Απόφαση ΕΠΑ: 72/2024
Αρ. Φακέλου: 08.13.006.003.001
Ο ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2022
Καταγγελία της G.C.C. (Computers) Ltd εναντίον της εταιρείας Logicom Solutions Limited και του ομίλου εταιρειών Logicom Public Limited
Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού:
κα Εύα Παντζαρή Πρόεδρος
κ. Άριστος Αριστείδου Παλούζας Μέλος
κ. Νεόφυτος Μαυρονικόλας Μέλος
κα Ιωάννα Σαπίδου Μέλος
Ημερομηνία απόφασης: 12 Δεκεμβρίου 2024
ΑΠΟΦΑΣΗ
Αντικείμενο της υπό εξέταση υπόθεσης αποτελεί η καταγγελία που υποβλήθηκε στην Επιτροπή στις 3/12/2018 από την εταιρεία GCC εναντίον της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS και της εταιρείας LOGICOM PUBLIC, καθώς και των όσων επιπρόσθετα σημειώνονται από την GCC στη γραπτή επιστολή της ημερομηνίας 5/3/2019, για πιθανή παράβαση των άρθρων 6(1)(α), (γ) και (δ) των περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμων του 2008 και 2014 (εφεξής «ο Νόμος»), καθώς και των άρθρων 102 στοιχ. α΄, στοιχ. γ΄ και στοιχ. δ΄ της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής η «ΣΛΕΕ»), με βάσει τα οποία η GCC ισχυρίζεται την ύπαρξη κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης από μέρους των καταγγελλομένων εταιρειών LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC, με επιθετική και αθέμιτη τιμολόγηση σε σχέση με συγκεκριμένα συνδυασμένα προϊόντα/ υπηρεσίες, καθώς και διακριτική τιμολόγηση από μέρους τους, αναφορικά με την προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομής δικτύου της ΑΤΗΚ και της συντήρησης αυτού.
1. Στις 3/12/2018, η εταιρεία G.C.C. διαμέσου των δικηγόρων της, υπέβαλε καταγγελία εναντίον της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS και της εταιρείας LOGICOM PUBLIC, για πιθανή παράβαση των άρθρων 6(1)(α) και (δ) των περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμων του 2008 και 2014 (εφεξής «ο Νόμος»), καθώς και των άρθρων 102 στοιχ. α΄ και στοιχ. δ΄ της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής η «ΣΛΕΕ»).
2. Η Επιτροπή σε συνεδρία της ημερομηνίας 19/12/2018, αφού μελέτησε το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και ενεργώντας στη βάση του άρθρου 35 του Νόμου, έδωσε οδηγίες για διεξαγωγή προκαταρκτικής έρευνας προς την Υπηρεσία αναφορικά με τις πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 6(1)(α) και (δ) του Νόμου και των αντίστοιχων άρθρων 102 στοιχ. α΄ και στοιχ. δ΄ της ΣΛΕΕ που περιέχονται στην καταγγελία.
3. Η Υπηρεσία στις 28/2/2019, με γραπτή επιστολή της προς τη GCC φ/δι των δικηγόρων της, την ενημέρωσε πως διαπιστώθηκε ότι στην καταγγελία γίνεται αναφορά σε γεγονότα που σχετίζονται με παραβάσεις του άρθρου 6(1)(α) και 6(1)(δ) του Νόμου, καθώς και των άρθρων 102 στοιχ. α΄ και στοιχ. δ΄ της ΣΛΕΕ, ενώ παράλληλα γίνεται αναφορά και σε εφαρμογή διακριτικής τιμολόγησης, χωρίς όμως να γίνεται ρητή αναφορά στο άρθρο 6(1)(γ) του Νόμου ή στο 102 στοιχ. γ΄της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, ζητήθηκε να τεκμηριωθούν οι ισχυρισμοί της για το ζήτημα της διακριτικής τιμολόγησης.
4. Η GCC στις 5/3/2019 με γραπτή επιστολή, μέσω των δικηγόρων της, απάντησε στην επιστολή της Υπηρεσίας ημερομηνίας 28/2/2019 αναφορικά με τα προαναφερόμενα ζητήματα. Η Υπηρεσία υπέβαλε Σημείωμα ημερομηνίας 19/4/2019 προς την Επιτροπή αναφορικά με τη διαπίστωση της ότι στην καταγγελία γίνεται αναφορά σε εφαρμογή διακριτικής τιμολόγησης, χωρίς να υπάρχει ρητή αναφορά στο άρθρο 6(1)(γ) του Νόμου ή στο 102 στοιχ. γ΄ της ΣΛΕΕ, σημειώνοντας ταυτόχρονα τα όσα ανάφερε η GCC στην επιστολή της ημερομηνίας 5/3/2019 για το θέμα αυτό.
5. Η Επιτροπή στη συνεδρία της ημερομηνίας 2/5/2019, σημείωσε το περιεχόμενο του σημειώματος της Υπηρεσίας ημερομηνίας 19/4/2019, καθώς και τα όσα καταγράφονται στην επιστολή των δικηγόρων της GCC με ημερομηνία 5/3/2019, ενώ επίσης σημείωσε και το περιεχόμενο της υποβληθείσας καταγγελίας. Η Επιτροπή, αφού υπογράμμισε ότι στην καταγγελία, γίνεται ρητή αναφορά και σε εφαρμογή διακριτικής τιμολόγησης, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στο άρθρο 6(1)(γ) του Νόμου ή στο 102 στοιχ. γ΄ της ΣΛΕΕ, κατέληξε ομόφωνα ότι σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται τόσο στην καταγγελία αλλά και στην επιστολή ημερομηνίας 5/3/2019, η εταιρεία GCC καταγγέλλει και πιθανολογούμενη παράβαση του άρθρου 6(1)(γ) του Νόμου και/ή στο102 στοιχ. γ΄ της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατά την εν λόγω συνεδρία αποφάσισε ομόφωνα, επιπρόσθετα των οδηγιών που δόθηκαν στη συνεδρία της ημερομηνίας 19/12/2018, να δώσει οδηγίες στην Υπηρεσία για διερεύνηση αναφορικά και με το ενδεχόμενο παράβασης του άρθρου 6(1)(γ) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 102 στοιχ. γ΄ της ΣΛΕΕ.
6. Η Υπηρεσία ενεργώντας στη βάση των οδηγιών της Επιτροπής διεξήγαγε τη δέουσα προκαταρκτική έρευνα της παρούσας καταγγελίας και σχετικά υπέβαλε Σημείωμα ημερομηνίας 2/12/2021 στο οποίο καταγράφηκαν τα αποτελέσματα της προκαταρκτικής έρευνας.
7. Η Επιτροπή σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 13/12/2021 ενεργώντας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της αφού εξέτασε την υπό το ως άνω αριθμό και τίτλο καταγγελία που υποβλήθηκε από την εταιρεία G.C.C. εναντίον της LOGICOM SOLUTIONS και της εταιρείας LOGICOM PUBLIC, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, ομόφωνα κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της αγοράς καθώς και τα μερίδια αγοράς της καταγγελλόμενης εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS σε σχέση με τα μερίδια των υπόλοιπων εταιρειών της αγοράς, η καταγγελλόμενη εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS κατά την υπό εξέταση περίοδο 2012-2018, δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εν απουσία στοιχειοθέτησης κατοχής δεσπόζουσας θέσης (στη βάση των εκ πρώτης όψεως συμπερασμάτων), κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα πως δεν στοιχειοθετείται παράβαση των περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμων του 2008 και 2014. Η Επιτροπή συνακόλουθα αποφάσισε όπως ενημερωθεί εγγράφων η καταγγέλλουσα εταιρεία δίνοντάς της τη δυνατότητα, εάν το επιθυμεί, να θέσει εγγράφως τις τυχόν απόψεις και θέσεις της επ’ αυτής εντός είκοσι μίας (21) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της, τηρουμένης της προστασίας των επιχειρηματικών απορρήτων και των εμπιστευτικών φύσεως πληροφοριών.
8. Την 1/11/2022, αποστάλθηκε επιστολή προς την GCC με την οποία ενημερώθηκε για τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της Επιτροπής κατά τη συνεδρία της στις 13/12/2021. Η Επιτροπή στην επιστολή της επεσήμανε πώς θα λάβει την απόφασή της, αφού συνεκτιμηθεί η γραπτή θέση της καταγγέλλουσας εντός της ταχθείσας προθεσμίας.[1]
9. Στις 15/11/2022, η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC, υπέβαλε προς την Επιτροπή αίτημα της για πρόσβαση στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.
10. Στις 11/1/2023 και 12/1/2023 καθώς και στις 27/1/2023 και 30/1/2023, κατόπιν έγκρισης του αιτήματος της καταγγέλλουσας από την Επιτροπή πραγματοποιήθηκε εκ μέρους της καταγγέλλουσας εταιρείας, πρόσβαση στους διοικητικούς φακέλους της ως άνω αναφερόμενης υπόθεσης στα γραφεία της Επιτροπής.
11. Η GCC στη συνέχεια, ενεργώντας διαμέσου των δικηγόρων της, απέστειλε τις θέσεις της στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της Επιτροπής με επιστολή ημερομηνίας 9/2/2023. H GCC με τις θέσεις της υπέβαλε εκ νέου αίτημα για δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων, σημειώνοντας πως η Επιτροπή θα μπορούσε, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, να κάνει αποδεκτό το αίτημα της, καθότι η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος παρεμποδίζει τη δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος της GCC για υποβολή γραπτών απόψεων και θέσεων επί της προκαταρκτικής απόφασης της Επιτροπής ημερομηνίας 13/12/2021.
12. Η Επιτροπή κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 2/3/2023, αφού μελέτησε τις γραπτές θέσεις της καταγγέλλουσας εταιρείας GCC ημερομηνίας 9/2/2023 επί των προκαταρκτικών της συμπερασμάτων ημερομηνίας 13/12/2021, ομόφωνα αποφάσισε να δώσει οδηγίες στην Υπηρεσία να εξετάσει και να διερευνήσει περαιτέρω τα ζητήματα που εγείρονται στις εν λόγω γραπτές θέσεις, εντός του πλαισίου των ισχυρισμών που περιέχονται στην καταγγελία ημερομηνίας 3/12/2018 και τον ουσιώδη χρόνο που αυτή αφορά και άμα την ολοκλήρωση της έρευνας της, να ετοιμάσει έκθεση ευρημάτων την οποία να θέσει ενώπιον της
13. Στις 27/3/2024, η Επιτροπή με γραπτή επιστολή ενημέρωσε την καταγγέλλουσα εταιρείας GCC για την απόφαση της στις 2/3/2023.
14. Η Επιτροπή, υπό τη νέα της σύνθεση σύμφωνα με το διορισμό της από το Υπουργικό Συμβούλιο ως οι αποφάσεις του ημερομηνίας 15/6/2023, κατά τη συνεδρία της στις 11/7/2023 επεσήμανε ότι λόγω των αντικρουόμενων αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου, στην Υπόθεση αρ.65/2015, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ και ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ημερομηνίας 24/9/2021 και στην Υπόθεση αρ.1848/2018, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ και ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ημερομηνίας 15/5/2023 και υπό το φως της καταχώρησης της αναθεωρητικής έφεσης ΕΔΔ 66/2023 η οποία αναμένεται να εκδικαστεί σύντομα, έχει ζητήσει νομική καθοδήγηση από τη Νομική Υπηρεσία προτού αποφασίσει για το χειρισμό της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Σημειώνεται πως κατά τη συνεδρία της Επιτροπής στις 20/11/2023, η κα Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση δήλωσε πως συμφωνεί και υιοθετεί την απόφαση της Επιτροπής ημερομηνίας 11/7/2023.
15. Η Επιτροπή κατά τη συνεδρία της στις 22/3/2024 συνήλθε εκ νέου για να εξετάσει το χειρισμό της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης. Κατά την εν λόγω συνεδρία σημειώθηκε ότι ο κ. Άριστος Αριστείδου Παλούζας αποτελούσε μέλος και της Επιτροπής υπό την προηγούμενη σύνθεσή της σύμφωνα με τον τότε διορισμό του από το Υπουργικό Συμβούλιο ημερομηνίας 21/5/2018, ενώ επαναδιορίστηκε στη θέση του Μέλους της Επιτροπής με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 15/6/2023. Η Επιτροπή, αφού αποχώρησαν όλα τα μέλη της Υπηρεσίας, στην κατ’ ιδίαν συζήτηση της υπόθεσης, σημείωσε ότι στις 8/12/2023 το Εφετείο (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) με την απόφαση αρ. 66/2023 αποφάσισε πως η Έφεση της Επιτροπής σε σχέση με την ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή αρ. 1848/18 ημερομηνίας 15/5/2023 επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου παραμερίζεται. Ειδικότερα, κρίθηκε πως «ο διορισμός της κας Χριστοδούλου ως Προέδρου της Επιτροπής από τις 24/04/2018 έως τις 23/04/2023 κινείται στα πλαίσια των προβλεπόμενων στο Άρθρο 9(5)(α) του Νόμου» και η συγκρότηση της Επιτροπής ήταν νόμιμη.
16. Η Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής, κ. Νεόφυτος Μαυρονικόλας, κα Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση και κα Ιωάννα Σαπίδου κατά τη συνεδρία της Επιτροπής στις 22/3/2024, δηλώσαν πως συμφωνούν με τις αποφάσεις της καθ’ όλα νόμιμα συγκροτημένης Επιτροπής, ημερομηνίας 19/12/2018, 2/5/2019, 11/10/2019, 13/12/2021, 9/3/2022, 26/9/2022, 22/11/2022, 25/1/2023, 6/2/2023 και 2/3/2023, και υιοθετούν αυτές σημειώνοντας ότι και οι ίδιοι θα προέβαιναν στις ίδιες ενέργειες κατά τον χρόνο λήψης των εν λόγω αποφάσεων. Η Επιτροπή, αναφορικά με τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί μετά από την απόφαση ημερομηνίας 19/12/2018 και όλων των μετέπειτα αποφάσεων και όλων όσων βρίσκονται καταχωρισμένα εντός του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, σημείωσε πως η Νομολογία επιτρέπει στην Υπηρεσία να κάνει χρήση του υπάρχοντος στο φάκελο υλικού. Περαιτέρω η Επιτροπή έδωσε οδηγίες στην Υπηρεσία να κάνει χρήση του εντός του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης υλικού, το οποίο και δύναται να χρησιμοποιηθεί και αξιολογηθεί και με την ολοκλήρωση της δέουσας προκαταρκτικής έρευνας, υποβάλει έκθεση ευρημάτων επί αυτής.
17. Η Υπηρεσία με την ολοκλήρωση της δέουσα προκαταρκτικής έρευνας και ενεργώντας στη βάση των οδηγιών της Επιτροπής ημερομηνίας 2/3/2023, υπέβαλε συμπληρωματική Έκθεση Ευρημάτων ημερομηνίας 5/12/2024.
2. ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
2.1. G.C.C. (Computers) Ltd (καταγγέλλουσα)
18. Η εταιρεία GCC είναι ιδιωτική μετοχική εταιρεία που δραστηριοποιείται στην Κύπρο στον ευρύτερο τομέα της πληροφορικής και της τεχνολογίας από το 1987, με έμφαση στη διαχείριση λογαριασμών και πωλήσεων (systems integrator and services provider), την υλοποίηση και υποστήριξη σύνθετων λύσεων πληροφορικής και τεχνολογίας (π.χ. υποδομή δικτύων, ασφάλεια δικτύων, υποδομή IT, υπολογιστικά νέφη, επιχειρηματικές λύσεις, client computing).
19. Όπως σημειώνεται στην καταγγελία, η GCC δραστηριοποιείται στον ευρύτερο τομέα της τεχνολογίας και πληροφοριών στην κυπριακή αγορά, παρέχοντας υπηρεσίες προμήθειας, εγκατάστασης, υποστήριξης και συντήρησης υποδομών και εξοπλισμού δικτύου. Ειδικότερα, η εταιρεία παρέχει υπηρεσίες σε μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, παρέχοντας μεταξύ άλλων, ολοκληρωμένες επιχειρηματικές λύσεις στο δημόσιο, ιδιωτικό, τραπεζικό και χρηματοοικονομικό τομέα, στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και σε επιχειρήσεις δημοσίας ωφέλειας. Επίσης, η GCC δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών σε πελάτες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των επικοινωνιών (υποδομή δικτύου, επιχειρηματικές λύσεις) και στον τομέα της ασφάλειας δικτύου και διαχείρισης ολόκληρης της IT υποδομής, έχοντας αναπτύξει πολύχρονες συνεργασίες με μεγάλους διεθνείς προμηθευτές όπως, Hewlett-Packard Enterprise, Juniper Networks, Fortinet Inc και Microsoft.
2.2. Logicom Solutions Limited (καταγγελλόμενη 1)
20. H LOGICOM SOLUTIONS, ιδρύθηκε το 1977 και ασχολείται με την παροχή προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα της τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών (TΠΕ) σε μεγάλες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Κύπρο, την Ελλάδα και τη Μάλτα.
21. Η LOGICOM SOLUTIONS παρέχει σε εταιρικούς πελάτες της, υπηρεσίες και προϊόντα σχετικά με τις τεχνολογικές υποδομές τους. Ιδιαίτερα, οι παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα καλύπτουν μεταξύ άλλων, ενσύρματα και ασύρματα δίκτυα και τηλεπικοινωνίες (Δίκτυα Πρόσβασης, Ευρυζωνικά Δίκτυα και Δίκτυα Κορμού), υποδομές πληροφορικής (Data Centers, Servers, Storage, Backup, Monitoring Tools), λειτουργικά συστήματα και βάσεις δεδομένων, ασφάλεια υποδομών τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ), τηλεφωνία και τηλεδιάσκεψη, υποδομές υπολογιστικού νέφους, καθώς και λύσεις και εργαλεία συνεργασίας (Collaboration).
22. Περαιτέρω, ασχολείται με την ανάπτυξη επιχειρησιακών εφαρμογών και λύσεων βάσει αναγκών και προδιαγραφών των πελατών της LOGICOM SOLUTIONS, όπως οι εφαρμογές κινητού και δικτύου (mobile και web εφαρμογές). Παράλληλα, ασχολείται με την υλοποίηση έτοιμων λύσεων λογισμικού, όπως, λύσεων τύπου Enterprise Resource Planning (ERP) και λύσεων Customer Relationship Management (CRM), πλαισίων Επιχειρηματικής Ευφυίας (BI) και Analytics, καθώς και λύσεων Business Process Management (BPM).
23. Επίσης, η LOGICOM SOLUTIONS παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στον τομέα της ψηφιακής μεταρρύθμισης των επιχειρήσεων. Τέλος, η LOGICOM SOLUTIONS, έχει συνάψει στρατηγικές συνεργασίες με μεγάλους διεθνείς οργανισμούς παροχής τεχνολογικών λύσεων και υπηρεσιών, όπως η CISCO Systems (εφεξής η «Cisco»), η Accenture και η Microsoft.
2.3. Logicom Public Limited (καταγγελλόμενη 2)
24. H LOGICOM PUBLIC ιδρύθηκε το 1986 και αποτελεί τη μητρική εταιρεία του ομίλου Logicom και ως εκ τούτου, κατέχει άμεσα ή έμμεσα το μετοχικό κεφάλαιο των εταιρειών που απαρτίζουν τον όμιλο. Η LOGICOM PUBLIC ασχολείται με τη διανομή προϊόντων και λύσεων πληροφορικής από κατασκευαστές με τους οποίους το συγκρότημα έχει απ’ ευθείας συμβόλαια διανομής και στους οποίους συμπεριλαμβάνονται η Cisco, η Hewlett Packard Enterprise, η HP Inc., η Microsoft, η Intel, η Nokia, η Kingston, η Adobe, η Dell EMC, η Oracle κ.ά..
25. Η LOGICOM PUBLIC ως μητρική εταιρεία του ομίλου δραστηριοποιείται από το 1987 με την εμπορική επωνυμία «Logicom». Οι βασικές δραστηριότητες του ομίλου εντός και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας αφορούν: (α) τη διανομή προϊόντων και λύσεων πληροφορικής από κατασκευαστές με τους οποίους ο όμιλος έχει συνάψει συμβάσεις διανομής και στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι κατασκευαστές οι οποίοι καταγράφηκαν πιο πάνω, (β) την παροχή ολοκληρωμένων λύσεων πληροφορικής, λογισμικού, δικτύων και τηλεπικοινωνιών καθώς και (γ) επενδύσεις οι οποίες περιλαμβάνουν την κατασκευή και λειτουργία δύο σταθμών αφαλάτωσης, στη Λάρνακα και στη Λεμεσό (Επισκοπή), και την απόκτηση μετοχικού κεφαλαίου στην εταιρεία Δήμητρα Επενδυτική Δημόσια Λτδ.
26. Πέραν των LOGICOM PUBLIC και LOGICOM SOLUTIONS, στην παροχή υπηρεσιών τεχνολογίας και πληροφορικής και επικοινωνιών εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας δραστηριοποιούνται και οι θυγατρικές εταιρείες του ομίλου, NewCytech Business Solutions Ltd και NewCytech Distributions Ltd[2]*.
3. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
27. Αντικείμενο της καταγγελίας αποτελούν οι διαγωνισμοί που προκηρύχθηκαν από την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (εφεξής η «ΑΤΗΚ») και σχετικές συμβάσεις που υπογράφηκαν συνεπεία αυτών, κατά το 2016 και 2017, αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και την παροχή υπηρεσιών συντήρησης αυτών, οι οποίες ισχύουν ή και δύναται να ισχύουν στην περίπτωση ανάγκης με ανανέωση για αριθμό ετών. Ιδιαίτερα η GCC με την καταγγελία της, προβαίνει σε ισχυρισμούς για καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, με επιθετική και αθέμιτη τιμολόγηση σε σχέση με συγκεκριμένα συνδυασμένα προϊόντα/ υπηρεσίες, καθώς και για διακριτική τιμολόγηση από μέρους της LOGICOM SOLUTIONS και της LOGICOM PUBLIC, αναφορικά με την προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομής δικτύου της ΑΤΗΚ και της συντήρησης αυτού.
28. Οι επίμαχοι διαγωνισμοί για τους οποίους γίνεται αναφορά στην καταγγελία για προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων της ΑΤΗΚ και παροχή υπηρεσιών συντήρησης αυτών, αφορούν τους διαγωνισμούς που προκηρύσσονταν στη βάση των Συμφωνιών Πλαίσιο ΜΜ.3/2016, που υπέγραψε η ΑΤΗΚ με τις LOGICOM SOLUTIONS και GCC, αντίστοιχα, και είναι συνολικά επτά, ήτοι, οι διαγωνισμοί με αριθμό ΜΜ. 3/2016-1, ΜΜ. 3/2016-2, ΜΜ. 3/2016-3, ΜΜ. 3/2016-4, ΜΜ. 3/2016-5, ΜΜ. 3/2016-6 και ΜΜ. 3/2016-7.
29. Σύμφωνα με την GCC, τα αποτελέσματα των προαναφερόμενων διαγωνισμών που είχε διενεργήσει η ΑΤΗΚ μέχρι και την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας, βάσει των Συμφωνιών Πλαίσιο, καταδεικνύουν ότι η LOGICOM SOLUTIONS εφαρμόζει επιθετική τιμολόγηση κατά παράβαση του άρθρου 6(1)(α), (γ) και (δ) των περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμων του 2008 και 2014, καθώς και των άρθρων 102 στοιχ. α΄, στοιχ. γ΄ και στοιχ. δ΄ της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής η «ΣΛΕΕ»), όσον αφορά τη συντήρηση του εξοπλισμού που προσφέρει στην ΑΤΗΚ. Ιδιαίτερα η επιθετική τιμολόγηση επιτυγχάνεται διαμέσου της μηδενικής τιμολόγησης, ήτοι, παραχώρησης έκπτωσης 100% από τις δημοσιευμένες τιμές της Cisco που προσφέρει στην ΑΤΗΚ σε σχέση με τη συντήρηση, κάτι που συνεπάγεται τιμολόγηση κάτω του μέσου μεταβλητού κόστους, σύμφωνα με την GCC.
30. Περαιτέρω, η αντιανταγωνιστική συμπεριφορά της LOGICOM SOLUTIONS, σύμφωνα με την GCC, δεν περιορίζεται μόνο στους διαγωνισμούς που έχει κερδίσει (εν προκειμένω τους διαγωνισμούς ΜΜ. 3/2016-2, ΜΜ. 3/2016-3, ΜΜ. 3/2016-4, ΜΜ. 3/2016-5 και ΜΜ. 3/2016-7), αλλά ενδεχομένως και τους υπόλοιπους διαγωνισμούς (εν προκειμένω τους διαγωνισμούς ΜΜ. 3/2016-1 και ΜΜ. 3/2016-6) στους οποίους φαίνεται ότι εφαρμόζει την ίδια επιθετική πολιτική της υποβολής προσφοράς με μηδενική τιμή με σκοπό να την εξοντώσει. Το γεγονός ότι η LOGICOM SOLUTIONS δεν κέρδισε τους διαγωνισμούς αυτούς, όπως αναφέρει, οφείλεται στην καλύτερη προσφορά της GCC όσον αφορά την προμήθεια εξοπλισμού. Τονίζει επίσης ότι η αντιανταγωνιστική συμπεριφορά της LOGICOM SOLUTIONS εκτείνεται σε όλη την περίοδο κάλυψης της περιόδου συντήρησης, ήτοι για τα επόμενα επτά έτη από την ημερομηνία προμήθειας του υπό αναφορά εξοπλισμού στην ΑΤΗΚ.
31. Επίσης, σύμφωνα με την GCC, τα αντιανταγωνιστικά αποτελέσματα δεν περιορίζονται μόνο στη σχετική αγορά της παροχής υπηρεσιών συντήρησης του εξοπλισμού υποδομών δικτύων, αλλά επεκτείνονται και στην αγορά που αφορά την προμήθεια εξοπλισμού για υποδομές δικτύων και υποδομής πληροφοριών και τεχνολογίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ΑΤΗΚ επιλέγει τον επιτυχόντα προσφοροδότη βάσει της σύγκρισης του συνολικού ύψους προσφοράς της LOGICOM SOLUTIONS και της GCC, το οποίο αποτελείται από το άθροισμα του συνολικού ποσού προσφοράς για εξοπλισμό και του συνολικού ποσού προσφοράς για συντήρηση. Ως εκ τούτου, ενώ η GCC μπορεί να υποβάλει καλύτερη προσφορά όσον αφορά την προμήθεια εξοπλισμού δικτύου στην ΑΤΗΚ από την LOGICOM SOLUTIONS, καταλήγει να μην επιλέγεται να προμηθεύσει την ΑΤΗΚ με εξοπλισμό δικτύου, λόγω της μηδενικής τιμής που προσφέρει η LOGICOM SOLUTIONS στην ΑΤΗΚ όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών συντήρησης, κάτι που επηρεάζει το ύψος της συνολικής προσφοράς.
32. Επομένως, η LOGICOM SOLUTIONS, σύμφωνα με την GCC, εφαρμόζει επιθετική τιμολόγηση όσον αφορά το συνδυασμό της προμήθειας εξοπλισμού και της συντήρησης του εν λόγω εξοπλισμού. Η GCC βάσει της εμπειρίας της, ισχυρίζεται ότι το ύψος της προσφοράς της LOGICOM SOLUTIONS αναφορικά με την προμήθεια εξοπλισμού της Cisco δεν μπορεί να καλύψει το κόστος της όσον αφορά τη συντήρηση του εν λόγω εξοπλισμού. Αυτό προκύπτει από την εκτίμηση της σε σχέση με το μέγιστο ύψος της έκπτωσης που παραχωρεί η Cisco στη LOGICOM SOLUTIONS σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών συντήρησης επί των δημοσιευμένων τιμών της.
33. H GCC καταγγέλλει πως η συμπεριφορά της LOGICOM SOLUTIONS όσον αφορά την τιμολόγηση του εξοπλισμού και των υπηρεσιών συντήρησης είναι αντιανταγωνιστική, καθότι η επιλογή του επιτυχόντα προσφοροδότη στους διαγωνισμούς που διενεργεί η ΑΤΗΚ βάσει των Συμφωνιών Πλαίσιο γίνεται κατόπιν σύγκρισης του ύψους της συνολικής προσφοράς της LOGICOM SOLUTIONS και της ίδιας. Ως αναφέρει η εταιρεία, ακόμη και αν το συνολικό ύψος της προσφοράς της LOGICOM SOLUTIONS καλύπτει το μέσο μεταβλητό της κόστος, τόσο για την προμήθεια εξοπλισμού όσο και για την παροχή υπηρεσιών συντήρησης, υπάρχουν στοιχεία σύμφωνα με την GCC, που αποδεικνύουν την ύπαρξη στρατηγικού σχεδίου της εν λόγω εταιρείας προκειμένου να εξοντώσει/ αποκλείσει τους ανταγωνιστές της.
34. Όσον αφορά την πιθανολογούμενη παράβαση του άρθρου 6(1)(γ) του Νόμου, αναφορικά με την ύπαρξη διακριτικής τιμολόγησης, η GCC σημειώνει ότι κάτι τέτοιο προκύπτει από τις σημαντικές διαφορές στο ύψος της έκπτωσης, από τις δημοσιευμένες τιμές της Cisco, που παραχώρησε η LOGICOM SOLUTIONS προς την ΑΤΗΚ. Τονίζεται ότι η εν λόγω διακριτική τιμολόγηση φαίνεται να μην αφορά μόνον τον ίδιο πελάτη, δηλαδή την ΑΤΗΚ, αλλά και άλλους πελάτες της LOGICOM SOLUTIONS, όπως τα τραπεζικά ιδρύματα, στους οποίους εξ όσων γνωρίζουν δεν παρέχει υπηρεσίες συντήρησης με έκπτωση 100% (μηδενική τιμή - δωρεάν) από τις δημοσιευμένες τιμές της Cisco. Επομένως, σύμφωνα με την GCC υφίσταται διακριτική τιμολόγηση σε σχέση με τις υπηρεσίες συντήρησης, όχι μόνον για τον ίδιο πελάτη (την ΑΤΗΚ), αλλά και μεταξύ διαφορετικών πελατών της LOGICOM SOLUTIONS, χωρίς κάτι τέτοιο να μπορεί να αιτιολογηθεί από διαφοροποιήσεις στο κόστος, ήτοι, τις εκπτώσεις που λαμβάνει η LOGICOM SOLUTIONS από την Cisco ή την Logicom Distribution Ltd σε σχέση με τις δημοσιευμένες τιμές της Cisco.
35. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, ορισμένες θεωρίες ανταγωνιστικής ζημίας (theories of harm) βρίσκουν εφαρμογή στα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την καταγγελία.
· Μέσω της επιθετικής τιμολόγησης, η LOGICOM SOLUTIONS, και ο όμιλος εταιρειών Logicom στον οποίοι ανήκει, επιδιώκουν επιδράσεις φήμης και επιδράσεις σηματοδότησης, προσπαθώντας να δημιουργήσουν φήμη ότι έχουν πολύ χαμηλό κόστος, με σκοπό να αποθαρρύνουν την είσοδο δυνητικών ανταγωνιστών στην αγορά ή/και την επέκταση υφιστάμενων ανταγωνιστών τους.[3]
· Δημιουργία πρόσθετων εμποδίων εισόδου / επέκτασης στην αγορά καθώς η ΑΤΗΚ είναι ένας σημαντικός πελάτης εξοπλισμού υποδομών δικτύων. Συνεπώς, συρρικνώθηκε δραστικά το διεκδικίσημο μέρος της αγοράς, οξύνοντας τα προβλήματα κάλυψης μιας ελάχιστης κλίμακας παραγωγής, και περιορίστηκε (ή υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να περιοριστεί) το ενδιαφέρον άλλων κατασκευαστών ή και των συνεργατών τους να προσφέρουν ανταγωνιστικές τιμές για προμήθεια εξοπλισμού στην Κύπρο.
· Τα αντιανταγωνιστικά αποτελέσματα δεν περιορίζονται μόνον στις σχετικές αγορές των υποδομών δικτύων και υποδομών τεχνολογίας πληροφοριών και συντήρησης (contracting externalities). Η συνεργασία με την ΑΤΗΚ που αποτελεί τον πλέον εδραιωμένο τηλεπικοινωνιακό πάροχο στην Κύπρο είναι σημαντική για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο τομέα των πληροφοριών και της τεχνολογίας.
· Το οικονομικό εκτόπισμα της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS αλλά και του ομίλου εταιρειών Logicom στον οποίο ανήκει, και ειδικότερα οι βαθιές τσέπες που διαθέτουν, παράγοντες που δημιουργούν πρόσφορο έδαφος ή/και διευκολύνουν την εφαρμογή της επιθετικής τιμολόγησης.
· Οι αντιανταγωνιστικές επιδράσεις που έχουν προκληθεί λόγω της άρνησης της Cisco να υποδείξει τρείς συνεργάτες της από τους οποίους θα ζητούσε προσφορές η ΑΤΗΚ. Ως αποτέλεσμα της εν λόγω άρνησης, εξουδετερώθηκε πλήρως ο ενδοσηματικός ανταγωνισμός (interbrand competition) μεταξύ μεταπωλητών προϊόντων / υπηρεσιών της Cisco.
· Ο περιορισμός της δυνατότητας των ανταγωνιστών της LOGICOM SOLUTIONS να αποκτήσουν μια κρίσιμη μάζα πελατείας (critical mass) που θα τους επιτρέψει να εκμεταλλευτούν οικονομίες κλίμακας και φάσματος. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω πρακτικές της LOGICOM SOLUTIONS συρρικνώνουν το τμήμα της διεκδικήσιμης ζήτησης της ΑΤΗΚ για εξοπλισμό δικτύου (και συνακόλουθα υπηρεσίες συντήρησης) κάτι που εντείνει την αδυναμία των ανταγωνιστικών εταιρειών (συμπεριλαμβανομένης και της Καταγγέλλουσας) να έχουν πρόσβαση σε πελάτες κλειδιά ή και σε πελάτες με συνεχείς / αυξανόμενες ανάγκες σε εξοπλισμό.
· Ύπαρξης σοβαρού κινδύνου να προκληθεί στο μέλλον σημαντική βλάβη στην ευημερία των καταναλωτών, οι οποίοι είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υποστούν απώλεια ευημερίας στο στάδιο της ανάκτησης των απολεσθέντων κερδών
4. ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΑΤΗΚ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
36. Σε αυτό το σημείο και προτού η Επιτροπή αναφερθεί στους επίμαχους διαγωνισμούς σχετικά με τους οποίους ανταγωνίζονται η LOGICOM SOLUTIONS με την GCC στη βάση των Συμφωνιών Πλαίσιο που υπογράφηκαν με την ΑΤΗΚ, σημειώνονται τα όσα καταγράφονται στο σημείωμα της Υπηρεσίας σε σχέση με το διαγωνισμό που προκηρύχθηκε το 2006 από την ΑΤΗΚ και αφορούσε επίσης προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύου, ήτοι, ο διαγωνισμός «ETHERNET AGGREGATION AND IP/MPLS EQUIPMENT FOR ΑΤΗΚ’S NEXT GENERATION NETWORK». Ιδιαίτερα πιο κάτω σημειώνονται τα όσα αναφέρθηκαν από την LOGICOM SOLUTIONS στην επιστολή της ημερομηνίας 19/12/2019, αλλά και στο υπόμνημα που υποβλήθηκε από τις LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας ημερομηνίας 10/2/2020[4].
37. Σε σχέση με τον πιο πάνω αναφερόμενο διαγωνισμό, η Επιτροπή σημείωσε πως αυτός αφορούσε: (α) την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύου για {……….…} και (β) την παροχή υπηρεσιών συντήρησης του εξοπλισμού για {……….…}.
38. Ο εν λόγω διαγωνισμός με αριθμό AT. 27/2006 ήταν ανοικτός διαγωνισμός και σ’ αυτόν έλαβαν μέρος, η LOGICOM SOLUTIONS (με την τότε ονομασία της «eNet Solutions»), και οι πέντε εταιρείες/ κατασκευαστές. Η LOGICOM SOLUTIONS έλαβε μέρος στο διαγωνισμό με προϊόντα κατασκευής Cisco, ενώ σημειώνεται ότι δεν έλαβαν μέρος η GCC ή/και η Juniper. Ο εν λόγω διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην LOGICOM SOLUTIONS και υπογράφηκαν συμβάσεις προμήθειας εξοπλισμού και συντήρησης.
39. Η Επιτροπή στο πλαίσιο αξιολόγησης της παρούσας καταγγελίας, μελέτησε και σημείωσε τα όσα αναφέρθηκαν από την LOGICOM SOLUTIONS και την ΑΤΗΚ αναφορικά με τα συμβόλαια προμήθειας και συντήρησης AT.27/2006 που υπογράφηκαν μεταξύ της και της ΑΤΗΚ, καθώς και τις σχετικές επεκτάσεις/ ανανεώσεις και τροποποιήσεις στους όρους των εν λόγω συμβολαίων, τα οποία σε κάθε περίπτωση καταγράφονται εκτενώς στο Σημείωμα της Υπηρεσίας ημερομηνίας 2/12/2021 με τα ευρήματα της έρευνας.
40. Η Επιτροπή περαιτέρω σημείωσε πως το Συμβόλαιο για την υπό αναφορά προμήθεια με αρ. AT.27/2006 που υπέγραψε με την ΑΤΗΚ η LOGICOM SOLUTIONS, έληγε στις {……}. Όπως ανάφερε η LOGICOM SOLUTIONS με την επερχόμενη λήξη του συμβολαίου προμήθειας στις {……} η ΑΤΗΚ έπρεπε να αποφασίσει το μελλοντικό τρόπο προμήθειας εξοπλισμού της, έτσι ώστε να μπορέσει να επεκτείνει περαιτέρω το δίκτυο της για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πελατών της. Η LOGICOM SOLUTIONS σημείωσε επίσης ότι {…………………………………………………………………………………………………..……………………………………………………………………………………………………………………………………………}.
41. Η Επιτροπή περαιτέρω σημείωσε πως στην προκειμένη περίπτωση όμως, των επίμαχων διαγωνισμών που αφορούν το αντικείμενο της υπό εξέτασης καταγγελίας η ΑΤΗΚ αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιο προμήθειας εξοπλισμού με την Cisco και την LOGICOM SOLUTIONS, σε αντίθεση με τη συνήθη μέχρι τότε πρακτική της. Μάλιστα, παρόλο που ο προηγούμενος διαγωνισμός AT.27/2006 ήταν ανοιχτός, η ΑΤΗΚ αποφάσισε να προχωρήσει σε κλειστό διαγωνισμό με δύο μόνο κατασκευαστές, ήτοι, Cisco και Juniper. Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τον ιστοχώρο της Juniper, η GCC είναι η μόνη κυπριακή εταιρεία συνεργάτης της Juniper[5].
42. Η Επιτροπή σημειώνει πως σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η LOGICOM SOLUTIONS στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, έκρινε τότε ότι από τη στιγμή που γίνεται διαγωνισμός και όχι ανανέωση υφιστάμενης σύμβασης, το συμφέρον της ίδιας της ΑΤΗΚ επέτασσε όπως ο εν λόγω διαγωνισμός παραμείνει ανοικτός. Ωστόσο η ΑΤΗΚ προχώρησε στον εν λόγω διαγωνισμό με κλειστή διαδικασία αναζητώντας συνεργάτες των εταιρειών Cisco και Juniper.
43. Η Επιτροπή σημειώνει πως ο κλειστός διαγωνισμός, για τον οποίο και γίνεται αναφορά στην καταγγελία ήταν ο διαγωνισμός ΜΜ.3/2016. Στη βάση του εν λόγω διαγωνισμού, υπογράφηκαν δύο συμφωνίες πλαίσιο, καθώς και σχετικές επακόλουθες συμβάσεις για προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου της ΑΤΗΚ και συντήρησης αυτού, τόσο με την LOGICOM SOLUTIONS, όσο και με την GCC. Περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με αυτές, σημειώνονται πιο κάτω.
4.2. Συμφωνίες Πλαίσιο ΜΜ.3/2016
44. Η Επιτροπή σημείωσε πως σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην καταγγελία[6] αναφορικά με τις συμφωνίες πλαίσιο που υπογράφηκαν στη βάση του διαγωνισμού ΜΜ.3/2016, η ΑΤΗΚ αρχικά είχε ζητήσει από τις κατασκευάστριες εταιρείες Cisco και Juniper Networks να της υποδείξουν τρεις συνεργάτες τους, από τους οποίους ακολούθως θα ζητούσε προσφορές για την προμήθεια εξοπλισμού διασύνδεσης/ δικτύωσης και την παροχή υπηρεσιών συντήρησης. Στις 21/6/2016, η ΑΤΗΚ δημοσίευσε τα έγγραφα του διαγωνισμού αναφορικά με τη Σύμβαση με αριθμό ΜΜ. 3/2016, με καταληκτική ημερομηνία υποβολής των προσφορών τις 2/9/2016. Ο σχετικός διαγωνισμός αφορούσε την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων για 2+2+2 έτη από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας με τον επιτυχόν προσφοροδότη. Τονίζεται ότι όπως προκύπτει από τις παραγράφους 4 και 25 του Τόμου 1 των εγγράφων του υπό αναφορά διαγωνισμού, θα υπήρχε μόνον ένας επιτυχών προσφοροδότης.
45. Ιδιαίτερα στην παράγραφο 4, SUPPLY AGREEMENT σημειώνεται ότι: «Cyta shall have the option to enter into a Supply Agreement covering the initial and additional orders of Equipment/Materials/Services described in this Specification to be placed over a period of up to 2 years from the Effective Date of Contract. The applicable prices for each additional order shall be based on the tendered Unite Prices, which shall remain fixed and unaltered throughout the validity period of the Supply agreement, unless a Price Indexation Formula is agreed prior to signing of the Supply Agreement», ενώ στην παράγραφο 25, TENDER AWARD, σημειώνεται ότι, «Cyta shall award the complete Tender to one Tenderer. No partial award shall be allowed».
46. Περαιτέρω σημειώνεται ότι ο εν λόγω διαγωνισμός προνοούσε και κάλυψη των αναγκών της Cyta Hellas με την οποία θα υπογράφονταν ξεχωριστά συμβόλαια.
47. Σε σχέση με τα πιο πάνω, σύμφωνα με την GCC, η Cisco αντέδρασε ως προς τον όρο που αφορούσε την απαίτηση της ΑΤΗΚ να προμηθεύεται εξοπλισμό διασύνδεσης/ δικτύωσης για περίοδο 2+2+2 ετών με μια οριζόντια έκπτωση (Flat Discount %) επί ολόκληρου του εκάστοτε δημοσιευμένου επίσημου τιμοκαταλόγου του κατασκευαστή.
48. Η Επιτροπή σημείωσε πως η GCC στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας επεσήμανε πως από τα αναθεωρημένα έγγραφα του διαγωνισμού, προκύπτει ότι η ΑΤΗΚ φαίνεται να ενέδωσε στις πιέσεις της Cisco και αντικατέστησε συγκεκριμένους όρους που υπήρχαν στα αρχικά έγγραφα του διαγωνισμού και δεν την ευνοούσαν. Ιδιαίτερα, οι αλλαγές αφορούσαν δυσκολίες που αντιμετώπιζε με τον όρο που προνοούσε την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων για περίοδο 2+2+2 ετών με μια οριζόντια έκπτωση {Flat Discount %) επί ολόκληρου του εκάστοτε δημοσιευμένου επίσημου τιμοκαταλόγου του κατασκευαστή, ανεξαρτήτως του όγκου της εκάστοτε παραγγελίας.
49. Ακολούθως, η ΑΤΗΚ κοινοποίησε στις 16/11/2016 τροποποιημένους όρους για τον υπό αναφορά διαγωνισμό, σύμφωνα με τους οποίους προβλέπετο η σύναψη δύο συμβάσεων προμήθειας, μία με συνεργάτη της Cisco και μια με συνεργάτη της Juniper Networks. Ειδικότερα, στις παραγράφους 4 και 25 του Τόμου 1 των αναθεωρημένων εγγράφων του διαγωνισμού προβλέπονταν τα ακόλουθα:
50. Παράγραφο 4, SUPPLY AGREEMENTS:
«Cyta and Cyta Hellas shall each enter into two Supply Agreements, one with a CISCO supplier and one with a Juniper Networks supplier for a two year duration on the terms of the Supply Agreement, Parts lI and III Volume I hereof.
The selected Tenderers shall undertake for the duration of the supply Agreement:
(a) When requested by Cyta to submit a quotation for the specific system/network/equipment and/or services included in the request, which are included in the manufacturer's official price list, valid from time to time whether are included in the Bill of Quantities attached hereto or not and
(b) If selected based on the quotations, to supply the specific items included in the request at the prices quoted and the terms of the Supply Agreement and the Maintenance Agreement when Order is placed by Cyta.
Under specific circumstances and there is a technical necessity, Cyta or Cyta Hellas (as the case may be) may at its own discretion place an order directly to one of the two successful tenderers,
The discounts offered by the two successful Tenderers on the respective official price list of Cisco and Juniper Networks shall be equal or higher than the discount provided during the initial Tendering process (as per part VI of this Volume of the Specifications). Quotations offering less discount shall not be taken into consideration.»
51.
Παράγραφο 25, TENDER AWARDι: «Cyta shall select two Tenderers one of
whom shall be a supplier of CISCO equipment and the other a supplier of Juniper
Networks equipment as per paragraph 4 above».
52. Η Επιτροπή σημείωσε πως η GCC διευκρίνισε ότι με βάση τον εν λόγω διαγωνισμό της ΑΤΗΚ, όπως διαμορφώθηκε μετά από την επιστολή της Cisco και τις 2 συμφωνίες, μία με συνεργάτη της Cisco και μία με συνεργάτη της Juniper Networks, οι οποίες αποτελούν και τις Συμφωνίες Πλαίσιο που υπογράφηκαν στο πλαίσιο του διαγωνισμού ΜΜ. 3/2016, η ΑΤΗΚ θα είχε τη δυνατότητα να καλύψει παραγγελίες για εξοπλισμό υποδομών δικτύων, για τα επόμενα 2+2+2 έτη από την ημερομηνία υπογραφής των πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών.
53. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, και τον ισχυρισμό της GCC περί παρέμβασης της CISCO στους όρους του διαγωνισμού της ΑΤΗΚ, αξίζει να σημειωθούν τα όσα καταγράφονται στο υπόμνημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας από τις LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC ημερομηνίας 10/2/2020[7]. Ειδικότερα, οι εταιρείες αναφέρουν πως {……………………………………}, η ΑΤΗΚ τροποποίησε τους όρους του διαγωνισμού και πλέον αναζητούσε δύο πάροχους, ήτοι ένα πάροχο για την προμήθεια και συντήρηση εξοπλισμού Cisco και ένα εξοπλισμού Juniper. Το αντικείμενο ήταν πλέον η ανάδειξη δύο αντισυμβαλλομένων σε συμβάσεις-πλαίσιο (framework contracts). Οι εκπτώσεις που θα παρείχαν οι συμμετέχουσες στο διαγωνισμό, εφόσον ήταν επιτυχείς, δεν θα ήταν τελικές, αλλά θα λειτουργούσαν ως κατώτατα όρια στους διάφορους «μίνι διαγωνισμούς» που θα ακολουθούσαν για την κάλυψη των κατ’ ιδίων αναγκών της ΑΤΗΚ δυνάμει της ΜΜ.3/2016. Η Σύμβαση Πλαίσιο καλούσε τις συμμετέχουσες να προσδιορίσουν προϊόντα που θα ήταν σε θέση να προμηθεύσουν την ΑΤΗΚ κατά την περίοδο ισχύος της εν λόγω σύμβασης και κατά την οποία θα ίσχυαν οι κείμενες εκπτώσεις. Στο υπόμνημα σημειώνεται επίσης ότι η τελική τροποποίηση των όρων του διαγωνισμού ήταν απόφαση καθαρά της ΑΤΗΚ.
54. Επί τούτου και σε σχέση με τις αλλαγές που έγιναν από την ΑΤΗΚ και αφορούσαν όρους του διαγωνισμού ΜΜ.3/2016, η LOGICOM SOLUTIONS, στην επιστολή της ημερομηνίας 19/12/2019 ανάφερε ότι ο διαγωνισμός όπως προκηρύχθηκε από την ΑΤΗΚ, περιλάμβανε όρους που καθιστούσαν αδύνατη την υποβολή από τη Cisco ανταγωνιστικής προσφοράς, {………………………………………..…}.[8] {…………………………………………………………………………………………………………………………………….…..…}.
55. Η Επιτροπή σημείωσε επίσης πως η LOGICOM SOLUTIONS ανέφερε ότι, {………………………………………..…}, η ΑΤΗΚ τροποποίησε τον όρο του διαγωνισμού αναφορικά με την οριζόντια έκπτωση, {………………………………………..…}. Παράλληλα, διασφαλίστηκε ότι, παρά τη συμμετοχή δύο μόνο κατασκευαστών {………………………………………………………..…}, θα διενεργείτο ουσιαστικός και όχι κατ’ επίφαση διαγωνισμός μεταξύ των προεπιλεγμένων από την ΑΤΗΚ κατασκευαστών, ενώ η ΑΤΗΚ πέτυχε μεγαλύτερη ευελιξία και δυνατότητα απόσπασης μεγαλύτερων εκπτώσεων από τους κατασκευαστές και κατά συνέπεια τους προμηθευτές της.
56. Περαιτέρω, στο υπόμνημα ημερομηνίας 10/2/2020 που υποβλήθηκε από τις LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, σημειώνεται ότι ο διαγωνισμός ΜΜ. 3/2016 που προκηρύχθηκε από την ΑΤΗΚ αφορούσε την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύου για έξι (6) έτη, σε συνδυασμό όπως και στον προηγούμενο διαγωνισμό με αρ. Α.Τ.27/2006, με την παροχή συντήρησης του εξοπλισμού για δέκα (10) έτη.
57. Σε σχέση με το διαγωνισμό ΜΜ. 3/2016, σημειώνεται στην καταγγελία πως στο πλαίσιο του διαγωνισμού ΜΜ. 3/2016, οι δυνητικοί προσφοροδότες θα έπρεπε να υποβάλουν τις προσφορές τους για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων και συντήρησης αυτού στην ΑΤΗΚ (και στη θυγατρική της εταιρεία Cyta Hellas). Οι προσφορές των προσφοροδοτών θα έπρεπε, πέραν των τιμών ανά είδος, να εκφράζονταν και ως ποσοστό έκπτωσης επί των δημοσιευμένων τιμών των κατασκευαστών, ήτοι της Cisco και της Juniper Networks.
58. Η ΑΤΗΚ θα επέλεγε τον προσφοροδότη/ συνεργάτη της Cisco με τη χαμηλότερη τιμή, ήτοι με το υψηλότερο ποσοστό έκπτωσης επί των δημοσιευμένων τιμών της Cisco και τον προσφοροδότη/ συνεργάτη της Juniper Networks με την χαμηλότερη τιμή, ήτοι με το υψηλότερο ποσοστό έκπτωσης επί των δημοσιευμένων τιμών της Juniper Networks. Στη συνέχεια, και για τα επόμενα 2+2+2 έτη, όταν η ΑΤΗΚ θα είχε συγκεκριμένες ανάγκες για προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων θα ζητούσε από τους δύο επιλεγόμενους προσφοροδότες, έναν της Cisco και έναν της Juniper Networks, να υποβάλουν τις προσφορές τους. Οι εν λόγω προσφορές θα έπρεπε επίσης να δήλωναν και το ποσοστό έκπτωσης επί των δημοσιευμένων τιμών των κατασκευαστών που παραχωρούσαν, ήτοι της Cisco και της Juniper Networks. Εντούτοις, θα υπήρχε η δυνατότητα από τους δύο επιλεγόμενους προσφοροδότες να υποβάλουν προσφορές με έκπτωση μεγαλύτερη, αλλά όχι μικρότερη, από το ποσοστό έκπτωσης που είχαν υποβάλει στο πλαίσια του αρχικού διαγωνισμού, βάσει των οποίων και επιλέγηκαν από την ΑΤΗΚ, και οι οποίες είχαν συμφωνηθεί βάσει των Συμφωνιών Πλαίσιο. Εν ολίγοις, το αρχικό ύψος της έκπτωσης που θα υπέβαλλαν οι επιλεγόμενοι προσφοροδότες, θα ήταν το ελάχιστο κατώφλι της έκπτωσης που θα μπορούσαν να υποβάλουν σε μεταγενέστερους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ που θα διενεργούντο βάσει των Συμφωνιών Πλαίσιο.
59. Επιπρόσθετα, η ΑΤΗΚ είχε τη διακριτική ευχέρεια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και όταν υπήρχε ζήτημα συμβατότητας του εξοπλισμού των δύο κατασκευαστών, Cisco και Juniper Networks, π.χ. αναβάθμιση/ επέκταση υφιστάμενου εξοπλισμού, να ζητήσει συγκεκριμένο εξοπλισμό, είτε από τον επιλεγόμενο συνεργάτη της Cisco, είτε από τον επιλεγόμενο συνεργάτη της Juniper Networks, βάσει των τιμών και των όρων των Συμφωνιών Πλαίσιο, χωρίς να απαιτείται η διενέργεια πρόσθετου διαγωνισμού.
60. Η Επιτροπή σημειώνει πως σύμφωνα με τις απαντήσεις της ΑΤΗΚ ημερομηνίας 31/7/2020[9] στο διαγωνισμό ΜΜ. 3/2016 κλήθηκαν να υποβάλουν προσφορά για τον εξοπλισμό της CISCO οι εταιρείες {………..}, {………..} και Logicom Solutions Ltd, ενώ για τον εξοπλισμό της Jupiter προσκλήθηκαν οι εταιρείες GCC, {………..} και {………..}. Προσφορές υποβλήθηκαν από τις εταιρείες LOGICOM SOLUTIONS, GCC και {………..}.
61. Στις 27/3/2017, υπογράφηκε η συμφωνία της GCC με την ΑΤΗΚ αναφορικά με την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων (IP Network Equipment) σύμφωνα με την οποία η GCC θα προμήθευε εξοπλισμό υποδομών δικτύων στην ΑΤΗΚ κατόπιν υποβολής σχετικών προσφορών μετά από σχετική πρόσκληση της ΑΤΗΚ για προμήθεια συγκεκριμένου τύπου και ποσότητας εξοπλισμού, με έκπτωση τουλάχιστον 75% από τις εκάστοτε δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks. Η διάρκεια της εν λόγω συμφωνίας ήταν για 2 έτη, δηλαδή μέχρι τις 27/3/2019, με δικαίωμα της ΑΤΗΚ να την επεκτείνει για άλλα 2+2 έτη με τους ίδιους όρους και εκπτώσεις.
62. Επιπλέον, την ίδια ημέρα, ήτοι 27/3/2017, υπογράφηκε η συμφωνία της GCC με την ΑΤΗΚ αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών συντήρησης σε σχέση με τον εξοπλισμό υποδομών δικτύων που αφορούσε η πιο πάνω συμφωνία. Όσον αφορά τις υπηρεσίες συντήρησης, η GCC δεσμεύθηκε βάσει της εν λόγω συμφωνίας όπως παραχωρεί έκπτωση τουλάχιστον 65% για υποστηρικτικές υπηρεσίες (support services) και 75% για ανταλλακτικά (spare parts) από τις εκάστοτε δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks. Η διάρκεια της εν λόγω συμφωνίας είναι για 10 έτη.
63. Στην καταγγελία της η GCC σημειώνει ότι, παρόλο που το ύψος των εκπτώσεων που υποβλήθηκαν από την LOGICOM SOLUTIONS δεν είχαν ανακοινωθεί από την ΑΤΗΚ ή/και δεν είναι δημόσια διαθέσιμες, εκτιμά ότι ανέρχονται σε 50%-55% από τις δημοσιευμένες τιμές της Cisco.
64. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, με βάση τις πιο πάνω συμφωνίες της ΑΤΗΚ με την LOGICOM SOLUTIONS και την GCC, η ΑΤΗΚ θα μπορούσε να ζητήσει από τις εν λόγω εταιρείες να υποβάλουν τις προσφορές τους όποτε υπήρχε ανάγκη για προμήθεια πρόσθετου εξοπλισμού από μέρους της. Σημειώνεται ότι με βάση τις Συμφωνίες Πλαίσιο, οι δύο πιο πάνω εταιρείες θα μπορούσαν να υποβάλουν τις προσφορές τους, δηλώνοντας υποχρεωτικά και το ύψος της έκπτωσης που θα παραχωρούσαν από τις δημοσιευμένες τιμές των κατασκευαστών (Cisco και Juniper Networks, αντίστοιχα). Το ύψος της έκπτωσης που θα παραχωρούσαν δεν μπορούσε να είναι χαμηλότερο από τις εκπτώσεις που είχαν συμφωνηθεί βάσει των Συμφωνιών Πλαίσιο.
65. Επισημαίνεται ότι με βάση τις Συμφωνίες Πλαίσιο, τόσο η GCC όσο και η LOGICOM SOLUTIONS, πρέπει να υποβάλλουν στην ΑΤΗΚ τους εκάστοτε επικαιροποιημένους τιμοκαταλόγους των κατασκευαστών, ήτοι, Juniper Networks και Cisco, αντίστοιχα.
66. Η Επιτροπή σημειώνει ότι με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν από την LOGICOM SOLUTIONS στην επιστολή της ημερομηνίας 19/12/2019, διαφαίνεται ότι στις {……..}, υπογράφηκε μεταξύ της ΑΤΗΚ και της LOGICOM SOLUTIONS, συμφωνία αναφορικά με την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων (IP Network Equipment). Σύμφωνα με τον {…..} της εν λόγω συμφωνίας, {……………………………………………………………………………………..}».[10]
67. Σημειώνεται περαιτέρω ότι όπως και στην περίπτωση της GCC, κατά την ίδια ημέρα, στις {……..}, υπογράφηκε μεταξύ της ΑΤΗΚ και της LOGICOM SOLUTIONS και συμφωνία αναφορικά με τη συντήρηση εξοπλισμού υποδομών δικτύων (IP Network Equipment). Ιδιαίτερα, στο {………………………………….…..}, της Συμφωνίας {……..} σημειώνονται τα ακόλουθα: {…………………………………………………………………………………………………………………………….…..}»
4.3. Διαγωνισμοί που εμπίπτουν στο πλαίσιο του διαγωνισμού ΜΜ.3/2016
68. Η Επιτροπή στο πλαίσιο της αξιολόγησης της παρούσας καταγγελίας σημείωσε τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Ευρημάτων της Υπηρεσίας ημερομηνίας 2/12/2021 αναφορικά με τα αποτελέσματα των επτά (7) διαγωνισμών που είχε διενεργήσει η ΑΤΗΚ μέχρι την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας από την GCC, σε σχέση με την προμήθεια συγκεκριμένων ποσοτήτων και τύπων εξοπλισμού υποδομών δικτύων και συντήρησης αυτού, στη βάση των Συμφωνιών Πλαίσιο που υπογράφηκαν με τις LOGICOM SOLUTIONS και GCC.
· Διαγωνισμός ΜΜ. 3/2016-1
69. Στον εν λόγω διαγωνισμό η GCC υπέβαλε προσφορά για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων στην ΑΤΗΚ παρέχοντας έκπτωση 80-85% από τις δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks και κόστος συντήρησης από US$7,35-6,84 ανά μονάδα και ανά έτος για τα επόμενα 7 έτη. Το συνολικό ποσό προσφοράς της GCC ανέρχετο σε US$131.287 (US$121.600 για τον εξοπλισμό και US$9.678 για τη συντήρηση).
70. H Επιτροπή σημείωσε πως στον εν λόγω διαγωνισμό η LOGICOM SOLUTIONS υπέβαλε προσφορά ύψους US${...}, ενώ το κόστος συντήρησης {………………………………….…..}. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στην οικονομική της προφορά η LOGICOM SOLUTIONS σε σχέση με τη συντήρηση, περιλάμβανε την εξής σημείωση: {…………………………………………………….…..}.
71. Τον εν λόγω διαγωνισμό κέρδισε η GCC.
· Διαγωνισμός ΜΜ. 3/2016-2
72. Στον εν λόγω διαγωνισμό η GCC υπέβαλε προσφορά για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων στην ΑΤΗΚ παρέχοντας έκπτωση 84,5-91% από τις δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks και κόστος συντήρησης από US$6.712-7.759 ανά έτος για τα επόμενα 7 έτη. Το συνολικό ποσό προσφοράς της GCC ανέρχετο σε US$213.760 (US$160.494 για τον εξοπλισμό και US$53.266 για τη συντήρηση).[11]
73. H Επιτροπή σημείωσε πως στον εν λόγω διαγωνισμό η LOGICOM SOLUTIONS υπέβαλε προσφορά ύψους US$194.889, ενώ το κόστος συντήρησης ήταν {……..}.[12] Σημειώνεται περαιτέρω ότι στην οικονομική της προφορά η LOGICOM SOLUTIONS σε σχέση με τη συντήρηση, περιλάμβανε την εξής σημείωση: {………………………………….…..}.
Τον εν λόγω διαγωνισμό κέρδισε η LOGICOM SOLUTIONS με συνολική τιμή με βάση τις ενδεικτικές ποσότητες των προδιαγραφών US$194.889 πλέον ΦΠΑ, και συνολική τιμή συντήρησης για περίοδο επτά (7) ετών «δωρεάν».
· Διαγωνισμός ΜΜ. 3/2016-3
74. Στον εν λόγω διαγωνισμό η GCC υπέβαλε προσφορά για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων στην ΑΤΗΚ παρέχοντας έκπτωση {……..} από τις δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks και κόστος συντήρησης/αναβάθμισης {……..} ανά έτος για τα επόμενα {…} έτη. Το συνολικό ποσό προσφοράς της GCC ανέρχετο σε US${...} (US${...} για τον εξοπλισμό και US${...} για τη συντήρηση/αναβάθμιση).
75. Στον εν λόγω διαγωνισμό η LOGICOM SOLUTIONS υπέβαλε προσφορά ύψους US$44.511,90, ενώ το κόστος συντήρησης ήταν {……..}.[13]
76. Τον εν λόγω διαγωνισμό κέρδισε η LOGICOM SOLUTIONS με συνολική τιμή με βάση τις ενδεικτικές ποσότητες των προδιαγραφών US$44.511,90 πλέον ΦΠΑ, και συνολική τιμή συντήρησης για περίοδο επτά (7) ετών «δωρεάν».
· Διαγωνισμός ΜΜ. 3/2016-4
77. Στον εν λόγω διαγωνισμό η GCC υπέβαλε προσφορά για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων στην ΑΤΗΚ παρέχοντας έκπτωση {……..} από τις δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks και κόστος συντήρησης {……..} ανά μονάδα και ανά έτος για τα επόμενα {…} έτη. Το συνολικό ποσό προσφοράς της GCC ανέρχετο σε US${...} (US${...} για τον εξοπλισμό και US${...} για τη συντήρηση).
78. Στον εν λόγω διαγωνισμό η LOGICOM SOLUTIONS υπέβαλε προσφορά ύψους US${...} [14], ενώ το κόστος συντήρησης {……..}. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στην οικονομική της προφορά η LOGICOM SOLUTIONS σε σχέση με τη συντήρηση, περιλάμβανε την εξής σημείωση: {……..}
79. Τον εν λόγω διαγωνισμό κέρδισε η LOGICOM SOLUTIONS για το συνολικό ποσό των US$899.791,32.
· Διαγωνισμός ΜΜ. 3/2016-5
80. Στον εν λόγω διαγωνισμό η GCC υπέβαλε προσφορά για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων στην ΑΤΗΚ παρέχοντας έκπτωση {...}% από τις δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks και κόστος συντήρηση από US${...} ανά τεμάχιο και ανά έτος για τα επόμενα {…} έτη. Το συνολικό ποσό προσφοράς της GCC ανέρχετο σε US${...} (US${...} για τον εξοπλισμό και US${...} για την συντήρηση).
81. Τον εν λόγω διαγωνισμό κέρδισε η LOGICOM SOLUTIONS με συνολική τιμή με βάση τις ενδεικτικές ποσότητες των προδιαγραφών US$62.895 πλέον ΦΠΑ, και συνολική τιμή συντήρησης για περίοδο επτά (7) ετών «δωρεάν».
· Διαγωνισμός ΜΜ. 3/2016-6
82. Στον εν λόγω διαγωνισμό η GCC υπέβαλε προσφορά για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων στην ΑΤΗΚ παρέχοντας έκπτωση {……..} από τις δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks και κόστος συντήρησης US${...} ανά έτος για τα επόμενα {…} έτη. Το συνολικό ποσό προσφοράς της GCC ανέρχετο σε US${...} (US${...} για τον εξοπλισμό και US${...} για την συντήρηση).
83. Στον εν λόγω διαγωνισμό η LOGICOM SOLUTIONS υπέβαλε προσφορά ύψους US${...}[15], ενώ το κόστος συντήρησης ανερχόταν σε {…………………..……..}.
84. Τον εν λόγω διαγωνισμό κέρδισε η GCC για το συνολικό ποσό των US$25.955.
· Διαγωνισμός ΜΜ. 3/2016-7
85. Στον εν λόγω διαγωνισμό η GCC υπέβαλε προσφορά για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύων στην ΑΤΗΚ παρέχοντας έκπτωση {……..} από τις δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks και κόστος συντήρησης με έκπτωση {…..} από τις δημοσιευμένες τιμές της Juniper Networks για τα επόμενα {…} έτη. Το συνολικό ποσό προσφοράς της GCC ανέρχετο σε US${...} (US${...} για τον εξοπλισμό και US${...} για τη συντήρηση).
86. Στον εν λόγω διαγωνισμό η LOGICOM SOLUTIONS υπέβαλε προσφορά ύψους US$198.881,25, ενώ το κόστος συντήρησης {……..}. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στην οικονομική της προσφορά η LOGICOM SOLUTIONS σε σχέση με τη συντήρηση, περιλάμβανε τις εξής δύο σημειώσεις: (α) {………………………………..} και (β) {………………………………………....}.
87. Τον εν λόγω διαγωνισμό κέρδισε η LOGICOM SOLUTIONS με συνολική τιμή με βάση τις ενδεικτικές ποσότητες των προδιαγραφών US$198.881,25 πλεόν ΦΠΑ, και συνολική τιμή συντήρησης για περίοδο επτά (7) ετών «δωρεάν».
Διαγωνισμοί ΜΜ. 3/2016-8 - ΜΜ. 3/2016-14
88. Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, η LOGICOM SOLUTIONS παράθεσε πληροφορίες αναφορικά με ακόμα πέντε διαγωνισμούς με αριθμό MM.3/2016–8 μέχρι και MM.3/2016–12[16], ενώ η ΑΤΗΚ και η GCC παραθέσαν στοιχεία και για τους διαγωνισμούς με αριθμό MM.3/2016–13 και MM.3/2016–14.
89. Συγκεκριμένα οι διαγωνισμοί MM.3/2016–8 και MM.3/2016–9, οι οποίοι προκηρύχθηκαν στις 26/10/2018 και 22/11/2018, φαίνεται ότι κατακυρώθηκαν στην εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS για το ποσό των $985.705,90 και $64.404,00 αντίστοιχα. Επίσης, και στους δύο διαγωνισμούς φαίνεται ότι η συντήρηση {……………..} στην οικονομική προφορά της LOGICOM SOLUTIONS, με τη σημείωση {……………………………………………………………...}.
90. Τους διαγωνισμούς MM.3/2016–10, MM.3/2016–11[17] και MM.3/2016–12, οι οποίοι προκηρύχθηκαν στις 8/2/2019, 24/4/2019 και 14/5/2019, αντίστοιχα, κερδήθηκαν από την εταιρεία GCC. Η κατακύρωση προς την εταιρεία GCC για το διαγωνισμό MM.3/2016–10 έγινε για το ποσό των $385.111,00 και για το διαγωνισμό MM.3/2016–12 για το ποσό των $171.310,00 (η συντήρηση του διαγωνισμού MM.3/2016–12 για τα 7 έτη, σύμφωνα με τις πληροφορίες που δόθηκαν από την LOGICOM SOLUTIONS, ήταν μηδενική).
91. Η Επιτροπή περαιτέρω, σημείωσε ότι η προσφορά της LOGICOM SOLUTIONS για τους διαγωνισμούς MM.3/2016–10, MM.3/2016–11 και MM.3/2016–12 ανερχόταν σε ${...}, ${...} και ${...} αντίστοιχα. Επίσης, στους δύο διαγωνισμούς MM.3/2016–10 και MM.3/2016–12 φαίνεται ότι η συντήρηση {……………………………………………………………………………….…..}.
92. Επίσης σημειώνεται ότι για το διαγωνισμό MM.3/2016–11, η συντήρηση {………………………………………………………………………………………………………………………………..……………………………………….…..}.
93. Τέλος σημειώνεται ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν από τις GCC[18] και ΑΤΗΚ[19] σε σχέση με τους διαγωνισμούς MM.3/2016–13 και MM.3/2016–14, οι οποίοι προκηρύχθηκαν στις 11/10/2019 και 4/11/2019, αντίστοιχα, φαίνεται να κατακυρώθηκαν και οι δύο στην εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS.
94. Ιδιαίτερα από τις ανακοινώσεις της ΑΤΗΚ ημερομηνίας 25/2/2020 για τους εν λόγω διαγωνισμούς, φαίνεται ότι η κατακύρωση του διαγωνισμού MM.3/2016–13 προς την LOGICOM SOLUTIONS έγινε για το ποσό των $1.478.261,79 + ΦΠΑ και με μηδενικό κόστος συντήρησης για επτά έτη, ενώ η κατακύρωση του διαγωνισμού MM.3/2016–14 προς την LOGICOM SOLUTIONS έγινε για το ποσό των $2.527.799,17 + ΦΠΑ και με μηδενικό κόστος συντήρησης για επτά έτη.
95. Η Επιτροπή σημείωσε ότι στο πλαίσιο της παρούσας προκαταρκτικής έρευνας, ζητήθηκε από την εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS να παρέχει πληροφορίες ή/και διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο τιμολόγησης των προσφορών που υπέβαλε στην ΑΤΗΚ ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα για τον τρόπο που λειτουργούσε η εταιρεία.
96. Επίσης, η Επιτροπή σημείωσε ότι στο πλαίσιο της παρούσας προκαταρκτικής έρευνας, ζητήθηκαν από την εταιρεία CISCO στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με τη συνεργασία της με την ΑΤΗΚ, καθώς και την τιμολογιακή πολιτική που ακολουθεί και τις εμπορικές πρακτικές της όσον αφορά την παροχή προμήθειας εξοπλισμού υποδομής δικτύων.
97. Τέλος, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η ΑΤΗΚ με την επιστολή της ημερομηνίας 31 Ιουλίου 2020, απέστειλε στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με το ζήτημα των όρων του διαγωνισμού και πως αυτοί διαφοροποιήθηκαν.
98. Όλα τα πιο πάνω καταγράφονται και παρουσιάζονται εκτενώς στο Σημείωμα της Υπηρεσίας ημερομηνίας 2/12/2021 με τα ευρήματα της έρευνας τα οποία η Επιτροπή είχε την ευκαιρία να μελετήσει ενδελεχώς.
5. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ / ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΙΘΟΥΣΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
99. Η GCC με τις θέσεις της ημερομηνίας 9/2/2023 υπέβαλε εκ νέου αίτημα για δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων. Ιδιαίτερα η GCC υποστηρίζει ότι η απόρριψη του αιτήματος της ημερομηνίας 18/1/2023 και 2/2/2023 για δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων (Data Room), προκειμένου να αποκαλυφθούν όλα τα εμπιστευτικά δεδομένα ή/και επιχειρηματικά απόρρητα ή το μέρος αυτών που σχετίζονται με τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς υπολογισμού των μεριδίων αγοράς, παρεμποδίζει την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος για υποβολή των θέσεων της επί της προκαταρκτικής απόφασης ημερομηνίας 13/12/2021.
100. Η GCC υποστηρίζει ότι έχει σοβαρές και βάσιμες υποψίες ότι η εκτίμηση των μεριδίων αγοράς δεν βασίζεται σε έγκυρα αριθμητικά δεδομένα ή/και σε στοιχεία πωλήσεων που είναι συνεπή με τον ορισμό της σχετικής αγοράς. Έχοντας υπόψη ότι το βασικό εύρημα της Επιτροπής, στο οποίο καλείται η GCC ουσιαστικά να προβάλει τις θέσεις της, στηρίζεται στα δεδομένα ή/και στοιχεία βάσει των οποίων έγινε ο υπολογισμός των μεριδίων αγοράς, τόσο της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS όσο και των υπόλοιπων εταιρειών, θεωρεί ότι η παρούσα περίπτωση ήταν τέτοια που η έγκριση του αιτήματος για δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων ήταν αναγκαία.
101. Σημειώνει επίσης ότι με τη δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων δεν θα αποκαλύπτονταν οποιαδήποτε εμπιστευτικά δεδομένα ή/και επιχειρηματικά απόρρητα προς την GCC, καθώς πρόσβαση στην εν λόγω αίθουσα θα είχε ανεξάρτητο πρόσωπο. Περαιτέρω η GCC τονίζει ότι το εν λόγω πρόσωπο, προτού εισέλθει στην Αίθουσα Δεδομένων, θα είχε κληθεί να υπογράψει συμφωνία μη δημοσιοποίησης (εμπιστευτικότητας), καθώς επίσης και έγγραφο με το οποίο ρητά θα αποδεχόταν τους κανόνες και τη διαδικασία πρόσβασης στην Αίθουσα Δεδομένων. Επιπλέον, η μη εμπιστευτική εκδοχή της έκθεσης που θα είχε ετοιμάσει το εν λόγω ανεξάρτητο πρόσωπο θα τύγχανε προηγούμενης αξιολόγησης/ ελέγχου από την Επιτροπή, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν περιλαμβάνονται σε αυτό εμπιστευτικά δεδομένα ή/και επιχειρηματικά απόρρητα, προτού κοινοποιηθεί στην GCC. Επομένως, με την ολοκλήρωση της πρόσβασης στην Αίθουσα Δεδομένων δεν θα υπήρχε αποκάλυψη εμπιστευτικών δεδομένων ή/και επιχειρηματικών απορρήτων στην GCC.
102. Η GCC υποστηρίζει επίσης ότι το αίτημά της αναφορικά με τη δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων δεν αφορούσε στην επαλήθευση της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε από την Επιτροπή για σκοπούς υπολογισμού των μεριδίων αγοράς που περιλαμβάνονται στον Πίνακα 4, ως αναφέρεται στην Επιστολή της Επιτροπής ημερομηνίας 7/2/2013, αλλά στην αποκάλυψη των εμπιστευτικών δεδομένων ή/και επιχειρηματικών απορρήτων, δηλαδή των αριθμητικών στοιχείων στα οποία βασίστηκε η εκτίμηση των υπό αναφορά μεριδίων αγοράς.
103. Σχετική με το ζήτημα αυτό, όπως σημειώνει στις θέσεις της η GCC είναι η Ενότητα 3 του εγγράφου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Best Practices on the disclosure of information in data rooms in proceedings under Articles 101 and 102 TFEU and under the EU Merger Regulation» καθώς και η Ενότητα 6 της Ανακοίνωσης της Επιτροπής αναφορικά με τη διαδικασία πρόσβαση στο φάκελο υπόθεσης εκδιδόμενη δυνάμει των άρθρων 26(2)(ια) και 42(9) του Νόμου ως ίσχυε τότε ημερομηνίας 25/52022. Όπως σαφώς προκύπτει σύμφωνα με την GCC από τα πιο πάνω έγγραφα, στην Αίθουσα Δεδομένων αποκαλύπτονται εμπιστευτικά δεδομένα ή/και επιχειρηματικά απόρρητα, τόσο για σκοπούς επιβεβαίωσης της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε για τη συγκέντρωση των εν λόγω στοιχείων, όσο και για σκοπούς ελέγχου της συνέπειας, διαχείρισης, και ανάλυσης των εν λόγω στοιχείων.
104. Ως εκ των πιο πάνω, η GCC υποστηρίζει ότι η Επιτροπή θα μπορούσε, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, να κάνει αποδεκτό το αίτημα της GCC για δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων. Η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος παρεμποδίζει τη δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος της GCC για υποβολή γραπτών απόψεων και θέσεων επί της προκαταρκτικής απόφασης της Επιτροπής ημερομηνίας 13/12/2021.
Αξιολόγηση Επιτροπής
105. Η Επιτροπή αφού αξιολόγησε το αίτημα της εταιρείας για τη δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων για σκοπούς υποβολής των γραπτών της παραστάσεων επί των προκαταρκτικών συμπερασμάτων της Επιτροπής στη βάση των οποίων είχε καταλήξει πως δεν στοιχειοθετείται η κατοχή δεσπόζουσας θέσης από μέρους των καταγγελλόμενων εταιρεία, σημειώνει καταρχάς πως ως είχε πληροφορήσει την GCC με σχετική επιστολή της προς την GCC ημερομηνίας 25/1/2023 η πρόσβαση στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 42 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου αρ. 13(Ι)/2022, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής «ο Νόμος»). Το εδάφιο (6) του εν λόγω άρθρου ορίζει τα εξής:
«42(6). Σε περίπτωση που βάσει των στοιχείων που έχει ενώπιον της η Επιτροπή δεν προκύπτει εύλογη υποψία για πιθανολογούμενη παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος, και πριν την έκδοση απόφασης, δύναται να χορηγεί σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υπέβαλαν καταγγελία, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 40 και 41, πρόσβαση στα μη επιχειρηματικά απόρρητα και στις πληροφορίες μη εμπιστευτικής φύσεως του φακέλου της υπόθεσης:
Νοείται ότι, δεν χορηγείται πρόσβαση σε δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης.»
106. Η Επιτροπή στις 25/5/2022 με σκοπό την καθοδήγηση για ζητήματα που αφορούν στη διαδικασία πρόσβασης σε διοικητικό φάκελο υπόθεσης, εξέδωσε Ανακοίνωση υπό τον τίτλο «Ανακοίνωση της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού αναφορικά με τη διαδικασία πρόσβασης στο φάκελο υπόθεσης, εκδιδόμενη δυνάμει των άρθρων 26(2)(ια) και 42(9) του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2022 (Νόμος αρ. 13(Ι)/2022)».
107. Ως αναφέρεται στην υπό αναφορά Ανακοίνωση της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα παρέχεται δικαίωμα πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα, μια και μοναδική φορά, μετά την αποστολή της επιστολής που του γνωστοποιείται η προκαταρκτική εκτίμηση της Επιτροπής και πριν την έκδοση της απόφασης της, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 40 και 41 του Νόμου (βλ. παρ. 50 και 51). Επιπρόσθετα, ως καταγράφεται ο καταγγέλλων δεν έχει δικαίωμα πρόσβασης σε επιχειρηματικά απόρρητα ή πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως άλλων προσώπων, επιχειρήσεων και/ή ενώσεων επιχειρήσεων που έχουν περιέλθει στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της έρευνας ή εξέτασης υπόθεσης, καθώς ούτε σε δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης.
108. Σε ότι αφορά τη δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων (Data Room), στην υπό αναφορά Ανακοίνωση της η Επιτροπή διευκρινίζει (παράγραφο 52) με σαφήνεια πότε και πως δύναται να δημιουργεί Αίθουσα Δεδομένων. Ειδικότερα: «Η Επιτροπή στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 18 και 42 του Νόμου, αναφορικά με τη διαδικασία εξέτασης πιθανολογούμενων παραβάσεων των άρθρων 3 και/ή 6 του Νόμου και /ή των άρθρων 101 και/ή 102 της ΣΛΕΕ δύναται να χορηγήσει σε καταγγελλόμενους/ υπό διερεύνηση επιχειρήσεις (για σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου το «Μέρος») κατ’ εξαίρεση πρόσβαση σε Αίθουσα Δεδομένων. ». Επίσης, στην παράγραφο 53 διευκρινίζεται ότι: «Η πρόσβαση σε Αίθουσα Δεδομένων αποτελεί διαδικασία στη βάση της οποία δίνεται πρόσβαση σε εξαιρετικές περιπτώσεις σε πληροφορίες τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ότι αποτελούν επιχειρηματικά απόρρητα ή/και πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως κατά την έννοια των σχετικών προνοιών της Ανακοίνωσης της Επιτροπής και στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 18(6), 40 μέχρι 43 του Νόμου (τα «Δεδομένα» ), υπό αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν έγγραφο αναφορικά με τη διαδικασία πρόσβασης σε Αίθουσα Δεδομένων.»
109. Συνάγεται συνεπώς πως η δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων αφορά αποκλειστικά της περιπτώσεις κατά τις οποίες: «Η Επιτροπή αποφασίζει να κινήσει διαδικασία εξέτασης παράβασης, εφόσον ύστερα από δέουσα προκαταρκτική έρευνα που διενεργείται από την Υπηρεσία, διαπιστώσει πιθανολογούμενη παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ.». Δεν αφορά δηλαδή τις περιπτώσεις που σε μια υπόθεση η Επιτροπή κατόπιν προκαταρκτικής έρευνας δεν προκύπτει εύλογη υποψία για πιθανολογούμενη παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ, ως στην προκειμένη υπόθεση. Πέραν τούτου, ως υπογραμμίζεται στην υπό αναφορά Ανακοίνωση της Επιτροπής: «Η πρόσβαση σε Αίθουσα Δεδομένων αποτελεί διαδικασία στη βάση της οποία δίνεται πρόσβαση σε εξαιρετικές περιπτώσεις».
110. Η Επιτροπή με την επιστολή της ημερομηνίας 25/1/2023 είχε ενημερώσει την καταγγέλλουσα πως το αίτημα της δεν μπορεί να απορριφθεί, απορρίπτοντας αυτό.
111. Συνακόλουθα, η Επιτροπή υπό το φως όλων των ανωτέρων ομόφωνα αποφασίζει πως το αίτημα για δημιουργία Αίθουσας Δεδομένων δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και/ ως εκ τούτου απορρίπτεται.
6. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
6.1. Σχετική αγορά προϊόντος/υπηρεσίας
112. Η Επιτροπή σημειώνει πως για να εξεταστεί μια συγκεκριμένη αγορά, πρέπει να αξιολογούνται οι δυνατότητες του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της αγοράς που περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή υπηρεσίες που λόγω των χαρακτηριστικών τους, μπορούν κάλλιστα να ικανοποιούν διαρκείς ανάγκες και είναι εναλλάξιμα με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες. Η σχετική αγορά οριοθετείται: (α) ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών), και (β) γεωγραφικώς (σχετική γεωγραφική αγορά).
113. Με τον ορισμό μιας αγοράς, τόσον όσον αφορά τα προϊόντα, όσο και τη γεωγραφική διάσταση της, μπορούν να προσδιοριστούν οι πραγματικοί ανταγωνιστές, οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και να τις εμποδίσουν από το να ενεργούν ανεξάρτητα από τις πιέσεις που επιβάλει ο πραγματικός ανταγωνισμός.
114. Σε ότι αφορά τον καθορισμό της σχετικής αγοράς, η Επιτροπή λαμβάνει καθοδήγηση από τη σχετική ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς για σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, η αγορά του σχετικού προϊόντος περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή/και υπηρεσίες που είναι δυνατό να εναλλάσσονται, ή να υποκαθίστανται αμοιβαία από τον καταναλωτή, λόγω των αντικειμενικών χαρακτηριστικών, των τιμών, και της χρήσης για την οποία προορίζονται.[20] Η χρήση ενός προϊόντος από τον τελικό χρήστη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και διαφορετικά προϊόντα δυνατόν να χρησιμοποιούνται από τον τελικό χρήστη για τον ίδιο σκοπό. Σε τέτοια περίπτωση τα διαφορετικά προϊόντα συμπεριλαμβάνονται στην ίδια σχετική αγορά.
115. Η Επιτροπή εν πρώτοις σημειώνει πως αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας αποτελούν οι δύο Συμφωνίες Πλαίσιο που υπογράφηκαν ξεχωριστά, μεταξύ της ΑΤΗΚ και των LOGICOM SOLUTIONS και GCC, για προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου IP της ΑΤΗΚ και συντήρησης αυτού, καθώς και οι σχετικές επακόλουθες συμβάσεις στη βάση των αποτελεσμάτων επτά διαγωνισμών που είχαν προκηρυχθεί από την ΑΤΗΚ με αρ. ΜΜ.3/2016 1-7, μέχρι την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας.
116. Η Επιτροπή σημείωσε ότι στο πλαίσιο προκαταρκτικής διερεύνησης της παρούσας καταγγελίας και για σκοπούς εξέτασης και καθορισμού της σχετικής αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών η Υπηρεσία απηύθυνε ερωτήματα τόσο στην GCC όσο και στην LOGICOM SOLUTIONS, καθώς και σε τρίτες εταιρείες, όπως την κατασκευάστρια εταιρεία CISCO, καθώς και τους τέσσερις παρόχους ΑΤΗΚ, PRIMETEL, CABLENET και EPIC με σκοπό τη λήψη στοιχείων και πληροφοριών αναφορικά με τον εξοπλισμό υποδομών δικτυών (διασύνδεση/ δικτύωση) και των προϊόντων που συμπεριλαμβάνονται στον εν λόγω εξοπλισμό και πως όλα μαζί συμπληρώνουν την υποδομή ενός δικτύου, καθώς και σε σχέση με τη συντήρηση αυτού.
117. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της παρούσας καταγγελίας μελέτησε ενδελεχώς τα στοιχεία και τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι εταιρείες αναφορικά με τις διαφορετικές υποδομές δικτυών μεταξύ εταιρειών και παροχών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (τηλεπικοινωνίων), τα οποία καταγράφονται κάτωθι:
(i) Εξοπλισμός
118. Όσον αφορά την υποδομή δικτύου, σημειώνεται ότι η LOGICOM SOLUTIONS στην επιστολή της ημερομηνίας 19/12/2019, ανέφερε ότι τα βασικά ενεργά δομικά στοιχεία που συνθέτουν την υποδομή δικτύου είναι (α) ο μεταγωγέας (Switch), (β) ο ελεγκτής ασύρματου δικτύου (Wireless Controller), (γ) το ασύρματο σημείο πρόσβασης ή σταθμός βάσης (Wireless Access Point), (δ) το προστατευτικό τείχος (Firewall)/ συστήματα ασφάλειας δικτύου, (ε) ο εξισορροπιστής/ κατανομέας φόρτου (Load Balancer), (στ) ο δρομολογητής (Router) και (η) το λογισμικό διαχείρισης και λειτουργίας δικτύου. Ιδιαίτερα σημείωσε ότι:
(α) Μεταγωγέας (Switch)
119. Ο μεταγωγέας αποτελεί το κεντρικό σημείο σύνδεσης υπολογιστικών πόρων (δηλαδή, ηλεκτρονικές συσκευές, όπως υπολογιστές, σταθμοί εργασίας, εκτυπωτές, συστήματα αποθήκευσης δεδομένων, δικτυακά τηλέφωνα, συσκευές βίντεο/τηλεδιάσκεψης, συστήματα ενοποιημένων επικοινωνιών, κ.ά.), που απαρτίζουν ένα τοπικό δίκτυο. Ο βασικός ρόλος του μεταγωγέα στο δίκτυο είναι να λαμβάνει και να προωθεί πλαίσια δεδομένων/ πακέτων[21] από μία συσκευή σε άλλη. Για σκοπούς επικοινωνίας, οι μεταγωγείς χρησιμοποιούν εξειδικευμένα πρωτόκολλα επικοινωνίας, ενώ για την προώθηση των πλαισίων δεδομένων/ πακέτων χρησιμοποιούν τη φυσική διεύθυνση των συσκευών (MAC address), που είναι μοναδική για κάθε συσκευή του τοπικού δικτύου.
120. Ανάλογα με το μέγεθος του τοπικού δικτύου και το είδος των συσκευών που διασυνδέουν, υπάρχουν τα πιο κάτω είδη μεταγωγέων: (α) μεταγωγέας πυρήνα (Core Switch or Data Centre Switch), (β) μεταγωγέας αποθήκευσης δεδομένων (Storage Area Switch), (γ) μεταγωγέας πρόσβασης (Access Switch), (δ) μεταγωγέας συνάθροισης ή συγκεντρωτικός μεταγωγέας (Aggregation Switch), και (ε) μεταγωγέας πανεπιστημιούπολης (Campus Switch).
(β) Ελεγκτής Ασύρματου Δικτύου (Wireless Controller)
121. Ο βασικός ρόλος του ελεγκτή ασύρματου δικτύου, είναι η αυτόματη κεντρική διαχείριση και η μαζική διαμόρφωση και παρακολούθηση των συσκευών ασύρματων σημείων πρόσβασης.
(γ) Ασύρματο Σημείο Πρόσβασης (Wireless Access Point) ή Σταθμός Βάσης
122. Η συσκευή ασύρματου σημείου πρόσβασης συνήθως συνδέεται με ένα ενσύρματο δίκτυο και έχει ως βασικό ρόλο να συγκεντρώνει την κίνηση από ασύρματες συσκευές (φορητός υπολογιστής, έξυπνα κινητά τηλέφωνα, tablet, κλπ) και να μεταφέρει δεδομένα ανάμεσα στις ασύρματες και ενσύρματες συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο δίκτυο.
(δ) Προστατευτικό Τείχος (Firewall) / Συστήματα Ασφάλειας Δικτύου
123. Το προστατευτικό τείχος παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο δίκτυα που έχουν διαφορετικό επίπεδο εμπιστοσύνης και ο βασικός του ρόλος είναι η πρόληψη επιθέσεων στο δίκτυο και η αντιμετώπισή τους. Το προστατευτικό τείχος ρυθμίζεται από το διαχειριστή δικτύου, ώστε να απορρίπτει όλες τις συνδέσεις, εκτός αυτών που έχουν προκαθοριστεί ως ασφαλείς από το διαχειριστή. Το ίδιο ρόλο εκτελούν και άλλα συστήματα ασφάλειας δικτύου που μπορεί να είναι μορφής υλισμικού (hardware), λογισμικού (software), ή συνδυασμός και των δύο.
(ε) Εξισορροπιστής/Κατανομέας Φόρτου (Load Balancer)
124. Ο βασικός ρόλος του εξισορροπιστή φόρτου είναι η κατανομή του φόρτου εργασίας σε υπολογιστικούς πόρους (υπολογιστές, σύμπλεγμα υπολογιστών, συνδέσεις δικτύου, κεντρικές μονάδες επεξεργασίας, μονάδες δίσκου) και στοχεύει στην αποφυγή υπερφόρτωσης οποιουδήποτε μεμονωμένου πόρου, στη βελτιστοποίηση της χρήσης των υπολογιστικών πόρων, στην ελαχιστοποίηση του χρόνου απόκρισης και στη μεγιστοποίηση της απόδοσης.
(στ) Δρομολογητής (Router)
125. Ο βασικός ρόλος του δρομολογητή είναι να διασυνδέει πολλαπλά/ επιμέρους ξεχωριστά δίκτυα και να προωθεί (δρομολογεί) πακέτα δεδομένων είτε στα δίκτυά του είτε σε άλλα δίκτυα (δρομολογητές). Η δρομολόγηση, δηλαδή η διαδικασία μεταφοράς δεδομένων από ένα σημείο σε ένα άλλο, γίνεται δυναμικά στη βάση συγκεκριμένων κριτηρίων (όπως συνθήκες κίνησης, καθυστέρηση, κλπ) και τελικώς επιλέγεται μία διαδρομή, ανάμεσα σε διάφορες πιθανές διαδρομές. Για σκοπούς διακίνησης των πακέτων δεδομένων, οι δρομολογητές χρησιμοποιούν εξειδικευμένα πρωτόκολλα δρομολόγησης και τη λογική διεύθυνση (που είναι ταυτόσημη με τη διεύθυνση IP), σε αντίθεση με τους μεταγωγείς που χρησιμοποιούν τη φυσική διεύθυνση των συσκευών.
126. Τονίζεται ότι, η δυναμικότητα και οι δυνατότητες, η απόδοση και τα τεχνικά χαρακτηριστικά, καθώς και οι λειτουργίες που προσφέρουν τα πιο πάνω ενεργά δομικά στοιχεία, διαφέρουν ανάλογα με το μέγεθος του δικτύου, τoν αριθμό των συσκευών που διασυνδέουν ή/και εξυπηρετούν, τις συνθήκες κίνησης,[22] κ.ά.
127. Επίσης διευκρινίζεται ότι, πέρα από τα ενεργά δομικά στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω, ένα δίκτυο συμπεριλαμβάνει και παθητικά στοιχεία, όπως, καλώδια σύνδεσης (χάλκινα ή οπτικές ίνες) και συνδετήρες, κατανεμητές (patch panels), οδεύσεις γραμμών, σχάρες ή κανάλια, πρίζες δικτύου (network sockets), ικριώματα (racks), κ.ά.
(η) Λογισμικό Διαχείρισης και Λειτουργίας Δικτύου
128. Στο ανωτέρω υλισμικό (hardware) του δικτύου, γίνονται ρυθμίσεις μέσω λογισμικού το οποίο διαχειρίζεται τη λειτουργία και «συμπεριφορά» τόσο του δικτύου γενικότερα («Operating and Management Platforms») όσο και των επιμέρους στοιχείων αυτού. Το λογισμικό διατίθεται ως αναπόσπαστο μέρος του πιο πάνω εξοπλισμού και δίνει τη δυνατότητα στους τελικούς χρήστες να ρυθμίζουν ανάλογα με τις ανάγκες τους την λειτουργία του δικτύου.
129. Η LOGICOM SOLUTIONS στη βάση των ανωτέρω, θεωρεί ότι το δίκτυο μπορεί να οριστεί ως ένα σύνολο υπολογιστικών πόρων, ήτοι υλισμικού (hardware) και λογισμικού (software), που συνδέονται μεταξύ τους χρησιμοποιώντας εξειδικευμένα πρωτόκολλα επικοινωνίας για την ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων ή/και για κοινή χρήση από ομάδα χρηστών. Το βασικό δίκτυο εμπλουτίζεται με περισσότερα είδη δικτυακού εξοπλισμού, όπως μεταγωγείς αποθήκευσης δεδομένων, πρόσβασης ή/και συνάθροισης, ασύρματες τεχνολογίες (Controllers, Access Points), συσκευές εσωτερικής και εξωτερικής προστασίας (Firewalls, Advanced Malicious Protection, Intrusion Protection), συσκευές εξισορρόπησης/ κατανομής φορτίου και συσκευές υποδομών ενιαίων τηλεπικοινωνιών (Unified Communications), ανάλογα, με τις εξειδικευμένες ανάγκες του πελάτη.
130. Η GCC στην επιστολή της ημερομηνίας 10/10/2019, σε σχέση με τον εξοπλισμό υποδομών δικτύων (διασύνδεση/ δικτύωση) σημείωσε ότι περιλαμβάνονται (α) οι μεταγωγείς δικτύου (network switches), (β) οι δρομολογητές (routers) και (γ) οι πλατφόρμες διαχείρισης δικτύου (networks management platforms). Ειδικότερα, ανέφερε τα πιο κάτω:
(α) Μεταγωγείς Δικτύου
131. Οι μεταγωγείς είναι ηλεκτρονικές συσκευές οι οποίες επιτελούν τη λειτουργία αποστολής και λήψης πακέτων δεδομένων από συσκευές που είναι συνδεδεμένες στο ίδιο τοπικό δίκτυο. Για παράδειγμα, ένας μεταγωγέας μπορεί να συνδέει τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους εκτυπωτές και τους διακομιστές (servers) στα γραφεία μιας εταιρείας, δημιουργώντας ένα δίκτυο κοινόχρηστων πόρων.
132. Οι μεταγωγείς ουσιαστικά εκτελούν χρέη ελεγκτή, επιτρέποντας στις διάφορες συσκευές την κοινή χρήση πληροφοριών και την επικοινωνία μεταξύ τους. Μέσω της κοινής χρήσης πληροφοριών και της κατανομής πόρων, οι μεταγωγείς δικτύου συμβάλουν στην εξοικονόμηση πόρων και στην αύξηση της παραγωγικότητας.
133. Υπάρχουν δύο ειδών μεταγωγέων, οι “unmanaged” και οι “managed”. Οι unmanaged μεταγωγείς λειτουργούν ως κανονικοί μεταγωγείς μη έχοντας περαιτέρω δυνατότητες διαχείρισης. Από την άλλη, οι managed μεταγωγείς ενσωματώνουν πολλές δυνατότητες διαχείρισης. Η διαχείριση αυτή μπορεί να γίνεται από απόσταση χωρίς φυσική παρουσία είτε με ειδικό πρόγραμμα, είτε με telnet στην IP του μεταγωγέα. Ο διαχειριστής ενός τέτοιου μεταγωγέα μπορεί να δημιουργήσει πολλά νοητά τοπικά δίκτυα (VLANs) κάτω από αυτό, να παρακολουθήσει την κίνηση του δικτύου (π.χ. διάφορα στατιστικά στοιχεία), να κλείσει και να ανοίξει θύρες (ports) και να προγραμματίσει το κλείδωμα κάποιας θύρας σε περίπτωση που αλλάξει η MAC address του συνδεδεμένου χρήστη. Γενικά οι managed κατανεμητές επιτυγχάνουν μεγαλύτερη ασφάλεια, έχουν μεγαλύτερη ευελιξία και χωρητικότητα και επιτρέπουν το μεγαλύτερο έλεγχο του δικτύου.
(β) Δρομολογητές
134. Οι δρομολογητές είναι ηλεκτρονικές συσκευές, οι οποίες επιτελούν τη λειτουργία αποστολής και λήψης πακέτων δεδομένων μεταξύ ενός ή περισσοτέρων διακομιστών (servers), άλλων δρομολογητών και πελατών, κατά μήκος πολλαπλών δικτύων, χρησιμοποιώντας διευθύνσεις τρίτου επιπέδου. Βασικός σκοπός ενός δρομολογητή είναι να συνδέει πολλαπλά δίκτυα και να προωθεί τα πακέτα δεδομένων που προορίζονται είτε στα δίκτυα του, είτε σε άλλα δίκτυα. Η σύνδεση των επιμέρους δικτύων γίνεται με βάση πρωτόκολλα (π.χ. RIP, OSPF, BGP, IS-IS, Distance Vector, Link State RIP, IGRP, EIGRP) που χρησιμοποιούν οι σταθμοί εργασίας για τη μεταξύ τους επικοινωνία. Η δρομολόγηση περιλαμβάνει δύο βασικές διαδικασίες. Αφενός τον καθορισμό του βέλτιστου μονοπατιού, σε περίπτωση εναλλακτικών διαδρομών (βάσει αλγορίθμων) και αφετέρου την μεταφορά των πακέτων δεδομένων.
135. Πιο συγκεκριμένα, οι δρομολογητές επιτελούν τις ακόλουθες λειτουργίες: (α) φιλτράρισμα και δρομολόγηση πακέτων δεδομένων ανάλογα με τον τύπο τους, (β) υποστήριξη διαφορετικών συνδέσεων μεταξύ των δικτύων, μέσω διαφορετικών διαδρομών, ώστε να αυξάνεται η αξιοπιστία των συνδέσεων και (γ) δυναμική δρομολόγηση πακέτων δεδομένων, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του δικτύου (π.χ. συνθήκες κίνησης δεδομένων, καθυστέρηση).
136. Σε αντίθεση με τους μεταγωγείς που επιτρέπουν την επικοινωνία διαφόρων συσκευών που είναι συνδεδεμένες με ένα συγκεκριμένο τοπικό δίκτυο, οι διαμορφωτές επιτρέπουν διαφορετικά δίκτυα να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
(γ) Πλατφόρμες Διαχείρισης Δικτύου
137. Οι πλατφόρμες διαχείρισης δικτύου είναι εφαρμογές/ λογισμικά ή σύνολο από εφαρμογές/ λογισμικά που επιτρέπουν στους διαχειριστές ενός δικτύου να διαχειριστούν ή/ και να επιβλέπουν κάθε επιμέρους στοιχείο του δικτύου ανεξάρτητα. Η διαχείριση του δικτύου γίνεται από ένα κεντρικό σημείο, συνήθως από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή που έχει οριστεί ως υπολογιστής διαχείρισης. Η διαχείριση δικτύου περιλαμβάνει παραμετροποίηση (configuration management), διαχείριση σφαλμάτων και δυσλειτουργιών (fault management), διαχείριση επιδόσεων (όπως είναι η ταχύτητα) (performance management), διαχείριση κόστους (accounting management), διαχείριση ασφάλειας (security management) και απομακρυσμένη διαχείριση (distance management).
(ii) Υποδομή δικτύου παρόχων τηλεπικοινωνιών
138. Η Επιτροπή σημείωσε ότι στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, εξετάστηκε κατά πόσο υπάρχουν ιδιαιτερότητες στην υποδομή δικτύου των παρόχων τηλεπικοινωνιών σε σχέση με άλλους μεγάλους ή μικρούς οργανισμούς ώστε να διαφανεί κατά πόσο δικαιολογείται ο ορισμός διακριτής σχετικής αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών.
139. Αναφορικά με τις ιδιαιτερότητες της υποδομής δικτύου για τους παρόχους τηλεπικοινωνιών, η LOGICOM SOLUTIONS σημείωσε ότι, όταν πρόκειται για παρόχους τηλεπικοινωνιών το δίκτυο διαφέρει σ’ όλα τα επίπεδα σε σχέση με ένα κοινό εταιρικό δίκτυο. Συγκεκριμένα, το δίκτυο τηλεπικοινωνιών είναι ένα σύστημα επικοινωνιών το οποίο διαθέτει: (α) πολύπλοκες τηλεπικοινωνιακές συσκευές που χρησιμοποιούνται από κοινού με όλους τους συνδρομητές του δικτύου, (β) τηλεπικοινωνιακούς κόμβους, και (γ) τα φυσικά μέσα διάδοσης της πληροφορίας (γραμμές επικοινωνίας). Επίσης, περιλαμβάνει και τις διατάξεις πρόσβασης στο δίκτυο (τηλέφωνα, υπολογιστές, κ.ά.).
140. Βασική ιδιότητα του κάθε δικτύου είναι η παροχή ικανοποιητικής επικοινωνίας με τον ελάχιστο δυνατό αριθμό διασυνδέσεων των κόμβων του. Όπως σημείωσε η εταιρεία, οι υποδομές δικτύου ενός παρόχου τηλεπικοινωνιών έχουν πολλαπλά επίπεδα και δομές όπως, (α) δίκτυο ραχιαίου (Core/Backbone Network) που αποτελεί το κατ’ εξοχήν πιο κρίσιμο κομμάτι του δικτύου, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες (δεδομένα, διαδίκτυο, φωνή, μηνύματα) είτε των εταιρικών πελατών είτε των καταναλωτών εξυπηρετούνται από αυτό, (β) δίκτυο ευζωνικού εξυπηρετητή απομακρυσμένης πρόσβασης (BRAS) που παρέχει συνδέσεις με διεπαφές πρόσβασης Gigabit Ethernet (GbE), στους παραπάνω τύπους τοπικά, περιφερειακά, και κεντρικά, και, (γ) δίκτυο ίντερνετ (ISP Network) που παρέχει την τελική σύνδεση προς το διαδίκτυο. Σε κάθε ένα από αυτά τα επίπεδα διατίθεται εξειδικευμένος εξοπλισμός που ανήκει σε οικογένειες προϊόντων ειδικά σχεδιασμένες και κατασκευασμένες από τους προμηθευτές εξοπλισμού δικτυών (Network Equipment Providers, NEP).
141. Για κάθε εταιρεία/ πελάτη οι υποδομές δικτύων που σχεδιάζονται και υλοποιούνται είναι διαφορετικές. Διαφορετικά είναι επίσης και τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στο δίκτυο, ανάλογα με τις εξειδικευμένες ανάγκες του πελάτη.
142. Σημαντικά χαρακτηριστικά τα οποία λαμβάνονται υπόψη για το είδος του δικτύου που χρειάζεται σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνουν: (α) το είδος του πελάτη (ιδιωτική επιχείρηση, δημόσιος οργανισμός, ακαδημαϊκό ίδρυμα, πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, κ.ά.), (β) το μέγεθος του, (γ) ο αριθμός των φυσικών σημείων που καλείται να διασυνδέσει, (δ) το επίπεδο κινδύνου που πρέπει να αναλάβει στο συγκεκριμένο έργο και πελάτη, (ε) τις εφαρμογές που θα τρέχουν, κ.ά. Όλες αυτές οι παράμετροι καθορίζουν τόσο το σχεδιασμό της λύσης, όσο και την επιλογή των δικτυακών προϊόντων που θα εγκατασταθούν. Συνεπώς, οι δρομολογητές, οι μεταγωγείς, το σύστημα ασφάλειας, κ.ά., που επιλέγονται προς υλοποίηση, διαφέρουν από πελάτη σε πελάτη και από περίπτωση σε περίπτωση, όπως επίσης διαφέρει και το είδος του λογισμικού που τρέχει στο δικτυακό εξοπλισμό και οι σχετικές άδειες χρήσης του. Κατ’ επέκταση διαφοροποιείται και το σχετικό κόστος των προϊόντων και υπηρεσιών.
143. Συνοψίζοντας, η δυναμικότητα και οι δυνατότητες, η απόδοση και τα τεχνικά χαρακτηριστικά, καθώς και οι λειτουργίες που προσφέρουν τα ενεργά δομικά στοιχεία του δικτύου, διαφέρουν ανάλογα με το μέγεθος του δικτύου, τον αριθμό των συσκευών που διασυνδέουν ή/και εξυπηρετούν, καθώς και τις προδιαγραφές και απαιτήσεις σε σχέση με όγκους δεδομένων που θα διακινούνται, το χρόνο απόκρισης, κ.ά. Κατά συνέπεια, διαφέρουν και οι υπηρεσίες σχεδιασμού και υλοποίησης, αφού χρειάζονται διαφορετικές δεξιότητες ανάλογα με την περίπτωση και τα προϊόντα που θα εγκατασταθούν. Ενδεικτικά, η εγκατάσταση δικτύου παρόχου τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών είναι αισθητά πιο απαιτητική από την εγκατάσταση ενός δικτύου εξυπηρέτησης καταστήματος λιανικής πώλησης. Αντίστοιχα, διαφορετικές είναι και οι επαγγελματικές πιστοποιήσεις (professional certifications) που παρέχονται από τους κατασκευαστές. Για παράδειγμα, ως αναφέρει η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS, η ίδια διαθέτει εξειδικευμένα certifications από τη Cisco, που πιστοποιούν τη δυνατότητα προσφοράς εξειδικευμένων υπηρεσιών σχεδιασμού, υλοποίησης και συντήρησης ανά κλάδο της αγοράς (Industry Sector) και ανά είδος τεχνολογίας που εμπίπτει στη γενική κατηγορία «Υποδομές Δικτύων».
144. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS διευκρίνισε ότι, οι δικτυακές υποδομές που απαιτούνται για τους Παρόχους Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών (Telecom Providers, Service Providers) είναι πολύ πιο εξειδικευμένες από αυτές που απαιτούνται συνήθως για άλλες επιχειρήσεις. Έτσι λοιπόν απαιτείται και διαφορετικός σχεδιασμός και χρησιμοποιούνται διαφορετικά μοντέλα/προϊόντα δρομολογητών, μεταγωγέων, συσκευών ασφάλειας, συσκευών εξισορρόπησης φορτίου, κτλ. Οι εν λόγω συσκευές είναι μεγαλύτερης δυναμικότητας και διαθέτουν αυξημένες δυνατότητες, ενισχυμένες λειτουργίες, μεγαλύτερη απόδοση και υψηλότερη ασφάλεια.
145. Επίσης διευκρίνισε ότι, για τους παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, οι κατασκευαστές διαθέτουν εξειδικευμένες επιχειρηματικές μονάδες οι οποίες ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με αυτού του είδους τους πελάτες και τις σχετικές με αυτούς κάθετες λύσεις. Επιπλέον, για αυτή την κατηγορία πελατών ακολουθούν διαφορετική τιμολογιακή πολιτική από αυτή που ακολουθούν για πελάτες που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς της αγοράς.
146. Το ίδιο ισχύει όπως αναφέρει η LOGICOM SOLUTIONS και για τις υπηρεσίες υλοποίησης έργων και συντήρησης που παρέχει η εταιρεία σε παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπου υπάρχει ξεχωριστή εξειδικευμένη επαγγελματική πιστοποίηση από τη Cisco, την οποία και κατέχει. Αυτές οι υπηρεσίες προσφέρονται από εξειδικευμένο πιστοποιημένο προσωπικό με συγκεκριμένο τρόπο και μεθοδολογίες οι οποίες είναι πιστοποιημένες βάσει των προδιαγραφών του κατασκευαστή.
147. Η εταιρεία GCC σε σχέση με το θέμα αυτό ανάφερε ότι, ο εξοπλισμός υποδομών δικτύων διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε πελάτη. Η επιλογή του εν λόγω εξοπλισμού λαμβάνει υπόψη τον αριθμό χρηστών εντός της επιχείρησης, τον αριθμό των συνδεδεμένων με το δίκτυο συσκευών (π.χ. ηλεκτρονικοί υπολογιστές, εκτυπωτές, σαρωτές, τερματικά), το βαθμό διαχείρισης που απαιτείται από το χρήστη (π.χ. managed και unmanaged). Βάσει των δεδομένων αυτών επιλέγεται ο κατάλληλος εξοπλισμός κατά περίπτωση, ανάλογα και με τις ανάγκες που υπάρχουν σε αριθμό θύρων σύνδεσης (π.χ. στοιβαζόμενα, σπονδυλωτά) και των χαρακτηριστικών των θύρων (π.χ. παροχή ισχύος μέσω του Ethernet – PoE). Επιπρόσθετα, ο εξοπλισμός υποδομών δικτύου διαφοροποιείται ανάλογα με τις επιδόσεις του (π.χ. ταχύτητα σε Gbps). Για παράδειγμα οι ανάγκες για εξοπλισμό υποδομών δικτύου είναι διαφορετικές για μεγάλες επιχειρήσεις, όπως είναι η ΑΤΗΚ και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, και για μικρές επιχειρήσεις, τόσο σε αριθμό τεμαχίων εξοπλισμού όσο και σε χαρακτηριστικά του εξοπλισμού.
148. Επίσης, η εταιρεία GCC με επιστολή της ημερομηνίας 16/10/2020 δήλωσε ότι οι όροι προμήθειας, εγκατάστασης και συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου δύνανται να διακρίνονται ακόμη και μεταξύ εταιρειών του ιδίου τομέα. Εν προκειμένω ανάφερε ότι, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι συνθήκες ανταγωνισμού σε σχέση με τους επίμαχους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ έχουν ορισμένες ιδιαιτερότητες (π.χ. αριθμός προσφοροδοτών, ύψος επιτρεπτών εκπτώσεων βάσει αποτελεσμάτων Διαγωνισμού ΜΜ. 3/2016).
149. Περαιτέρω η Επιτροπή σημείωσε ότι, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας εξετάστηκε περαιτέρω το ζήτημα αυτό, καθώς και το ζήτημα του εξοπλισμού υποδομών δικτύων (διασύνδεση/δικτύωση), αποστέλλοντας σχετικά ερωτήματα στην ΑΤΗΚ. Η ΑΤΗΚ με τη σειρά της με επιστολή της ημερομηνίας 31/7/2020 δήλωσε πως ο εξοπλισμός που αφορά το δίκτυο περιλαμβάνει δρομολογητές (routers) και μεταγωγείς (switches) διαφορετικών δυνατοτήτων ανάλογα με τη χρήση και επομένως πολλών διαφορετικών μοντέλων. Το κάθε ένα από αυτά μπορεί να υποδεχθεί διαφορετικές κάρτες, ανάλογα με τις υπηρεσίες που θα προσφέρει. Ο εξοπλισμός αυτός συνδέεται μεταξύ του με οπτικές ίνες ή άλλες τεχνολογίες ώστε να δημιουργήσει δίκτυα τα οποία μπορεί να είναι εντός ενός κτηρίου, μεταξύ μικρού αριθμού κτηρίων ή παγκύπρια (σε δεκάδες κτήρια). Μέσω αυτών των δικτύων η ΑΤΗΚ προσφέρει όλες τις υπηρεσίες της (σταθερή και κινητή τηλεφωνία, διαδίκτυο, τηλεόραση, μεταφορά δεδομένων επιχειρηματικών πελατών, κλπ).
150. Η Επιτροπή παρατηρεί πως στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας η ΑΤΗΚ ρωτήθηκε επίσης, κατά πόσο ο εξοπλισμός υποδομής δικτύου ενός παροχέα τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών διαφέρει από άλλους τέτοιους εξοπλισμούς υποδομής δικτύου. Η ΑΤΗΚ επί τούτου ανέφερε ότι η τεχνολογία που χρησιμοποιεί στο δίκτυο της η ΑΤΗΚ και μεγάλες εταιρείες ή πανεπιστήμια είναι κοινή, ήτοι, αφορά τεχνολογία βασισμένη στο πρωτόκολλο IP, και ως εκ τούτου κάποια μοντέλα εξοπλισμού ενδέχεται να είναι τα ίδια. Σημείωσε όμως επίσης, ότι ως παροχέας τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών, οι απαιτήσεις και δυνατότητες του δικτύου της ΑΤΗΚ είναι μεγαλύτερες και επομένως αρκετά μοντέλα εξοπλισμού διαφέρουν.
151. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, αποστάλθηκαν ερωτηματολόγια στην εταιρεία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τηλεπικοινωνιών PRIMETEL ημερομηνίας 5/11/2020, η οποία ανάφερε ότι ο εξοπλισμός διασύνδεσης/δικτύωσης ενός παροχέα τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών αποτελείται από συστήματα περιμετρικής ασφάλειας (firewalls), δρομολογητές (routers), στοιχεία μεταγωγής (switches), σειρά εξυπηρετητών (servers) που ρυθμίζουν την πρόσβαση στο δίκτυο, καταγράφουν συμβάντα και ενισχύουν την κυβερνοασφάλεια. Επίσης σημείωσε ότι η κάθε υλοποίηση βασίζεται γενικά στις παραπάνω βαθμίδες, διευκρινίζοντας ότι η τελική αρχιτεκτονική εξαρτάται από τον τύπο της εφαρμογής.
152. Η Επιτροπή σημείωσε πως ερωτήματα στάλθηκαν και στην εταιρεία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τηλεπικοινωνιών CABLENET, η οποία με επιστολή ημερομηνίας 27/10/2020, ανάφερε ότι ο εξοπλισμός υποδομής δικτύου ενός παροχέα τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών αποτελείται από τα πιο κάτω:
(α) Ραχιαίοι Δρομολογητές (Core Routers), οι οποίοι διαθέτουν τη μέγιστη δυνατότητα και ισχύ σε επεξεργασία δεδομένων και χωρητικότητα, καθώς εξυπηρετούν όλη την κίνηση (traffic) από το Ακραίο Δίκτυο (Edge Network) μέχρι τα διεθνή σημεία παρουσίας (International Points of Presence).
(β) Ακραίοι Δρομολογητές (Edge Presence), οι οποίοι διασυνδέουν το Δίκτυο Πρόσβασης (Access Network) του Ομοαξονικού (HFC – Hybrid Coaxial Cable) και Οπτικού (Fiber) δικτύου με τους Ραχιαίους Δρομολογητές.
(γ) Cable Modem Termination System (CMTS), που αποτελεί τον εξυπηρετητή της Ομοαξονικής τεχνολογίας (HFC / DOCSIS) και υπάρχει ένας ή περισσότεροι εξοπλισμοί ανά επαρχία, για εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης γεωγραφικής κάλυψης.
(δ) OLT (Optical Line Terminal), που είναι ο εξυπηρετητής της Οπτικής τεχνολογίας (Fiber) και υπάρχει ένας ή περισσότεροι εξοπλισμοί ανά επαρχία, για εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης γεωγραφικής κάλυψης.
153. Επίσης σημείωσε ότι ένας Ακραίος Δρομολογητής μπορεί να είναι ενωμένος σε ένα ή περισσότερο Ραχιαίο Δρομολογητή, ενώ ένα CMTS/OLT μπορεί να είναι ενωμένο σε ένα ή περισσότερο Ακραίο Δρομολογητή.
154. Τέλος η εταιρεία CABLENET, διευκρίνισε ότι ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται είναι εξειδικευμένος για να εξυπηρετεί τις συγκεκριμένες τεχνολογίες (DOCSIS/ Fiber) και δεν συναντάται σε άλλου είδους επιχειρήσεις.
155. Η Επιτροπή σημειώνει ακόμη ότι, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής της έρευνας, η εταιρεία CISCO ερωτήθηκε ως προς το τι περιλαμβάνει ο εξοπλισμός υποδομής δικτύου. Η CISCO με επιστολή της ημερομηνίας 25/1/2021 επεσήμανε ότι, ενώ οι υποδομές δικτύου στους παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών δεν είναι πανομοιότυπες, εντούτοις μπορεί να περιλαμβάνουν μια ποικιλία διαφορετικών προϊόντων και υπηρεσιών CISCO, ως εξής:
{……………………………………………………………………………….…..}
{……………………………………………………………………………….…..}
{……………………………………………………………………………….…..}
{……………………………………………………………………………….…..}
{……………………………………………………………………………….…..}[23]
{……………………………………………………………………………….…..}
{……………………………………………………………………………….…..}
156. Η Επιτροπή σημείωσε επίσης τις θέσεις της εταιρείας GCC , η οποία όσον αφορά τον εξοπλισμό υποδομής δικτύου ενός παροχέα τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών, με επιστολή της ημερομηνίας 16/10/2020 δήλωσε πως διαφέρει από άλλους τέτοιους εξοπλισμούς υποδομής δικτύου μεγάλων επιχειρήσεων, όπως για παράδειγμα η υποδομή δικτύου ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, ανάφερε ότι οι ανάγκες εξοπλισμού υποδομής δικτύου του τομέα τηλεπικοινωνιών και άλλων τομέων είναι διαφορετικές.
157. Σημείωσε ότι, για παράδειγμα μια εταιρεία τηλεπικοινωνιών έχει μεγαλύτερη ανάγκη σε εξοπλισμό μεταφοράς φωνής και εικόνας (π.χ. δρομολογητές (routers)), ενώ μια εταιρεία του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει μεγαλύτερη ανάγκη σε εξοπλισμό μεταφοράς δεδομένων (π.χ. μεταγωγείς (switches) αντί σε δρομολογητές (routers)). Περαιτέρω, για τις τηλεπικοινωνίες υπάρχει ειδικός εξοπλισμός και τεχνολογίες, τα οποία δεν χρειάζονται και δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε υποδομές δικτύων πελατών που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς (π.χ. BRAS, PE-Routers, εξοπλισμός για Core Network και Edge Network). Επισήμανε ότι για τους πιο πάνω λόγους, οι κατασκευαστές κατηγοριοποιούν τα προϊόντα/ εξοπλισμό τους ανάλογα με τον τομέα στον οποίο απευθύνονται, δηλαδή, προϊόντα που απευθύνονται σε παροχείς τηλεπικοινωνιών (Service Providers) και προϊόντα που απευθύνονται σε επιχειρήσεις (Enterprises).
158. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η εταιρεία GCC με επιστολή της ημερομηνίας 16/10/2020, ένας πρόσθετος παράγοντας που διαφοροποιεί τον τομέα των τηλεπικοινωνιών από άλλους τομείς όπως ανάφερε, είναι ότι μια εταιρεία τηλεπικοινωνιών έχει συνεχείς και αυξανόμενες ανάγκες για προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου, είτε λόγω επεκτάσεων είτε λόγω αναβαθμίσεων, είτε λόγω νέων τεχνολογιών (π.χ. 5G). Επίσης, ένας λόγος που μια εταιρεία τηλεπικοινωνιών έχει αυξημένες ανάγκες είναι διότι διοχετεύει το περιεχόμενο της σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό συνδρομητών/ χρηστών, σε αντίθεση με άλλους οργανισμούς, τα δίκτυα των οποίων εξυπηρετούν πολύ μικρότερο αριθμό συνδρομητών/ χρηστών και οι οποίοι έχουν σημαντικά λιγότερες ανάγκες σε εξοπλισμό δικτύου.
159. Η Επιτροπή σημείωσε περαιτέρω ότι η εταιρεία CISCO με επιστολή ημερομηνίας 25/1/2021, ανάφερε ότι παρά το γεγονός πως ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες μπορούν να προσαρμοστούν για να ανταποκριθούν στις ανάγκες των παροχών υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, δεν είναι απαραίτητο πως αυτά απευθύνονται αποκλειστικά για τέτοιες χρήσεις. Άλλες εταιρείες (όπως χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και πανεπιστήμια) που εγκαθιστούν εσωτερικά δίκτυα δύνανται να αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν κάποια από τα προαναφερθέντα προϊόντα. Ωστόσο, λόγω των ποσοτήτων των δεδομένων τα οποία παράγονται, υποβάλλονται σε επεξεργασία και αποθηκεύονται, του μεγέθους των δικτύων, των νομικών απαιτήσεων και πολλών άλλων παραγόντων, οι οποίοι μπορεί να διαφοροποιούνται σημαντικά, κάθε περίπτωση χρήσης δύναται να έχει διαφορετικές απαιτήσεις δικτύου. Οι υποδομές δικτύου για έναν πάροχο τηλεπικοινωνιών ή άλλες περιπτώσεις μπορεί να είναι παρόμοιες σε ορισμένο βαθμό, για παράδειγμα όταν πρόκειται για βασικές δυνατότητες αποθήκευσης ή μεταβίβασης δεδομένων, εντούτοις υπάρχουν διαφορές, καθώς ένας πάροχος τηλεπικοινωνιών χρησιμοποιεί ορισμένες τεχνολογίες που οι εταιρικοί πελάτες της CISCO δεν χρησιμοποιούν, ή χρησιμοποιεί μια δεδομένη τεχνολογία με διαφορετικό τρόπο.
160. Σύμφωνα με την εταιρεία CISCO, ορισμένες προσφορές που μπορεί να αφορούν ειδικά τους διαχειριστές τηλεπικοινωνιών είναι, για παράδειγμα, εξοπλισμός δικτύου κινητής τηλεφωνίας ή εξοπλισμός ειδικής πρόσβασης (DSL, Fttx, Ethernet, CMTS), προϊόντα και υπηρεσίες. Επίσης, ενώ ορισμένα προϊόντα, όπως για παράδειγμα δρομολογητές και διακόπτες, χρησιμοποιούνται από διαφορετικές εταιρείες, ένας διαχειριστής τηλεπικοινωνιών μπορεί να έχει απαιτήσεις που διαφέρουν από άλλες εταιρείες και επομένως θα χρησιμοποιήσει έκδοση ή λειτουργίες που είναι διαφορετικές από εκείνες που χρησιμοποιούνται από άλλες εταιρείες.
161. Περαιτέρω, η εταιρεία CISCO δήλωσε ότι δεν πρέπει να αγνοείται ότι οι κύριες διαφορές μεταξύ ενός διαχειριστή δικτύου και οποιουδήποτε άλλου εταιρικού πελάτη είναι ότι το δίκτυο για ένα διαχειριστή τηλεπικοινωνιών είναι η βάση του προϊόντος και της υπηρεσίας που προσφέρει σε τελικούς πελάτες. Το δίκτυο είναι το κύριο περιουσιακό στοιχείο που αξιοποιείται για τη δημιουργία υπηρεσιών και εν τέλει για τη δημιουργία εσόδων από τέτοιους παρόχους τηλεπικοινωνιών. Το δίκτυο επίσης παρέχει το πλαίσιο επί τη βάσει του οποίου τέτοιοι πάροχοι διαφοροποιούνται από τους ανταγωνιστές τους. Για άλλες επιχειρήσεις, όπως τράπεζες, ναυτιλιακές εταιρείες ή πανεπιστήμια, ένα δίκτυο χρησιμεύει για την αποθήκευση και τη μεταβίβαση δεδομένων. Αυτό πρέπει να συμβεί με τον πιο αποτελεσματικό και ασφαλή τρόπο, αλλά εν τέλει το δίκτυο παραμένει ένα περιουσιακό στοιχείο που χρησιμοποιούν εσωτερικά οι εν λόγω επιχειρήσεις για να είναι σε θέση να προσφέρουν υπηρεσίες.
(iii) Συμβατότητα και εναλλαξιμότητα εξοπλισμού μεταξύ των διαφόρων κατασκευαστών
162. Η Επιτροπή στο πλαίσιο της αξιολόγησης της υπόθεσης μελέτησε ενδελεχώς τα όσα αναφέρθηκαν από τις εταιρείες αναφορικά με το κατά πόσο υπάρχουν ζητήματα συμβατότητας του εξοπλισμού υποδομής του δικτύου των διαφόρων κατασκευαστών.
163. Η Επιτροπή σημείωσε πως η ΑΤΗΚ με την επιστολή της ημερομηνίας 31/7/2021 δήλωσε ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξάρτημα {…….} ως ανταλλακτικό {…….} καθώς επίσης ότι δεν μπορεί συνεργάτης {…….} να παρέχει υποστήριξη στο δίκτυο {…….}.
164. Η ΑΤΗΚ επίσης με επιστολή 26/10/2020 ανάφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το δίκτυο της και το γεγονός ότι αυτό αποτελείται από εξοπλισμό {…….} διαφορετικών επωνυμιών ήτοι {…….}. Ιδιαίτερα, σημείωσε ότι το δίκτυο της ΑΤΗΚ αποτελείται από αριθμό συσκευών, η κάθε μία από τις οποίες αποτελείται από μία βασική μονάδα, η οποία επιδέχεται διάφορα είδη καρτών (με διαφορετικές δυνατότητες ή/και λειτουργίες), οι οποίες εγκαθίστανται όταν και εάν χρειαστεί (π.χ. στην αρχική της εγκατάσταση, η συσκευή μπορεί να έχει εγκατεστημένες 4 κάρτες και κάποια στιγμή να προστεθούν ακόμη 2). Επίσης, μπορεί μια από αυτές τις κάρτες να παρουσιάσει βλάβη και να πρέπει να αντικατασταθεί με άλλη του ίδιου είδους. Αυτές οι κάρτες πρέπει να είναι του ίδιου κατασκευαστή. Το δίκτυο αποτελείται από αριθμό τέτοιων συσκευών (ενδεχομένως διαφορετικών μοντέλων), οι οποίες επικοινωνούν μεταξύ τους. Υπάρχουν και συσκευές (συνήθως μικρότερων δυνατοτήτων), οι οποίες επιδέχονται επιπρόσθετες κάρτες και σε περίπτωση βλάβης γίνεται αντικατάσταση ολόκληρης της συσκευής. Μπορεί στο δίκτυο να εγκατασταθεί συσκευή δεύτερου κατασκευαστή, μόνο εάν η συσκευή είναι συμβατή με τις υφιστάμενες και οι δύο μπορούν να λειτουργούν αρμονικά στο ίδιο δίκτυο. Η διαλειτουργικότητα των συσκευών, δηλαδή, η δυνατότητα να εργάζονται αρμονικά στο ίδιο δίκτυο και να επικοινωνούν μεταξύ τους, συνήθως διασφαλίζεται με διεθνή πρότυπα με τα οποία οι συσκευές πρέπει να είναι συμβατές. Η συμβατότητα με τα διεθνή πρότυπα διασφαλίζεται συνήθως μέσω των τεχνικών προδιαγραφών που πρέπει να πληρούν.[24] Συνεπώς όπως ανάφερε η ΑΤΗΚ, υπάρχει η δυνατότητα να κτιστεί η υποδομή αξιοποιώντας εξοπλισμό και από δεύτερο προμηθευτή, νοουμένου ότι διασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα του εξοπλισμού, δεν υπάρχουν άλλα προβλήματα και η λύση είναι οικονομικά πιο συμφέρουσα για τον οργανισμό.
165. Σημειώνεται περαιτέρω ότι μετά από σχετική ερώτηση που της έγινε, όσον αφορά το κατά πόσον μια αύξηση του κόστους συντήρησης μπορεί να οδηγήσει σε απόφαση για αλλαγή εξοπλισμού της υποδομής δικτύου της, η ΑΤΗΚ σημείωσε ότι μια τέτοια απόφαση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ιδιαίτερα ανάφερε ότι, η αλλαγή εξοπλισμού (ανάλογα με το μέγεθος και πολυπλοκότητα του δικτύου) μπορεί να απαιτεί απασχόληση ομάδας προσωπικού για μήνες ή και χρόνια, με ταυτόχρονη αναστάτωση των πελατών με διακοπή βασικών υπηρεσιών, κάτι που την καθιστά εξαιρετικά πολύπλοκη, ανάλογα και με τις άλλες εργασίες που βρίσκονται παράλληλα σε εξέλιξη. Η συνήθης τακτική είναι όπως η αλλαγή εξοπλισμού γίνεται με το τέλος της ωφέλιμης του ζωής (π.χ. ο κατασκευαστής ανακοινώνει ότι θα σταματήσει να τον υποστηρίζει) ή όταν οι τεχνολογικές εξελίξεις το επιβάλλουν (π.χ. ο εξοπλισμός δεν μπορεί να υποστηρίξει τις νέες ανάγκες της ΑΤΗΚ). Επομένως σύμφωνα με την ΑΤΗΚ, δεν είναι δυνατό να υπολογιστεί καθορισμένο ποσοστό αύξησης του κόστους συντήρησης της υποδομής του δικτύου της, που θα οδηγούσε σε απόφαση για αλλαγή του εξοπλισμού.
166. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της παρούσας προκαταρκτικής έρευνας ερωτήθηκε κατά πόσο η επιλογή το δίκτυο της να αποτελείται από προϊόντα επωνυμίας {…….} και {…….} δημιουργεί προβλήματα συνδεσιμότητας/ επικοινωνίας του εξοπλισμού του δικτύου της. Η ΑΤΗΚ δήλωσε σχετικά πως οι προδιαγραφές που εκδίδει για εξασφάλιση εξοπλισμού (συσκευών) καθορίζουν τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τα διεθνή πρότυπα με τα οποία πρέπει να είναι συμβατός και τα οποία θα διασφαλίσουν τη συμβατότητα του και τη διαλειτουργικότητα του με τον υφιστάμενο εξοπλισμό του δικτύου. Πέραν αυτού, αφού εξασφαλιστεί ο εξοπλισμός και πριν την ένταξη του στο δίκτυο, γίνονται έλεγχοι σε περιβάλλον δοκιμών για να επιβεβαιωθεί αυτή η συμβατότητα/ διαλειτουργικότητα και ότι οι υπηρεσίες της ΑΤΗΚ δεν επηρεάζονται. Τα Συμβόλαια Προμήθειας περιλαμβάνουν πρόνοια που περιγράφει τη διαδικασία ελέγχου του εξοπλισμού.
167. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ήτοι της συμβατότητας του εξοπλισμού η εταιρεία CISCO καταρχάς σημείωσε ότι γενικά, ο εξοπλισμός από διαφορετικούς κατασκευαστές μπορεί να συλλειτουργήσει υπό μια ενιαία υποδομή δικτύου. Κάποιοι πελάτες μπορεί επίσης να επιλέξουν έναν μόνο πάροχο δικτύου, καθώς αυτό μπορεί, π.χ. να διευκολύνει τις υπηρεσίες συντήρησης, υπό την έννοια ότι ο πελάτης θα πρέπει μετέπειτα να επικοινωνήσει μόνο με έναν προμηθευτή σε περίπτωση ερωτήσεων ή ανησυχιών. Άλλοι πελάτες μπορεί να επιλέξουν να διαφοροποιούν τους προμηθευτές τους, π.χ. για να διατηρήσουν ανταγωνισμό στις τιμές. {……………………………………………………………………………………………………..}
168. Η Επιτροπή κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης, σημείωσε πως η εταιρεία CISCO, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας ενώ δήλωσε πως το γεγονός ότι το δίκτυο μιας εταιρείας μπορεί να περιλαμβάνει υλισμικό και λογισμικό από διαφορετικούς προμηθευτές δεν σημαίνει πως όταν κάποιο από τα εν λόγω προϊόντα υλισμικού παρουσιάσει βλάβη, ένα εξάρτημα από άλλο προμηθευτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ανταλλακτικό για να διορθώσει το συγκεκριμένο υλισμικό, εντούτοις, {………………………………………………………………..}. Περαιτέρω, δήλωσε πως τα προϊόντα της {………………………………………………………………………………………….……..}Επομένως, σύμφωνα με την ίδια {……………………………………………………………………………………..………..}.[25]
169. Η Επιτροπή ακολούθως μελέτησε τα στοιχεία και πληροφορίες που συλλέχθηκαν και σημείωσε πως στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας της καταγγελίας, εξετάστηκε κατά πόσο, οι υπηρεσίες συντήρησης υποδομής δικτύου αποτελούν διακριτή αγορά από την αγορά του εξοπλισμού δικτύου ή κατά πόσο δύνανται να συμπεριληφθούν σε μια ενιαία σχετική αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.
170. Η Επιτροπή σημείωσε πως όσον αφορά τις υπηρεσίες συντήρησης ενός δικτύου, η LOGICOM SOLUTIONS με επιστολή της ημερομηνίας 19/12/2019 ανάφερε ότι {…………………..} περιλαμβάνουν:
(α) Εναπόθεση/αποθήκευση ανταλλακτικών (Spare Parts) {…………………..}
(β) Προληπτική συντήρηση {………………………………………..}.
(γ) Υπηρεσίες διορθωτικής συντήρησης {………………………………………………..}.
(δ) Υπηρεσίες Κέντρου Υποστήριξης Πελατών (Help Desk). {………………………………………………………………………………………………………….……………..}
(ε) «Πλάτη-με-Πλάτη» (back-to-back) υποστήριξη από την κατασκευάστρια εταιρεία. {………………………………………………………………………………………………………….……………..}
171. Σε ότι αφορά την εναλλαξιμότητα των προϊόντων των διαφόρων εμπορικών σημάτων (π.χ. Cisco και Juniper) η LOGICOM SOLUTIONS έχει την άποψη ότι η συντήρηση δεν είναι δυνατό να διεξάγεται με ανταλλακτικά άλλου κατασκευαστή πέραν αυτού που κατασκεύασε τον εξοπλισμό του δικτύου. Αυτό διότι σε περίπτωση βλάβης, όπως αναφέρει, τα εξαρτήματα/ προϊόντα, υποσυστήματα ή/και λογισμικά ενός κατασκευαστή (όπως για παράδειγμα ενός δρομολογητή, μεταγωγέα, κλπ) δεν μπορούν να αντικατασταθούν με εξαρτήματα/ προϊόντα, υποσυστήματα ή/ και λογισμικά, άλλου κατασκευαστή.
172. Περαιτέρω, η εταιρεία ανέφερε πως η συντήρηση μπορεί να πραγματοποιείται από οποιονδήποτε κατέχει την κατάλληλη πείρα και τεχνογνωσία. Ενδείκνυται όμως να πραγματοποιείται από κάποιο συνεργάτη του κατασκευαστή (των προϊόντων του πελάτη), και ο οποίος έχει την τεχνική κατάρτιση που του επιτρέπει να προσφέρει τέτοιου είδους υπηρεσίες συντήρησης και κυρίως τις επαγγελματικές σχέσεις (partnership) και επαγγελματικές πιστοποιήσεις που απαιτούνται από τον κατασκευαστή.
173. Η Επιτροπή σημείωσε πως σε σχέση με το ζήτημα αυτό η LOGICOM SOLUTIONS υποστήριξε ότι, ο τελικός πελάτης έχει την πλήρη ευχέρεια και έλεγχο στην επιλογή του συνεργάτη ο οποίος θα παρέχει τις υπηρεσίες συντήρησης της δικτυακής του υποδομής. Ταυτόχρονα, όπως η ίδια έχει αντιληφθεί, σημειώνει ότι για σκοπούς διαφάνειας και επίτευξης καλύτερης συνολικά τιμής πριν ακόμα ληφθεί η απόφαση προμήθειας συγκεκριμένου εξοπλισμού, είναι συνήθης πρακτική σε ένα διαγωνισμό, και ιδιαίτερα στον κρατικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, με την προμήθεια εξοπλισμού να απαιτείται μαζί και η παροχή εγγύησης και μετέπειτα συντήρησης για ορισμένο διάστημα (από 2 μέχρι και 8 χρόνια) που συνήθως αντικατοπτρίζει την αναμενόμενη ωφέλιμη ζωή του εξοπλισμού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο πελάτης έχει πλήρη γνώση του συνολικού κόστους του συστήματος (κύριο προϊόν και υπηρεσίες συντήρησης) κατά τη στιγμή της αγοράς (lifecycle pricing). Συναφώς, σε αυτή την περίπτωση, η εταιρεία που θα κερδίσει το διαγωνισμό θα παρέχει και τις υπηρεσίες συντήρησης για κάποια χρόνια σύμφωνα με τις απαιτήσεις του διαγωνισμού.
174. Με τη λήξη της σύμβασης, εναπόκειται τελικά στον πελάτη αν θα διεξάγει διαγωνισμό για την ανανέωση συντήρησης ή θα αποταθεί στην ίδια εταιρεία για ανανέωση κατόπιν διαπραγμάτευσης. Οι δύο αυτές περιπτώσεις απαντώνται εξίσου συχνά σύμφωνα με την LOGICOM SOLUTIONS. Η Επιτροπή σημείωσε πως προς επίρρωση της θέσης αυτής, η εταιρεία ανέφερε ενδεικτικό παράδειγμα.
175. Η Επιτροπή σημείωσε πως η GCC στην επιστολή της ημερομηνίας 10/10/2019, σημείωσε ότι οι υπηρεσίες συντήρησης δικτύου περιλαμβάνουν ενημερώσεις (updates) και αναβαθμίσεις (upgrades) λειτουργικών συστημάτων του εξοπλισμού δικτύου, έκδοση εισιτηρίων (tickets) για παροχή υποστήριξης από τον κατασκευαστή και ανταλλακτικά εξοπλισμού. Περαιτέρω σημείωσε ότι, παρόλο που είναι δυνατό οι υπηρεσίες συντήρησης να παρασχεθούν από διαφορετικούς συνεργάτες του ίδιου κατασκευαστή εξοπλισμού υποδομών δικτύου, εντούτοις, συνήθως οι πελάτες επιλέγουν να ζητούν τις υπηρεσίες συντήρησης μαζί με την αγορά εξοπλισμού υποδομών δικτύων, λόγω καλύτερων προσφορών που λαμβάνουν από την κοινή αγορά από τον ίδιο συνεργάτη. Μετά τον τερματισμό της αρχικής σύμβασης συντήρησης, υπάρχει ελευθερία επιλογής του συνεργάτη από τον οποίο θα παρασχεθούν οι υπηρεσίες συντήρησης, μέσω σύναψης σχετικής συμφωνίας. Σημειώνεται ότι είναι δυνατόν να υπάρξει επέκταση της αρχικής συμφωνίας συντήρησης για υφιστάμενο εξοπλισμό συντήρησης. Συνεπώς, οι υπηρεσίες συντήρησης δεν συνδέονται κατ’ ανάγκη με την αγορά νέου εξοπλισμού υποδομών δικτύων. Με άλλα λόγια, υπάρχει διακριτή ζήτηση για υπηρεσίες συντήρησης εξοπλισμού δικτύων. Νοείται ότι ένας πελάτης μπορεί να επιλέξει να μην αγοράσει υπηρεσίες συντήρησης εξοπλισμού δικτύου καθόλου.
176. Περαιτέρω η GCC σημειώνει ότι οι υπηρεσίες συντήρησης για εξοπλισμό του ίδιου κατασκευαστή δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το συνεργάτη από τον οποίο παρέχονται. Όλοι οι συνεργάτες του κατασκευαστή που δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες συντήρησης είναι πιστοποιημένοι από τον κατασκευαστή, ώστε να διασφαλίζεται η ομοιογένεια και ψηλή ποιότητα των σχετικών υπηρεσιών συντήρησης. Σημειώνει επίσης ότι οι κατασκευαστές δεν υποχρεώνουν τους συνεργάτες τους να παρέχουν υπηρεσίες συντήρησης ταυτόχρονα με την πώληση εξοπλισμού. Οι συνεργάτες είναι ελεύθεροι να επιλέξουν εάν θα παρέχουν στον πελάτη εξοπλισμού δικτύου προσφορά για υπηρεσίες συντήρησης. Συνήθως επιλέγουν να παρέχουν υπηρεσίες συντήρησης για λόγους ολοκληρωμένης παρουσίας στην αγορά αλλά και ως μια πρόσθετη πηγή εσόδων.
177. Η Επιτροπή σημείωσε πως σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η ΑΤΗΚ με την επιστολή της ημερομηνίας 31/7/2020 ανέφερε ότι το συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών συντήρησης του δικτύου της, ως παροχέας τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών, προνοεί επιδιόρθωση ελαττωματικού εξοπλισμού ή εξοπλισμού που έχει υποστεί βλάβη, αγορά ανταλλακτικών, παροχή λογισμικών αναβαθμίσεων του εξοπλισμού, επιτόπου επίλυση προβλημάτων, ανάλυση και επίλυση προβλημάτων από ειδικούς της κατασκευάστριας εταιρείας ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, παροχή συμβουλών και πληροφοριών σε σχέση με τον εξοπλισμό, καθώς και άλλα.
178. Ιδιαίτερα ανέφερε ότι οι υπηρεσίες αυτές, προσφέρονται {…………………………………………………………………………………………………} Σημείωσε επίσης {……………………………………………………………………………………………………………………………}[26].
179. Περαιτέρω όσον αφορά τη συντήρηση η ΑΤΗΚ έχει αναφέρει ότι σε σχέση με το συμβόλαιο που έχει υπογράψει στο πλαίσιο του διαγωνισμού ΜΜ.3/2016, στατιστικά παρουσιάζεται ανάγκη για αντικατάσταση χαλασμένου εξοπλισμού μία με δύο φορές το χρόνο και για χειρισμό προβλήματος μια φορά το μήνα, ενώ υπάρχει ανοικτή επικοινωνία για επίλυση τεχνικών αποριών, παροχή συμβουλών ή καθοδήγηση ως προς την παραμετροποίηση εξοπλισμού, την παροχή λογισμικών αναβαθμίσεων, κλπ.. Επίσης, σημείωσε γενικότερα ότι για όλα τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, υπηρεσίες συντήρησης εξασφαλίζονται από τον προμηθευτή του εξοπλισμού, είτε τον ίδιο τον κατασκευαστή είτε εξουσιοδοτημένο συνεργάτη του ανάλογα με την πολιτική της εταιρείας, λόγω της φύσης των υπηρεσιών που εξασφαλίζονται που δεν μπορούν να προσφερθούν από άλλες εταιρείες.[27]
180. Σε ότι αφορά την παροχή υπηρεσιών συντήρησης του δικτύου της, η εταιρεία PRIMETEL με επιστολή ημερομηνίας 5/11/2020, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας ανάφερε ότι η γενική αρχή υποστήριξης όλων των συστημάτων, συνίσταται (α) στη λειτουργία κέντρου 24ώρης επίβλεψης, (β) στην εσωτερική ομάδα υποστήριξης καθώς και (γ) στην υποστήριξη από τον προμηθευτή η οποία μπορεί να αφορά την αντιμετώπιση δυσεπίλυτων προβλημάτων, αναβαθμίσεις Software, παροχή ανταλλακτικών και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Σε ερώτηση κατά πόσον η ίδια δεν επιθυμεί να αναλάβει τη συντήρηση άλλη εταιρεία από αυτή που αφορά τον κατασκευαστή και συνεργάτη/ προμηθευτή του συγκεκριμένου εξοπλισμού του δικτύου της, ανάφερε ότι η γενική σύσταση είναι ο προμηθευτής ν’ αναλαμβάνει και την υποστήριξη χωρίς αυτό να είναι δεσμευτικό, εφόσον υπάρχουν άλλες καταρτισμένες και πιστοποιημένες εταιρείες.
181. Η Επιτροπή σημείωσε περαιτέρω, ότι η εταιρεία CABLENET με επιστολή ημερομηνίας 27/10/2020 σημείωσε ότι η συντήρηση του δικτύου της κυρίως περιλαμβάνει (α) την εξυπηρέτηση (Support) από τον πάροχο σε εργάσιμες ή/ και όχι εργάσιμες μέρες/ ώρες για προβλήματα (φυσικά και λογισμικά/ hardware and software) που μπορεί να προκύψουν στους εξοπλισμούς, καθώς επίσης και (β) την αντικατάσταση εξοπλισμού σε περίπτωση ανεπανόρθωτης βλάβης. Η CABLENET διευκρίνισε, πως δεν επιλέγει η συντήρηση να πραγματοποιείται από άλλη εταιρεία πλην του συνεργάτη/ προμηθευτή για να διασφαλιστεί ότι όλες οι ενέργειες είναι οι απαραίτητες και ενδεδειγμένες από τον προμηθευτή.
182. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή σημείωσε πως η εταιρεία EPIC με επιστολή ημερομηνίας 4/12/2020 δήλωσε πως η συντήρηση του εξοπλισμού υποδομών δικτύου αφορά κυρίως αναβαθμίσεις λογισμικού και υποστήριξη σε προβλήματα/ βλάβες που μπορεί να προκύψουν. Η συντήρηση και η υποστήριξη εξοπλισμού δικτύου συνήθως παρέχεται από τον κατασκευαστή ή από τον προμηθευτή μέσω συνεργασίας που διατηρεί με τον κατασκευαστή. Αυτό γιατί ως ανάφερε δεν είναι δυνατό στις πλείστες περιπτώσεις να παρέχεται συντήρηση ή υποστήριξη από τρίτες εταιρείες που δεν συνεργάζονται με τον κατασκευαστή αφού είναι ο πλέον αρμόδιος για να παρέχει τις υπηρεσίες αυτές για τον εξοπλισμό του.
183. Τέλος, η Επιτροπή συνεκτίμησε τα όσα ανέφερε η εταιρεία CISCO με επιστολή ημερομηνίας 25/1/2021. Ειδικότερα, η εταιρεία CISCO ανάφερε ότι υπάρχουν πολλά στοιχεία τα οποία μπορούν να αποτελέσουν μέρη μιας υπηρεσίας ή σύμβασης «συντήρησης». Συγκεκριμένα, η «συντήρηση» μπορεί να συμπεριλαμβάνει κοινά διαγνωστικά, επιδιόρθωση και/ή αντικατάσταση (πέραν της τυπικής περιορισμένης εγγύησης), ενσωματωμένες ενημερώσεις και αναβαθμίσεις λογισμικού, επιτόπιες (on-site) εργασίες, πρόσβαση σε τεχνική υποστήριξη, εξ αποστάσεως αντιμετώπιση προβλημάτων και ρύθμιση και άλλες λύσεις αναλόγως των αναγκών ενός πελάτη (για παράδειγμα, 24ωρη πρόσβαση σε τεχνική υποστήριξη, ή αντικατάσταση ελαττωματικών προϊόντων εντός 24 ωρών από την αναφορά του ελαττώματος στη CISCO ή σε εξουσιοδοτημένο μεταπωλητή).
184. Περαιτέρω η εταιρεία CISCO σημείωσε ότι οι υπηρεσίες συντήρησης μπορούν να είναι προληπτικές ή αντιδραστικές, ως εξής:
(α) Οι προληπτικές υπηρεσίες συντήρησης δύνανται να εμπεριέχουν σχεδιασμό και γενική παροχή συμβουλών, εργαλεία και εφαρμογές για παρακολούθηση και αναφορά, προηγμένες μηχανολογικές υπηρεσίες, προγραμματισμένες ενέργειες επαλήθευσης ή αναβάθμισης λογισμικού, εκπαιδεύσεις, κτλ..
(β) Οι αντιδραστικές υπηρεσίες συντήρησης δύνανται να εμπεριέχουν την αποδοχή εισερχόμενων κλήσεων και ερωτημάτων πελατών, με διαφορετικά επίπεδα κλιμάκωσης αναλόγως της προκείμενης περίπτωσης, εργαλεία παρακολούθησης και χειρισμού, διαθεσιμότητα του προσωπικού μηχανικών ανά κλήση, τεχνολογίας, ακόμη και στο χώρο των πελατών, καθώς και αντικατάσταση του εξοπλισμού εντός συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων σε διαφορετικές τοποθεσίες.
185. Η εταιρεία CISCO σημείωσε ακόμα πως παρόλο που παρέχει υποστήριξη ιδίως σε περίπτωση κλιμάκωσης ενός περιστατικού, πολλές υπηρεσίες «συντήρησης» προσφέρονται από τους συνεργάτες της CISCO, ανάλογα με τις ανάγκες των πελατών. Για παράδειγμα, σε περίπτωση όπου η υπηρεσία συντήρησης είναι απλά μια συνήθης διάγνωση, οι συνεργάτες της CISCO ενδέχεται να διαθέτουν την απαιτούμενη τεχνική εξειδίκευση για την επίλυση ερωτήσεων ή για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών συντήρησης. Εάν όμως η συντήρηση απαιτεί επισκευή ή ενσωματωμένες αναβαθμίσεις λογισμικού, τότε η CISCO, ως κατασκευαστής του προϊόντος, θα παράσχει τις απαιτούμενες υπηρεσίες υποστήριξης.
186. Η εταιρεία επί τούτου, επεσήμανε πως οποιοσδήποτε συνεργάτης της CISCO μπορεί γενικά να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης εφόσον διαθέτει τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις όσον αφορά το προσοντούχο προσωπικό, καθώς και τις διαδικασίες που υπάρχουν για την παροχή του απαιτούμενου επιπέδου υπηρεσιών. Αυτά τα επίπεδα πιστοποιήσεων βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία κάθε συνεργάτης μπορεί να επιλέξει να εκπληρώσει. Επίσης, ο συνεργάτης που παρέχει τις υπηρεσίες συντήρησης δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι ο προμηθευτής του εξοπλισμού. Για λόγους πρακτικότητας, οι πελάτες μπορούν να επιλέξουν να λάβουν υπηρεσίες συντήρησης από τον αρχικό προμηθευτή του εξοπλισμού. Ωστόσο, η επιλογή του σχετικού προμηθευτή υπηρεσιών συντήρησης εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τον πελάτη. Ένας πελάτης μπορεί να αποφασίσει να αγοράσει υπηρεσίες συντήρησης από κάποιον άλλο προμηθευτή για εμπορικούς, τεχνολογικούς ή άλλους λόγους. Η CISCO όπως επεσήμανε, δεν επεμβαίνει στην εν λόγω απόφαση.
187. Η εταιρεία CISCO, διευκρίνισε επίσης ότι οι πελάτες μπορούν επίσης να αποφασίσουν να λάβουν υπηρεσίες συντήρησης από τρίτο (δηλαδή από ένα πρόσωπο μη εξουσιοδοτημένο από τη CISCO) σε σχέση με προϊόντα δικτύου της CISCO ή να αποφασίσουν να μην αγοράσουν καμία υπηρεσία συντήρησης. Ωστόσο, {……………………………………………………………………………………………………..}.
188. Κατόπιν η Επιτροπή μελέτησε και τα όσα οι καταγγελλόμενες εταιρείες, LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC, ανέφεραν στο υπόμνημα τους ημερομηνίας 10/2/2020 σε σχέση με την σχετική αγορά προϊόντος στην παρούσα υπόθεση η οποία ως αναφέρουν εστιάζεται στους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ Α.Τ.27/2006 και Μ.Μ.3/2016[28]. Η Επιτροπή, ιδιαίτερα σημείωσε ότι η προμήθεια εξοπλισμού υποδομών δικτύου αφορά προϊόντα όπως μεταγωγείς (switchers), δρομολογητές (routers), ενώ οι υπηρεσίες υποδομών δικτύων περιλαμβάνουν τις αρχικές υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για την εγκατάσταση του εξοπλισμού και την τεχνική του ενσωμάτωση στο δίκτυο του πελάτη, και τις εν συνεχεία απαραίτητες υπηρεσίες συντήρησης του εξοπλισμού. Επομένως, το πρωτογενές προϊόν είναι εξοπλισμός, μαζί με τις απαραίτητες υπηρεσίες εγκατάστασης του, ενώ οι υπηρεσίες συντήρησης έχουν δευτερογενή χαρακτήρα «μεταγοράς».
189. Οι εταιρείες περαιτέρω παραπέμπουν στην υπόθεση Gores Group LLC/Siemens Enterprises Communications, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ως σχετική την αγορά «εξοπλισμού μεταγωγέων και δρομολογητών» (switching and routing equipment), αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο ειδικότερου διαχωρισμού με βάση τα προϊόντα και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους.[29] Περαιτέρω, στην υπόθεση Alcatel/ Lucent Technologies, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι στην εν λόγω αγορά (εξοπλισμού μεταγωγέων και δρομολογητών), «οι πελάτες (κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, οι διαχειριστές δικτύων) τείνουν να διενεργούν τις προμήθειες τους [σε εξοπλισμό μεταγωγέων και δρομολογητών] μέσω διαγωνισμών πολλαπλών σταδίων και άλλων σύνθετων διαγωνισμών προμήθειας […] όπου μπορούν να μεγιστοποιήσουν την διαπραγματευτική τους δύναμη έναντι των προμηθευτών τους».
190. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σαφώς ετάχθη υπέρ της ύπαρξης μιας ενιαίας σχετικής αγοράς που συμπεριλαμβάνει και τις υπηρεσίες συντήρησης. Εν προκειμένω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην υπόθεση Nokia/ Siemens, διαπίστωσε με βάση την έρευνα αγοράς ότι οι αγορές «υπηρεσιών ανάπτυξης, παράδοσης και εγκατάστασης» (deployment, delivery, and installation), τείνουν να αποτελούν μέρος μίας ενιαίας αγοράς που περιλαμβάνει και την συντήρηση, διότι οι κατασκευαστές «δεν προσφέρουν τις ίδιες εγγυήσεις αναφορικά με τον εξοπλισμό και το σύστημα αν οι υπηρεσίες δεν παρέχονται από τους ίδιους ή μέσω αυτών»[30].
191. Επίσης, παρέπεμψαν στην υπόθεση Nokia /Alcatel-Lucent, η οποία αφορούσε υποδομές δικτύου κινητών τηλεπικοινωνιών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διέκρινε ότι στην αγορά «υπηρεσιών υποδομών δικτύου» (network infrastructure services), «υπάρχουν δύο τύποι υπηρεσιών υποδομών δικτύου που σχετίζονται με τον εξοπλισμό RAN και τις λύσεις CNS: i) υπηρεσίες υλοποίησης και φροντίδας του δικτύου, που συνδέονται στενά με την προμήθεια εξοπλισμού δικτύου και καλύπτουν λειτουργίες όπως παράταξη, εγκατάσταση, και συντήρηση εξοπλισμού δικτύου, υποστήριξη λογισμικού, κτλ., και (ii) επαγγελματικές υπηρεσίες, οι οποίες περιλαμβάνουν διαχειριζόμενες υπηρεσίες, σχεδιασμό δικτύου, υπηρεσίες βελτιστοποίησης και ολοκλήρωσης συστημάτων»[31].
192. Συνακόλουθα, οι καταγγελλόμενες εταιρείες στο υπόμνημα τους σημειώνουν ότι υπάρχει ικανός αριθμός αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου έχει κριθεί ότι η προμήθεια του εξοπλισμού δικτύων τηλεπικοινωνίας είναι στενά συνδεδεμένη από πλευράς ανταγωνισμού με την παροχή των απαραίτητων υπηρεσιών εγκατάστασης και συντήρησης του εξοπλισμού, σε βαθμό μάλιστα που να προκύπτει ο ορισμός μίας ενιαίας σχετικής αγοράς που να περιλαμβάνει και την προμήθεια και τις υπηρεσίες.
193. Τέλος, επεσήμαναν ότι, όσον αφορά το θέμα των πρωτογενών προϊόντων και υπηρεσιών, η ΑΤΗΚ δεν προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ των επιμέρους προϊόντων (π.χ. μεταγωγείς, δρομολογητές κτλ.) που απαρτίζουν το δίκτυο τηλεπικοινωνιών, οι δε εταιρείες κατασκευής και οι συνεργάτες τους παρέχουν συνολικές προσφορές που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα συσκευών. Ως εκ τούτου, σίγουρα δεν κρίνεται εν προκειμένω σκόπιμος ο ειδικότερος διαχωρισμός της σχετικής αγοράς με βάση τον τύπο και την κατηγορία των εκάστοτε προϊόντων.
194. Αναφορικά με τη θεωρία των μεταγορών και του ζητήματος της σχέσης που προκύπτει μεταξύ των πρωτογενών και δευτερογενών προϊόντων ή υπηρεσιών, η Επιτροπή κατά την αξιολόγηση της υπόθεσης παρέπεμψε στο σύγγραμμά του Γιάννη Κατσουλάκου, Οικονομική ανάλυση του ανταγωνισμού[32], όπου γίνεται αναφορά στον ορισμό σχετικών αγορών όταν υπάρχουν πρωτογενή/ primary προϊόντα (brands, π.χ. αυτοκίνητα) και δευτερογενή/ secondary προϊόντα (π.χ. ανταλλακτικά ή υπηρεσίες συντήρησης), καθώς και πότε τα δευτερογενή προϊόντα αποτελούν ξεχωριστή αγορά από τα πρωτογενή προϊόντα και πότε πρέπει να θεωρηθεί ότι ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά με τα πρωτογενή προϊόντα.
195. Η Επιτροπή σημείωσε πως ως αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμά, συχνά δευτερογενή προϊόντα σχεδιάζονται για χρήση μόνο με συγκεκριμένα πρωτογενή προϊόντα, δηλαδή, τα δευτερογενή προϊόντα είναι «συμβατά» μόνο για χρήση με τα πρωτογενή προϊόντα για τα οποία παράχθηκαν. Σε άλλες περιπτώσεις τα δευτερογενή προϊόντα είναι συμβατά μεταξύ τους. Στη δεύτερη περίπτωση, που τα δευτερογενή προϊόντα είναι συμβατά μεταξύ τους οπότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν με διαφορετικά πρωτογενή προϊόντα και οι καταναλωτές/ χρήστες αντιλαμβάνονται ότι αυτό είναι έτσι, τότε είναι πιθανό ότι υφίστανται δυο ξεχωριστές αγορές, μια για όλα τα πρωτογενή και μια για όλα τα δευτερογενή προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή οι καταναλωτές δεν είναι «εγκλωβισμένοι» στη χρήση ενός συγκεκριμένου δευτερογενούς προϊόντος λόγω του ότι αγόρασαν το πρωτογενές προϊόν μιας συγκεκριμένης επιχείρησης.
196. Αν, από την άλλη μεριά τα δευτερογενή προϊόντα σχεδιάζονται για χρήση μόνο με συγκεκριμένα πρωτογενή προϊόντα (δεν είναι συμβατά μεταξύ τους) μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποπεριπτώσεις. Στην πρώτη υποπερίπτωση, που η κατανάλωση των πρωτογενών προϊόντων επηρεάζεται σημαντικά από μεταβολές στην τιμή των αντίστοιχων δευτερογενών προϊόντων, τότε όλα τα πρωτογενή και τα δευτερογενή προϊόντα αποτελούν μια ενιαία σχετική αγορά. Στη δεύτερη υποπερίπτωση, που η κατανάλωση των πρωτογενών προϊόντων δεν επηρεάζεται σημαντικά από μεταβολές στην τιμή των αντίστοιχων δευτερογενών προϊόντων, τότε τα πρωτογενή προϊόντα αποτελούν μια ξεχωριστή σχετική αγορά και τα (μη-συμβατά) δευτερογενή προϊόντα αποτελούν ξεχωριστές σχετικές αγορές.
197. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι ήδη υπάρχοντες καταναλωτές των πρωτογενών προϊόντων είναι «κλειδωμένοι» σε αυτά τα προϊόντα με την έννοια ότι μια αύξηση της τιμής των αντίστοιχων δευτερογενών προϊόντων δεν πρόκειται να τους οδηγήσει να αντικαταστήσουν τα πρωτογενή προϊόντα και οι νέοι αγοραστές των πρωτογενών προϊόντων (π.χ. αυτό μπορεί να ισχύει στην περίπτωση αγοραστών jet engines) είναι μικρό ποσοστό της ήδη εγκατεστημένης βάσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις η κατανάλωση των πρωτογενών προϊόντων δεν θα επηρεάζεται σημαντικά από μεταβολές στην τιμή των αντίστοιχων δευτερογενών προϊόντων και θα ισχύει η δεύτερη υποπερίπτωση.
198. Η Επιτροπή σημείωσε πως οι εταιρείες LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC στο υπόμνημα τους[33] ανάφεραν ότι όσον αφορά το θέμα των δευτερογενών υπηρεσιών, σχετικά με τις αγορές «συστήματος», θα πρέπει να εξεταστεί, (α) η σχέση τιμής μεταξύ των δευτερογενών υπηρεσιών και των πρωτογενών προϊόντων, (β) η πιθανότητα χρήσης της δευτερογενούς υπηρεσίας, και (γ) αν η ΑΤΗΚ αποτελεί πελάτη με επαρκή πληροφόρηση ώστε να λάβει τα προηγούμενα υπόψη κατά την προμήθεια του εξοπλισμού.
199. Κατά πρώτον, αναφορικά με τη σχέση τιμής, παρατηρείται ότι η ΑΤΗΚ απαιτεί συνήθως οι προσφοροδότες της να προσφέρουν μία συνολική τιμή που αφορά τόσο την προμήθεια του εξοπλισμού και τις απαραίτητες υπηρεσίες εγκατάστασης του, όσο και την παροχή των υπηρεσιών συντήρησης που χρειάζονται στη συνέχεια. Το κόστος των υπηρεσιών αυτών δεν είναι απλώς παρεπόμενο – αλλά αποτελεί σημαντικό μέρος – της συνολικής τιμής, παραθέτοντας σχετικό παράδειγμα.
200. Κατά δεύτερον, σχετικά με το ενδεχόμενο και τη συχνότητα χρήσης των δευτερογενών υπηρεσιών, αναφέρουν απλώς ότι στην εν θέματι αγορά είναι αδύνατη η προμήθεια του (πρωτογενούς) εξοπλισμού χωρίς την παροχή και των (δευτερογενών) υπηρεσιών συντήρησης που τη συνοδεύουν και έχουν αναπτυχθεί ειδικώς για το σκοπό αυτό από τον κατασκευαστή. Εν προκειμένω ο ίδιος ο διαγωνισμός ΜΜ.3/2016, καθώς και ο προηγούμενος αυτού Α.Τ.27/2006, αφορούσαν προμήθεια εξοπλισμού σε συνδυασμό με υπηρεσίες συντήρησης.
201. Κατά τρίτον αναφορικά με τη δυνατότητα πληροφόρησης του πελάτη, και το βαθμό κατά τον οποίο είναι σε θέση να λάβει υπόψη το κόστος της δευτερογενούς υπηρεσίας, πέραν του ότι η ΑΤΗΚ συνιστά τον πλέον εξειδικευμένο πελάτη στον τομέα του εξοπλισμού υποδομών δικτύου στην Κυπριακή Δημοκρατία, είναι αυτονόητα σε θέση να γνωρίζει ότι η τιμή των υπηρεσιών συντήρησης συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό κόστος που καταβάλλει, γι’ αυτό άλλωστε και η ΑΤΗΚ για τον επίμαχο διαγωνισμό ΜΜ.3/2016 (αλλά και για τον Α.Τ.27/2006) απαίτησε προσφορές τόσο για την προμήθεια του εξοπλισμού όσο και για τις υπηρεσίες συντήρησης.
202. Τα ανωτέρω, όπως καταλήγουν στο υπόμνημα τους οι LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC, συντείνουν στην ύπαρξη μιας ενιαίας σχετικής αγοράς «συστήματος» που περιλαμβάνει τόσο την πρωτογενή προμήθεια του εξοπλισμού όσο και τις δευτερογενείς υπηρεσίες συντήρησης, ήτοι, η ενιαία αγορά προμήθειας και υπηρεσιών εξοπλισμού υποδομών δικτύου. Η υπαγωγή των εν λόγω αγορών στην έννοια της ενιαίας σχετικής αγοράς συνάδει και με τη νομολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.[34]
203. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή μελέτησε όλα τα ενώπιον της στοιχεία και δεδομένα, ως αυτά έχουν εκτεταμένα καταγραφεί τόσο στην Έκθεση Ευρημάτων της Υπηρεσίας, όσο και ως καταγράφονται στην περιγραφή που έδωσε η κάθε εταιρεία για το τι περιλαμβάνει η υποδομή ενός δικτύου, τι νοείται και συμπεριλαμβάνει η συντήρηση ενός δικτύου καθώς και τις βασικές διαφορές της υποδομής ενός δικτύου μεταξύ εταιρειών και κυρίως σε σχέση με τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις.
204. Ιδιαίτερα η Επιτροπή κατά την αξιολόγηση της έλαβε υπόψη το γεγονός πως ότι η καταγγελλόμενη εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS δήλωσε ότι η υποδομή δικτύου περιλαμβάνει μεταγωγέα, ελεγκτή ασύρματου δικτύου, το ασύρματο σημείο πρόσβασης ή σταθμός βάσης, προστατευτικό τείχος/ συστήματα ασφάλειας δικτύου, εξισορροπιστή/ κατανομέα φόρτου, δρομολογητή και λογισμικό διαχείρισης και λειτουργίας δικτύου. Η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC ανάφερε ότι στον εξοπλισμό υποδομών δικτύων (διασύνδεση/ δικτύωση) περιλαμβάνονται μεταγωγείς δικτύου, δρομολογητές και πλατφόρμες διαχείρισης δικτύου. Η δε ΑΤΗΚ με τη σειρά της δήλωσε πως ο εξοπλισμός που αφορά το δίκτυο περιλαμβάνει δρομολογητές και μεταγωγείς διαφορετικών δυνατοτήτων ανάλογα με τη χρήση και επομένως πολλών διαφορετικών μοντέλων. Επίσης, η εταιρεία PRIMETEL, ανάφερε ότι ο εξοπλισμός διασύνδεσης/δικτύωσης ενός παροχέα τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών αποτελείται από συστήματα περιμετρικής ασφάλειας, δρομολογητές, στοιχεία μεταγωγής και εξυπηρετητές (servers) που ρυθμίζουν την πρόσβαση στο δίκτυο, καταγράφουν συμβάντα και ενισχύουν την κυβερνοασφάλεια. Τέλος, η CABLENET ανάφερε ότι ο εξοπλισμός υποδομής δικτύου ενός παροχέα τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών αποτελείται από ραχιαίους δρομολογητές, ακραίους δρομολογητές, Cable Modem Termination System (CMTS) και εξυπηρετητές οπτικής τεχνολογίας OLT (Optical Line Terminal).
205. Η Επιτροπή συνεκτίμησε επίσης το γεγονός πως η καταγγελλόμενη εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS ανάφερε ότι η συντήρηση του δικτύου περιλαμβάνει υπηρεσίες όπως εναπόθεση/αποθήκευση ανταλλακτικών {………………………………} προληπτική συντήρηση {………………………………}, υπηρεσίες διορθωτικής συντήρησης {………………………………}, υπηρεσίες Κέντρου Υποστήριξης Πελατών (Help Desk), καθώς και τις λεγόμενες υπηρεσίες «Πλάτη-με-Πλάτη» (back-to-back) που αφορούν υποστήριξη από την κατασκευάστρια εταιρεία. Επίσης, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός πως η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC σημείωσε ότι οι υπηρεσίες συντήρησης δικτύου περιλαμβάνουν ενημερώσεις και αναβαθμίσεις λειτουργικών συστημάτων του εξοπλισμού δικτύου, έκδοση εισιτηρίων για παροχή υποστήριξης από τον κατασκευαστή και ανταλλακτικά εξοπλισμού. Περαιτέρω, αξιολογήθηκε το γεγονός ότι η δε ΑΤΗΚ ανέφερε ότι βάσει του δικού της συμβολαίου παροχής υπηρεσιών συντήρησης του δικτύου της, οι υπηρεσίες συντήρησης περιλαμβάνουν επιδιόρθωση ελαττωματικού εξοπλισμού ή εξοπλισμού που έχει υποστεί βλάβη, αγορά ανταλλακτικών, παροχή λογισμικών αναβαθμίσεων του εξοπλισμού, επιτόπου επίλυση προβλημάτων, ανάλυση και επίλυση προβλημάτων από ειδικούς της κατασκευάστριας εταιρείας ολόκληρο το εικοσιτετράωρο καθώς και παροχή συμβουλών και πληροφοριών σε σχέση με τον εξοπλισμό. Τέλος, σημειωθήκαν τα όσα ανέφερε η εταιρεία CISCO και ειδικότερα πως η συντήρηση μπορεί να συμπεριλαμβάνει κοινά διαγνωστικά, επιδιόρθωση και/ή αντικατάσταση (πέραν της τυπικής περιορισμένης εγγύησης), ενσωματωμένες ενημερώσεις και αναβαθμίσεις λογισμικού, επιτόπιες εργασίες, πρόσβαση σε τεχνική υποστήριξη, εξ αποστάσεως αντιμετώπιση προβλημάτων και ρύθμιση και άλλες λύσεις αναλόγως των αναγκών ενός πελάτη.
206. Όσον αφορά τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ της υποδομής δικτύου και συντήρησης αυτού, μεταξύ των παρόχων τηλεπικοινωνιών και άλλων μεγάλων επιχειρήσεων, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το γεγονός πως η καταγγελλόμενη εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS ανάφερε ότι το δίκτυο για παρόχους τηλεπικοινωνιών διαφέρει σ’ όλα τα επίπεδα σε σχέση με ένα κοινό εταιρικό δίκτυο. Ιδιαίτερα σημείωσε ότι το δίκτυο ενός παρόχου αποτελεί ένα σύστημα επικοινωνιών το οποίο διαθέτει πολύπλοκες τηλεπικοινωνιακές συσκευές που χρησιμοποιούνται από κοινού με όλους τους συνδρομητές του δικτύου, τηλεπικοινωνιακούς κόμβους και τα φυσικά μέσα διάδοσης της πληροφορίας (γραμμές επικοινωνίας), ενώ επίσης περιλαμβάνει και τις διατάξεις πρόσβασης στο δίκτυο, όπως τηλέφωνα και υπολογιστές. Επισημάνθηκε περαιτέρω ότι οι δικτυακές υποδομές που απαιτούνται για τους παρόχους τηλεπικοινωνιακών είναι πολύ πιο εξειδικευμένες από αυτές που απαιτούνται συνήθως για άλλες επιχειρήσεις, απαιτείται διαφορετικός σχεδιασμός και χρησιμοποιούνται διαφορετικά μοντέλα/προϊόντα δρομολογητών, μεταγωγέων, συσκευών ασφάλειας, συσκευών εξισορρόπησης φορτίου, ενώ οι εν λόγω συσκευές είναι μεγαλύτερης δυναμικότητας και διαθέτουν αυξημένες δυνατότητες, ενισχυμένες λειτουργίες, μεγαλύτερη απόδοση και υψηλότερη ασφάλεια. Οι κατασκευαστές διαθέτουν εξειδικευμένες επιχειρηματικές μονάδες οι οποίες ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με αυτού του είδους τους πελάτες και τις σχετικές με αυτούς κάθετες λύσεις, ενώ ακολουθούν διαφορετική τιμολογιακή πολιτική από αυτή που ακολουθούν για πελάτες που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς της αγοράς.
207. Η Επιτροπή στο πλαίσιο της αξιολόγησης της έλαβε υπόψη της πως η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC ανάφερε ότι οι ανάγκες εξοπλισμού υποδομής δικτύου του τομέα τηλεπικοινωνιών και άλλων τομέων είναι διαφορετικές, εφόσον μια εταιρεία τηλεπικοινωνιών έχει μεγαλύτερη ανάγκη σε εξοπλισμό μεταφοράς φωνής και εικόνας (π.χ. δρομολογητές), ενώ μια εταιρεία του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει μεγαλύτερη ανάγκη σε εξοπλισμό μεταφοράς δεδομένων (π.χ. μεταγωγείς αντί σε δρομολογητές). Περαιτέρω, για τις τηλεπικοινωνίες υπάρχει ειδικός εξοπλισμός και τεχνολογίες, τα οποία δεν χρειάζονται και δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε υποδομές δικτύων πελατών που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς, επισημαίνοντας ότι οι κατασκευαστές κατηγοριοποιούν τα προϊόντα/ εξοπλισμό τους ανάλογα με τον τομέα στον οποίο απευθύνονται, δηλαδή, προϊόντα που απευθύνονται σε παροχείς τηλεπικοινωνιών (Service Providers) και προϊόντα που απευθύνονται σε επιχειρήσεις (Enterprises).
208. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή συνεκτίμησε την θέση που εκφράστηκε από την ΑΤΗΚ, δηλαδή πως οι απαιτήσεις και δυνατότητες του δικτύου της είναι μεγαλύτερες και επομένως αρκετά μοντέλα εξοπλισμού διαφέρουν. Σημειώθηκαν ακόμα τα όσα ανέφερε αναφορικά με τα ζητήματα συμβατότητας του εξοπλισμού υποδομής του δικτύου και ειδικότερα ότι δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί εξάρτημα {…………} ως ανταλλακτικό {…………} καθώς επίσης ότι δεν μπορεί συνεργάτης {…….} να παρέχει υποστήριξη στο δίκτυο {……}.
209. Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή συνεκτίμησε την θέση που εκφράστηκε από την εταιρεία CISCO, η οποία σε σχέση με τις διαφορές μεταξύ υποδομών δικτύων ότι, ανέφερε πως ορισμένα προϊόντα, χρησιμοποιούνται από διαφορετικές εταιρείες, επισημαίνοντας όμως ότι ένας διαχειριστής τηλεπικοινωνιών μπορεί να έχει απαιτήσεις που διαφέρουν από άλλες εταιρείες και επομένως θα χρησιμοποιήσει έκδοση ή λειτουργίες που είναι διαφορετικές από εκείνες που χρησιμοποιούνται από άλλες εταιρείες. Οι κύριες διαφορές μεταξύ ενός διαχειριστή δικτύου και οποιουδήποτε άλλου εταιρικού πελάτη είναι ότι το δίκτυο για ένα διαχειριστή τηλεπικοινωνιών είναι η βάση του προϊόντος και της υπηρεσίας που προσφέρει σε τελικούς πελάτες. Το δίκτυο είναι το κύριο περιουσιακό στοιχείο που αξιοποιείται για τη δημιουργία υπηρεσιών και εν τέλει για τη δημιουργία εσόδων από τέτοιους παρόχους τηλεπικοινωνιών. Το δίκτυο επίσης παρέχει το πλαίσιο επί τη βάσει του οποίου τέτοιοι πάροχοι διαφοροποιούνται από τους ανταγωνιστές τους. Για άλλες επιχειρήσεις, όπως τράπεζες, ναυτιλιακές εταιρείες ή πανεπιστήμια, ένα δίκτυο χρησιμεύει για την αποθήκευση και τη μεταβίβαση δεδομένων και αποτελεί απλά ένα περιουσιακό στοιχείο που χρησιμοποιούν για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους.
210. Όσον αφορά τη συντήρηση του δικτύου ενός παρόχου τηλεπικοινωνιών η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τη θέση της καταγγελλόμενης εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS πως η συντήρηση μπορεί να πραγματοποιείται από οποιονδήποτε κατέχει την κατάλληλη πείρα και τεχνογνωσία αλλά ενδείκνυται να πραγματοποιείται από κάποιο συνεργάτη του κατασκευαστή (των προϊόντων του πελάτη), ο οποίος έχει τη τεχνική κατάρτιση που του επιτρέπει να προσφέρει τέτοιου είδους υπηρεσίες συντήρησης και κυρίως τις επαγγελματικές σχέσεις (partnership) και επαγγελματικές πιστοποιήσεις που απαιτούνται από τον κατασκευαστή. Ειδικότερα όπως ανάφερε η συντήρηση δεν είναι δυνατό να διεξάγεται με ανταλλακτικά άλλου κατασκευαστή πέραν αυτού που κατασκεύασε τον εξοπλισμό του δικτύου, εφόσον σε περίπτωση βλάβης, τα εξαρτήματα/ προϊόντα, υποσυστήματα ή/και λογισμικά ενός κατασκευαστή δεν μπορούν να αντικατασταθούν με εξαρτήματα/ προϊόντα, υποσυστήματα ή/ και λογισμικά, άλλου κατασκευαστή.
211. Από την πλευρά της η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC ανάφερε σε σχέση με τη συντήρηση της υποδομής ενός δικτύου ότι αυτές παρέχονται από συνεργάτες του κατασκευαστή που είναι πιστοποιημένοι από αυτόν, ώστε να διασφαλίζεται η ομοιογένεια και ψηλή ποιότητα των σχετικών υπηρεσιών συντήρησης. Όπως σημείωσε οι κατασκευαστές δεν υποχρεώνουν τους συνεργάτες τους να παρέχουν υπηρεσίες συντήρησης ταυτόχρονα με την πώληση εξοπλισμού και οι συνεργάτες είναι ελεύθεροι να επιλέξουν εάν θα παρέχουν στον πελάτη εξοπλισμού δικτύου προσφορά για υπηρεσίες συντήρησης. Συνήθως επιλέγουν να παρέχουν υπηρεσίες συντήρησης για λόγους ολοκληρωμένης παρουσίας στην αγορά αλλά και ως μια πρόσθετη πηγή εσόδων.
212. Τέλος, η Επιτροπή συνεκτίμησε τα όσα δήλωσαν οι εταιρείες PRIMETEL και CABLENET. Ειδικότερα, η εταιρεία PRIMETEL σημείωσε ότι κατά την ίδια είναι καλύτερο ο προμηθευτής του εξοπλισμού του δικτύου ν’ αναλαμβάνει και την υποστήριξη χωρίς αυτό να είναι δεσμευτικό, ενώ η CABLENET διευκρίνισε ότι δεν επιλέγει η συντήρηση να πραγματοποιείται από άλλη εταιρεία πλην του συνεργάτη/ προμηθευτή για να διασφαλιστεί ότι όλες οι ενέργειες είναι οι απαραίτητες και ενδεδειγμένες από αυτόν.
213. Η Επιτροπή συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον τα ενώπιον της δεδομένα και ιδίως τα όσα αναφέρονται ανωτέρω κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 13/12/2021, είχε καταλήξει στο προκαταρκτικό συμπέρασμα πως, οι ανάγκες ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών (τηλεπικοινωνιών), τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εξοπλισμού της υποδομής του δικτύου του και της συντήρησης του, αλλά και το γεγονός ότι το δίκτυο κατέχει πρωτεύοντα ρόλο στην προσφορά των υπηρεσιών του προς τους πελάτες του, το διαφοροποιούν από άλλες μεγάλες επιχειρήσεις σε σχέση με τη διαμόρφωση του δικτύου της.
214. Η Επιτροπή περαιτέρω στη βάση όλων των ενώπιον της στοιχείων και δεδομένων και ιδίως στη βάση των όσων αναφέρονται ανωτέρω είχε καταλήξει στο προκαταρκτικό συμπέρασμα πως δεν υφίσταται ανάγκη διαχωρισμού της αγοράς σε επιμέρους σχετικές αγορές, καθότι οι αγορές προϊόντων για τη δημιουργία ή επέκταση της υποδομής δικτύου, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι επίμαχοι διαγωνισμοί της ΑΤΗΚ, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα προϊόντων που απαιτούνται για τη διαμόρφωση του δικτύου της ως πάροχος τηλεπικοινωνιών και ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
215. Η Επιτροπή στο πλαίσιο της αξιολόγησης της συνεκτίμησε ιδιαίτερα τα γεγονός πως η ΑΤΗΚ δεν προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ των επιμέρους προϊόντων (π.χ. μεταγωγείς, δρομολογητές κτλ.) που απαρτίζουν το δίκτυο τηλεπικοινωνιών, οι δε εταιρείες κατασκευής και οι συνεργάτες τους παρέχουν συνολικές προσφορές που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα συσκευών. Ως εκ τούτου, δεν κρίνεται εν προκειμένω σκόπιμος ο ειδικότερος διαχωρισμός της σχετικής αγοράς με βάση τον τύπο και την κατηγορία των εκάστοτε προϊόντων.
216. Η Επιτροπή επίσης είχε καταλήξει στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι στη βάση των θέσεων των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα διαφαίνεται ότι αποτελεί κοινή πρακτική η αγορά προϊόντων υποδομής δικτύου μαζί με την αγορά υπηρεσιών συντήρησης δικτύου, και ως εκ τούτου αποτελούν ενιαία αγορά κατά την αγορά και πώλησή τους.
217. Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία της προκαταρκτικής έρευνας είχε διαφανεί ότι μετά την αγορά προϊόντων υποδομής, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά χρησιμοποιούν υπηρεσίες συντήρησης που προσφέρονται από τον αρχικό πωλητή ή από άλλους αντιπροσώπους του κατασκευαστή (σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο) των προϊόντων που έχουν αγοράσει. Για παράδειγμα αν η επιχείρηση αγοράσει προϊόντα Juniper τότε η συντήρηση τους θα γίνεται από τον πωλητή-αντιπρόσωπο της Juniper ή από άλλο αντιπρόσωπο της Juniper και κατά τον ίδιο τρόπο για προϊόντα CISCO. Ως εκ τούτου, η συντήρηση των προϊόντων υποδομής δικτύου εξαρτάται από τον κατασκευαστή του προϊόντος.
218. Ως εκ τούτου, στη βάση των πιο πάνω, και για σκοπούς αξιολόγησης της παρούσας έρευνας η Επιτροπή κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 13/12/2021 αφού αξιολόγησε τα ενώπιον της στοιχεία, είχε καταλήξει στο προκαταρκτικό συμπέρασμα πως η σχετική αγορά ορίζεται ως η προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και η συντήρηση του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
219. Η Επιτροπή ενεργώντας στη βάση των διατάξεων του νόμου, με επιστολή της ημερομηνίας 1/11/2022 ενημέρωσε την καταγγέλλουσα για τα προκαταρκτικά της συμπεράσματα ημερομηνίας 13/12/2021.
(Δ) ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΣΑΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
220. Η καταγγέλλουσα εταιρεία με τις γραπτές της παραστάσεις της ημερομηνίας 9/2/2023 αναφορικά με τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της Επιτροπής μεταξύ άλλων θεμάτων, σημειώνει ότι η έρευνα για τον ορισμό των σχετικών αγορών είναι ελλιπής ή/και ατελής, ζήτημα το οποίο είναι εξαιρετικά κρίσιμο, αφενός για σκοπούς της εκ πρώτης όψεως διαπίστωσης της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης από μέρους της LOGICOM SOLUTIONS, και αφετέρου για την παντελή απουσία οποιασδήποτε έρευνας ή/και κατάληξης αναφορικά με την ενδεχόμενη κατοχή δεσπόζουσας θέσης από τον όμιλο εταιρειών LOGICOM PUBLIC.
221. Όπως σημειώνει περαιτέρω στις γραπτές παραστάσεις, για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 6(1) του Νόμου, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι η υπό διερεύνηση επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μία σχετική αγορά. Ο Νόμος δεν καθορίζει ότι η σχετική αγορά εντός της οποίας η επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση πρέπει απαραιτήτως να είναι η ίδια με τη σχετική αγορά εντός της οποίας εκδηλώνεται η παράβαση ή/και οι επιδράσεις της παράβασης. Συνεπώς όπως υποστήριξε, δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ή/και συνάφεια μεταξύ της δεσπόζουσας θέσης και της καταχρηστικής συμπεριφοράς.
222. Η GCC προς τεκμηρίωση της εν λόγω άποψη της παραπέμπει στο άρθρο 6(1) του Νόμου, καθώς και σε σχετική νομολογία, ήτοι τις υποθέσεις Hoffman-La Roche ν. Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (85/76), lstituto Chemioterapico ltaliano SpA και Commercial Solvents Corporation ν. Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (C-6/1973 και 7/1973), AstraZeneca ΑΒ ν. Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Τ-321/05) και Tetra Pak lnternational SA ν. Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (C-333/941).
223. Περαιτέρω σημειώνει ως εξαιρετικά σχετική και την αναφορά που γίνεται στην υποσημείωση 2 της Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και στην πρόσφατη Απόφαση της Επιτροπής με αρ. 60/2022, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τη νομολογία του ΔΕΕ και δη τις υποθέσεις British Gypsum, Tetra Pak και Tetra Pak II, στις οποίες κρίθηκε ότι η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης μπορεί να επισυμβεί σε άλλη σχετική αγορά ίδιες αυτήν εντός της οποίας κατέχεται η δεσπόζουσα θέση. Μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια σχετική αγορά δύναται να χρησιμοποιήσει τη δύναμη της αυτή, ώστε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό σε μια άλλη γειτνιάζουσα σχετική αγορά μέσω πρακτικών μόχλευσης (leνerage).».
224. Επιπρόσθετα κάνει αναφορά στην Απόφαση της Επιτροπής με αρ. 32/2018, στην οποία κρίθηκε ότι: «[...] ο Π.Ο.Α που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην προμήθεια νωπού αγελαδινού γάλακτος καταχράστηκε τη θέση του επιβάλλοντας και εφαρμόζοντας καταχρηστικούς όρους και συμπεριφορές και προέβη περαιτέρω σε συμπίεση κέρδους στην αγορά παραγωγής και προμήθειας χαλουμιού και στις δύο περιπτώσεις η Επιτροπή κατέληξε ότι έχει στοιχειοθετηθεί ότι ο Π.Ο.Α παραβίαζε το άρθρο 6(1)(α)».
225. Η GCC καταλήγει ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω, δεν απαιτείται για σκοπούς απόδειξης παράβασης του άρθρου 6(1) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 102 ΣΛΕΕ, να αποδειχθεί ότι η σχετική αγορά στην οποία η επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση, η σχετική αγορά στην οποία εκδηλώνεται η καταχρηστική συμπεριφορά και η σχετική αγορά στην οποία προκαλούνται οι αντιανταγωvιστικές επιδράσεις, είναι οι ίδιες/ ταυτόσημες, παραπέμποντας και στο σύγγραμμα των R. Whish και D. Bailey με τίτλο «Competition Law» - 10η Έκδοση στο οποίο καταγράφεται ότι «Ιt is not necessary for the dominance, the abuse and the effects of the abuse all to be in the same market.».
226. Η GCC συμπερασματικά, παρατηρεί ότι οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές καταρρίπτουν τις αυθαίρετες και πεπλανημένες θέσεις της εταιρείας Logicom Solutions, όπως καταγράφονται σε επιστολή της προς την Επιτροπή, ότι: «[.. .] η ανάλυση γίνεται όχι σε οποιεσδήποτε αγορές αλλά μόνο σε εκείνη ή εκείνες τις αγορές όπου αξιολογείται η ανταγωνιστική θέση της υπό κρίση υπόθεσης και όπου υποτίθεται λαμβάνουν χώρα οι φερόμενες παραβάσεις. Κάθε άλλη αγορά είναι άσχετη» και ότι «η σαφής οριοθέτηση και η ανάλυση της δεσπόζουσα θέσης παρέλκει και δεν είναι απαραίτητη αν δεν θεμελιώνεται κατάχρηση» και ότι «η ΕΠΑ δεν χρειάζεται να οριοθετήσει τη σχετική αγορά και να εξετάσει ενδεχόμενη ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης». Υπογραμμίζεται σχετικά, ως αναφέρει, ότι η θεμελίωση της κατοχής δεσπόζουσας θέσης γίνεται με αναφορά σε μία ή/και περισσότερες σαφώς οριοθετημένες σχετικές αγορές. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την στοιχειοθέτηση κατάχρησης, η οποία δεν λαμβάνει χώρα αυθαίρετα αλλά εντός μιας ή/και περισσότερων σαφώς οριοθετημένων σχετικών αγορών.
227. Ως εκ τούτου η GCC υποστηρίζει ότι η Επιτροπή θα έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δραστηριότητες των καταγγελλόμενων εταιρειών, εν προκειμένω της LOGICOM SOLUTIONS και του ομίλου εταιρειών LOGICOM PUBLIC, να είχε διεξάγει ολοκληρωμένη έρευνα προκειμένου να ορίσει όλες τις σχετικές αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται, επισημαίνοντας ότι η ίδια με την καταγγελία της ημερομηνίας 3/12/2018 είχε εισηγηθεί ορισμένες σχετικές αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται οι καταγγελλόμενες εταιρείες.
228. Επίσης, η GCC θεωρεί σημαντικό το γεγονός πως η μοναδική σχετική αγορά που καθορίστηκε από την Επιτροπή είναι αυτή της προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και της συντήρησης του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η διάκριση της εν λόγω αγοράς βάσει του τομέα δραστηριοποίησης του πελάτη, εν προκειμένω τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οδηγεί αναντίλεκτα στη διαπίστωση ότι υπάρχουν και άλλες σχετικές αγορές που σχετίζονται με την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και τη συντήρηση αυτού εκτός των παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών (π.χ. τραπεζικά ιδρύματα, πανεπιστήμια, υπουργεία ή κυβερνητικά τμήματα, Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου). Η GCC υποστηρίζει ότι οι εν λόγω σχετικές αγορές, που δεν έχουν οριστεί από την Επιτροπή, είναι άμεσα σχετικές και γειτονικές με τη μοναδική σχετική αγορά που έχει οριστεί. Υποστηρίζει επίσης ότι οι εν λόγω σχετικές αγορές μαζί με τη μοναδική σχετική αγορά που έχει οριστεί από την Επιτροπή αποτελούν υποαγορές της ευρύτερης σχετικής αγοράς προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου.
229. Ως εκ των πιο πάνω, η GCC υποστηρίζει πως το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση βασίζεται σε ελλιπή ή/και ατελή έρευνα αναφορικά με τον ορισμό των σχετικών αγορών στις οποίες δραστηριοποιείται η εν λόγω εταιρεία.
230. Περαιτέρω η GCC είναι της άποψης ότι εφόσον η Επιτροπή στήριξε τον ορισμό της σχετικής αγοράς στα γεγονότα που συγκροτούν το υπόβαθρο της καταγγελίας ημερομηνίας 3/12/2018, που αφορούν τους επίμαχους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ, τότε θα έπρεπε τα όρια της σχετικής αγοράς να είχαν περιοριστεί ακόμη περισσότερο, ώστε να καλύπτουν μόνον τους εν λόγω διαγωνισμούς. Η GCC επισημαίνει σχετικά, πως στους επίμαχους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ μπορούσαν να διεκδικήσουν μόνον η LOGICOM SOLUTIONS και η GCC. Ως έχει οριστεί η σχετική αγορά από την Επιτροπή, διαφαίνεται να υπάρχουν ανταγωνιστικοί περιορισμοί από επιχειρήσεις οι οποίες δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό της ΑΤΗΚ ΜΜ 3/2016, καθότι δεν είχαν υποδειχθεί από τις κατασκευάστριες εταιρείες CISCO και JUNIPER, ή/και λόγω του ότι δεν ικανοποιούσαν τις ελάχιστες προδιαγραφές του εν λόγω διαγωνισμού, ειδικότερα όσον αφορά το επίπεδο πιστοποίησης από τον κατασκευαστή σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών συντήρησης.
231. Τέλος η GCC διαφώνησε με τις θέσεις της και με τη μη διάκριση της αγοράς που αφορά την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και την αγορά που αφορά την συντήρηση της εν λόγω υποδομής, σημειώνοντας ότι (α) η σκοπούμενη χρήση των υπηρεσιών συντήρησης υποδομής δικτύου είναι διαφορετική από αυτήν που αφορά την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου, (β) οι χρεώσεις των υπηρεσιών συντήρησης υποδομής δικτύου είναι διαφορετικές από αυτές που αφορούν την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και (γ) τα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών συντήρησης υποδομής δικτύου είναι διαφορετικά από αυτά που αφορούν την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου.
232. Περαιτέρω, ως σημειώνεται, οι προσφορές που αφορούσαν τους επίμαχους διαγωνισμούς δεν σχετίζονταν με την υποβολή τιμής προσφοράς, αλλά ποσοστού έκπτωσης βάσει των τιμοκαταλόγων των κατασκευαστών (π.χ. CISCO, JUNIPER), σε αντίθεση με άλλους διαγωνισμούς ή άλλες περιπτώσεις προμήθειας εξοπλισμού σε εταιρείες τηλεπικοινωνιών. Το ζήτημα της υποβολής διαφορετικών προσφορών για τις υπηρεσίες συντήρησης υποδομής δικτύου και την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου, βάσει των επίμαχων διαγωνισμών της ΑΤΗΚ αλλά και γενικότερα, είναι επίσης ιδιαίτερα κρίσιμο. Σημαντικό είναι επίσης και το ότι οι κατασκευαστές (π.χ. CISCO) διατηρούν χωριστούς τιμοκαταλόγους για τον εξοπλισμό υποδομής δικτύου και τις υπηρεσίες συντήρησης του εν λόγω εξοπλισμού.
233. Σε συνέχεια των πιο πάνω, η GCC στις θέσεις της σημειώνει ότι από τις εταιρείες που παρουσιάζονται στον Πίνακα 4 της προκαταρκτικής απόφασης ημερομηνίας 13/12/2021 με τίτλο «Μερίδια αγοράς ανά επιχείρηση για παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και συντήρησης αυτών, σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών» μόνον η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS μπορεί να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet εμπορικής επωνυμίας CISCO σε εταιρείες τηλεπικοινωνιών. Αυτό διότι, η εν λόγω εταιρεία συνιστά τη μοναδική πιστοποιημένη εταιρεία σε επίπεδο «Expert». Με άλλα λόγια, καμία άλλη εταιρεία δεν θα μπορούσε να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης στους επίδικους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ. Επιπλέον, τονίζεται ότι πάντοτε η ΑΤΗΚ απαιτούσε όπως ο παροχέας υπηρεσιών συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου έχει την ανώτατη πιστοποίηση από την CISCO, ήτοι την πιστοποίηση «CCIE Enterprise lnfrastructure certification». Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, για σκοπούς εντοπισμού των πραγματικών ανταγωνιστικών πιέσεων στο πλαίσιο της οριοθέτησης της σχετικής αγοράς.
234. Επιπρόσθετα, η GCC επισημαίνει πως δεν υπάρχει σχετική νομολογία που να υποστηρίζει την ύπαρξη ενιαίας σχετικής αγοράς για την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και την συντήρηση της εν λόγω υποδομής. Σχετικά με τις υποθέσεις που αναφέρει η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS σε επιστολή της προς την Επιτροπή, εν προκειμένω τις υποθέσεις COMP/M.5300, Νο COMP/M.4214 και Νο COMP/M.4297, προκειμένου να στηρίξει τη θέση της αναφορικά με το ότι η αγορά της υποδομής δικτύου και η αγορά των υπηρεσιών συντήρησης υποδομής δικτύου είναι ενιαία, η GCC σημειώνει ότι οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 139/2004. Δηλαδή αποτελούν υποθέσεις συγκεντρώσεων και όχι υποθέσεις που αφορούν την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία (ήτοι τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ). Ως έχει κριθεί στην Απόφαση της Επιτροπής με αρ. 13/2018: «ο ορισμός της σχετικής αγοράς δεν είναι μονοσήμαντος, αλλά μπορεί να είναι διαφορετικός ανάλογα με την εξεταζόμενη υπόθεση. Έτσι δύο προϊόντα μπορεί να θεωρούνται ότι ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά σε μια υπόθεση συγκέντρωσης αλλά να μην ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά όταν κρίνεται μια υπόθεση κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης». Επίσης, σε καμία από τις εν λόγω υποθέσεις δεν καθορίστηκε σχετική αγορά που αφορά τον εξοπλισμό υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet. Τέλος, η GCC σημειώνει ότι σε καμία από τις εν λόγω υποθέσεις δεν καθορίστηκε ενιαία σχετική αγορά για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet, και υπηρεσιών συντήρησης αυτού. Αντιθέτως, στην υπόθεση Nokia/Siemens έγινε διάκριση της αγοράς υπηρεσιών συντήρησης.
235. Είναι αξιοσημείωτο επίσης, ως αναφέρει, πως οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών στις οποίες απευθύνθηκε η Επιτροπή, στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας ημερομηνίας 3/12/2018, δεν φαίνεται να υποστηρίζουν ή/και συμφωνούν για την ύπαρξη ενιαίας σχετικής αγοράς για την προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομής δικτύου και την παροχή υπηρεσιών συντήρησης της εν λόγω υποδομής. Δέον να σημειωθεί ότι ορισμένες εταιρείες τηλεπικοινωνιών ανέφεραν ότι αναλαμβάνουν οι ίδιες την εγκατάσταση του εν λόγω εξοπλισμού.
236. Επιπροσθέτως, η GCC υποστηρίζει ότι η αγορά της συντήρησης υποδομής δικτύου διακρίνεται βάσει του κατασκευαστή του εν λόγω εξοπλισμού. Αυτό επιβεβαιώνεται όπως αναφέρει η ίδια και από την δήλωση της εταιρείας LOGICON SOLUTIONS, η οποία σε επιστολή της προς την Επιτροπή αναφέρει ότι: «Η συντήρηση δεν είναι δυνατό να διεξάγεται με ανταλλακτικά άλλου κατασκευαστή πέραν αυτού που κατασκεύασε τον εξοπλισμό του δικτύου. Και αυτό διότι σε περίπτωση βλάβης, τα εξαρτήματα/ προϊόντα, υποσυστήματα και/ή λογισμικά ενός κατασκευαστή (όπως για παράδειγμα ενός δρομολογητή, μεταγωγέα κλπ) δεν μπορούν να αντικατασταθούν με εξαρτήματα/ προϊόντα, υποσυστήματα και/ή λογισμικά άλλου κατασκευαστή. Η συντήρηση μπορεί να πραγματοποιείται από οποιονδήποτε κατέχει την κατάλληλη πείρα και τεχνογνωσία. Ενδεικνύεται όμως να πραγματοποιείται από κάποιο συνεργάτη του κατασκευαστή (των προϊόντων του πελάτη) και ο οποίος έχει την τεχνική κατάρτιση που του επιτρέπει να προσφέρει τέτοιου είδους υπηρεσίες συντήρησης και κυρίως τις επαγγελματικές σχέσεις (partnershίp) και επαγγελματικές πιστοποιήσεις που απαιτούνται από τον κατασκευαστή.».
237. Ως έχει καθοριστεί η σχετική αγορά από την Επιτροπή, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη η πιο πάνω πολύ κρίσιμη παράμετρος, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι μόνον η LOGICOM SOLUTIONS διέθετε την απαιτούμενη πιστοποίηση από την CISCO προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου σε εταιρείες τηλεπικοινωνιών.
238. Όσον αφορά τις υπηρεσίες συντήρησης υποδομής δικτύου αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS ότι την πρακτική της «μηδενικής τιμής» ακολουθούν και άλλες εταιρείες του κλάδου, χωρίς να προσκομίζει οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία. Σημειώνεται σχετικά ότι η πρώτη φορά που φαίνεται να δόθηκε προσφορά «μηδενικής τιμής» για τις υπηρεσίες συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου από την εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS είναι στο πλαίσιο των επίμαχων διαγωνισμών. Τονίζεται ότι στον διαγωνισμό της ΑΤΗΚ με αριθμό ΑΤ 27/2006, που αναφέρεται σε επιστολή της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS προς την Επιτροπή, η εν λόγω εταιρεία είχε υποβάλει χωριστές προσφορές για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου και την παροχή υπηρεσιών συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου. Συγκεκριμένα, δόθηκε προσφορά ύψους 2.331.755 ΛΚ (αντίστοιχο ποσό €3.984.039,95) για υπηρεσίες συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου και προσφορά ύψους 6.534.802 ΛΚ (αντίστοιχο ποσό €11.165.372) για την προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου. Προκύπτει επομένως ότι η προσφορά για υπηρεσίες συντήρησης ανερχόταν στο 35,68% της προσφοράς για προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου.
239. Ως εκ των πιο πάνω, η GCC συμπεραίνει και υποστηρίζει πως το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση βασίζεται σε εσφαλμένο και αναιτιολόγητο ορισμό της σχετικής αγοράς.
240. Περαιτέρω, η GCC στις θέσεις της υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έχει διεξάγει έρευνα ή/και δεν έχει αξιολογήσει καθόλου το ενδεχόμενο ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης από τον όμιλο εταιρειών LOGICOM PUBLΙC. Επί τούτου επισημαίνει πως η εταιρεία Logicom Dίstribution Ltd, ανήκει κατά 100% στον όμιλο εταιρειών LOGICOM PUBLΙC, και συνιστά, μεταξύ άλλων, τον επίσημο περιφερειακό διανομέα της CISCO, καλύπτοντας την Κύπρο και άλλες ευρωπαϊκές χώρες και χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Επομένως, οι πωλήσεις εξοπλισμού υποδομής δικτύου με την εμπορική επωνυμία CISCO στην Κύπρο σε χονδρικό επίπεδο φαίνεται ότι γίνονται από τον όμιλο εταιρειών LOGICOM PUBLIC.
241. Αναφορικά με τις δραστηριότητες του ομίλου εταιρειών LOGΙCOM PUBLIC, η GCC στις γραπτές της παραστάσεις παραπέμπει σε σχετικές αναφορές από την καταγγελία της, ενώ στη συνέχεια παραπέμπει στη δήλωση της εταιρείας LOGICOM PUBLIC πως η κύρια δραστηριότητα της είναι η διανομή προϊόντων και λύσεων πληροφορικής και πως η ίδια δεν δραστηριοποιείται στην προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομής δικτύου και την παροχή υπηρεσιών συντήρησης του εν λόγω εξοπλισμού. Αυτό σύμφωνα με την GCC, οφείλεται στο γεγονός πως η LOGICOM PUBLIC συνιστά όμιλο εταιρειών και οι θυγατρικές της, που ελέγχει 100%, δραστηριοποιούνται σε διάφορες σχετικές αγορές, μεταξύ των οποίων και η αγορά της χονδρικής διάθεσης εξοπλισμού υποδομής δικτύου στην Κύπρο. Αξιοσημείωτο σύμφωνα με την GCC είναι και το γεγονός πως η εταιρεία LOGICOM PUBLIC αναφέρει ονομαστικά αρκετές θυγατρικές της εταιρείες αλλά, «ενδεχομένως σκοπίμως» δεν αναφέρει την εταιρεία Logicom Distribution Ltd, η οποία δραστηριοποιείται στην χονδρική διάθεση, μεταξύ άλλων, εξοπλισμού υποδομής δικτύου, και συνιστά τον επίσημο περιφερειακό διανομέα της CISCO, καλύπτοντας την Κύπρο και άλλες ευρωπαϊκές χώρες και χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Παραπομπή γίνεται στις Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της εταιρείας LOGICOM PUBLIC αναλυτικά οικονομικά στοιχεία των θυγατρικών της, συμπεριλαμβανομένων και στοιχείων που αφορούν τα εισοδήματα αυτών.
242. Η θέση της GCC είναι ότι ο όμιλος εταιρειών LOGICOM PUBLIC δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων, στην αγορά της χονδρικής διάθεσης εξοπλισμού υποδομής δικτύου, μέσω της θυγατρικής της εταιρείας Logicom Distribution.
243. Προς υποστήριξη της θέσης ότι όλα τα πιο πάνω είναι σημαντικά, η GCC παραπέμπει στην Απόφαση της Επιτροπής με αρ. 53/2019, στην οποία κρίθηκε ότι: «Στην Κύπρο η εταιρεία Henkel AG & Co. KGaA δραστηριοποιείται μέσω της Θυγατρικής εταιρείας Henkel, η οποία εισάγει προϊόντα που κατασκευάζονται από τον Όμιλο Henkel στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία πωλεί και διανέμει στην Κύπρο. [...]. Η Προέδρος κα. Λουκία Χριστοδούλου και το Μέλος της Επιτροπής, κ. Άριστος Αριστείδου Παλούζας, καθοδηγούμενοι από την ενωσιακή νομολογία, καταλήγουν ότι η μητρική εταιρεία Henkel AG & Co. KGaA ευθύνεται κοινού ή κεχωρισμένα για την καταβολή του επιβληθέντος στην θυγατρική της εταιρεία προστίμου, εφόσον η Επιτροπή ομόφωνα αποφάσισε ότι δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο της άσκησης καθοριστικής επιρροής επί της θυγατρικής της εταιρείας».
244. Ως εκ των πιο πάνω, η GCC καταλήγει ότι το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα της Επιτροπής, ότι εν απουσία στοιχειοθέτησης κατοχής δεσπόζουσας θέσης δεν μπορεί να αποδειχθεί παράβαση του Νόμου, είναι απόρροια του ελλιπούς και ατελούς ορισμού των σχετικών αγορών, της μη διάκρισης των χονδρικών και των λιανικών πωλήσεων, και της μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας αναφορικά με την κατοχή δεσπόζουσας θέσης από τον όμιλο εταιρειών LOGICOM PUBLIC. Είναι επίσης απόρροια της πλάνης της Επιτροπής αναφορικά με το ότι η καταγγελία ημερομηνίας 3/12/2018 δεν στρέφεται εναντίον της εταιρείας LOGICOM PUBLIC, αλλά του ομίλου εταιρειών LOGICOM PUBLIC ο οποίος δραστηριοποιείται έμμεσα μέσω των θυγατρικών της εταιρειών σε διάφορες άλλες σχετικές αγορές.
(Ε) ΤΕΛΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
245. Η Επιτροπή, αρχικά σημειώνει πως κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 2/3/2023, αφού σημείωσε το περιεχόμενο των γραπτών παραστάσεων της καταγγέλλουσας ημερομηνίας 9/2/2023, έδωσε οδηγίες στην Υπηρεσία να εξετάσει και να διερευνήσει περαιτέρω τα ζητήματα που εγείρονται στις εν λόγω γραπτές θέσεις, εντός του πλαισίου των ισχυρισμών που περιέχονται στην καταγγελία ημερομηνίας 3/12/2018 και τον ουσιώδη χρόνο που αυτή αφορά και άμα την ολοκλήρωση της έρευνας της, να ετοιμάσει έκθεση ευρημάτων την οποία να θέσει ενώπιον της. Η Υπηρεσία ενεργώντας στη βάση των οδηγιών που της είχαν δοθεί, πραγματοποίησε συμπληρωματική έρευνα τα αποτελέσματα της οποίας καταγράφονται στην Έκθεση Ευρημάτων ημερομηνίας 5/12/2024. Ιδιαίτερα σημειώνεται πως η Υπηρεσία απέστειλε ερωτηματολόγια ημερομηνίας 27/4/2023 προς τις εταιρείες LOGICOM SOLUTIONS, LOGICOM PUBLIC, ERRICSON AB και CABLENET καθώς και σχετική διευκρινιστική επιστολή προς την εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS ημερομηνίας 19/4/2024.
246. Η Επιτροπή, αφού μελέτησε ενδελεχώς τις γραπτές παραστάσεις της καταγγέλλουσας εταιρείας ημερομηνίας 9/2/2023, το Σημείωμα της Υπηρεσίας ημερομηνίας 2/12/2021 και την Έκθεση Ευρημάτων της Υπηρεσίας ημερομηνίας 5/12/2024, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του συνόλου του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνει τα ακόλουθα:
247. Η Επιτροπή, εξετάζοντας τα όσα αναφέρονται στην επιστολή της εταιρείας GCC, επισημαίνει ότι η GCC στην καταγγελία της, προβαίνει σε ισχυρισμούς για την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, με επιθετική και αθέμιτη τιμολόγηση σε σχέση με συγκεκριμένα συνδυασμένα προϊόντα/ υπηρεσίες, καθώς και για διακριτική τιμολόγηση από μέρους της LOGICOM SOLUTIONS και της LOGICOM PUBLIC, αναφορικά με την προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομής δικτύου της ΑΤΗΚ και της συντήρησης αυτού. Παρόλα αυτά στην καταγγελία σημειώνεται πως δύνανται να οριστούν οκτώ (8) συνολικά σχετικές αγορές, και ιδιαίτερα οι ακόλουθες:
i. Χονδρική διανομή συστημάτων Η/Υ και προϊόντων πληροφορικής.
ii. Λιανική προμήθεια συστημάτων Η/Υ και προϊόντων πληροφορικής.
iii. Συντήρηση Η/Υ και προϊόντων πληροφορικής.
iv. Χονδρική διανομή λογισμικών συστημάτων και προγραμμάτων.
v. Εγκατάσταση λογισμικών συστημάτων και προγραμμάτων (λιανική).
vi. Προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομών δικτύων (Network Infrastructure).
vii. Προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού ασφάλειας δικτύων (Network Security).
viii. Προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού για υποδομές τεχνολογίας πληροφοριών (Information Technology infrastructure).
248. Όσον αφορά τις πρώτες πέντε από αυτές, η Επιτροπή εν πρώτοις παρατηρεί πως στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας η GCC με επιστολή ημερομηνίας 19/9/20219 ερωτήθηκε για το γεγονός πως, ενώ στην καταγγελία στο σημείο που γίνεται η περιγραφή της δομής των σχετικών αγορών αναφέρεται σε εννέα (9) αγορές, στις λεπτομέρειες των κατ’ ισχυρισμό παραβάσεων, γίνεται αναφορά μόνο στην προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομών δικτύων και στην παροχή υπηρεσιών συντήρησης. Ταυτόχρονα ζητήθηκε να επεξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους θεωρεί ότι οι σχετικές αγορές σχετίζονται μεταξύ και πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της καταγγελίας της. Περαιτέρω, της ζητήθηκε να επεξηγήσει επακριβώς τη σχέση/ σύνδεση μεταξύ των αγορών στην περίπτωση που θεωρεί ότι αυτές αποτελούν σχετικές αγορές σε σχέση με την καταγγελία, ως έπραξε στις σελίδες 46-47, σε σχέση με τις αγορές στις οποίες αναφέρεται στη σελίδα 27 της καταγγελίας. Σε απάντηση των ερωτημάτων που της είχαν τεθεί, η GCC με επιστολή της ημερομηνίας 2/12/2019 αναφέρθηκε μόνο στα οικονομικά οφέλη που προκύπτουν από τις σχετικές αγορές υπ’ αριθμό 1-4 και 8, την πρόσβαση σε μεγάλη πελατειακή ομάδα τη δημιουργία «deep pockets» οι οποίες χρησιμοποιούνται κατά καταχρηστικό τρόπο. Με την εν λόγω επιστολή υποστήριξε κατά γενικό τρόπο πως αυτές είναι γειτονικές ή/και συνυφασμένες χωρίς όμως να επεξηγεί με στοιχεία τη θέση της αυτή. Τέλος, επεσήμανε πως οι καταγγελλόμενες είναι καθετοποιημένες και είναι σε θέση να γνωρίζουν τις χονδρικές τιμές που πληρώνουν οι ανταγωνιστές τους προκειμένου να αγοράσουν εξοπλισμό CISCO, χωρίς όμως και πάλι να εξηγεί πως και γιατί.
249. Η Επιτροπή παρατηρεί πως αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας είναι η συμπεριφορά των καταγγελλόμενων εταιρειών σε σχέση με τους διαγωνισμούς που προκηρύχθηκαν από την ΑΤΗΚ και σχετικές συμβάσεις που υπογράφηκαν συνεπεία αυτών, κατά το 2016 και 2017, αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και την παροχή υπηρεσιών συντήρησης αυτών, οι οποίες ισχύουν ή και δύναται να ισχύουν στην περίπτωση ανάγκης με ανανέωση για αριθμό ετών. Η Επιτροπή επί τούτου επισημαίνει πως οι πέντε αγορές από τις οκτώ στις οποίες αναφέρθηκε η καταγγέλλουσα, ως έχουν καταγραφεί και πιο πάνω, φαίνεται να αφορούν τη χονδρική και λιανική διανομή συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και προϊόντων πληροφορικής και τη συντήρηση τους, τη χονδρική διανομή λογισμικών συστημάτων και προγραμμάτων και την εγκατάσταση αυτών σε λιανικό επίπεδο. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η GCC δεν έχει επεξηγήσει πως αυτές σχετίζονται μεταξύ τους καθώς και με το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης και τις καταγγελλόμενες συμπεριφορές, ενώ αυτές φαίνεται να αφορούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καθώς και λογισμικά συστήματα και προγράμματα τα οποία όμως δεν αφορούν ειδικά την αγορά υποδομής δικτύων παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και είναι προϊόντα ή υπηρεσίες οι οποίες προσφέρονται στο ευρύ κοινό και σε επιχειρήσεις που όμως δεν σχετίζονται με τους πάροχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών όπως είναι η ΑΤΗΚ, η EPIC, η PRIMETEL και η CABLENET, οι οποίοι έχουν εξειδικευμένες ανάγκες. Oι υπόλοιπες τρεις αποτελούν μέρος της ίδιας σχετικής αγοράς ως αυτή είχε οριστεί προκαταρκτικά από την Επιτροπή.
250. Περαιτέρω, η Επιτροπή παρατηρεί πως στο πλαίσιο της αξιολόγησης της παρούσας καταγγελίας διαπιστώθηκε πως δεδομένου των πραγματικών περιστατικών που περιγράφονται στην καταγγελία, καθώς και τις ισχυριζόμενες παραβάσεις εκ μέρους των εταιρειών LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC, δεν αφορούν το αντικείμενο της καταγγελίας και δεν σχετίζονται ή/και δεν έχουν «στενούς δεσμούς συνάφειας» με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή παρατηρεί πως η GCC στην καταγγελία της δεν επεξήγησε πως οι εν λόγω αγορές σχετίζονται και έχουν συνάφεια με τις υπόλοιπες αγορές και κατεπέκταση πληρούν τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις British Gypsum[35], Tetra Pak και Tetra Pak II[36]. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει πως σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει η συμπεριφορά να πραγματοποιείται σε αγορά η οποία συνδέεται με «στενούς δεσμούς συνάφειας» με την αγορά στην οποία υφίσταται η δεσπόζουσα θέση και διαθέτει σε αυτήν την αγορά υπεροχή, έχει τη δυνατότητα να απολαμβάνει, σε σχέση με τις άλλες επιχειρήσεις που είναι παρούσες στην ίδια αγορά, ανεξαρτησία στις δραστηριότητες της, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι υπέχει, εκεί επίσης και χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση, ειδική ευθύνη για τη διατήρηση πραγματικού και ανόθευτου ανταγωνισμού.
251. Περαιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει πως οι δε τελευταίες τρεις αγορές, αποτελούν μέρος της σχετικής αγοράς προϊόντος ως αυτή ορίστηκε στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της Επιτροπής ημερομηνίας 13/12/2021, ήτοι: «Η προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και η συντήρηση του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών». Το εν λόγω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και μέσα από την συμπληρωματική έρευνα που πραγματοποίησε η Υπηρεσία. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή σημειώνει πως δεδομένων των θέσεων που εκφράστηκαν από την καταγγέλλουσα με την επιστολή της ημερομηνίας 9/2/2023, με τις επιστολές της ημερομηνίας 27/4/2023 προς την CABLENET και την LOGICOM SOLUTIONS, η Υπηρεσία απεύθυνε σχετική ερώτηση στις εταιρείες για να διευκρινιστεί κατά πόσο: (α) η προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομών δικτύων (Network Infrastructure), (β) η προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού ασφάλειας δικτύων (Network Security) και (γ) η προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού για υποδομές τεχνολογίας πληροφοριών (Information Technology infrastructure), αποτελούν όλα μέρος του συνόλου μιας υποδομής δικτύου ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών, καθώς και ζήτησε να επεξηγήσουν για το κάθε ένα από το (α) έως το (γ) τι ακριβώς αφορά.
252. Η Επιτροπή παρατηρεί πως σε απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος, η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS ανάφερε πως όλα τα παραπάνω, ήτοι ο εξοπλισμός (α) δικτυακών υποδομών, (β) ασφάλειας και (γ) τεχνολογίας πληροφοριών αποτελούν μέρος του δικτύου ενός παρόχου ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών. Σημείωσε περαιτέρω πως: (α) οι υποδομές δικτύων (network infrastructure), διασφαλίζουν την ομαλή μεταφορά δεδομένων μεταξύ υπολογιστών, χρηστών, υποδικτύων εντός του οργανισμού, και τη διασύνδεση με εξωτερικά δίκτυα, (β) οι υποδομές ασφάλειας δικτύων (Network Security) έχουν ως στόχο την προστασία των πληροφοριών, τη διασφάλιση της ακεραιότητας των δεδομένων, τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών και την πρόληψη μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης, και, (γ) οι υποδομές τεχνολογίας πληροφοριών (Information Technology infrastructure) περιλαμβάνουν το γενικότερο σύνολο τεχνολογικών στοιχείων του οργανισμού που υποστηρίζουν τη διαχείριση, την αποθήκευση, το χειρισμό και την επικοινωνία ψηφιακών πληροφοριών εντός του δικτύου.
253. Η εταιρεία CABLENET απάντησε το εν λόγω ερώτημα αναφέροντας τα εξής:
· Το σημείο (α) – δηλαδή, η προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομών δικτύων (Network Infrastructure) – αφορά την απόκτηση και την εγκατάσταση τόσο φυσικών, όσο και λογικών στοιχείων που είναι απαραίτητα για τις λειτουργίες πρόσβασης, διανομής και πυρήνα σε ένα δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη για την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στους συνδρομητές και την υποστήριξη υπηρεσιών πληροφορικής στα κέντρα δεδομένων. Περιλαμβάνει συσκευές όπως δρομολογητές, διακόπτες, καλώδια, σημεία πρόσβασης και άλλο εξοπλισμό δικτύωσης. Αυτά τα στοιχεία όχι μόνο δημιουργούν συνδεσιμότητα και διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων κόμβων εντός του δικτύου, αλλά επιτρέπουν επίσης την επικοινωνία μεταξύ των πελατών και του διαδικτύου.
· Το σημείο (β) – δηλαδή η προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού ασφάλειας δικτύων (Network Security) – αφορά την προμήθεια και την εφαρμογή μέτρων που αποσκοπούν στην ενίσχυση του δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών έναντι μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης, παραβίασης δεδομένων, κυβερνοεπιθέσεων και άλλων απειλών ασφαλείας. Αυτό συνίσταται στην υιοθέτηση τεχνολογιών, πολιτικών και διαδικασιών που αποσκοπούν στη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των πόρων και των δεδομένων του δικτύου. Η διαδικασία περιλαμβάνει την επιλογή και την απόκτηση λύσεων ασφαλείας, όπως τείχη προστασίας (firewalls), συστήματα ανίχνευσης/πρόληψης εισβολών (IDS/IPS), εικονικά ιδιωτικά δίκτυα (VPN), τεχνολογίες κρυπτογράφησης, λογισμικό antivirus/antimalware και συσκευές ασφαλείας, από πωλητές ή προμηθευτές.
· Το σημείο (γ) – δηλαδή η προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού για υποδομές τεχνολογίας πληροφοριών (Information Technology Infrastructure) – περιλαμβάνει την απόκτηση και την ανάπτυξη υπολογιστικών πόρων, πόρων αποθήκευσης και πόρων λογισμικού που είναι απαραίτητοι για την υποστήριξη των λειτουργιών και των υπηρεσιών του δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Περιλαμβάνει διακομιστές, συσκευές αποθήκευσης, λειτουργικά συστήματα, βάσεις δεδομένων, εφαρμογές και άλλα στοιχεία υποδομής τεχνολογίας πληροφορικής που είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική διαχείριση και παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
254. Συνοπτικά, ως ανάφερε η CABLENET, όλα τα προαναφερθέντα σημεία αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της συνολικής δικτυακής υποδομής των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Συλλογικά επιτρέπουν την παροχή υπηρεσιών, εξασφαλίζουν την ασφάλεια του δικτύου και υποστηρίζουν την αποτελεσματική διαχείριση και παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
255. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αφού διεξήλθε με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν από τις εταιρείες, διαπιστώνει πως οι πέντε από τις συνολικά οκτώ αγορές στις οποίες αναφέρθηκε η GCC στην καταγγελία της ως σχετικές αγορές, δεν αφορούσαν το αντικείμενο της καταγγελίας και/ή από τα ενώπιον της στοιχεία και δεδομένα δεν προκύπτει αυτές να τις συνδέουν στενούς δεσμούς συνάφειας.
256. Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το ΔΕΚ στην απόφασή έκρινε ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση υφίσταντο τρεις παράγοντες που δικαιολογούσαν την εφαρμογή του άρθρου 82 της Συνθήκης σε σχέση με μια συμπεριφορά που έλαβε χώρα και είχε αποτελέσματα εκτός της αγοράς που κατείχε δεσπόζουσα θέση: (α) οι στενή δεσμοί συνάφειας μεταξύ των υπό εξέταση προϊόντων, (β) η κατοχή από μέρους της Tetra Pack οιονεί μονοπωλιακής (quasi monopolistic) θέσης στη σχετική αγορά και (γ) κατοχή ηγετικής θέσης στη σχετική αγορά που διαπιστώθηκε ότι δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση.[37] Συνακόλουθα, η Επιτροπή ομόφωνα αποφασίζει πως υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, ο εν λόγω κανόνας, δεν τυγχάνει εφαρμογής.
257. Σε σχέση με το κατά πόσον ορθά ορίστηκε η αγορά στενά, μόνο ως προς τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών και όχι ευρύτερα όσον αφορά την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και συντήρησης του προς μεγάλες επιχειρήσεις όπως τραπεζικά ιδρύματα, πανεπιστήμια, υπουργεία ή κυβερνητικά τμήματα, η Επιτροπή σημειώνει ότι από την προκαταρκτική έρευνα που διεξήχθη, διαφάνηκε πως οι ανάγκες ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών (τηλεπικοινωνιών), τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εξοπλισμού της υποδομής του δικτύου του και της συντήρησης του, αλλά και το γεγονός ότι το δίκτυο κατέχει πρωτεύοντα ρόλο στην προσφορά των υπηρεσιών του προς τους πελάτες του, το διαφοροποιούν από άλλες μεγάλες επιχειρήσεις σε σχέση με τη διαμόρφωση του δικτύου της. Επί τούτου, η Επιτροπή ειδικότερα παραπέμπει στις θέσεις των εταιρειών, ως αυτές σημειώνονται πιο πάνω στην ανάλυση της σχετικής αγοράς προϊόντος/ υπηρεσιών στο υποκεφάλαιο Α της παρούσας απόφασης.
258. Η Επιτροπή έχοντας υπόψη πως σύμφωνα και με τα στοιχεία της έρευνας οι εν λόγω υπηρεσίες συντήρησης της υποδομής δικτύου ενός παρόχου ηλεκτρονικών επικοινωνιών παραχωρούνται μαζί με την προσφορά για την προμήθεια, και οι ίδιοι οι πάροχοι ανάφεραν ότι κατά βάση προτιμούν να παρέχονται οι υπηρεσίες συντήρησης από την ίδια εταιρεία που αναλαμβάνει την προμήθεια και εγκατάσταση ή ότι ενδείκνυται να πραγματοποιείται η συντήρηση από κάποιο συνεργάτη του κατασκευαστή, κρίθηκε πως δεν είναι αναγκαία η περαιτέρω κατάτμηση της αγοράς Περαιτέρω, η Επιτροπή διαπιστώνει πως τόσο στο Σημείωμα της Υπηρεσίας, όσο και στα ερωτηματολόγια προς τις εταιρείες, με τα οποία ζητήθηκαν οι πωλήσεις από τις εταιρείες για σκοπούς υπολογισμού των μεριδίων αγοράς τους, διευκρινίστηκε ότι οι υπηρεσίες συντήρησης πρέπει να αφορούν αυτές που δίνονται στη βάση του συμβολαίου που συνάπτεται για προμήθεια και εγκατάσταση του εξοπλισμού υποδομής δικτύου, και όχι οποιεσδήποτε υπηρεσίες συντήρησης που μπορεί κατά διαστήματα να δοθούν, ως “one off”. Επί τούτου, η Επιτροπή ειδικότερα παραπέμπει στις θέσεις των εταιρειών, ως αυτές σημειώνονται πιο πάνω στην ανάλυση της σχετικής αγοράς προϊόντος/ υπηρεσιών στο υποκεφάλαιο Β της παρούσας απόφασης.
259. Η Επιτροπή διευκρινίζει επί τούτου πως ο καθορισμός της σχετικής αγοράς δεν αφορούσε και δεν περιορίστηκε μόνο στους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ, αλλά στην ευρύτερη υποδομή δικτύου παρόχων τηλεπικοινωνιών και τη συντήρησης του, δεδομένου ότι οι πάροχοι τηλεπικοινωνιών μεταξύ τους ανταγωνίζονται για τις ίδιες κυρίως προσφερόμενες υπηρεσίες προς τους καταναλωτές/ πελάτες τους, ήτοι σταθερή και κινητή τηλεφωνία, διαδίκτυο, τηλεόραση καθώς και για υπηρεσίες που προσφέρονται ειδικά προς επιχειρήσεις, όπως μεταφορά δεδομένων επιχειρηματικών πελατών. Επίσης, λήφθηκε υπόψιν το γεγονός πως μια εταιρεία που είναι σε θέση να προσφέρει υπηρεσίες προμήθειας, εγκατάστασης και συντήρησης της υποδομής δικτύου της ΑΤΗΚ είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες της και σε οποιαδήποτε από τους άλλους παρόχους τηλεπικοινωνιών που δραστηριοποιούνται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το γεγονός ότι χρειάζεται εκπαίδευση για τη συντήρηση εξοπλισμού υποδομής δικτύου ανάλογα με τον κατασκευαστή με τον οποίο θα επιλέξει να συνεργαστεί, όπως οι εταιρείες CISCO και JUNIPER, δεν επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό τη δυνατότητα μιας εταιρείας να ανταγωνιστεί μια άλλη στον τομέα αυτό, ώστε να μην θεωρούνται μεταξύ τους ανταγωνιστές.
260. Όσον αφορά γενικότερα τη θέση της GCC σε σχέση με την εσφαλμένη εκτίμηση των μεριδίων αγοράς ως αποτέλεσμα του λανθασμένου ορισμού της αγοράς, η Επιτροπή επαναλαμβάνει πως κατά την προκαταρκτική της έρευνα στα ερωτηματολόγια με τα οποία ζητήθηκε από τις εταιρείες να παραθέσουν τις πωλήσεις τους, είχε διευκρινιστεί πως: «Για σκοπούς απάντησης του παρόντος ερωτηματολογίου, εξοπλισμός υποδομών δικτύων ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών (τηλεπικοινωνίες), περιλαμβάνει ιδίως, μεταγωγείς δικτύου και εξυπηρετητές, ελεγκτή ασύρματου δικτύου, ασύρματο σημείο πρόσβασης ή σταθμό βάσης, προστατευτικό τείχος/ συστήματα ασφάλειας δικτύου, εξισορροπιστή/ κατανομέα φόρτου, δρομολογητές, λογισμικό διαχείρισης και λειτουργίας δικτύου, πλατφόρμες διαχείρισης δικτύου, καθώς επίσης και προϊόντα όπως εξυπηρετητές οπτικής τεχνολογίας OLT και Cable Modem Termination System (CMTS).» καθώς και δόθηκε ξεχωριστός ορισμός σε σχέση με τη συντήρηση.
261. Ως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, η αγορά δεν αφορά μόνο εξοπλισμό υποδομής δικτύου που βασίζεται αποκλειστικά στην τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet, αλλά οποιαδήποτε εξοπλισμό υποδομής δικτύου ενός παρόχου τηλεπικοινωνιών και τη συντήρηση αυτού. Στις εταιρείες στις οποίες αποστάλθηκε ερωτηματολόγιο από την Υπηρεσία με σκοπό να παραθέσουν τις πωλήσεις τους, δραστηριοποιούνται στην αγορά παρέχοντας σχετικές υπηρεσίες και τους δόθηκε συγκεκριμένος ορισμός, τόσο σε σχέση με το τι νοείται ως εξοπλισμός υποδομής δικτύου, όσο και σε σχέση με το τι εννοούνται πωλήσεις σε σχέση με τη συντήρηση αυτού προς παρόχους τηλεπικοινωνιών. Επομένως, η Επιτροπή παρατηρεί πως οι εταιρείες είχαν στη διάθεση τους όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσουν και να ενημερώσουν κατά πόσον πραγματοποίησαν πωλήσεις οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψιν στους υπολογισμούς για τα μερίδια αγοράς.
262. Σε σχέση με τα όσα σημειώνει η καταγγέλλουσα στις θέσεις της αναφορικά με την εταιρεία LOGICOM PUBLIC, η Επιτροπή επισημαίνει πως αντικείμενο της καταγγελίας αποτελούν οι διαγωνισμοί που προκηρύχθηκαν από την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (εφεξής η «ΑΤΗΚ») και σχετικές συμβάσεις που υπογράφηκαν συνεπεία αυτών, κατά το 2016 και 2017, αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και την παροχή υπηρεσιών συντήρησης αυτών, οι οποίες ισχύουν ή/και δύναται να ισχύουν στην περίπτωση ανάγκης με ανανέωση για αριθμό ετών.
263. Επαναλαμβάνεται πως η GCC στην καταγγελία της, προβαίνει σε ισχυρισμούς για την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, με επιθετική και αθέμιτη τιμολόγηση σε σχέση με συγκεκριμένα συνδυασμένα προϊόντα/ υπηρεσίες, καθώς και για διακριτική τιμολόγηση από μέρους της LOGICOM SOLUTIONS και της LOGICOM PUBLIC, αναφορικά με την προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομής δικτύου της ΑΤΗΚ και της συντήρησης αυτού. Συνεπώς, δεδομένου του αντικειμένου της καταγγελίας της εταιρείας GCC και έχοντας υπόψιν τη σχετική αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, εξετάστηκαν οι δραστηριότητες του ομίλου LOGICOM ώστε να διαφανεί ποιες εταιρείες του ομίλου δραστηριοποιούνται στην αγορά, ο κύκλος εργασιών της σε σχέση με τη σχετική αγορά προϊόντος και υπηρεσιών και ακολούθως να αξιολογηθεί η δύναμη και ισχύς της εταιρείας στην εν λόγω αγορά.
264. Σε ότι αφορά τη θέση της GCC για την ευθύνη και την έννοια της ενιαίας οικονομικής οντότητας της μητρικής και της θυγατρικής, η Επιτροπή επισημαίνει πως στην απόφαση της Επιτροπής με αρ. 53/2019 στην οποία παραπέμπει η καταγγέλλουσα, η οικονομική ισχύς της καταγγελλόμενης εταιρείας εξετάστηκε εν πρώτοις σε σχέση με τις δυο σχετικές αγορές που είχαν οριστεί, ήτοι την «χονδρική πώληση των απορρυπαντικών πλυντηρίου βαρέως τύπου» και την «χονδρική πώληση των προϊόντων υγείας και ομορφιάς μαζικής κατανάλωσης» στη Δημοκρατία. Η κατοχή δεσπόζουσας θέσης στις εν λόγω δυο αγορές εξετάστηκε σε σχέση με τις εισαγωγές και πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία για τα συγκεκριμένα προϊόντα. Περαιτέρω, στο πλαίσιο αξιολόγησης της κατοχής δεσπόζουσας θέσης της Henkel και δεδομένων των μεριδίων αγοράς, αξιολογήθηκε «η ισχύς που παρουσιάζει η εταιρεία Henkel στον τομέα Laundry and Home Care» εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι σε σχέση με όλες τις δραστηριότητες, εφόσον η χονδρική πώληση των απορρυπαντικών πλυντηρίου βαρέως τύπου αποτελεί μέρος της ευρύτερης αγοράς Laundry and Home Care. Το απόσπασμα που καταγράφεται στην επιστολή της καταγγέλλουσας ουδεμία σχέση έχει με το εν λόγω ζήτημα, αφού σχετίζεται με την ευθύνη της μητρικής στην παράβαση του Νόμου και της αποφασιστικής επιρροής στις στρατηγικές της αποφάσεις.
265. Όπως αναφέρεται και στην εν λόγω απόφαση της Επιτροπής: «Η Επιτροπή σημειώνει ότι, τόσο η οικονομική θεωρία όσο και η νομολογία, αναγνωρίζουν ότι και άλλοι παράγοντες εκτός από τα μερίδια αγοράς επηρεάζουν τη σημαντική Ισχύ μιας επιχείρησης. Ειδικότερα, εάν η είσοδος σε μια αγορά είναι εύκολη ή/και υπάρχει η δυνατότητα υφιστάμενων ανταγωνιστών να αναπτυχθούν εύκολα, αυτό περιορίζει το ενδεχόμενο ύπαρξης και ιδιαίτερα διατήρησης δεσπόζουσας θέσης στην αγορά. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να είναι οικονομικοί και νομικοί.».
266. Σε σχέση με τα ανωτέρω, η Επιτροπή εν πρώτοις σημειώνει πως η LOGICOM PUBLIC, ιδρύθηκε το 1986 και αποτελεί τη μητρική εταιρεία του ομίλου LOGICOM και ως εκ τούτου κατέχει άμεσα ή έμμεσα το μετοχικό κεφάλαιο των εταιρειών που απαρτίζουν τον όμιλο. Η LOGICOM PUBLIC ασχολείται με τη διανομή προϊόντων και λύσεων πληροφορικής από κατασκευαστές με τους οποίους το συγκρότημα έχει απ’ ευθείας συμβόλαια διανομής και στους οποίους συμπεριλαμβάνονται η Cisco, η Hewlett Packard Enterprise, η HP Inc., η Microsoft, η Intel, η Nokia, η Kingston, η Adobe, η Dell EMC, η Oracle κ.ά.. Οι βασικές δραστηριότητες του ομίλου εντός και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας αφορούν, (α) τη διανομή προϊόντων και λύσεων πληροφορικής από κατασκευαστές με τους οποίους ο όμιλος έχει συνάψει συμβάσεις διανομής και στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι κατασκευαστές οι οποίοι καταγράφηκαν πιο πάνω, (β) την παροχή ολοκληρωμένων λύσεων πληροφορικής, λογισμικού, δικτύων και τηλεπικοινωνιών καθώς και (γ) επενδύσεις οι οποίες περιλαμβάνουν την κατασκευή και λειτουργία δύο σταθμών αφαλάτωσης, στη Λάρνακα και στη Λεμεσό (Επισκοπή), και ιδιοκτησία ποσοστού 29,62% του μετοχικού κεφαλαίου της Δήμητρα Επενδυτική Δημόσια Λτδ. Στον ευρύτερο τομέα των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), οι δραστηριότητες του ομίλου Logicom σχετίζονται με τη διανομή προϊόντων ΤΠΕ, αφενός, και με την παροχή υπηρεσιών ΤΠΕ, αφετέρου.
267. Ειδικότερα, μέλος του ομίλου LOGICOM είναι οι ακόλουθες εταιρείες:
(α) H LOGICOM SOLUTIONS, η οποία είναι 100% θυγατρική της Logicom Services Ltd η οποία με τη σειρά της είναι 100% θυγατρική της LOGICOM PUBLIC.
(β) Οι εταιρείες ICT Logicom Solutions SA , ENET Logicom Solutions LLC , NewCytech Business Solutions Ltd και NewCytech Distribution Ltd, οι οποίες είναι 100% θυγατρικές της Logicom Services Ltd.
Παρά την ως άνω εταιρική σχέση μεταξύ LOGICOM PUBLIC και LOGICOM SOLUTIONS, στις μεταξύ τους συναλλαγές, οι δύο εταιρείες {………………………………}.
268. Σε ότι αφορά τη θέση της καταγγέλλουσας περί της ύπαρξης εταιρείας με την επωνυμία LOGICOM DISTRIBUTION LTD, η Επιτροπή επισημαίνει πως από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και ιδίως από τη μελέτη της δομής του ομίλου εταιρειών LOGICOM, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της LOGICOM PUBLIC, καθώς και από τα στοιχεία του Εφόρου Εταιρειών, δεν φαίνεται να υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία με την εν λόγω επωνυμία.
269. Η Επιτροπή σημειώνει πως η εταιρεία LOGICOM PUBLIC στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας διευκρίνισε ότι: «[…] η κύρια δραστηριότητα της Logicom Public Ltd είναι η διανομή προϊόντων και λύσεων πληροφορικής. Η Logicom Public δεν δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων, ούτε στην παροχή υπηρεσιών συντήρησης αυτών.».
270. Η Επιτροπή περαιτέρω διευκρινίζει πως η Υπηρεσία με την επιστολή της ημερομηνίας 27/4/2023, ζήτησε από την LOGICOM PUBLIC να διασαφηνίσει την πιο πάνω δήλωση της καθώς και τη δήλωση της πως: «ασχολείται με τη διανομή προϊόντων και λύσεων πληροφορικής από κατασκευαστές με τους οποίους το συγκρότημα έχει απ’ ευθείας συμβόλαια διανομής».
271. Η LOGICOM PUBLIC, με την απαντητική επιστολή της ημερομηνίας 18/5/2023, ανάφερε τα ακόλουθα:
272. Η διανομή των εν λόγω προϊόντων περιλαμβάνει (α) την απόκτηση προϊόντων από τους κατασκευαστές, (β) την αποθήκευση και διαχείριση των προϊόντων σε κατάλληλους αποθηκευτικούς χώρους, (γ) την προώθηση προϊόντων στους πελάτες μέσω διαφόρων καναλιών, όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τηλεφωνικές κλήσεις, διαφημιστικά έντυπα, ιστοσελίδες και digital media, (δ) τη διεξαγωγή εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τους πελάτες που θέλουν να μάθουν περισσότερα για τα προϊόντα ή για τον τρόπο χρήσης τους, (ε) την τιμολόγηση προϊόντων προς τους πελάτες και καθορισμός όρων αποπληρωμής και (στ) τη μεταφορά των προϊόντων από τους χώρους αποθήκευσης στους πελάτες. Οι πελάτες της διανομής (μεταπωλητές) εμπορεύονται στη συνέχεια τα προϊόντα των επώνυμων κατασκευαστών σε τελικούς πελάτες. Οι μεταπωλητές ποικίλλουν σε μέγεθος, δραστηριότητες και εξειδίκευση, αλλά και στις υπηρεσίες που προσφέρουν κατά περίπτωση. Οι μεταπωλητές παραδίδουν τον αναγκαίο εξοπλισμό στον τελικό πελάτη και ακολουθώντας τις προδιαγραφές του εκάστοτε κατασκευαστή, τον εγκαθιστούν, τον ρυθμίζουν και τον παραμετροποιούν με βάση τις ανάγκες του έργου. Επίσης, ενδέχεται να προσφέρουν συντήρηση/τεχνική υποστήριξη για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος, με βάση τις προδιαγραφές του κατασκευαστή.
273. Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι κατά την προκαταρκτική έρευνα της Υπηρεσίας και μετά από σχετικές ερωτήσεις που έγιναν προς την LOGICOM PUBLIC έχει αναφερθεί πως στη διανομή προϊόντων ΤΠΕ στην Κυπριακή Δημοκρατία δραστηριοποιείται άμεσα η μητρική του ομίλου, LOGICOM PUBLIC, {……………………………..……}, κατά την περίοδο αναφοράς του ερωτηματολογίου. Στην παροχή υπηρεσιών ΤΠΕ στην Κυπριακή Δημοκρατία, δραστηριοποιούνται οι LOGICOM SOLUTIONS, NewCytech Business Solutions Ltd, και NewCytech Distribution Ltd. {…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….…………………………}
274. Η Επιτροπή περαιτέρω σημειώνει πως από την συμπληρωματική έρευνα που πραγματοποιήθηκε, κατόπιν των οδηγιών της, και μετά από σχετική ερώτηση απηύθυνε προς την LOGICOM PUBLIC, ανάφερε πως δεν πραγματοποίησε πωλήσεις προς οποιοδήποτε πάροχο ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας οι οποίες να αφορούν σωρευτικά παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων, καθώς και συντήρησης αυτών, κατά τα έτη 2012-2018. Παρόλα αυτά ως ανάφερε, όσον αφορά πωλήσεις οι οποίες αφορούν μόνο παροχή υπηρεσιών προμήθειας εξοπλισμού υποδομών δικτύων, δηλαδή χωρίς υπηρεσίες εγκατάστασης και συντήρησης, παράθεσε σχετικό πίνακα που δεικνύει κάποιες πωλήσεις που έγιναν προς παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας {………………………………} κατά τα έτη 2012-2018. Δεδομένων των πιο πάνω στοιχείων, οι εν λόγω πωλήσεις λήφθηκαν υπόψιν και έγιναν εκ νέου υπολογισμοί για μερίδια αγοράς τα οποία θα παρουσιαστούν πιο κάτω.
275. Περαιτέρω στις απαντήσεις της η LOGICOM PUBLIC, μετά από σχετικό ερώτημα διευκρίνισε πως η εταιρεία Newcytech Business Solutions Ltd πραγματοποίησε κατά το έτος 2015 πωλήσεις ύψους €{…} προς την {…….}, οι οποίες αφορούσαν προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού δικτύων. {………………………………} Οι εν λόγω πωλήσεις προς την ΑΤΗΚ λήφθηκαν υπόψιν με τους νέους υπολογισμούς μεριδίων αγοράς που έγιναν στα πλαίσια της επιπρόσθετης έρευνας της, ως παρουσιάζονται πιο κάτω.
276. Τέλος, η Επιτροπή σημειώνει πως η εταιρεία {……………………..} σύμφωνα με τα όσα ανάφερε η LOGICOM PUBLIC {………………………………………..……..}.
277. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αφού διεξήλθε του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και μελέτησε ενδελεχώς τα όσα αναπτύχθηκαν αμφότερα από τις εμπλεκόμενες και τρίτες εταιρείες, ομόφωνα αποφασίζει πως για σκοπούς εξέτασης της παρούσας καταγγελίας η σχετική αγορά ορίζεται ως η προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και η συντήρηση του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
278. Η Επιτροπή σημειώνει πως σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή στην οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην προσφορά και τη ζήτηση των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού και η οποία μπορεί να διακριθεί από άλλες γειτονικές γεωγραφικές περιοχές, ιδίως λόγω των αισθητά διαφορετικών συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν σ’ αυτές[38]. Η σχετική γεωγραφική αγορά ταυτίζεται με την περιοχή, μέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται (ή τουλάχιστον έχουν τη δυνατότητα αυτή) οι επιχειρήσεις ως πωλητές ή αγοραστές των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών.
279. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη σχετική ανακοίνωση της για τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς υπό το πρίσμα του Δικαίου του Ανταγωνισμού ορίζει ότι:
«η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή όπου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις συμμετέχουν στην προμήθεια προϊόντων ή υπηρεσιών και οι όροι του ανταγωνισμού είναι επαρκώς ομοιογενείς και η οποία μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές, διότι στις εν λόγω περιοχές οι όροι του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά»[39].
(Α) Θέσεις εταιρειών στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας
280. Η Επιτροπή σημείωσε ότι οι καταγγελλόμενες εταιρείες, LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC, στο Υπόμνημα τους ημερομηνίας 10/2/2020[40] σημειώνουν ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι αγορές που αφορούν εξοπλισμό δικτύων επίγειων ή/και κινητών τηλεπικοινωνιών, διαχωρίζονται είτε σε επίπεδο ΕΟΧ είτε σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενδεικτικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κρίνει ότι οι αγορές που σχετίζονται με τα κατωτέρω προϊόντα/ υπηρεσίες ορίζονται γεωγραφικά τουλάχιστον σε επίπεδο ΕΟΧ, πιθανότατα και σε παγκόσμιο επίπεδο:
i. Δικτύωση IP/Ethernet (IP/ Ethernet Networking),
ii. Υπηρεσίες υποδομών δικτύου (Network Infrastructure Services)
iii. Εξοπλισμός υποδομών δημόσιου ασύρματου δικτυού (Public wireless network equipment infrastructure),
iv. Μεταγωγείς IP/Ethernet, δρομολογητές και εξοπλισμός ασύρματων δικτύων (IP/ Ethernet Switches, Routers, WLAN Equipment),
v. Εξοπλισμός μεταγωγής και δρομολόγησης και ασύρματων δικτύων (Switching and routing equipment, WLAN equipment), και
vi. Εξοπλισμός δικτύου σταθερής γραμμής (Fixed-line network equipment).
281. Οι καταγγελλόμενες αναφέρουν ότι επομένως οι σχετικές αγορές προϊόντος που άπτονται των υποδομών δικτύου τηλεπικοινωνιών, έχουν ευρεία γεωγραφική διάσταση που περιλαμβάνει τον ΕΟΧ, κατ’ ελάχιστο. Δεδομένου ότι δεν υφίστανται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας κάποια εξαιρετικά νομικά ή πραγματικά εμπόδια εισόδου που θα διαχώριζαν τη γεωγραφική της περιοχή από τον υπόλοιπο ΕΟΧ, είναι νόμω και ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός της καταγγέλλουσας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, ένα από τα μικρότερα κράτη του ΕΟΧ, εξαιρείται της εν λόγω αγοράς.
282. Περαιτέρω στο υπόμνημα τους ημερομηνίας 10/2/2020 οι καταγγελλόμενες εταιρείες σημειώνουν ότι το κρίσιμο ερώτημα στη συγκεκριμένη υπόθεση προκειμένου να αξιολογηθεί αν η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί ξεχωριστή γεωγραφική αγορά είναι το εξής: Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας υποθετικός μονοπωλητής των εν θέματι προϊόντων και υπηρεσιών στη χώρα, θα μπορούσε ποτέ να αυξήσει τις τιμές του προς την ΑΤΗΚ και άλλους διαχειριστές δικτύων στην Κύπρο κατά 5-10% επικερδώς για περισσότερο από ένα χρόνο. Αναφέρουν ότι μια ματιά στους συμμετέχοντες των ανοικτών διαγωνισμών Α.Τ. αρκεί για να απαντήσει κανείς αρνητικά στο εν λόγω ερώτημα:
(α) Στο διαγωνισμό Α.Τ.27/2006, ο οποίος είχε ίδιο αντικείμενο (εξοπλισμό υποδομών δικτύου) και εύρος (προμήθεια και υπηρεσίες) με τον επίμαχο Μ.Μ.3/2016, συμμετείχαν απευθείας εταιρείες όπως οι {..…}, {..…}, {..…}, {..…} και η {..…}.
(β) Στο συναφούς αντικειμένου διαγωνισμό Α.Τ.1/2008 (Ethernet Demarcation Devices), συμμετείχαν, εκτός από την καταγγέλλουσα, οι {..…}, {..…}, {..…}, κ.α.. Ομοίως και στο διαγωνισμό ΑΤ.12/2012.
(γ) Στο διαγωνισμό Α.Τ.3/2009 (Supply of a Fault Management & Provisioning System for the Cyta IP/MPLS Network) συμμετείχαν οι {..…}, {..…}, {..…}, {..…}, κ.α.
(δ) Στους περισσότερους διαγωνισμούς που συμμετείχε η LOGICOM SOLUTIONS, συμμετέχουν εταιρείες που ανήκουν σε παγκοσμίου φήμης κολοσσούς που δραστηριοποιούνται στο σύνολο του ΕΟΧ, και όχι μόνο, καθώς και μικρότερες εταιρείες από την Κύπρο, την Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας.
283. Επομένως, σύμφωνα με τις καταγγελλόμενες είναι προφανές ότι μια υποθετική κυπριακή αγορά δεν θα μπορούσε ποτέ να μονοπωληθεί από έναν πάροχο υπηρεσιών, τη στιγμή που υπάρχουν πολλοί και ισχυροί ανταγωνιστές, οι οποίοι μάλιστα δραστηριοποιούνται ήδη στην Κυπριακή Δημοκρατία, και θα έσπευδαν να καλύψουν τις τυχόν αυξήσεις τιμών από τον υποθετικό μοναδικό πάροχο. Με βάση τα πιο πάνω, οι καταγγελλόμενες εταιρείες στο υπόμνημα τους, καταλήγουν ότι στην προκειμένη υπόθεση η σχετική αγορά συνίσταται στην ενιαία αγορά προμήθειας και υπηρεσιών εξοπλισμού υποδομών δικτύου εντός του ΕΟΧ.
284. Η Επιτροπή σημείωσε περαιτέρω ότι η ΑΤΗΚ όταν προκήρυξε το διαγωνισμό ΜΜ.3/2016, που αφορούσε προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομής δικτύου και τη συντήρηση αυτού, ζήτησε από τους κατασκευαστές να υποδείξουν εταιρείες/ συνεργάτες τους για να συμμετέχουν στο διαγωνισμό, οι οποίες να έχουν παρουσία στην Κύπρο ή να δύνανται να έχουν, ώστε να μπορούν να παρέχουν τις ζητούμενες υπηρεσίες. Ο όρος συγκεκριμένα που τέθηκε ήταν: «The successful Tenderer must have, or be able to set up, a support organization in both Cyprus and Greece to offer the required services». Επισημαίνεται ότι ο εν λόγω διαγωνισμός αφορούσε παροχή υπηρεσιών τόσο προς την ΑΤΗΚ όσο και προς την Cyta Hellas.
285. Περαιτέρω σημειώνονται πιο κάτω, τα όσα ανάφερε η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC[41], στο πλαίσιο διεξαγωγής της προκαταρκτικής έρευνας της παρούσας υπόθεσης, σε σχέση με τους διαγωνισμούς για προμήθεια και εγκατάσταση εξοπλισμού υποδομής δικτύου και τη συντήρηση αυτού, και κατά πόσο θεωρεί ότι είναι δυνατό να συμμετάσχουν με υποβολή προσφοράς εταιρείες του εξωτερικού στους εν λόγω διαγωνισμούς, χωρίς παρουσία (κάποιο υποκατάστημα/ συνεργάτη) εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
286. Η εταιρεία GCC ανάφερε καταρχάς ότι εφόσον οι όροι του διαγωνισμού προμήθειας, εγκατάστασης και συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύων επιτρέπουν τη συμμετοχή εταιρειών χωρίς την ύπαρξη φυσικής παρουσίας στην Κύπρο, θεωρητικά είναι εφικτό για μια τέτοια εταιρεία να συμμετέχει με την επιβολή σχετικής προσφοράς. Εντούτοις, κατά κανόνα, στην πράξη, τέτοιες εταιρείες δεν συμμετέχουν σε διαγωνισμούς προμήθειας, εγκατάστασης και συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου. Αυτό οφείλεται στην ισχυρή προτίμηση που έχουν οι πελάτες/ αγοραστές για συνεργασία με εταιρείες που διαθέτουν τοπική παρουσία, η οποία αποτυπώνεται στη βαθμολογία που λαμβάνουν οι προσφοροδότες κατά την τεχνική αξιολόγηση των προσφορών τους. Αυτό διαπιστώνεται εμπειρικά από το γεγονός ότι, το συντριπτικό ποσοστό προμήθειας, εγκατάστασης και συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου γίνεται από εταιρείες που διαθέτουν φυσική παρουσία στην Κύπρο.
287. Περαιτέρω, σημείωσε ότι υπάρχουν πελάτες οι οποίοι απαιτούν όπως η προμηθεύτρια εταιρεία διαθέτει υποχρεωτικά φυσική παρουσία στην Κύπρο, προκειμένου να συνεργαστούν μαζί της όσον αφορά την προμήθεια, εγκατάσταση και συντήρηση εξοπλισμού υποδομής δικτύου. Άλλοι οργανισμοί δεν απαιτούν μεν φυσική παρουσία αλλά οι απαιτήσεις είναι τέτοιες που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν χωρίς φυσική παρουσία (π.χ. ύπαρξη στην Κύπρο αναγκαίων ποσοτήτων ανταλλακτικών, ανταπόκριση σε κλήσεις εντός 30 λεπτών ή μέχρι 2 ωρών, επίσκεψη μηχανικού στις εγκαταστάσεις τους εντός 2 ωρών, ανταλλαγή ελαττωματικού εξοπλισμού με καινούργιο εξοπλισμό εντός 24 ωρών). Επίσης, ανάφερε ότι εξ’ όσων καλύτερα γνωρίζει, η προμήθεια, εγκατάσταση και συντήρηση εξοπλισμού υποδομής δικτύου CISCO σε πελάτες στην Κύπρο γίνεται από εταιρείες οι οποίες διαθέτουν φυσική παρουσία στην Κύπρο. Ως εκ των πιο πάνω, η εταιρεία GCC κατάληξε ότι θεωρεί πρακτικά αδύνατη τη διεκπεραίωση εργασιών που σχετίζονται με τον εξοπλισμό υποδομής δικτύου χωρίς φυσική παρουσία στην Κύπρο.
288. Η Επιτροπή σημείωσε περαιτέρω πως στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας της παρούσας υπόθεσης ερωτήθηκαν σχετικά οι εταιρείες PRIMETEL και CABLENET. Η εταιρεία PRIMETEL με επιστολή της ημερομηνίας 5/11/202 σημείωσε ότι είναι δυνατόν να συμμετέχουν και εταιρείες του εξωτερικού. Ο συνδυασμός τηλεργασίας και σωστής εφοδιαστικής (logistics) μπορεί να λειτουργήσει σύμφωνα με την ίδια, αναφέροντας όμως ότι θα προτιμηθούν εταιρείες με τοπική παρουσία. Παρόλα αυτά, σημείωσε ότι στη βάση των προηγούμενων και σε συνδυασμό με τη σωστή εμπορική προσφορά είναι δυνατή η συνεργασία με εταιρείες χωρίς τοπικό γραφείο. Η εταιρεία CABLENET με επιστολή της ημερομηνίας 27/10/2020 σημείωσε ότι μπορεί να συμμετέχουν και εταιρείες του εξωτερικού εφόσον η (φυσική) εγκατάσταση γίνεται εξ’ ολοκλήρου από τις δικές της Τεχνικές Ομάδες και η υποστήριξη είναι δυνατό να εκτελείται απομακρυσμένα (remotely).
289. Τέλος σημειώνεται ότι η εταιρεία CISCO με επιστολή της ημερομηνίας 25/1/2021 ανάφερε ότι {………………………………………………………………………………………………………………………………….…} Η απόφαση σχετικά με το εάν θα λάβει μέρος σε διαδικασία υποβολής προσφοράς και ποιες τέτοιες διαδικασίες θα επιλέξει για να υποβάλει προσφορά τελεί στη διακριτική ευχέρεια του κάθε συνεργάτη της CISCO (ως πιθανού προσφοροδότη).
290. Από την οπτική του τελικού πελάτη, ανάλογα με το αντικείμενο της σύμβασης, τις απαιτήσεις σε σχέση με τη συντήρηση, την ανάγκη για επιτόπια υποστήριξή καθώς και άλλους παράγοντες, οι πελάτες ενδεχομένως να καθορίσουν, ενεργώντας ανεξάρτητα, πως ο προσφοροδότης θα πρέπει να έχει τοπική παρουσία ούτως ώστε να ανταποκρίνεται σε σχετικές απαιτήσεις. Ορισμένοι πελάτες ενδέχεται να συμπεριλάβουν τέτοιες απαιτήσεις μέσα στις RFP που εκδίδουν, ενώ άλλοι όχι.
(Β) Αξιολόγηση της Επιτροπής
291. Η Επιτροπή ξεκινώντας αρχικά από την αξιολόγηση της προσφοράς, δηλαδή του κατά πόσο οι εν λόγω υπηρεσίες δύνανται να προσφερθούν από εταιρείες που δεν κατέχουν γραφεία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρατηρεί πως ενώ κάτι τέτοιο είναι θεωρητικά δυνατό, η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC σημείωσε ότι πρακτικά είναι αδύνατη η διεκπεραίωση εργασιών που σχετίζονται με τον εξοπλισμό υποδομής δικτύου χωρίς φυσική παρουσία στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, η GCC ανέφερε πως ακόμα και αν ένας πελάτης δεν το θέτει ως προαπαιτούμενο η εταιρεία να έχει φυσική παρουσία στην Κύπρο, εντούτοις οι απαιτήσεις είναι τέτοιες που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν διαφορετικά, δίδοντας ως παραδείγματα την ανάγκη των εταιρειών για ανταπόκριση σε κλήσεις, καθώς και την επίσκεψη μηχανικού στις εγκαταστάσεις του πελάτη τους εντός το αργότερο δύο ωρών. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η εταιρεία CISCO ανάφερε ότι ανάλογα με τις απαιτήσεις του κάθε πελάτη, σε σχέση με την προσφορά τέτοιου είδους υπηρεσιών, ο προσφοροδότης μπορεί να αναγκαστεί να έχει τοπική παρουσία για να μπορέσει να τις ικανοποιήσει.
292. Εν προκειμένω σε σχέση με τους επίμαχους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ και τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα έρευνα, στο διαγωνισμό ΜΜ. 3/2016 κλήθηκαν να υποβάλουν προσφορά για τον εξοπλισμό της CISCO οι εταιρείες {..…}, {..…} και Logicom Solutions Ltd, ενώ για τον εξοπλισμό της Jupiter προσκλήθηκαν οι εταιρείες GCC, {..…} και {..…}. Οι εν λόγω εταιρείες ως έχει προαναφερθεί επιλέχθηκαν αφού προηγουμένως είχε ζητηθεί από τις εταιρείες CISCO και Jupiter να υποδείξουν τους συνεργάτες τους και επιλέχθηκαν έχοντας υπόψη ότι έχουν φυσική παρουσία σε Κύπρο και Ελλάδα. Προσφορές υπέβαλαν οι εταιρείες GCC, LOGICOM SOLUTIONS και {..…}.
293. Από τα πιο πάνω, διαφαίνεται πως παρόλο που υπάρχει η δυνατότητα προμήθειας εξοπλισμού από εταιρείες που δεν έχουν φυσική παρουσία στην Κύπρο, εντούτοις δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός πως οι Διαγωνισμοί της ΑΤΗΚ που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης συμπεριλαμβάνουν υπηρεσίες συντήρησης τις οποίες προφανώς θα πρέπει να υπάρχει είτε φυσική παρουσία της εταιρείες, είτε συνεργασία με κάποιο τοπικό αντιπρόσωπο/συνεργάτη. {………………………………………………………………..…}.[42]
294. Από την πλευρά της ζήτησης των σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών, παρατηρείται τόσο από τα έγγραφα του διαγωνισμού όσο και τα στοιχεία που δόθηκαν από μέρους της ΑΤΗΚ πως η παρούσα υπόθεση αφορά εξοπλισμό που θα αγοραστεί από την ΑΤΗΚ, θα διατεθεί και θα χρησιμοποιηθεί τόσο για τις ανάγκες της στην Κύπρο όσο και για τις ανάγκες της θυγατρικής της εταιρείας CYTA HELLAS, η οποία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα[43]. Από τη μελέτη των στοιχείων που έχουν προσκομιστεί από την ΑΤΗΚ, διαπιστώνεται πως κατά καιρούς επιλέγονται εταιρείες οι οποίες έχουν φυσική παρουσία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο.[44]
295. Συνακόλουθα, παρόλο που οι εταιρείες δήλωσαν πως η σχετική γεωγραφική αγορά δύναται να οριστεί εντός του ΕΟΧ, η Επιτροπή έχοντας ως δεδομένο πως διαγωνισμοί προκηρύχθηκαν και αποφασίστηκαν από την ΑΤΗΚ και αφορούν την κάλυψη των αναγκών της για τις δραστηριότητες της, είτε αυτές λαμβάνουν χώρα στην Κύπρο είτε στην Ελλάδα, κρίνει πως η σχετική γεωγραφική αγορά ταυτίζεται με την περιοχή, μέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται (ή τουλάχιστον έχουν τη δυνατότητα αυτή) οι επιχειρήσεις ως πωλητές ή αγοραστές των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών για την κάλυψη των αναγκών οργανισμών ή παρόχων ηλεκτρονικών υπηρεσιών που έχουν την κύρια δραστηριότητα τους στην Κυπριακή Δημοκρατία, ήτοι ΑΤΗΚ, MTN, Primetel και Cablenet.
296. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αφού διεξήλθε του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και μελέτησε ενδελεχώς τα όσα αναπτύχθηκαν αμφότερα από τις εμπλεκόμενες και τρίτες εταιρείες, ομόφωνα αποφασίζει πως για σκοπούς εξέτασης της παρούσας καταγγελίας, η σχετική γεωγραφική αγορά της προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και της συντήρησης του, σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ορίζεται η επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
297. Η Επιτροπή σημειώνει πως από την έρευνα που διεξήχθη στο πλαίσιο της προκαταρκτικής διερεύνησης της παρούσας καταγγελίας, έχει διαφανεί ότι στη σχετική αγορά δραστηριοποιούνταν κατά την υπό εξέταση περίοδο 2012-2018, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, συνολικά εννέα εταιρείες συμπεριλαμβανομένης της καταγγέλλουσας εταιρείας GCC και καταγγελλόμενης εταιρείας LOGICOM. Ιδιαίτερα, οι εταιρείες οι οποίες παρείχαν υπηρεσίες προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πέραν των εμπλεκομένων μερών, είναι οι ακόλουθες:
(Α) Η εταιρεία REDMAX TECHNOLOGIES LTD (εφεξής η «REDMAX») η οποία ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 2004 και παρέχει υπηρεσίες τηλεπικοινωνίας. Όπως η ίδια ανάφερε οι πέντε μεγαλύτεροι πελάτες της κατά τα έτη 2012-2018 ήταν η {..…}, {..…}, {..…}, {..…} και {..…}. Όσον αφορά τη σχετική αγορά από τα στοιχεία που παράθεσε παρατηρείται ότι συνεργάστηκε με τις εταιρείες {………………………………………………………………..…}, για παροχή των προϊόντων και υπηρεσιών της.
(Β) Η εταιρεία ERICSSON ΑΒ (Cyprus Branch Office), (εφεξής η «ERICSSON») με έτος ίδρυσης το 2006. Κύριες δραστηριότητες της εν λόγω εταιρείας στην Κύπρο, αποτελούν η παροχή τεχνικής υποστήριξης και επαγγελματικών υπηρεσιών. Σημειώνεται ότι οι κυριότεροι πελάτες της εταιρείας στην Κύπρο κατά τα έτη 2012-2018, ήταν οι εταιρείες {..…}, στις οποίες φαίνεται να παρείχε υπηρεσίες και προϊόντα που αφορούν τη σχετική αγορά. Ιδιαίτερα με την {………………………………………………………………..…}
(Γ) Η εταιρεία HUAWEI TECHNOLOGIES (CYPRUS) CO LTD (εφεξής η «HUAWEI»), συστάθηκε στην Κύπρο στις 31/7/2009. Η κύρια δραστηριότητα της κατά τα έτη {..…} ήταν η παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με τηλεπικοινωνίες προς τις εταιρείες {………..…}. Ιδιαίτερα από τα στοιχεία που παράθεσε διαφαίνεται ότι συνεργάστηκε {..……………………………………………..}.
(Δ) Η εταιρεία HELLENIC TECHNICAL ENTERPRISES LTD (εφεξής η «HTE»), η οποία ιδρύθηκε στις 4/12/1975 και δραστηριοποιείται στην πώληση, εγκατάσταση και συντήρηση ηλεκτρονικού, τηλεπικοινωνιακού και βιομηχανικού εξοπλισμού, καθώς και την πώληση και συντήρηση λογισμικών προγραμμάτων αθλητικών και ψυχαγωγικών εκδηλώσεων. Το Τμήμα Πληροφορικής & Τεχνολογίας της HTE παρέχει διάφορες επιχειρηματικές λύσεις όπως συμβουλευτικές υπηρεσίες, σχεδιασμό λύσεων, λύσεις υποδομών δικτύων, αποθήκευσης δεδομένων, δικτύωσης και ασφάλειας, εικονικής διαμοίρασης, και άλλων που βοηθούν τους οργανισμούς να αποκτήσουν νέες στρατηγικές στην πληροφορική, να επιτύχουν λειτουργική βιωσιμότητα και να αναπτυχθούν εξυπηρετώντας τους πελάτες της εταιρείας τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, εξυπηρετώντας παρόχους τηλεπικοινωνιών, χρηματοοικονομικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα και άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το 2012 έως το 2018, το εν λόγω τμήμα της HTE συμμετείχε σε διάφορους διαγωνισμούς και προμήθευσε διάφορα είδη ηλεκτρονικού εξοπλισμού σε εταιρείες τηλεπικοινωνιών καθώς στη συντήρηση αυτών των υποδομών εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης, το Τμήμα Πληροφορικής & Τεχνολογίας της HTE συνεργάστηκε κατά την υπό αναφορά περίοδο με τις εταιρείες {……………………….…} στην πώληση, εγκατάσταση και συντήρηση εξοπλισμού υποδομών δικτύων, καθώς και στην υποστήριξη των συστημάτων υποδομής με παροχή ετήσιας και διαχρονικής συντήρησης 24 Χ 7 Χ 365, με οργάνωση της συντήρησης, με παροχή προληπτικής συντήρησης και αδιάλειπτης τεχνικής υποστήριξης από ομάδα έμπειρων και εξειδικευμένων μηχανικών συστημάτων πληροφορικής. Σε σχέση με παρούσα σχετική αγορά, από τα στοιχεία που παράθεσε η HTE[45], παρατηρείται πως η εταιρεία συνεργάστηκε με τις εταιρείες {..………………………….} προς τις οποίες παρείχε τις σχετικές υπηρεσίες και προϊόντα κατά τα έτη 2012-2018.
(Ε) Η εταιρεία ZTE HELLAS TELECOMMUNICATIONS (εφεξής η «ZTE»)[46], η οποία όπως ανάφερε η ίδια συστάθηκε και λειτουργεί στην Ελλάδα από το 2006 και δραστηριοποιείται στο χώρο των τηλεπικοινωνιών και της τεχνολογίας πληροφοριών. Η εταιρεία σημείωσε ότι οι τέσσερις μεγαλύτεροι πελάτες της εταιρείας κατά τα έτη 2012-2018 ήταν οι εταιρείες {…………………...…}. Από τα στοιχεία που παράθεσε η εταιρεία ZTE σε σχέση με τις πωλήσεις της κατά την εν λόγω περίοδο φαίνεται ότι όσον αφορά τη σχετική αγορά, παρείχε τις εν λόγω υπηρεσίες και προϊόντα {……….…} κατά τα έτη 2012 και 2015-2018, και {………….…} κατά το έτος 2018.
(ΣΤ) Η εταιρεία RALLITON LTD (εφεξής η «RALLITON»)[47], η οποία συστάθηκε το 2011 και έχει ως κύριες δραστηριότητες της την παροχή υβριδικών υπηρεσιών και λύσεων στους ακόλουθους τομείς: Cloud Productivity, Προηγμένες λύσεις Υβριδικών Υποδομών (Advanced Hybrid Infrastructure solutions), Διαχείριση Ταυτότητας και Κινητικότητας (Identity and Mobility Management), Παρακολούθηση Ασφάλειας (Security Monitoring) και Συμμόρφωση (Compliance). Οι τέσσερις μεγαλύτεροι πελάτες της κατά τα έτη 2012-2018 ήταν οι εταιρείες {..………………………………………….} Όσον αφορά τη σχετική αγορά και την παροχή των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, σημειώνεται ότι από τα στοιχεία που παράθεσε η εταιρεία φαίνεται ότι συνεργάστηκε {…………….…}.
(Ζ) Η εταιρεία IBM ITALIA S.P.A. CYPRUS BRANCH (εφεξής η «IBM»)[48], η οποία όπως ανάφερε έχει παρουσία στην Κύπρο από το έτος 1963, με κατά καιρούς υποκαταστήματα διαφόρων εταιρειών του Ομίλου IBM. Η κύρια δραστηριότητα της στην Κύπρο είναι το εμπόριο και η συντήρηση εξοπλισμού και λογισμικού πληροφορικής καθώς και η παροχή ολοκληρωμένων λύσεων πληροφορικής. Οι πέντε μεγαλύτεροι πελάτες της {..……………………………}. Όσον αφορά τη σχετική αγορά είχε συνεργασία {..…} κατά τα έτη 2017-2018 για παροχή των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών.
298. Η GCC στην καταγγελία της σημειώνει ότι «το έννομο συμφέρον είναι ενεστώς, άμεσο και προσωπικό καθώς […] είναι ανταγωνίστρια των καταγγελλόμενων εταιρειών στον ευρύτερο τομέα της παροχής υπηρεσιών πληροφορικής και τεχνολογίας, αλλά και ειδικότερα σε διάφορες σχετικές αγορές […].», επίσης ότι «διεκδικεί ή/και δύναται να διεκδικήσει τους διαγωνισμούς της ΑΤΗΚ αλλά και άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο τομέα των τηλεπικοινωνιών, αναφορικά με την προμήθεια και/ή εγκατάσταση και/ή συντήρηση εξοπλισμού πληροφοριών και τεχνολογίας» καθώς ότι «τα συμφέροντα [της] έχουν επηρεαστεί άμεσα και αρνητικά από την αντιανταγωνιστική συμπεριφορά ή/και πρακτικές των καταγγελλομένων εταιρειών και εξακολουθούν να επηρεάζονται αρνητικά μέχρι σήμερα». Τέλος η GCC στην καταγγελία της σημειώνει ότι «τυχόν συνέχιση των πιο πάνω αναφερόμενων αντιανταγωνιστικών συμπεριφορών και/ή πρακτικών, θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την ήδη δεινή κατάσταση στην οποία ευρίσκεται ο ανταγωνισμός στις σχετικές αγορές και θα περιορίσει τις επιλογές των πελατών.».
299. Η Επιτροπή επισημαίνει πως ο Νόμος σύμφωνα με το άρθρο 35, απαιτεί την ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την νομιμοποίηση προσώπου να προβεί σε καταγγελία. Ειδικότερα ο νόμος προβλέπει τα ακόλουθα:
«35 (1). Σε καταγγελία παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 του παρόντος Νόμου και/ή των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ, δικαιούται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο προς τούτο συμφέρον.
(2) Έννομο συμφέρον έχει αυτός που δύναται να αποδείξει ότι υπέστη ή υπάρχει σοβαρός ή πιθανός κίνδυνος να υποστεί αισθητή οικονομική βλάβη ή ότι τίθεται ή υπάρχει σοβαρός ή πιθανός κίνδυνος να τεθεί σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση, ως άμεσο αποτέλεσμα της παράβασης.»
300. Το έννομο συμφέρον προς υποβολή της καταγγελίας από την GCC, προκύπτει από τους ισχυρισμούς της ότι λόγω της πρακτικής της LOGICOM SOLUTIONS να παραχωρεί «δωρεάν» με μηδενική τιμή την παροχή υπηρεσιών συντήρησης που προσφέρει η LOGICOM SOLUTIONS στην ΑΤΗΚ, αναφορικά με την προσφορά που υποβάλει σε αυτήν για την παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομής του δικτύου της και συντήρησης αυτού, κάτι που επηρεάζει το ύψος της συνολικής της προσφοράς, έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείει την GCC από το να κερδίζει τους επίμαχους διαγωνισμούς.
301. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατάληξε ότι η καταγγέλλουσα εταιρεία έχει έννομο συμφέρον για υποβολή της παρούσας καταγγελίας στη βάση του Νόμου.
302. Το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει ως «επιχείρηση» κάθε φορέα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδότησής του. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), προσεγγίζοντας την έννοια «επιχείρηση», στο πλαίσιο του ανταγωνισμού έδωσε μια ευρεία ερμηνεία συμπεριλαμβάνοντας «κάθε οντότητα που ασκεί οικονομικής ή εμπορικής φύσεως δραστηριότητες», ανεξάρτητα από τη νομική της υπόσταση και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται.[49] Επιπλέον, το ΔΕE έχει αποφανθεί ότι ο όρος «οικονομικής φύσεως δραστηριότητα» εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα που έχει σχέση με την προσφορά αγαθών και/ή υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τη διέπει και τον τρόπο της χρηματοδότησης της.[50]
303. Στην προκειμένη περίπτωση, οι καταγγελλόμενες LOGICOM SOLUTION και LOGICOM PUBLIC είναι νομικά πρόσωπα που ασκούν οικονομικής φύσεως δραστηριότητες αφού δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων, στην παροχή και διανομή προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα της τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών (TΠΕ) σε μεγάλες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η εταιρεία LOGICOM SOLUTION αποτελεί θυγατρική εταιρεία της LOGICOM PUBLIC. Η άσκηση των δραστηριοτήτων τους συνδέεται με κάποιο αντιστάθμισμα που συνίσταται στην πληρωμή αμοιβής έναντι των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, οι καταγγελλόμενες εταιρείες εμπίπτουν στην έννοια της «επιχείρησης» σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου.
304. Με βάση τα πιο πάνω, η Επιτροπή ομόφωνα αποφάσισε πως η παροχή των προαναφερόμενων υπηρεσιών έναντι τελών, αποτελούν οικονομικής φύσεως δραστηριότητες και συνεπώς οι LOGICOM SOLUTION και LOGICOM PUBLIC στο πλαίσιο αξιολόγησης της παρούσας υπόθεσης αποτελούν επιχειρήσεις υπό την έννοια του Νόμου.
7.3. Άρθρο 6(1) του Νόμου
- Το άρθρο 6(1) του Νόμου ορίζει:
«6.-(1) Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων, που κατέχει ή κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή μέρος της εγχώριας αγοράς ενός προϊόντος, ιδιαίτερα εάν η πράξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα –
(α) τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό αθέμιτων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων μη θεμιτών υπό τις περιστάσεις όρων συναλλαγής.
(β) τον περιορισμό της παραγωγής ή της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης, προς ζημιά των καταναλωτών.
(γ) την εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση.
(δ) την εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλόμενων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες, εκ της φύσεώς τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών.»
306. Σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου, δεσπόζουσα θέση έχει μια επιχείρηση που απολαμβάνει οικονομική δύναμη, που την καθιστά ικανή να παρακωλύει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος και της επιτρέπει να ενεργεί σε αισθητό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες της και κατ’ επέκταση τους καταναλωτές[51].
307. Η ύπαρξη ή μη δεσπόζουσας θέσης μπορεί να απορρέει από τον συνδυασμό διαφόρων παραγόντων οι οποίοι από μόνοι τους δεν αποτελούν απαραίτητα επαρκή ένδειξη για την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, αλλά όταν συνδυάζονται μεταξύ τους, οδηγούν στην δημιουργία της. Τέτοιοι σημαντικοί παράγοντες, εκτός του μεριδίου αγοράς είναι μεταξύ άλλων: (α) η ύπαρξη ανταγωνιστών στην ίδια σχετική αγορά και το μερίδιο αγοράς που κατέχουν, (β) το εύρος του φάσματος των προϊόντων που προσφέρουν οι ανταγωνιστές και η διαφοροποίηση προϊόντων/υπηρεσιών, (γ) η δυνατότητα πρόσβασης αλλά και επιβίωσης των νεοεισερχόμενων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων[52], (δ) οικονομίες κλίμακας και φάσματος, (ε) κάθετη ολοκλήρωση, (στ) ιδιαίτερα ανεπτυγμένα δίκτυα διανομής και πωλήσεων, (ζ) απουσία δυνητικού ανταγωνισμού, (η) φραγμοί στην επέκταση, (θ) απουσία αντισταθμιστικής αγοραστικής ισχύος, (ι) έλεγχος της υποδομής που δεν είναι εύκολο να αναπαραχθεί, και (ια) το μέγεθος της εμπλεκόμενης επιχείρησης, τη γεωγραφική της παρουσία, τους οικονομικούς της πόρους, την ποικιλία των προϊόντων που προσφέρει.[53]
308. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, πολύ υψηλά μερίδια αγοράς, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, είναι αρκετά για την απόδειξη ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης. Μία επιχείρηση που διαθέτει πολύ υψηλό μερίδιο αγοράς για αρκετό χρονικό διάστημα βρίσκεται, λόγω του μεριδίου αυτού, σε κατάσταση ισχύος που την καθιστά υποχρεωτικό συνέταιρο και της εξασφαλίζει την ελευθερία συμπεριφοράς (freedom of action) έναντι των ανταγωνιστών που χαρακτηρίζει την επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση.[54] Αντίθετα, όταν επιχείρηση δεν κατέχει μονοπωλιακή θέση στην αγορά αλλά κατέχει ένα ποσοστό της τάξεως του 40-50% (μερίδιο αγοράς), θεωρείται ότι αποτελεί μία αξιόπιστη αλλά όχι επαρκή ένδειξη ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης και, επομένως, απαιτείται να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, προκειμένου να θεμελιωθεί η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης.[55]
309. Επίσης, στην περίπτωση, που η υπόλοιπη αγορά είναι κατακερματισμένη σε πληθώρα ανταγωνιστών, τότε, ακόμα και με σχετικά μικρό ποσοστό αγοράς, μία επιχείρηση μπορεί να θεωρηθεί ως δεσπόζουσα, αφού κανένας εκ των ανταγωνιστών δεν κατέχει μερίδιο αγοράς αρκετό, ώστε να συνιστά απειλή για τη δεσπόζουσα επιχείρηση.[56] Στην υπόθεση United Brands, θεωρήθηκε ότι η επιχείρηση United Brands που διέθετε ποσοστό 45% κατείχε δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά, διότι, μεταξύ άλλων, είχε σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον πλησιέστερο ανταγωνιστή της. Επίσης, στην υπόθεση Michelin[57] θεωρήθηκε ότι το ποσοστό 57-65%, που κατείχε η εταιρεία Michelin στη σχετική αγορά ήταν αρκετό για τη θεμελίωση δεσπόζουσας θέσης, μεταξύ άλλων, διότι οι ανταγωνιστές διέθεταν καθένας ποσοστά 4-8% της σχετικής αγοράς.
310. Στις περιπτώσεις όπου το μερίδιο αγοράς είναι μικρότερο του 50%, είναι πιθανό να διαπιστωθεί η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μιας επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρθρωση της αγοράς και τα μερίδια των επιχειρήσεων/ανταγωνιστών. Όταν υπάρχουν πολλές εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένη αγορά που είναι κατακερματισμένη σε πληθώρα ανταγωνιστών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι ακόμα και ένα μερίδιο αγοράς της τάξεως του 20-40%, μπορεί να συνιστά δεσπόζουσα θέση.[58]
311. Στην προκειμένη περίπτωση η αγορά ορίστηκε ως η προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και η συντήρηση του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Επιτροπή διαπίστωσε πως πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, συλλέχθηκαν στοιχεία πωλήσεων συνολικά εννέα εταιρειών για παροχή των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, προς παρόχους για σκοπούς υπολογισμού των μεριδίων αγοράς των επιχειρήσεων οι οποίες δραστηριοποιούνταν στη σχετική αγορά κατά την υπό εξέταση περίοδο 2012-2018. Βάσει αυτών των πωλήσεων υπολογίστηκαν για την κάθε μία από αυτές τα μερίδια αγοράς τους. Σημειώνεται ότι η κατοχή δεσπόζουσας θέσης για σκοπούς εφαρμογής του Νόμου εξετάζεται σε σχέση με τη Logicom Solutions Ltd η οποία δραστηριοποιείται στη σχετική αγορά.
312. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή σημείωσε ότι κατά την προκαταρκτική της έρευνα, ζητήθηκε από τις εταιρείες EPIC, PRIMETEL και CABLENET, να αναφέρουν τις εταιρείες οι οποίες κατά την περίοδο 2012-2018 τους προμήθευαν με εξοπλισμό υποδομής δικτύου και παροχή υπηρεσιών συντήρησης αυτού. Σημειώνεται ότι η ΑΤΗΚ είχε ήδη δηλώσει κατά την προκαταρκτική έρευνα[59], τα ονόματα των εταιρειών οι οποίες της παρείχαν τις εν λόγω υπηρεσίες ή είχαν εκδηλώσει σχετικό ενδιαφέρον με υποβολή προσφοράς σε διαγωνισμό της.
313. Στη βάση των όσων ανάφεραν και οι τέσσερις πάροχοι ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στάληκαν στις 24/5/2021, έξι συνολικά ερωτηματολόγια με κύριο σκοπό τη συλλογή στοιχείων αναφορικά με πωλήσεις τους για προϊόντα και υπηρεσίες που αφορούν τη σχετική αγορά, κατά την περίοδο 2012-2018. Συγκεκριμένα στάληκαν ερωτηματολόγια στις εταιρείες ERICSSON, HUAWEI, IBM, RALLITON, REDMAX, ZTE, οι οποίες και παρέθεσαν τις πωλήσεις τους. Με τα εν λόγω ερωτηματολόγια ημερομηνίας 24/5/2021 ζητήθηκε επίσης από τις εταιρείες, όπως στην περίπτωση που γνώριζαν άλλες εταιρείες/ ανταγωνιστές τους, οι οποίες κατά τα έτη 2012-2018 παρείχαν προϊόντα και υπηρεσίες που αφορούν τη σχετική αγορά, να τις αναφέρουν.
314. Η Επιτροπή σημείωσε ότι στη συνέχεια ερευνώντας τα όσα ανάφεραν στις απαντήσεις τους οι προαναφερόμενες εταιρείες, αποστάλησαν νέα ερωτηματολόγια ημερομηνίας 30/6/2021 προς δέκα συνολικά εταιρείες[60], ώστε να εξακριβώσει κατά πόσον δραστηριοποιούνταν στη σχετική αγορά κατά την περίοδο 2012-2018 με σκοπό τη συλλογή στοιχείων αναφορικά με τις πωλήσεις τους. Από τις απαντήσεις των εν λόγω εταιρειών, διαφάνηκε ότι μόνο η εταιρεία HTE είχε πραγματοποιήσει πωλήσεις που αφορούσαν τις σχετικές υπηρεσίες και προϊόντα προς παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατά την υπό εξέταση περίοδο, οι οποίες λήφθηκαν υπόψιν.
315. Η Επιτροπή επίσης σημείωσε ότι τόσο στα ερωτηματολόγια ημερομηνίας 24/5/2021 όσο και στα ερωτηματολόγια ημερομηνίας 30/6/2021, υπήρχε αναλυτική περιγραφή προς τις εταιρείες για το τι συμπεριλαμβάνει ο εξοπλισμός υποδομών δικτύων αλλά και συντήρησης αυτού, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας υπόθεσης.
316. Ειδικότερα, η Επιτροπή παρατήρησε ότι στα ερωτηματολόγια που είχαν αποσταλεί στις εταιρείες σημείωσε ότι ο εξοπλισμός υποδομών δικτύων ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών (τηλεπικοινωνίες) νοείται ο εξοπλισμός ο οποίος «περιλαμβάνει ιδίως, μεταγωγείς δικτύου και εξυπηρετητές, ελεγκτή ασύρματου δικτύου, ασύρματο σημείο πρόσβασης ή σταθμό βάσης, προστατευτικό τείχος/ συστήματα ασφάλειας δικτύου, εξισορροπιστή/ κατανομέα φόρτου, δρομολογητές, λογισμικό διαχείρισης και λειτουργίας δικτύου, πλατφόρμες διαχείρισης δικτύου, καθώς επίσης και προϊόντα όπως εξυπηρετητές οπτικής τεχνολογίας OLT και Cable Modem Termination System (CMTS).».
317. Όσον αφορά τη συντήρηση δικτύου ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών (τηλεπικοινωνίες), η Επιτροπή παρατηρεί πως στα ερωτηματολόγια που είχαν αποσταλεί έγινε η εξής σημείωσε: «περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών οι οποίες δύναται να συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων, κοινά διαγνωστικά, εναπόθεση/αποθήκευση ανταλλακτικών και εφεδρικού εξοπλισμού στις αποθήκες της εταιρείας, επιδιόρθωση και/ή αντικατάσταση (πέραν της τυπικής περιορισμένης εγγύησης), ενσωματωμένες ενημερώσεις και αναβαθμίσεις λογισμικού, επιτόπιες εργασίες/ επίλυση προβλημάτων, πρόσβαση σε τεχνική υποστήριξη, εξ αποστάσεως αντιμετώπιση προβλημάτων, προληπτική συντήρηση από εξειδικευμένους/ πιστοποιημένους από τον κατασκευαστή μηχανικούς δικτύου, υπηρεσίες διορθωτικής συντήρησης από εξειδικευμένους/ πιστοποιημένους από τον κατασκευαστή μηχανικούς δικτύου για άμεση ανταπόκριση, υπηρεσίες κέντρου υποστήριξης πελατών, καθώς και τις λεγόμενες υπηρεσίες «Πλάτη-με-Πλάτη» που αφορούν υποστήριξη από την κατασκευάστρια εταιρεία, οι οποίες παρέχονται στη βάση του συμφωνηθέντος συμβολαίου προμήθειας και εγκατάστασης του εξοπλισμού υποδομής δικτύου προς ένα πάροχο. Οι εν λόγω υπηρεσίες συντήρησης συμπεριλαμβάνουν και τις οποιεσδήποτε ανανεώσεις για παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, συνεπεία της υπογραφείσας συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας σας και του πελάτη σας/ παρόχου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων.».
318. Περαιτέρω, η Επιτροπή σημείωσε τα όσα αναφέρει η Υπηρεσία στο Σημείωμα της ημερομηνίας 2/12/2021 με τα ευρήματα της έρευνας πως σκοπός της πιο πάνω διευκρίνισης ήταν όπως διασφαλιστεί ότι τα στοιχεία τα οποία θα αποστέλλονταν από τις επιχειρήσεις θα αφορούσαν τη σχετική αγορά όπως αυτή ορίστηκε στην παρούσα υπόθεση και ότι θα είναι συγκρίσιμά μεταξύ τους, ώστε τα αποτελέσματα της έρευνας και οι υπολογισμοί των μεριδίων αγοράς να είναι αντιπροσωπευτικά.
319. Επί τούτου, σημειώνεται ότι η εταιρεία GCC με την απαντητική επιστολή της ημερομηνίας 10/6/2021[61] με την οποία παράθεσε τις πωλήσεις της επισήμανε τα ακόλουθα:
«Ο εξοπλισμός υποδομών δικτύων περιλαμβάνει τον εξοπλισμό που είναι αναγκαίος για τη λειτουργία και διαχείριση και συνδεσιμότητα του δικτύου της επιχείρησης, καθώς επίσης και τη λειτουργία της εσωτερικής και εξωτερικής επικοινωνίας της επιχείρησης. Σημειώνεται ότι βασικό χαρακτηριστικό του εξοπλισμού υποδομών δικτύων είναι η χρήση διεπαφών χρήστη / δικτύου που βασίζεται κυρίως στην τεχνολογία Internet Protocol (IP) και Ethernet. Ο εξοπλισμός υποδομών δικτύων, ο οποίος εμπίπτει στον ευρύτερο τομέα της τεχνολογίας πληροφορίων, δεν πρέπει να συγχέεται με τον εξοπλισμό δικτύου τηλεπικοινωνιών (telecommunications network infrastructure) που βασίζεται σε άλλες τεχνολογίες και αρχιτεκτονικές και οποίος περιλαμβάνει κυρίως τηλεπικοινωνιακούς κόμβους (nodes) που συνδέουν γεωγραφικές περιοχές, γραμμές επικοινωνιών (π.χ. ενσύρματες, ασύρματες, χερσαίες, υποθαλάσσιες, δορυφορικές), τηλεπικοινωνιακούς σταθμούς βάσης (π.χ. 2G/3G/4G/5G), κεντρικούς διανομείς DOCSIS, δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, υποδομές τοπικού βρόγχου, πομποδέκτες οπτικών ινών GPON και μεταγωγούς δεδομένων (π.χ. κυκλώματα, πακέτα, μηνύματα).
Ο εξοπλισμός και το λογισμικό που αφορά την ασφάλεια δικτύων (network security) περιλαμβάνει τον εξοπλισμό και το λογισμικό που είναι απαραίτητο για την υλοποίηση, διαχείριση και έλεγχο της ασφάλειας των υποδομών δικτύων και γενικότερα των συστημάτων πληροφοριών της επιχείρησης. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν οι τοίχοι προστασίας επόμενης γενιάς (next generation firewall), η ασφάλεια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email security) και τα εργαλεία ανίχνευσης επιθέσεων (intrusion detection IDS/IPS).
Ο εξοπλισμός υποδομών δικτύων διακρίνεται από τον εξοπλισμό που αφορά την ασφάλεια δικτύων, τόσο σε σχέση με τα λειτουργικά χαρακτηριστικά όσο και σε σχέση με την σκοπούμενη χρήση. Επισημαίνεται ότι, η ύπαρξη εξοπλισμού και λογισμικού που αφορά την ασφάλεια δικτύων (network security) προϋποθέτει την ύπαρξη εξοπλισμού υποδομών δικτύου. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι, η ύπαρξη υποδομής δικτύου δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην την ύπαρξη εξοπλισμού και λογισμικού ασφαλείας αυτής. Τονίζεται επίσης ότι ο εξοπλισμός υποδομών δικτύου και ο εξοπλισμός και λογισμικό ασφαλείας δικτύων δεν αποτελούν υποκατάστατα.»
320. Η Επιτροπή σε σχέση με τις εν λόγω επισημάνσεις και ανησυχίες της εταιρείας GCC, θεωρεί πως η αναλυτική περιγραφή που δόθηκε τόσο με τα ερωτηματολόγια ημερομηνίας 24/5/2021 όσο και με τα ερωτηματολόγια ημερομηνίας 30/6/2021 προς τις εταιρείες, ως σημειώνεται πιο πάνω, ήταν επαρκής ώστε να είναι σε θέση να παραθέσουν τις πωλήσεις τους κατανοώντας πλήρως τις έννοιες του εξοπλισμού υποδομής δικτύου ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών (τηλεπικοινωνίες) και της συντήρησης του, στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας καταγγελίας. Κάτι τέτοιο διαφαίνεται και από το γεγονός ότι οι εταιρείες απάντησαν στα ερωτηματολόγια αναφέροντας κατά πόσον είχαν πραγματοποιήσει ή όχι σχετικές πωλήσεις και αναλόγως παραθέσανε αυτές σε σχετικούς Πίνακες. Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι στις περιπτώσεις που κρίθηκε αναγκαίο όπως κάποια εταιρεία δώσει περαιτέρω εξηγήσεις, αποστάλθηκε δεύτερη επιστολή προς αυτήν με νέα διευκρινιστικά ερωτήματα.
321. Σε σχέση με αυτό, επισημαίνεται πως η εταιρεία HUAWEI στην απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 13/7/2021 κάτω από τον Πίνακα στον οποίο κατέγραψε τις πωλήσεις της εταιρείας της σημείωσε ότι σε αυτές περιλαμβάνονται και «..οι Διαχειριζόμενες υπηρεσίες που δεν είναι συνήθεις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες ...». Ζητήθηκε από την εν λόγω εταιρεία με επιστολή ημερομηνίας 7/9/2021 όπως δώσει επεξηγήσεις σε σχέση με την εν λόγω αναφορά της για τις διαχειριζόμενες υπηρεσίες, σημειώνοντας τι ακριβώς αφορούν και αν αποτελούν συναφείς υπηρεσίες σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών προμήθειας, εγκατάστασης και συντήρησης του εξοπλισμού υποδομών δικτύου, καθώς και να αναφέρει κατά πόσον είναι δυνατό να τις διαχωρίσει από τις υπόλοιπες της πωλήσεις. Με γραπτή επιστολή της ημερομηνίας 17/9/2021, η εταιρεία ανάφερε μεταξύ άλλων ότι: «Κατά την άποψη μας, οι Διαχειριζόμενες Υπηρεσίες, δεν αποτελούν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως από εταιρείες παροχής υπηρεσιών προμήθειας, εγκατάστασης και/ή συντήρησης εξοπλισμού υποδομών δικτύου (όπως η εταιρεία μας), επειδή, οι εργασίες αυτές συνήθως εκτελούνται κατά κανόνα από τον ίδιο τον Πάροχο, ενώ εκ φύσεως επικεντρώνονται στη βελτίωση της γενικότερης ποιότητας του δικτύου και τη βελτιστοποίηση της επιδόσεως αυτού και είναι διάφορες των συνηθισμένων υπηρεσιών συντήρησης οι οποίες συνίσταται στην υποστήριξη και επιδιόρθωση συγκεκριμένου και/ή μεμονωμένου τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού.» (Η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής»)
322. Περαιτέρω η εταιρεία HUAWEI στην απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 17/9/2021, διαχώρισε από το σύνολο των πωλήσεων της ως είχαν δοθεί με την προηγούμενη απαντητική επιστολή της, αυτές που αφορούσαν τις διαχειριζόμενες υπηρεσίες.
323. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διαπίστωσε πως κατά τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς λήφθηκαν υπόψη τα σύνολα των πωλήσεων της HUAWEI, έχοντας αφαιρέσει από αυτές τις πωλήσεις που προέκυψαν από παροχή διαχειριζόμενων υπηρεσιών κατά τα έτη 2016-2018, ως παραχωρήθηκαν από την ίδια με την επιστολή της ημερομηνίας 17/9/2021.
324. Πιο κάτω παρουσιάζονται τα μερίδια αγοράς όσον αφορά την προμήθεια, εγκατάσταση υποδομής δικτύου και συντήρηση αυτού, προς παρόχους:
|
ΠΙΝΑΚΑΣ 1: Μερίδια αγοράς ανά επιχείρηση για «Παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και συντήρησης αυτών, σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών»
|
|||||||
|
|
2012 (%) |
2013 (%) |
2014 (%) |
2015 (%) |
2016 (%) |
2017 (%) |
2018 (%)
|
|
LOGICOM SOLUTIONS |
[20-30] |
[20-30] |
[30-40] |
[20-30] |
[10-20] |
[10-20] |
[10-20] |
|
GCC |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[5-10] |
[0-5] |
[0-5] |
|
ZTE |
[0-5] |
|
|
[0-5] |
[0-5] |
[5-10] |
[10-20] |
|
RALLITON |
[0-5] |
|
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
|
IBM |
|
|
|
|
|
[0-5] |
[0-5] |
|
REDMAX |
[0-5] |
[5-10] |
[0-5] |
[5-10] |
[10-20] |
[20-30] |
[10-20] |
|
ERICSSON |
[50-60] |
[40-50] |
[40-50] |
[30-40] |
[20-30] |
[20-30] |
[20-30] |
|
HUAWEI |
[5-10] |
[10-20] |
[10-20] |
[20-30] |
[20-30] |
[20-30] |
[20-30] |
|
HTE |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
325. Από τα στοιχεία του πιο πάνω Πίνακα προκύπτει ότι κατά την υπό εξέταση περίοδο 2012-2018, οι πιο σημαντικοί παίκτες της αγοράς προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών ήταν οι εταιρείες ERICSSON, HUAWEI, LOGICOM SOLUTIONS και REDMAX.
326. Ιδιαίτερα διαφαίνεται ότι η εταιρεία ERICSSON κατά την περίοδο 2012-2018 κατείχε το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς για πέντε συνολικά έτη. Συγκεκριμένα από το 2012-2015 κατείχε μερίδια αγοράς της τάξης του [50-60]%, [40-50]%, [40-50]% και [30-40]%, αντίστοιχα, ενώ κατά το έτος 2017 κατείχε μερίδιο αγοράς [20-30]%. Σημειώνεται ότι κατά τα έτη 2016 και 2018 το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς ήταν αυτό της εταιρείας HUAWEI, ήτοι [20-30]% και [20-30]%, αντίστοιχα.
327. Σημειώνεται περαιτέρω ότι μελετώντας διαχρονικά τα μερίδια αγοράς, διαφαίνεται ότι η καταγγελλόμενη εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS είχε πτωτική πορεία από το 2012-2018, εφόσον κατά το 2012 κατείχε μερίδιο αγοράς της τάξης του [20-30]% και μέχρι το 2018 το μερίδιο αυτό μειώνεται στο [10-20]. Ιδιαίτερα κατά τα έτη 2012-2014 αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο παίκτη της αγοράς, τα έτη 2015-2016 τον τρίτο μεγαλύτερο παίκτη της αγοράς και τα έτη 2017-2018 τον τέταρτο μεγαλύτερο παίκτη της αγοράς.
328. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί πως στην περίπτωση που δεν αφαιρείτο από το σύνολο των πωλήσεων της HUAWEI, οι πωλήσεις που προέκυψαν από παροχή διαχειριζόμενων υπηρεσιών, τα μερίδια αγοράς της καταγγελλόμενης εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS κατά τα έτη 2016-2018 θα ήταν ακόμα χαμηλότερα.
329. Αντιθέτως η εταιρεία REDMAX ενώ έχει πολύ μικρή παρουσία στην αγορά κατά το έτος 2012 με μερίδιο αγοράς της τάξης του [0-5]%, πραγματοποίησε σημαντική ανοδική πορεία και έφθασε το 2018 να κατέχει μερίδιο αγοράς της τάξης του [10-20]%. Το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς της ήταν αυτό του 2017, ύψους [20-30]%.
330. Η Επιτροπή ακολούθως εξέτασε την ύπαρξη ενδεχόμενων φραγμών εισόδου στην αγορά. Ειδικότερα, η Επιτροπή σημείωσε ότι στο πλαίσιο της προκαταρκτικής της έρευνας εξετάστηκε κατά πόσο υφίσταντο δυσκολίες για τις εταιρείες που επιθυμούσαν να εισέλθουν στην αγορά της προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Επιτροπή παρατήρησε επί τούτου πως σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν από τις εταιρείες τις εν λόγω υπηρεσίες μπορούσαν να τις προσφέρουν όσες εταιρείες αποτελούσαν εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους/ συνεργάτες των κατασκευαστριών εταιρειών CISCO, JUNIPER κ.λ.π., εφόσον οι όροι του διαγωνισμού της ΑΤΗΚ αφορούσαν τα εν λόγω προϊόντα
331. Επίσης, η Επιτροπή σημείωσε ότι στο πλαίσιο της προκαταρκτικής της έρευνας εξετάστηκε κατά πόσο μπορούσαν να συμμετάσχουν σε διαγωνισμούς οι οποίοι προκηρύσσονταν από τους παρόχους στην Κύπρο, εταιρείες και από το εξωτερικό. Σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν οι εταιρείες αυτό εναπόκειτο κάθε φορά στον κάθε πάροχο, αφού όπως έχει διαφανεί από την έρευνα κάποιες φορές αποτελεί προϋπόθεση η συμμετοχή από κάποια εταιρεία όπως έχει φυσική παρουσία στην Κύπρο και κάποιες φορές όχι. Ιδιαίτερα μέσα από την έρευνα διαφάνηκε ότι κατά την προκήρυξη διαγωνισμών για την παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του προς παρόχους, ότι δύνανται να τίθενται περιορισμοί όσον αφορά την επωνυμία των προϊόντων αλλά και την αναγκαιότητα φυσικής παρουσίας των εταιρειών εντός της Κύπρου, η οποία προκύπτει κυρίως από τις απαιτήσεις των παρόχων για τη συντήρηση του δικτύου τους.
332. Κάτι τέτοιο προκύπτει για παράδειγμα από τις απαιτήσεις που έθεσε η ΑΤΗΚ στην προκήρυξη της για το διαγωνισμό ΜΜ.3/2016, όπως ότι ο διαγωνισμός αφορούσε εταιρείες οι οποίες θα την προμήθευαν αποκλειστικά με προϊόντα επωνυμίας CISCO και JUNIPER. Επομένως οποιαδήποτε εταιρεία δεν αποτελούσε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο ή συνεργάτη αυτών των κατασκευαστριών εταιρειών, δεν ήταν σε θέση να συνεργαστεί μαζί τους με σκοπό την υποβολή προσφοράς στο διαγωνισμό και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να διεκδικήσει συμβόλαιο συνεργασίας με την ΑΤΗΚ. Περαιτέρω η ΑΤΗΚ με την εν λόγω προκήρυξη της ζητούσε από τους κατασκευαστές να υποδείξουν εταιρείες/ συνεργάτες τους για να συμμετέχουν στο διαγωνισμό, οι οποίες να έχουν παρουσία στην Κύπρο ή να δύνανται να έχουν, ώστε να μπορούν να παρέχουν τις ζητούμενες υπηρεσίες, κάτι που δημιουργούσε επιπρόσθετους περιορισμούς[62].
333. Περαιτέρω, η Επιτροπή σημείωσε ότι διερευνήθηκε κατά πόσο υπάρχουν περιορισμοί στην παροχή υπηρεσιών συντήρησης της υποδομής δικτύου. Η ΑΤΗΚ στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας έχει αναφέρει ότι {………………………………………………………………………………………….…}[63]. Επομένως διαφαίνεται ότι ένας πάροχος δεν θα αναθέσει τη συντήρηση του εξοπλισμού της υποδομής του δικτύου του σε μια οποιαδήποτε εταιρεία προσφέρει τέτοιου είδους υπηρεσίες, αλλά έχει σημαντικές προϋποθέσεις που επιθυμεί να πληρούνται ώστε να συνεργαστεί με κάποια εταιρεία για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Στην προκειμένη περίπτωση, {..………………………………………………………………………………………..}
334. Περαιτέρω η PRIMETEL στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας ανέφερε ότι σε σχέση με τους διαγωνισμούς που προκηρύσσει για την παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του, δύνανται να συμμετέχουν και εταιρείες του εξωτερικού μέσω του συνδυασμού τηλεργασίας και σωστής εφοδιαστικής (logistics) παροχής, αλλά θα προτιμηθούν εταιρείες με τοπική παρουσία.
335. Από την πλευρά της, η εταιρεία EPIC ανέφερε ότι στους διαγωνισμούς που προκηρύσσει δύνανται να συμμετέχουν και εταιρείες του εξωτερικού, σημειώνοντας ότι στην περίπτωση αυτή η συντήρηση και υποστήριξη γίνεται εξ αποστάσεως και οποιεσδήποτε εργασίες επί τόπου απαιτούνται, συνήθως γίνονται από την ίδια την εταιρεία με την κατάλληλη καθοδήγηση.
336. Η Επιτροπή, αφού αξιολόγησε όλα τα ενώπιον της στοιχεία και δεδομένα, διαπίστωσε πως υφίστανται μερικοί φραγμοί εισόδου στην αγορά της παροχής υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησής του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
337. Πάρα ταύτα, η Επιτροπή στη βάση της ανάλυσης που έχει προηγηθεί και ιδιαίτερα δεδομένων των μεριδίων αγοράς της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS την περίοδο από το 2012 έως το 2018 (όπου το υψηλότερο σημειώθηκε το 2012, ήτοι της τάξης του [20-30]%) και λαμβανομένων υπόψη των μεριδίων αγοράς των ανταγωνιστών της, διαπιστώνει πως η εταιρεία δεν δύναται να θεωρηθεί πως έχει τη δυνατότητα να ενεργεί σε αισθητό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες της και κατ’ επέκταση τους καταναλωτές.
338. Συνακόλουθα, η Επιτροπή κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 13/12/2021 αφού αξιολόγησε τα ενώπιον της στοιχεία, είχε καταλήξει στο προκαταρκτικό συμπέρασμα πως σύμφωνα με την πιο πάνω ανάλυση και τα μερίδια αγοράς ως αυτά σημειώνονται στον Πίνακα 1, η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησής του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
339. Η Επιτροπή σημειώνει ότι η GCC στις θέσεις της ημερομηνίας 9/2/2022, υποστηρίζει ότι η εκτίμηση των μεριδίων αγοράς, ως αυτή παρουσιάζεται στον Πίνακα 4[64] της επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022, δεν αντανακλά την πραγματική θέση των καταγγελλομένων επιχειρήσεων. Αυτό οφείλεται όπως αναφέρει, στο ότι η εν λόγω εκτίμηση αφενός αφορά μόνον το λιανικό επίπεδο της σχετικής αγοράς και αφετέρου βασίζεται σε μη συνεπή στοιχεία πωλήσεων με τον ορισμό της σχετικής αγοράς
340. Προς τεκμηρίωση της εν λόγω θέσης της η GCC παραπέμπει στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 1 της καταγγελίας της ημερομηνίας 3/12/2018 βάσει των οποίων όπως σημειώνει, διαπιστώνεται ότι η αξία πωλήσεων στην Κύπρο κατά το 2017 εξοπλισμού για υποδομές διασύνδεσης/ δικτύωσης (αντίστοιχος με τον ορισμό των υποδομών δικτύου) με την εμπορική επωνυμία CISCO εκτιμάται σε €{…}, καλύπτοντας το {...}% των συνολικών πωλήσεων του εν λόγω εξοπλισμού. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την GCC διαφαίνεται ότι η εκτίμηση των μεριδίων αγοράς που περιλαμβάνεται στον Πίνακα 4 της επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022 αφορά μόνον το λιανικό επίπεδο. Εντούτοις, σε χονδρικό επίπεδο το μερίδιο αγοράς των καταγγελλόμενων επιχειρήσεων πρέπει να είναι πολύ πιο ψηλό από ότι στο λιανικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εταιρεία Logicom Distribution Ltd, που ανήκει στον όμιλο εταιρειών Logicom, συνιστά, μεταξύ άλλων, τον επίσημο περιφερειακό διανομέα της CISCO, καλύπτοντας την Κύπρο και άλλες ευρωπαϊκές χώρες και χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο, όπως σημειώνει η GCC, ότι σε επιστολή της η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS αναφέρει ότι αποτελεί Gold συνεργάτη της CISCO, κάτι το οποίο της επιτρέπει να προμηθεύεται απευθείας από την CISCO, χωρίς τη διαμεσολάβηση οποιασδήποτε τρίτης εταιρείας, ενώ στους υπόλοιπους Gold συνεργάτες που αναφέρει δεν περιλαμβάνεται καμία από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στον υπό αναφορά Πίνακα 4.
341. Περαιτέρω, η GCC διαπιστώνει όπως καταγράφει στις θέσεις της, ότι τα στοιχεία πωλήσεων που περιλαμβάνονται στον υπό αναφορά Πίνακα 4 δεν είναι συνεπή με άλλα διαθέσιμα στοιχεία ή/και εκτιμήσεις, δημιουργώντας σοβαρές και εύλογες υποψίες ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι συνεπή με τον ορισμό της σχετικής αγοράς. Ιδιαίτερα η GCC σημειώνει ότι διαφαίνεται πως στα στοιχεία πωλήσεων που περιλαμβάνονται στον υπό αναφορά Πίνακα 4 περιλαμβάνονται πωλήσεις που δεν αφορούν μόνον την υποδομή δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet, αλλά και την υποδομή δικτύου τηλεπικοινωνιών π.χ. υποδομή για κινητή τηλεφωνία 5G.
342. Ειδικότερα, η GCC ως σημειώνεται πιο κάτω, προβαίνει σε σχετική ανάλυση ιδιαίτερα για τις εταιρείες HUAWEI, ΖΤΕ, REDMAX, RALLITON, ERICSSON και LOGΙCOM SOLUTIONS και στο κατά πόσον τα στοιχεία πωλήσεων ως δόθηκαν από τις εν λόγω εταιρείες για σκοπούς υπολογισμού των μεριδίων αγοράς τους, είναι αυτά που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη, προβαίνοντας σε σχετική ανάλυση για κάθε μία από τις προαναφερόμενες εταιρείες.
343. Η GCC περαιτέρω στις θέσεις της επισημαίνει πως ως έχει παρατηρήσει, στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας ημερομηνίας 3/12/2018, η Επιτροπή δεν είχε ζητήσει στοιχεία από τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών σε σχέση με την αξία προμήθειας εξοπλισμού υποδομής δικτύου και της αξία των υπηρεσιών συντήρησης που είχαν αγοράσει κατά την περίοδο 2008-2018 από τις εταιρείες που παρουσιάζονται στον υπό αναφορά Πίνακα 4. Τονίζεται ότι τα εν λόγω στοιχεία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς διασταύρωσης και επιβεβαίωσης των αντίστοιχων στοιχείων που είχαν προσκομίσει οι εταιρείες που παρουσιάζονται στον υπό αναφορά Πίνακα 4.
344. Συμπερασματικά, η GCC καταλήγει ότι το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση λόγω του μεριδίου αγοράς της συγκριτικά με το μερίδιο αγορά των υπόλοιπων εταιρειών της αγοράς είναι εσφαλμένο καθότι βασίζεται σε μη έγκυρα ή/και αμφιβόλου ποιότητας αριθμητικά δεδομένα, τα οποία φαίνεται να είναι ασυνεπή με τον ορισμό της σχετικής αγοράς και προϊόντα ελλιπούς έρευνας.
345. Η Επιτροπή πιο κάτω καταγράφει επιπρόσθετα τα όσα συγκεκριμένα αναφέρει η GCC για κάθε εταιρεία ξεχωριστά στις θέσεις της, σε σχέση με τα μερίδια αγοράς τα οποία παρουσιάστηκαν στον Πίνακα 4 της επιστολή της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022.
(α) Αναφορικά με την εταιρεία HUAWEI
346. Η GCC στις θέσεις της αναφέρει πως το μερίδιο αγοράς της εταιρείας HUAWEI εκτιμήθηκε ότι ανέρχεται μεταξύ 20-30% κατά το 2017, που αντιστοιχεί σύμφωνα με την GCC σε αξία περίπου από €{…}. Ωστόσο, με βάση τα στοιχεία του Παραρτήματος 1 της καταγγελίας ημερομηνίας 3/12/2018, η αξία πωλήσεων της εταιρείας HUAWEI στην Κύπρο το 2017 εκτιμάται σε €{…}, δηλαδή κάτω του €{…}. Επιπλέον, το μερίδιο αγοράς της εταιρείας HUAWEI με βάση τα στοιχεία του Παραρτήματος 1 της καταγγελίας ημερομηνίας 3/12/2018 εκτιμάται σε {…}% που είναι σημαντικά χαμηλότερο από αυτό που παρουσιάζεται στον Πίνακα 4 της επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022.
347. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις δημιουργούν εύλογες υποψίες, σύμφωνα με την GCC, ότι η εκτίμηση του μεριδίου αγοράς της εταιρείας HUAWEI δεν έγινε βάσει στοιχείων πωλήσεων που αφορούν την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet, αλλά σε στοιχεία που αφορούν την υποδομή δικτύου τηλεπικοινωνιών, εν προκειμένω υποδομής δικτύου κινητής τηλεφωνίας. Σύμφωνα με την GCC αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί, εμμέσως πλην σαφώς, και από τη διάκριση που προβαίνει η εν λόγω εταιρεία σε: «υποστήριξη και επιδιόρθωση συγκεκριμένου ή/και μεμονωμένου τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού» σε σχετική επιστολή της προς την Επιτροπή. Επιπρόσθετα, σημαντικά είναι και τα ζητήματα συμβατότητας της υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet, τα οποία δεν φαίνεται να έχουν απασχολήσει την Επιτροπή.
348. Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζεται ότι βάσει της πληροφόρησης της GCC η εν λόγω εταιρεία δεν έχει προβεί σε πωλήσεις υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet ή/και συντήρησης τέτοιας υποδομής σε οποιαδήποτε εταιρεία τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο.
349. Επομένως, σύμφωνα με την GCC, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον υπό αναφορά Πίνακα 4 προφανώς αφορούν πωλήσεις εξοπλισμού για υποδομής δικτύων κινητής τηλεφωνίας και όχι προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet.
(β) Αναφορικά με την εταιρεία ΖΤΕ
350. Περαιτέρω η GCC στις θέσεις της αναφέρει σε σχέση με την εταιρεία ΖΤΕ ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υποδομής για δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, και πως δεν δραστηριοποιείται στην αγορά της προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την GCC, βάσει της πληροφόρησης της η εν λόγω εταιρεία δεν έχει προβεί σε πωλήσεις υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet ή/και συντήρησης τέτοιας υποδομής σε οποιαδήποτε εταιρεία τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο.
351. Επομένως, σύμφωνα με την GCC, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον Πίνακα 4 της υπό αναφορά επιστολής της Επιτροπής προφανώς αφορούν πωλήσεις εξοπλισμού για υποδομής δικτύων κινητής τηλεφωνίας και όχι προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet.
(γ) Αναφορικά με την εταιρεία REDMAX
352. Σε σχέση με την εταιρεία REDMAX η GCC στις θέσεις της αναφέρει πως η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείται στην προμήθεια και εγκατάσταση τηλεπικοινωνιακών καλωδίων, ειδικότερα καλώδια οπτικής ίνας (fiber). Σχετική είναι επίσης η αναφορά που γίνεται στα προκαταρκτική συμπεράσματα της Επιτροπής ημερομηνίας 13/12/2021 σύμφωνα με την οποία η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείται στην παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
353. Ενδεχομένως, ως σημειώνει η GCC, λόγω της σχέσης των μετόχων ή/και διευθυντών της εταιρείας CABLENET και της εταιρείας REDMAX, να καθορίστηκε την περίοδο 2017-2018 ως ο κατά προτίμηση συνεργάτης της εταιρείας CABLENET αναφορικά με την προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet. Οι εν λόγω πωλήσεις, στο βαθμό που έχουν γίνει, δεν ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμού μεταξύ ανταγωνιστικών προμηθευτών. Η εταιρεία REDMAX ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε με την εγκατάσταση ή/και την συντήρηση υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet σε οποιαδήποτε εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Ούτε και έχει προσκομίσει οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι συνιστά συνεργάτη οποιουδήποτε κατασκευαστή υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet όσον αφορά με την παροχή υπηρεσιών συντήρησης.
354. Σημειώνεται επίσης ότι η εταιρεία REDMAX δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που δόθηκε από την εταιρεία GCC, καθώς επίσης και από τις καταγγελλόμενες εταιρείες.
355. Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζεται ότι βάσει της πληροφόρησης της GCC η εν λόγω εταιρεία δεν έχει προβεί σε πωλήσεις υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet ή/και συντήρησης τέτοιας υποδομής σε οποιαδήποτε εταιρεία τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο.
356. Επομένως, σύμφωνα με την GCC, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον Πίνακα 4 της επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022 προφανώς αφορούν πωλήσεις εξοπλισμού που αφορά δίκτυα τηλεπικοινωνιών και όχι προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet.
(δ) Αναφορικά με την εταιρεία RALLITON
357. Όσον αφορά την εταιρεία RALLITON, η GCC στις θέσεις της σημειώνει πως η εν λόγω εταιρεία δεν δραστηριοποιείται στον τομέα της προμήθειας εξοπλισμού υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet ή/και συντήρησης αυτού. Σχετική είναι η αναφορά που γίνεται στην προκαταρκτική απόφαση ημερομηνίας 13/12/2021 σύμφωνα με την οποία η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείται στην παροχή υβριδικών υπηρεσιών και λύσεων στους τομείς του Cloud productivity, στις προηγμένες λύσεις υβριδικών υποδομών, στη διαχείριση ταυτότητας και κινητικότητας, στην παρακολούθηση ασφάλειας και συμμόρφωση. Η GCC επίσης παραπέμπει και στην ιστοσελίδα της εν λόγω εταιρείας (https://ralliton.com) όπου υπό τον τίτλο "Services" περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: Digital Transformation, Governance and Compliance, Solution Assessment, Risk and Cloud Security, User Experience and Adoption και Migration and Support. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον Πίνακα 4 της υπό αναφορά επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022, σύμφωνα με την GCC, προφανώς αφορούν πωλήσεις εξοπλισμού που αγορά δίκτυα τηλεπικοινωνιών και όχι προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet.
358. Σε κάθε περίπτωση βάσει της πληροφόρησης της GCC η εν λόγω εταιρεία δεν έχει προβεί σε πωλήσεις υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet ή/και συντήρησης τέτοιας υποδομής σε οποιαδήποτε εταιρεία τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο.
359. Σημειώνεται ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών της εν λόγω εταιρείας το 2017 ανέρχεται σε €{…} ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Πίνακα 4 της υπό αναφορά επιστολής της Επιτροπής διαφαίνεται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του εν λόγω ποσού αφορούσε προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet, κάτι το οποίο είναι εξωπραγματικό.
360. Επομένως, σύμφωνα με την GCC, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον Πίνακα 4 της υπό αναφορά επιστολής της Επιτροπής προφανώς αφορούν πωλήσεις λογισμικού που δεν σχετίζεται με την προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet.
(ε) Αναφορικά με την εταιρεία ERICSSON
361. Σε σχέση με την εταιρεία ERICSSON ΑΒ (Cyprus Branch Office) η GCC στις θέσεις της σημειώνει ότι η εν λόγω εταιρεία δεν έχει διαθέσει εξοπλισμό υποδομής δικτύου εμπορικής επωνυμίας CISCO που βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet ή/και συντήρησης αυτού σε οποιαδήποτε εταιρεία τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο. Η εν λόγω εταιρεία ενδεχομένως να έχει διαθέσει εξοπλισμό υποδομής κινητής τηλεφωνίας.
362. Σύμφωνα με τον Πίνακα 4 της υπό αναφορά επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022, το μερίδιο αγοράς της εταιρείας ERICSSON ΑΒ (Cyprus Branch Office) κατά το 2017, εκτιμάται ότι είναι μεταξύ 20-30%, που σύμφωνα με την GCC αντιστοιχεί σε αξία πωλήσεων περίπου από €{…}. Με την παραδοχή ότι η εν λόγω εταιρεία έχει προμηθεύσει κατά το 2017 εξοπλισμό υποδομής δικτύου εμπορικής επωνυμίας JUNIPER, βάσει των στοιχείων του Παραρτήματος 1 της καταγγελίας ημερομηνίας 3/12/2018 εκτιμάται ότι η συνολική αξία πωλήσεων εξοπλισμού για υποδομές διασύνδεσης / δικτύωσης εμπορικής επωνυμίας JUNIPER ανέρχεται σε περίπου €{…}, που είναι αισθητά πιο χαμηλό από αυτό που παρουσιάζεται στον Πίνακα 4. Αντίστοιχη παρατήρηση ισχύει και για το μερίδιο αγοράς που εκτιμάται σε λιγότερο από {…}%.
(στ) Αναφορικά με την εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS
363. Όσον αφορά την καταγγελλόμενη εταιρεία, η GCC στις θέσεις της σημειώνει ότι σύμφωνα με τον Πίνακα 4 της επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022, το μερίδιο αγοράς της εταιρείας LOGΙCOM SOLUTIONS κατά το 2017, εκτιμάται ότι είναι μεταξύ 10-20%, που αντιστοιχεί σε αξία πωλήσεων περίπου {…….…}. Από την άλλη, σύμφωνα με το Παράρτημα 1 της καταγγελίας ημερομηνίας 3/12/2018, η συνολική αξία πωλήσεων στην Κύπρο για υποδομές διασύνδεσης / δικτύωσης (αντίστοιχος με τον ορισμό των υποδομών δικτύου) εμπορικής επωνυμίας CISCO εκτιμάται σε {…….…}. Διαπιστώνεται επομένως το παράδοξο ότι το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων εξοπλισμού υποδομής δικτύου με την εμπορική επωνυμία CISCO στην Κύπρο το 2017 δεν το είχε πραγματοποιήσει η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS, που ανήκει στον όμιλο εταιρειών LOGΙCOM PUBLIC, θυγατρική του οποίου αποτελεί τον επίσημο περιφερειακό διανομέα της CISCO, καλύπτοντας την Κύπρο και άλλες ευρωπαϊκές χώρες και χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
364. Περαιτέρω, με βάση την Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το 2016, διαπιστώνεται ότι το ετήσιο ποσό που έλαβε η LOGICOM SOLUTΙONS από την ΑΤΗΚ για τη συντήρηση εξοπλισμού υποδομής δικτύου ανήλθε σε US${…}, που αντιστοιχεί σε περίπου €{…}. Είναι επομένως αξιοσημείωτο ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το 2016 αποδεικνύουν ότι τα έσοδα της LOGΙCOM SOLUTΙONS μόνον από τις υπηρεσίες συντήρησης εξοπλισμού υποδομής δικτύου υπερβαίνουν τις εκτιμώμενες βάσει του Πίνακα 4 της υπό αναφορά επιστολής της Επιτροπής συνολικές πωλήσεις της εν λόγω εταιρείας, που περιλαμβάνουν πέραν των εσόδων από παροχή υπηρεσιών συντήρησης και τα έσοδα από πωλήσεις εξοπλισμού υποδομής δικτύου.
365. Επιπρόσθετα, με βάση την Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το 2016 διαπιστώνεται ότι η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS πώλησε κατά το 2014 στην ΑΤΗΚ εξοπλισμό υποδομής δικτύου αξίας US${…}, που αντιστοιχεί σε περίπου €{…}. Είναι αξιοσημείωτο ότι το πιο πάνω ποσό υπερβαίνει την αξία πωλήσεων της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS του έτους 2014 στον Πίνακα 4 της υπό αναφορά επιστολής της Επιτροπής που εκτιμάται σε περίπου €{…}. Επισημαίνεται ότι στην αξία πωλήσεων της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS που περιλαμβάνεται στον Πίνακα 4 για το 2014 περιλαμβάνει πέραν των εσόδων από πωλήσεις εξοπλισμού υποδομής δικτύου και τα έσοδα από παροχή υπηρεσιών συντήρησης.
366. Αξιοσημείωτο είναι και το ότι με βάση την Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το 2016, οι πωλήσεις εξοπλισμού υποδομής δικτύου από την LOGICOM SOLUTIONS προς την ΑΤΗΚ κατά το 2014 ανέρχονται σε περίπου €{…} που είναι υψηλότερες από τις συνολικές εκτιμώμενες πωλήσεις εξοπλισμού υποδομής δικτύου και συντήρησης για το έτος 2014 σύμφωνα με τον Πίνακα 4 που εκτιμώνται σε περίπου €{…}.
367. Τέλος, με βάση την Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το 2016 διαπιστώνεται ότι η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS είχε κατά το 2016 έσοδα από την παροχή υπηρεσιών συντήρησης εξοπλισμού δικτύου προς την ΑΤΗΚ ύψους (μετά την έκπτωση) US${…}, που αντιστοιχεί σε περίπου €{…}. Από την άλλη, σύμφωνα με τον Πίνακα 4 της υπό αναφορά επιστολής της Επιτροπής, το μερίδιο αγοράς της LOGICOM SOLUTIONS εκτιμάται ότι είναι 10-20% κατά το 2016, που αντιστοιχεί σε αξία περίπου €{…}. Είναι επομένως αξιοσημείωτο ότι τα στοιχεία πωλήσεων της LOGICOM SOLUTIONS για το έτος 2016 με βάση την Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το 2016, υπερβαίνουν τις συνολικές εκτιμώμενες πωλήσεις της εν λόγω εταιρείας με βάση τον Πίνακα 4 της επιστολής της Επιτροπής, ημερομηνίας 1/11/2022.
ΤΕΛΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
368. Η Επιτροπή, αρχικά σημειώνει πως κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 2/3/2023, αφού σημείωσε το περιεχόμενο των γραπτών παραστάσεων της καταγγέλλουσας ημερομηνίας 9/2/2023, αποφάσισε όπως δώσει οδηγίες στην Υπηρεσία να εξετάσει και να διερευνήσει περαιτέρω τα ζητήματα που εγείρονται στις εν λόγω γραπτές θέσεις, εντός του πλαισίου των ισχυρισμών που περιέχονται στην καταγγελία ημερομηνίας 3/12/2018 και τον ουσιώδη χρόνο που αυτή αφορά και άμα την ολοκλήρωση της έρευνας της, να ετοιμάσει έκθεση ευρημάτων την οποία να θέσει ενώπιον της. Η Υπηρεσία στη βάση των οδηγιών που της είχαν δοθεί, πραγματοποίησε συμπληρωματική έρευνα τα αποτελέσματα της οποίας καταγράφονται στην Έκθεση Ευρημάτων ημερομηνίας 5/12/2024. Ιδιαίτερα σημειώνεται πως η Υπηρεσία απέστειλε ερωτηματολόγια ημερομηνίας 27/4/2023 προς τις εταιρείες LOGICOM SOLUTIONS, LOGICOM PUBLIC, ERRICSON AB και CABLENET καθώς και σχετική διευκρινιστική επιστολή προς την εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS ημερομηνίας 19/4/2024.
369. Η Επιτροπή, αφού μελέτησε ενδελεχώς τις γραπτές παραστάσεις της καταγγέλλουσας εταιρείας ημερομηνίας 9/2/2023, το Σημείωμα της Υπηρεσίας ημερομηνίας 2/12/2021 και την Έκθεση Ευρημάτων της Υπηρεσίας ημερομηνίας 5/12/2024, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του συνόλου του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνει τα ακόλουθα:
370. Η Επιτροπή σημειώνει καταρχάς πως το συμπέρασμα της όσον αφορά την κατοχή ή μη δεσπόζουσας θέσης στη σχετική αγορά, βασίζεται στα μερίδια αγοράς σε σχέση με την «Παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και συντήρησης αυτών, σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών» που αντικατοπτρίζουν τη θέση της κάθε εταιρείας στο σύνολο της σχετική αγοράς ως ορίστηκε στην υπό εξέταση υπόθεση. Επίσης, οι πωλήσεις που χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς υπολογισμού μεριδίων αγοράς, βασίζονται σε συγκεκριμένο ορισμό που δόθηκε από την Υπηρεσία κατά την προκαταρκτική της έρευνα τόσο σε σχέση με το τι εννοείται εξοπλισμός υποδομής δικτύου, όσο και συντήρηση αυτού και ο οποίος παραχωρείτο προς κάθε εταιρεία στην οποία αποστάλθηκε σχετικό ερωτηματολόγιο με σκοπό τη συλλογή των απαραίτητων στοιχείων.
371. Περαιτέρω, οι πωλήσεις που λήφθηκαν υπόψιν, δεδομένου του αντικειμένου της καταγγελίας και των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή, αφορούν τις απευθείας πωλήσεις που έγιναν από τις εταιρείες προς τους παρόχους τηλεπικοινωνιών εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τα έτη 2012-2018. Η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC, έχοντας υπόψη το αντικείμενο της έρευνας δεν επεξηγεί με σαφήνεια τους λόγους που θα πρέπει τα μερίδια αγοράς να εξεταστούν στο πλαίσιο της ανάντη αγοράς, ήτοι του χονδρικού επιπέδου.
372. Η Επιτροπή ως έχει ορίσει τη σχετική αγορά, λαμβάνει υπόψη της στους υπολογισμούς μεριδίων αγοράς, πωλήσεις προς όλους τους παρόχους τηλεπικοινωνιών (δηλαδή τους τελικούς χρήστες) οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε εξοπλισμό προμήθειας υποδομής δικτύου και συντήρησης αυτού για παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας του, συμπεριλαμβανομένου και εξοπλισμού που αφορά την υποδομή για παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας. Επίσης, δεν διαχωρίζει την αγορά ως προς την κάθε διαφορετική τεχνολογία που ενδεχομένως να χρησιμοποιεί ο κάθε πάροχος τηλεπικοινωνιών.
373. Πιο κάτω η Επιτροπή περαιτέρω σχολιάζει τα όσα συγκεκριμένα αναφέρει η GCC για κάθε εταιρεία ξεχωριστά στις θέσεις της, σε σχέση με τα μερίδια αγοράς τα οποία παρουσιάστηκαν στον Πίνακα 4 στην επιστολή της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022, με την οποία ενημερώθηκε για τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της.
374. Σε σχέση με τα όσα καταγράφει η καταγγέλλουσα εταιρεία στις θέσεις της όσον αφορά την εταιρεία HUAWEI ως σημειώνονται πιο πάνω, η Επιτροπή επαναλαμβάνει πως στην προκαταρκτική της έρευνα και έχοντας υπόψιν της αρχής της ουδετερότητας της τεχνολογίας, έλαβε υπόψη της όλους τους παρόχους τηλεπικοινωνιών και οτιδήποτε αφορά εξοπλισμό προμήθειας υποδομής δικτύου και συντήρησης τους, και όχι μόνο αυτά που αφορούν την τεχνολογία στην οποία βασίζεται η ΑΤΗΚ. Επομένως, είναι εύλογο ότι οι πωλήσεις που έδωσε η HUAWEI να μην αφορούν μόνο την εν λόγω τεχνολογία. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η εν λόγω εταιρεία κατά το έτος 2017 είχε πωλήσεις {……………………………………………….……………..…}. Κατά τα έτη 2012-2013 οι πωλήσεις της αφορούν {………………….} ενώ για τα έτη 2014-2016 οι πωλήσεις της αφορούν {…………………………………………………….……………..…}. Κατά το 2018 είναι η μοναδική χρονιά κατά την οποία οι πωλήσεις της {………………….} ήταν περισσότερες από αυτές {………………….}, ενώ κατά το εν λόγω έτος δεν είχε πωλήσεις προς οποιοδήποτε άλλο πάροχο.
375.
Περαιτέρω, η
Επιτροπή σημειώνει πως ως αποτέλεσμα της προκαταρκτικής έρευνας και για τους
λόγους που καταγράφονται στο Σημείωμα της Υπηρεσίας το σύνολο της αγοράς που
χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς υπολογισμού μεριδίων αγοράς είναι διαφορετικό από
αυτό της έρευνας του Παραρτήματος 1 της καταγγελίας. Συγκεκριμένα το σύνολο που
παρουσιάζεται στην εν λόγω έρευνα και βάσει του οποίου υπολογίζει η GCC της πωλήσεις της HUAWEI για το έτος 2017, είναι €{…}, ενώ το
σύνολο στο οποίο βασίστηκε η Επιτροπή για το ίδιο έτος συνολικά για προμήθεια
και συντήρηση ανέρχεται στα €{…}. Αν λάβουμε υπόψη ξεχωριστά την προμήθεια και
τη συντήρηση, τότε το σύνολο των πωλήσεων βάσει της έρευνας για την προμήθεια
για το έτος 2017 είναι €{…}, ενώ για τη συντήρηση ανέρχεται στα €{…}.
Σημειώνεται ότι το σύνολο των πωλήσεων της HUAWEI για το 2017 με τα στοιχεία που
συλλέχθηκαν, είναι €{…}, από τα οποία τα €{…} αφορούν την προμήθεια και €{…} αφορούν
τη συντήρηση.
376.
Η Επιτροπή
παρατηρεί πως η GCC προβαίνει σε υπολογισμούς
χρησιμοποιώντας τα μερίδια αγοράς σε εύρος (ως αυτά της είχαν κοινοποιηθεί με
την επιστολή ημερομηνίας 1/11/2022) και το σύνολο αγοράς ως αυτό καταγράφεται
σε έρευνα αγοράς της IDC στο Παράρτημα 1 της καταγγελίας
της, καταλήγοντας σε συμπεράσματα για τον κύκλο εργασιών της εταιρείας.
Συγκεκριμένα, χρησιμοποιεί το μερίδιο αγοράς σε εύρος ως αυτό παρουσιάζεται
στον Πίνακα 4 της επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022, ήτοι 20-30%,
και υπολογίζει πως το 20% του €{…} αντιστοιχεί σε €{…}, ενώ το 30% σε €{…}. Γενικότερα, παρατηρείται πως η GCC αντιπαραθέτει τα στοιχεία που
παρουσιάζονται σε συγκεκριμένη έρευνα αγοράς της IDC ως επισυνάπτεται στο Παραρτήματα 1 της
καταγγελίας της, με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την προκαταρκτική της
έρευνα τα οποία όμως βασίζονται σε συγκεκριμένο ορισμό ήτοι τον εξοπλισμό
υποδομής δικτύου, που περιλαμβάνει και τις πωλήσεις που αφορούν τη συντήρηση
του.
377. Σημειώνεται ότι στην εν λόγω έρευνα της IDC αναφέρεται ότι: «This IDC White Paper includes aggregate revenue data for WLAN, routers, switches, and associated networking services.». Περαιτέρω στην εν λόγω έρευνα σημειώνεται ο ορισμός της ίδιας της IDC σε σχέση με (α) Network consulting and integration services, (β) Ethernet switch και (γ) Routers και τι αυτά περιλαμβάνουν. Επίσης, στον πίνακα 1 της εν λόγω έρευνας όπου παρουσιάζονται τα μερίδια αγοράς ανά επωνυμία προϊόντος (Vendor shares) για το 2017, όσον αφορά τις πωλήσεις (Networking Revenues) υπάρχει υποσημείωση ότι περιλαμβάνει switches, routers, WLANs, and related services. Συνακόλουθα, η Επιτροπή διαπιστώνει πως η εν λόγω έρευνα δεν αντικατοπτρίζει με ορθότητα τη δυναμική των εταιρειών σχετικά με την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών που λαμβάνονται υπόψιν στο πλαίσιο αξιολόγησης της παρούσας καταγγελίας.
378. Ως έχει σημειωθεί και ανωτέρω, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπό αναφορά υπόθεσης αφού αξιολογήθηκαν τα όσα δηλώθηκαν από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις σε σχέση με τις υπηρεσίες και προϊόντα που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην καταγγελία, καθορίστηκαν τα προϊόντα και υπηρεσίες που πρέπει να αφορούν οι πωλήσεις που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς υπολογισμού μεριδίων αγοράς και περιλάμβαναν τόσον πωλήσεις σε σχέση με την προμήθεια εξοπλισμού υποδομής δικτύου ενός παρόχου τηλεπικοινωνιών όσο και τη συντήρηση αυτού. Επίσης η Επιτροπή σημειώνει πως στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας της, ακολουθήθηκε συγκεκριμένος ορισμός, ώστε τα στοιχεία και δεδομένα που θα λάβει από τις εταιρείες στο πλαίσιο αξιολόγησης των μεριδίων αγοράς να είναι συγκρίσιμα.
379. Σε σχέση με τα όσα καταγράφει η καταγγέλλουσα εταιρεία στις θέσεις της όσον αφορά την εταιρεία ΖΤΕ ως σημειώνονται πιο πάνω, η Επιτροπή επαναλαμβάνει πως η σχετική η αγορά ως ορίστηκε, κατόπιν διεξαγωγής δέουσας έρευνας, δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη τεχνολογία αλλά ούτε και συγκεκριμένο πάροχο τηλεπικοινωνιών. Επίσης, δεν διαχωρίστηκε το δίκτυο υποδομής ενός παρόχου ανάλογα με την προσφερόμενη υπηρεσία αλλά ορίστηκε το δίκτυο στο σύνολο του, μέσω του οποίου ο πάροχος προσφέρει όλες του τις υπηρεσίες, είτε αυτές αφορούν κινητή τηλεφωνία, διαδίκτυο, επαγγελματικές διευκολύνσεις προς επιχειρήσεις κ.λ.π.. Επομένως, είναι δυνατό μια εταιρεία να παρείχε υπηρεσίες σε σχέση με συγκεκριμένο κομμάτι του δικτύου του παρόχου με τον οποίο συνεργαζόταν. Σε κάθε περίπτωση, όλες οι εταιρείες είχαν στη διάθεση τους συγκεκριμένο ορισμό που δόθηκε με τα ερωτηματολόγια για το τι συμπεριλαμβάνεται στον εξοπλισμό υποδομής δικτύου και συντήρησης αυτού, και εύλογο είναι ότι για να απαντήσει μια εταιρεία και να συμπληρώσει το σχετικό πίνακα, η ίδια η εταιρεία θεωρούσε ότι εμπίπτουν οι πωλήσεις της στον ορισμό αυτό.
380. Σημειώνεται πως η ΖΤΕ με εξαίρεση το 2018 που είχε πωλήσεις {…………………………………………}, τα έτη 2012 και 2015-2017 οι πωλήσεις της αφορούσαν {……………..…}, ενώ κατά τα έτη 2013-2014 {……………..…}.
381. Σε σχέση με τα όσα καταγράφει η καταγγέλλουσα εταιρεία στις θέσεις της όσον αφορά την εταιρεία REDMAX ως σημειώνονται πιο πάνω, η Επιτροπή σημειώνει πως η εταιρεία REDMAX κατά τα έτη 2012-218 είχε κυρίως συνεργασία με τις εταιρείες {………………………..…..…}. Οι περισσότερες της πωλήσεις αφορούν την {………..…}. Η εν λόγω εταιρεία δήλωσε για τις δραστηριότητες της πως: «Η εταιρεία Redmax Technologies Ltd ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 2004 και παρέχει υπηρεσίες τηλεπικοινωνίας. Οι πέντε από τους μεγαλύτερους μας πελάτες κατά τα πιο πάνω έτη ήταν {………………….…}.».
382. Περαιτέρω, όπως όλες οι εταιρείες είχαν στη διάθεση της τον ορισμό που δόθηκε με το ερωτηματολόγιο για το τι συμπεριλαμβάνεται στον εξοπλισμό υποδομής δικτύου και συντήρησης αυτού, και εύλογο είναι ότι για να απαντήσει και να συμπληρώσει το σχετικό πίνακα, η ίδια η εταιρεία θεωρούσε ότι εμπίπτουν οι πωλήσεις της στον ορισμό αυτό. Επίσης, ως έχει ήδη αναφερθεί η αγορά ως ορίστηκε δεν αφορά μόνο συγκεκριμένη τεχνολογία αλλά ούτε και συγκεκριμένο πάροχο τηλεπικοινωνιών. Περαιτέρω ως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, ακολουθήθηκε συγκεκριμένος ορισμός, ώστε τα στοιχεία και δεδομένα που δόθηκαν από τις εταιρείες στο πλαίσιο αξιολόγησης των μεριδίων αγοράς, να είναι συγκρίσιμα.
383. Σε σχέση με τα όσα καταγράφει η καταγγέλλουσα εταιρεία στις θέσεις της όσον αφορά την εταιρεία RALLITON ως σημειώνονται πιο πάνω, η Επιτροπή αναφέρει πως σύμφωνα με την έρευνα που διεξήχθη και τα στοιχεία που συλλέχθηκαν, η εταιρεία RALLITON είχε κάποιες ελάχιστες πωλήσεις προς τις εταιρείες {……………..…}, που ακόμα και να μην είχε ληφθεί υπόψη ως ανταγωνιστής στη σχετική αγορά δεν θα διαφοροποιούσε το τελικό συμπέρασμα της για τα μερίδια αγοράς και την κατοχή ή μη δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της καταγγελλόμενης εταιρείας LOGICOM SOLUTION.
384. Ιδιαίτερα σημειώνεται ότι τα μερίδια αγοράς της ήταν ελάχιστα, εφόσον το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς της, σύμφωνα με τον Πίνακα 6 του Σημειώματος της Υπηρεσίας ημερομηνίας 2/12/2021, ανερχόταν σε [0-5]% κατά το 2014.
385. Επίσης ως έχει ήδη αναφερθεί, η αγορά ως ορίστηκε δεν αφορά συγκεκριμένη τεχνολογία, συγκεκριμένο κομμάτι της υποδομής δικτύου ενός παρόχου τηλεπικοινωνιών, αλλά ούτε και συγκεκριμένο πάροχο τηλεπικοινωνιών.
386. Σε σχέση με τα όσα καταγράφει η καταγγέλλουσα εταιρεία στις θέσεις της όσον αφορά την εταιρεία ERICSSON ως σημειώνονται πιο πάνω, η Επιτροπή σημειώνει πως η εν λόγω εταιρεία έχει συνεργαστεί κατά τα έτη 2012-2018 μόνο με την {……..…} και την {……..…}, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων της αφορούσε την {……..…}. Σε σχέση με τις δραστηριότητες της όσον αφορά την εταιρεία της στην Κύπρο η ίδια ανάφερε πως: «The main activity of Ericsson AB (Cyprus Branch Office) is to provide technical support and professional services.». Η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι, όπως όλες οι εταιρείες είχε στη διάθεση της τον ορισμό που έδωσε στα ερωτηματολόγια για το τι εννοείται ως εξοπλισμό υποδομής δικτύου και συντήρησης αυτού, και εύλογο είναι ότι για να απαντήσει και να συμπληρώσει το σχετικό πίνακα, η ίδια η εταιρεία θεωρούσε ότι εμπίπτουν οι πωλήσεις της στον ορισμό αυτό. Επίσης, ως έχει ήδη αναφερθεί η αγορά ως ορίστηκε δεν αφορά μόνο συγκεκριμένη τεχνολογία αλλά ούτε και συγκεκριμένο πάροχο τηλεπικοινωνιών.
387. Περαιτέρω σημειώνεται πως το σύνολο της αγοράς είναι διαφορετικό από αυτό της έρευνας του Παραρτήματος 1 της καταγγελίας. Το 2017 το σύνολο βάσει του οποίου υπολογίζει η GCC της πωλήσεις της ERICSSON είναι €{…}, ενώ το σύνολο στο οποίο βασίστηκε η έρευνα για το ίδιο έτος συνολικά για προμήθεια και συντήρηση ανέρχεται στα €{…}. Αν λάβουμε υπόψη ξεχωριστά την προμήθεια και τη συντήρηση, τότε το σύνολο των πωλήσεων βάσει της έρευνας που διεξήχθη είναι για προμήθεια για το έτος 2017 είναι €{…}, ενώ για τη συντήρηση ανέρχεται στα €{…}. Σημειώνεται ότι το σύνολο των πωλήσεων της ERICSSON για το 2017 με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την έρευνα που διεξήχθη, είναι €{…} από τα οποία τα €{…} αφορούν την προμήθεια και €{…} αφορούν τη συντήρηση.
388.
Η GCC για ακόμα μία φορά, προβαίνει σε
υπολογισμούς χρησιμοποιώντας τα μερίδια αγοράς της Επιτροπής σε εύρος και το
σύνολο αγοράς ως αυτό καταγράφεται σε έρευνα αγοράς της IDC στο παράρτημα 1 της καταγγελίας της,
καταλήγοντας σε συμπεράσματα για τον κύκλο εργασιών της εταιρείας.
Συγκεκριμένα, χρησιμοποιεί το μερίδιο αγοράς σε εύρος ήτοι 20-30%, και
υπολογίζει πως το 20% του €{…} αντιστοιχεί σε €{…}, ενώ το 30% σε €{…}.
Γενικότερα ως έχει αναφερθεί ανωτέρω η Επιτροπή παρατηρεί πως, η GCC αντιπαραθέτει τα στοιχεία που
παρουσιάζονται σε συγκεκριμένη έρευνα αγοράς της IDC ως επισυνάπτεται στο Παραρτήματα 1 της
καταγγελίας της, με τα στοιχεία που συλλεχθήκαν κατά την προκαταρκτική έρευνα
τα οποία βασίζονται σε συγκεκριμένο ορισμό για το τι αφορά εξοπλισμός υποδομής
δικτύου, καθώς επίσης περιλαμβάνουν και τις πωλήσεις που αφορούν τη συντήρηση
του.
389. Σημειώνεται περαιτέρω ότι από το σύνολο προμήθειας και συντήρησης που έδωσε η ERICSSON για πωλήσεις της προς παρόχους και που χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς υπολογισμού μεριδίων αγοράς, κατά το έτος 2017 ανέρχονταν σε €{…}, και από το εν λόγω σύνολο τα €{…} αφορούσαν την {……}.
390. Για ακόμα μια φορά η GCC χρησιμοποιεί τα στοιχεία του Παραρτήματος 1 της καταγγελίας της όπου παρουσιάζονται μερίδια αγοράς ανά επωνυμία, και στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται σε αυτό της JUNIPER, ήτοι {…}%, και το συγκρίνει με αυτό της Επιτροπής, το οποίο όμως βασίζεται στη δική της έρευνα και ορισμό πωλήσεων για εξοπλισμό και συντήρηση υποδομής δικτύου προς παρόχους.
391. Σε σχέση με τα όσα καταγράφει η καταγγέλλουσα εταιρεία στις θέσεις της όσον αφορά την εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS ως σημειώνονται πιο πάνω, η Επιτροπή επαναλαμβάνει πως με τα ερωτηματολόγια τα οποία ζητήθηκε να παραθέσουν οι εταιρείες τις πωλήσεις τους για σκοπούς υπολογισμού μεριδίων αγοράς, διευκρινίστηκε ότι: «Για σκοπούς απάντησης του παρόντος ερωτηματολογίου, εξοπλισμός υποδομών δικτύων ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών (τηλεπικοινωνίες), περιλαμβάνει ιδίως, μεταγωγείς δικτύου και εξυπηρετητές, ελεγκτή ασύρματου δικτύου, ασύρματο σημείο πρόσβασης ή σταθμό βάσης, προστατευτικό τείχος/ συστήματα ασφάλειας δικτύου, εξισορροπιστή/ κατανομέα φόρτου, δρομολογητές, λογισμικό διαχείρισης και λειτουργίας δικτύου, πλατφόρμες διαχείρισης δικτύου, καθώς επίσης και προϊόντα όπως εξυπηρετητές οπτικής τεχνολογίας OLT και Cable Modem Termination System (CMTS).». Επομένως η Επιτροπή σημειώνει πως δεδομένου του ορισμού της σχετικής αγοράς ζήτησε και τις αντίστοιχες πωλήσεις και δεν θα ήταν εύλογο σε καμία περίπτωση να ζητήσει πωλήσεις που να αφορούν μόνο εξοπλισμό υποδομής δικτύου που βασίζεται αποκλειστικά στην τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet.
392. Επίσης η Επιτροπή επαναλαμβάνει πως και σε σχέση με τη LOGICOM SOLUTIONS, η GCC αντιπαραθέτει τα στοιχεία που παρουσιάζονται σε συγκεκριμένη έρευνα αγοράς της IDC ως επισυνάπτεται στο Παραρτήματα 1 της καταγγελίας της, με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την προκαταρκτική της έρευνα τα οποία βασίζονται σε συγκεκριμένο ορισμό για το τι αφορά εξοπλισμός υποδομής δικτύου, καθώς επίσης περιλαμβάνουν και τις πωλήσεις που αφορούν τη συντήρηση του.
393. Περαιτέρω στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι κατανοητό πως η καταγγέλλουσα εταιρεία συμπεραίνει πως για το έτος 2017 ο κύκλος εργασιών της LOGICOM SOLUTIONS κυμαίνεται μεταξύ {……….}, εφόσον, βάσει των μεριδίων αγοράς σε εύρος ως αυτά παρουσιάζονται στον Πίνακα 4 της επιστολής της Επιτροπής 1/11/2022 για το εν λόγω έτος, ήτοι 10-20%, και βάσει του συνόλου που έχει στη διάθεση της η GCC με την έρευνα που επισυνάπτεται στο Παράρτημα 1 της καταγγελίας της, ήτοι €{…}, το 10% του €{...} είναι το €{…} και το 20% €{…}. Διευκρινίζεται πως με βάσει την έρευνα που πραγματοποιήθηκε το σύνολο της αγοράς για το έτος 2017 είναι για προμήθεια και συντήρηση μαζί, €{…}.
394. Όσον αφορά την παρατήρηση της GCC πως είναι πολύ μικρό το ποσοστό των πωλήσεων της LOGICOM SOLUTIONS, η οποία συνεργάζεται με τη CISCO, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική αξία πωλήσεων στην Κύπρο για υποδομές διασύνδεσης / δικτύωσης (αντίστοιχος με τον ορισμό των υποδομών δικτύου) εμπορικής επωνυμίας CISCO ύψους €{…} [65], ως σημειώνεται στο Παράρτημα 1 της καταγγελίας της GCC ημερομηνίας 3/12/2018, διαπιστώθηκε πως βάσει της έρευνας που διεξήχθη, το σύνολο των πωλήσεων για προμήθεια και συντήρηση της LOGICOM SOLUTIONS για το 2017 ανερχόταν σε €{…}, το οποίο σε σχέση με το σύνολο που αναφέρει πιο πάνω η GCC αποτελεί περίπου το {…}%. Περαιτέρω η Επιτροπή σημειώνει πως κατά την προκαταρκτική έρευνα που διεξήχθη, είχε διαφανεί πως η CISCO συνεργαζόταν με αρκετές εταιρείες στην Κύπρο, εφόσον η LOGICOM SOLUTIONS με την επιστολή της 19/12/2019 είχε παραθέσει σχετικό παράρτημα με στοιχεία τα οποία είχαν εξαχθεί από την ιστοσελίδα της CISCO με κατάλογο των εταιρειών με τις οποίες είχε συνεργασία, οι οποίες ανέρχονταν τότε περίπου σε 90 εταιρείες. Επομένως, παρόλο που η LOGICOM SOLUTIONS αποτελεί πολύ σημαντικό συνεργάτη της CISCO στην Κύπρο, είναι λογικό οι πωλήσεις της να αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό αλλά όχι τις συνολικές πωλήσεις της εταιρείας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όπως έχει αναφερθεί η CISCO συνεργάζεται με ένα πολύ μεγάλο αριθμό εταιρειών.
395. Όσον αφορά τα στοιχεία του έτους 2016 που αφορούν την LOGICOM SOLUTIONS σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών συντήρησης εξοπλισμού δικτύου προς την ΑΤΗΚ και τη σχετική σύγκριση στην οποία προβαίνει η καταγγέλλουσα εταιρεία σε σχέση με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, με αυτά που παρουσιάζονται από την Επιτροπή στην επιστολή της ημερομηνίας 1/11/2022, σημειώνονται τα εξής. Το σύνολο για προμήθεια και συντήρηση της LOGICOM SOLUTIONS για το 2016 με βάσει της έρευνας της Υπηρεσίας ανέρχεται στα €{…} και από αυτό το σύνολο τα €{…} αφορούσαν προμήθεια και €{…} αφορούσαν συντήρηση. Επίσης από το σύνολο των €{…}, οι €{…} ήταν προς την {…}. Οι πωλήσεις προς {…} επίσης διαχωρίζονται σε €{…} για προμήθεια και €{…} για συντήρηση. Επομένως όσον αφορά τη συντήρηση το €{…}. δεν έχει μεγάλη απόκλιση από τα €{…}. που καταγράφονται στης Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής πως η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια και σαφήνεια τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψιν από μέρους της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Ως έχει αναφερθεί στην παρούσα έκθεση, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας και για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί λεπτομερώς, ακολουθήθηκε συγκεκριμένος ορισμός ώστε τα στοιχεία και δεδομένα που λήφθηκαν από τις εταιρείες στο πλαίσιο αξιολόγησης των μεριδίων αγοράς να είναι συγκρίσιμα.
396. Όσον αφορά το θέμα που θίγει στις θέσεις της η καταγγέλλουσα με συγκεκριμένο διαγωνισμό που κέρδισε η LOGICOM SOLUTIONS και για τον οποίο δεν συμπερίλαβε τις πωλήσεις της στο σύνολο των πωλήσεων της για το έτος 2014, σημειώνεται ότι πραγματοποιήθηκε έρευνα ειδικά για τον εν λόγω διαγωνισμό. Ιδιαίτερα, η Επιτροπή σημειώνει πως σχετική είναι η ερώτηση υπ’ αριθμό 1 που τέθηκε στην LOGICOM SOLUTIONS με την επιστολή ημερομηνίας 27/4/2023.
397. Η Επιτροπή σημειώνει πως η LOGICOM SOLUTIONS με τις επιστολές της ημερομηνίας 27/4/2023 και 2/5/2024 διευκρίνισε τα ακόλουθα:
i. Το SRAN ("Single Radio Access Network" / “Μονάδα Πρόσβασης με Ένα Ραδιοκύκλωμα”) είναι μια τεχνολογία που χρησιμοποιείται από παρόχους τηλεπικοινωνιών, όπως η ΑΤΗΚ, για να βελτιώσουν τις ασύρματες επικοινωνίες σε ένα δίκτυο κινητής τηλεφωνίας. Συγκεκριμένα, το SRAN επιτρέπει στον πάροχο να χρησιμοποιεί μια μόνο ραδιοσυχνότητα για την επικοινωνία με πολλές συσκευές κινητής τηλεφωνίας. Το έργο IP-SRAN της ATHK αναφέρεται στο σχεδιασμό, εγκατάσταση και υλοποίηση νέου εξοπλισμού στους σταθμούς κινητής βάσης (mobile base stations) ούτως ώστε όλες οι υποστηριζόμενες υπηρεσίες από τους σταθμούς βάσης (διαδίκτυο, mobile internet, φωνητικές κλήσεις) να μεταφέρονται και να εξυπηρετούνται προς το δίκτυο κορμού μέσω μίας διεπαφής (GE interface).
ii. Η LOGICOM SOLUTIONS, στο πλαίσιο του εν λόγω έργου, ασχολήθηκε μόνο με το κομμάτι το οποίο αφορά την τεχνολογία IP και τη σχετική αναβάθμιση του δικτύου κορμού.
iii. Η συνολική δαπάνη για το υπό αναφορά έργο IP-SRAN ήταν ${…}. Η σχετική σύμβαση υπογράφηκε το 2014 και ακολούθησε τον ίδιο χρόνο η τοποθέτηση παραγγελίας από την ΑΤΗΚ για την αγορά του σχετικού εξοπλισμού για την σταδιακή υλοποίηση του έργου. Οι τιμολογήσεις από πλευράς LOGICOM SOLUTIONS γίνονταν επίσης σταδιακά και με την παράδοση του κάθε επιμέρους στοιχείου του εξοπλισμού στην ΑΤΗΚ, όπως προνοούσε και η σύμβαση. {……………………………………}, όταν και ολοκληρώθηκαν. {………………………………}.
iv. Οι πωλήσεις που σχετίζονται με δικτυακό εξοπλισμό και αφορούν το έργο IP-SRAN (εξαιρουμένων ποσών που δεν αφορούν εξοπλισμό δικτύου αξίας €{…}) συμπεριλήφθηκαν στον πίνακα στον οποίο παραθέσαμε τις πωλήσεις της εταιρείας μας στην απάντηση μας στο ερωτηματολόγιο ημερομηνίας 24/5/2021.
398. Ως εκ τούτου η Επιτροπή καταλήγει πως σύμφωνα με τα όσα ανάφερε η LOGICOM SOLUTIONS, δεν φαίνεται να παραπλάνησε με την υποβολή των πωλήσεων της κατά την προκαταρκτική έρευνα, και οι οποιεσδήποτε πωλήσεις που αφορούσαν το έργο IP-SRAN και έπρεπε να ληφθούν υπόψιν κατά τον υπολογισμού του συνόλου των πωλήσεων της για την υπό εξέταση περίοδο στο πλαίσιο αξιολόγησης των μεριδίων αγοράς, έχουν συμπεριληφθεί.
399. Πέραν των πιο πάνω, η Επιτροπή διεξήλθε της έρευνας που πραγματοποιήθηκε από Υπηρεσία, ενεργώντας στη βάση των οδηγιών της ημερομηνίας 2/3/2023. Ειδικότερα η Επιτροπή διαπιστώνει πως διερευνήθηκαν οι διαφορές που δύναται να προκύπτουν βάσει της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται από τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην υποδομή των δικτύων τους καθώς και, κατά πόσον ορθά λήφθηκαν υπόψιν πωλήσεις προς τους παρόχους σχετικά με την υποδομή ενός δικτύου στο σύνολο του και όχι ανάλογα με την κάθε προσφερόμενη υπηρεσία που προσφέρεται μέσω διαφορετικού μέρους του δικτύου.
400. Όσον αφορά το κατά πόσον σωστά αποφασίστηκε πως για σκοπούς υπολογισμών μεριδίων αγοράς, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψιν πωλήσεις και προς τους τέσσερεις παρόχους, ήτοι ΑΤΗΚ, EPIC, CABLENET και PRIMETEL, η Επιτροπή σημειώνει πως με το ερωτηματολόγιο της ημερομηνίας 27/4/2023 προς την LOGICOM SOLUTIONS της απεύθυνε την εξής ερώτηση: «Να αναφέρετε κατά πόσον η υποδομή δικτύου της ΑΤΗΚ βασίζεται αποκλειστικά σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet, επεξηγώντας τι ακριβώς αφορά η εν λόγω τεχνολογία και κατά πόσο αυτή διαφέρει από τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται από άλλους παρόχους όπως οι EPIC, CABLENET, PRIMETEL κ.α. στην υποδομή του δικτύου τους. Να δώσετε όσο το δυνατό περισσότερες πληροφορίες ως προς το πως διαφοροποιείται η εν λόγω τεχνολογία. Ιδίως κατά πόσο οι εταιρείες που εισάγουν και εμπορεύονται στην Κύπρο τέτοια προϊόντα υποδομών δικτύων μπορούν σχετικά εύκολα να προμηθεύσουν παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών που χρησιμοποιούν διαφορετική τεχνολογία.»
401. Σε σχέση με την πιο πάνω ερώτηση, η LOGICOM SOLUTIONS με την απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 18/5/2023, ανάφερε τα πιο κάτω:
- Το πρωτόκολλο διαδικτύου (Internet Protocol, "IP") καθορίζει τα πρότυπα και τους κανόνες δρομολόγησης δεδομένων και σύνδεσης στο διαδίκτυο. Η διεύθυνση IP είναι το θεμέλιο οποιουδήποτε δικτύου, είτε αφορά ένα μικρό τοπικό δίκτυο, ή ολόκληρο το δίκτυο ενός παρόχου.
- Το Ethernet είναι η παραδοσιακή τεχνολογία για τη σύνδεση συσκευών σε ένα ενσύρματο τοπικό δίκτυο (LAN-Local Area Network) ή δίκτυο ευρείας περιοχής (WAN-Wide Area Network). Το Ethernet επιτρέπει στις συσκευές να επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω συγκεκριμένου πρωτοκόλλου (IP), το οποίο είναι ένα σύνολο κανόνων ή κοινή γλώσσα δικτύου. Το Ethernet περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι συσκευές δικτύου μορφοποιούν και μεταδίδουν δεδομένα, ώστε άλλες συσκευές στο ίδιο δίκτυο LAN ή WAN να μπορούν να αναγνωρίζουν, να λαμβάνουν και να επεξεργάζονται τις πληροφορίες. To καλώδιο Ethernet είναι η φυσική, έγκλειστη καλωδίωση μέσω της οποίας διακινούνται τα δεδομένα.
- Ένας πελάτης όπως η ΑΤΗΚ σχεδιάζει, υλοποιεί και συντηρεί ένα δίκτυο τηλεπικοινωνιακών υποδομών. Αυτό είναι απαραίτητο για να στηρίξει τις τέσσερις κύριες κατηγορίες υπηρεσιών της προς επιχειρηματικούς και καταναλωτικούς πελάτες: (α) Υπηρεσίες φωνής, (β) Τηλεόρασης, (γ) Διαδικτύου/Δεδομένων, και (δ) Κινητής Τηλεφωνίας. Οι τεχνολογίες IP (Internet Protocol) και Ethernet είναι τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται στο δίκτυο κορμού, μεταγωγής και πυρήνα.
- {………………………………….}. Πάνω σε αυτές τις «κεντρικές» περιοχές του δικτύου η ΑΤΗΚ (και ο κάθε πάροχος), χτίζει την υποδομή για επίγεια και κινητή τηλεφωνία.
- Οι τεχνολογίες IP και Ethernet είναι ευρέως διαδεδομένες και αποτελούν το κοινό πρότυπο τεχνολογιών στο οποίο βασίζονται οι υποδομές δικτύων όλων των παρόχων στην Κύπρο (αλλά και στο εξωτερικό), συμπεριλαμβανομένων των ΑΤΗΚ, EPIC και PRIMETEL. Οι πάροχοι αυτοί χρησιμοποιούν εξοπλισμό δικτύου στις υποδομές τους που βασίζεται στις ίδιες τεχνολογίες και πρωτόκολλα. Ο σχετικός εξοπλισμός μπορεί να είναι κατασκευής CISCO, όπως ο εξοπλισμός που προμηθεύει η LOGICOM SOLUTIONS, ή άλλων κατασκευαστών. Εξ όσων γνωρίζουν, ως σημειώνει η LOGICOM SOLUTIONS, η ΑΤΗΚ χρησιμοποιεί εξοπλισμό IP/Ethernet των εταιρειών CISCO και Juniper, ενώ η {……..} των εταιρειών {………….}.
- Οι εταιρείες που εμπορεύονται προϊόντα υποδομών δικτύων μπορούν να προμηθεύσουν τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών / τηλεπικοινωνιών και με προϊόντα διαφορετικών κατασκευαστών συμβατά με το σύνολο του προϋπάρχοντος εξοπλισμού δικτύου.
- Ενδεικτικά η LOGICOM SOLUTIONS παραθέτει πίνακα με τις κύριες περιοχές υποδομών δικτύων σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών / τηλεπικοινωνιών στην Κύπρο και, εξ όσων γνωρίζουν, τις κατασκευάστριες εταιρείες από τις οποίες προμηθεύονται αυτό τον εξοπλισμό. Ο πιο κάτω πίνακας, ως αναφέρουν, αντανακλά την υφιστάμενη κατάσταση:
|
|
Πάροχος και Προμηθεύτρια/ες Εταιρία/ες |
|||
|
Δίκτυο |
ΑΤΗΚ |
EPIC |
CABLENET |
PRIMETEL |
|
IP/Core |
CISCO/Juniper |
{…} |
{…} |
{…} |
|
FTTH (Fiber to the Home) |
{…} |
{…} |
{…} |
{…} |
|
DWDM/Transmission |
{…} |
{…} |
{…} |
{…} |
|
RAN (Radio Access Network) |
{…} |
{…} |
{…} |
{…} |
|
CMTS |
{…} |
|||
402. Σε σχέση με τον πιο πάνω πίνακα δίδονται και οι ακόλουθες επεξηγήσεις:
· FTTH (Fiber to the Home): Επίγειο Δίκτυο Πρόσβασης βασιζόμενο στην ευρεία ανάπτυξη οπτικών ινών
· DWDM/Transmission: Επίγειο Δίκτυο Μεταφοράς
· RAN (Radio access Network): Δίκτυο Κινητής Τηλεφωνίας.
· CMTS (Cable Modem Termination System): Εναλλακτική Τεχνολογία για το Δίκτυο Πρόσβασης
· MVNO (Mobile Virtual Network Operator): H CABLENET κατέχει άδεια φάσματος κινητής τηλεφωνίας, αλλά πουλά υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία της χρησιμοποιώντας το δίκτυο ενός αδειοδοτημένου παρόχου κινητής τηλεφωνίας (της ΑΤΗΚ στην προκείμενη περίπτωση).
403. Επομένως, ως καταλήγει η LOGICOM SOLUTIONS δεν υφίσταται κάποια διαφοροποίηση μεταξύ της τεχνολογίας (IP και Ethernet) της ΑΤΗΚ και αυτής που χρησιμοποιείται στο δίκτυο πυρήνα και δίκτυο κορμού από άλλους παρόχους, όπως οι π.χ. οι EPIC και PRIMETEL, όσον αφορά την υποδομή δικτύου.
404. Όσον αφορά το κατά πόσον οι πωλήσεις που λήφθηκαν υπόψιν σωστά περιλαμβάναν και πωλήσεις που αφορούσαν την παροχή υπηρεσιών υποδομής δικτύου και συντήρησης του σε σχέση με την κινητή τηλεφωνία, η LOGICOM SOLUTIONS με την επιστολή της ημερομηνίας 27/4/2023 ανάφερε πως η υποδομή δικτύου ενός παρόχου ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών για κινητή τηλεφωνία αφορά την απαραίτητη υποδομή ασύρματης και ενσύρματης (από τον σταθμό βάσης προς το δίκτυο) επικοινωνίας του οργανισμού με τους χρήστες κινητής τηλεφωνίας. Το παγκόσμιο πρότυπο συγχρονισμού δεδομένων και υπηρεσιών από και προς τους σταθμούς βάσης κινητής τηλεφωνίας (mobile base stations) βασίζεται στις τεχνολογίες/πρότυπα IP/Ethernet. Το ασύρματο μέρος (π.χ. ένας σταθμός βάσης κινητής τηλεφωνίας) της υποδομής δικτύου ενός παρόχου ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών για κινητή τηλεφωνία είναι μέρος του συνόλου ενός ολοκληρωμένου δικτύου τηλεπικοινωνιών και διασυνδέεται απαραίτητα με το δίκτυο κορμού και το δίκτυο πυρήνα. Οι σταθμοί κινητής τηλεφωνίας εξυπηρετούν την ασύρματη διασύνδεσή των χρηστών για υπηρεσίες φωνητικών κλήσεων, δεδομένων και βίντεο. Οι υπηρεσίες προωθούνται μέσω του δικτύου κορμού προς το δίκτυο πυρήνα, είτε προς άλλο σταθμό βάσης αν πρόκειται για τηλεφωνική κλήση είτε προς άλλο κινητό. Ως εκ τούτου, η LOGICOM SOLUTIONS θεωρεί ότι η υποδομή δικτύου που αφορά την κινητή τηλεφωνία είναι μέρος του συνόλου της υποδομής δικτύου ενός παρόχου ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών. {……………………………………….}.
405. Σε συνέχεια των πιο πάνω και σε σχέση με το τι αφορά η υποδομή δικτύου ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών για κινητή τηλεφωνία, και κατά πόσο αποτελεί μέρος του συνόλου της υποδομής δικτύου ενός παροχέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών, τόσο στην περίπτωση που η υποδομή δικτύου βασίζεται σε τεχνολογία lnternet Protocol (ΙΡ) και Ethernet όσο και σε οποιαδήποτε άλλη τεχνολογία, η εταιρεία ERICSSON στην επιστολή της ημερομηνίας 18/5/2023 στο πλαίσιο της συμπληρωματικής έρευνας ανάφερε ότι: «In principle, a mobile operator infrastructure contains various nodes that serve the mobile services for the mobile users, which are based on various protocols & standards that use the IP protocol only to communicate with each other. In addition, there are other nodes that have the necessary IP functionality to handle the IP protocol only and ensure that all nodes are communicating correctly via IP protocol. In general, nodes belonging to the first group constitute the mobile network part, while the latter ones belong to “IP network infrastructure”.»
406. Η Επιτροπή σημειώνει περαιτέρω πως στο πλαίσιο της επιπρόσθετης έρευνας που πραγματοποίησε η Υπηρεσία, η εταιρεία CABLENET, μετά από σχετική ερώτηση που της έγινε ανάφερε τα πιο κάτω σε σχέση με το δίκτυο της και τις εταιρείες οι οποίες την προμηθεύουν εξοπλισμό υποδομής δικτύου και υπηρεσίες συντήρησης του.
407. Ιδιαίτερα ως ανάφερε, οι προμηθευτές εξοπλισμού που προμηθεύουν τα δίκτυα πρόσβασης που υποστηρίζονται από τεχνολογίες ομοαξονικές (DOCSIS) και οπτικές fiber-to-the-home (FTTH), δίκτυα τα οποία περιλαμβάνουν εξυπηρετητές συστήματος τερματισμού καλωδιακού μόντεμ (Cable Modem Termination System, CMTS) καθώς και τερματικού οπτικής γραμμής (Optical Line Terminal, OLT), αφορούν, εξ όσον γνωρίζουν, επί του παρόντος, αποκλειστικά τις δραστηριότητές της CABLENET και δεν χρησιμοποιούνται από άλλους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένης της ΑΤΗΚ, της PRIMETEL και της EPIC. Συγκεκριμένα, οι εξυπηρετητές CMTS και OLT της CABLENET παρέχονται από την {…………………….} και την {….}, αντίστοιχα. Σημειώνουν περαιτέρω πως, εξ όσων γνωρίζουν, η CABLENET είναι ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κύπρο που αναπτύσσει την ομοαξονική τεχνολογία DOCSIS ACCESS. Ως εκ τούτου, θεωρούν πως κανένας άλλος πάροχος υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν προμηθεύεται από τους πωλητές εξοπλισμού από τους οποίους προμηθεύεται η CABLENET. Ωστόσο, η διάκριση αυτή δεν επεκτείνεται στη χρήση δρομολογητών (routers), όπου είναι κοινή γνώση εντός του τομέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ότι όλοι οι παροχείς ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κύπρο σε κάποιο βαθμό χρησιμοποιούν δρομολογητές {….} εντός των δικτύων διαδικτυακού πρωτοκόλλου (Internet Protocol, IP) τους.
408. Στην ερώτηση της Υπηρεσίας σε σχέση με το κατά πόσο ένας προμηθευτής που εξυπηρετεί την CABLENET, είναι δυνατό να εξυπηρετεί και οποιοδήποτε από τους άλλους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών/ τηλεπικοινωνιών όπως τις εταιρείες ΑΤΗΚ, EPIC και PRIMETEL, όσον αφορά την προμήθεια, εγκατάσταση και συντήρηση της υποδομής δικτύου τους, ανάφερε πως οι προμηθευτές/διανομείς τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού συχνά διατηρούν συνεργασίες με συγκεκριμένους κατασκευαστές, προωθώντας έτσι την τεχνογνωσία στην εγκατάσταση, λειτουργία και ενσωμάτωση του εξοπλισμού των εν λόγω κατασκευαστών. Παρόλο που ορισμένοι κατασκευαστές εξοπλισμού μπορεί να έχουν πολλούς συνεργάτες σε μια δεδομένη χώρα ή περιοχή, οι συνεργασίες αυτές συνήθως επιτρέπουν την ανάπτυξη μοναδικών δυνατοτήτων προσαρμοσμένων στα προϊόντα του πωλητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι προμηθευτές/διανομείς μπορεί να συνεργαστούν απευθείας με τον κατασκευαστή για την απόκτηση εξειδικευμένων υπηρεσιών σε τομείς που απαιτούν πρόσθετη τεχνογνωσία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τόσο για τους εξυπηρετητές CMTS όσο και για τους εξυπηρετητές OLT της CABLENET, ούτε η {……..} ούτε η {…….} εμπλέκονται με την CABLENET για την απόκτηση, εγκατάσταση, και λειτουργία ή ενσωμάτωση αυτού του τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού. Όσον αφορά το δίκτυο IP, και συγκεκριμένα τους δρομολογητές {……..} η {……...} εμπλέκεται ως συνεργάτης μας, δεδομένης της αποκλειστικής χρήσης εξοπλισμού {…...} εντός της δικτυακής μας υποδομής.
409. Η Επιτροπή σημειώνεται επίσης όσον αφορά το γεγονός ότι η αγορά δεν διαχωρίστηκε ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσφέρονται αλλά γενικότερα ως υποδομή δικτύου ότι, κατά την προκαταρκτική έρευνα, μετά από σχετική ερώτηση που έγινε προς την ίδια την ΑΤΗΚ, η τελευταία στην επιστολή της 31/7/2020 ανάφερε πως ο εξοπλισμός που αφορά το δίκτυο περιλαμβάνει δρομολογητές (routers) και μεταγωγείς (switches) διαφορετικών δυνατοτήτων ανάλογα με τη χρήση και επομένως πολλών διαφορετικών μοντέλων. Το κάθε ένα από αυτά μπορεί να υποδεχθεί διαφορετικές κάρτες, ανάλογα με τις υπηρεσίες που θα προσφέρει. Ο εξοπλισμός αυτός συνδέεται μεταξύ του με οπτικές ίνες ή άλλες τεχνολογίες ώστε να δημιουργήσει δίκτυα τα οποία μπορεί να είναι εντός ενός κτηρίου, μεταξύ μικρού αριθμού κτηρίων ή παγκύπρια (σε δεκάδες κτήρια). Μέσω αυτών των δικτύων, ως ανάφερε η ίδια η ΑΤΗΚ, προσφέρει όλες τις υπηρεσίες της, ήτοι σταθερή και κινητή τηλεφωνία, διαδίκτυο, τηλεόραση, μεταφορά δεδομένων επιχειρηματικών πελατών αλλά και άλλες υπηρεσίες.
410. Δεδομένων των όσων καταγράφονται στην επιστολή της καταγγέλλουσας ημερομηνίας 9/2/2023 και με βάση όλα όσα σημειώθηκαν πιο πάνω, η Επιτροπή στο πλαίσιο της πλήρους διερεύνησης της καταγγελίας έχει προβεί και παρουσιάζει στη συνέχεια τρία διαφορετικά σενάρια σε σχέση με τα μερίδια αγοράς, το πρώτο από τα οποία βασίζεται στον ορισμό της σχετικής αγοράς ως αυτή έχει οριστεί ανωτέρω, ενώ τα άλλα δύο αποτελούν εναλλακτικές προσεγγίσεις και/ή υποθετικά σενάρια.
Ø ΣΕΝΑΡΙΟ Α (ΑΤΗΚ, EPIC, CABLENET, PRIMETEL)
411. Η Επιτροπή, δεδομένων των θέσεων της εταιρείας GCC αναφορικά με τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς ως αυτός παρουσιάζεται στον Πίνακα 4 της επιστολής της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022, για σκοπούς πληρότητας της έρευνας της προέβη σε εκ νέου υπολογισμούς του κύκλου εργασιών. Σε σχέση με τους εκ νέου υπολογισμούς, σημειώνεται πως το Σενάριο Α, είναι το ίδιο ως αυτό βάσει του οποίου υπολογίστηκαν τα μερίδια αγοράς αρχικά και παρουσιάστηκαν πιο πάνω, δηλαδή αφορά πωλήσεις προς όλους τους παρόχους τηλεπικοινωνιών ήτοι ΑΤΗΚ, EPIC, CABLENET, PRIMETEL, σύμφωνα με τον ορισμό της σχετικής αγοράς, με μόνο κάποιες ελάχιστες διαφορές, ως εξής:
(α) Σε σχέση με τις πωλήσεις της LOGICOM SOLUTIONS, επισημαίνεται πως σ’ αυτές πέραν των πωλήσεων της προς τους {………………………….}, συμπεριλήφθηκαν πωλήσεις και προς τις εταιρείες {…………………………….}. Η Επιτροπή σημειώνει επί τούτου πως σε σχέση με την εταιρεία {………………….} δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία αποτελεί θυγατρική εταιρεία {…….}, έκρινε ορθότερο όπως συμπεριληφθούν οι πωλήσεις της στο σύνολο των πωλήσεων της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS. Σε σχέση με τις πωλήσεις της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS προς την {…….} η Επιτροπή σημειώνει πως ανευρέθηκαν πληροφορίες που αναφέρουν πως η εν λόγω εταιρεία σχετίζεται με «Television And Radio – Broadcasting And Distribution», ως εκ τούτου κρίθηκε ορθότερο να μην συμπεριληφθούν στους υπολογισμούς. Ως εκ τούτου, οι πωλήσεις της LOGICOM SOLUTIONS προς την {…….}, οι οποίες αφορούν μόνο τα έτη 2017 και 2018, αφαιρέθηκαν από το σύνολο των πωλήσεων της LOGICOM SOLUTIONS.
(β) Επιπρόσθετα σημειώνεται πως λήφθηκαν υπόψιν στους εκ νέου υπολογισμούς μεριδίων αγοράς και οι ελάχιστες πωλήσεις της LOGICOM PUBLIC και της θυγατρικής της εταιρείας Newcytech Business Solutions Ltd (στο εξής «NEWCYTECH»), οι οποίες γνωστοποιήθηκαν με την επιπρόσθετη έρευνα που έχει διεξαχθεί. Η προσθήκη αυτή έγινε, ώστε να εκτιμηθεί κατά πόσον αν είχε συμπεριληφθεί και ως παίκτης της αγοράς η LOGICOM PUBLIC και οι οποιεσδήποτε θυγατρικές της, ως η παρατήρηση της καταγγέλλουσας ότι δεν λήφθηκαν υπόψιν οι δραστηριότητες του ομίλου LOGICOM, θα διαφοροποιούσε το αποτέλεσμα της έρευνας αναφορικά με την κατοχή δεσπόζουσας θέσης από τις καταγγελλόμενες εταιρείες.
412. Ιδιαίτερα, στον Πίνακα 2 πιο κάτω παρουσιάζονται τα μερίδια αγοράς των παικτών οι οποίοι δραστηριοποιούνται στη σχετική αγορά, για τα οποία λήφθηκαν υπόψιν οι πωλήσεις προς όλους τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ήτοι ΑΤΗΚ, EPIC, CABLENET και PRIMETEL.
|
ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Μερίδια αγοράς ανά επιχείρηση για «Παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και συντήρησης αυτών, σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ήτοι ΑΤΗΚ, EPIC, CABLENET, PRIMETEL»[66] |
|||||||
|
|
2012 (%) |
2013 (%) |
2014 (%) |
2015 (%) |
2016 (%) |
2017 (%) |
2018 (%)
|
|
LOGICOM SOLUTIONS |
[20-30] |
[20-30] |
[30-40] |
[20-30] |
[10-20] |
[10-20] |
[10-20] |
|
LOGICOM PUBLIC |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
|
|
|
|
GCC |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[5-10] |
[0-5] |
[0-5] |
|
ZTE |
[0-5] |
|
|
[0-5] |
[0-5] |
[5-10] |
[10-20] |
|
RALLITON |
[0-5] |
|
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
|
IBM |
|
|
|
|
|
[0-5] |
[0-5] |
|
REDMAX |
[0-5] |
[5-10] |
[0-5] |
[5-10] |
[10-20] |
[20-30] |
[20-30] |
|
ERICSSON |
[50-60] |
[40-50] |
[40-50] |
[30-40] |
[20-30] |
[20-30] |
[20-30] |
|
[5-10] |
[10-20] |
[10-20] |
[20-30] |
[20-30] |
[20-30] |
[20-30] |
|
|
HTE |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
NEWCYTECH |
|
|
|
[0-5] |
|
|
|
413. Η Επιτροπή σημειώνει ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του πιο πάνω Πίνακα 2, κατά την υπό εξέταση περίοδο 2012-2018, προκύπτει ότι οι πιο σημαντικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών φαίνεται να ήταν οι εταιρείες ERICSSON, HUAWEI, LOGICOM SOLUTIONS και REDMAX.
414. Βάσει των μεριδίων αγοράς και ιδιαίτερα δεδομένων των μεριδίων αγοράς της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS την περίοδο από το 2012 έως το 2018 και λαμβανομένου υπόψη των μεριδίων αγοράς των ανταγωνιστών της κατά την ίδια περίοδο, η Επιτροπή διαπιστώνει πως δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί πως έχει τη δυνατότητα να ενεργεί σε αισθητό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες της και κατ’ επέκταση τους καταναλωτές.
415. Ιδιαίτερα σημειώνεται πως το υψηλότερο μερίδιο αγοράς της LOGICOM SOLUTIONS σημειώθηκε το 2014, και ανερχόταν σε [30-40]%, ενώ κατά το ίδιο έτος η ERICSSON κατείχε μερίδιο αγοράς της τάξης του [40-50]%. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και για τα υπόλοιπα έτη, εφόσον αν και η LOGICOM SOLUTIONS κατέχει ένα αξιόλογο μερίδιο αγοράς κατά τα έτη 2012-2013 και 2015-2018, εντούτοις για κάθε ένα από τα εν λόγω έτη, είτε η εταιρεία ERICSSON είτε η εταιρεία HUAWEI κατέχουν ακόμα μεγαλύτερο μερίδιο από αυτήν.
416. Περαιτέρω σημειώνεται πως αν στο μερίδιο αγοράς της LOGICOM SOLUTIONS προστεθεί και το μερίδιο αγοράς που κατείχε κατά τα έτη 2012-2014 η LOGICOM PUBLIC δεν θα επιφέρει καμία διαφορά, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία κατείχε μερίδια αγοράς της τάξης του [0-5]%, [0-5]% και [0-5]%, αντίστοιχα. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που προστεθεί το μερίδιο αγοράς της θυγατρικής της LOGICOM PUBLIC, ήτοι της εταιρείας NEWCYTECH, εφόσον η εν λόγω εταιρεία πραγματοποίησε πωλήσεις μόνο κατά το έτος 2015 και το μερίδιο αγοράς της ανέρχεται μόλις στο [0-5]%.
417. Συνακόλουθα, η Επιτροπή καταλήγει πως στη βάση του Σεναρίου Α η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS δεν κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στην παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησής του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
ΣΕΝΑΡΙΟ B (ΑΤΗΚ, EPIC, PRIMETEL)
418. Η Επιτροπή υπολόγισε τα μερίδια αγοράς στη βάση του Σενάριού Β αφαιρώντας τις οποιεσδήποτε πωλήσεις των εταιρειών προς την CABLENET ώστε να εκτιμηθεί κατά πόσον με στενότερο ορισμό της σχετικής αγοράς, ήτοι μόνο σε σχέση με τους παρόχους τηλεπικοινωνιών ΑΤΗΚ, EPIC και PRIMETEL θα διαφοροποιείτο το συμπέρασμα αναφορικά με τη μη ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης από τις καταγγελλόμενες εταιρείες.
419. Σχετικός επί τούτου είναι ο Πίνακας 3 που ακολουθεί:
|
ΠΙΝΑΚΑΣ 3: Μερίδια αγοράς ανά επιχείρηση για «Παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και συντήρησης αυτών, στους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών ΑΤΗΚ, EPIC και PRIMETEL»[67]
|
|||||||
|
|
2012 (%) |
2013 (%) |
2014 (%) |
2015 (%) |
2016 (%) |
2017 (%) |
2018 (%)
|
|
LOGICOM SOLUTIONS |
[20-30] |
[20-30] |
[30-40] |
[20-30] |
[20-30] |
[10-20] |
[20-30] |
|
LOGICOM PUBLIC |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
|
|
|
|
GCC |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[5-10] |
[0-5] |
[0-5] |
|
ZTE |
[0-5] |
|
|
[5-10] |
[0-5] |
[5-10] |
[10-20] |
|
RALLITON |
[0-5] |
|
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
|
IBM |
|
|
|
|
|
[0-5] |
[0-5] |
|
REDMAX |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[5-10] |
[5-10] |
|
ERICSSON |
[50-60] |
[40-50] |
[40-50] |
[30-40] |
[30-40] |
[30-40] |
[20-30] |
|
HUAWEI |
[5-10] |
[10-20] |
[10-20] |
[20-30] |
[30-40] |
[20-30] |
[20-30] |
|
HTE |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
NEWCYTECH |
|
|
|
[0-5] |
|
|
|
420. Η Επιτροπή σημειώνει πως ακόμα και όταν δεν θεωρηθεί μέρος της αγοράς η CABLENET και αφαιρεθούν οι οποιεσδήποτε πωλήσεις έγιναν προς αυτήν, ως διαφαίνεται από τα στοιχεία του Πίνακα 3, επικρατεί παρόμοια εικόνα όπως και με το Σενάριο Α. Ιδιαίτερα σύμφωνα με τα στοιχεία του πιο πάνω Πίνακα 3, κατά την υπό εξέταση περίοδο 2012-2018, προκύπτει ότι οι πιο σημαντικοί παίκτες της αγοράς προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών παραμένουν οι εταιρείες ERICSSON, HUAWEI και LOGICOM SOLUTIONS.
421. Όπως και με το Σενάριο Α, βάσει των μεριδίων αγοράς και ιδιαίτερα δεδομένων των μεριδίων αγοράς της εταιρείας LOGICOM SOLUTIONS την περίοδο από το 2012 έως το 2018 και λαμβανομένου υπόψη των μεριδίων αγοράς των ανταγωνιστών της κατά την ίδια περίοδο ως αυτά σημειώνονται πιο πάνω στον Πίνακα 3, η Επιτροπή διαπιστώνει πως δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί πως η LOGICOM SOLUTIONS έχει τη δυνατότητα να ενεργεί σε αισθητό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες της και κατ’ επέκταση τους καταναλωτές.
422. Ιδιαίτερα σημειώνεται πως το υψηλότερο μερίδιο αγοράς της LOGICOM SOLUTIONS σημειώθηκε το 2014, και ανερχόταν σε [30-40]%, ενώ κατά το ίδιο έτος η ERICSSON κατείχε μερίδιο αγοράς της τάξης του [40-50]%. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και για τα υπόλοιπα έτη, εφόσον αν και η LOGICOM SOLUTIONS κατέχει ένα αξιόλογο μερίδιο αγοράς κατά τα έτη 2012-2013 και 2015-2018, εντούτοις για κάθε ένα από τα εν λόγω έτη, είτε η εταιρεία ERICSSON είτε η εταιρεία HUAWEI κατέχουν ακόμα μεγαλύτερο μερίδιο από αυτήν.
423. Περαιτέρω σημειώνεται πως αν στο μερίδιο αγοράς της LOGICOM SOLUTIONS προστεθεί και το μερίδιο αγοράς που κατείχε κατά τα έτη 2012-2014 η LOGICOM PUBLIC δεν θα επιφέρει καμία διαφορά, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία κατείχε μερίδια αγοράς της τάξης του [0-5]%, [0-5]% και [0-5]%,, αντίστοιχα. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που προστεθεί το μερίδιο αγοράς της θυγατρικής της LOGICOM PUBLIC, ήτοι της εταιρείας NEWCYTECH, εφόσον η εν λόγω εταιρεία πραγματοποίησε πωλήσεις μόνο κατά το έτος 2015 και το μερίδιο αγοράς της ανέρχεται μόλις στο [0-5]%.
424. Συνακόλουθα, η Επιτροπή ομόφωνα καταλήγει πως ακόμη και με το Σενάριο Β η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS δεν κατέχει το υψηλότερο μερίδιο αγοράς στην παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησής του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
425. Η Επιτροπή τέλος προχώρησε και στην εξέταση ενός Σεναρίου Γ, στο οποίο λήφθηκαν υπόψιν μόνο οι πωλήσεις των εταιρειών προς την ΑΤΗΚ, δεδομένου πως οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην καταγγελία αφορούν τους διαγωνισμούς που προκηρύχθηκαν από την ΑΤΗΚ. Στόχος είναι να εκτιμηθεί κατά πόσον αν η αγορά είχε οριστεί στενότερα, ήτοι μόνο σε σχέση με αυτήν, θα διαφοροποιούσε το αποτέλεσμα της Επιτροπής για μη κατοχή δεσπόζουσας θέσης από τις καταγγελλόμενες εταιρείες. Σχετικός επί τούτου είναι ο Πίνακας 4 κατωτέρω:
|
ΠΙΝΑΚΑΣ 4: Μερίδια αγοράς ανά επιχείρηση για «Παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομών δικτύων και συντήρησης αυτών προς ΑΤΗΚ»[68]
|
|||||||
|
|
2012 (%) |
2013 (%) |
2014 (%) |
2015 (%) |
2016 (%) |
2017 (%) |
2018 (%)
|
|
LOGICOM SOLUTIONS |
[30-40] |
[30-40] |
[40-50] |
[30-40] |
[30-40] |
[30-40] |
[30-40] |
|
LOGICOM PUBLIC |
[0-5] |
|
|
|
|
|
|
|
GCC |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
{…….} |
[0-5] |
|
|
[5-10] |
[5-10] |
[10-20] |
[5-10] |
|
{…….} |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
|
{…….} |
[50-60] |
[60-70] |
[50-60] |
[40-50] |
[30-40] |
[40-50] |
[30-40] |
|
{…….} |
|
|
[0-5] |
[5-10] |
[10-20] |
[10-20] |
[20-30] |
|
{…….} |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
[0-5] |
426. Η Επιτροπή διαπιστώνει πως ακόμα και αν η αγορά οριστεί στενότερα, ήτοι ως η παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού υποδομής δικτύου της ΑΤΗΚ και συντήρησης αυτού, βάσει των μεριδίων αγοράς ως αυτά σημειώνονται στον πιο πάνω Πίνακα 4, η LOGICOM SOLUTIONS δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί πως κατέχει δεσπόζουσα θέση και δεν δύναται να θεωρηθεί πως έχει τη δυνατότητα να ενεργεί σε αισθητό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες της και κατ’ επέκταση τους καταναλωτές.
427. Ιδιαίτερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του πιο πάνω Πίνακα 4, αν και τα μερίδια αγοράς της LOGICOM SOLUTIONS είναι υψηλότερα από αυτά που της αναλογούν σε σχέση με τα Σενάρια Α και Β, εντούτοις για κάθε έτος η εταιρεία {…….} κατέχει μεγαλύτερο μερίδιο από αυτήν.
428. Σημειώνεται πως το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς της LOGICOM SOLUTIONS είναι αυτό του 2014, το οποίο ανέρχεται σε [40-50]%. Παρόλα αυτά, κατά το ίδιο έτος η εταιρεία {…….} κατέχει ακόμα μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς, της τάξης του [50-60]%.
429. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει πως ακόμη και με το Σενάριο Γ η εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS δεν κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς αν η αγορά οριζόταν ως η παροχή υπηρεσιών προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησής του προς την ΑΤΗΚ, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
430. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει πως ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μπορεί να απορρέει από το συνδυασμό διαφόρων παραγόντων οι οποίοι από μόνοι τους δεν αποτελούν απαραίτητα επαρκή ένδειξη για την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, αλλά όταν συνδυάζονται μεταξύ τους, οδηγούν στη δημιουργία της. Ένα από αυτά είναι και το μερίδιο αγοράς. Για τη στοιχειοθέτηση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης, όπως η έννοια παρατίθεται πιο πάνω, θα πρέπει να εξεταστεί το μέγεθος της επιχείρησης και συγκεκριμένα το μερίδιο αγοράς που κατέχει η επιχείρηση στη σχετική αγορά. Εν προκειμένω, η Επιτροπή αφού διεξήλθε του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και μελέτησε ενδελεχώς τα όσα αναπτύχθηκαν αμφότερα από τις εμπλεκόμενες και τρίτες εταιρείες, ομόφωνα αποφάσισε πως για σκοπούς εξέτασης της παρούσας καταγγελίας η σχετική αγορά ορίζεται ως η προμήθεια και εγκατάσταση υποδομής δικτύου και η συντήρηση του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
431. Η Επιτροπή με βάσει όλων όσων καταγράφονται πιο πάνω και των σχετικών μεριδίων αγοράς της LOGICOM SOLUTIONS, λαμβάνοντας υπόψιν και την έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα μερίδια αγοράς των υπολοίπων εταιρειών ως αποτυπώνονται στον Πίνακα 1 καθώς και τους υπολογισμούς των μεριδίων αγοράς ως αποτυπώνονται στη συνέχεια στους Πίνακες 2-4, σημειώνει πως δεν προκύπτει η καταγγελλόμενη εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS να απολαμβάνει οικονομική δύναμη, που την καθιστά ικανή να παρακωλύει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, με όποιον τρόπο εάν ιδωθούν τα μερίδια αγοράς στη βάση της αξίας πωλήσεων.
432. Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που δεν ληφθούν υπόψιν οι πωλήσεις των εταιρειών προς όλους τους παρόχους τηλεπικοινωνιών, ως έγινε στα Σενάρια Β και Γ, δεν προκύπτει πως η καταγγελλόμενη εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS στην υπό αναφορά περίοδο κατείχε τέτοιο μερίδιο αγοράς που να της προσδίδει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά προϊόντος.
433. Ως εκ τούτου η Επιτροπή αφού μελέτησε ενδελεχώς το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου σε συνάρτηση με το Σημείωμα της Υπηρεσίας ημερομηνίας 2/12/2021 και την συμπληρωματική Έκθεση Ευρημάτων της Υπηρεσίας ημερομηνίας 5/12/2024 όπου καταγράφονται οι εισηγήσεις της αναφορικά με την προκαταρκτική έρευνα, καθοδηγούμενη από την ενωσιακή νομολογία, ομόφωνα αποφασίζει πως, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της αγοράς καθώς και τα μερίδια αγοράς της καταγγελλόμενης σε σχέση με τα μερίδια των υπόλοιπων εταιρειών της αγοράς η καταγγελλόμενη εταιρεία LOGICOM SOLUTIONS κατά την υπό εξέταση περίοδο 2012-2018, δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά προμήθειας και εγκατάστασης υποδομής δικτύου και συντήρησης του σε παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
434. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εν απουσία στοιχειοθέτησης κατοχής δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της LOGICOM SOLUTIONS, δεν προχωρεί να εξετάσει τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας εταιρείας GCC για καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής. Περαιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει πως στη βάση των πιο πάνω παρέλκει η εξέταση του αντίστοιχου άρθρου102 της ΣΛΕΕ.
|
Εύα Παντζαρή Πρόεδρος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________ |
|
Άριστος Αριστείδου Παλούζας Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________ |
|
Νεόφυτος Μαυρονικόλα Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________ |
|
|
|
|
Ιωάννα Σαπίδου Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού |
_________________________
|
[1] Σημειώνεται ότι παρήλθε ένα χρονικό διάστημα μέχρις ότου αποσταλούν τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της Επιτροπής εφόσον κατά την εν λόγω συνεδρία της Επιτροπής που πραγματοποιήθηκε στις 13/12/2021, η Επιτροπή αποφάσισε παράλληλα όπως δώσει οδηγίες στην Υπηρεσία (α) να αποστείλει στις εταιρείες PRIMETEL, CISCO, ΗΤΕ και ΑΤΗΚ επιστολή με την οποία να τους καλεί να προσδιορίσουν συγκεκριμένα στοιχεία που θεωρούν ότι αποτελούν εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες και/ή επιχειρηματικά απόρρητα στις απαντητικές τους επιστολές καθώς επίσης παραχωρήσουν χωριστή μη εμπιστευτική εκδοχή τους, και (β) να αποστείλει επιστολή προς τις εταιρείες LOGICOM SOLUTIONS και LOGICOM PUBLIC, με την οποία να τις καλεί όπως προσδιορίσουν στο υπόμνημα τους συγκεκριμένες πληροφορίες που θεωρούν ότι αποτελούν εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες και/ή επιχειρηματικά απόρρητα καθώς επίσης να παραχωρήσουν χωριστή μη εμπιστευτική εκδοχή του, αφού αιτιολογήσουν επακριβώς και με σαφήνεια τις θέσεις τους. Η Επιτροπή, αποφάσισε όπως η υπόθεση τεθεί ενώπιον της άμα τη λήψη των απαντήσεων των πιο πάνω εταιρειών αναφορικά με τις δηλώσεις χαρακτηρισμού εμπιστευτικών στοιχείων, ώστε να αποφασίσει τελικώς επί του συνόλου για τα στοιχεία και τις πληροφορίες που συνιστούν εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες και/ή επιχειρηματικά απόρρητα και τα οποία δεν θα πρέπει να κοινοποιηθούν στην καταγγέλλουσα εταιρεία κατά τη γνωστοποίηση των προκαταρκτικών συμπερασμάτων της.
Ακολούθως, στις 9/3/2022 η Επιτροπή σε συνεδρία της έδωσε οδηγίες προς την Υπηρεσία να προχωρήσει στην ετοιμασία Εισηγητικής Έκθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 23(στ) και στη βάση των διατάξεων του άρθρου 41 του Νόμου του Νόμου αρ. 13(Ι)/2022. Ως εκ τούτου, η Υπηρεσία διεξήλθε των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης προκειμένου να θέσει τις απόψεις και εισηγήσεις της προς την Επιτροπή τόσο επί των πληροφοριών που υποδείχθηκαν ως εμπεριέχουσες εμπιστευτικής φύσεως στοιχεία ή/και επιχειρηματικά απόρρητα από τις εμπλεκόμενες και τρίτες εταιρείες, όσο και γενικότερα σε σχέση με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση ημερομηνίας 21/9/2022 την οποία κατάθεσε ενώπιον της Επιτροπής. Η Επιτροπή στη συνεδρία της ημερομηνίας 26/9/2022 μελέτησε την Εισηγητική Έκθεση της Υπηρεσίας και σε συνάρτηση με τα αιτήματα περί εμπιστευτικότητας ορισμένων εκ των στοιχείων που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, καθώς και άλλα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ομόφωνα αποφάσισε για τα στοιχεία τα οποία θα αποκρυβούν.
[2] Η Επιτροπή σημειώνει ότι η εταιρεία LOGICOM PUBLIC στην απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 19/12/2019 διευκρίνισε ότι {…………………….…}.
* Οι αριθμοί και/ή τα στοιχεία που παραλείπονται/διαγράφονται και δεν εμφανίζονται τόσο σε αυτό το σημείο όσο και στη συνέχεια, καλύπτονται από επιχειρηματικό απόρρητο ή αφορούν πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως. Ενδεικτικό της απάλειψης είναι το σύμβολο {…}.
[3]ICN, Unilateral Conduct Workbook, Chapter 4, Predatory Pricing Analysis, παρ. 101.
[4] Έγγραφο με τίτλο «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟ 3 ΔΕΚΕΜΒΙΟΥ 2018 ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΗΣ G.C.C. (COMPUTERS) LTD», ημερομηνίας 10/2/2020, το οποίο αποστάληκε από τις εταιρείες LOGICOM και LOGICOM PUPLIC.
[5] Η Επιτροπή σημειώνει ότι στην ιστοσελίδα της Juniper, εάν ψάξει κανείς στους συνεργάτες για την Κύπρο, διαφαίνεται ότι ο μόνος συνεργάτης της είναι η καταγγέλλουσα εταιρεία GCC, η οποία κατηγοριοποιείται ως “elite reseller” και “support services partner”, αναφορικά με την προμήθεια συνολικά τριών κατηγοριών προϊόντων επωνυμίας Juniper, ήτοι, (α) Routing, (β) Security και (γ) Switching (https://www.juniper.net/us/en/partners/locator/).
[6] Επιστολή ημερομηνίας 3/12/2018.
[7] Έγγραφο με τίτλο «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟ 3 ΔΕΚΕΜΒΙΟΥ 2018 ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΗΣ G.C.C. (COMPUTERS) LTD», ημερομηνίας 10/2/2020, το οποίο αποστάληκε από τις εταιρείες LOGICOM και LOGICOM PUPLIC.
[8] Βλέπε Παράρτημα 10 απαντήσεων της LOGICOM SOLUTIONS, ημερομηνίας 19/12/2019.
[9] Βλέπε επιστολή της ΑΤΗΚ ημερομηνίας 31/7/2020.
[10] Σχετικό είναι και το Annex 2 του Maintenance Agreement.
[11] Βλέπε επιστολή της ΑΤΗΚ ημερομηνίας 31/7/2020, Παράρτημα 15.
[12] Βλ. και επισυναπτόμενο έγγραφο της LOGICOM SOLUTION (παράρτημα 14.2.1.1. / total tender price).
[13] Βλ. και επισυναπτόμενο έγγραφο της LOGICOM SOLUTION (παράρτημα 14.2.2.1. / total tender price).
[14] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την καταγγελία της GCC η προσφορά ήταν $899.791,32, όμως από τα στοιχεία που δόθηκαν από την ΑΤΗΚ (επιστολή ημερομηνίας 31/7/2020) η προσφορά της LOGICOM και η συντήρηση συμπεριλαμβανόταν ήταν ύψους {……..}
[15] Σημειώνεται ότι στην καταγγελία, σελ.35, η GCC σημειώνει ότι η προσφορά της LOGICOM SOLUTIONS ανερχόταν συνολικά σε US$34.433 (US$25.995.20 για τον εξοπλισμό και US$8.437.80 για τη συντήρηση), ενώ τα ποσά που έχουν καταγραφεί είναι σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν από την ΑΤΗΚ (επιστολή ημερομηνίας 31/7/2020).
[16] Επιστολή 19/12/2019.
[17] Όσον αφορά τον εν λόγω διαγωνισμό σημειώνεται ότι η LOGICOM SOLUTIONS ανέφερε ότι {………………………………………………………………………..}.
[18] Επιστολή 4/5/2020.
[19] Επιστολή 31/7/2020.
[20] Ανακοίνωση της Επιτροπής για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς, ΕΕ C 372 της 3.12.1997.
[21] Περαιτέρω ανάφερε ότι ο τεμαχισμός των προς μετάδοση δεδομένων και η συσκευασία τους σε ενότητες ονομάζονται «πλαίσια».
[22] Όπως ο όγκος διακίνησης δεδομένων, καθυστέρηση κ.α.
[23] Όσο τα δίκτυα επηρεάζονται όλο και περισσότερο από λογισμικά, οι εν λόγω λειτουργίες θα έχουν μια αυξημένη σημασία σε μελλοντικές υποδομές.
[24] Σχετικά επί τούτου είναι τα όσα καταγράφονται στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗκ ημερομηνίας 6/11/2012 (Συνημμένο 3 της επιστολής της ΑΤΗΚ ημερομηνίας 31/10/2020)
[25] Η εταιρεία ανέφερε περαιτέρω ότι εάν οι υπηρεσίες συντήρησης περιλαμβάνουν κοινές διαγνωστικές υπηρεσίες, διαφορετικοί συνεργάτες της CISCO ή ακόμα και τρίτα πρόσωπα δύναται να έχουν την τεχνική εξειδίκευση για παροχή τέτοιων υπηρεσιών. {…………………………………………………………..}
[26] {…………………………….}
[27] Στην επιστολή της ημερομηνίας 31/7/2020, η ΑΤΗΚ διευκρίνισε ότι στις προσφορές που προκηρύσσει ζητάει όπως δοθεί ξεχωριστά η τιμή αγοράς του εξοπλισμού και η τιμή συντήρησης. Η αξιολόγηση των προσφορών από την ΑΤΗΚ γίνεται με βάση το συνολικό κόστος της προσφοράς,{………………………………….}. Επίσης ανέφερε ότι στους διαγωνισμούς της η ΑΤΗΚ, ζητάει από τους προσφοροδότες όπως δηλώσουν ξεχωριστά το κόστος προμήθειας του εξοπλισμού και το ετήσιο κόστος συντήρησης για επτά (7) έτη.
[28] Έγγραφο με τίτλο «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟ 3 ΔΕΚΕΜΒΙΟΥ 2018 ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΗΣ G.C.C. (COMPUTERS) LTD», ημερομηνίας 10/2/2020, το οποίο αποστάληκε από τις εταιρείες LOGICOM και LOGICOM PUPLIC.
[29] Η Επιτροπή αναφέρει ότι στην απόφαση COMP/M.5300 - LLC/Siemens Enterprises Communications, σημειώνεται στη σελ. 3 σε σχέση με τον εξοπλισμό μεταγωγέων και δρομολογητών ότι: «The Commission has examined transactions involving suppliers of switching and routing equipment in a number of prior decisions and, in particular, has considered to what extent the relevant product markets should be segmented on a product-by-product basis or instead encompass multiple products (i.e. "traditional" Time Division Multiplexing ("TDM") switches and Asyncronous Transfer Mode ("ATM") switches vs. softswitches for IP-based networks). In the past, the Commission has also considered whether this sector might be categorised according to a segmentation by activity (manufacture, distribution and offering of integrated solutions). The Commission has however left open the exact product market definition in these earlier decisions, although it recognised the growing multi-functionality and convergence between switches and routers. In the past, the Commission has left open whether the supply of switching and routing equipment has an EEA-wide or worldwide geographic scope. For the purposes of the present decision, the exact product and geographic market definition for switching and routing equipment can be left open, as the proposed transaction does not raise any competition concerns, under any alternative market definition.»
[30] Η Επιτροπή αναφέρει ότι στην απόφαση COMP/M.4297 – NOKIA/ SIEMENS, αναφορικά με την έρευνα αγοράς που έγινε για “Associated mobile and fixed-line services” σημειώνεται στην παρ. 44, ότι: «In the course of its market investigation the Commission received a variety of opinions as to the appropriate product market definition. There was a tendency to suggest that (i) deployment, delivery and installation services and (ii) maintenance and care services form part of the market for the supply of equipment as argued by the Parties. The view has been raised that equipment manufacturers do not offer the same guarantees with regard to the equipment and system if the services are not provided by or through them. However, some respondents opined that these markets are also open markets. Vendors often use sub-contractors which are also commonly used by the operators. Some argued that a certain volume of business is required for these markets to be considered as separate markets. Also, there is a certain development for vendors to build capabilities to provide services on other vendors equipment.»
[31] Η Επιτροπή αναφέρει ότι στην απόφαση COMP/M.7632 - NOKIA/ ALCATEL-LUCENT σημειώνεται στη σελ. 14 σε σχέση με τα «Network Infrastructure Services» ότι: «There are two types of network infrastructure services related to RAN equipment and CNS solutions: (i) network implementation and care services, closely connected to the supply of network equipment, and covering functions like deployment, installation and maintenance of network equipment, software support, etc.; and (ii) professional services, which include managed services, network planning, optimization and system integration services. In its previous decisions in Nokia/Siemens and Nokia/Motorola, the Commission considered a distinction between Deployment, Delivery and Installation ("DDI") services and Maintenance and Care ("M&C") services, leaving the precise scope of the relevant product market open. Nothing in the course of the investigation in this case justifies a deviation from these findings. In any event, also in the case at hand, the exact product market definition can be left open as the Transaction will not give rise to serious doubts as to its compatibility with the internal market under any plausible market definition.»
[32] Κεφάλαιο «4. Ορισμένες Ειδικές περιπτώσεις Οριοθέτησης Σχετικών Αγορών: 1. After – (ή secondary) αγορές
[33] Έγγραφο με τίτλο «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟ 3 ΔΕΚΕΜΒΙΟΥ 2018 ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΗΣ G.C.C. (COMPUTERS) LTD», ημερομηνίας 10/2/2020, το οποίο αποστάληκε από τις εταιρείες LOGICOM και LOGICOM PUPLIC.
[34] Σημειώνεται ότι στο υπόμνημα ημερομηνίας 10/2/2020, οι καταγγέλλουσες εταιρείες για το θέμα των υπηρεσιών συντήρησης, τις οποίες όπως αναφέρουν, εντελώς επιφανειακά και λανθασμένα η καταγγέλλουσα τις θεωρεί ως χωριστή σχετική αγορά, σημειώνουν τα εξής: «Προφανώς, η καταγγελία είτε αγνοεί είτε αποσιωπά το γεγονός ότι οι υπηρεσίες συντήρησης ουσιαστικά αποτελούν αυτό που ονομάζεται στο δίκαιο και στα οικονομικά του ανταγωνισμού «μεταγορά» (aftermarket). Τέτοιου είδους «μεταγορές» που αφορούν υπηρεσίες συντήρησης ή επισκευών είναι γνωστές στο ενωσιακό δίκαιο ανταγωνισμού. Ειδικότερα, ανακύπτει συχνά το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των πρωτογενών (primary products / services) και των δευτερογενών προϊόντων ή υπηρεσιών (secondary products / services). Κλασσικά παραδείγματα μεταγορών συναντούμε στα μελανοδοχεία / μελανοταινίες για τους εκτυπωτές και τις υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης για αυτοκίνητα ή ρολόγια. Σε τέτοιες περιπτώσεις το ζήτημα είναι εάν υπάρχει ξεχωριστή σχετική αγορά για ανταλλακτικά και υπηρεσίες συντήρησης ή αν αυτή αποτελεί μέρος μιας ενιαίας σχετικής αγοράς στην οποία εντάσσεται και η πώληση των πρωτογενών ή κύριων προϊόντων και υπηρεσιών. Η αξιολόγηση περί της ύπαρξης ή μη ενιαίας αγοράς γίνεται κατά περίπτωση και λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκάστοτε αγοράς. Σύμφωνα με την οικονομική επιστήμη, αν τα δευτερογενή προϊόντα σχεδιάζονται για χρήση μόνο με συγκεκριμένα πρωτογενή προϊόντα, και η προμήθεια των πρωτογενών προϊόντων επηρεάζεται σημαντικά από μεταβολές στην τιμή των αντίστοιχων δευτερογενών, τότε είναι πιθανός ο ορισμός μιάς μόνο ενιαίας σχετικής αγοράς που περιλαμβάνει τα πρωτογενή και τα δευτερογενή προϊόντα. Σύμφωνα με το τεστ SSNIP, για να αξιολογήσουμε κατά πόσον ισχύει κάτι τέτοιο, οι παράγοντες που πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι: (α) Αν η τιμή του δευτερογενούς προϊόντος (ή υπηρεσίας) αντιπροσωπεύει υψηλό ποσοστό της τιμής του πρωτογενούς προϊόντος. (β) Αν η πιθανότητα συχνής αντικατάστασης ή προμήθειας του δευτερογενούς προϊόντος ή χρήσης της δευτερογενούς υπηρεσίας είναι υψηλή, και (γ) Αν η πληροφόρηση των αγοραστών του πρωτογενούς προϊόντος είναι επαρκής, προκειμένου να λαμβάνουν σοβαρώς υπόψη κατά την αγορά του πρωτεύοντος και την αγορά του δευτερογενούς προϊόντος. Όσο περισσότερο ισχύουν τα παραπάνω, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να υπάρχει μια ενιαία αγορά «συστήματος» που περιλαμβάνει τόσο το κύριο όσο και το δευτερεύον προιον/ υπηρεσία (system market), καθώς η αγορά του κύριου προϊόντος γίνεται με πλήρη συνείδηση του συνολικού κόστους (whole life costing) που θα πληρώσει ο πελάτης για το πρωτογενές και το δευτερογενές προϊόν. Επομένως, το βασικό ζήτημα στις υποθέσεις που αφορούν τις δευτερογενείς αγορές είναι να διαπιστώσουμε, κατά πόσον ο πελάτης, πριν προβεί στην αγορά του πρωτογενούς προϊόντος, λαμβάνει υπόψη το κόστος του συνολικού κύκλου ζωής του προϊόντος που αγοράζει.»
[35] Υπόθεση C-310/93 P British Gypsum v Commission [1195] ECR I-865. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην υπόθεση British Gypsum, όπου η εταιρεία British Gypsum κατείχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά γυψοσανίδας (plasterboard) και όχι στη γειτνιάζουσα αγορά του οικοδομικού γύψου (plaster), οι οποίες είχαν οριζόντια σχέση. Μια από τις καταχρηστικές συμπεριφορές που είχαν διαπιστωθεί ήταν η πρακτική της British Gypsum να δίνει προτεραιότητα στους πελάτες στην αγορά οικοδομικού γύψου (plaster) που έμεναν πιστοί στην αγορά γυψοσανίδας (plasterboard).
[36] Βλέπε Απόφαση στην Υπόθεση Τ-83/91 Tetra Pak International SA, σκέψη 118 – 121
[37] Υπόθεση C-333/97 P.Tetra Pak II, παρ. 31.
[38] Βλ. υποθέσεις United Brands, παράγραφος 44, Michelin, παράγραφος 26, υπόθεση 247/86 Alsatel κατά Novasam [1988], συλλογή 5987, παράγραφος 15 Tiercé Ladbroke κατά Επιτροπής, ο.π., παράγραφος 102.
[39] Ανακοίνωση Επιτροπής για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς, ΕΕ C 372 της 3.12.1997.
[40] Έγγραφο με τίτλο «ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟ 3 ΔΕΚΕΜΒΙΟΥ 2018 ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΗΣ G.C.C. (COMPUTERS) LTD», ημερομηνίας 10/2/2020, το οποίο αποστάληκε από τις εταιρείες LOGICOM και LOGICOM PUPLIC.
[41] Επιστολή 16/10/2020.
[42] Βλέπε Συνημμένο 15 της επιστολής της ΑΤΗΚ ημερομηνίας 31/7/2020.
[43] H CYTA Hellas ΑΕ ιδρύθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2003, ως θυγατρική εταιρεία 100% ιδιοκτησίας της Digimed Communications Ltd. Στις 2 Ιανουαρίου 2007, με απόφαση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων, η εταιρεία μετονομάσθηκε σε Cytaglobal Hellas ΑΕ και εκχώρησε το δικαίωμα χρήσης του ονόματος “CYTA Hellas” σε άλλη θυγατρική εταιρεία της Digimed, που δραστηριοποιείται στον τομέα των ευρυζωνικών υπηρεσιών στην Ελλάδα. Τον Ιούλιο του 2018 ολοκληρώθηκε η πώληση του συνόλου των μετοχών της Cyta Hellas στην εταιρεία Vodafone-Panafon Hellenic Telecommunications S.A., ως η απόφαση της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου και της Digimed Communications Ltd. (https://www.cyta.com.cy/mp/informational/cyta_htmlPages/media_center/annualreports/docs/Financial_Report_2018_el.pdf)
[44] Βλέπε Συνημμένο 2 της επιστολής της ΑΤΗΚ ημερομηνίας 31/7/2020.
[45] Επιστολή ημερομηνίας 9/8/2021.
[46] Επιστολή ημερομηνίας 8/6/2021, ως αποστάληκε στις 11/6/2021.
[47] Επιστολή ημερομηνίας 14/6/2021.
[48] Επιστολή ημερομηνίας 14/6/2021.
[49] Υπόθεση C-41/90, Hofner & Elsner V. Macrotrom, [1991] ECR I-1979, Υπόθεση 170/83, Hydrotherm v. Compact, [1984] ECR 2999.
[50] Ibid.
[51] Απόφαση Δικαστηρίου στην υπόθεση 322/81 NV Nederlandsche Bande Industrie Michelin κατά της Επιτροπή, Συλλογή της Νομολογίας 1983, σελ 3461.
[52] Απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-24/93, T25/93, T/26/93 και T/28/93 Campagie Martime Belge Transports and others κατά της Επιτροπής, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1996, σελ ΙΙ-01201.
[53] Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την ανάλυση αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά βάσει του κοινοτικού πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, (2002/C 165/03).
[54] Υπόθεση 85/76, Hoffmann- La Roche & Co. AG v. Commission, [1979] ECR 461.
[55] C-62/86, Akzo Chemie κατά Επιτροπής, παρ.60-61.
[56] Υπόθεση 27/76 United Brands Company and United Brands Continental BV v Commission [1978] ECR 207, σκέψη 111.
[57] Υπόθεση C-322/81, Michelin v. Commission, [1983] ECR 3461, παρ.52, 59. Ομοίως και σε Τ-219/99, British Airways κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρ.210-211, όπου σταθερά μερίδια αγοράς μεταξύ 40-45% της εταιρείας British Airways θεωρήθηκε ότι αποτελούσε άκρως σημαντική ένδειξη για τη θεμελίωση της δεσπόζουσας θέσης.
[58] 10η Ετήσια Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Ανταγωνισμό.
[59] Επιστολή ΑΤΗΚ 31/7/2020.
[60] Η Επιτροπή σημειώνει ότι στάληκαν ερωτηματολόγια στις εταιρείες ALT GROUP, ASBIS MEDITERRANEAN, CHRISONS CO. LTD, DEMSTAR GROUP, HS DATA, HTE, MULTITECH CORPORATION LTD, NCR (CYPRUS) LTD, NETU CONSULTANTS LTD και ODYSSEY CONSULTANTS.
[61] Επιστολή ημερομηνίας 10/6/2021.
[62] Επιστολή ΑΤΗΚ ημερομηνίας 31/7/2020.
[63] Επιστολή ΑΤΗΚ ημερομηνίας 31/7/2020.
[64] Επισημαίνεται πως στην επιστολή της Επιτροπής ημερομηνίας 1/11/2022 , τα μερίδια αγοράς τα οποία στο παρόν κείμενο παρουσιάζονται στον Πίνακα 1, παρουσιάστηκαν με εύρος σε σχετικό Πίνακα 4 και η καταγγέλλουσα δεν είχε πρόσβαση στα ακριβή μερίδια αγοράς των εταιρειών, δεδομένου ότι αυτά αποτελούν επιχειρηματικά απόρρητα.
[65]Σύμφωνα με το Παράρτημα 1 της καταγγελίας της GCC, στην εν λόγω έρευνα, το ποσό ύψους €{…} αφορά Networking Revenues, τα οποία σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται περιλαμβάνουν Switches, routers, WLANS and related services.
[66] Τα μερίδια αγοράς υπολογίστηκαν με βάσει τις πωλήσεις των εταιρειών, ως δόθηκαν από τις ίδιες τις εταιρείες κατά την έρευνα της Υπηρεσίας.
[67] Τα μερίδια αγοράς υπολογίστηκαν με βάσει τις πωλήσεις των εταιρειών, ως δόθηκαν από τις ίδιες τις εταιρείες κατά την έρευνα της Υπηρεσίας.
[68] Τα μερίδια αγοράς υπολογίστηκαν με βάσει τις πωλήσεις των εταιρειών, ως δόθηκαν από τις ίδιες τις εταιρείες κατά την έρευνα της Υπηρεσίας.