εξάλλου, όσον αφορά την οικονομική φύση των δραστηριοτήτων μίας επιχείρησης θα πρέπει να διαχωριστεί ποιες είναι στην πραγματικότητα αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται κατ’ αυτονομία από την εξεταζόμενη επιχείρηση και ποιες όχι. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, στην υπόθεση ΜΟΤΟΕ,[31] σε περίπτωση κατά την οποία ένα νομικό πρόσωπο δεν θεωρείται για μέρος των δραστηριοτήτων του επιχείρηση, λόγω άσκησης προνομίων δημόσιας εξουσίας, είναι δυνατόν να θεωρείται ως προς άλλες αν ασκεί οικονομικές δραστηριότητες ανεξάρτητες όμως από την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας.
Αναφορικά με τα εμπλεκόμενα στην έρευνα πρόσωπα, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα προαναφέρθηκαν στη βάση της σχετικής νομολογίας που παρατέθηκε, θεωρεί ότι οι παραγωγοί, οι χονδρέμποροι και οι λιανοπωλητές, ασκούν προφανώς αυτόνομες δραστηριότητες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως οικονομικής φύσεως, ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνουν και το σχετικό εμπορικό κίνδυνο των δραστηριοτήτων τους.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ενώπιον της Επιτροπής στοιχεία, οι παραγωγοί δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και διάθεση φρούτων και φθαρτών σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε μεμονωμένα, είτε μέσω μεσαζόντων/χονδρεμπόρων είτε συνασπισμένοι σε ομάδες ή οργανώσεις παραγωγών. Οι δε χονδρέμποροι παραλαμβάνουν και μεταπωλούν στο χονδρικό επίπεδο της αγοράς, τα οπωροκηπευτικά προϊόντα που αγοράζουν από τους μεμονωμένους παραγωγούς ή τις οργανώσεις/ομάδες παραγωγών ή/και εισάγουν και ακολούθως, οι λιανοπωλητές εμπορεύονται τα εν λόγω προϊόντα μεταπωλώντας αυτά προς τους καταναλωτές.
Επισημαίνεται όμως ότι στην παρούσα έρευνα, η διερεύνηση δεν έχει εστιαστεί σε μεμονωμένους παραγωγούς, αλλά στις ομάδες και οργανώσεις αυτών, όπως επίσης εστιάστηκε και στις μεγάλες υπεραγορές που δραστηριοποιούνται παγκυπρίως, ως λιανοπωλητές.
Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προαναφέρθηκαν, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ικανοποιείται η προϋπόθεση που θέτει η νομολογία για τη διαπίστωση της ύπαρξης «επιχείρησης», ήτοι της αυτονομίας οικονομικής δράσης από μέρους των εμπλεκομένων προσώπων, ως επίσης και η δεύτερη προϋπόθεση αναφορικά με την πλήρη ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται για το εκάστοτε εν προκειμένω υπό διερεύνηση πρόσωπο, η άσκηση των δραστηριοτήτων του.
Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα προαναφερόμενα πρόσωπα αποτελούν «επιχειρήσεις» για σκοπούς του παρόντος Νόμου.
7.4 Έννοια «ένωση επιχειρήσεων»
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: ««ένωση επιχειρήσεων» σημαίνει εταιρεία, συνεταιρισμό, ένωση, σύλλογο, ίδρυμα ή σώμα προσώπων, με νομική προσωπικότητα ή όχι, που εκπροσωπεί τα εμπορικά συμφέροντα αυτόνομων επιχειρήσεων και λαμβάνει αποφάσεις ή συνάπτει συμφωνίες προς προώθηση των συμφερόντων αυτών.».
Η «ένωση επιχειρήσεων» προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους µε οποιαδήποτε μορφή οργανωμένης συνεργασίας.[32] Δεν απαιτείται η «ένωση επιχειρήσεων» να έχει νομική προσωπικότητα,[33] ούτε ίδια εμπορική ή παραγωγική δραστηριότητα, προκειμένου να εμπίπτει στο άρθρο 3 του Νόμου,[34] αρκεί να εξυπηρετεί τα εμπορικά συμφέροντα των µελών της.[35] Μεταξύ άλλων, σωματεία, ενώσεις, σύνδεσμοι, αγροτικοί συνεταιρισμοί θεωρούνται «ενώσεις επιχειρήσεων» ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή, την άσκηση εκ μέρους τους οικονομικής δραστηριότητας και κερδοσκοπικού ή µη σκοπού. Εξάλλου, και οι οργανώσεις παραγωγών δύνανται να συνιστούν ενώσεις επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 3 του Νόμου, καθώς σκοπός του εν λόγω άρθρου είναι να αποτρέψει το ενδεχόμενο μια τέτοια ένωση επιχειρήσεων σε οποιαδήποτε βαθμίδα να λειτουργεί ως πεδίο (forum) οικονομικών συνεννοήσεων µε αντι-ανταγωνιστικό χαρακτήρα µεταξύ των ενδιαφερομένων μελών.[36]
Κατά το δίκαιο του ανταγωνισμού, ένα από τα βασικά κριτήρια που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του αν µια οργάνωση παραγωγών συνιστά ένωση επιχειρήσεων, είναι η άσκηση οικονομικής δραστηριότητας ή η άσκηση δραστηριοτήτων που αφορούν σε άσκηση οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα µε το κριτήριο αυτό πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο, µεταξύ των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται σε μία οργάνωση παραγωγών, τα μέλη της οποίας συνιστούν επιχειρήσεις κατά το δίκαιο του ανταγωνισμού, περιλαμβάνεται και η οργάνωση ή ο συντονισμός της οικονομικής δραστηριότητας των µελών της ή αν η οργάνωση παραγωγών προβαίνει µε αποφάσεις της στη θέσπιση ρυθμίσεων σχετικών µε τη συμπεριφορά των μελών της σε συγκεκριμένη αγορά παροχής υπηρεσιών.[37]
Σύμφωνα με την Ελληνική Αρχή Ανταγωνισμού, η «ένωση επιχειρήσεων» προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους με οποιαδήποτε μορφή οργανωμένης συνεργασίας, ενώ το είδος του νομικού δεσμού μεταξύ των επιχειρήσεων μελών της είναι αδιάφορο.[38] Επιπρόσθετα, λέχθηκε ότι πεδίο εφαρμογής του δικαίου προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, ως προς την έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων», αποτελεί κάθε μορφής οικονομική συνεργασία δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων μεταξύ τους.
Η ανάλυση που δίδεται από το ΔΕΕ[39] κινείται επίσης στην ίδια κατεύθυνση, θεωρώντας «ενώσεις επιχειρήσεων», κατά την έννοια του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, διάφορες μορφές συνεργασίας ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή και από τον κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα τους. Ως προαναφέρθηκε, η νομολογία του ΔΕΕ, αναγνωρίζει μεταξύ άλλων, ως ενώσεις επιχειρήσεων, εμπορικούς συνδέσμους, αγροτικούς συνεταιρισμούς,[40] εταιρείες συλλογικής διαχείρισης,[41] οντότητες που ιδρύθηκαν με νόμο και με δημόσιες εξουσίες, αν εξυπηρετούν τα εμπορικά συμφέροντα των μελών τους (ακόμα και αν ορισμένα από τα μέλη τους έχουν διορισθεί από το κράτος ή άλλη δημόσια αρχή),[42] και επαγγελματικούς συλλόγους (ακόμα και αν διέπονται από νόμο του κράτους),[43] οι οποίες εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 101(1) ΣΛΕΕ. Περαιτέρω κρίθηκε από τη νομολογία ότι τόσο οι ποδοσφαιρικοί όμιλοι όσο και οι εθνικές ενώσεις που τους περιλαμβάνουν αποτελούν ενώσεις επιχειρήσεων.[44] Επιπλέον διασαφηνίζεται από τη νομολογία του ΔΕΕ ότι, δεν είναι αναγκαίο το εν λόγω όργανο να ασκεί το ίδιο μια οικονομική δραστηριότητα, καθώς σημαντικό κριτήριο είναι να εκπροσωπεί τα οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα των μελών της.[45]
Το άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ εφαρμόζεται στις ενώσεις στο βαθμό που η δραστηριότητά τους ή η δραστηριότητα των επιχειρήσεων, οι οποίες είναι μέλη τους, τείνει στην παραγωγή των αποτελεσμάτων που η διάταξη αυτή επιχειρεί να καταστείλει. Τέλος, είναι άνευ σημασίας, το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι ενώσεις έχουν καθεστώς δημοσίου δικαίου.[46]
Στην υπό εξέταση υπόθεση, η Επιτροπή σημειώνει ότι με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία, οι ομάδες/οργανώσεις παραγωγών και/ή οι συνεταιριστικές εταιρείες προβαίνουν σε συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας των µελών τους, ενώ ταυτόχρονα ασκούν και οι ίδιοι δραστηριότητες οικονομικής φύσεως.
Όσον αφορά το Σύνδεσμο Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, η Υπηρεσία έχει να παρατηρήσει ότι ο εν λόγω Σύνδεσμος δεν δραστηριοποιείται στις υπό εξέταση σχετικές αγορές.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα εν λόγω πρόσωπα δύνανται να χαρακτηριστούν «ενώσεις επιχειρήσεων» για σκοπούς του παρόντος Νόμου.
7.5 Παραβάσεις του Νόμου και της ΣΛΕΕ
7.5.1 Άρθρο 3(1) του Νόμου/Άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ
Πλειοψηφία της Επιτροπής
Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη τα θέματα που εξετάζονται στην παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα για ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου, επικέντρωσε την προσοχή της, στην εν λόγω πρόνοια και το αντίστοιχο άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου: «Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 4 και 5, απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας, ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται –
(α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής.
(β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων.
(γ) στη γεωγραφική ή άλλη κατανομή των αγορών ή των πηγών προμήθειας.
(δ) στην εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση.
(ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή από μέρους των αντισυμβαλλόμενων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες, κατά τη φύση τους ή σύμφωνα με τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, δε συνδέονται με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών».
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 101(1) ΣΛΕΕ: «Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:
α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,·
β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων,
γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού,
δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,
ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.».
Επομένως, για να εφαρμοστούν οι ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων και β) οι εν λόγω συμφωνίες να έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «Σύμπραξη» σημαίνει οποιαδήποτε τυπική ή άτυπη, γραπτή ή άγραφη, εκτελεστή κατά νόμο ή μη συμφωνία ή την εναρμονισμένη πρακτική δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων ή την απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει ότι «σύμπραξη» σημαίνει οποιαδήποτε τυπική ή άτυπη, γραπτή ή άγραφη, εκτελεστή κατά νόμο ή μη, συμφωνία δυο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων ή την εναρμονισμένη πρακτική δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων ή την απόφαση ένωσης επιχειρήσεων, αλλά δεν περιλαμβάνει συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική – (α) μητρικής θυγατρικής, [...] και (β) δύο ή περισσότερων θυγατρικών εταιρειών, εφόσον αυτές αποτελούν μια ενιαία οικονομική οντότητα με τη μητρική εταιρεία.»
Η Επιτροπής σημειώνει ότι στη βάση του άρθρου 3 του Νόμου: «απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική…».
(α) Έννοια της «συμφωνίας»
Ως «συμφωνίες» νοούνται οι συμβάσεις που δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, ανεξάρτητα από τον τύπο τον οποίο έχουν περιβληθεί και το βαθμό δεσμευτικότητάς τους, όπως είναι π.χ. οι συμφωνίες κυρίων[47] και ανεξαρτήτως του εάν είναι υπογεγραμμένες ή ανυπόγραφες.[48] Για την έννοια της συμφωνίας είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός χαρακτήρας της σύμβασης, καθώς και ο δεσμευτικός ή µη χαρακτήρας της, δηλαδή δεν απαιτούνται τυπικές διαδικασίες ούτε και κυρώσεις ή μέτρα εφαρμογής.[49] Εξάλλου, αδιάφορο είναι αν η ένωση επιχειρήσεων ή οι εκπρόσωποί της που συµµετέχουν στη συμφωνία ήταν εξουσιοδοτημένοι ή είχαν την αρμοδιότητα βάσει των καταστατικών προβλέψεων της ένωσης να συνάπτουν συμφωνίες µε αντίστοιχο περιεχόμενο.[50] Η έννοια της συμφωνίας, επομένως, στηρίζεται στην ύπαρξη συμπτώσεως των βουλήσεων δύο τουλάχιστον µερών, της οποίας η μορφή εκδήλωσης δεν είναι σημαντική, εφόσον συνιστά πιστή έκφραση των βουλήσεων αυτών.[51]
(β) Έννοια «Απόφασης» ένωσης επιχειρήσεων
Η απόφαση ένωσης επιχειρήσεων είναι εκείνη η πράξη ή παράλειψη, που βάσει της σύμπτωσης των δηλώσεων βούλησης τουλάχιστον μιας πλειοψηφίας των επιχειρήσεων που μετέχουν στην ένωση, ρυθμίζει δεσμευτικά τις σχέσεις μεταξύ τους, λόγω και της υπάρχουσας οργανωτικής έννομης σχέσης.
Επομένως, «απόφαση» ένωσης επιχειρήσεων αποτελεί κάθε έκφραση κοινής βούλησης της ένωσης μέσω κάποιας οργανωτικής δομής, η οποία αποβλέπει στην κοινή συμπεριφορά των µελών της, ανεξάρτητα από τη μορφή την οποία λαμβάνει, όπως εκείνες των κανονισμών, ρητρών καταστατικού, ρητρών συμβάσεων, οδηγιών, εγκυκλίων, απλών συστάσεων, εφόσον έχουν καταρχήν χαρακτήρα υποχρεωτικό για τα µέλη ή/και προβλέπονται κυρώσεις σε περίπτωση µη εφαρμογής τους.[52] Απόφαση του οργάνου διοίκησης της εκάστοτε ένωσης θεωρείται νομικά δεσμευτική, εφόσον προβλέπεται στο καταστατικό της ότι οι αποφάσεις της δεσμεύουν τα µέλη.[53] Σημειώνεται ότι κατά πάγια νομολογία οποιαδήποτε συμφωνία συνάψει η ένωση επιχειρήσεων δύναται να θεωρηθεί ως απόφαση.[54]
Ουσιώδες στοιχείο της «απόφασης» είναι η νομική δεσμευτικότητα της, ανεξάρτητα αν είναι άμεση ή έμμεση. Ως «απόφαση» χαρακτηρίζεται κάθε έκφραση βούλησης της ένωσης με οποιαδήποτε μορφή, όπως οδηγίες, εγκύκλιοι, απλές συστάσεις, εφόσον έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα για τα μέλη.[55]
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η δημιουργία «Ενώσεων Επιχειρήσεων» δεν συνιστά eo ipso αντι-ανταγωνιστική σύμπραξη· οι αποφάσεις όμως των καταστατικών οργάνων της Ένωσης, όπως ήδη έχει αποφανθεί το ΔΕΕ, ακόμη και αν δεν είναι δεσμευτικές εμπίπτουν στα πλαίσια της έννοιας "σύμπραξη"[56] σύμφωνα πάντα και με το άρθρο 2 του Νόμου, εφόσον αποτελούν εκδήλωση της συλλογικής βούλησης των συμμετεχουσών στην Ένωση επιχειρήσεων και έχουν ως αντικείμενο ή/και αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού: δηλ. πρωτίστως, η απόφαση της ένωσης επιχειρήσεων να θεσπίζει κανόνες συμπεριφοράς σε μια αγορά, δηλαδή συντονισμό και οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας των μελών της.
Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι, η απαγόρευση του άρθρου 3 του Νόμου εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις, που η απόφαση έχει το χαρακτήρα απλής σύστασης χωρίς δεσμευτικότητα, εφόσον αντανακλά εν τοις πράγμασι τη συλλογική βούληση των μελών της ένωσης να συντονίσουν τη δράση τους σε μία συγκεκριμένη αγορά και εφόσον η συμμόρφωση των μελών με αυτή είναι ικανή να επιφέρει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά.
1.2 Περιορισμός και παρακώλυση του ανταγωνισμού
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι παρεμπόδιση, περιορισμός ή νόθευση του ανταγωνισμού υπάρχει όταν η συμπεριφορά του επιχειρηματία στην αγορά δεν προσδιορίζεται από τους φυσικούς κανόνες της αγοράς, αλλά από τεχνητούς κανόνες που επιβάλλουν οι διάφορες συμφωνίες.
Το άρθρο 3(1) του Νόμου ορίζει ως περιοριστικές του ανταγωνισμού συμφωνίες και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, οι οποίες εξ αντικειμένου ή εξ αποτελέσματος α) καθορίζουν άµεσα ή έµµεσα τις τιµές πώλησης ή οποιουσδήποτε άλλους όρους συναλλαγής και β) περιορίζουν ή ελέγχουν την παραγωγή ή/και διάθεση των προϊόντων. Συμφωνίες και αποφάσεις, οι οποίες έχουν ως αντικείμενό τους τον περιορισμό του ανταγωνισμού θεωρούνται εκείνες οι οποίες από τη φύση τους είναι ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό.
Κατά πάγια νομολογία, τόσο ο άμεσος ή έµµεσος καθορισμός τιμών όσο και ο άμεσος ή έμμεσος περιορισμός και έλεγχος της παραγωγής και/ή της διάθεσης των προϊόντων αποτελούν πρόδηλους περιορισμούς του ανταγωνισμού.[57] Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το αντικείμενο μίας απόφασης ή συμφωνίας αποσκοπεί στον περιορισμό του ανταγωνισμού, τότε αυτές οι περιπτώσεις εμπίπτουν αυτομάτως στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 3(1) του Νόμου, χωρίς να είναι απαραίτητη η εξ αποτελέσματος εξέταση της απόφασης.[58] Παρά ταύτα, η Επιτροπή σημειώνει ότι όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 3(1) του Νόμου, ο εξ αντικειμένου και ο εξ αποτελέσματος περιορισμός βρίσκονται νομικά σε ισότιμη θέση. Ως εκ τούτου, οι Αρχές Ανταγωνισμού δεν εμποδίζονται από το να εξετάσουν έναν περιορισμό τόσο εξ αντικειμένου όσο και εξ αποτελέσματος.[59]
1.3 Άμεσος ή έμμεσος καθορισμός των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής - Άρθρο 3(1)(α) του Νόμου/Άρθρο 101(1) στοιχ. α’ ΣΛΕΕ
(α) Νομολογία
Σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(α) του Νόμου και το αντίστοιχο άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ απαγορεύονται συμφωνίες και αποφάσεις, οι οποίες έχουν αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής. Ο καθορισμός των τιμών ή άλλων όρων συναλλαγής μπορεί να επιτευχθεί τόσο με άμεσο όσο και με έμμεσο τρόπο. Ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα καθορισμού τιμών με έμμεσο τρόπο περιλαμβάνουν, αποφάσεις για καθορισμό του περιθωρίου κέρδους, προειδοποιήσεις, επιβολή κυρώσεων ή καταγγελία συμβάσεων σε συνάρτηση με την τήρηση συγκεκριμένων τιμών.[60] Οι άμεσοι ή έμμεσοι τρόποι για την επίτευξη του καθορισμού τιμών μπορούν να γίνουν πιο αποτελεσματικοί όταν συνδυαστούν με λήψη μέτρων για τον εντοπισμό όσων τις τηρούν, όπως η εφαρμογή συστήματος παρακολούθησης τιμών.[61] Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι αποφάσεις και οι συμφωνίες καθορισμού τιμών δεν δικαιολογούνται ως άμυνα σε περιπτώσεις προβλημάτων υπερπαραγωγής.[62]
Συναφώς, αποφάσεις και συμφωνίες καθορισμού τιμών αγοράς εμπίπτουν στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 3(1)(α) του Νόμο και του αντίστοιχου άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή σημειώνει ότι η απαγόρευση του άρθρου 3(1)(α) του Νόμου συμπεριλαμβάνει γενικότερα κάθε συμφωνία και απόφαση, η οποία αφορά παραμέτρους της τιμής.[63]
(β) Ανάλυση στοιχείων
Στο πλαίσιο της παρούσας αυτεπάγγελτης έρευνας, η Επιτροπή είχε επισημάνει από ενώπιον της στοιχεία, το ενδεχόμενο ύπαρξης αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών, συμπεριφορών ή και ενεργειών από επιχειρήσεις/ενώσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αλυσίδα εφοδιασμού οπωροκηπευτικών προϊόντων, τόσο στο στάδιο παραγωγής όσο και στο στάδιο χονδρεμπόρων/μεσαζόντων και λιανεμπόρων. Συγκεκριμένα, τα δημοσιεύματα που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή για την έναρξη της παρούσας έρευνας, αφορούσαν τιμές που καλούνται να καταβάλουν οι τελικοί αποδέκτες, οι οποίες τελικές τιμές διαφαινόταν να επηρεάζονται από τις ενέργειες των μετεχόντων στην εφοδιαστική αλυσίδα. Επιπρόσθετα, από τα εν λόγω δημοσιεύματα και πληροφορίες διαφαινόταν ότι ενδεχομένως οι αναφορές σε τελική τιμή να ήταν αποτέλεσμα συμφωνιών, επικοινωνιών, συνεννοήσεων, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ή/και εναρμονισμένων πρακτικών από δραστηριοποιούμενους στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η Επιτροπή καταρχάς μελέτησε τα στοιχεία και/ή πληροφορίες που λήφθηκαν κατά την αιφνίδια επιτόπια έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις 10/12/2018 και παραθέτει τα κυριότερα σημεία αυτών. Η έρευνα κατέδειξε ότι καταρτίζεται τιμοκατάλογος τρεις φορές την εβδομάδα, ο οποίος κυκλοφορεί στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη σχετική αγορά:
Από τις γραπτές δηλώσεις εκπροσώπων εταιρειών χονδρικής πώλησης οπωροκηπευτικών προκύπτουν τα εξής: Καταρχάς ότι ο κατάλογος με τις ημερήσιες τιμές που αποστέλλεται από τη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, μέσω τηλεομοιότυπου, δεν δεσμεύει την τελική τιμή που θα καθορίσει η κάθε εταιρεία καθώς όπως έχει αναφερθεί, οι παράγοντες που καθορίζουν τη χονδρική τιμή των οπωροκηπευτικών είναι η προσφορά και η ζήτηση, προστίθεται ένα ποσοστό κέρδους και προκύπτει η λιανική τιμή πώλησης. Επίσης αναφέρθηκε ότι οι τιμές ανοίγματος είναι ψηλές και δεν υιοθετούνται από τους χονδρέμπορους. Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι το 80% των προϊόντων πωλείται απευθείας από τους Συνδέσμους των Παραγωγών και μόνο το υπόλοιπο διατίθεται στη Χονδρική Αγορά και ότι μεγάλες ποσότητες πωλούνται απευθείας από τις Ομάδες Παραγωγών σε υπεραγορές.
Η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τα στοιχεία και/ή πληροφορίες που έλαβε από τους Συνδέσμους Παραγωγών, καθώς επίσης και το Σύνδεσμο Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Υπεραγορών, την Υπεραγορά Άλφα Μέγα, στην Υπεραγορά Σκλαβενίτης, την Υπεραγορά Αθηαινίτης, την Υπεραγορά Μετρό, την Υπεραγορά Κόκκινος, καθώς και την Ένωση Κυπρίων Αγροτών, την Παναγροτική Ένωση Κύπρου και τον Παναγροτικό Σύνδεσμο Κύπρου, τα οποία επαναλαμβάνουν τα όσα λέχθηκαν από τους χονδρέμπορους αναφορικά με την τιμή ανοίγματος των οπωροκηπευτικών.
Συγκεκριμένα, η Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, σε απαντητική της επιστολή ανέφερε ότι: «Η τιμή ανοίγματος είναι η ενδεικτική τιμή χρέωσης των προϊόντων που παραλαμβάνονται από τις εταιρείες. Η τιμή αυτή αποφασίζεται από την κάθε εταιρεία για τα κύρια προϊόντα που παραλαμβάνει, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την ποσότητα που παρέλαβε καθώς και τη ζήτηση που είχαν τα προϊόντα της. Πάντα λαμβάνονται υπόψη οι παραληφθείσες ποσότητες. Αν δηλαδή οι ποσότητες υπερτερούν κατά πολύ της ζήτησης τότε συνεπώς θα οδηγήσει σε χαμηλότερη τιμή και το αντίθετο. Επίσης και οι καιρικές συνθήκες οι οποίες τείνουν πάντα να επηρεάζουν τις ποσότητες που παράγονται. Όταν δηλαδή υπάρχουν ευνοϊκές καιρικές συνθήκες οι ποσότητες είναι αυξημένες και όταν υπάρχουν δυσμενής ή και ακραίες ακόμα καιρικές συνθήκες που πολλές φορές μπορεί να οδηγήσουν σε καταστροφές καλλιεργειών οι ποσότητες μειώνονται, κάνοντας την προσφορά λιγότερη από τη ζήτηση. Η τιμή ανοίγματος για την εταιρεία μας, αφορά την ενδεικτική τιμή χρέωσης από τον σύνδεσμο/παραγωγό προς τον χονδρέμπορο. Η τιμή ανοίγματος αποτελεί την ενδεικτική τιμή χρέωσης. Η κάθε εταιρεία, με γνώμονα πάντα το τι έχει συλλέξει από τους παραγωγούς της καθώς και της ζήτηση από τους πελάτες της αποφασίζει τις τιμές ανοίγματος για τα κύρια προϊόντα της. Παρακολουθεί όμως και τις ποσότητες που εισέρχονται από ιδιώτες οι οποίοι επηρεάζουν την ζήτηση και έμμεσα την τιμή ανοίγματος. Στην περίπτωση που ένας Σύνδεσμος/Ομάδα παραγωγών έχει μεγαλύτερη παραγωγή σε κάποιο προϊόν συνεπώς και έχει μεγαλύτερη δύναμη στην απόφαση της τιμής ανοίγματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και η τιμή χρέωσης θα είναι η ίδια αφού ομοειδή προϊόντα κάθε περιοχής διαφέρουν ποιοτικά. Η τιμή πώλησης από την εταιρεία μας στον κάθε πελάτη, καθορίζεται μετά από την αφαίρεση ενός ενδεικτικού ποσοστού το οποίο κυμαίνεται από 25-35% από την τιμή ανοίγματος. Αυτό γίνεται συνήθως όταν οι δυνάμεις της ζήτησης και της προσφοράς είναι περίπου το ίδιο. Σε περιόδους υπερπροσφοράς, παρόλο που γίνεται μεγάλη προσπάθεια για την εξασφάλιση του εν λόγω ποσοστού δυστυχώς πολλές φορές αυτό δεν είναι εφικτό λόγω εξωγενών παραγόντων, όπως οι μη οργανωμένοι παραγωγοί οι οποίοι επηρεάζουν με την προσφορά τους, κατά πολύ μεγάλο βαθμό τη ζήτηση. Οι τιμές ανοίγματος μπορούν να επηρεαστούν και σε περιόδους ελλείψεων λόγω των εισαγωγών προϊόντων από ιδιώτες εμπόρους.»
Πέρα από την αναφορά ότι η τιμή ανοίγματος είναι η ενδεικτική τιμή για τους φθαρτέμπορους, σημειώνεται ότι υπήρξαν εταιρείες χονδρέμποροι, που ανέφεραν ότι δεν ακολουθούν την τιμή ανοίγματος, αλλά την λαμβάνουν υπόψη τους σαν ανώτατη τιμή, ενώ στη συνέχεια κάνουν έκπτωση στους πελάτες τους, καθότι οι τιμές που χρεώνουν δεν είναι με βάση την τιμή ανοίγματος, αλλά με βάση την προσφορά και τη ζήτηση. Ο υπολογισμός της τιμής τους γίνεται προς τα κάτω ανάλογα με την ποιότητα, ποσότητα και τρόπο πληρωμής και ανάλογα με τα διαθέσιμα προϊόντα που παραμένουν ακόμη απούλητα στο κατάστημα, διότι δεν διατηρούνται και την επόμενη μέρα, δεν θα μπορούν να πωληθούν γιατί το απόγευμα της ίδιας μέρας θα παραλάβουν φρέσκα.
Επιπλέον έχουν λεχθεί και τα εξής:
Η τιμή ανοίγματος αλλάζει κατά τη διάρκεια της μέρας, συνήθως προς τα κάτω, ανάλογα με τη ζήτηση που υπάρχει. Οι υπεραγορές και οι λιανέμποροι, γνωρίζοντας την τιμή ανοίγματος, ελέγχουν κατά πόσο η χρέωση της τιμής από τους χονδρέμπορους είναι ορθή και ακολούθως θα καθορίσουν τις δικές τους τιμές λιανικής πώλησης.
Σημειώθηκε επίσης ότι η τιμή ανοίγματος είναι η ενδεικτική τιμή στην οποία θα υπάρχει μια διαπραγμάτευση και στη συνέχεια ο κάθε σύνδεσμος/παραγωγός θα χρεώσει τον χονδρέμπορο ή λιανέμπορο. Επίσης αναφέρθηκε πως τα τελευταία χρόνια η τιμή ανοίγματος δεν εξυπηρετεί σε κάτι, διότι ο κάθε παραγωγός/σύνδεσμος πωλεί στη δική του τιμή τα εμπορεύματα του.
Ακόμα αναφέρθηκε ότι στο άνοιγμα των τιμών δεν συμμετέχουν συγκεκριμένοι σύνδεσμοι ή ομάδες παραγωγών. Κατά καιρούς, όποιος θέλει συμμετέχει ακόμα και μεμονωμένοι παραγωγοί. Στο άνοιγμα της τιμής συμμετέχει όποιος θέλει και τον ενδιαφέρει.
Περαιτέρω έχει αναφερθεί ότι ανάλογα με τον όγκο των προϊόντων σε κάθε είδος, αποφασίζεται και η τιμή ανοίγματος για κάθε προϊόν ξεχωριστά. Συνήθως, αν μια εταιρεία έχει τον μεγαλύτερο όγκο για ένα συγκεκριμένο προϊόν, η τιμή ανοίγματος για το συγκεκριμένο προϊόν καθορίζεται από τον πωλητή της συγκεκριμένης εταιρείας. Ο όγκος των προϊόντων που μεταφέρονται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, από όλες τις ΣΕΔΙΓΕΠ παγκύπρια, αντιπροσωπεύει μόλις το 20%-25% του συνόλου των προϊόντων. Στη Χονδρική Αγορά, οι ΣΕΔΙΓΕΠ, στέλνουν κατά βάση τα προϊόντα τα οποία μένουν στην αποθήκη τους και τα οποία δεν μπόρεσαν να διαθέσουν στους εμπόρους που προσέρχονται στην αποθήκη.
Αναφορικά με την τιμή ανοίγματος έχει επίσης αναφερθεί από ΣΕΔΙΓΕΠ ότι δεν ξέρουν πόσα και πως χρεώνουν οι χονδρέμποροι/μεσίτες τους πελάτες τους καθώς, ο κάθε χονδρέμπορος χρεώνει όσα θέλει. Στο τέλος της ημέρας, ο χονδρέμπορος/μεσίτης καθορίζει ο ίδιος ποια τιμή θα πληρώσει τις εταιρείες/ΣΕΔΙΓΕΠ. Αναφορικά με την τιμή της αποθήκης αναφέρθηκε ότι έχει μια σημαντική απόκλιση από την τιμή ανοίγματος και καθορίζεται από τους πωλητές της εν λόγω εταιρείας, την επομένη της παραλαβής των προϊόντων και αφού ήδη έχουν υπόψη τους την ακριβή ποσότητα που παρέλαβαν.
Όσον αφορά τον Σύνδεσμο Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, η Επιτροπή έχει να παρατηρήσει ότι ο ίδιος έχει αναφέρει στις απαντήσεις του ότι τα τελευταία χρόνια, δεν ερωτάται, ούτε μετέχει, αλλά ούτε του ζητείται να κάνει εισηγήσεις για την τιμή ανοίγματος.
Όσον αφορά τις υπεραγορές που ρωτήθηκαν, η Επιτροπή σημειώνει πως κάποιες ανέφεραν ότι ο υπολογισμός της λιανικής τιμής πώλησης γίνεται με βάση τις προτεινόμενες τιμές πώλησης της Χονδρικής Αγοράς, σημαντικό ρόλο παίζει η καθαρή τιμή αγοράς, το είδος (π.χ. στις ντομάτες και τα αγγουράκια τοποθετείται πολύ χαμηλό ποσοστό κέρδους) και η κλίμακα της τιμής και επίσης ότι παρακολουθούν τις τιμές των υπόλοιπων ανταγωνιστών λιανικής πώλησης. Αναφέρθηκε επίσης ότι η τιμή ανοίγματος στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας δεν αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο καθορισμού της λιανικής τιμής πώλησης.
Η Παναγροτική Ένωση Κύπρου ανέφερε πως η τιμή ανοίγματος είναι ενδεικτική, γιατί στην πράξη η πραγματική τιμή καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση ενός προϊόντος. Όταν υπάρχει υπερπροσφορά η τιμή κατρακυλά σε πολύ χαμηλά επίπεδα γιατί δεν υπάρχει ο τρόπος απόσυρσης μέρους της παραγωγής για να κρατηθεί η τιμή ανοίγματος. Η τιμή ανοίγματος βοηθά περισσότερο τους λιανέμπορους, γιατί μπορεί να αγοράσουν μικρές ποσότητες στην αρχική τιμή και στη συνέχεια να αγοράσουν μεγάλη ποσότητα σε χαμηλές τιμές και να χρησιμοποιήσουν τα τιμολόγια της αρχικής τιμής για να δικαιολογούν τις υψηλές τιμές λιανικής πώλησης. (Η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)
Η Ένωση Κυπρίων Αγροτών (ΕΚΑ) ανέφερε ότι «Η τιμή ανοίγματος απευθύνεται στους χονδρέμπορους, οι οποίοι μάλιστα έχουν με τον Α ή Β τρόπο κάποια εμπλοκή. Με τον τρόπο που γίνεται το άνοιγμα των τιμών φαίνεται να επωφελούνται οι χονδρέμποροι και όλοι οι άλλοι μετέπειτα έμποροι που βρίσκονται στην αλυσίδα της εμπορίας. Στην ουσία όσα θέλουν κλείνουν την τιμή και ο κάθε έμπορας όσα θέλει δίνει στον παραγωγό και μάλιστα μετά την έλευση ακόμη και αρκετών μηνών».
Αναφέρθηκε επίσης, ότι, οι λιανέμποροι, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν όσο γίνεται την μεσιτεμπορία, πηγαίνουν οι ίδιοι στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και αγοράζουν απευθείας τα προϊόντα που χρειάζονται.
Ο ρόλος επίσης του Συνδέσμου Χονδρεμπόρων, σύμφωνα πάντα με τα όσα αναφέρθηκαν, είναι καθοριστικότατος στον καθορισμό της τιμής ανοίγματος. Ο Σύνδεσμος ενεργεί ανάλογα με τις ποσότητες και την ποιότητα των προϊόντων που έχει κάθε πρωί μπροστά του. Εάν είναι πάρα πολλές οι ποσότητες, οι χονδρέμποροι βρίσκουν τρόπο να μεταχειριστούν αναλόγως τις ΣΕΔΙΓΕΠ ή τις Ομάδες Παραγωγών και κατ’ επέκταση τους παραγωγούς ρίχνοντας τις τιμές στον πάτο.
(γ) Οικονομική ανάλυση στοιχείων
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι πραγματοποιήθηκε οικονομική ανάλυση των στοιχείων που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας και ετοιμάστηκαν από την Υπηρεσία συγκριτικοί πίνακες που επισυνάφθηκαν ως παραρτήματα στην Έκθεση Ευρημάτων της Υπηρεσίας στους οποίους φαίνονται οι τιμές βάσει των τιμοκαταλόγων της χονδρικής αγοράς για όσες ημερομηνίες ήταν διαθέσιμες από τα στοιχεία αυτά, καθώς επίσης και οι τιμές που υιοθετήθηκαν από κάθε εταιρεία/χονδρέμπορο ξεχωριστά για κάθε κατηγορία οπωροκηπευτικών. Βάσει των στοιχείων αυτών υπολογίστηκε η ποσοστιαία απόκλιση[64] μεταξύ της τιμής που υιοθετήθηκε από κάθε εταιρεία και της τιμής του τιμοκαταλόγου της χονδρικής αγοράς.
Η Επιτροπή στη βάση αυτής της ανάλυσης έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εταιρείες/χονδρέμποροι κατά την τιμολόγηση των οπωροκηπευτικών προϊόντων δεν φαίνεται να ακολουθούν τις τιμές που καθορίζονται στους τιμοκαταλόγους που αποφασίζονται στις συνεδριάσεις της χονδρικής αγοράς. Ο λόγος για το συμπέρασμα αυτό είναι οι τεράστιες αποκλίσεις, οι οποίες στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι αρνητικές (δηλαδή η τιμή των εταιρειών/χονδρεμπόρων είναι χαμηλότερη από αυτή που καθορίζεται στη χονδρική αγορά). Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις η απόκλιση ήταν θετική.
Επίσης, από επισκόπηση που έγινε σε καταστάσεις που στάλθηκαν από τις εταιρείες έπειτα από ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας, διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν διάφορες υπο-κατηγορίες οπωροκηπευτικών, όπως για παράδειγμα τα μήλα, οι ντομάτες κλπ., οι τιμές των οποίων διαφέρουν. Σε αντίθεση, στους τιμοκαταλόγους των εταιρειών, όπως και στον τιμοκατάλογο της χονδρικής αγοράς οι τιμές αναφέρονται στη γενική ονομασία του προϊόντος, δηλαδή χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η ποιότητα ή η προέλευση.
Από τα εν λόγω ευρήματα φαίνεται ότι κάθε εταιρεία/χονδρέμπορος κατά την τιμολόγηση έκαστου προϊόντος αποφασίζει τη δική του χονδρική τιμή λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες και δεν βασίζεται μόνο στον τιμοκατάλογο που εκδίδεται από τη χονδρική αγορά. Παράγοντες που συνήθως λαμβάνονται υπόψη κατά την τιμολόγηση συγκεκριμένου προϊόντος είναι οι τιμές των ανταγωνιστικών εταιρειών/χονδρεμπόρων στην αγορά, η ποσότητα των προϊόντων που υφίσταται στην αγορά, η ποσότητα του προϊόντος που διαθέτει κάθε εταιρεία στις αποθήκες της και η ποιότητα των προϊόντων, η οποία είναι φθίνουσα στην περίπτωση των οπωροκηπευτικών. Επίσης λαμβάνεται υπόψη η ζήτηση για κάθε συγκεκριμένο είδος προϊόντος, η οποία μεταξύ άλλων επηρεάζεται από την εποχικότητα και από τα υποκατάστατα προϊόντα στην αγορά.
1.3.1 Κατάληξη της Επιτροπής
Από τα στοιχεία της έρευνας της Υπηρεσίας ως αυτά βρίσκονται στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης προκύπτει καταρχάς ότι η τιμή ανοίγματος, για την οποία συνεδριάζουν στη Χονδρική Αγορά της Λευκωσίας, κυρίως οι ομάδες παραγωγών, αποτελεί μία ενδεικτική τιμή για τους φθαρτέμπορους της Χονδρικής Αγοράς, ήτοι τη βάση για να καθοριστεί η ημερήσια τιμή των διαφόρων προϊόντων και των ποιοτήτων τους. Προκύπτει, όπως έχουν αναφέρει και αρκετές ομάδες παραγωγών αλλά και χονδρέμποροι, ότι η τιμή ανοίγματος αποτελεί την ανώτατη τιμή για την εταιρεία τους και ακολούθως κάνουν έκπτωση επ’ αυτής στους πελάτες τους, δηλαδή τους λιανέμπορους. Προς επίρρωση των πιο πάνω, η Επιτροπή επισημαίνει δήλωση ΣΕΔΙΓΕΠ ότι: «Η όλη διαδικασία που γίνεται με την τιμή ανοίγματος στην Λευκωσία είναι μάλλον αχρείαστη, αφού ουσιαστικά δεν φαίνεται να εξυπηρετεί σε τίποτε ή μάλλον μπορεί να εξυπηρετεί τους χονδρεμπόρους, για να δικαιολογούν τις δικές τους χρεώσεις στους λιανέμπορους.»
Επιπρόσθετα, η Επιτροπή παρατηρεί, βάσει και της οικονομικής ανάλυσης των στοιχείων ότι, η τιμή των χονδρεμπόρων είναι είτε ίση ή χαμηλότερη είτε και σε λίγες περιπτώσεις υψηλότερη από την τιμή του τιμοκαταλόγου της χονδρικής αγοράς, χωρίς να εντοπίζεται κάποια συνοχή στα ποσοστά απόκλισης για οποιοδήποτε είδος οπωροκηπευτικών μεταξύ των διαφόρων εταιρειών. Επομένως, οι εταιρείες/χονδρέμποροι κατά την τιμολόγηση των οπωροκηπευτικών προϊόντων δεν φαίνεται να ακολουθούν τις τιμές που καθορίζονται στους τιμοκαταλόγους που αποφασίζονται στις συνεδριάσεις της χονδρικής αγοράς, αλλά και ότι οι τιμές αυτών παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις, οι οποίες στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι τιμές χαμηλότερες από αυτές που καθορίζονται στη χονδρική αγορά.
Περαιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι από τα στοιχεία της έρευνας φαίνεται ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό τιμής ανοίγματος είναι η προσφορά και η ζήτηση, αλλά και οι καιρικές συνθήκες, που μπορεί να αυξομειώσουν τις ποσότητες και την τιμή ανοίγματος αλλά και η ποιότητα του κάθε προϊόντος.
Επίσης, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, προκύπτει ότι στις συνεδριάσεις της Χονδρικής Αγοράς δεν συμμετέχουν όλοι οι σύνδεσμοι και πως δεν συμμετέχουν πάντοτε συγκεκριμένοι σύνδεσμοι ή ομάδες παραγωγών ή/και άτομα παραγωγοί. Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου φαίνεται πως κατά καιρούς συμμετέχει όποιος θέλει ακόμα και μεμονωμένοι παραγωγοί ή/και όποιος θέλει και τον ενδιαφέρει. Επίσης, η Επιτροπή σημειώνει ότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι παραγωγοί δεν πληρώνονται με βάση την τιμή ανοίγματος, αλλά με βάση την πραγματική τιμή των πωλήσεών τους.
Επιπλέον, η Επιτροπή σημειώνει ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία και τις πληροφορίες της έρευνας, η τιμή ανοίγματος αποτελεί ενδεικτική τιμή στην οποία εμφιλοχωρούν και διαπραγματεύσεις. Ο κάθε σύνδεσμος/παραγωγός χρεώνει τον χονδρέμπορο ή λιανέμπορο μεμονωμένα. Επίσης όπως προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνας, παρά το γεγονός ότι η τιμή της χονδρικής αγοράς αποτελεί για πολλούς ενδεικτική τιμή που αντικατοπτρίζει την προσφορά και ζήτηση τη συγκεκριμένη στιγμή, ιδίως τα τελευταία χρόνια, η τιμή ανοίγματος δεν εξυπηρετεί σε κάτι, διότι ο κάθε παραγωγός/σύνδεσμος πωλεί στη δική του τιμή τα εμπορεύματα του, ενώ ο κάθε χονδρέμπορος είναι ελεύθερος να χρεώνει ό,τι θέλει χωρίς οποιουσδήποτε περιορισμούς συνεπεία των υπό έρευνα τιμών ανοίγματος. Η Επιτροπή σημειώνει ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι χονδρέμποροι δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε μορφή έκπτωσης ή προμήθεια υπό τον όρο ότι θα αρχίσουν πωλήσεις σε συγκεκριμένη τιμή.
Επιπλέον, η Επιτροπή σημειώνει ότι, ως έχει διαφανεί από την έρευνα, οι εκπρόσωποι των Ομάδων Παραγωγών έχουν σταθερό περιθώριο κέρδους ως εταιρείες (περίπου από 6% έως και 10% για τα λειτουργικά τους έξοδα), ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζεται πως δεν υπάρχει η δυνατότητα φύλαξης των προϊόντων σε ψυγεία πέραν των 1-2 ημερών και η πληρωμή των παραγωγών, από τη στιγμή παράδοσης των εμπορευμάτων, μπορεί να γίνει με την πάροδο μέχρι και τριών (3) μηνών. Επομένως, η Επιτροπή σημειώνει ότι οι εν λόγω ομάδες παραγωγών φαίνεται ότι έχουν η κάθε μια σταθερό περιθώριο κέρδους και πως δεν έχουν οποιοδήποτε κίνητρο να προβαίνουν σε συμφωνίες επί των τιμών με τις άλλες ομάδες παραγωγών και/ή να επιβάλλουν οποιαδήποτε απόφαση που αφορά τον καθορισμό της τιμής μεταπώλησης των προϊόντων στα επόμενα στάδια της αγοράς.
Εξάλλου έχει παρατηρηθεί ότι όλοι οι τιμοκατάλογοι δεν αφορούν τις τιμές μεταξύ των παραγωγών και των ομάδων τους, αλλά αφορούν τα επόμενα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας και άρα δεν τίθεται εν προκειμένω οποιοδήποτε θέμα οριζόντιας συμφωνίας μεταξύ των ομάδων παραγωγών για καθορισμό δικών τους τιμών πώλησης που θα αποτελούσε κατά κανόνα την κυριότερη μορφή απαγορευμένης σύμπραξης. Επίσης, εφόσον οι υπό εξέταση συμφωνίες και αποφάσεις απευθύνονται προς διαφορετικά επίπεδα της αγοράς πρέπει να σημειωθεί ότι δεν διαφάνηκε οποιοσδήποτε απαγορευμένος καθορισμός μεταπώλησης, καθότι όπως φαίνεται, οι υπό εξέταση τιμές είναι αμιγώς ενδεικτικές και σε καμία περίπτωση δεσμευτικές προς τους χονδρέμπορους και/ή λιανοπωλητές.
Επίσης, τονίζεται εμφατικά ότι τα στοιχεία και οι δηλώσεις δεικνύουν ότι ο όγκος των προϊόντων που μεταφέρονται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, από όλες τις ΣΕΔΙΓΕΠ παγκύπρια, αντιπροσωπεύει μόλις το 20%-25% του συνόλου των προϊόντων, καθώς το υπόλοιπο 80% περίπου πωλείται απευθείας στους χονδρέμπορους και ως εκ τούτου, το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς δεν επηρεάζεται ή αν επηρεάζεται αυτό γίνεται έμμεσα και κυρίως, όπως διαφάνηκε προς τα κάτω.
Περαιτέρω, όπως σημειώθηκε από χονδρεμπόρους, ενδέχεται να μην συμφωνούν με τις τιμές ανοίγματος λόγω μεγάλης προσφοράς και των υψηλών τιμών και έτσι οι τιμές προσαρμόζονται για να πωληθούν όλα τα προϊόντα και να μην πεταχτούν.
Σημειώνεται ακόμα ότι όπως αναφέρθηκε, οι καθαρές χονδρικές τιμές είναι αισθητά χαμηλότερες από τις τιμές ανοίγματος της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν οι λιανοπωλητές, η τιμή ανοίγματος είναι ενδεικτική, γιατί στην πράξη η τελική τιμή πώλησης καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση ενός προϊόντος. Οι τιμές της Χονδρικής Αγοράς αποτελούν τη βάση για την τιμολόγηση των προϊόντων, ώστε η εκάστοτε εταιρεία να είναι ανταγωνιστική σε σχέση με τους υπόλοιπους λιανέμπορους, ενώ η τιμή ανοίγματος στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας δεν αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο καθορισμού της λιανικής τιμής πώλησης, αλλά μόνο ενδεικτικό που σε καμία περίπτωση δεν είναι δεσμευτικό. Ως ανέφεραν, είναι πιθανότερο οι εν λόγω τιμές να πιέζουν προς χαμηλότερες χρεώσεις εν τέλει προς τους τελικούς καταναλωτές, κάτι το οποίο είναι προς το συμφέρον τους και δεν επιφέρει περιορισμούς στην αγορά.
Επίσης, η Επιτροπή σημειώνει ότι όπως διαφάνηκε και από την πραγματοποιηθείσα οικονομική ανάλυση κάθε εταιρεία/χονδρέμπορος κατά την τιμολόγηση εκάστου προϊόντος αποφασίζει τη δική του χονδρική τιμή χωρίς να βασίζεται μόνο στον τιμοκατάλογο που εκδίδεται από τη χονδρική αγορά.
Πέραν των πιο πάνω, η Επιτροπή παρατηρεί πως σύμφωνα με τα στοιχεία της προκαταρκτικής έρευνα φαίνεται ότι οι ΣΕΔΙΓΕΠ και οι λοιπές ομάδες παραγωγών που παρακάθονται στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας με σκοπό τον καταρτισμό του τιμοκαταλόγου των νωπών οπωροκηπευτικών δεν έχουν λόγο να καθορίσουν μεταξύ τους τις τιμές, καθότι όπως διαφάνηκε από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, η κάθε μία εξ αυτών παράγει και προσφέρει στην αγορά διαφορετικά προϊόντα ή/και διαθέτει κάποια κύρια προϊόντα περισσότερο σε σχέση με μικρότερες ποσότητες άλλων προϊόντων που την ίδια στιγμή παράγουν άλλες περιοχές της Κύπρου. Ως αποτέλεσμα αυτού, η κάθε μία εξ αυτών καταγράφει και αποφασίζει επί των δικών της προϊόντων και στην περίπτωση όπου υπάρχει κοινό προϊόν με άλλη ομάδα, διαφαίνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα να καταγραφεί και δεύτερη τιμή σε περίπτωση διαφωνίας. Συγκεκριμένα, η ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου ανέφερε ότι: «Ασφαλώς κάποιοι έχουν τον πρώτο λόγο στις τιμές ανάλογα με την ποσότητα προϊόντων που παραλαμβάνουν, π.χ. την δεδομένη χρονική στιγμή για το αγγούρι αποφάσισε η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας και για τους ανανάδες η ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου.». Επίσης, η ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης ανέφερε: «Στην περίπτωση που ένας Σύνδεσμος/Ομάδα παραγωγών έχει μεγαλύτερη παραγωγή σε κάποιο προϊόν συνεπώς και έχει μεγαλύτερη δύναμη στην απόφαση της τιμής ανοίγματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και η τιμή χρέωσης θα είναι η ίδια αφού ομοειδή προϊόντα κάθε περιοχής διαφέρουν ποιοτικά. Η Εταιρεία μας ειδικεύεται στην παραγωγή της μπάμιας κατά την καλοκαιρινή περίοδο και στην παραγωγή Αγκινάρα κατά την χειμερινή περίοδο.»
Δεδομένων των πιο πάνω, η Επιτροπής θεωρεί ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δεικνύουν απαγορευμένη σύμπραξη αλλά στη βάση των συλλεχθέντων στοιχείων προκύπτει ότι οι τιμές που αποφασίζονται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας αποτελούν ενδεικτικές τιμές και σε κάθε περίπτωση, όπως διαφάνηκε, θεωρούνται ανώτατες τιμές, κάτι το οποίο λειτουργεί προς το συμφέρον των καταναλωτών, εφόσον πιέζει τον ανταγωνισμό των τιμών προς τα κάτω, αφορούν ένα σχετικά μικρό μερίδιο της συνολικής αγοράς και δεν περιορίζουν την τελική διαμόρφωση των τιμών των οπωροκηπευτικών.
Περιπλέον, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι έως ότου φθάσουν τα νωπά οπωροκηπευτικά στον τελικό καταναλωτή, μεσολαβούν πέραν του παραγωγού, οι χονδρέμποροι και οι λιανοπωλητές, με αποτέλεσμα, ο κάθε ένας εξ αυτών να προσθέτει στο προϊόν το περιθώριο κέρδους του και ως εκ τούτου η τιμή του προϊόντος προς τους καταναλωτές να αυξάνεται όχι λόγω των τιμών που λαμβάνουν οι παραγωγοί αλλά λόγω των σταδίων που μεσολαβούν. Συγκεκριμένα, τίθεται πιο κάτω παράδειγμα από την ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, η οποία προσκόμισε δειγματοληπτικά και τυχαία για δύο μέρες 29/5/2019 και 31/5/2019, τη διαδικασία εκκαθάρισης παραγωγού, κατά ημέρα, κατά προϊόν, κατά ποιότητα και στην οποία φαίνεται η τιμή που λαμβάνει ο παραγωγός από το προϊόν που πωλεί στην αγορά:
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 1
Ημερομηνία παραλαβής 29/5/2019 ημερομηνία ανοίγματος 30/5/2019.
Προϊόν |
ΤΙΜΗ ΑΝΟΙΓΜΑΤΟΣ |
ΤΙΜΗ ΧΡΕΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΗ ΜΑΣ[65] |
ΤΙΜΗ ΑΠΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑ[66] |
ΤΙΜΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ |
ΑΓΓΟΥΡΑΚΙΑ ΧΩΡΑΦΙΟΥ ΕΞΤΡΑ |
€0,80 |
€0,40 |
€0,29 |
€0,32 |
ΑΝΑΝΑΔΕΣ ΕΞΤΡΑ |
3,00 |
1,78 |
- |
1,62 |
ΠΑΛΚΑΠΑ ΕΞΤΡΑ |
1,50 |
0,79 |
0,28 |
0,52 |
ΦΟΙΝΙΚΟΤΕΣ ΕΕΞΤΡΑ |
1,00 |
0,50 |
0.31 |
0,44 |
ΦΑΣΟΛΑΚΙ ΕΞΤΡΑ |
3,50 |
2,50 |
2,20 |
2,28 |
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 2
Ημερομηνία παραλαβής 31/5/2019 ημερομηνία ανοίγματος 1/6/2019
Προϊόν |
ΤΙΜΗ ΑΝΟΙΓΜΑΤΟΣ |
ΤΙΜΗ ΧΡΕΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΗ ΜΑΣ |
ΤΙΜΗ ΑΠΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑ |
ΤΙΜΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ |
ΑΓΓΟΥΡΑΚΙΑ ΧΩΡΑΦΙΟΥ ΕΞΤΡΑ |
€1,30 |
€0,61 |
€0,59 |
€0,55 |
€2,50 |
€1,46 |
- |
€1,34 |
|
ΠΑΛΚΑΠΑ ΕΞΤΡΑ |
€1,50 |
€0,78 |
€0,24 |
€0,41 |
ΦΟΙΝΙΚΟΤΕΣ ΕΞΤΡΑ |
€1,00 |
€0,50 |
€0,50 |
€0,45 |
ΦΑΣΟΛΑΚΙ ΕΞΤΡΑ |
€3,50 |
€2,50 |
€1,90 |
€2,29 |
Περαιτέρω, η εν λόγω εταιρεία αναφέρει ότι «αφού αποκοπεί και το ποσοστό που έχει αποφασίσει να αποκόπτει η εταιρεία από κάθε παραγωγό, ξεκαθαρίζει η τιμή και/ή το ποσό που θα πληρωθεί ο παραγωγός.».
Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφασίζει κατά πλειοψηφία ότι εν προκειμένω δεν υφίσταται απαγορευμένη συμφωνία και απόφαση ένωσης επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 3(1)(α) του Νόμου και 101(1) της ΣΛΕΕ ούτε σε οριζόντιο ούτε σε κάθετο επίπεδο, η οποία να έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και άρα δεν δύναται να αναληφθεί περαιτέρω δράση σε σχέση με το άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ.
Αναφορικά με το θέμα τιμοκαταλόγων των εταιρειών {…} και άλλων εταιρειών που και έχουν βρεθεί στα υποστατικά της εταιρείας Karmi Unifruit Ltd, η Επιτροπή σημειώνει καταρχήν ότι η εταιρεία Karmi Unifruit Ltd ανέφερε ότι οι τιμοκατάλογοι αυτοί έχουν περιέλθει σε γνώση της μετά από αποστολή τους από πελάτες της και ότι ο λόγος που πολλές φορές αποστέλλονται τέτοιοι τιμοκατάλογοι ανταγωνιστών είναι καθαρά για σκοπούς διαπραγμάτευσης και μείωσης της προσφερόμενης τιμής που προσφέρουν οι πελάτες. Η εταιρεία συγκεκριμένα ανέφερε: «Είναι γνωστή πρακτική στην αγορά που ακολουθούν πελάτες τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς στον εν λόγω τομέα, να αποστέλλονται οι προσφερόμενες τιμές του ανταγωνιστή του προμηθευτή με σκοπό ο προμηθευτής να πειστεί να χαμηλώσει την τιμή του.».
Η εταιρεία επίσης ανέφερε ότι αυτή η πρακτική δεν έχει σκοπό να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή να κρατήσει τις τιμές χονδρικής σε συγκεκριμένο επίπεδο, αλλά απεναντίας έχει σκοπό τη διενέργεια πωλήσεων σε χαμηλότερη τιμή, γεγονός το οποίο εξυπηρετεί τον ανταγωνισμό. (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)
Η εταιρεία Karmi Unifruit Ltd ανέφερε επίσης ότι λαμβάνει εβδομαδιαία από συγκεκριμένη εταιρεία εισαγωγέα που είναι και ανταγωνιστής της, με την οποία όμως υπάρχει κάποια εμπορική συνεργασία, τιμοκατάλογο με τις αρχικές τιμές τους, όχι δηλαδή τις τιμές που προσφέρει ο εν λόγω προμηθευτής σε συγκεκριμένους πελάτες του. Το αντίστροφο γίνεται και από την εταιρεία. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι: «Αυτή η αμοιβαία συνεργασία αποσκοπεί καθαρά στην διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού και με κανέναν τρόπο δεν εξυπηρετεί τον καθορισμό των τιμών που προσφέρουν οι πελάτες μας και οι ανταγωνιστές τους προς τους πελάτες τους. Αυτό συμβαίνει είτε λόγω κακών υπολογισμών ή (λόγω ευπάθειας κάποιων προϊόντων – απώλειας κατά την μεταφορά ή ακόμη και να εκτελωνιστούν σε μη εμπορεύσιμη κατάσταση-χαλασμένα) για τις ανάγκες της αγοράς για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο είτε λόγω απρόσμενων συνθηκών που επηρεάζουν την προσφορά, με αποτέλεσμα να προκύπτουν ελλείψεις οι οποίες στην προσπάθεια της η κάθε εταιρεία να ικανοποιήσει το πελατολόγιο της προβαίνει σε αγορές εκτός της η κάθε εταιρεία να ικανοποιήσει το πελατολόγιο της προβαίνει σε αγορές εκτός των εισαγωγών και αναγκάζεται να προμηθευτεί τις ελλείψεις της από ανταγωνιστές/προμηθευτές.».
1.4 Περιορισμός ή έλεγχος της παραγωγής/διάθεσης - Άρθρο 3(1)(β) του Νόμου/Άρθρο 101(1) στοιχ. β’ ΣΛΕΕ
Η Επιτροπή σημειώνει ότι από το άρθρο 3(1)(β) του Νόμου και το αντίστοιχο άρθρο 101(1) στοιχ. β’ της ΣΛΕΕ προκύπτει ότι απαγορεύονται αποφάσεις και συμφωνίες, οι οποίες έχουν αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό ή τον έλεγχο της παραγωγής ή της διάθεσης και που αποτελούν μια προφανή περίπτωση περιορισμού του ανταγωνισμού, ενώ ενδέχεται να συμβάλουν και στην εδραίωση ή αύξηση των τιμών στη αγορά. Σημειώνεται ότι οι εν λόγω αποφάσεις αποτελούν συνήθως τμήμα μιας ευρύτερης συμφωνίας καθορισμού τιμών ή κατανομής αγορών.[67]
Η Επιτροπή σημειώνει επιπλέον ότι στην απαγόρευση που εισάγει η διάταξη του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 101(1) στοιχ. β’ της ΣΛΕΕ συμπεριλαμβάνεται κάθε περιορισμός ή έλεγχος της προσφοράς προϊόντων και/ή υπηρεσιών.[68] Επίσης, πρέπει να υπομνησθεί ότι από την εν λόγω διάταξη καταλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία υφίσταται απόφαση ή συμφωνία ποσοστώσεων παραγωγής. Αυτό διότι, μέσω του ελέγχου και της μείωσης της προσφοράς επηρεάζονται συνήθως και οι τιμές, καθώς και η απεξάρτησή τους από τη ζήτηση του προϊόντος από πλευράς καταναλωτή.[69] Μία ιδιάζουσα μορφή περιορισμού προκύπτει σε περίπτωση που συνδυάζεται με συμφωνία αποκλειστικής προμήθειας, όπου συμφωνείται περιορισμός της παραγωγής και τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα προϊόντα από το άλλο μέρος κατ’ αποκλειστικότητα. Αν συντρέχει τούτο και τα μέρη είναι και δυνητικοί ανταγωνιστές, τότε τίθεται ζήτημα παράβασης της ως άνω απαγορευτικής διάταξης.[70]
Στην υπό εξέταση περίπτωση, εξετάζεται κατά πόσο υφίσταται περιορισμός του ανταγωνισμού κατά παράβαση των άρθρων 3(1)(β) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 101(1) στοιχ. β’ της ΣΛΕΕ στο πλαίσιο των συναντήσεων που λαμβάνουν χώρα στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας αναφορικά με τις συμφωνίες ή/και αποφάσεις των ομάδων παραγωγών για την τιμή ανοίγματος των προϊόντων τους.
Στη βάση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης κατέστη σαφές ότι στην αγορά δραστηριοποιούνται ανταγωνιστικές εταιρείες χωρίς να έχει προκύψει οποιοδήποτε εύρημα που να παραπέμπει ότι αυτές μεταξύ τους είτε σε επίπεδο παραγωγών είτε χονδρεμπόρων προβαίνουν σε οποιαδήποτε συμφωνία και/ή απόφαση ένωσης επιχειρήσεων, η οποία να αφορά τον οποιοδήποτε περιορισμό της παραγωγής ή/και της διάθεσης των προϊόντων. Τουναντίον, η αγορά παρουσιάζεται επαρκώς ανταγωνιστική λόγω και του μεγάλου αριθμού που δραστηριοποιούνται σε αυτήν, καθώς και λόγω του ότι πέρα από την εγχώρια παραγωγή νωπών οπωροκηπευτικών αρκετά προϊόντα εισάγονται στην Κυπριακή αγορά από διάφορες εταιρείες.
Επιπρόσθετα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι μέσα από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε δεν τέθηκε από κανένα συμμετέχοντα οποιοδήποτε παράπονο ή επισήμανση περί μείωσης της παραγωγής ή/και περιορισμό της παραγωγής, καθώς και της διάθεσης των προϊόντων στην αγορά.
Επίσης, από τα στοιχεία της έρευνας παρουσιάζεται ότι τα αδιάθετα προϊόντα, δηλαδή αυτά που δεν πωλούνται απευθείας στις αποθήκες των ΣΕΔΙΓΕΠ ή από τον ίδιο τον παραγωγό προς τους χονδρέμπορους, προωθούνται προς τις χονδρικές αγορές για να μπορέσουν ευκολότερα να διατεθούν για αυτό και η ποσότητα που καταλήγει στις χονδρικές αγορές κυμαίνεται περί το 20% της παραγωγής και η τιμή, ως το παράδειγμα που έδωσε η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, που πωλούνται στη χονδρική αγορά είναι εμφανώς χαμηλότερη από την τιμή της αποθήκης.
Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφασίζει κατά πλειοψηφία ότι στη βάση των στοιχείων της έρευνας που πραγματοποιήθηκε και των στοιχείων του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, δεν στοιχειοθετείται περιορισμός της παραγωγής ή/και της διάθεσης των νωπών οπωροκηπευτικών στη βάση του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου και 101(1) στοιχ. β’ της ΣΛΕΕ. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και άρα δεν δύναται να αναληφθεί περαιτέρω δράση σε σχέση με το άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ.
Θέση μειοψηφίας της Επιτροπής
Κατά την αιφνίδια έρευνα της Υπηρεσίας στις εγκαταστάσεις της χονδρικής αγοράς Λευκωσίας εντοπίστηκαν στο χώρο του καφενείου της αγοράς, 9 (εννέα) πρόσωπα καθήμενα γύρω από ένα τραπέζι να συσκέπτονται και να αποφασίζουν τις τιμές διαφόρων προϊόντων. Τα στοιχεία και οι ιδιότητες 5 (πέντε) εξ αυτών καταγράφονται σε έκθεση της επικεφαλής του κλιμακίου της υπηρεσίας στη συγκεκριμένη αιφνίδια έρευνα ενώ των άλλων 4 (τεσσάρων) δεν είναι γνωστά καθώς αρνήθηκαν να τα δώσουν φεύγοντας αιφνιδίως από τον χώρου καφενείου. Περαιτέρω, η μειοψηφία παραθέτει τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία περιλαμβάνονται στον αντίστοιχο Διοικητικό Φάκελο: Συγκεκριμένα, κατά την αιφνίδια έρευνα στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και Λεμεσού, η ομάδα των λειτουργών που έφθασε έξω από τον χώρο όπου συζητούντο οι τιμές, στο καφενείο, άκουσε τον καθορισμό των τιμών και τις τιμές που αναφέρθηκαν («κολοκάσι €2,50, πούλλες €2,80, μανταρινι €2,50, παντζάρι €1,30, πατάτες €1,80, πράσα €2, σέλινα €1,50, καρότο €2,30, λεμόνια €1, πόμελα, €1,80, φράουλες €5»). Κατόπιν η ομάδα εισήλθε στον εν λόγω χώρο, όπου εντόπισαν εννέα άτομα να συζητούν τις τιμές τα οποία άτομα δήλωσαν ότι συναντώνται τρεις φορές την βδομάδα για καθορισμό των τιμών. Ανέφεραν ότι ο σύνδεσμος από τις πωλήσεις του βγάζει ένα μέσο όρο τιμών ανά κατηγορία προϊόντος και αποδίδει σε όλους τους παραγωγούς την ίδια τιμή ανάλογα με την ποσότητα που παρέδωσαν. Την ώρα λήξης του καθορισμού των τιμών μεταξύ των παρευρισκομένων ο εκπρόσωπος από την ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας πήρε ένα χαρτί στο χέρι του και βγήκε έξω. Η Ανώτερη Λειτουργός που ηγείτο της ομάδας, τον ακολούθησε και διαπίστωσε ότι το εν λόγω χαρτί περιείχε τις τιμές ανοίγματος της ημέρας, Ο εν λόγω εκπρόσωπος πέρασε από την εταιρεία Ζαρούνα & Διαμάντω φωτοτύπησε το χαρτί και το έδωσε σε επόμενα μαγαζιά. Όταν τον διέκοψε Ανώτερη λειτουργός ο γραμματέας του Συνδέσμου, την προέτρεψε να έρθει αργότερα. Όταν η Ανώτερη Λειτουργός επισκέφτηκε το μαγαζί της Εταιρείας Ζαρούνα & Διαμάντω, από όπου έγινε η εν λόγω φωτοτυπία και ζήτησε από την ιδιοκτήτρια να λάβει αποδεικτικό αποστολής μέσω τηλεομοιότυπου των τιμών η ιδιοκτήτρια αρνήθηκε, καθότι ήθελε πρώτα να συμβουλευθεί κάποιο.
Επιπροσθέτως, η μειοψηφία της Επιτροπής αναφέρει και τα εξής σχετικά τα οποία περιλαμβάνονται στον αντίστοιχο Διοικητικό Φάκελο. Κατά επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στα γραφεία της εταιρείας Zittex Trading Ltd, όταν έφθασαν οι λειτουργοί στις εγκαταστάσεις της εταιρείας Zittex Trading Ltd, ο διευθυντής της Zittex Trading Ltd, δήλωσε ότι ο καθορισμός των τιμών γίνεται από παραγωγούς και συνδέσμους και ο ίδιος ανέφερε ότι δεν τις ακολουθεί γιατί όπως είπε συγκεκριμένα: «είναι υπερβολικές και εξυπηρετούν συμφέροντα». (Η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)
Κατά την επιτόπια έρευνα της Υπηρεσίας στο καφενείο της Αγοράς λήφθηκαν γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης, της ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου και της Οργάνωσης Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ. Σύμφωνα με αυτές ο κατάλογος με τις ημερήσιες τιμές που εκδίδεται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας καθορίζεται σε συνεργασία των παραγωγών και των Ομάδων Παραγωγών, αναλόγως της προσφοράς και της ζήτησης. Επιπλέον, οι εκπρόσωποι των Ομάδων Παραγωγών δήλωσαν ότι έχουν σταθερό περιθώριο κέρδους ως εταιρείες.
Ο τρόπος διεξαγωγής των συναντήσεων για καθορισμό των τιμών περιγράφεται σε δηλώσεις παραγόντων και εμπόρων και αναλυτικότερα στις απαντήσεις του Συνδέσμου Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας
Συγκεκριμένα ο Σύνδεσμος αναφέρει: «Η τιμή ανοίγματος καθοριζόταν με βάση την ακόλουθη διαδικασία: Κάθε Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο πραγματοποιείτο η μεγαλύτερη συγκριτικά με άλλες μέρες συγκέντρωση εμπορευμάτων φρέσκων φρούτων και λαχανικών από όλα τα μέρη της Κύπρου στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, η οποία είναι η μεγαλύτερη Χονδρική Αγορά της Κύπρου. Τα εμπορεύματα μεταφέρονταν στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας από διάφορους Συνδέσμους ή ομάδες παραγωγών ή/και ιδιώτες στους οποίους οι διάφοροι παραγωγοί εμπιστεύονται την μεταφορά της δικής τους παραγωγής και οι οποίοι ενεργούν ως αντιπρόσωποι των παραγωγών. Η διαδικασία διαρκούσε από τις 02:00 π.μ. μέχρι τις 04:30 π.μ. Οι διάφοροι Σύνδεσμοι και παραγωγοί είναι γνώστες των ποσοτήτων που διακινήθηκαν τόσο στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, όσο και στις υπόλοιπες Χονδρικές Αγορές και περιοχές της Κύπρου. Στη συγκέντρωση παρευρίσκονταν τακτικά η Οργάνωση Παραγωγών ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης, η Οργάνωση Παραγωγών ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, η ΣΕΔΙΓΕΠ Παρεκκλησιάς καθώς και οργανώσεις παραγωγών των Περβολιών Λάρνακας και Περιστερώνας. Αυτοί είναι και οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι παραγωγών, αν και οπωσδήποτε ανάλογα με την περίπτωση συμμετέχουν και άλλοι παραγωγοί ή Σύνδεσμοι.
Ο Σύνδεσμος Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, πριν την πραγματοποίηση της Συγκέντρωσης προέβαινε σε εισηγήσεις προς τους παραγωγούς και τους Συνδέσμους για το που πρέπει να κυμανθούν οι τιμές των προϊόντων (δηλαδή η τιμή ανοίγματος), αλλά η τελική απόφαση ανήκε αποκλειστικά στους παραγωγούς και στους Συνδέσμους και όχι στους Εμπόρους. Η διαδικασία αυτή καθορισμού του τιμοκαταλόγου ακολουθείτο για πέραν των 70 χρόνων…..».
Ο σύνδεσμος όπως υποστηρίζει, τα τελευταία χρόνια, ο Σύνδεσμος δεν ερωτάται, ούτε μετέχει, αλλά ούτε του ζητείται να κάνει εισηγήσεις για την τιμή ανοίγματος.
Επιπλέον, στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης βρίσκονται καταχωρημένα πληθώρα μηνυμάτων που εστάλησαν με τηλεομοιότυπο σε όσους αποστέλλεται και ο κατάλογος με τις καθορισμένες τιμές στα οποία αναγράφεται με μεγάλα γράμματα η φράση «δεν έχει αλλαγές» και ακολουθεί ημερομηνία και υπογραφή.
Το μήνυμα αυτό εστάλη σε διάφορες ημερομηνίες.
Όπως ενημέρωσε λειτουργούς της Υπηρεσίας κατά την αιφνίδια έρευνα τους ο κ. Π (Eurofresh Fruit and Vegetables) το μήνυμα αυτό αποστέλλεται με τηλεομοιότυπο από την Χονδρική Αγορά όταν δεν υπάρχει αλλαγή στις τιμές. Περαιτέρω, η μειοψηφία της Επιτροπής παραθέτει τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία περιλαμβάνονται στον αντίστοιχο Διοικητικό Φάκελο: Συγκεκριμένα , ο υπεύθυνος της εταιρείας Eurofresh Fruits and Vegetables Ltd ανέφερε μεταξύ άλλων κατά την αιιφνίδια έρευνα, τα εξής στους λειτουργούς που μετέβηκαν στις εγκαταστάσεις της: «ότι μαζεύονται 20-30 άτομα εκπρόσωποι παραγωγών και ανεξάρτητοι παραγωγοί και η τιμή καθορίζεται από τους Συνδέσμους ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, Παραλιμνίου, Φρέναρους, Λύσης και Αργάκας.». Όπως ανάφερε, ο κατάλογος είναι μια συμφωνία παραγωγών που βρίσκονται στην χονδρική.
Από απαντήσεις/τοποθετήσεις Οργανώσεων παραγωγών και Χονδρέμπορων, και στοιχεία που βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις κατά την αιφνίδια έρευνα της Υπηρεσίας ενδεικτικά σημειώνονται:
Σύμφωνα με δηλώσεις εκπροσώπων της εταιρείας Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιός Λτδ οι τιμές ανοίγματος συμφωνούνται μεταξύ των Ομάδων Παραγωγών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι χονδρέμποροι έρχονται σε επαφή απευθείας με τους παραγωγούς και συμφωνούν μεταξύ τους τις τιμές των προϊόντων.
Σύμφωνα με τις γραπτές δηλώσεις των εκπροσώπων της εταιρείας Agromarkets (Nicosia) Wholesales Ltd, οι τιμές ανοίγματος καθορίζονται από τις Ομάδες Παραγωγών και τους υπόλοιπους παραγωγούς και στη συνέχεια αποστέλλονται με τηλεομοιότυπο σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη τα οποία ενημερώνονται πολλές φορές και τηλεφωνικά για τις αλλαγές στις τιμές των οπωροκηπευτικών.
Εκπρόσωποι της εταιρείας Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ δήλωσαν πως τις τιμές τις καθορίζουν οι παραγωγοί.
Σύμφωνα με την εταιρεία Amalthia Trading Ltd οι τιμές ανοίγματος καθορίζονται από τους παραγωγούς, οι οποίοι συνεδριάζουν στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και αφού λάβουν υπόψη την προσφορά και τη ζήτηση. Στη συνέχεια, ο τιμοκατάλογος αυτός παραδίδεται δια χειρός σε όλα τα καταστήματα της αγοράς και από εκεί αποστέλλεται με τηλεομοιότυπο σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ανά το παγκύπριο. Περαιτέρω, η μειοψηφία της Επιτροπής παραθέτει και τα εξής σχετικά, ως αυτά περιλαμβάνονται στον σχετικό Διοικητικό Φάκελο, συγκεκριμένα ως αναφέρθηκε από έναν εκ των διευθυντών, οι ημερήσιες τιμές ήταν οι ανώτερες τιμές οι οποίες αποφασίζονται τρεις (3) φορές την βδομάδα από τέσσερις (4) ομάδες παραγωγών και τέσσερις (4) ιδιωτικούς παραγωγούς και στη συνέχεια, ο τιμοκατάλογος αυτός παραδίδεται δια χειρός σε όλα τα καταστήματα της αγοράς και από εκεί αποστέλλεται με τηλεομοιότυπο σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ανά το παγκύπριο.
Εκπρόσωποι της εταιρείας Amalthia Trading (Nicosia) Ltd, δήλωσαν ότι παρά το γεγονός ότι η εταιρεία τους ασχολείται με τις εισαγωγές φρούτων και λαχανικών, εντούτοις ενημερώνεται για τις τιμές ανοίγματος της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας και τις λαμβάνει υπόψη.
Απαντώντας σε ερώτηση της Υπηρεσίας η Amalthia Trading (Nicosia) Ltd ανέφερε ότι: «η εταιρεία μας λαμβάνει υπόψιν την ανώτερη τιμή ανοίγματος, τα κόστη της εταιρείας μας, την ποιότητα του προϊόντος που έχουμε προς πώληση κ.α.»
Ωστόσο στα στοιχεία του διοικητικού φακέλους υπάρχουν καταχωρημένες επιστολές προσφορών και έντυπα συμφωνίας με αγοραστή στα οποία αναγράφονται: «ΕΚΠΤΩΣΗ:30% στα προϊόντα Κυπριακής προέλευσης από τον κατάλογο της Χονδρικής αγοράς Λευκωσίας», « τα φθαρτά και φρούτα Κυπριακής προέλευσης θα είναι με 35% έκπτωση από τις τιμές του τιμοκαταλόγου της Χονδρικής Αγοράς», «τα φθαρτά και φρούτα Κυπριακής προέλευσης θα είναι με 30% έκπτωση από τις τιμές του τιμοκαταλόγου της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας».
Επιπρόσθετα, προσφέρεται για συγκεκριμένα προϊόντα σταθερή τιμή για διάστημα ενός έτους. «Η τιμή χόρτων δέσμης θα είναι 0,30€/δέσμη, σταθερές για ένα χρόνο», «Οι τιμές χορταρικών δέσμης εκτός Γλυστιρίδας θα είναι 0,28 ευρώ την δέσμη .Η Γλυστιρίδα θα 0,40 ευρώ/δέσμη. Επίσης, η τιμή των μανιταριών θα είναι 2,70 ευρώ το κιλό και τα Portobello 4,50 ευρώ το κιλό. Η τιμή για τα πορτοκάλια του χυμού θα είναι σταθερή στα 0,55 ευρώ/κιλό για 1 χρόνο συμπεριλαμβανομένου και της μηχανής …..»
Οι εκπρόσωποι της εταιρείας Karmi Unifruit Ltd στα γραφεία της οποίας βρέθηκαν οι τιμοκατάλογοι με τις ημερήσιες τιμές της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας ανέφεραν ότι οι τιμές ανοίγματος συμφωνούνται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας από τους παραγωγούς και του Συνδέσμους Παραγωγών, λαμβάνοντας υπόψη την προσφορά και τη ζήτηση. Πρόσθεσαν ότι ο τιμοκατάλογος που εκδίδεται στη Χονδρική Αγορά κοινοποιείται σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη είτε τηλεφωνικώς είτε μέσω τηλεομοιότυπου.
Εκπρόσωποι της εταιρείας Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ ανέφεραν ότι κάθε Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο εκδίδεται μια λίστα με τιμές ανοίγματος από τη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, η οποία τίθεται ενώπιον όλων των εμπλεκομένων μερών και όλοι την έχουν σαν αφετηρία. Πρόσθεσαν ακόμη πως η εταιρεία τους την επισυνάπτει σε κάθε τιμολόγιο που εκδίδει.
Σύμφωνα με την εταιρεία Αντρέας Παπανικολής & Υιός Λτδ για τις τιμές που καθορίζονται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας ενημερώνονται όλες οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά των οπωροκηπευτικών είτε με τηλεομοιότυπο είτε τηλεφωνικά.
Η εταιρεία Νεόφυτος Φελλάς Φθαρτά Λτδ, ανέφερε ότι «η τιμή ανοίγματος είναι η βάση καθορισμού ημερήσιας τιμής» και πως «η τιμή ανοίγματος απευθύνεται σ’ όλους τους εμπλεκόμενους». Πρόσθεσε ότι η τιμή ανοίγματος καθορίζει την τιμή κάθε προϊόντος αναλόγως των ποσοτήτων και ποιότητας προϊόντων και πως ο κάθε σύνδεσμος/παραγωγός δεν αποφασίζει την τιμή με βάση τα δικά του προϊόντα διότι ο καθορισμός τιμής γίνεται βάσει παγκύπριας κλίμακας. Επίσης, ανέφερε ότι, στις συνεδρίες της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας έχουν το λόγο οι μεγάλοι Σύνδεσμοι, εκπρόσωποι των ομάδων παραγωγών και μεγάλοι παραγωγοί. Ανάλογα με την εποχή και αναλόγως των προϊόντων που έχουν, σε κάθε συνεδρία συμμετέχουν οι ενδιαφερόμενοι φορείς, οι οποίοι, καθορίζοντας την τιμή ανοίγματος, καθορίζουν τις τιμές και ενημερώνουν είτε με φαξ είτε τηλεφωνικά όλες τις επαρχίες.
Σημείωσε ακόμη πως από την τιμή ανοίγματος καθορίζονται οι τιμές που θα αγοράσουν οι λιανέμποροι και οι υπεραγορές
Όπως καταγράφεται στο σημείωμα της Υπηρεσίας η εταιρεία απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση ανέφερε ότι «για τον καθορισμό της τιμής ανοίγματος συνεδριάζουν κυρίως οι ΣΕΔΙΓΕΠ-Ομάδες Παραγωγών Σωτήρας, Παραλιμνίου, Λύσης, Παρεκκλησιάς, Αργάκας, Αγίας Μαρίνας, Αγρού, Οδού, Νεόφυτος Φελλάς, TOM PAREKLISIAS packing κλπ».
Η Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ, απαντώντας στο ερωτηματολόγιο της Υπηρεσίας ανέφερε ότι η τιμή ανοίγματος είναι η τιμή η οποία αποφασίζεται από κάποιες ομάδες παραγωγών ή εκπροσώπων τους και θεωρείται ενδεικτική τιμή για τους φθαρτέμπορους της Χονδρικής Αγοράς στην Λευκωσία. Επιπροσθέτως, η μειοψηφία της Επιτροπής παραθέτει και τα εξής σχετικά με την Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ, ως αυτά περιλαμβάνονται στον σχετικό Διοικητικό Φάκελο. Συγκεκριμένα στις απαντήσεις της εν λόγω εταιρεία στο εν λόγω ερωτηματολόγιο, αναφέρει επίσης ότι: «απ’ ότι γνωρίζουμε συνεδριάζουν: ΣΕΔΙΓΕΠ ΣΩΤΗΡΑΣ, ΣΕΔΙΓΕΠ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, ΣΕΔΙΓΕΠ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ και παραγωγοί που πωλούν χονδρικώς στην αγορά Λευκωσίας» και αναφέρθηκε επίσης από την εν λόγω εταιρεία ότι, ο σύνδεσμος που έχει την μεγαλύτερη ποσότητα για διάθεση σε συγκεκριμένο προϊόν έχει μεγαλύτερη δύναμη στην απόφαση καθορισμού της τιμής.
Ανέφερε ακόμη ότι οι υπεραγορές και οι λιανέμποροι, γνωρίζοντας την τιμή ανοίγματος καθορίζουν τις δικές τους τιμές λιανικής πώλησης.
Σύμφωνα με την Οργάνωση Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ η τιμή ανοίγματος υπάρχει από τον καιρό ίδρυσης της χονδρικής αγοράς. Υποστήριξε ακόμη ότι στο άνοιγμα των τιμών δεν συμμετέχουν συγκεκριμένοι σύνδεσμοι ή ομάδες παραγωγών. Κατά καιρούς, όποιος θέλει συμμετέχει ακόμα και μεμονωμένοι παραγωγοί. Στο άνοιγμα της τιμής συμμετέχει όποιος θέλει και τον ενδιαφέρει.
Η Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, ανέφερε ότι η τιμή ανοίγματος είναι η ενδεικτική τιμή χρέωσης των προϊόντων που παραλαμβάνονται από τις εταιρείες.
Έκανε αναφορά σε <καθεστώς το οποίο και κληρονομήσαμε προς αμνημονεύτων χρόνων παρόλο που κατά καιρούς έγιναν προσπάθειες να ξεφύγουμε από αυτό, με σκοπό οι χρεώσεις να αποφασίζονται βάσει των ποσοτήτων καθώς και των ποιοτήτων που παραλαμβάνει η κάθε εταιρεία. Δυστυχώς όμως οι όποιες προσπάθειες δεν είχαν επιτυχία για τον λόγο ότι οι έμποροι πελάτες μας εμμένουν στο παλιό σύστημα το οποίο και ακολουθούν εδώ και χρόνια>.
Η κάθε εταιρεία, με γνώμονα πάντα το τι έχει συλλέξει από τους παραγωγούς της καθώς και της ζήτησης από τους πελάτες της αποφασίζει τις τιμές ανοίγματος για τα κύρια προϊόντα της. Παρακολουθεί όμως και τις ποσότητες που εισέρχονται από ιδιώτες οι οποίοι επηρεάζουν την ζήτηση και έμμεσα την τιμή ανοίγματος.
Στην περίπτωση που ένας Σύνδεσμος/Ομάδα παραγωγών έχει μεγαλύτερη παραγωγή σε κάποιο προϊόν συνεπώς και έχει μεγαλύτερη δύναμη στην απόφαση της τιμής ανοίγματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και η τιμή χρέωσης θα είναι η ίδια αφού ομοειδή προϊόντα κάθε περιοχής διαφέρουν ποιοτικά.
Ανέφερε ακόμη ότι «….όταν υπάρχει πρόθεση αλλαγής της τιμής ανοίγματος κάποιοι μεγάλοι έμποροι ενημερώνονται τηλεφωνικώς από το απόγευμα που προηγείται της πρωινής συνάντησης στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. Για τα υπόλοιπα προϊόντα, η ενημέρωση γίνεται την επόμενη της παραλαβής των προϊόντων μέσω τηλεομοιότυπου σε όσους πελάτες το επιθυμούν.»
Σχετικά με τους παραγωγού και/ή σύνδεσμοι παραγωγών και/ή έμπορους που συνεδριάζουν στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας, η εταιρεία πέραν της ίδιας κατονόμασε, την ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας Λτδ, την ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου Λτδ, την Ομάδα Παραγωγών Βασιλική Γη, την ΣΕΔΙΓΕΠ Παρεκκλησιάς Λτδ, τον ιδιώτη Ν.Φ., τον Τ – Παρεκκλησιά (Ιδιώτης Παραγωγός – ‘Έμπορος), τον Ε.Ε. (Ιδιώτης Παραγωγός) και τον Β.Π. (Ιδιώτης Παραγωγός).
Η ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου Λτδ ανέφερε ότι στις συνεδριάσεις που γίνονται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας για καθορισμό της τιμής ανοίγματος <δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι σύνδεσμοι, συνεργατικές – ιδιωτικές εταιρείες, καθώς και μεμονωμένοι έμποροι>.
Πρόσθεσε ότι η τιμή ανοίγματος απευθύνεται στο χονδρέμπορο που προμηθεύει διάφορες αλυσίδες λιανικού εμπορίου, καθώς και το χονδρέμπορο προς τα οργανωμένα σύνολα παραγωγών.
Υποστήριξε ακόμη πως <η τιμή ανοίγματος εξυπηρετεί την τιμή πώλησης φθαρτών από τις υπεραγορές-φρουταρίες. Οι τιμές πρέπει να αποφασίζονται συλλογικά. Η τιμή ανοίγματος πρέπει να αποφασίζεται Παγκύπρια δια το λόγο (ότι) τα ίδια προϊόντα υπάρχουν από το Παραλίμνι μέχρι την Αργάκα και έτσι πρέπει να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα.
Είπε ακόμη ότι κάποιοι έχουν τον πρώτο λόγο στις τιμές, ανάλογα με την ποσότητα των προϊόντων που παραλαμβάνουν και πως όλοι οι εμπλεκόμενοι ενημερώνονται για το άνοιγμα των τιμών με τηλεομοιότυπο.
Η Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Παρεκκλησιάς Λτδ είπε ότι «η τιμή ανοίγματος είναι η τιμή που ανοίγεται στη χονδρική αγορά τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα και είναι η βάση για την πώληση των προϊόντων. Η τιμή ανοίγματος απευθύνεται στον χονδρέμπορο που προμηθεύει τους διάφορους λιανέμπορους καθώς και το χονδρέμπορο προς παραγωγούς που είναι εκτός συνδέσμου και οργανώσεις παραγωγών. Η τιμή ανοίγματος εξυπηρετεί την τιμή πώλησης φθαρτών και φρούτων από τις υπεραγορές – φρουταρίες προς τους καταναλωτές. Δεν είναι εύκολο κάθε σύνδεσμος/παραγωγός να αποφασίζει την τιμή του γιατί πρέπει να ξέρουμε τι προϊόντα έχουν μαζευτεί και στους άλλους συνδέσμους. Η τιμή ανοίγματος πρέπει να αποφασίζεται Παγκύπρια επειδή πρέπει να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα για τα προϊόντα, λόγω του ότι τα ίδια προϊόντα μπορεί να υπάρχουν από την μια άκρη της Κύπρου μέχρι την άλλη».
Ανέφερε ακόμη ότι η τιμή ανοίγματος επηρεάζει την τιμή πώλησης του κάθε εμπόρου και πρόσθεσε πως οι υπεραγορές και οι λιανέμποροι επηρεάζονται από αυτή την τιμή γιατί πρέπει να ξέρουν τι θα χρεώσουν και οι υπεραγορές τι θα πουλήσουν.
Η Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Σωτήρας Λτδ ανέφερε ότι «η τιμή ανοίγματος είναι η αρχική τιμή που ορίζεται από τους πωλητές της εταιρείας μας, αλλά και τους πωλητές άλλων εταιρειών σε μια άτυπη συνάντηση τους, νωρίς το πρωί, όταν πλέον τα προϊόντα μεταφέρονται στην Χονδρική Αγορά Λευκωσίας». Πρόσθεσε ότι «Συνήθως, αν μια εταιρεία έχει τον μεγαλύτερο όγκο για ένα συγκεκριμένο προϊόν, η τιμή ανοίγματος για το συγκεκριμένο προϊόν καθορίζεται από τον πωλητή της συγκεκριμένης εταιρείας».
Πρόσθεσε ότι <η ενδεικτική τιμή ανοίγματος ουσιαστικά απευθύνεται από τον σύνδεσμο/παραγωγό προς τους χονδρέμπορους (ή όπως τους αποκάλεσε ο νομικός εκπρόσωπος της ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας «μεσίτες»), οι οποίοι συνεργάζονται με τους συνδέσμους ΣΕΔΙΓΕΠ. Για παράδειγμα, η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, συνεργάζεται και παραδίδει προϊόντα σε 6 χονδρέμπορους/μεσίτες>.
Ανέφερε ακόμη πως η ίδια (ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας) και η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΓΗ Οδού ήταν οι μόνες από τα εμπλεκόμενα μέρη που πρότειναν κατάργηση της τιμής ανοίγματος και υποστήριξε ότι < όλη διαδικασία που γίνεται με την τιμή ανοίγματος στην Λευκωσία είναι μάλλον αχρείαστη, αφού ουσιαστικά δεν φαίνεται να εξυπηρετεί σε τίποτε ή μάλλον μπορεί να εξυπηρετεί τους χονδρεμπόρους, για να δικαιολογούν τις δικές τους χρεώσεις στους λιανέμπορους>.
Η εταιρεία Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ, είπε ότι η τιμή ανοίγματος αποφασίζεται Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο από τους διάφορους Συνδέσμους Παραγωγών και ότι τις πλείστες φορές οι τιμές προαποφασίζονται από την προηγούμενη.
Σημείωσε ότι για την Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ η τιμή ανοίγματος αποτελεί βάση για την τιμή πώλησης του εκάστοτε προϊόντος.
Εκπρόσωπος της εταιρείας Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιοί Λτδ, είπε ότι η διαδικασία καθορισμού γίνεται από παραγωγούς. Τις πλείστες φορές από το προηγούμενο βράδυ και ελάχιστες φορές μέσα στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας.
Ακόμη, ότι η εταιρεία του ενημερώνεται για τις τιμές ανοίγματος από εκπρόσωπο των συνδέσμων ή από εκπρόσωπο των παραγωγών το προηγούμενο βράδυ, αλλά και από τον τιμοκατάλογο το πρωί στην αγορά. Πρόσθεσε ότι οι φρουταρίες/υπεραγορές ενημερώνονται για τις τιμές ανοίγματος και τις χρησιμοποιούν για να έχουν βάση να προσαρμόσουν τις τιμές πώλησης τους στα καταστήματα τους.
Η εταιρεία Agromarkets (Larnaca) Ltd είπε ότι έχει σαν βάση τον τιμοκατάλογο με τις τιμές ανοίγματος και πληρώνει για τις αγορές της στη βάσει αυτού του καταλόγου.
Η εταιρεία Agromarkets (Wholesales) Ltd είπε ότι οι τιμές ανοίγματος καθορίζονται από τους Συνδέσμους και τους παραγωγούς από το βράδυ. Πρόσθεσε ότι οι φρουταρίες/υπεραγορές ενημερώνονται από τον τιμοκατάλογο τον οποίο αποστέλλουν οι χονδρέμποροι για να καθορίζουν τις τιμές τους.
Η Amalthia Trading Ltd, η οποία ασχολείται με την εισαγωγή νωπών οπωροκηπευτικών είπε οι λίστες με τις τιμές ανοίγματος είναι πολύ διαδεδομένες, πως η ίδια τις παίρνει από προμηθευτή, και πως τις λαμβάνει υπόψιν στο καθορισμό των δικών της τιμών. «Η εταιρεία μας λαμβάνει υπόψιν την ανώτερη τιμή ανοίγματος, τα κόστη της εταιρείας μας, την ποιότητα του προϊόντος που έχουμε προς πώληση κ.α.»
Η εταιρεία Eurofresh Fruit and Vegetables Ltd είπε ότι λαμβάνει αντίγραφο του καταλόγου τιμών ανοίγματος και πως «αναφορικά με τα κυπριακά προϊόντα που εμπορευόμαστε, ναι, η εταιρεία μας έχει σαν αναφορά τις τιμές ανοίγματος της αγοράς.».
Είπε ακόμη πως κάθε φρουταρία ή υπεραγορά, έχει πρόσβαση στις τιμές ανοίγματος της χονδρικής αγοράς γιατί τις λαμβάνει κατευθείαν από προμηθευτή ή συνεργάτη της από την αγορά μέσω φαξ. Με αυτόν τον τρόπο έχει εικόνα της αγοράς γιατί ξέρει πια είναι η τιμή με βάση τον παράγοντα ποιότητα.
Η εταιρεία Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ, ανέφερε ότι για τον τιμοκατάλογο ενημερώνονται από τους εκπροσώπους συνδέσμων και μεγάλων παραγωγών είτε από την προηγούμενη μέρα ή το πρωί από τους ίδιους στην αγορά.
Πρόσθεσε ότι λαμβάνει υπόψη την τιμή ανοίγματος των προϊόντων, και την προσαρμόζει μετρώντας και άλλους παράγοντες.
Η εταιρεία KARMI UNIFRUIT LTD ανέφερε ότι η τιμή ανοίγματος που καθορίζεται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και την οποία είναι σε θέση να γνωρίζει είναι μια ενδεικτική/επιθυμητή τιμή των προϊόντων που είναι προς διάθεση. Αποτελεί, πρόσθεσε, μια καθαρά ενδεικτική τιμή την οποία χρησιμοποιούν ή παρακολουθούν σε κάποιο βαθμό οι διάφοροι παίκτες της αγοράς κατά τον καθορισμό της τιμής που πωλούν. Περαιτέρω, η μειοψηφία της Επιτροπής παραθέτει και τα εξής σχετικά, ως αυτά περιλαμβάνονται στον σχετικό Διοικητικό Φάκελο ότι, η τιμή ανοίγματος των οπωροκηπευτικών, δεν αλλάζει εντός της ημέρας, αλλά παραμένει η ίδια, ως δήλωσε εκπρόσωπος της εταιρείας σε ερώτηση που του τέθηκε κατά την αιφνίδια έρευνα.
Ανέφερε ακόμη ότι οι εν λόγω ενδεικτικές τιμές επηρεάζουν και την τιμολόγηση προϊόντων που εισάγονται, καθώς όταν υπάρχει μεγάλη διαθέσιμη ποσότητα ενός προϊόντος στην κυπριακή αγορά και συνεπώς χαμηλότερη τιμή, τότε ένας εισαγωγέας τους ίδιου προϊόντος θα αναγκαστεί να μειώσει την τιμή του εισαγόμενου (πολλές φορές ακόμη και κάτω του κόστους), προκειμένου να πωληθεί και να μην υποστεί ζημιά ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά του.
Οι φρουταρίες/υπεραγορές ενημερώνονται για τις τιμές ανοίγματος, όπως αυτές συμφωνούνται στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας προκειμένου να γνωρίζουν την κατεύθυνση που ακολουθεί η αγορά όταν προβαίνουν σε αγορές/πωλήσεις. Η πληροφόρηση αυτή γίνεται μέσω κοινοποίησης από τους χονδρέμπορους της αγοράς είτε με φαξ είτε με email, αλλά ακόμη και με μια απλή επίσκεψη στη Χονδρική Αγορά Λεμεσού, όπου ο κατάλογος με τις τιμές της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας είναι άμεσα και ευρέως διαθέσιμος.
Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου διαφαίνεται ότι εταιρείες {…} συνεργάζονται και αλληλοενημερώνονται για τις τιμές πώλησης των προϊόντων τους.
Κατά την αιφνίδια έρευνα της υπηρεσίας σε εγκαταστάσεις των τριών εταιρειών, βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις της κάθε μιας τιμοκατάλογοι των άλλων. Ακόμη βρέθηκαν και στοιχεία που δείχνουν την μεταξύ τους τιμολόγηση προϊόντων.
Συγκεκριμένα, στις χειρόγραφες σημειώσεις που βρέθηκαν στα γραφεία της KARMI UNIFRUIT LTD και εμπεριέχονται στον σχετικό Διοικητικό Φάκελο, αναφέρονται τα εξής {…}.
Επί του θέματος η εταιρεία KARMI UNIFRUIT LTD ανέφερε ότι λαμβάνει εβδομαδιαία από συγκεκριμένη εταιρεία εισαγωγέα που είναι και ανταγωνιστής της, με την οποία όμως υπάρχει κάποια εμπορική συνεργασία, τιμοκατάλογο με τις αρχικές τιμές τους, όχι δηλαδή τις τιμές που προσφέρει ο εν λόγω προμηθευτής σε συγκεκριμένους πελάτες του. Το αντίστροφο γίνεται και από την εταιρεία. Όπως ανέφερε η εταιρεία: {…}.
Η εταιρεία Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ που δραστηριοποιείται μόνο στις χονδρικές πωλήσεις είπε ότι για τις τιμές που αποφασίζονται στη Χονδρική αγορά Λευκωσίας ενημερώνεται τηλεφωνικώς ή/και με φαξ από τους Υπεύθυνους των Οργανωμένων Μεγάλων Συνδέσμων Παραγωγών. Περαιτέρω, η μειοψηφία της Επιτροπής παραθέτει και τα εξής σχετικά, ως αυτά περιλαμβάνονται στον σχετικό Διοικητικό Φάκελο ότι o εκπρόσωπος της εταιρείας Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ, ανέφερε στους λειτουργούς που μετέβηκαν για τον σκοπό της αιφνίδιας έρευνας, ότι «από την αρχή είναι λάθος που έρχεστε σε εμάς» και ότι θα έπρεπε να μεταβούν οι λειτουργοί, για αιφνίδια έρευνα, σε συγκεκριμένες μεγάλες ομάδες παραγωγών «γιατί όλα αυτοί τα αποφασίζουν». Επίσης ένας κύριος ο οποίος ανάφερε στους λειτουργούς ότι κατείχε μεγάλη φρουταρία στην Επισκοπή, άρχισε να κατονομάζει τις ομάδες παραγωγών οι οποίες όπως ανάφερε «αποφασίζουν για όλα, αυτές ρυθμίζουν την αγορά και κάνουν ότι θέλουν» και στο τέλος υπέγραψε όσα κατεγράφησαν.
Η εταιρεία λαμβάνει υπόψη την τιμή ανοίγματος της Λευκωσίας και ο υπολογισμός της δικής της τιμής γίνεται πάντα πιο κάτω από τη πρώτη τιμή.
Η εταιρεία Αντρέας Παπανικολής & Υιός Λτδ, ανέφερε ότι λαμβάνει γραπτώς τον κατάλογο με τις τιμές ανοίγματος της Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας από την εταιρεία Ανδρέας και Παύλος Πιριντζής Λτδ, η οποία είναι στη Χονδρική Αγορά Λεμεσού.
Πρόσθεσε ότι για αυτή η τιμή ανοίγματος έχει συμβουλευτικό ρόλο ως προς τα διαθέσιμα προϊόντα που υπάρχουν στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. «Εμείς δεν ακολουθούμε τις τιμές ανοίγματος, απλά τις συμβουλευόμαστε για σκοπούς ανταγωνισμού...».
Είπε ακόμη πως για τα κρεμμύδια και τις πατάτες υπάρχει προσυμφωνημένη τιμή για τους παραγωγούς. Τα δυο αυτά προϊόντα διατηρούνται αρκετό καιρό « Οι παραγωγοί που ασχολούνται με αυτά τα προϊόντα παράγουν μεγάλες ποσότητες , μας επισκέπτονται φέρνοντας μας δείγματα, συμφωνούμε την τιμή αγοράς και μας τα προμηθεύουν ανάλογα με τις ανάγκες μας σε τακτά χρονικά διαστήματα στην ίδια προσυμφωνημένη τιμή.»
Περαιτέρω, σχετικά με την ως άνω εταιρεία, Αντρέας Παπανικολής & Υιός Λτδ, η μειοψηφία της Επιτροπής παραθέτει τα ακόλουθα, ως αυτά περιλαμβάνονται στους αντίστοιχους Διοικητικούς Φακέλους. Συγκεκριμένα, ο ιδιοκτήτης της ανωτέρω εταιρείας, ανέφερε στους λειτουργούς που μετέβηκαν στις εγκαταστάσεις κατά την αιφνίδια έρευνα, ότι «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» και ότι οτιδήποτε σχετικό με τις τιμές αποφασίζεται και αποστέλλεται στους εμπόρους από τη Λευκωσία, όπου μαζεύεται μια ομάδα αντιπροσώπων από διάφορες ΣΕΔΙΓΕΠ της Κύπρου οι οποίοι λαμβάνουν τις αποφάσεις ανώτατων τιμών και ότι αυτοί έπρεπε να είχαν ελεγχθεί. Στο σχετικό σημείωμα των λειτουργών που διεκπεραίωσαν την αιφνίδια και συνομίλησαν με τον ιδιοκτήτη, αναφέρεται επίσης ότι ο ίδιος είπε «οι τιμές που τους αποστέλλονται από την Λευκωσία είναι τόσο ψηλές, καθώς οι ΣΕΔΙΓΕΠ με αυτό τον τρόπο κλέβουν το κράτος» χωρίς να προχωρήσει σε περαιτέρω λεπτομέρειες.
Ο Σύνδεσμος Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας ανέφερε ότι οι έμποροι της Χονδρικής Αγοράς πληροφορούνται για την τιμή ανοίγματος από τους Συνδέσμους Παραγωγών, κυρίως κατά την προηγούμενη νύκτα.
Ο Σύνδεσμος ανέφερε ακόμη δεν έχει θεσμικό ή οποιοδήποτε ρόλο στον καθορισμό της τιμής ανοίγματος στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας. Με βάση εκτιμήσεις των μελών του Συνδέσμου, στις Χονδρικές Αγορές διακινείται λιγότερο από το 20% της παραγωγής, ενώ το υπόλοιπο 80% διακινείται απευθείας στις φρουταρίες και υπεραγορές εκτός Χονδρικής Αγοράς. Όπως υποστηρίζουν, τα τελευταία χρόνια, ο Σύνδεσμος δεν ερωτάται, ούτε μετέχει, αλλά ούτε του ζητείται να κάνει εισηγήσεις για την τιμή ανοίγματος, κάτι που συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια, όπως ο ίδιος αποκάλυψε .
Να σημειωθεί ακόμη ότι, μεταξύ των στοιχείων που βρίσκονται στο διοικητικό φάκελο υπάρχει και ανάρτησή σε μέσω κοινωνική δικτύωσης (Facebook) που έγινε τις πρωινές ώρες της ημέρας που πραγματοποιήθηκε η αιφνίδια έρευνα της Υπηρεσίας στην οποία ο κ. Ν.Α. χαρακτηρίζει καλύτερη στιγμή τον καθορισμό τιμών στα οπωροκηπευτικά. Συγκεκριμένα έγραψε « Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΙΓΜΉ!! Επισημαίνεται ότι ο κ. Α ήταν ο εκπρόσωπος της ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας και ήταν παρών κατά την αιφνίδια έρευνας της Επιτροπής εκεί στις 10/12/2018.
ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ ΓΙΑ ΧΟΝΔΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΙΜΩΝ ΣΤΑ ΟΠΟΡΩΚΗΠΕΥΤΙΚΑ…..».
Το άρθρο 3(1) του Νόμου ορίζει ότι : «Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 4 και 5, απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας, ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται –
(α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής.
(β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων.
(γ) στη γεωγραφική ή άλλη κατανομή των αγορών ή των πηγών προμήθειας.
(δ) στην εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση.
(ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή από μέρους των αντισυμβαλλόμενων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες, κατά τη φύση τους ή σύμφωνα με τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, δε συνδέονται με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών».
(2) Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 4 και 5, οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, καθίστανται άκυρες εξ’ υπαρχής, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης της Επιτροπής.
Στην απόφαση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού με αριθμό 642/2017 σημειώνονται τα ακόλουθα:
Η έννοια της «συμφωνίας» ή / και «εναρμονισμένης πρακτικής» (σύμπραξης, σύμφωνα με τα άρθρα 1 ν. 3959/2011, άρθρο 1 ν.703/1977 και 101 ΣΛΕΕ)
Για τους σκοπούς των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3959/2011 και 1 παρ. 1 του ν.703/1977, και αντίστοιχα του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, θεωρείται ότι υφίσταται «συμφωνία» όταν οι επιχειρήσεις, ρητά ή σιωπηρά, εγκρίνουν από κοινού σχέδιο που καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. Για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, αρκεί οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο[71]. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκομένων τιμών ή επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων ή κατανομής αγορών/πελατείας[72].
Εξάλλου, δεν είναι αναγκαίο οι συμμετέχοντες να έχουν εκ των προτέρων συμφωνήσει σε ένα ολοκληρωμένο κοινό σχέδιο. Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της «συμφωνίας» καταλαμβάνει, όχι μόνον συμβάσεις με τη στενή έννοια του όρου, αλλά και συμφωνίες κυρίων, ανεξαρτήτως μάλιστα αν είναι υπογεγραμμένες ή ανυπόγραφες[73]. Υπό το φως της ενωσιακής νομολογίας, «συμφωνία» συνιστά και ο καθορισμός από μέρους των συμμετεχουσών σε μία συνάντηση επιχειρήσεων των «κανόνων παιχνιδιού» για τη συμπεριφορά τους στην αγορά, δεδομένου ότι εκφράστηκε η επιθυμία ή η ευχή να ακολουθηθεί η συγκεκριμένη συμπεριφορά[74]. Η ύπαρξη συμφωνίας μπορεί να προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη συμπεριφορά των μερών, καταλαμβάνει δε και ατελείς συνεννοήσεις, καθώς και επιμέρους και υπό όρους συμφωνίες κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία οδηγεί σε συμφωνία[75]. Συναφώς, κατά την ενωσιακή νομολογία, στο πλαίσιο μιας περίπλοκης σύμπραξης μεγάλης διάρκειας, ο όρος «συμφωνία» μπορεί να εφαρμοστεί όχι μόνο σε ένα γενικό σχέδιο ή ειδικά τον εφαρμοστέο βασικό μηχανισμό ή τους λεπτομερείς όρους που ενδεχομένως συγκεκριμενοποιούνται προοδευτικά ή και έχουν συμφωνηθεί ρητώς, αλλά στο σύνολο των διαρκών μεθοδεύσεων των μερών στο πλαίσιο της μεταξύ τους αντιανταγωνιστικής σύμπραξης, περιλαμβανομένης της υλοποίησης όσων έχουν συμφωνηθεί βάσει των ίδιων μηχανισμών και κατά την επιδίωξη του ίδιου κοινού σκοπού. Με βάση τα προεκτεθέντα, για την έννοια της «συμφωνίας», είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός τύπος, καθώς και ο δεσμευτικός ή μη χαρακτήρας της. Συναφώς, αδιάφορο είναι αν οι εκπρόσωποι που συμμετέχουν στη συμφωνία ήταν εξουσιοδοτημένοι ή είχαν την αρμοδιότητα να συνάπτουν συμφωνίες με αντίστοιχο περιεχόμενο[76]. Τέλος, τόσο εξ επόψεως απόδειξης, όσο και εξ επόψεως ουσιαστικού δικαίου για να θεωρηθεί ότι δεδομένη συμφωνία πράγματι υπήρξε, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει ότι καθένα από τα μετέχοντα μέλη συμμετείχε, ενέκρινε ρητώς ή έστω γνώριζε όλες ανεξαιρέτως τις επιμέρους πτυχές ή εκδηλώσεις της σύμπραξης καθόλη τη διάρκεια συμμετοχής του σε αυτό[77].
Η έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» αφορά μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία, χωρίς να φθάνει μέχρι τη σύναψη συμφωνίας, αντικαθιστά ηθελημένα τους κινδύνους που ενέχει ο ανταγωνισμός με την έμπρακτη συνεργασία των επιχειρήσεων αυτών[78]. Η απαίτηση αυτονομίας δράσης των επιχειρήσεων στην αγορά, που είναι συνυφασμένη με τις περί ανταγωνισμού διατάξεις[79], αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών αυτών δυνάμενη, είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός υφιστάμενου ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά, είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά. Η προϋπόθεση δε της αμοιβαιότητας πληρούται οσάκις η από μέρους ενός ανταγωνιστή αποκάλυψη σε άλλον ανταγωνιστή των μελλοντικών του προθέσεων ή της μελλοντικής του συμπεριφοράς στην αγορά ζητήθηκε από τον δεύτερο ή ο επιχειρηματίας αυτός δεν εξέφρασε καμία επιφύλαξη ή αντίρρηση όταν ο ανταγωνιστής του γνωστοποίησε τις προθέσεις του[80]. Κρίσιμο, εν προκειμένω είναι ότι οι ανταγωνιστές εν γνώσει τους δέχονται ή προσχωρούν σε μηχανισμούς συμπαιγνίας που διευκολύνουν το συντονισμό της εμπορικής τους πολιτικής. Επιπλέον, ο συντονισμός δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ρητά εκφρασμένος, αρκεί να είναι και σιωπηρός[81].
Με βάση τα ανωτέρω, έχει κριθεί ότι συνιστά εναρμονισμένη πρακτική η συμμετοχή σε συναντήσεις που έχουν ως σκοπό τον καθορισμό επιδιωκομένων τιμών ή/και επιδιωκομένου όγκου πωλήσεων, κατά τις οποίες ανταλλάσσονται μεταξύ ανταγωνιστών πληροφορίες σχετικά με τις τιμές που σκέφτονται να εφαρμόσουν στην αγορά, σχετικά με το κατώτατο όριο συμφέρουσας λειτουργίας τους, τους περιορισμούς του όγκου πωλήσεων που κρίνουν αναγκαίους, τα αριθμητικά στοιχεία των πωλήσεών τους κ.ο.κ, διότι τις πληροφορίες αυτές ασφαλώς και τις λαμβάνουν υπόψη οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά. Συναφώς, ακόμη και εάν τα στάδια της διαδικασίας διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη σύναψη ολοκληρωμένης συμφωνίας δεν καλύπτονται από την έννοια της «συμφωνίας», κατά τα ανωτέρω, η επίμαχη συμπεριφορά καταλαμβάνεται από την έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής»[82].
Περαιτέρω, η
έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» προϋποθέτει
μεν συμπεριφορά των μετεχουσών επιχειρήσεων στην αγορά,
δεν συνεπάγεται όμως κατ’ ανάγκην ότι η εν λόγω
συμπεριφορά θα πρέπει και να επιφέρει, συγκεκριμένα, το
περιοριστικό του
ανταγωνισμού αποτέλεσμα[83]. Κατά πάγια ενωσιακή
νομολογία, τεκμαίρεται ότι οι μετέχουσες σε
συνεννοήσεις επιχειρήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να
δραστηριοποιούνται στην αγορά, δεν μπορεί παρά να
λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που έχουν
ανταλλάξει με τους ανταγωνιστές τους, όταν καθορίζουν
τη συμπεριφορά τους στην αγορά[84], ήτοι ότι
υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο αιτιώδης
συνάφεια μεταξύ συνεννόησης και συμπεριφοράς.
Μάλιστα, το εν λόγω τεκμήριο περί αιτιώδους
συναφείας για τη στοιχειοθέτηση εναρμονισμένης
πρακτικής είναι απόρροια του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ,
όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, και,
συνεπώς, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του
εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου[85].
Επιπλέον, η συμμετοχή επιχειρήσεων σε συναντήσεις στις οποίες έλαβαν χώρα, κατά τα προεκτεθέντα, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές θίγουσες τον ανταγωνισμό, χωρίς να αντιταχθούν σαφώς στις συμφωνίες αυτές, αποτελεί επαρκή απόδειξη της συμμετοχής και της ευθύνης των εν λόγω επιχειρήσεων στη σύμπραξη – ανεξαρτήτως του αν οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις συμμορφώθηκαν τελικά με τα αποτελέσματα/συμφωνηθέντα στις σχετικές συναντήσεις[86]. Η αποστασιοποίηση και μόνο, ήτοι η δημόσια διαφοροποίηση της θέσης μιας επιχείρησης από τα συμφωνηθέντα, σηματοδοτεί την παύση της συμμετοχής μίας επιχείρησης στη σύμπραξη[87].
Τέλος, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 3959/2011, 1 του ν. 703/77 και 101 ΣΛΕΕ καταλαμβάνουν ουσιαστικά μορφές συμπαιγνίας που μετέχουν της ίδιας φύσης, διακρίνονται δε μόνο κατά την έντασή τους και τις επιμέρους μορφές υπό τις οποίες εκδηλώνονται. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει κριθεί ότι οι αρχές ανταγωνισμού δεν είναι υποχρεωμένες να προσδιορίζουν επακριβώς μία παράβαση ως προς καθεμία επιχείρηση και σε κάθε δεδομένο χρονικό σημείο ως συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική, διότι οι σχετικές έννοιες μπορεί να αλληλοκαλύπτονται. Μια σύμπραξη μπορεί να συνιστά ταυτόχρονα «συμφωνία» και «εναρμονισμένη πρακτική» κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του νόμου και ο εν λόγω χαρακτηρισμός δεν είναι κρίσιμος για τη στοιχειοθέτηση τυχόν παράβασης[88].”
Από τα όσα καταγράφονται στο σημείωμα της Υπηρεσίας και τα στοιχεία που περιέχονται στο διοικητικό φάκελο προκύπτει ξεκάθαρα ότι υπάρχει καθορισμός τιμών στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών, ο οποίος γίνεται τρείς φορές την εβδομάδα. Ο καθορισμός των τιμών και η καταγραφή τους σε κατάλογο γίνεται τις πρωινές ώρες κάθε Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο στη Χονδρική αγορά Λευκωσίας και γίνεται τάχιστα γνωστός σε άλλες χονδρικές αγορές, όπως της Λεμεσού καθώς και σε όλους τους εμπορευόμενους του τομέα.
Όπως αναφέρεται σε απαντήσεις που έδωσαν στην Υπηρεσία εμπλεκόμενοι στη διαδικασία καθορισμού τιμών, πρώτο λόγο στη διαμόρφωση της τιμής ενός προϊόντος έχει αυτός που είναι σε θέση να διαθέσει στην αγορά την μεγαλύτερη ποσότητα για το συγκεκριμένο προϊόν.
Κύριο παράγοντα στον καθορισμό της τιμής ενός εκάστου προϊόντος από τα δεκάδες που καταγράφονται στο κατάλογο αποτελεί σύμφωνα με τους εμπλεκόμενους, η προσφορά και η ζήτηση. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις οι τιμές όλων των προϊόντων αποφασίζεται να παραμείνουν οι ίδιες με αυτές που καθορίστηκαν στην προηγούμενη συνάντηση για καθορισμό τιμών, απόφαση για την οποία και πάλι ενημερώνονται όλοι οι εμπλεκόμενοι.
Ενώ προβάλλεται η θέση ότι οι τιμές καθορίζονται με γνώμονα τη προσφορά και την ζήτηση, ταυτόχρονα υπάρχει, κατ’ επανάληψη μάλιστα, η απόφαση για διατήρηση των τιμών στα ίδια επίπεδα με την προηγούμενη. Είναι άξιον απορίας πως η προσφορά και η ζήτηση για τα δεκάδες προϊόντα που βρίσκονται στο κατάλογο διατηρείται επανειλημμένα αμετάβλητη.
Σε πλείστες περιπτώσεις έμποροι ενημερώνονται από την προηγούμενη ημέρα για την τιμή που θα αποφασιστεί την επομένη στη συνάντηση της Χονδρικής αγοράς Λευκωσίας.
Η πρακτική αυτή συμβαίνει για πάρα πολλά χρόνια (70 χρόνια σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Εμπόρων χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας), είναι γνωστή/αποδεχτή σε όλους τους εμπλεκόμενους στην σχετική αγορά, αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο στην τιμολόγηση των προϊόντων από τους εμπλεκόμενους και αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική.
Όπως υποστήριξαν οργανώσεις παραγωγών (ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας Λτδ) οι κατάλογοι με τις τιμές ανοίγματος ουσιαστικά απευθύνεται από τον σύνδεσμο/παραγωγό προς τους χονδρέμπορους.
Η τιμή που καθορίζεται στην χονδρική αγορά Λευκωσίας επηρεάζει την τιμολόγηση σε όλη αλυσίδα του τομέα των οπωροκηπευτικών, τόσο για τα εγχώριας παραγωγής όσο και για τα εισαγόμενα, όπως δηλώθηκε και από εταιρεία που πραγματοποιεί και εισαγωγές προϊόντων.
Κατά γενική ομολογία ο καθορισμός τιμών ανοίγματος επιδρά σε όλη την αλυσίδα της υπό διερεύνηση αγοράς, καθώς όπως καταγράφεται σε απαντήσεις πολλών εμπλεκομένων αποτελεί τη βάση/ή και λαμβάνεται υπόψη στο καθορισμό της τιμής των προϊόντων.
Η τιμή που καθορίζεται εκάστη Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο στη Χονδρική αγορά Λευκωσίας αποτελεί σύμφωνα με του εμπλεκόμενους τιμή ανοίγματος η οποία σταδιακά μειώνεται. Επί τούτου σημειώνεται ότι ο καθορισμός υψηλής τιμής αυξάνει κατά αναλογία και τα περιθώρια κέρδους
Η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας και η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΓΗ Οδού, δύο οργανώσεις παραγωγών, ήταν οι μόνες από τα εμπλεκόμενα μέρη που πρότειναν κατάργηση της τιμής ανοίγματος. Επ’ αυτού η ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας σημειώνει ότι «η όλη διαδικασία που γίνεται με την τιμή ανοίγματος στην Λευκωσία είναι μάλλον αχρείαστη, αφού ουσιαστικά δεν φαίνεται να εξυπηρετεί σε τίποτε ή μάλλον μπορεί να εξυπηρετεί τους χονδρεμπόρους, για να δικαιολογούν τις δικές τους χρεώσεις στους λιανέμπορους.»
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου η όλη διαδικασία αποφασίστηκε και θεσμοθετήθηκε πριν από πολλές δεκαετίες (70 χρόνια) από οργανώσεις παραγωγών, διεξαγόταν με την σύμφωνη γνώμη εμπόρων που έκαναν και εισηγήσεις περί της τιμολόγησης των προϊόντων, ακολουθείται και είναι αποδεχτή για αυτή την μακράν χρονική περίοδο, χωρίς να καταγγελθεί από κανένα. Χωρίς την αποδοχή, συμμετοχή και εφαρμογή από τους εμπόρους η τακτική καθορισμού τιμών από παραγωγού ή και ομάδες παραγωγών δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα και δεν θα συνέχιζε να εφαρμόζεται για τόσα πολλά χρόνια.
Διαφαίνεται επίσης ότι, οι εταιρείες KARMI UNIFRUIT LTD, Eurofresh Fruit and Vegetables, Amatlhia Trading Ltd και Agromarkets Larnaca Ltd μέσω της κατάρτισης τιμοκαταλόγων και μεταξύ τους ανταλλαγή αυτών έχουν σιωπηρώς ή εκ προθέσεως συναίνεση με την ανταλλαγή και απόκτηση ευαίσθητων πληροφοριών με αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό χονδρικών τιμών στην αγορά των οπωροκηπευτικών .
Συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας στοιχεία η μειοψηφία της Επιτροπής καταλήγει:
Α. Βάσει των στοιχείων που περιέχονται στο διοικητικό φάκελο της ανάλυσης που έχει προηγηθεί στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως παράβαση του Άρθρου 3(1)(α) του Νόμου και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ από μέρους Οργανώσεων ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης, ΣΕΔΙΓΕΠ Παραλιμνίου, Οργάνωσης Φρούτων και Φθαρτών Περιοχής Οδούς «Βασιλική Γη» Δημόσια Λτδ, Οργάνωση Παραγωγών ΣΕΔΙΓΕΠ Σωτήρας, η ΣΕΔΙΓΕΠ Παρεκκλησιάς, Νεόφυτος Φελλάς Φθαρτα λτδ, Ομάδα Παραγωγών Φθαρτών Άνοιξη Δημόσια Λτδ, καθώς και οργανώσεις παραγωγών των Περβολιών Λάρνακας και Περιστερώνας, Ε.Ε. (Ιδιώτης Παραγωγός) και Β.Π. (Ιδιώτης Παραγωγός) ενήργησαν κατά παράβαση του άρθρου 3(1) (α) και (β) του Νόμου και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, καθότι διαμόρφωσαν μεταξύ τους μια μυστική σύμπραξη έχοντας σκοπό την άμεση και/ή έμμεση ανταλλαγή ευαίσθητων πληροφοριών που είχε ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον καθορισμό των τιμών και τον έλεγχο της παραγωγής στην αγορά των οπωροκηπευτικών
Β. Βάσει των στοιχείων που περιέχονται στο διοικητικό φάκελο της ανάλυσης που έχει προηγηθεί στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως παράβαση του Άρθρου 3 (1)(α) του Νόμου και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 101 ΣΛΕΕ από μέρους των: Σύνδεσμος Εμπόρων Χονδρικής Αγοράς Λευκωσίας, Μ. Αλεξάνδρου (Φθαρτέμποροι) Λτδ, Σοφοκλής Χαραλάμπους & Υιοί Λτδ, Ζαρούνας & Διαμάντω Λτδ, Zittex Trading Ltd, Η εταιρεία Agromarkets Larnaca Ltd, Agromarkets (Wholesales) Ltd, Φθαρτεμπορική Α. Δαμιανός Λτδ, Αντρέας Παπανικολής & Υιος Λτδ, KARMI UNIFRUIT LTD, Eurofresh Fruit and Vegetables, Amatlhia Trading Ltd Καθότι αρχικά με την συμμετοχή τους και στην συνέχεια με την αποδοχή και εφαρμογή της τιμολόγησης των προϊόντων που εμπορεύονται βάση του καταλόγου τιμών που καταρτίζεται στη Χονδρική αγορά Λευκωσίας συνέθεσαν σιωπηρή συμπαιγνία με αποτέλεσμα τον περιορισμού του ανταγωνισμού.
Γ. Βάσει των στοιχείων που περιέχονται στο διοικητικό φάκελο της ανάλυσης που έχει προηγηθεί στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως παράβαση του Άρθρου 3 (1)(α) του Νόμου και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 101 ΣΛΕΕ από μέρους των εταιρειών KARMI UNIFRUIT LTD, Eurofresh Fruit and Vegetables, Amalthia Trading Ltd και Agromarkets Larnaca Ltd για εναρμονισμένη πρακτική μέσω της κατάρτισης τιμοκαταλόγων και μεταξύ τους ανταλλαγή αυτών και σιωπηρά ή εκ προθέσεως ανταλλαγής και απόκτησης ευαίσθητων πληροφοριών με αντικείμενο ή αποτέλεσμα να περιορίζεται ο ανταγωνισμός στην αγορά των οπωροκηπευτικών .
7.5.2 Άρθρο 6(1) του Νόμου και 102 της ΣΛΕΕ
Η Επιτροπή ομόφωνα επισημαίνει ότι σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου: «Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων, που κατέχει ή κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή μέρος της εγχώριας αγοράς ενός προϊόντος, ιδιαίτερα εάν η πράξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα –
(α) τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό αθέμιτων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων μη θεμιτών υπό τις περιστάσεις όρων συναλλαγής.
(β) τον περιορισμό της παραγωγής ή της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης, προς ζημιά των καταναλωτών
(γ) την εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση.
(δ) την εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλόμενων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες, εκ της φύσεώς τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών.»
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ: «Είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της.
Η κατάχρηση αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως:
α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,
β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διαθέσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών,
γ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,
δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.»
Συνεπώς, η ως άνω απαγορευτική διάταξη προϋποθέτει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων στο σύνολο ή μέρος της εγχώριας αγοράς ενός προϊόντος και β) η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας αυτής θέσης.
Η Επιτροπή σημειώνει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης πρέπει να εξεταστεί το μέγεθος της επιχείρησης και συγκεκριμένα το μερίδιο αγοράς που κατέχει η επιχείρηση στις σχετικές αγορές, ως έχουν ορισθεί ανωτέρω.
Σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου, δεσπόζουσα θέση έχει μια επιχείρηση που απολαμβάνει οικονομική δύναμη, η οποία την καθιστά ικανή να παρακωλύει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά και της επιτρέπει να ενεργεί σε αισθητό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες της, και, σε τελική ανάλυση, τους καταναλωτές.
Όπως γίνεται δεκτό σε ενωσιακό επίπεδο, ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς αποδεικνύει την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης. Ειδικά στις περιπτώσεις που το μερίδιο αυτό είναι ιδιαίτερα υψηλό και διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει κριθεί ότι αποτελεί καθαυτό, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη της δεσπόζουσας θέσης.[89]
Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μπορεί να απορρέει και από συνδυασμό διαφόρων παραγόντων, οι οποίοι, αυτοτελώς εκτιμώμενοι, δεν αποτελούν απαραίτητα επαρκή ένδειξη για την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, αλλά, όταν συνδυάζονται μεταξύ τους, οδηγούν στη δημιουργία της. Τέτοιοι σημαντικοί παράγοντες, εκτός του μεριδίου αγοράς, είναι μεταξύ άλλων: α) οι ανταγωνιστές στην ίδια σχετική αγορά, με τον ίδιο βαθμό καθετοποίησης και το μερίδιο αγοράς που κατέχουν, β) το εύρος του φάσματος προϊόντων που προσφέρουν οι ανταγωνιστές, γ) η δυνατότητα πρόσβασης, αλλά και επιβίωσης νέων ανταγωνιστών στη σχετική αγορά.[90]
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΔΕΕ, το μεγάλο ποσοστό συμμετοχής της επιχείρησης σε μια αγορά αποτελεί τη σημαντικότερη ένδειξη για την απόδειξη δεσπόζουσας θέσης. Όταν μάλιστα η θέση της επιχείρησης στην αγορά είναι μονοπωλιακή ή σχεδόν μονοπωλιακή (ποσοστά της τάξης του 80% ως 100%), τότε αυτή η θέση είναι αρκετή για την απόδειξη δεσπόζουσας θέσης.[91] Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση AKZO όταν το μερίδιο αγοράς υπερβαίνει το 50%.[92]
H Επιτροπή σημειώνει καταρχάς ότι επιχειρήσεις που δυνατό να κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην παρούσα αυτεπάγγελτη έρευνα, βάσει των οδηγιών της Επιτροπής, είναι οι χονδρέμποροι, οι λιανοπωλητές και οι παραγωγοί, (για τους οποίους όμως η έρευνα της Επιτροπής εστιάζεται στις ομάδες, οργανώσεις και συνεταιρισμούς αυτών, οι οποίες αποτελούν ενώσεις επιχειρήσεων).
Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της παρούσας αυτεπάγγελτης έρευνας και με βάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, τα οποία συλλέχθηκαν με επιτόπια έρευνα στις 10/12/2018, αλλά και με την αποστολή ερωτηματολογίων προς σε επιχειρήσεις σε όλα τα στάδια της αγοράς, ομόφωνα θεωρεί ότι δεν προέκυψαν οποιεσδήποτε ενδείξεις κατοχής υψηλών μεριδίων αγοράς από οποιονδήποτε δραστηριοποιούμενο στις σχετικές αγορές της παρούσας έρευνας.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης δεν διαφάνηκε να υπάρχει οποιαδήποτε «επιχείρηση», ήτοι χονδρέμπορος ή/και λιανέμπορος, που να δρα στην αγορά ανεξάρτητα και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους ανταγωνιστές του ή και να έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει τιμές προς άλλες επιχειρήσεις. Σημειώνεται δε ότι εν προκειμένω σε όλα τα στάδια της αγοράς δραστηριοποιείται αρκετά σημαντικός αριθμός ανταγωνιζόμενων επιχειρήσεων. Επίσης, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της ότι υφίσταται και σχετική αντισταθμιστική ισχύς των αγοραστών και/ή πελατών κατά περίπτωση των δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων κάτι το οποίο καθιστά την πιθανή κατοχή δεσπόζουσας θέσης δυσχερέστερη.
Πέραν από το γεγονός ότι η αγορά βρίθει από δραστηριοποιούμενες επιχειρήσεις, το εύρος των διαθέσιμων προϊόντων στην αγορά και οι επιλογές που διαθέτει ο καταναλωτής, συντείνουν στο ότι τόσο οι χονδρέμποροι όσο και οι λιανοπωλητές, να μην διαθέτουν επαρκή διαπραγματευτική ισχύ. Επιπλέον, λόγω της μεγάλης ζήτησης των νωπών οπωροκηπευτικών σε όλα τα στάδια της αλυσίδας με κατάληξη στους τελικούς καταναλωτές, οι οποίοι έχουν ευρεία επιλογή πηγών προμήθειας και λόγω του ότι τα εν λόγω προσόντα έχουν μικρή διάρκεια ζωής, αντισταθμίζεται οποιαδήποτε ενδεχόμενη δύναμη στην αγορά από μέρους μεμονωμένης επιχείρησης. Συνεπώς, πιέζεται η ενδεχόμενη διαπραγματευτική ισχύς των δραστηριοποιούμενων σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν επαρκή περιθώρια ώστε κάποιος να μπορέσει να ενισχύσει τη θέση του στην αγορά αποκτώντας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ή/και μεγάλο μερίδιο αγοράς.
Σημειώνεται δε ότι τόσο το έναυσμα όσο και τα ουσιαστικά στοιχεία που προέκυψαν στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας αφορούσαν τον τιμοκατάλογο της χονδρικής αγοράς Λευκωσίας και τυχόν τιμολογιακές πρακτικές καθορισμού τιμών και όχι οποιαδήποτε πρακτική που να παραπέμπει σε καταχρηστική συμπεριφορά.
Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή σημειώνει ότι στην υπό εξέταση υπόθεση έχει διαφανεί επαρκής αριθμός ανταγωνιστικών επιχειρήσεων σε όλα τα επίπεδα της αγοράς και δεν διαφάνηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να παραπέμπει στην κατοχή δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, ικανής να οδηγήσει διενέργεια καταχρηστικών συμπεριφορών.
Ως εκ των ανωτέρω, με βάση τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, η Επιτροπή ομόφωνα θεωρεί ότι εν προκειμένω δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε ενδείξεις καταχρηστικής συμπεριφοράς από μέρους των δραστηριοποιούμενων στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ομόφωνα αποφασίζει ότι δεν δύναται να εξετασθεί οποιαδήποτε πιθανολογούμενη παράβαση του άρθρου 6(1) του Νόμου και δεν δύναται να ληφθεί περαιτέρω δράση σε σχέση με το άρθρο 102 της ΣΛΕΕ.
- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Υπό το φως όλων των πιο πάνω αναλυθέντων στοιχείων και μέσα από την αξιολόγηση και συνεκτίμηση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και έχοντας υπόψη της τη σχετική νομολογία, η Επιτροπή αποφάσισε κατά πλειοψηφία ως εξής:
Α. Στο πλαίσιο της παρούσας αυτεπάγγελτης έρευνας στον τομέα της αλυσίδας εφοδιασμού νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων, τόσο στο στάδιο παραγωγής όσο και στο στάδιο χονδρεμπόρων/μεσαζόντων και λιανεμπόρων, δεν προκύπτει απαγορευμένη συμφωνία και/ή απόφαση ένωσης επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 3(1)(α) του Νόμου και 101(1) της ΣΛΕΕ ούτε σε οριζόντιο ούτε σε κάθετο επίπεδο. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και άρα δεν δύναται να αναληφθεί περαιτέρω δράση σε σχέση με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ.
Β. Δεν στοιχειοθετείται περιορισμός της παραγωγής ή/και της διάθεσης των νωπών οπωροκηπευτικών στη βάση του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου και 101(1) στοιχ. β’ της ΣΛΕΕ. Συνεπώς, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και άρα δεν δύναται να αναληφθεί περαιτέρω δράση σε σχέση με το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ.
Γ. Όσον αφορά τιμοκαταλόγους ανταγωνιστών, οι οποίοι βρέθηκαν σε συγκεκριμένες υπό έρευνα εταιρείες, τα στοιχεία που ανευρέθηκαν δεν στοιχειοθετούν από μόνα τους παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και άρα δεν δύναται να αναληφθεί δράση σε σχέση με το άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ.
Εν συνεχεία, η Επιτροπή ομόφωνα αποφάσισε ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε καταχρηστική συμπεριφορά από οποιαδήποτε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών προϊόντων και άρα δεν δύναται να εξετασθεί οποιαδήποτε πιθανολογούμενη παράβαση του άρθρου 6(1) του Νόμου και να ληφθεί περαιτέρω δράση σε σχέση με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ.
Εύα Παντζαρή Πρόεδρος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________ |
Άριστος Αριστείδου Παλούζας Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________ |
Νεόφυτος Μαυρονικόλας Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________ |
Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________ |
Ιωάννα Σαπίδου Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________ |
* Οι αριθμοί και/ή τα στοιχεία που παραλείπονται/διαγράφονται και δεν εμφανίζονται τόσο σε αυτό το σημείο, όσο και στη συνέχεια, καλύπτονται από επιχειρηματικό απόρρητο ή αφορούν πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως ή/και αφορούν τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο του 2018 (Ν. 125(I)/2018). Ενδεικτικό της παράλειψης είναι το σύμβολο {…}. Επιπλέον, στην παρούσα απόφαση και σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018 (Ν. 125(Ι)/2018), όπου αναφέρονται ονόματα φυσικών προσώπων τα οποία αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποκειμένου/ων των δεδομένων, έχει γίνει ψευδωνυμοποίση προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν μπορούν να αποδοθούν σε ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο.
[1] Βλ. Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς, ΕΕ C 372 της 3.12.1997.
[2] Υπόθεση C-322/81, NV Nederlandshe Banden Industrie Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1983 σελ.3461,παρ.37.
[3] Supra υποσ. 1, παρά. 2.
[4] Βλ. Υπόθεση 322/81, Michellin κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας Δικαστηρίου 1983, σελ. 3461. Υπόθεση C-62/86, Akzo κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου 1991, σελ. Ι-3359 και Υπόθεση C-333/94, TetraPak κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου 1996, σελ. Ι-5951.
[5] Απόφαση Αριθ. 649/2017 της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού 13/7/2017, «Λήψη απόφασης επί προηγούμενης γνωστοποίησης συγκέντρωσης επιχειρήσεων κατ’ άρθρο 6 παρ. 1-3 του ν. 3959/2011, που αφορά τη συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρίας ΕΛΑΣΤΡΟΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ από την εταιρία ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ακολούθως την απόκτηση κοινού ελέγχου επί της τελευταίας από τις εταιρίες ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΒΕΕ και ΕΛΑΣΤΡΟΝ ΑΕΒΕ - ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ».
[6] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 11/08/2008, COMP/M.5201- TOTAL PRODUCE / HALUCO/JV, [2008] ΕΕ C 270 σ. 16.
[7] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 08/02/2008, COMP/M.4896 - CVC CAPITAL PARTNERS / KATOPE INTERNATIONAL, [2008] OJ C 87, σ. 4.
[8] Λεξικό Τριανταφυλλίδη: οπωροκηπευτικά τα [oporokipeftiká] Ο38 : φρούτα και λαχανικά· οπωρολαχανικά: Kαλλιέργεια / παραγωγή / μεταφορά / εμπόριο οπωροκηπευτικών.[λόγ. οπωρ(ικά) -ο- + κηπευτικά]
[9] Supra υποσ. 1, παρ. 8.
[10] Βλ. Υπόθεση C-27/76, United Brands Cο and United Brands Continental Bv κατά της Επιτροπής, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1978, σελ 207, παρ. 44. Υπόθεση 247/86, Alsatel κατά Novasam, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988, σελ 5987, παρ. 15. Υπόθεση T-83/91, Tetra Pak κατά Επιτροπής, παρ. 91. Υπόθεση T-128/98, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [2000] Συλλογή της Νομολογίας 2000 II-03929, παρ. 140.
[11] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 15/01/1998, IV/M.1025, Mannesman/Olivetti/Infostrad, [1998] ΕΕ C 83, σ. 4.
[12] Βλ. Απόφαση ΕΠΑ 19/2012, Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής COMP/M.5046, Friesland Foods / Campina, σκ.76-77. Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής COMP/M.3130, Arla Foods / Express Daires, σκ. 35. Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής COMP/M.4344, Lactalis / Nestle JV (II), σκ. 34. Απόφαση Ε.Α. 515/VI/2011, σκ 41.
[13] Βλ. σχετ. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1/2003 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, Επίσημη Εφημερίδα L 001 της 4.1.2003.
[14] Βλ. σχετικά την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής —Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ C 101, 27/04/2004, σελ. 81, παρ. 8 επ..
[15] Ibid, παρά. 12-13.
[16] Ibid.
[17] Βλ. Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 215 και 218/78, Heintz van Landewyck SARL και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,[1980], Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1980 σελ. 03125, σκέψη 170, Υπόθεση C-219/95 P, Ferriere Nord SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [1997] Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1997 σελ. I-04411, σκέψη 20.
[18] Βλ. supra υποσ. 14, παρά. 16.
[19] Ibid, παρά. 15.
[20] Ibid, παρά. 34 και 77.
[21] Βλ. Υπόθεση 8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, [1972] Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1972 σελ. 00977, σκέψη 29. Υπόθεση 126/80, Maria Salonia κατά Giorgio Poidomani και Franca Giglio, χήρας Baglieri, [1981] Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1981 σελ. 015631981. Υπόθεση 42/84, Remia BV και λοιποί κατά Επιτροπής, [1985] Συλλ. Νομ. 1985, σελ. 2545, σκέψη 22. Υπόθεση C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, [1998] Συλλ. Νομ. 1998, σελ. Ι-3851, σκέψη 48. Υπόθεση C-309/99, J. C. J. Wouters, J. W. Savelbergh, Price Waterhouse Belastingadviseurs BV κατά Αlgemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten [2002] Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 109 της 04/05/2002 σ. 0004.
[22] Βλ. supra υποσ. 14, παρά. 30.
[23] Ibid, παρά. 93 seq.
[24] Ibid, παρά 26-27.
[25] Υπόθεση 395/87, Ministere Public κατά Jean-Louis Tournier, [1989] ECR -02521.
[26] Υπόθεση C-41/90, Hofner & Elsner v. Macrotron, [1991] ECR I-1979. Υπόθεση C-67/96, Albany International BV v Stichting Bedrijfspensioenfonds Textielindustrie, [1999] ECR I-05751. Υπόθεση 170/83, Hydrotherm v. Compact, [1984] ECR 2999.
[27] Ibid.
[28] Υπόθεση C-118/85, Commission v. Italy, [1987] Συλλ. Νομολ. 2599, παρά. 7. Υπόθεση C-35/96, Commission v. Italy (CNSD), [1998] Συλλ. Νομολ. I-03851, παρά. 36. Υπόθεση C-41/90, Höfner and Elser v. Macrotron, [1991] Συλλ. Νομολ. I -1979, παρά. 21. Υπόθεση C-244/94, Federation Francaise des Societes d’Assurance, [1995], Συλλ. Νομολ. I-4013, παρ. 14.
[29] Βλ. σχετικά Απόφαση της Ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού ΑΡΙΘΜ. 610/2015, σελ. 79, η οποία παραπέμπει ενδεικτικά στην ακόλουθη νομολογία: «Βλ. ενδεικτικά υπόθ. Τ-23/09 Conseil national de l’Ordre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de l’Ordre national des pharmaciens (CCG) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 70-71, υπόθ. C-55/96, Job Centre coop.arl, Συλλογή 1997, σελ. Ι-7119, σκ.21, συνεκδ. υποθ. C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000 σ. Ι-6451, σκ. 74, υπόθ. C-118/85 Επιτροπή κατά Ιταλίας Συλλ. 1987 σ. 2599, σκ. 7, υπόθ. C-41/90 Klaus Höfner and Fritz Elser κατά Macrotron GmbH Συλλ. 1991 σ. I-1979, σκ. 21, υπόθ. C-35/96 Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD) Συλλ. 1998 σ. I-3851, σκ. 36, υπόθ. C-244/94 Fédération Française des Sociétés d’Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche Συλλ. 1995 σ. I-4013, σκ. 14, απόφαση ΕΑ 292/IV/2005 υπό 2.1.»
[30] Υπόθεση T-128/98, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής, [2000], Συλλ. σελ. II-03929, σκέψεις 110, 112.
[31] Υπόθεση C-49/07, Μοτοσυκλετιστική Ομοσπονδία Ελλάδος ΝΠΙΔ (ΜΟΤΟΕ) κατά Ελληνικού Δημοσίου, [2008] Συλλογή της Νομολογίας 2008 I-04863, παρά. 25.
[32] Βλ. Υπόθεση Τ-23/09, Conseil national de l’Ordre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de l’Ordre national des pharmaciens (CCG) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 74, 76-77, στην οποία κρίθηκε ειδικά ο Εθνικός Σύλλογος Φαρμακοποιών της Γαλλίας ως ένωση επιχειρήσεων. Βλ. επίσης, Απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού 505/VΙ/2010.
[33] Βλ. Υπόθεση C-395/96 P και C-396/96 P, Compagnie maritime belge transports SA, Compagnie maritime belge SA και Dafra-Lines A/S (CEWAL) κατά Επιτροπής, [2000] Συλλογή σ. Ι- 01365, σκ. 144. Βλ. επίσης σχετικά και Λ. Κοτσίρη, Ευρωπαϊκό Εµπορικό ∆ίκαιο, 2003, σελ. 398-399.
[34] Βλ. Συνεκδ. Υποθέσεις Τ-25/95, Τ-26/95, Τ-30/95 έως Τ-32/95, Τ-34/95 έως Τ-39/95, Τ-42/95 έως Τ-46/95, Τ-48/95 έως Τ-65/95, Τ-68/95 έως Τ-71/95, Τ-87/95, Τ-88/95, Τ-103/95 και Τ-104/95, Cimenteries CBR SA κ.ά. κατά Επιτροπής, [2000] Συλλογή σ. ΙΙ-491, σκ. 833 & 1094, σκ. 1320.
[35] Βλ. Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 96/438/ΕΚ, FENEX (IV/34.983), [1996] OJ L 181, p. 28–36 σκ. 31 και Alison Jones & Sufrin Brenda, EC Competition Law, Oxford University Press, 4th Edition 2011, σελ. 168 επ..
[36] Jones Alison, Sufrin Brenda, EC Competition Law, Oxford, 2nd Edition, 2004, σελ. 147.
[37] Βλ. μεταξύ άλλων Απόφαση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 512/VI/2010, παρ. 108 επ. και τις εκεί παραποµπές. Βλ. επίσης, Υπόθεση C-309/99, Συλλ. Σελ. Ι-1577, σκ. 64-65, Συνεκδ. Υποθέσεις T-213/95 και T-18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής, σκ. 170. Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 96/438/ΕΚ, FENEX, L 181/28, σκ. 41 και Απόφαση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 292/IV/2005.
[38] Βλ. σχετικά Απόφαση της Ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού αρ. 312/V/2006.
[39] Υπόθεση 209-215/78, Van Landewyck v Commission, [1980] Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου, σ. 03125. Βλ. supra υποσ. 28, Υπόθεση 118/85. Υπόθεση, C-244/94, Federation francaise des societes d'assurances κ.λπ., [1995] Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου, σ. Ι-4013.
[40] Υπόθεση C-250/92, Gottrup – Klim e.a. Grovvareforeninger and Others v Dansk Landbrugs Grovvareselskab AmbA, [1994] ECR I-5641.
[41] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, CISAC (COMP/C-2/38.698), [2008] ΕΕ C 323 , σ. 12. Υπόθεση T-442/08, International Confederation of Societies of Authors and Composers (CISAC) v Commission, [2013] Ψηφιακή συλλογή EU:T:201 3:188.
[42] Υπόθεση 123/83, BNIC v Clair, [1985] ECR 391.
[43] Βλ. supra υποσ. 21, Υπόθεση C-35/96, παρά. 36-38. Supra υποσ. 29, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-180 έως 184/98, παρ. 73-77. Υπόθεση C-309/99, Wouters κ.α. εναντίον Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten (NOVA), [2002] ECR I-577, παρ. 65.
[44] Υπόθεση T-193/02, Laurent Piau κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [2005] Συλλογή της Νομολογίας II-00209, σκ. 69 seq..
[45] Βλ. μεταξύ άλλων supra υποσ. 43, Υπόθεση C-309/99.
[46] Ibid, παρά. 65 και 66.
[47] Βλ. Υπόθεση C-41/69, Chemiefarma, Συλλ. 1970, 661. Βλ. ακόµη Ζιάµου Θ. σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003, σελ. 692.
[48] Βλ. Faull and Nickpay, The EC Law of Competition (2007), σελ. 195, παρ. 3.49 και τη σχετική νομολογία στην οποία παραπέμπει (Απόφαση της Ευρ. Επιτροπής (79/934/EEC) της 5ης Σεπτεμβρίου 1979, Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής IV/29.021 - BP Kemi - DDSF, OJ L 286 της 14.11.1979, σελ. 0032-0052, σκ. 27 και 45.
[49] Βλ. Υπόθεση 209 to 215 and 218/78, Heintz van Landewyck SARL and others v Commission of the European Communities, [1980] Συλλογή της Νομολογίας 1980 -03125 σκ. 85-86 και Υπόθεση T-9/99, HFB Holding für Fernwärmetechnik Beteiligungsgesellschaft mbH & Co. KG και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [2002] Συλλογή της Νομολογίας 2002 II-01487, σκ. 200-201 και Τ-1/89, Rhône-Poulenc SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [1991] Συλλογή της Νομολογίας 1991 II-00867, σκ. 43 - 44. Βλ. επίσης Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2004/104/ΕΚ, ό.π., σκ.172. Βλ. και Κοτσίρη, ∆ίκαιο Ανταγωνισµού, 2003, 395-396.
[50] Βλ. Υπόθεση Τ-25/95 κλπ, Cimentieres CBR κ.άλ., Συλλ. 2000, ΙΙ-491, σκ. 928.
[51] Βλ. Υπόθεση C-41/69, Chemiefarma, Συλλ. 1970, 661, σκ. 112. Υπόθεση T- 41/96, Bayer, Συλλ. 2000, ΙΙ 3383, σκ. 67-69. Υπόθεση T-208/01, Volkswagen, Συλλ. 2003, ΙΙ 5141, σκ. 30-32.
[52] Βλ. Υπόθεση C-45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1987, σ. 00405, σκ. 28. Συνεκδ. υποθέσεις T-213/95 και T-18/96, Stichting κατά Επιτροπής, Συλλ. 1997 σ.ΙΙ-01739, σκ. 157-164. Συνεκδ. Αποφάσεις. ∆ΕθΑθ 1026/2007, ∆ΕφΑθ 1027/2007, ∆ΕφΑθ 1001/2006, σκ. 16 και ∆ΕφΑθ 1028/2007, σκ. 8, καθώς και Απόφαση ΕΑ 292/IV/2005 υπό 3.2 και 4. Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 1980, 80/917/ΕΟΚ, NATIONAL SULPHURIC ACID ASSOCIATION (IV/27.958), ΕΕ L 260 της 3.10.1980, σ. 24 έως 33.
[53] Βλ. ibid, υπόθεση C-45/85, σκ. 28.
[54] Βλ. Υπόθεση 8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλ. 1972-3, σ. 223, 209-215 & 218/78.
[55] Βλ. Υπόθεση C-41/90, Hofner & Elsner v. Macrotron, [1991] ECR I-1979; Υπόθεση 170/83, Hydrotherm v. Compact, [1984] ECR 2999.
[56] Joined Cases 96-102, 104, 105, 108 and 110/82, NV IAZ International Belgium and others v. Commission, [1983] ECR 3369; Case 45/85, Verband der Sachversicherer e.V. v. Commission, [1987] ECR 405.
[57] Βλ. ενδεικτικά υποθ. C-41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σ.699, C-246/86, Belasco κατά της Επιτροπής, Συλλ. 1989, σ.2181. Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 84/405/ΕΚ, Zinc Producer Group, EE 1984 L 220/27, σκ. 67-68. Βλ. ενδεικτικά Υπόθεση C-8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, σκ. 21. Υπόθεση Τ-64/02, Heubach κατά Επιτροπής, σκ. 81. Υπόθεση Τ-224/00, Archer Daniels κατά Επιτροπής, σκ. 271, και Υποθέσεις Τ- 374/94, Τ-375/94, Τ-384/94 και Τ-388/94, European Night Services κλπ. κατά Επιτροπής, σκ. 136. Επειδή ο καθορισμός τιμών συνιστά τόσο σημαντικό περιορισμό του ανταγωνισμού, στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά µε τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας (de minimis) ορίζεται βάσει πάγιας νομολογίας ότι τέτοιου είδους συμφωνίες μεταξύ ανταγωνιστών συνιστούν πάντοτε παράβαση, ανεξαρτήτως του μεριδίου αυτών στη σχετική αγορά.
[58] Βλ. μεταξύ άλλων συνεκδ. υποθ. Τ-305/94 έως Τ-307/94, Τ-313/94 έως Τ- 316/94, Τ-318/94, Τ-325/94, Τ-328/94, Τ-329/94 και Τ-335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij NV κ.λπ κατά Επιτροπής Συλλ. 1999 σ. ΙΙ-931, σκ. 741 και Υπόθεση Τ-62/98, Volkswagen κατά Επιτροπής Συλλ. 2000 σ. ΙΙ-2707, σκ. 178 και Υπόθεση 45/85, Verband der Sachversicherer (VDS) κατά Επιτροπής Συλλ. 1987 σ. 405, σκ. 39.
[59] Βλ. Μικρουλέα σε Τζουγανάτο, Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, σελ. 249-250. Βλ. επίσης Υπόθεση T-111/08, Mastercard, σκ. 27.
[60] Βλ. Rose, V. (2010). Bellamy & Child: European Law of Competition. 6th edition. Aρ. 5.016, σελ. 313 επ. και την εκεί παρατεθείσα νομολογία.
[61] Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους κάθετους περιορισμούς [2000/C 291/01] παρ.47. Το ίδιο προβλέπεται και στην αντίστοιχη παρ. 48 του Κανονισμού 330/2010.
[62] Υπόθεση C-199/92, P-Huels κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, I-4287.
[63] Βλ. μεταξύ άλλων Υπόθεσή 8/72, Vereeniging van Cementshandelaren κατά Επιτροπής, σκ. 21. Υποθέσεις Τ-374/94, Τ-375/94, Τ-384/94, European Night Services κατά Επιτροπής, σκ. 136 και Απόφαση ΕΑ Αρ. 505/VI/2010.
[64] Ως υπολογισμός του ποσοστού απόκλισης η Υπηρεσία βασίστηκε στην ακόλουθη εξίσωση: (Τιμή χονδρέμπορου/εταιρείας – τιμή τιμοκαταλόγου χονδρικής αγοράς) / τιμή τιμοκαταλόγου χονδρικής αγοράς.
[65] Τιμή που χρεώνεται ένας έμπορος, ο οποίος προσέρχεται ο ίδιος στην αποθήκη της ΣΕΔΙΓΕΠ και παραλαμβάνει με όχημα δικό του κάποια προϊόντα.
[66] Τιμή που πωλείται το προϊόν στη Χονδρική Αγορά Λευκωσίας.
[67] Βλ. Bellamy & Child, αρ. 5.048, σελ. 337, Μικρουλέα σε Τζουγανάτο, Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, σελ. 300. Βλ. επίσης, Υπόθεση T-236/01, Tokai Carbon κατά Επιτροπής, Συλλ. 2004, II-1181. Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, COMP/E-1/36.490, Graphite Electrodes, 2002/271/EC, EE 2002 L 100/1.
[68] Βλ. Απόφαση της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1992 93/405/ΕΟΚ: SCHOLLER LEBENSMITTEL GMBH ' Co. KG (Υποθέσεις IV/31.533 και IV/34.072), ΕΕ L 183 της 26.7.1993, σ. 1 έως 18.
[69] Βλ. Wagenbaur σε Lowenheim/Meesen/Riesenkampff, Art. 81 Abs. 1, αρ. 254, σελ. 318. Βλ. και Τριανταφυλλάκη σε Σχίνα.
[70] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1982, IV/29. 629, Rolled Zinc Products and Zinc Alloys, EE 1982 L362/40.
[71] Βλ. ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά ΔΕΚ C-41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλ. 1969-1971, σελ.397, σκ. 111-113, ΠΕΚ Τ-13/89, Polypropylene, Συλλ.1992, ΙΙ-1021, σκ. 253, ΠΕΚ Τ-7/89, Hercules κατά Επιτροπής, Συλλ.1991, ΙΙ-1711, σκ. 256, ΠΕΚ Τ-305/94, Limburge κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, ΙΙ-945, σκ. 715, ΠΕΚ Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ.2002, ΙΙ-1498, σκ. 199.
[72] Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-41/69, ό.π., σκ. 112 και ΔΕΚ συνεκδ. υποθ. C- 209/78 έως 215/78 και 218/78, Heinz van Landewyck κατά Επιτροπής, Συλλ.1980, ΙΙΙ-210, σκ. 86, καθώς και ΠΕΚ T-1/89, Rhône-Poulenc SA κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, II-1034, σκ. 120, Τ-15/89, Chemie Linz AG κατά Επιτροπής, Συλλ.1992, II-1280, σκ. 301, και T-310/94, Grueber και Weber GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998, II-1048, σκ. 85, 87.
[73] Βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις ΔΕΚ C- 41/69, ACF Chemiefarma ό.π., C-44/69, Buchler & Co κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σ. 733 και C-45/69, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σ. 769, καθώς και Αποφάσεις ΠΕΚ T-66/99, Μινωικές Γραμμές ΑΝΕ κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-5515, σκ. 207 και Τ-141/89, Trefileurope κατά Επιτροπής, Συλλ.ΙΙ-791, σκ. 95-96. Βλ. ακόμη Ζιάμου Θ. σε Σκουρή Β., Ερμηνεία Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, 2003, σελ. 692.
[74] Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-204/00, Aalborg PortlandA /S κατά Επιτροπής, Συλλ. Ι-123, σκ. 228, 248.
[75] Βλ. ενδεικτικά απόφαση της Επιτροπής 2004/104/ΕΚ (Υπόθεση COMP/E-1/37.978/Μεθυλογλυκαμίνη), παρ. 172, EE L 038 της 10/02/2004 σ. 18 – 46, καθώς και ΕΑ 369/V/2007, σελ. 47.
[76] Βλ. απόφαση ΠΕΚ Τ-25/95 κ.λπ. Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-491,σκ. 928.
[77] Βλ. Απόφαση της Επιτροπής 99/60/ΕΚ, Καρτέλ προμονωμένων σωλήνων, Υπόθεση IV/35.691, σκ. 134.
[78] Βλ. π.χ. ΠΕΚ T-30/91, Solvay SA κατά Επιτροπής, Συλλ. II-1775, σκ. 66, 75 και ΠΕΚ T-36/91, Imperial Chemical Industries Plc κατά Επιτροπής, απόφαση της 29.06.1995, Συλλ. ΙΙ-1851.
[79] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2780/2012, σκ. 5 (όπου και παραπομπές σε πάγια ενωσιακή νομολογία).
[80] Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-40 επ./73, Suiker Unie κατά Επιτροπής, Συλλ. 1975, σελ. 507, σκ. 173-174, ΔΕΚ C-48/69 ICI κατά Επιτροπής, Συλλ. 1972-1973, σελ. 99, σκ.64, ΔΕΚ C-199/92 P, Huls κατά Επιτροπής Συλλ. 1999, Ι-4336, σκ. 162-168 και 178, ΔΕΚ C-105/94 P, Συλλ. 1997, Ι-3001, σκ. 126, 135-136, 143, καθώς και αποφάσεις ΠΕΚ Τ-1/89 Rhône-Poulenc SA κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, ΙΙ-1034, σκ. 101-103, 113-115 και 121-123, ΠΕΚ Τ-9/99 HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, Ι-8224, σκ. 211-213, ΠΕΚ Τ- 25/95 Cimenteries CBR κατά Επιτροπής, Συλλ. 1996, Ι-3786, σκ. 18-22 (περίληψης) και σκ. 1849, 1852, 1855, 1865, 3150, Βλ. επίσης ενδεικτικά ΔΕφΑθ 1617/2009, σκ. 6.
[81] Βλ. ΔΕΚ C-2/01P και C-3/01 P Bundesverband Arzneimittel – ImporteureeV, Συλλ.Ι-64, σκ.102 και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 3, 2004/C, 101/08 της 27.04.2004, παρ.15.
[82] Βλ. Απόφαση της Επιτροπής, IV/35.691/Ε-4, Καρτέλ προμονωμένων σωλήνων, παρ. 138.
[83] Βλ. ΣτΕ 2007/2013, σκ. 17 και ΣτΕ 2780/2012, σκ. 4-6, καθώς και ενδεικτικά ΔΕΚ C-199/92 Hüls κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999, Ι-4336, σκ. 158-167, ΔΕΚ C-49/92 Ρ. Επιτροπή κατά Annic Partecipazioni SpA, Συλλ. Ι-4125, σκ. 119-121.
[84] Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, σκ. 52-53 (όπου και παραπομπές σε πάγια ενωσιακή νομολογία). Βλ. και Faull & Nickpay, The EU law of competition, 3d edition, παρ. 3.133.
[85] Βλ. ενδεικτικά πρόσφατη απόφαση ΔΕΚ C-8/08, T-Mobile Netherlands BV κ.ά. κατά Raad vanbestuurvande Nederlandse Mededingingsautoriteit, Συλλ. 2009, απόφαση της 04.06.2009, αδημ., σκ. 52.
[86] Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-204/00 P. Aalborg Portland κατά Επιτροπής, Συλλ 2004, σελ. Ι-123, σκ. 249 και 291, 323, 330-331, ΔΕΚ C-49/92 Ρ, ό.π, σκ. 95-100 και ΔΕΚ C-199/92 P, ό.π, σκ. 174, 180-183. Βλ. επίσης ΔΕΚ C-291/98 P Sarrio κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, Ι-10014, σκ. 50, ΠΕΚ Τ-334/94, Sarrio S.A. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1996, Ι-1331, σκ. 118, ΠΕΚ T-67/00, T-68/00, T-71/00 και T-78/00, JFE Engineering κατά Επιτροπής, Συλλ.2004, ΙΙ-2514, σκ. 327, ΠΕΚ T-48/00, Corus UK Ltd κατά Επιτροπής, Συλλ. 2004, ΙΙ- 2331, σκ. 116, ΠΕΚ Τ-50/00, Dalmine SpA κατά Επιτροπής, Συλλ. 2004, ΙΙ-2405, σκ. 162, ΠΕΚ T-7/89, HerculesChemicals κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, II-1715, σκ. 232, καθώς και ΠΕΚ Τ-303/02, Westfalen Gassen κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συλλ. 2006, ΙΙ-4575, σκ. 97.
[87] Βλ.και αποφάσεις ΠΕΚ, Τ-7/89, Hercules Chemicals, ό.π, σκ. 232, Τ-310/94, Gruber και Weber, ό.π, T- 329/01 Archer Midland κατά Επιτροπής, σκ. 247 και Τ-25/95 κλπ., Cimenteries CBR κλπ κατά Επιτροπής, Συλλ. II-491, σκ. 2814, 3100, 3103, 3978. Βλ. και αποφάσεις ΔΕΕ C-68/12, απόφαση της 07.02.2013, Slovenska Sporitelna, αδημ. σκ. 27 και νομολογία στην οποία παραπέμπει, C-634/13, απόφαση της 17.09.2015, Total Marketing Services SA κατά Επιτροπής, αδημ., σκ. 18 επ., και C 74/14, Eturas UAB κλπ κατά Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 2016, αδημ. σκ. 46 επ.
[88] Βλ. ενδεικτικά ΔΕΚ C-49/92 Ρ σκ. 112-114, 131, ΔΕΚ C-8/08, ό.π, σκ. 29 επ., καθώς και ΠΕΚ Τ-5-6/00 Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, ΙΙ-5768, και ΠΕΚ Τ-7/89, ό.π, παρ. 264. Βλ. επίσης ΔΕφΑθ 1617/2009, σκ. 6.
[89] Υπόθεση 85/76, Hoffmann- La Roche & Co. AG v. Commission, [1979] ECR 461.
[90] Υπόθεση T-24/93, T25/93, T/26/93 και T/28/93, Campagie Martime Belge Transports and other v Commission, [1996] ECR 1996 II-01201.
[91] Ibid.
[92] Υπόθεση C-62/86, Akzo Chemie κατά Επιτροπής, [1991] Συλλογή της Νομολογίας 1991 I-03359, παρά. 60-61.