18/2025, Καταγγελία του κύριου Κ.Β. εναντίον της εταιρείας MARINOPOULOS COFFEE COMPANY CYPRUS LIMITED (STARBUCKS) και WOLT ENTERPRISES OY, 16/4/2025
print
Τίτλος:
18/2025, Καταγγελία του κύριου Κ.Β. εναντίον της εταιρείας MARINOPOULOS COFFEE COMPANY CYPRUS LIMITED (STARBUCKS) και WOLT ENTERPRISES OY, 16/4/2025

 

 

 

 

Απόφαση ΕΠΑ: 18/2025

 

Αρ. Φακέλου: 08.13.007.021.007.001

ΟΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ 2022

Καταγγελία του κύριου Κ.Β. εναντίον της εταιρείας MARINOPOULOS COFFEE COMPANY CYPRUS LIMITED (STARBUCKS) και WOLT ENTERPRISES OY

 

Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού

κα Εύα Παντζαρή                                                       Πρόεδρος

κ. Άριστος Αριστείδου Παλούζας                               Μέλος

κ. Νεόφυτος Μαυρονικόλας                                       Μέλος

 

 

Ημερομηνία απόφασης: 16/04/2025

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

1.    ΙΣΤΟΡΙΚΟ

1.            Στις 07/06/2021 υποβλήθηκε στην Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (εφεξής η «Επιτροπή») καταγγελία του κ. Κ.Β. (εφεξής ο «καταγγέλλων/κ. Κ.Β.»), μέσω των νομικών εκπροσώπων του, κ.κ. Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ εναντίον της εταιρείας MARINOPOULOS COFFEE COMPANY CYPRUS LIMITED (εφεξής «Starbucks») και της εταιρείας WOLT ENTERPRISES OY (εφεξής «Wolt») (οι εταιρείες Starbucks και Wolt συλλογικά καλούμενες εφεξής οι «καταγγελλόμενες»), αναφορικά με πιθανολογούμενες παραβάσεις του άρθρου 3(1) των περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμων 2008 και 2014, ως ίσχυαν τότε, και/ή του Άρθρου 101 της της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΣΛΕΕ»).

2.            Η Επιτροπή, σε συνεδρία της ημερομηνίας 18/06/2021 εξέτασε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο καταγγελία, καθώς και το σημείωμα που υποβλήθηκε από την Υπηρεσία της Επιτροπή (εφεξής η «Υπηρεσία»), ημερομηνίας 14/06/2021 και ομόφωνα αποφάσισε ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες είναι ικανοποιητικές για την εξέταση της εν λόγω καταγγελίας και, ενεργώντας στη βάση των διατάξεων του άρθρου 35 των περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμων 2008 και 2014, ως ίσχυαν τότε, έδωσε οδηγίες στην Υπηρεσία να διεξάγει προκαταρκτική έρευνα.

3.            Οι νομικοί εκπρόσωποι της Starbucks με επιστολή ημερομηνίας 19/08/2021, καθώς και οι νομικοί εκπρόσωποι της Wolt με ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 02/09/2021 αντίστοιχα, αιτήθηκαν προς την Επιτροπή πρόσβαση στην καταγγελία και σε οποιοδήποτε υλικό έχει υποβληθεί από τον καταγγέλλοντα.

4.            Η Επιτροπή σε συνεδρία της, ημερομηνίας 06/09/2021, αφού εξέτασε τα αιτήματα των καταγγελλομένων εταιρειών, επεσήμανε ότι ο καταγγέλλων στην καταγγελία του δεν περιέχει εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες και/ή επιχειρηματικά απόρρητα και αφού έλαβε καθοδήγηση από την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης[1], ομόφωνα αποφάσισε να αποκρυφθούν τα ονόματα τρίτων εταιρειών που εμπεριέχονται στην εν λόγω καταγγελία και να κοινοποιηθεί μαζί με τα σχετικά επισυναπτόμενα σε αυτήν έγγραφα προς τις καταγγελλόμενες εταιρείες, δίδοντας σχετικές οδηγίες στην Υπηρεσία.

5.            Σημειώνεται παρενθετικά ότι στις 23/02/2022 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τέθηκε σε ισχύ ο περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος του 2022 (Ν.13(Ι)/2022), ο οποίος καταργεί τους περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμους του 2008 και 2014. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 72(3) του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2022 (Ν.13(Ι)/2022) η διαδικασία διεκπεραίωσης υποθέσεων οι οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εκκρεμούν ενώπιον της Επιτροπής εξετάζονται με βάση τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (4), διαδικασία διεκπεραίωσης υποθέσεων, εξέτασης καταγγελιών και διενέργειας αυτεπάγγελτων ερευνών, περιλαμβανομένης της διαδικασίας λήψης προσωρινών μέτρων οι οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου εκκρεμούν ενώπιον της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού που είχε ιδρυθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8 των περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμων του 2008 και 2014 θεωρούνται εκκρεμούσες ενώπιον της Επιτροπής και εξετάζονται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.». Σημειώνεται επιπλέον ότι ο περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος του 2022 (Ν.13(Ι)/2022) τροποποιήθηκε στην συνέχεια με το Νόμο αρ. 169(Ι)/2022 και πλέον αναφέρονται ως οι περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμοι του 2022 (εφεξής ο «Νόμος»).

6.            Η Επιτροπή, υπό τη νέα σύνθεσή της, σύμφωνα με το διορισμό της από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως η απόφασή του ημερομηνίας 15/06/2023, συνεδρίασε στις 11/07/2023 και το Μέλος της Επιτροπής, κα. Ιωάννα Σαπίδου δήλωσε ότι θα εξαιρεθεί από την εξέταση του εν λόγω θέματος λόγω του ότι μέχρι πρότινος (συγκεκριμένα μέχρι τις 08/06/2023) κατείχε τη θέση Δικηγόρου/Ανώτερης Συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ, το οποίο ενεργεί ως νομικός σύμβουλος της εταιρείας Wolt Enterprises OY. Επίσης, στο πλαίσιο της εργασίας της στο γραφείο Χρυσοστομίδης & Σια ΔΕΠΕ είχε εμπλακεί σε υποθέσεις των εν λόγω πελατών.

7.            Ακολούθως, η Επιτροπή, υπό τη νέα σύνθεσή της, στη συνεδρία της ημερομηνίας 20/11/2023, επεσήμανε ότι λόγω των αντικρουόμενων αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου, στην Υπόθεση αρ.65/2015, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ και ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ημερομηνίας 24/9/2021 και στην Υπόθεση αρ.1848/2018, ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ και ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ημερομηνίας 15/5/2023 και υπό το φως της καταχώρησης της  αναθεωρητικής έφεσης ΕΔΔ 66/2023, η οποία αναμενόταν να εκδικαστεί σύντομα, είχε ζητήσει νομική καθοδήγηση από τη Νομική Υπηρεσία προτού αποφασίσει για το χειρισμό της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά.

8.            Περαιτέρω, η Επιτροπή, στην εν λόγω συνεδρία σημείωσε το άρθρο 22 των περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμων του 1999 έως 2020 και το Μέλος της Επιτροπής, κα Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση δήλωσε ότι ήταν πλήρως ενημερωμένη σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής ημερομηνίας 11/07/2023 και είχε λάβει πλήρη γνώση όλων των σχετικών με αυτή στοιχείων και δεδομένων, τα οποία είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση γνώμης και άποψης επί του θέματος και τη λήψη αποφάσεων. Η κα Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση δήλωσε πως συμφωνεί και υιοθέτησε την απόφαση της Επιτροπής ημερομηνίας 11/07/2023 με την οποία αποφασίσθηκαν τα όσα καταγράφονται ανωτέρω.

9.            Στις 08/12/2023, το Εφετείο (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) με την απόφαση αρ. 66/2023 αποφάσισε πως η Έφεση της Επιτροπής σε σχέση με την ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή αρ. 1848/18 ημερομηνίας 15/5/2023 επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου παραμερίζεται. Ειδικότερα, κρίθηκε πως «ο διορισμός της κας Χριστοδούλου ως Προέδρου της Επιτροπής από τις 24/04/2018 έως τις 23/04/2023 κινείται στα πλαίσια των προβλεπόμενων στο Άρθρο 9(5)(α) του Νόμου» και η συγκρότηση της Επιτροπής ήταν νόμιμη.

10.          Υπό το φως της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), η Επιτροπή, υπό τη νέα της σύνθεση, συνήλθε στις 16/01/2024 για να εξετάσει το χειρισμό της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης. Έχοντας υπόψη ότι ο κ. Άριστος Αριστείδου Παλούζας αποτελούσε μέλος και της Επιτροπής υπό την προηγούμενη σύνθεσή της σύμφωνα με τον τότε διορισμό του από το Υπουργικό Συμβούλιο ημερομηνίας 21/5/2018, ενώ επαναδιορίστηκε στη θέση του Μέλους της Επιτροπής με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 15/06/2023, καθώς επίσης και τις πρόνοιες του άρθρου 22 των περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμων του 1999 έως 2020, η Πρόεδρος και τα νέα μέλη της Επιτροπής, κ. Νεόφυτος Μαυρονικόλας και κα Μαντώ Παπαγεωργίου Μάτση, δήλωσαν ότι έχουν μελετήσει και είναι πλήρως ενημερωμένα σχετικά με τις αποφάσεις της Επιτροπής υπό την προηγούμενη σύνθεση και έχουν λάβει πλήρη γνώση όλων των σχετικών με αυτές στοιχείων, τα οποία είναι αναγκαία για το χειρισμό της υπόθεσης, τη διαμόρφωση γνώμης και άποψης επί αυτής καθώς και για λήψη αποφάσεων.

11.          Ενόψει τούτων, η Πρόεδρος και τα νέα μέλη της Επιτροπής δήλωσαν πως συμφωνούν με τις αποφάσεις της καθ’ όλα νόμιμα συγκροτημένης Επιτροπής ως αναφέρονται ανωτέρω, ημερομηνίας 18/06/2021 και 06/09/2021 και υιοθετούν αυτές σημειώνοντας ότι και οι ίδιοι θα προέβαιναν στις ίδιες ενέργειες κατά τον χρόνο λήψης των εν λόγω αποφάσεων. Η Επιτροπή έδωσε οδηγίες στην Υπηρεσία να κάνει χρήση του εντός του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης υλικού, το οποίο και δύναται να χρησιμοποιηθεί και αξιολογηθεί και συνακόλουθα, όπως με την ολοκλήρωση της δέουσας προκαταρκτικής έρευνας, υποβάλει έκθεση ευρημάτων επί αυτής.

12.          Η Υπηρεσία, αφού ολοκλήρωσε την προκαταρκτική έρευνας της καταγγελίας, υπέβαλε Έκθεση Ευρημάτων στην Επιτροπή ημερομηνίας 08/01/2025.

13.          H Επιτροπή, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 13/01/2025, αφού εξέτασε το περιεχόμενο του σημειώματος της Υπηρεσίας ημερομηνίας 08/01/2025 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, ομόφωνα κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα, μέσα από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε ότι, η συμφωνία που κατάρτισαν μεταξύ τους οι καταγγελλόμενες Starbucks και Wolt δεν είχε ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας κατά τον ουσιώδη χρόνο που λήφθηκε υπόψη. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή σημείωσε ότι η περαιτέρω εξέταση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 3(1) του Νόμου και/ή του Άρθρου 101 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΣΛΕΕ») παρέλκει και δεν πρέπει να αναληφθεί περαιτέρω δράση αναφορικά με το άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ.

14.          Η Επιτροπή γνωστοποίησε στον καταγγέλλοντα την προκαταρκτική θέση της, με επιστολή της ημερομηνίας 13/03/2025, δίδοντάς του τη δυνατότητα, να θέσει εγγράφως τις τυχόν απόψεις και θέσεις του επ’ αυτής εντός είκοσι μίας (21) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της.

15.          Ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε οποιαδήποτε γραπτή θέση εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

16.          Η Επιτροπή, σε συνεδρία της ημερομηνίας 16/04/2025, λόγω της εκπνοής της προθεσμίας των είκοσι μίας (21) ημερών για υποβολή θέσεων και παρατηρήσεων από την καταγγέλλουσα εταιρεία, σε σχέση με τις προκαταρκτικές θέσεις της ημερομηνίας 13/01/2025 και τη μη αποστολή από μέρους του οποιωνδήποτε θέσεων, εστίασε την προσοχή της στην αξιολόγηση των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση, δοθέντος ότι τα δεδομένα αυτά αποτελούν αναντίλεκτα το ουσιαστικό υπόβαθρο της εξέτασης του ζητήματος που προκύπτει αλλά και σημείωσε το χρονικό διαδικασίας και το ιστορικό της υπόθεσης, ενώ παράλληλα επισημάνθηκαν τα ουσιώδη δεδομένα και στοιχεία αυτής και ομόφωνα καταλήγει στην ακόλουθη απόφασή της:

2.    ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

2.1.        Καταγγέλλων – κύριος Κ.Β.

17.          Κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ο κ. Κ.Β. ήταν δικαιοδόχος (franchisee) της εταιρείας Γρηγόρης Μικρογεύματα ΑΒΕΕ (εφεξής «Γρηγόρης») που είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ελληνική Δημοκρατία και δραστηριοποιείται στον τομέα της εστίασης, μέσω υποκαταστημάτων και στην Κύπρο. Η Γρηγόρης διαθέτει κατά βάση «γρήγορο φαγητό» (quick meals) και καφέ κατόπιν παραγγελίας για κατ’ οίκον παράδοση (delivery) ή κατόπιν συλλογής από το κατάστημα (take away) εξυπηρετώντας κατά βάση «περαστικούς».

18.          Ο καταγγέλλων, λειτουργεί υπό την προσωπική του ιδιότητα, ως φυσικό πρόσωπο, το καφέ/σνακ μπαρ που βρίσκεται στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη 43 στη Λευκωσία, με τον διακριτικό τίτλο/εμπορική επωνυμία «Γρηγόρης Μικρογεύματα» και/ή «Gregory’s». Η επιχείρηση του καταγγέλλοντος διαθέτει όλα τα προϊόντα της δικαιοπάροχου (franchisor) εταιρείας Γρηγόρης, όπως καφέ, αναψυκτικά, χυμούς, πίτες, σάντουιτς, σαλάτες, μπέργκερς και γλυκά. Σημειώνεται ότι η επιχείρηση του καταγγέλλοντος δεν έχει σχέση με άλλες επιχειρήσεις που λειτουργούν εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή στο εξωτερικό με την ίδια εμπορική επωνυμία «Γρηγόρης Μικρογεύματα» και/ή «Gregory’s».

2.2.        Καταγγελλόμενη εταιρεία – Marinopoulos Coffee Company Cyprus Limited

19.          Η εταιρεία Marinopoulos Coffee Company Cyprus Limited είναι ιδιωτική εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία δραστηριοποιείται με δεκαέξι (16) καταστήματα με την εμπορική επωνυμία Starbucks εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην ίδρυση, λειτουργία και διαχείριση καταστημάτων καφέ, καθώς και την πώληση και διάθεση καφέ και άλλων μη αλκοολούχων ροφημάτων.

2.3.        Καταγγελλόμενη εταιρεία – Wolt Enterprises OY

20.          Η Wolt είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Φιλανδία, η οποία κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Wolt Cyprus Limited (θυγατρική), η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία.

21.          Η Wolt ξεκίνησε τις δραστηριότητες της στη Λευκωσία στις 16/01/2020 και στη συνέχεια επεκτάθηκε στις υπόλοιπες επαρχίες της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας παρέχοντας μια ηλεκτρονική πλατφόρμα που συνδέει διάφορες τοπικές επιχειρήσεις που προσφέρουν φαγητό και/ή άλλα προϊόντα με τους διάφορους τοπικούς τελικούς χρήστες που παραγγέλνουν φαγητό και/ή άλλα προϊόντα και τους συνεργαζόμενους ταχυμεταφορείς που παραδίδουν το φαγητό και/ή άλλα προϊόντα στους τελικούς χρήστες.

3.    ΓΕΓΟΝΟΤΑ/ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

3.1.        Αντικείμενο της καταγγελίας

22.          Αντικείμενο της υπό εξέταση καταγγελίας είναι οι ισχυρισμοί περί σύμπραξης μεταξύ των δύο καταγγελλόμενων εταιρειών, ήτοι Starbucks και Wolt, μέσω συμφωνίας αποκλειστικότητας και/ ή ρήτρας μη άσκησης ανταγωνισμού, με αντικείμενο και/ ή αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του καταγγέλλοντος από της υπηρεσίες της Wolt, για το κρίσιμο (τουλάχιστον) χρονικό διάστημα του πρώτου lockdown που επέβαλε η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τον Μάρτιο του 2020, όταν στη βάση υπουργικού διατάγματος οι επιχειρήσεις εστίασης λειτουργούσαν μόνο με κατ’ οίκον διανομή (ή, σε πολύ μικρότερο βαθμό και με take away), με παραγγελίες που λάμβαναν τηλεφωνικά ή διαδικτυακά.

23.          Πιο συγκεκριμένα, ο καταγγέλλων κατάρτισε κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2020 μία συμφωνία συνεργασίας με την Wolt προκειμένου να εγγραφεί η επιχείρησή του στην ηλεκτρονική πλατφόρμα που διέθετε η τελευταία ώστε να υποβάλλονται ηλεκτρονικά παραγγελίες και να γίνεται κατ’ οίκον διανομή των προϊόντων του. Η Wolt, όμως, δεν προχώρησε με την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας καθότι, όπως ο καταγγέλλων ισχυρίζεται: «[…] η αιτία της ως άνω συμπεριφοράς της WOLT προς τον Καταγγέλλοντα ήταν η σύμπραξη της με την Starbucks του ομίλου Μαρινόπουλος, η οποία σύμπραξη αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας.».

24.          Επί τούτου ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι: «[…] ενώ είχε δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση στον Καταγγέλλοντα ενόψει και του κορωνϊού ότι θα είχε παρουσία στην πλατφόρμα για οnline delivery, την κρίσιμη εκείνη περίοδο η WOLT εξέθεσε τον Καταγγέλλοντα αφήνοντας τον τελευταία στιγμή χωρίς τις συμφωνημένες υπηρεσίες.[…] αρνούμενη ουσιαστικά να του παράσχει τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες, αποκλείοντας τον επ’ ωφελεία ανταγωνιστή του, ήτοι της Starbucks.».

  1. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι, η Starbucks προέβη σε συμφωνία αποκλειστικότητας με την Wolt, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό επτά (7) επιχειρήσεων - ανταγωνιστών της Starbucks, μεταξύ των οποίων και αυτή του καταγγέλλοντος, από τις υπηρεσίες της Wolt για περίοδο έξι (6) μηνών, κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και/ή του Άρθρου 101 της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε ο καταγγέλλων: «[…] μεταξύ των όρων συνεργασίας που έθεσε η Starbucks προς τη WOLT ήταν ο εξάμηνος αποκλεισμός από την ημερομηνία έναρξης της μεταξύ τους συνεργασίας της εγγραφής στην πλατφόρμα της WOLT συγκεκριμένων ανταγωνιστών της Starbucks επιχειρήσεις. Μεταξύ των επιχειρήσεων που ζητήθηκε ο εξάμηνος αποκλεισμός είναι η επιχείρηση του Καταγγέλλοντος και γενικά η ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΙΚΡΟΓΕΥΜΑΤΑ, {…}*, {…}, {…} και {…}.».

26.          Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται: «[…] την ύπαρξη αθέμητης, κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και/ή 101(1) της ΣΛΕΕ, σύμπραξης μεταξύ των δύο εταιρειών, ήτοι της MARINOPOULOS COFFEE COMPANY CYPRUS LIMITED (στο εξής “Starbucks”) και της WOLT, μέσω συμφωνίας αποκλειστικότητας και/ή ρήτρας μη άσκησης ανταγωνισμού, με αντικείμενο και/ή αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του Καταγγέλλοντος από τις υπηρεσίες της WOLT, για το κρίσιμο (τουλάχιστον) χρονικό διάστημα του πρώτου lockdown που επέβαλε η Κυπριακή Κυβέρνηση τον Μάρτιο του 2020, όταν στη βάση υπουργικού διατάγματος οι επιχειρήσεις εστίασης λειτουργούσαν μόνο με κατ’ οίκον διανομή (ή, σε πολύ μικρότερο βαθμό, και με take away), με παραγγελίες που λάμβαναν μόνο τηλεφωνικά ή διαδικτυακά.».

27.          Η Επιτροπή σημειώνει παρενθετικά ότι ο καταγγέλλων έχει ήδη υποβάλει ξεχωριστή καταγγελία στην Επιτροπή στη βάση του άρθρου 6(1) του Νόμου και/ή άρθρου 102 της ΣΛΕΕ εναντίον της Wolt[2], ωστόσο, η αναφορά της στην παρούσα υπό εξέταση υπόθεση έγκειται στο ότι: «[…] βασίζεται στην δομή της κάθετης σχέσης της με την Starbucks, στην οποία (σχέση) αποτελεί το εκτελεστικό όργανο της συμφωνίας τους, δηλαδή το όργανο το οποίο είναι απαραίτητο για την υλοποίηση της συμφωνίας παρεμπόδισης των ανταγωνιστών της Starbucks.». Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι: «[…] Η αντιανταγωνιστική συμπεριφορά της WOLT είχε σκοπό και/ή αποτέλεσμα την στρέβλωση και περιορισμό του ανταγωνισμού σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί αφενός να περιορίζει τους καταναλωτές σε συγκεκριμένες επιλογές και αφετέρου να αρνείται αναιτιολόγητα την παροχή υπηρεσιών σε μια περίοδο που κατέχει δεσπόζουσα θέση και είναι πιο απαραίτητη από ποτέ η ανάγκη για τέτοιου είδους υπηρεσίες.». Κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, η Wolt ήταν η μόνη εταιρεία που παρείχε ηλεκτρονική πλατφόρμα για υποβολή ηλεκτρονικών παραγγελιών και κατ’ οίκον διανομή.

28.          Σύμφωνα με την καταγγελία, η συμπεριφορά και/ή πρακτική της Wolt με την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία της με την Starbucks και η άρνηση παροχής υπηρεσιών προς τον καταγγέλλοντα «οδήγησε σε κατακόρυφη πτώση των εσόδων του λόγω της δυσμένειας στον ανταγωνισμό στην οποία περιήλθε η επιχείρησή του», εφόσον δεν ήταν σε θέση να αξιοποιήσει τη δυνατότητα πλατφόρμας/ εφαρμογής ηλεκτρονικών παραγγελιών και κατ’ οίκον διανομής και αυτό, σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό και τις έκτακτες υγειονομικές και οικονομικές συνθήκες δεν του επέτρεψε να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις λόγω απουσίας ισοδύναμων εναλλακτικών επιλογών.

29.          Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και για αρκετό καιρό, όπως ο καταγγέλλων ισχυρίζεται, η Starbucks ήταν: «[…] η μοναδική εταιρεία παροχής καφέ στην πλατφόρμα της Wolt, των οποίων η δυνητική αύξηση των πωλήσεων λόγω συγκέντρωσης της αγοράς, εύλογα θα αντικατοπτρίζει το μερίδιο της αγοράς το οποίο καρπώθηκε από την παράνομη σύμπραξη με την Wolt.». Επιπλέον,  ένα εκ των καταστημάτων που διαθέτει η Starbucks απέχει μόλις 10 μέτρα από το κατάστημα του καταγγέλλοντα με αποτέλεσμα να υπάρχει διαμοιρασμός του περαστικού κόσμου.

30.          Τέλος, σημειώνεται ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντα ότι: «Η μη τήρηση από την Wolt της συμφωνίας συνεργασίας, όχι μόνο δεν επέτρεψε στον καταγγέλλοντα να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του, αλλά τον έφερε σε δυσμενέστερη θέση από όπου ήταν λόγω της αύξησης του οικονομικού κόστους σε εργατικό δυναμικό διανομέων που επέφερε το καθολικό lockdown. […] Η εν λόγω δυσμένεια στην οποία περιήλθε ο καταγγέλλοντας την δεδομένη χρονική περίοδο εντάθηκε με το αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που παραχωρήθηκε από τη Wolt προς την Starbucks, η οποία δραστηριοποιείται επίσης στο κέντρο της Λευκωσίας, στον ίδιο δρόμο με τον καταγγέλλοντα και ακριβώς απέναντι.».

3.2.        Στοιχεία της προκαταρκτικής έρευνας

3.2.1 Στοιχεία από τον καταγγέλλοντα

31.          Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας που διεξήχθη αναφορικά με την παρούσα καταγγελία, απεστάλη σχετικό ερωτηματολόγιο ημερομηνίας 06/04/2022 προς τον καταγγέλλοντα για την παράθεση περαιτέρω πληροφοριών αναφορικά με την καταγγελία του. Οι απαντήσεις του παρελήφθησαν στις 09/05/2022 και καταγράφονται κατωτέρω συνοπτικά:

  • Ο καταγγέλλων ανέφερε ότι κατάρτισε κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2020 μία συμφωνία συνεργασίας με την Wolt προκειμένου να εγγραφεί η επιχείρησή του στην ηλεκτρονική πλατφόρμα που διέθετε η τελευταία ώστε να υποβάλλονται ηλεκτρονικά παραγγελίες και να γίνεται κατ’ οίκον διανομή των προϊόντων του. Η Wolt δεν προχώρησε με την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας καθότι, όπως ο καταγγέλλων αναφέρει: «[…] πληροφορήθηκε από πρόσωπο που κατονομάζεται παρακάτω, ότι η αιτία της ως άνω συμπεριφοράς της WOLT προς τον Καταγγέλλοντα ήταν η σύμπραξη της με την Starbucks του ομίλου Μαρινόπουλος, η οποία σύμπραξη αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας.». Σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε ο καταγγέλλων: «[…] μεταξύ των όρων συνεργασίας που έθεσε η Starbucks προς τη WOLT ήταν ο εξάμηνος αποκλεισμός από την ημερομηνία έναρξης της μεταξύ τους συνεργασίας της εγγραφής στην πλατφόρμα της WOLT συγκεκριμένων ανταγωνιστών της Starbucks επιχειρήσεις. Μεταξύ των επιχειρήσεων που ζητήθηκε ο εξάμηνος αποκλεισμός είναι η επιχείρηση του Καταγγέλλοντος και γενικά η ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΙΚΡΟΓΕΥΜΑΤΑ, {…}, {…}, {…} και {…}.».
  • {…}.
  • Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η ειδική αναφορά στην Wolt, μολονότι για την εν λόγω επιχείρηση, ο καταγγέλλων έχει ήδη υποβάλει ξεχωριστή καταγγελία στη βάση του άρθρου 6(1) του Νόμου και/ή άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, έγκειται στο ότι: «[…] βασίζεται στην δομή της κάθετης σχέσης της με την Starbucks, στην οποία (σχέση) αποτελεί το εκτελεστικό όργανο της συμφωνίας τους, δηλαδή το όργανο το οποίο είναι απαραίτητο για την υλοποίηση της συμφωνίας παρεμπόδισης των ανταγωνιστών της Starbucks.». Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι: «[…] Η αντιανταγωνιστική συμπεριφορά της WOLT είχε σκοπό και/ή αποτέλεσμα την στρέβλωση και περιορισμό του ανταγωνισμού σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί αφενός να περιορίζει τους καταναλωτές σε συγκεκριμένες επιλογές και αφετέρου να αρνείται αναιτιολόγητα την παροχή υπηρεσιών σε μια περίοδο που κατέχει δεσπόζουσα θέση και είναι πιο απαραίτητη από ποτέ η ανάγκη για τέτοιου είδους υπηρεσίες.». Κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, η Wolt ήταν η μόνη εταιρεία που παρείχε ηλεκτρονική πλατφόρμα για υποβολή ηλεκτρονικών παραγγελιών και κατ’ οίκον διανομή.
  • Η Επιτροπή, επίσης, σημειώνει την αναφορά του καταγγέλλοντος: «[…] ενώ είχε δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση στον Καταγγέλλοντα ενόψει και του κορωνϊού ότι θα είχε παρουσία στην πλατφόρμα για οnline delivery, την κρίσιμη εκείνη περίοδο η WOLT εξέθεσε τον Καταγγέλλοντα αφήνοντας τον τελευταία στιγμή χωρίς τις συμφωνημένες υπηρεσίες.[…] αρνούμενη ουσιαστικά να του παράσχει τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες, αποκλείοντας τον επ’ ωφελεία ανταγωνιστή του, ήτοι της Starbucks.».
  • Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά των καταγγελλόμενων εταιρειών: «[…] οδήγησε σε κατακόρυφη πτώση των εσόδων του λόγω της δυσμένειας στον ανταγωνισμό στην οποία περιήλθε η επιχείρηση του». […] Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό και τις έκτακτες υγειονομικές και οικονομικές συνθήκες της εν λόγω περιόδου, δεν επέτρεψε στον Καταγγέλλοντα να προβεί σε οποιεσδήποτε διορθωτικές κινήσεις λόγω της απουσίας ισοδύναμων εναλλακτικών επιλογών». Κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και για αρκετό καιρό, όπως ο καταγγέλλων ισχυρίζεται, η Starbucks ήταν «[…] η μοναδική εταιρεία παροχής καφέ στην πλατφόρμα της Wolt, των οποίων η δυνητική αύξηση των πωλήσεων λόγω συγκέντρωσης της αγοράς, εύλογα θα αντικατοπτρίζει το μερίδιο της αγοράς το οποίο καρπώθηκε από την παράνομη σύμπραξη με την Wolt.».
  • Τέλος, σημειώνεται ότι ο καταγγέλλων κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν διατηρούσε δικό του ηλεκτρονικό ιστότοπο παραγγελιών ποτού και φαγητού αλλά, συνεργαζόταν με την πλατφόρμα παραγγελιών {…} σε σχέση με τη λήψη παραγγελιών μόνο, ενώ, η διανομή παραγγελιών γινόταν με μέσα και οδηγούς του καταγγέλλοντος. Ο τελευταίος χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η μη τήρηση από την Wolt της συμφωνίας συνεργασίας, όχι μόνο δεν επέτρεψε στον καταγγέλλοντα να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του, αλλά τον έφερε σε δυσμενέστερη θέση από όπου ήταν λόγω της αύξησης του οικονομικού κόστους σε εργατικό δυναμικό διανομέων που επέφερε το καθολικό lockdown. […] Η εν λόγω δυσμένεια στην οποία περιήλθε ο καταγγέλλοντας την δεδομένη χρονική περίοδο εντάθηκε με το αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που παραχωρήθηκε από τη Wolt προς την Starbucks, η οποία δραστηριοποιείται επίσης στο κέντρο της Λευκωσίας, στον ίδιο δρόμο με τον καταγγέλλοντα και ακριβώς απέναντι.».

3.2.2 Στοιχεία από την καταγγελλόμενη Starbucks

32.          Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας που διεξήχθη αναφορικά με την παρούσα καταγγελία απέστειλε σχετικό ερωτηματολόγιο ημερομηνίας 03/08/2021 προς την καταγγελλόμενη εταιρεία Starbucks, της οποίας οι απαντήσεις λήφθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 30/09/2021. Κάτωθι καταγράφονται συνοπτικά τα κύρια σημεία/στοιχεία των απαντήσεων που δόθηκαν:

  • Η Starbucks αναφέρθηκε στη Σύμβαση και στη σχετική αλληλογραφία που έλαβε χώρα μεταξύ {…} με {…}. Σύμφωνα με όσα αναφέρει η Starbucks: «Η σύμβαση υπεγράφη από τη MΑRINOPOULOS COFFEE CYPRUS την 21.02.2020, {…}. Η συνεργασία άρχισε ουσιαστικά την 26.02.2020, οπότε και οι καταναλωτές απέκτησαν τη δυνατότητα να υποβάλλουν ηλεκτρονικές παραγγελίες Starbucks μέσω της εφαρμογής Wolt.».
  • Αναφορικά με τη Σύμβαση, η Starbucks αναφέρει: {…} […] δεν συνιστά ούτε συμφωνία αποκλειστικότητας (exclusive purchasing), ούτε όρο προώθησης συγκεκριμένου σήματος (single branding) ή μη άσκησης ανταγωνισμού (non-competition) με την έννοια του δικαίου ανταγωνισμού.».
  • Ο σκοπός της εξάμηνης αποκλειστικότητας, όπως εξηγούν: {…}.
  • Σημειώνεται ότι ο όρος εξάμηνης αποκλειστικότητας {…}.
  • Οι ανταγωνιστές της Starbucks, σύμφωνα με την ίδια, είναι: «[…] γνωστές επώνυμες αλυσίδες καταστημάτων, όπως τα {…}.». Στη βάση στοιχείων που έχουν δημοσιευθεί από την Στατιστική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Starbucks φαίνεται να κατέχει κατά το 2020 μερίδιο {…} [0-5%]. Η Starbucks θεωρεί ότι: «ηγέτης εξ απόψεως μεριδίων αγοράς είναι η {…}.».
  • Η Starbucks ισχυρίζεται ότι: «[…] είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η Wolt ήταν η μοναδική πλατφόρμα που παρείχε υπηρεσίες παράδοσης κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Η αλήθεια είναι ότι και οι τέσσερις ως άνω εταιρείες[3] διέθεταν την εν λόγω υπηρεσία.».

3.2.3 Στοιχεία από την καταγγελλόμενη Wolt

33.          Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας που διεξήχθη αναφορικά με την παρούσα καταγγελία απέστειλε σχετικό ερωτηματολόγιο ημερομηνίας 03/08/2021 προς την καταγγελλόμενη εταιρεία Wolt, της οποίας οι απαντήσεις λήφθηκαν με επιστολή ημερομηνίας, 24/09/2021. Κάτωθι καταγράφονται συνοπτικά τα κύρια σημεία/στοιχεία των απαντήσεων που δόθηκαν:

  • Ο τρόπος που παρέχονται οι υπηρεσίες της Wolt εξηγούνται ως εξής: «1) O τελικός χρήστης εγγράφεται ως χρήστης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είτε διαμέσου της πλατφόρμας Wolt που λαμβάνεται σε κινητά τηλέφωνα ή tablets είτε διαμέσου της ιστοσελίδας www.wolt.com 2) Ο τελικός χρήστης επιλέγει το κατάστημα από τον οποίο επιθυμεί να αγοράσει φαγητό/ προϊόντα και προβαίνει στην παραγγελία. Μετά από την επιλογή, ο τελικός χρήστης πληρώνει για την παραγγελία μέσω της πλατφόρμας Wolt με πιστωτική κάρτα ή, διαφορετικά, ο τελικός χρήστης μπορεί να επιλέξει μετρητά ως μέθοδο πληρωμής και τότε η παραγγελία πληρώνεται στο συνεργαζόμενο ταχυμεταφορέα που παραδίδει το φαγητό∙3) Όταν η πλατφόρμα λάβει την παραγγελία από τον τελικό χρήστη, την στέλνει στον έμπορο ο οποίος λαμβάνει την παραγγελία σε ένα iPad (iPad που χρησιμοποιούνται μόνο για τις παραγγελίες Wolt), επιλέγει το χρόνο ετοιμασίας που απαιτείται για την παραγγελία και ετοιμάζει την παραγγελία∙4) Όταν η παραγγελία είναι έτοιμη, ένας συνεργαζόμενος ταχυμεταφορέας παίρνει την παραγγελία από τον έμπορα και την παραδίδει στον τελικό χρήστη. Διαφορετικά, εάν ένας χρήστης έχει επιλέξει take-away, ο χρήστης μπορεί να παραλάβει ο ίδιος την παραγγελία από το κατάστημα.».
  • Επί της ουσίας, η Wolt καταρτίζει μια σύμβαση με το εκάστοτε τοπικό κατάστημα που προσφέρει τα προϊόντα του μέσω της εφαρμογής Wolt, η οποία περιλαμβάνει τους όρους και προϋποθέσεις συνεργασίας τους καθώς και την προμήθεια που χρεώνει η Wolt το κατάστημα για τη χρήση της εφαρμογής της. Κατ’ επέκταση, το συμβόλαιο για την αγορά φαγητού και/ή άλλων προϊόντων γίνεται μεταξύ του εκάστοτε καταστήματος και του τελικού χρήστη, ενώ, η Wolt αποτελεί μόνο τον ενδιάμεσο, που συνδέει το εκάστοτε κατάστημα με τον τελικό χρήστη: «Η Wolt είναι ο συμβατικός πωλητής των υπηρεσιών παράδοσης στους τοπικούς τελικούς χρήστες και αναθέτει εξωτερικά (outsources) τις δραστηριότητες παράδοσης σε τοπικούς συνεργαζόμενους ταχυμεταφορείς που είναι ανεξάρτητοι εργολάβοι.».
  • Αναφορικά με την εμβέλεια που εξυπηρετούνται οι παραγγελίες ανά πελάτη, {…}».
  • Περαιτέρω, αναφορικά με την άρνηση παροχής των υπηρεσιών προς τον καταγγέλλοντα, δυνάμει της σχετικής συμφωνίας που υπέγραψαν, η Wolt επεξηγεί τα ακόλουθα: «Ο διευθυντής συνεργασίας εστιατορίων (Restaurant Partnership Manager ή RPM) της Wolt ο οποίος διευθέτησε την υπογραφή της σύμβασης με τον καταγγέλλοντα δεν είχε κατά το χρόνο αυτό γνώση του γεγονότος ότι η Wolt είχε συμφωνήσει έναν προσωρινό διακανονισμό με τη Starbucks σύμφωνα με τον οποίο η Wolt θα καθυστερούσε συνεργασίες με ορισμένες εταιρείες -συμπεριλαμβανομένου του καταγγέλλοντος- για μια ορισμένη περίοδο έξι (6) μηνών μετά την έναρξη της συνεργασίας της με τη Starbucks στην Κύπρο. Ο διακανονισμός έγινε για να κάνει τη Wolt μια νεοϊδρυθείσα και άγνωστη εταιρεία στο κοινό της Κύπρου {…} γνωστή μεταξύ των τοπικών καταναλωτών δια μέσου μιας πολύ γνωστής αλυσίδας καφέ-συνεργάτη, τη Starbucks. {…} […] Η Wolt ξεκίνησε τη συνεργασία της με τη Starbucks την 27η Φεβρουαρίου 2020. […] Αφού έλαβε γνώση του διακανονισμού με τη Starbucks o RPM επικοινώνησε με τον καταγγέλλοντα και τον ενημέρωσε σχετικά με την απόφαση της Wolt να μην αποδεχτεί αμέσως τον καταγγέλλοντα στην πλατφόρμα.
  • Σε σχέση με τη Σύμβαση παροχής υπηρεσιών συνεργάτη (εφεξής η «Σύμβαση») μεταξύ Wolt και Starbucks αναφέρονται τα ακόλουθα:

§  Η Σύμβαση υπογράφτηκε από την Starbucks στις 21/02/2020 και από την Wolt στις 04/03/2020.

§  {…}.

§  Στη Σύμβαση αναφέρεται ότι: «Για το παρόν συμφωνητικό ισχύουν όροι εξάμηνης (6 μήνες) αποκλειστικότητας όπως έχουν συμφωνηθεί μέσω email στις {…}.».

  • Αναφορικά με το διακανονισμό που έγινε μεταξύ Starbucks και Wolt σε σχέση με τον εξάμηνο αποκλεισμό διάφορων επιχειρήσεων ανταγωνιστών της Starbucks, η Wolt αναφέρει: «Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Wolt είχε συνεργαστεί με πολλές άλλες καφετέριες και αλυσίδες καφέ στην Κύπρο κατά τη διάρκεια διακανονισμού με τη Starbucks. Ο διακανονισμός με τη Starbucks δεν επηρέασε τη γενικότερη ικανότητα της Wolt να συνεργάζεται με άλλες αλυσίδες καφέ.». Η Wolt, σύμφωνα με όσα αναφέρει, κατά τον oυσιώδη χρόνο συνεργάστηκε με τις ακόλουθες αλυσίδες διανομής καφέ και μικρογευμάτων: {…}.
  • Επιπλέον, η Wolt αναφέρει: «[…] ο διακανονισμός μεταξύ της Wolt και της Starbucks βρισκόταν σε ισχύ για μια περιορισμένη διάρκεια έξι (6) μηνών με σκοπό να κάνει τη Wolt, μια νεοιδρυθείσα και άγνωστη εταιρεία στο γενικότερο κοινό της Κύπρου {…}, γνωστή μεταξύ των τοπικών καταναλωτών διαμέσου μιας γνωστής αλυσίδας καφέ-συνεργάτη, τη Starbucks.».
  • {…}.
  • Όσον αφορά τις υπηρεσίες παράδοσης, η Wolt αναφέρει ότι: «[…] είναι ο συμβατικός πωλητής των υπηρεσιών παράδοσης σε τοπικούς τελικούς χρήστες και αναθέτει (outsource) τις δραστηριότητες παράδοσης σε τοπικούς ταχυμεταφορείς με τους οποίους συνεργάζεται (courier partners) οι οποίοι είναι υπάλληλοι εταιρειών διαχείρισης στολών (Fleet management companies) που έχουν συνάψει συμφωνίες με την Wolt Cyprus. Οι υπηρεσίες παράδοσης παρέχονται, με τον τρόπο αυτό, από ανεξάρτητους εργολάβους και όχι υπαλλήλους της Wolt. Οι υπηρεσίες που προσφέρονται σε σχέση με την παράδοση αφορούν μόνο την παροχή της υλικοτεχνικής υποδομής (logistics) που επιτρέπει τις αποδοτικές παραδόσεις των προϊόντων που καταχωρούνται από τους συνεργάτες στην πλατφόρμα της Wolt. Οι υπηρεσίες παράδοσης, όπως αυτές που ήταν διαθέσιμες στη Wolt κατά τον ουσιώδη χρόνο (και παραμένουν τώρα διαθέσιμες στη Wolt Cyprus), για τους σκοπούς εξωτερικής ανάθεσης (outsourcing), ήταν και είναι εξίσου διαθέσιμες στον καταγγέλλοντα.».
  • Η Wolt θεωρεί ως ανταγωνιστές της την {…}, αναφέροντας ότι η ίδια λάνσαρε όλες τις δραστηριότητες της στη Λευκωσία στις 16/01/2020, το {…}, που έχει παρουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 2015, λάνσαρε λειτουργίες παράδοσης στη Λευκωσία και Λεμεσό, τον Μάρτιο 2020, όπως επίσης κατά την ίδια χρονική περίοδο λάνσαρε τις υπηρεσίες παράδοσης το {…}. Ενώ, το {…} λάνσαρε τις υπηρεσίες παράδοσής του τον Απρίλιο του 2020. Επί τούτου, η Wolt αναφέρει: «[…] ένας δυνητικός καταναλωτής και/ή έμπορος που αναζητούσε μία πλατφόρμα ηλεκτρονικής παραγγελίας είχε, πριν από τη 16η Ιανουαρίου 2020, μία επιλογή ενώ, μέχρι το τέλος της περιόδου που εξετάζεται από την Επιτροπή – δηλ. το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2020 – ένας δυνητικός καταναλωτής και/ή έμπορος είχε τουλάχιστον τέσσερις επιλογές.».
  • Η Wolt ανέφερε ότι δεν έχει διαθέσιμα οποιαδήποτε επίσημα στοιχεία αναφορικά με το μερίδιο αγοράς της στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, ωστόσο στη βάση δημόσια διαθέσιμων πληροφοριών και εσωτερικών εκτιμήσεων αναφέρει: «Οι αριθμοί δείχνουν ξεκάθαρα ότι {…} είναι ο κυρίαρχος παίκτης στην αγορά καθ’ όλη τη διάρκεια δραστηριοποίησης του στην Κύπρο και μέχρι σήμερα (18 μήνες μετά από το λανσάρισμα των δραστηριοτήτων μας) έχουμε περίπου μόνο ένα εκτιμώμενο {…} [5-10%] μερίδιο της σχετικής αγοράς.[…] Κατά την διάρκεια του ουσιώδους χρόνου από 1/1/2020 μέχρι 30/6/2020, η Wolt εκτιμά ότι το παγκύπριο μερίδιο αγοράς δεν υπερέβηκε ποτέ το όριο του {…} [5-10%] μεριδίου αγοράς ούτε υπερβαίνει τώρα αυτό το μερίδιο αγοράς.».
  • Η Wolt ισχυρίζεται σε σχέση με ό,τι αναφέρει ο καταγγέλλων ότι: «[…] ο καταγγέλλων θα είχε σπεύσει αμέσως να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι το {…} είχε λανσάρει δυνατότητες παράδοσης το Μάρτιο 2020 – χρόνος κατά τον οποίο το lockdown συνέχιζε να υφίσταται. Μέχρι το χρόνο σύνταξης της παρούσας απαντητικής επιστολής, ο καταγγέλλων είναι ενταγμένος στην πλατφόρμα {…} και δεν εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες παράδοσης που προσφέρονται από την πλατφόρμα. […], ο καταγγέλλων είναι ενταγμένος στην πλατφόρμα {…} και εκτελεί παραδόσεις χρησιμοποιώντας τους δικούς του πόρους παράδοσης […]. Αυτό καταδεικνύει ότι ο καταγγέλλων έχει και πάντα είχε τους απαραίτητους πόρους παράδοσης για να εκπληρώνει τις ανάγκες του [...].».

3.2.4 Στοιχεία από άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της εστίασης

(i)    {…}

34.          Σύμφωνα με τα στοιχεία που απέστειλαν οι εταιρείες {…} κατά την προκαταρκτική έρευνα και βρίσκονται καταχωρισμένα εντός του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

·         Οι εταιρείες {…} και {…} διαχειρίζονται, δυνάμει συμφωνιών δικαιόχρησης (Franchise agreements) τις καφετέριες με την επωνυμία {…} εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

·         Τα {…} δεν είχαν δικό τους ηλεκτρονικό ιστότοπο παραγγελίας και διανομής φαγητού και ποτού κατά τον ουσιώδη χρόνο.

·         Η εταιρεία {…} υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με την Wolt στις 08/07/2021, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή στις 22/07/2021. Όπως αναφέρουν: «Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις για σκοπούς της συμφωνίας ή την εφαρμογή αυτής.».

·         Περαιτέρω και σε σχέση με τη συνεργασία τους με την Wolt αναφέρουν: «Δεν είχαμε οποιαδήποτε προβλήματα ή δυσκολίες σχετικά με την Wolt αλλά ούτε αποτραπήκαμε από την τελευταία για συνεργασία. Η συμφωνία μας αφορούσε την παροχή από την Wolt υπηρεσιών παραγγελιών και διανομής φαγητού μέσω της ηλεκτρονικής τους πλατφόρμας {…} διαφορετικών brand που ανήκουν ή η χρήση αυτών στην Κύπρο ανήκει στην {…} ή σε εταιρείες του ομίλου εταιρειών της και όχι μόνο τις καφετέριες με την επωνυμία {…}. Ειδικότερα, η συμφωνία που υπεγράφη αφορούσε στο σύνολο {…} εστιατόρια/καφετέριες.».

·         Αναφέρεται επίσης: «Ειδικότερα, η συνεργασία με τις εταιρείες {…} τέθηκαν σε εφαρμογή στις 30.04.2020 και 26.06.2020, αντίστοιχα. Διευκρινίζουμε ότι για τις παραγγελίες που λάμβαναν χώρα από την ηλεκτρονική πλατφόρμα της {…} η διανομή δεν εκτελείτο από την {…} αλλά από τα {…} ενώ η συνεργασία με την {…} αφορούσε και τις δύο υπηρεσίες, ήτοι παραγγελιών μέσω της ηλεκτρονικής τους πλατφόρμας και διανομή φαγητού και ποτού.».

·         Τα {…} θεωρούν ως ανταγωνιστές τους τις επιχειρήσεις {…}, εκ των οποίων, η επιχείρηση Starbucks θεωρούν ότι αποτελεί ένα από τους βασικούς ανταγωνιστές τους.

(ii)  {…}

35.          Σύμφωνα με τα στοιχεία που απέστειλε η εταιρεία {…} έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα. Επισημαίνεται πως οι απαντήσεις της εταιρείας αφορούν μόνο την ίδια {…} και ως εκ τούτου δεν γνωρίζει τι ισχύει για κάθε κατάστημα {…} στη Κύπρο:

·         Η εταιρεία {…} δραστηριοποιείται στη Λευκωσία, παρέχοντας υπηρεσίες υπό το εμπορικό σήμα {…}, δυνάμει σύμβασης δικαιόχρησης στο χώρο του λιανικού εμπορίου πώλησης καφέ και σνακ.

·         Η εταιρεία δεν διατηρούσε ηλεκτρονικό ιστότοπο παραγγελίας και διανομής φαγητού, καθώς επίσης δεν συνεργάστηκε ποτέ με την Wolt αλλά ούτε και με οποιαδήποτε άλλη πλατφόρμα.

·         Θεωρούν ως ανταγωνιστές τους τις επιχειρήσεις {…}. Σημείωσε επίσης, πως τα Starbucks αποτελούν ένα σημαντικό ανταγωνιστή της: «[…] παρόλο που δεν διατηρεί κατάστημα στην περιοχή μας.».

(iii) {…}

36.          Σύμφωνα με τα στοιχεία που απέστειλε η εταιρεία {…} έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

·         Η εταιρεία {…} έχει τις καφετέριες με την εμπορική επωνυμία {…} στη Λευκωσία, Λάρνακα, Αμμόχωστο και Πάφο.

·         Η {…} διαθέτει δικό της ηλεκτρονικό ιστότοπο {…}  και ξεκίνησε τη συνεργασία της με τη Wolt τον Φεβρουάριο του 2021, χωρίς, όπως αναφέρει, να παρατηρηθεί κάποια καθυστέρηση.

·         Η {…} συνεργάζεται με τις πλατφόρμες {…}.

·         Ως ανταγωνιστές της θεωρεί τις επιχειρήσεις {…}., ενώ τα Starbucks αποτελούν ένα από τους πιο σημαντικούς ανταγωνιστές της.

(iv) {…}

37.          Σύμφωνα με τα στοιχεία που απέστειλε η εταιρεία {…} έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

·         Η εταιρεία {…} διαχειρίζεται τις καφετέριες με την επωνυμία {…} και έχει ως κύρια δραστηριότητα την παρασκευή και πώληση διαφόρων ροφημάτων και σνακ.

·         Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η {…} δεν διατηρούσε δικό της ηλεκτρονικό ιστότοπο, αλλά λάμβανε παραγγελίες μέσω τηλεφώνου.

·         Η {…} κατάρτισε συμφωνία με την πλατφόρμα της Wolt, η οποία υπογράφτηκε από εκπρόσωπο της {…} στις 09/04/2021 και από εκπρόσωπο της Wolt στις 10/05/2021. Η εφαρμογή της εν λόγω σύμβασης έγινε στη βάση χρονοδιαγραμμάτων.

·         Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η {…} δεν συνεργαζόταν με άλλες ηλεκτρονικές πλατφόρμες.

·         Η {…} θεωρεί ως ανταγωνιστές της τις επιχειρήσεις {…}.

(v)  {…}

38.          Σύμφωνα με τα στοιχεία που απέστειλε η εταιρεία {…} έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

·         Η εταιρεία {…} έχει το αποκλειστικό δικαίωμα ανάπτυξης ως δικαιοπάροχος του συστήματος δικαιόχρησης καφεκοπτείων-καφεπωλείων υπό την εμπορική ονομασία {…} στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

·         Η {…} δεν διατηρούσε ηλεκτρονικό ιστότοπο παραγγελίας και διανομής φαγητού και ποτού κατά τον ουσιώδη χρόνο.

·         Η {…} δεν κατάρτισε ποτέ συμφωνία συνεργασίας με την Wolt, ούτε και έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για συνεργασία μεταξύ τους. Επίσης, δεν υπήρξε συνεργασία με οποιαδήποτε άλλη ηλεκτρονική πλατφόρμα κατά τον ουσιώδη χρόνο.

·         Αναφορικά με τους ανταγωνιστές της σημειώθηκε ότι είναι «[..] αντικειμενικά αδύνατο να ονομαστούν οι επιχειρηματίες αφού είναι εκατοντάδες».

(vi) {…}

39.          Σύμφωνα με τα στοιχεία που απέστειλε η εταιρεία {…} έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

·         Η εταιρεία {…} δραστηριοποιείται στο εμπόριο καφέ στα καταστήματα {…} σε παγκύπριο επίπεδο, καθώς και στην εξεύρεση νέων συνεργατών για επέκταση της αλυσίδας.

·         Η {…} διατηρούσε το {…} και συνεργάζεται με την {…}.

·         Η {…} δεν έχει συμφωνία συνεργασίας με την Wolt.

·         Η {…} θεωρεί ότι ανταγωνιστές της, όπως αναφέρει: «[…], καφετέριες οι οποίες στοχεύουν κυρίως στην εξυπηρέτηση του κοινού, μέσω των υπηρεσιών TAKE AWAY και DELIVERY, με χαμηλό κόστος πώλησης των προϊόντων προς τον καταναλωτή.».

·         Αναφορικά με την Starbucks, η {…} αναφέρει: «[…] δε θεωρούμε την επιχείρηση Starbucks ως σημαντικό ανταγωνιστή της επιχείρησής μας.».

3.3.        Ουσιώδης χρόνος

40.          Η Επιτροπή παρατηρεί, μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, ότι το συμβόλαιο συνεργασίας του καταγγέλλοντα με την Wolt υπεγράφη από τον ίδιο περί τις 17/02/2020, ενώ από μέρους της Wolt στις 23/03/2020. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, ουδέποτε τέθηκε σε εφαρμογή, καθότι η Wolt προχώρησε σε συμφωνία αποκλειστικότητας με την Starbucks, η οποία είχε ως αντικείμενο και/ή αποτέλεσμα τον αποκλεισμό διαφόρων επιχειρήσεων ανταγωνιστών της Starbucks από τις υπηρεσίες της Wolt, μεταξύ των οποίων και αυτή του καταγγέλλοντος, για περίοδο έξι (6) μηνών.

41.          Ο ως άνω αναφερόμενος εξάμηνος αποκλεισμός φαίνεται να συμπίπτει με την περίοδο των περιορισμών που επιβλήθηκαν από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας την περίοδο της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid-19). Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, η χρήση των υπηρεσιών κατ’ οίκον διανομής φαγητού (delivery), ήταν ιδιαιτέρως αυξημένη, καθότι η λειτουργία των επιχειρήσεων, όπως αυτή του καταγγέλλοντος, γινόταν μόνο μέσω παραγγελιών που λαμβάνονταν τηλεφωνικώς ή μέσω διαδικτύου και εκτελούνταν μόνο με κατ’ οίκον διανομή ή σε πολύ μικρότερο βαθμό και με take away. Επομένως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντα, ο αποκλεισμός του από την πλατφόρμα της Wolt μεγιστοποίησε τη ζημιά του καθότι οι συνθήκες της αγοράς στην υπό αναφορά χρονική περίοδο ήταν εκτάκτως και ιδιαιτέρως ευνοϊκές για επιχειρήσεις που συμμετείχαν σε πλατφόρμες όπως αυτή της Wolt, ελλείψει εναλλακτικών επιλογών λόγω των διαταγμάτων και των λοιπών νομικών μέτρων που εφάρμοζε η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

42.          Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, η Wolt ξεκίνησε τη λειτουργία της πρώτα στη Λευκωσία στις 16/01/2020, ενώ η συμφωνία για τον εξάμηνο αποκλεισμό με την Starbucks φαίνεται να ξεκίνησε από τις 26/02/2020 και συνεχίστηκε για έξι (6) μήνες. Σε αυτό το διάστημα, ο καταγγέλλων είχε υπογράψει συμφωνία συνεργασίας με την Wolt όπου αναφέρει ότι στις 20/02/2020 ενημερώθηκε από τον αντιπρόσωπο της Wolt πως όλα τα προαπαιτούμενα στάδια ήταν έτοιμα, δίνοντας παράλληλα την εκτίμηση ότι περί τις 26/02/2020 τα προϊόντα του θα «ανέβαιναν» στην πλατφόρμα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, εντός της χρονικής διάστασης των τριών (3) μηνών που αναφέρεται η καταγγελία, η Wolt ήταν η μόνη που την παρείχε, έχοντας κατά βάση μονοπωλιακή θέση μέχρι και τα τέλη Απριλίου 2020 όταν και εισήλθε εντός της σχετικής αυτής αγοράς και η εταιρεία Bolt.

43.          Επομένως, στην παρούσα υπόθεση εξετάζεται το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο έλαβε χώρα η κατ’ ισχυρισμό αντι-ανταγωνιστική συμπεριφορά της Wolt με την συμφωνία της εξάμηνης αποκλειστικότητας με την Starbucks, δηλαδή κατά τη χρονική περίοδο από τα τέλη Φεβρουαρίου του 2020 μέχρι και τα τέλη Αυγούστου 2020.

4.    ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

4.1.        Σχετική αγορά προϊόντος/ υπηρεσίας

44.          Η Επιτροπή επισημαίνει πως για να εξεταστεί μια συγκεκριμένη αγορά, πρέπει να αξιολογούνται οι δυνατότητες του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της αγοράς που περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή υπηρεσίες που λόγω των χαρακτηριστικών τους, μπορούν κάλλιστα να ικανοποιούν διαρκείς ανάγκες και είναι εναλλάξιμα με άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες. Η σχετική αγορά οριοθετείται: (α) ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών), και (β) γεωγραφικώς (σχετική γεωγραφική αγορά). Με τον ορισμό μιας αγοράς, τόσο όσον αφορά τα προϊόντα, όσο και τη γεωγραφική διάσταση της, μπορούν να προσδιοριστούν οι πραγματικοί ανταγωνιστές, οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και να τις εμποδίσουν από το να ενεργούν ανεξάρτητα από τις πιέσεις που επιβάλει ο πραγματικός ανταγωνισμός.

45.          Σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, (εφεξής η «Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής»), αναφορικά με τον τρόπο οριοθέτησης της σχετικής αγοράς για σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού: [4]

«Η σχετική αγορά προϊόντος περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που οι πελάτες θεωρούν ότι μπορούν να εναλλάσσονται με ή να υποκαθίστανται από το/τα προϊόν/-ντα της/των εμπλεκόμενης/-ων επιχείρησης/-εων, βάσει των χαρακτηριστικών των προϊόντων, των τιμών και της χρήσης για την οποία προορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ανταγωνισμού και της διάρθρωσης της προσφοράς και της ζήτησης στην αγορά.».

46.          Η εναλλαξιμότητα ή η υποκατάσταση δεν εκτιμάται μόνο από την άποψη των αντικειμενικών χαρακτηριστικών των σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά λαμβάνονται υπόψη κυρίως οι συνθήκες ανταγωνισμού και η διάρθρωση της ζήτησης και προσφοράς στην αγορά.[5]

47.          Σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[6]: « 6. Κύριος σκοπός του ορισμού της αγοράς είναι ο προσδιορισμός, με συστηματικό τρόπο, των αποτελεσματικών και άμεσων ανταγωνιστικών πιέσεων που αντιμετωπίζουν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις (8) όταν προσφέρουν ορισμένα προϊόντα (9) σε μία συγκεκριμένη περιοχή. Ο ορισμός της αγοράς καταλήγει στον προσδιορισμό των σχετικών ανταγωνιστών της/των εμπλεκόμενης/-ων επιχείρησης/-εων όταν προσφέρει/-ουν τα εν λόγω προϊόντα, καθώς και των σχετικών πελατών. Μόνο τα προϊόντα που ασκούν αποτελεσματικές και άμεσες ανταγωνιστικές πιέσεις εντός του σχετικού χρονικού πλαισίου αποτελούν μέρος της ίδιας σχετικής αγοράς με εκείνα της/των εμπλεκόμενης/-ων επιχείρησης/-εων, ενώ άλλες λιγότερο αποτελεσματικές ή απλώς δυνητικές πιέσεις θεωρούνται μέρος της αξιολόγησης από πλευράς ανταγωνισμού.».

48.          Περαιτέρω διευκρινίζεται πως: «9. Η χρήση, από την Επιτροπή, του ορισμού της αγοράς συνδέεται στενά με τους σκοπούς που επιδιώκονται με τις διάφορες πράξεις του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης:

[…]

γ) σε αξιολογήσεις στο πλαίσιο του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τον ορισμό της αγοράς, μεταξύ άλλων, προκειμένου να εξακριβώσει αν υφίσταται αισθητός περιορισμός του ανταγωνισμού ή προκειμένου να διαπιστώσει αν πληρούται η προϋπόθεση για απαλλαγή από την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, βάσει του άρθρου 101 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ (18). Στην πράξη, η Επιτροπή τείνει να χρησιμοποιεί τον ορισμό της αγοράς όταν αξιολογεί συμφωνίες (19) που έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν ορίζει συνήθως τη σχετική αγορά όταν αξιολογεί συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, όπως συμφωνίες σύμπραξης, και δεν υποχρεούται να προβαίνει σε τέτοια αξιολόγηση (20).».[7]

49.          Η Επιτροπή επισημαίνει ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο ορισμός της σχετικής αγοράς δεν έχει την ίδια σημασία στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 3(1) του Νόμου με αυτήν του άρθρου 6(1) του Νόμου. Στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Volkswagen,[8] το Δικαστήριο αναφέρει σχετικά τα εξής:

«230. Προκειμένου να προσδιοριστεί η έκταση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να ορίζει τη σχετική αγορά πριν διαπιστώσει παράβαση των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο ορισμός της αγοράς δεν έχει την ίδια σημασία στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 82 ΕΚ). Στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης, ο προσήκων ορισμός της σχετικής αγοράς αποτελεί απαραίτητο και προαπαιτούμενο όρο κάθε κρίσεως αναφερομένης σε συμπεριφορά που θεωρείται αντίθετη προς τον ανταγωνισμό, εφόσον, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως, πρέπει προηγουμένως να αποδειχθεί η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως εντός συγκεκριμένης αγοράς, πράγμα που σημαίνει ότι η αγορά αυτή πρέπει προηγουμένως να έχει οριοθετηθεί. Αντιθέτως, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης, σκοπός του ορισμού της σχετικής αγοράς είναι να εξακριβωθεί κατά πόσον η επίμαχη συμφωνία, η απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή η εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς».

50.          Επίσης, στην απόφαση του Πρωτοδικείου στις συνεκδ. υποθέσεις Cimenteries CBR κ.α.[9], αναφέρεται: «Επιβάλλεται πάντως η παρατήρηση ότι ο ορισμός της σχετικής αγοράς δεν έχει την ίδια σημασία αφενός στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 85 και αφετέρου στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης. [….] Όταν πρόκειται για την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης, σκοπός του ορισμού της σχετικής αγοράς είναι να εξακριβωθεί κατά πόσον η επίμαχη συμφωνία, η απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή η εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (απόφασηSPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 485, σκέψη 74).».

51.          Την ίδια θέση διατήρησε το Δικαστήριο και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του[10] όπου ξεκαθαρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υποχρέωση καθορισμού της αγοράς σε απόφαση που εκδίδεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μόνον όταν, ελλείψει ενός τέτοιου καθορισμού, είναι αδύνατον να εξακριβωθεί αν η συγκεκριμένη συμφωνία, η απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή η εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά και στην περίπτωση του άρθρου 3 του Νόμου που αφορά απαγορευμένες συμφωνίες, συμπράξεις και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων ή αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων.

52.          Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας είναι η κατ’ ισχυρισμό παράβαση των προνοιών του άρθρου 3(1) του Νόμου, καθώς και του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, σε σχέση με τη συμφωνία μεταξύ της Wolt και της Starbucks, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον εξάμηνο αποκλεισμό επτά (7) αλυσίδων καφέ- ανταγωνιστών της Starbucks, συμπεριλαμβανομένου της επιχείρησης του καταγγέλλοντος, από τις υπηρεσίες που παρέχει η Wolt. Η περίοδος των έξι (6) μηνών αφορούσε το κρίσιμο χρονικό διάστημα του πρώτου lockdown που επέβαλε η Κυπριακή Δημοκρατία για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού.

53.          Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη νομική αξιολόγηση της υπό κρίση υπόθεσης, καθότι κατά την πάγια ενωσιακή νομολογία και πρακτική δεν απαιτείται η ακριβής οριοθέτηση της σχετικής αγοράς για την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ και κατ’ επέκταση του άρθρου 3(1) του Νόμου, όταν οι υπό εξέταση συμφωνίες έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας σε συνάρτηση με τα όσα πιο πάνω αναλύονται, η Επιτροπή προχωρεί κατωτέρω στην ανάλυση και οριοθέτηση της σχετικής αγοράς στην παρούσα υπόθεση.

54.          Επισημαίνεται σχετικά ότι η επιχείρηση του καταγγέλλοντος με τον διακριτικό τίτλο/ εμπορική επωνυμία «Γρηγόρης Μικρογεύματα» και/ή «Gregory’s» δραστηριοποιείται στον τομέα της εστίασης και διαθέτει όλα τα προϊόντα του δικαιοπάροχου (Γρηγόρης Μικρογεύματα ΑΒΕΕ), ήτοι καφέ, αναψυκτικά, χυμούς, πίτες, σάντουιτς, σαλάτες, μπέργκερς και γλυκά. Σύμφωνα με την καταγγελία: «Το μοντέλο της επιχείρησης επικεντρώνεται κατά βάση στο «γρήγορο φαγητό» (quick meals) κατόπιν παραγγελίας για κατ’ οίκον παράδοση (delivery) ή «take away» ή κατανάλωσης εντός του καταστήματος εξυπηρετώντας κατά βάση «περαστικούς».

55.          Η καταγγελλόμενη Starbucks δραστηριοποιείται στην ίδρυση, λειτουργία και διαχείριση καταστημάτων καφέ, καθώς και στην πώληση και διάθεση καφέ και άλλων μη αλκοολούχων ροφημάτων εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η καταγγελλόμενη Wolt, διαχειρίζεται μια ηλεκτρονική πλατφόρμα, η οποία, επί της ουσίας, συνδέει τα διάφορα τοπικά εστιατόρια και/ή άλλες λιανικές επιχειρήσεις με τους τοπικούς τελικούς χρήστες, οι οποίοι παραγγέλνουν φαγητό και/ή άλλα προϊόντα και τους τοπικούς συνεργαζόμενους ταχυμεταφορείς που παραδίδουν το φαγητό και/ή άλλα προϊόντα στους τελικούς χρήστες.

56.          Αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της πλατφόρμας της Wolt και κατ’ επέκταση του τρόπου παροχής των υπηρεσιών της, η Επιτροπή σημειώνει ότι ο τελικός χρήστης εγγράφεται ως χρήστης στην πλατφόρμα της Wolt μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και επιλέγει το κατάστημα από το οποίο επιθυμεί να αγοράσει φαγητό και/ή άλλο προϊόν και προβαίνει στην παραγγελία και προχωρεί στην πληρωμή αυτής, είτε μέσω πιστωτικής κάρτας ή με μετρητά στον συνεργαζόμενο ταχυμεταφορέα που παραδίδει την παραγγελία. Ακολούθως, η πλατφόρμα που λαμβάνει την παραγγελία, την αποστέλλει στο εστιατόριο/ λιανική επιχείρηση που την λαμβάνει σε ένα iPad, ειδικό για τις παραγγελίες της Wolt και καθορίζει το χρόνο ετοιμασίας. Μόλις η παραγγελία ετοιμασθεί, ο συνεργαζόμενος ταχυμεταφορέας παίρνει την παραγγελία από το εστιατόριο/ λιανική επιχείρηση και την παραδίδει στον τελικό χρήστη. Εάν ο τελευταίος έχει επιλέξει να παραλάβει take-away τότε παραλαμβάνει την παραγγελία από το κατάστημα ο ίδιος.

57.          Επομένως, η Wolt προβαίνει σε μία συμβατική ρύθμιση με το εκάστοτε εστιατόριο/λιανική επιχείρηση που επιθυμεί να αναρτήσει τα προϊόντα του στην πλατφόρμα που προσφέρει η Wolt. Η σύμβαση καθορίζει τους όρους και προϋποθέσεις συνεργασίας συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας που η Wolt χρεώνει στο εστιατόριο/ επιχείρηση για την χρήση της εφαρμογής απ’ αυτόν. Με την σειρά του το κάθε εστιατόριο/ λιανική επιχείρηση συμβάλλεται με τον τοπικό τελικό χρήστη αφής στιγμής θα θέσει την παραγγελία του και θα προβεί σε πληρωμή. Η Wolt είναι, επίσης, ο συμβατικός πωλητής των υπηρεσιών παράδοσης στους τελικούς χρήστες, αναθέτοντας εξωτερικά τις υπηρεσίες παράδοσης σε εξωτερικούς συνεργαζόμενους ταχυμεταφορείς, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι εργολάβοι.

58.          Σημειώνεται ότι από την παράθεση των θέσεων των εμπλεκομένων μερών στην παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι αμφότερες οι καταγγελλόμενες δεν συμφωνούν πλήρως με τον ορισμό της σχετικής αγοράς, όπως αυτός αποδόθηκε από τον καταγγέλλοντα.

59.          Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η σχετική αγορά ορίζεται ως «[…] αγορά των υπηρεσιών παροχής ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποβολής παραγγελιών και της υπηρεσίας κατ’ οίκον διανομής φαγητού» και πως «[…] στην συγκεκριμένη περίπτωση της WOLT, αμφότερες οι υπηρεσίες παρέχονται στην ίδια πλατφόρμα, εμφανίζοντας ως εκ τούτου ενότητα. Με άλλα λόγια, δεν περιγράφονται δύο ξεχωριστές αγορές αλλά μια που εμπεριέχει και την υπηρεσία των ηλεκτρονικών παραγγελιών και την υπηρεσία της κατ’ οίκον διανομής φαγητού. Αυτό παρατηρείται κυρίως από τη φύση των συμφωνιών, αφού δεν μπορεί να λάβει κανείς μια από τις δύο υπηρεσίες, διότι η μια αποτελεί προϋπόθεση της άλλης.».

60.          Η δε καταγγελλόμενη Wolt, κατά τη θέση της, θεωρεί ότι η σχετική αγορά θα πρέπει να περιλαμβάνει (α) πλατφόρμες ηλεκτρονικής παραγγελίας που προσφέρουν υλικοτεχνική υποδομή παραδόσεων (online ordering platforms which offer delivery logistics) και, (β) πλατφόρμες ηλεκτρονικής παραγγελίας που δεν προσφέρουν υλικοτεχνική υποδομή παραδόσεων και στις οποίες η παράδοση των προϊόντων γίνεται από διανομείς των καταστημάτων (online ordering platforms which do not offer delivery logistics).

61.          Συγκεκριμένα, η καταγγελλόμενη Wolt αναφέρει ότι, ο ορισμός της αγοράς προϊόντος, όπως αυτός είχε προταθεί από τον καταγγέλλοντα, αποτελεί περιορισμένη αντίληψη της πραγματικότητας της αγοράς, η οποία κατ’ ισχυρισμό της έχει οριστεί χωρίς αναφορά στην πρακτική της Επιτροπής, όπως αυτή περιγράφεται στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για σκοπούς του Κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού.[11] Σύμφωνα με την Wolt: «Ο καταγγέλλων εισηγείται ότι η σχετική αγορά προϊόντος είναι η αγορά των «υπηρεσιών παροχής ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποβολής παραγγελιών και της υπηρεσίας κατ’ οίκον διανομής φαγητού». Ο καταγγέλλων δεν εξηγεί, με οποιοδήποτε τρόπο, το σκεπτικό αναφορικά με τον τρόπο που έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα.».

62.          Επίσης, η Wolt υποστηρίζει ότι η προσέγγιση του καταγγέλλοντα ότι η πρώτη προσφέρει υλικοτεχνική υποδομή παραδόσεων εντός πλατφόρμας, είναι άστοχη και νομικά λανθασμένη. Η Wolt ισχυρίζεται ότι ο ορισμός της σχετικής αγοράς προϊόντος θα πρέπει πρωτίστως να οροθετηθεί από τη σκοπιά του καταναλωτή.[12] Ο καταγγέλλων υποστηρίζει περαιτέρω ότι η Ανακοίνωση Ορισμού Αγοράς καθορίζει ότι για σκοπούς ορισμού της σχετικής αγοράς του προϊόντος πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη οι σχετικοί ανταγωνιστικοί περιορισμοί, συμπεριλαμβανομένων, της δυνατότητας υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης, της δυνατότητας υποκατάστασης από την πλευρά της προσφοράς, του δυνητικού ανταγωνισμού και άλλων χαρακτηριστικών της αγοράς.

63.          Στη βάση των ανωτέρω, η Wolt είναι της γνώμης ότι η σχετική αγορά του προϊόντος θα πρέπει να περιλαμβάνει το πλήρες φάσμα των προσφορών μέσω ενδιάμεσων και χωρίς ενδιάμεσων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των απευθείας πωλήσεων από εμπόρους και μιας ποικιλίας ψηφιακών υπηρεσιών διαμεσολάβησης (intermediation).

64.          Περαιτέρω, η Wolt αναφέρει ότι πλατφόρμες όπως αυτή που διαθέτει η Wolt είναι κοινώς διαθέσιμες χωρίς οποιοδήποτε κόστος στον καταναλωτή. Επιπλέον, η επιλογή του καταναλωτή δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τις λειτουργίες παράδοσης μιας πλατφόρμας. Αυτό επειδή, από τη σκοπιά του καταναλωτή, το παραγγελθέν αγαθό θα παραδοθεί ασχέτως της λειτουργίας που επιτρέπει την παραγγελία. Δηλαδή, κατά την καταγγελλόμενη εταιρεία Wolt, δεν ενδιαφέρει τον καταναλωτή το πώς θα εκτελεστεί η παραγγελία του, τον ενδιαφέρει αποκλειστικά το γεγονός ότι η παραγγελία πράγματι θα εκτελεστεί και θα παραδοθεί. Ως εκ τούτου, οι καταναλωτές κατανοούν ότι όλες οι πλατφόρμες ηλεκτρονικής παραγγελίας αποτελούν μια αγορά – ασχέτως της λειτουργίας παράδοσης. Περαιτέρω και λόγω αυτών των πραγματικοτήτων της αγοράς, παρατηρείται ότι οι καταναλωτές τείνουν να «πολυστεγάζονται» ("multihome") όταν πρόκειται για τέτοιες πλατφόρμες. Οι καταναλωτές συνηθίζουν να χρησιμοποιούν πολλαπλές πλατφόρμες για ηλεκτρονική παραγγελία και παράδοση. Η χρήση περισσότερων από μιας πλατφόρμας επιτρέπει την πρόσβαση σε ένα μεγαλύτερο σύνολο εστιατορίων/λιανοπωλητών (εμπόρων) και αφού δεν υπάρχει κόστος για την κατοχή λογαριασμών σε πολλαπλές πλατφόρμες, οι καταναλωτές προβαίνουν σε χρήση πολλαπλών πλατφορμών για να μεγιστοποιήσουν τις επιλογές τους. Η καταγγελλόμενη Wolt στηρίζει επίσης την άποψη της στα ευρήματα της Αρχής Ανταγωνισμού και Αγορών του Ηνωμένου Βασιλείου (η «CMA») στην απόφαση της σχετικά με τη συγκέντρωση που αφορούσε τις Amazon και Deliveroo.[13] Δυνάμει των ανωτέρω, η καταγγελλόμενη Wolt είναι της γνώμης ότι, από τη σκοπιά του καταναλωτή, οι πλατφόρμες ηλεκτρονικής παραγγελίας που προσφέρουν υλικοτεχνική υποδομή παραδόσεων και οι πλατφόρμες ηλεκτρονικής παραγγελίας που δεν προσφέρουν υλικοτεχνική υποδομή παραδόσεων, θεωρούνται ότι είναι μέρος της ίδιας αγοράς προϊόντος.[14]

65.          Επίσης, η Wolt αναφέρει ότι από την σκοπιά του εμπόρου, ένας παράγοντας ως προς τη δυνατότητα υποκατάστασης των πλατφορμών, όπως αυτή της Wolt, είναι το κατά πόσο μια πλατφόρμα προσφέρει δυνατότητες παράδοσης. Ωστόσο, η Wolt υποδεικνύει ότι ο παράγων αυτός δεν παρουσιάζεται με ολιστικό τρόπο από τον καταγγέλλοντα, αναφέροντας ότι: «Οι έμποροι λαμβάνουν επίσης υπόψη ότι οι πλατφόρμες που ενσωματώνουν υλικοτεχνική υποδομή παραδόσεων έχουν ως αποτέλεσμα την έλλειψη ελέγχου από τον έμπορο επί της ποιότητας των παραδοθέντων αγαθών.[15] Με άλλα λόγια, οι έμποροι που δεν εκτελούν παραδόσεις με δικά τους μέσα εγκαταλείπουν τον έλεγχο ως προς το πως θα φτάσουν τα αγαθά τους στους καταναλωτές. Για τέτοιους έμπορους, η διαθεσιμότητα των πλατφόρμων εντός της ίδιας αγοράς, που προσφέρουν ηλεκτρονική παραγγελία χωρίς δυνατότητα παράδοσης είναι επιθυμητός ανταγωνισμός. Αυτή η πραγματικότητα της αγοράς εξηγεί το γεγονός ότι ορισμένες πλατφόρμες προσφέρουν ένα υβριδικό μοντέλο, με το οποίο ο έμπορος έχει την επιλογή είτε να πραγματοποιήσει την παράδοση με δικά του μέσα, ή να πραγματοποιήσει την παράδοση χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες της πλατφόρμας. […] το {…} έχει εφαρμόσει ένα τέτοιο υβριδικό μοντέλο από το Μάρτιο του 2020. Αυτές οι ιδιαιτερότητες της αγοράς υποδεικνύουν το γεγονός ότι, από τη σκοπιά του εμπόρου, οι πλατφόρμες ηλεκτρονικής παραγγελίας που προσφέρουν υλικοτεχνική υποδομή παραδόσεων και οι πλατφόρμες ηλεκτρονικής παραγγελίας που δεν προσφέρουν υλικοτεχνική υποδομή παραδόσεων θεωρούνται ότι είναι ανταγωνιστές εντός της ίδιας αγοράς προϊόντος.».

66.          Από την πλευρά της καταγγελλόμενης Starbucks αναφέρθηκε ότι, στη σχετική αγορά «περιλαμβάνονται όλες οι υπηρεσίες που παρέχονται από τα καταστήματα εστίασης μέσω εφαρμογής ή ιστοσελίδας του καταστήματος…», καθότι από πλευράς καταναλωτή και παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών «δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των ως άνω εφαρμογών. Όλες έχουν τη δυνατότητα απευθείας υποβολής παραγγελιών με συνοπτικές διαδικασίες, διαδικτυακά ή μέσω σχετικής εφαρμογής για κινητές συσκευές.».

67.          Επιπλέον, η καταγγελλόμενη Starbucks δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος ότι η Wolt ήταν η μοναδική πλατφόρμα που παρείχε υπηρεσίες παράδοσης κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα: «Η αλήθεια είναι ότι και οι τέσσερις ως άνω εταιρείες[16] διέθεταν την εν λόγω υπηρεσία. Ο καταγγέλλων θα μπορούσε κάλλιστα να είχε απευθυνθεί σε μία ή περισσότερες από αυτές (αν δεν το έκανε ήδη) για την κάλυψη κάθε σχετικής του ανάγκης.».

68.          Για τον ορισμό της σχετικής αγοράς εν προκειμένω, η Επιτροπή ανέτρεξε σε σχετικούς κανονισμούς του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και δε στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 524/2013[17] που ορίζει ως «ηλεκτρονική αγορά», τον πάροχο υπηρεσίας σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2000 για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο) ο οποίος επιτρέπει στους καταναλωτές και τους εμπόρους να συνάπτουν ηλεκτρονικώς συμβάσεις πώλησης και παροχής υπηρεσιών μέσα από την ιστοσελίδα της ηλεκτρονικής αγοράς.

69.          Περαιτέρω, σε σχετικό έγγραφο εργασίας του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες ημερομηνίας 25/05/2016, τα online marketplaces ορίζονται ως ακολούθως:[18]

«Online marketplaces can be defined as online platforms on which direct transactions between sellers and buyers of goods and/or services can take place. In particular, EU legislation regards online marketplaces as service providers which allow consumers and traders to conclude online sales and service contracts on online marketplaces' websites. Much like in the real world, an online marketplace is a central entity that offers 'virtual space' to third-party sellers of goods and services in exchange for a commission - with the marketplace offering tools to conduct the transaction. Clear examples of online marketplaces that would be encompassed by this definition are eBay, Amazon Marketplaces and Rakuten». Σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα: «Οι διαδικτυακές αγορές μπορούν να οριστούν ως διαδικτυακές πλατφόρμες στις οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν άμεσες συναλλαγές μεταξύ πωλητών και αγοραστών αγαθών και/ή υπηρεσιών. Ειδικότερα, η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρεί τις ηλεκτρονικές αγορές ως παρόχους υπηρεσιών που επιτρέπουν στους καταναλωτές και τους εμπόρους να συνάπτουν ηλεκτρονικές συμβάσεις πωλήσεων και υπηρεσιών στους ιστότοπους των ηλεκτρονικών αγορών. Όπως και στον πραγματικό κόσμο, μια ηλεκτρονική αγορά είναι μια κεντρική οντότητα που προσφέρει «εικονικό χώρο» σε τρίτους πωλητές αγαθών και υπηρεσιών με αντάλλαγμα μια προμήθεια – με την αγορά να προσφέρει εργαλεία για τη διεξαγωγή της συναλλαγής. Σαφή παραδείγματα διαδικτυακών αγορών που περιλαμβάνονται σε αυτό τον ορισμό είναι το eBay, το Amazon Marketplaces και το Rakuten». (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής).

70.          Η Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, σε κλαδική έρευνα που διενήργησε στο ηλεκτρονικό εμπόριο, δυνάμει της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, όρισε τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες (επιγραμμικές πλατφόρμες – διαδικτυακές αγορές (marketplaces)) ως:[19]

«[…] την εφαρμογή ή τον ιστότοπο στον οποίο ανεξάρτητοι πωλητές πωλούν και διαφημίζουν προϊόντα, αλλά η πώληση πραγματοποιείται μέσω της πλατφόρμας στην οποία πωλούν και διαφημίζουν τα προϊόντα τους. Τα εμπλεκόμενα μέρη εν προκειμένω είναι τρία και διακριτά μεταξύ τους: οι πωλητές, οι αγοραστές και το μέρος που έχει δημιουργήσει, λειτουργεί και διαχειρίζεται την επιγραμμική πλατφόρμα marketplace. Η λειτουργία και ο ρόλος της πλατφόρμας έγκειται στην αυτοματοποιημένη ηλεκτρονική διαδικασία παραγγελιών, συνδέοντας άμεσα τους πελάτες με τους προμηθευτές και επιτρέποντας στα συμμετέχοντα μέρη να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τιμές και προσφορές προϊόντων και να συνεργάζονται μεταξύ τους μέσω πληροφοριακών πυλών (portals) και εργαλείων εμπορικής συνεργασίας. Οι προμηθευτές εν προκειμένω μπορούν να είναι είτε οι κατασκευαστές των προϊόντων, ή (συνηθέστερα) κάποιοι τρίτοι λιανοπωλητές (ανεξάρτητα αν διατηρούν ηλεκτρονικό κατάστημα οι ίδιοι).

Στην προκειμένη περίπτωση, η επιγραμμική πλατφόρμα-marketplace, σε αντίθεση με τα διαδικτυακά καταστήματα, δεν αναλαμβάνει τη φυσική πλευρά των συναλλαγών, ήτοι δεν αγοράζει προϊόντα προς μεταπώληση, δεν διατηρεί αποθήκη και δεν κατέχει απόθεμα και συνήθως δεν διεκπεραιώνει τις αποστολές των προϊόντων (dropshipping). Αντιθέτως, εστιάζει κυρίως στην προώθηση της επωνυμίας της επιγραμμικής πλατφόρμας – marketplace με σκοπό την αύξηση της επισκεψιμότητας στην πλατφόρμα και τη μετατροπή των προβολών του ιστότοπου σε πωλήσεις.

Στην ουσία, τα marketplaces λειτουργούν ως εικονικές εμπορικές αγορές, διαδραματίζοντας έναν μεσολαβητικό ρόλο οργάνωσης των εμπορικών συναλλαγών και σχέσεων, μέσω των οποίων δίνεται η δυνατότητα δυναμικής αλληλεπίδρασης αγοραστών και προμηθευτών. Οι βασικές υπηρεσίες που συνήθως προσφέρουν στα συμμετέχοντα μέρη περιλαμβάνουν τη διοργάνωση ηλεκτρονικών δημοπρασιών, την αυτοματοποιημένη ενημέρωση των επιχειρήσεων που συμμετέχουν και των αρμόδιων τμημάτων τους (π.χ. λογιστήριο, αποθήκη, πωλήσεις), τον έλεγχο φερεγγυότητας και πίστωσης των αγοραστών, την αναζήτηση προϊόντων μέσω εμπορικών καταλόγων βάσει ονόματος, κωδικού προϊόντος, παραγωγού ή συνδυασμό των παραπάνω, την ανταλλαγή τεχνικών πληροφοριών και τιμών κτλ.

Ορισμένα marketplaces παρέχουν αποκλειστικά την πλατφόρμα χωρίς να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δραστηριότητα ως πωλητές σε αυτήν (pure marketplaces), ενώ άλλα ενεργούν και ως λιανοπωλητές, πέραν της παροχής, λειτουργίας και διαχείρισης της πλατφόρμας65. Στην τελευταία περίπτωση, παρουσιάζουν συνήθως τα προϊόντα για τα οποία είναι οι ίδιοι λιανοπωλητές μαζί με τα προϊόντα των λοιπών πωλητών στον ιστότοπο του marketplace. Συνεπώς, σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν ευθέως ανταγωνιστές με τους υπόλοιπους πωλητές που συμμετέχουν στην πλατφόρμα.

Στα marketplaces η συναλλαγή γίνεται με τον ίδιο τρόπο όπως σε ένα ηλεκτρονικό κατάστημα, καθώς προσφέρεται η δυνατότητα ολοκλήρωσης της παραγγελίας και απευθείας πληρωμής μέσω της πλατφόρμας, με τη διαφορά ότι τα διαθέσιμα προϊόντα ανήκουν σε διαφορετικούς πωλητές. Αυτού του τύπου η επιγραμμική πλατφόρμα είναι ουσιαστικά ο τόπος όπου συνάπτεται η συμφωνία πώλησης και αγοράς και το μέρος που δημοσιεύει (και διαθέτει) το προϊόν προς πώληση είναι υπεύθυνο για τη διαδικασία παράδοσης. Επιπλέον, παρέχονται υπηρεσίες εξυπηρέτησης και μετά την πώληση των προϊόντων, στις οποίες περιλαμβάνονται η δυνατότητα επιστροφής των προϊόντων και η δυνατότητα αποζημίωσης. Είναι προφανές ότι τα marketplaces προωθούν κυρίως μικρομεσαία καταστήματα καθώς και εμπόρους ή/και καταστήματα που δεν διαθέτουν τα ίδια διαδικτυακή παρουσία.».

71.          H Επιτροπή σημειώνει ότι εν προκειμένω η Wolt, η οποία ξεκίνησε να λειτουργεί από τα μέσα Ιανουαρίου του 2020 στη Λευκωσία, κατά τον ουσιώδη χρόνο δραστηριοποιείτο τόσο στην ηλεκτρονική παραγγελία όσο και στη διανομή των προϊόντων και για ένα διάστημα ήταν η μόνη εταιρεία που παρείχε την εν λόγω υπηρεσία. Παρόλα αυτά, από τον Μάρτιο του 2020 και η {…} ξεκίνησε να παρέχει την ίδια υπηρεσία και συνεπώς, οι έμποροι/λιανοπωλητές είχαν την επιλογή/ δυνατότητα να απευθυνθούν σε κάποια εναλλακτική επιλογή. Η Επιτροπή σημειώνει ότι το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο τόσο για τον ορισμό της σχετικής αγοράς, καθώς, όπως διαφαίνεται, υφίστανται συγκεκριμένα δυναμικά χαρακτηριστικά, όσο και ως προς την ισχύ της καταγγελλόμενης Wolt στην αγορά που δραστηριοποιείται.

72.          Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη επίσης τον καθορισμό της αγοράς, όπως αυτός έγινε από την Νορβηγική Αρχή Ανταγωνισμού στο πλαίσιο της υπόθεσης Foodora Norway AS,[20] σύμφωνα με την οποία η εταιρεία προσέφερε μία ψηφιακή πλατφόρμα παραγγελίας και παράδοσης παρασκευασμένων τροφίμων. Η Νορβηγική Αρχή θεωρεί ότι η αγορά είναι αυτή της παροχής υπηρεσιών ψηφιακής πλατφόρμας για παραγγελίες και παράδοση παρασκευασμένων τροφίμων. Οι εν λόγω υπηρεσίες προσφέρονται τόσο προς τα διάφορα εστιατόρια και/ή άλλες σχετικές επιχειρήσεις όσο και προς τους καταναλωτές/ τελικούς πελάτες και είναι, επομένως, αμφίπλευρη, ήτοι μία κοινή αγορά δύο όψεων. Η Νορβηγική Αρχή μάλιστα εξέτασε κατά πόσο εμπίπτουν στην ίδια αγορά προϊόντος, όπως αναφέρεται πιο πάνω οι περιπτώσεις επιχειρήσεων που προσφέρουν υπηρεσίες ηλεκτρονικής πλατφόρμας παραγγελιών χωρίς να περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες παράδοσης. Κατέληξε ότι δεν τίθεται ζήτημα διαχωρισμού σε υπηρεσίες ηλεκτρονικής πλατφόρμας παραγγελιών με ή χωρίς υπηρεσίες παράδοσης καθότι δεν επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα στην υπόθεση. Ενώ, οι περιπτώσεις εστιατορίων/ λιανικών επιχειρήσεων με δική τους πλατφόρμα παραγγελιών δεν αποτελούν υποκατάστατο και τίθενται εκτός του πεδίου εξέτασης ακριβώς επειδή στην εν λόγω πλατφόρμα ο καταναλωτής έχει πρόσβαση μόνο στα προϊόντα του σχετικού εστιατορίου/ λιανικής επιχείρησης.

73.          H Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να παραθέσει ορισμένα αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση της Νορβηγικής Αρχής για σκοπούς πληρέστερης αποτύπωσης του τρόπου αντιμετώπισης συναφών με την παρούσα αγορών.[21]

«(76) Κατά τον καθορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντος, η νορβηγική αρχή ανταγωνισμού λαμβάνει ως σημείο εκκίνησης την ψηφιακή πλατφόρμα της Foodora για την παραγγελία και την παράδοση παρασκευασμένων τροφίμων.

(77) Η Foodora προσφέρει υπηρεσίες σε δύο σαφώς διαφορετικές ομάδες πελατών, εστιατόρια αφενός και τελικούς πελάτες αφετέρου […]. Επομένως, η νορβηγική αρχή ανταγωνισμού πιστεύει ότι η αγορά μπορεί να χαρακτηριστεί δίπλευρη. Σε αυτήν την περίπτωση, η εκτίμηση της αρχής είναι ότι η πλατφόρμα της Foodora επιτρέπει συναλλαγές μεταξύ των δύο ομάδων πελατών. […].

(78) Στη συνέχεια, η Νορβηγική Αρχή Ανταγωνισμού θα αξιολογήσει εάν εταιρείες - πλατφόρμες χωρίς υπηρεσία παράδοσης, απευθείας παραγγελίες από κάθετα ολοκληρωμένες αλυσίδες εστιατορίων και παραγγελίες προϊόντων εκτός από παρασκευασμένα τρόφιμα αποτελούν μέρος της ίδιας αγοράς σχετικού προϊόντος με την αγορά πλατφορμών παραγγελιών φαγητού.

(79) Οι εταιρείες - πλατφόρμες στη Νορβηγία προσφέρουν δύο υπηρεσίες, μια υπηρεσία παραγγελίας και μια υπηρεσία παράδοσης […]. Οι τελικοί πελάτες και τα εστιατόρια μπορούν να επιλέξουν εάν θέλουν και μια υπηρεσία παράδοσης εκτός από μια υπηρεσία παραγγελιών. Οι διάφορες εταιρείες - πλατφόρμες διαφέρουν κάπως μεταξύ τους όσον αφορά το εύρος των υπηρεσιών παράδοσης που προσφέρουν […]. Η Foodora και η Wolt προσφέρουν υπηρεσίες παράδοσης σε όλες τις τοπικές αγορές όπου είναι παρούσες. Για τη Foodora, παραγγελία με παράδοση αντιστοιχεί στο […] τοις εκατό των συνολικών πωλήσεων και για τη Wolt, παραγγελία παράδοση αντιστοιχεί στο […] των συνολικών πωλήσεων […]. Η Just Eat προσφέρει υπηρεσίες παραγγελίας φαγητού στην πλατφόρμα της και σε μέρη όπου δεν έχουν τη δική τους υπηρεσία παράδοσης […]. Τα τελευταία χρόνια, η Just Eat ξεκίνησε τη δική της υπηρεσία παράδοσης σε τέσσερις τοπικές αγορές […]. Αυτή η εξέλιξη καθιστά λιγότερο σημαντική τη διάκριση μεταξύ εταιρειών πλατφόρμας με και χωρίς παράδοση. (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

[…]

(82) Οι βρετανικές αρχές ανταγωνισμού είχαν προηγουμένως καταλήξει ότι οι πλατφόρμες παραγγελίας φαγητού με παράδοση είναι κοντινά υποκατάστατα των πλατφορμών παραγγελιών τροφίμων χωρίς παράδοση. Η εκτίμηση της Νορβηγικής Αρχής Ανταγωνισμού είναι ότι η υψηλή ζήτηση των τελικών πελατών για υπηρεσίες παράδοσης δείχνει ότι η δυνατότητα υποκατάστασης δεν είναι τόσο ισχυρή προς την αντίθετη κατεύθυνση […].

(83) Η Νορβηγική Αρχή Ανταγωνισμού δεν έκρινε απαραίτητο να λάβει τελική απόφαση σχετικά με το εάν οι πλατφόρμες παραγγελίας τροφίμων χωρίς υπηρεσία παράδοσης βρίσκονται στην ίδια αγορά σχετικών προϊόντων με τις πλατφόρμες παραγγελίας τροφίμων με υπηρεσία παράδοσης, καθώς δεν έχει καμία σχέση με το συμπέρασμα της υπόθεσης. Ως σημείο εκκίνησης για την περαιτέρω αξιολόγηση, θα χρησιμοποιήσει ως βάση μια κοινή αγορά για ψηφιακές πλατφόρμες για την παραγγελία και την παράδοση μαγειρεμένου φαγητού.

[…]

(93) Η έρευνα της νορβηγικής αρχής ανταγωνισμού δείχνει ότι υπάρχει μία αγορά προϊόντων για ψηφιακές πλατφόρμες για την παραγγελία και την παράδοση παρασκευασμένων τροφίμων. Ως εκ τούτου, η νορβηγική αρχή ανταγωνισμού χρησιμοποιεί αυτόν τον ορισμό ως βάση για τις περαιτέρω αξιολογήσεις σε αυτήν την υπόθεση.».

74.          H Αρχή Ανταγωνισμού του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Just Eat/ Hungryhouse[22] αναφέρει ότι οι πλατφόρμες παραγγελιών φαγητού που περιλαμβάνουν υπηρεσία παράδοσης υποκαθιστούν τις πλατφόρμες παραγγελιών φαγητού που δεν περιλαμβάνουν υπηρεσίες παράδοσης της παραγγελίας. Συνεπώς, υπήρχε διαφοροποίηση ως προς την προσέγγιση του τι θα περιλαμβάνει η σχετική αγορά σε σχέση με την απόφαση της Νορβηγικής Αρχής.

75.          Η Επιτροπή παραθέτει επίσης κατωτέρω σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση της Αρχής Ανταγωνισμού του Ηνωμένου Βασιλείου Amazon / Deliveroo[23] ώστε να καταστεί ξεκάθαρο το σκεπτικό:

«5.30 Our conclusion is that food ordering marketplaces and logistics-enabled marketplaces are sufficiently close substitutes to be considered part of the same product market.

5.31 The distinction between food ordering marketplaces and logistics-enabled marketplaces is becoming less relevant as competitors move towards hybrid models, with Just Eat (which previously operated a marketplace-only model) now offering logistics, and Deliveroo and Uber Eats (which previously only listed restaurants for which they also made deliveries) now listing restaurants on their marketplaces which make their own deliveries […].

5.32 We note that there is still a degree of differentiation between the services of platforms that are primarily food ordering marketplaces (Just Eat) and those that are primarily logistics-enabled (Deliveroo and Uber Eats). […]

5.33 We note that, as submitted by the Parties, the distinction between food ordering marketplaces and logistics-enabled marketplaces is becoming less relevant as competitors move towards hybrid models.

5.34 In Just Eat/Hungryhouse, the CMA concluded that the relevant product market included food ordering marketplaces (Just Eat and Hungryhouse) and the services of ordering and logistics specialists (principally Deliveroo, Uber Eats and Amazon Restaurants), together referred to as ‘online food platforms’.[24] In the present case we refer to these as ‘online restaurant platforms’ to avoid confusion with the market for the supply of OCG (discussed in the second half of this chapter).».

76.          Η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να σημειώσει ότι η διαφοροποίηση του ορισμού της σχετικής αγοράς στις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, έγκειται στο γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά ήταν διαφορετικά με αποτέλεσμα οι αρχές να είναι αναγκασμένες να δουν τον ορισμό της σχετικής αγοράς από διαφορετικές σκοπιές. Αυτό  συμβαίνει και στην υπό εξέταση υπόθεση και έτσι η Επιτροπή παρατηρεί τη σχετική αγορά υπό το φως των ενώπιον της στοιχείων.

77.          Πρέπει να τονιστεί ότι ο τομέας των ηλεκτρονικών παραγγελιών μέσω πλατφόρμας που έχει δύο πλευρές (two-sided) είναι ταχύτατα εξελισσόμενος και ενέχει δυναμικά χαρακτηριστικά, κάτι το οποίο απαιτεί την επαναξιολόγηση της αγοράς σε κάθε μεμονωμένη υπόθεση ενώπιον της Επιτροπής. Αυτό γίνεται αντιληπτό και από τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία καταδεικνύουν αρκετές αλλαγές στα χαρακτηριστικά του εν λόγω τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή εξετάζει την υπόθεση από την πλευρά των καταστημάτων που εντάσσονται στις πλατφόρμες και θεωρεί ότι υφίσταται επαρκής βαθμός υποκατάστασης μεταξύ πλατφορμών ηλεκτρονικών παραγγελιών που ενσωματώνουν την υπηρεσία κατ’ οίκον παράδοσης και πλατφορμών που προσφέρουν μόνο υπηρεσίες ηλεκτρονικής παραγγελίας. Η Επιτροπή καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το γεγονός ότι η «επιπλέον» υπηρεσία της κατ’ οίκον παράδοσης δεν είναι από μόνη της σε θέση να διαφοροποιήσει τον ορισμό της αγοράς, εφόσον δεν αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής, όσο και την ιδιαίτερη δυναμική του εν λόγω τομέα. 

78.          Περαιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης δεν κρίνεται σκόπιμο να διαχωριστεί περαιτέρω η αγορά συμπεριλαμβάνοντας και καταστήματα λιανικής πώλησης τροφίμων με κάθετη ολοκλήρωση, ήτοι καταστήματα που παρέχουν τα ίδια υπηρεσία ηλεκτρονικής παραγγελίας.    

79.          Συνεπώς, η Επιτροπή σημειώνει ότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω εκτενώς και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, όσο και τη σχετική νομολογία, διαπιστώνει ότι οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες, οι οποίες προσφέρουν την δυνατότητα ηλεκτρονικής παραγγελίας προϊόντων και διανομής τους στον αγοραστή, καθώς και οι πλατφόρμες, οι οποίες προσφέρουν μόνο τη δυνατότητα ηλεκτρονικής παραγγελίας εντάσσονται σε μία ενιαία αγορά υπηρεσιών, καθότι παρατηρείται ένας επαρκής βαθμός υποκατάστασης μεταξύ αυτών λόγω και της ταχείας μεταβολής των παρεχόμενων υπηρεσιών μεταξύ των εταιρειών που διαθέτουν ηλεκτρονικές πλατφόρμες.

80.          Η Επιτροπή θεωρεί επίσης σκόπιμο να σημειώσει παρενθετικά, για σκοπούς πληρότητας, ότι υπό το φως των δραστηριοτήτων της Starbucks, η αγορά όπου δραστηριοποιείται η τελευταία είναι αυτή της ίδρυσης, λειτουργίας και διαχείρισης καταστημάτων καφέ, καθώς και στην πώληση και διάθεση καφέ και άλλων μη αλκοολούχων ροφημάτων. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η συμφωνία αποκλειστικότητας και/ή ρήτρα μη άσκησης ανταγωνισμού, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας καταγγελίας που διερευνάται, αφορά κατ’ ισχυρισμό αποκλεισμό επτά (7) επιχειρήσεων - ανταγωνιστών της Starbucks, μεταξύ των οποίων και αυτή του καταγγέλλοντος, από τις υπηρεσίες της Wolt για περίοδο έξι (6) μηνών, κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και/ή του Άρθρου 101 της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι εν προκειμένω απαραίτητη η συμπερίληψη της διακριτής σχετικής αγοράς όπου δραστηριοποιείται η Starbucks.

81.          Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τη σχετική νομοθεσία, τη νομολογία, τα στοιχεία της παρούσας υπόθεσης και όσα προαναφέρθηκαν, καταλήγει ότι η σχετική αγορά ορίζεται ως η παροχή ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποβολής παραγγελιών συμπεριλαμβανομένης ή μη της υπηρεσίας κατ’ οίκον διανομής φαγητού και ποτού.

4.2.        Γεωγραφική αγορά

82.          Σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσον αφορά τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς για σκοπούς του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού:

«H σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει τη γεωγραφική περιοχή στην οποία οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσφέρουν ή ζητούν σχετικά προϊόντα, στην οποία επικρατούν αρκούντως ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν οι συνέπειες της υπό έρευνα συμπεριφοράς ή συγκέντρωσης και η οποία μπορεί να διακριθεί από άλλες γεωγραφικές περιοχές, ιδίως λόγω των αισθητά διαφορετικών συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν σε αυτές. ».[25]

83.          Σύμφωνα με πάγια νομολογία σε ενωσιακό επίπεδο, η σχετική γεωγραφική αγορά αντιστοιχεί στην περιοχή όπου οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην προσφορά και τη ζήτηση των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών και όπου οι συνθήκες του ανταγωνισμού είναι επαρκώς ομοιογενείς και η οποία μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές διότι στις εν λόγω περιοχές οι συνθήκες του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά.[26]

84.          Αναφορικά με τη σχετική αγορά της υπό εξέταση υπηρεσίας που παρείχε η καταγγελλόμενη Wolt, η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς, ότι κατά το χρόνο που αφορά η παρούσα καταγγελία, η εταιρεία Wolt δραστηριοποιείτο ταυτοχρόνως στην αγορά υπηρεσιών παροχής ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποβολής παραγγελιών και υπηρεσιών κατ’ οίκον διανομής φαγητού.

85.          Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η Wolt στις απαντήσεις της σε ερωτηματολόγιο στο πλαίσιο της προκαταρτικής έρευνας της υπόθεσης, ξεκίνησε να δραστηριοποιείται στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την 16η Ιανουαρίου 2020, αρχικά στην Λευκωσία και αργότερα στις άλλες επαρχίες. Συγκεκριμένα, η καταγγελλόμενη εταιρεία δήλωσε ότι, στις 30/04/2020 κατέγραψε στην πλατφόρμα της νέους χρήστες στη Λεμεσό συνεπώς, η Λεμεσός ήταν η δεύτερη επαρχία μετά τη Λευκωσία στην οποία δραστηριοποιήθηκε, ενώ ακολούθησε και η Λάρνακα περί τον Ιούνιο του 2020. Δηλαδή, προς το τέλος του δεύτερου μισού του χρονικού διαστήματος που εξετάζεται, η καταγγελλόμενη εταιρεία επέκτεινε τις δραστηριότητες της σε άλλες δύο επαρχίες πλην της Λευκωσίας. Επίσης, κατά την καταγγελλόμενη, κάθε κατάστημα που εισερχόταν στην πλατφόρμα της, έχει μια κάλυψη {…} εντός της περιοχής αυτής.

86.          Αν και η παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποβολής παραγγελιών και υπηρεσιών κατ’ οίκον διανομής φαγητού διατίθενται σε διάφορες πόλεις της Κύπρου, υπό τους ίδιους ή παρόμοιους όρους στην ίδια ηλεκτρονική πλατφόρμα, εντούτοις υπάρχουν αρκετά στοιχεία που δεικνύουν ότι οι τοπικές συνθήκες είναι σημαντικές για την παρούσα υπόθεση, όπως και το γεγονός ότι τα έτοιμα γεύματα και η μεταφορά αυτών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε μικρές αποστάσεις, ενώ και οι τελικοί πελάτες και οι έμποροι/εστιατόρια περιορίζονται σε τοπικές περιοχές.

87.          Επίσης, ο καταγγέλλων ως δικαιοδόχος (franchisee) της εταιρείας Γρηγόρης Μικρογεύματα ΑΒΕΕ λειτουργούσε την επιχείρηση του αποκλειστικά στην επαρχία Λευκωσίας και δη επί της οδού Θεμιστοκλή Δέρβη 43 και εξυπηρετούσε πελάτες εντός ακτίνας πέντε (5) χιλιομέτρων από αυτή.

88.          Η Επιτροπή σημειώνει, όμως, ότι η Starbucks δραστηριοποιείται μέσω δεκαέξι (16) καταστημάτων σε ολόκληρη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία της καταγγελίας, φαίνεται ότι μόνο τα καταστήματα που βρίσκονται πολύ κοντά σε κάποιο κατάστημα της Starbucks επηρεάζονται από την υπό εξέταση συμφωνία αποκλειστικότητας/ρήτρα μη ανταγωνισμού. Εν προκειμένω, το κεντρικό κατάστημα της Starbucks που βρίσκεται, όπως ο καταγγέλλων αναφέρει: «[…] απέναντι πλευρά του ιδίου δρόμου που ευρίσκεται και το κατάστημα του Καταγγέλλοντος στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη» φαίνεται να επηρεάζεται μόνο.

89.          Το πιο πάνω συμπέρασμα εξάγεται από το γεγονός ότι η Wolt, όπως εξηγεί στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, {…}.

90.          Συμπερασματικά, εκλαμβάνεται ότι τόσο για τα εστιατόρια όσο και για τους πελάτες, η ακτίνα διανομής περιορίζεται στην περιοχή της Λευκωσίας λόγω επίσης και της αύξησης του κόστους, καθώς το κόστος της μεταφοράς δεν συμπεριλαμβάνεται στο κόστος του έτοιμου φαγητού αλλά αποτελεί κόστος ξεχωριστής υπηρεσίας. Συνεπώς, η μεταφορά των προϊόντων σε μεγάλες αποστάσεις δεν θα είναι συμφέρουσα.

91.          Στην προαναφερθείσα απόφαση της Νορβηγικής Αρχής Ανταγωνισμού[27] έχει υπογραμμισθεί ότι από την έρευνα προέκυψε ότι οι τοπικές αγορές στην υπόθεση μπορεί να περιλαμβάνουν το σύνολο ή τμήματα πόλεων ή κωμοπόλεων στη Νορβηγία. Η Νορβηγική Αρχή Ανταγωνισμού, όμως, δεν θεώρησε αναγκαίο να λάβει τελική θέση σχετικά με την ακριβή έκταση των τοπικών αγορών στην υπόθεση και κατέληξε αναφέροντας ότι θα αξιολογήσει την κατάσταση του ανταγωνισμού τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

92.          Σε απόφαση της Αρχής Ανταγωνισμού της Ισπανίας (Comisión Nacional de los Mercadis y La Competencia), αναφορικά με πλατφόρμες αποκλειστικών παράλληλων δικτύων,[28] καθώς και στην υπόθεση JUST EAT/LA NEVERA ROJA,[29] η γεωγραφική αγορά διαδικτυακών πλατφορμών διαχείρισης ορίσθηκε σε   υπολογιστή, οι μεσάζοντες προσφέρουν συνήθως τις υπηρεσίες διαχείρισης παράδοσης φαγητού σε εστιατόρια που λειτουργούν σε όλη την χώρα. Ωστόσο, ορίσθηκε ως δεύτερη αγορά, η τοπική αγορά, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τελικοί καταναλωτές μπορούν να παραγγείλουν μέσω πλατφορμών μόνο από εστιατόρια που λειτουργούν και παρέχουν σχετικές υπηρεσίες στην περιοχή που βρίσκονται και αντίστοιχα με την σειρά τους τέτοια εστιατόρια, ενδιαφέρονται μόνο για τους καταναλωτές στις τοποθεσίες στις οποίες δραστηριοποιούνται. Εν τέλει, η ανάλυση επικεντρώθηκε σε εθνικό επίπεδο, ήτοι σε όλη την επικράτεια της Ισπανίας και κρίθηκε ότι δεν είναι απαραίτητο να κλείσει ο ορισμός της γεωγραφικής αγοράς.

93.          Επομένως, η Επιτροπή, αντλώντας καθοδήγηση από την προαναφερθείσα νομολογία, δεν παραγνωρίζει το τοπικό στοιχείο που ενέχουν οι παρεχόμενες από την Wolt υπηρεσίες, όπως και το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτές παρέχονταν από την τελευταία στις επαρχίες Λευκωσίας, Λεμεσού και Λάρνακος. Εντούτοις, η υπό εξέταση συμφωνία αποκλειστικής συνεργασίας για 6 μήνες μεταξύ των καταγγελλόμενων επιχειρήσεων ρητώς αναφέρει ότι «ισχύει για όλα τα καταστήματα Starbucks στην Κύπρο» και αυτό επιβεβαιώνεται και από τις καταγγελλόμενες εταιρείες οι οποίες αναφέρουν ότι η εν λόγω συμφωνία αφορούσε και τα δεκαέξι (16) καταστήματα της Starbucks που δραστηριοποιούνται στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

94.          Δεδομένων των πιο πάνω, η Επιτροπή καταλήγει ότι, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας καταγγελίας, η γεωγραφική αγορά για την πιο πάνω ορισθείσα σχετική αγορά υπηρεσίας, θεωρείται η επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

5.    ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

5.1.        Έννομο συμφέρον

95.          Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Νόμου: «(1) Σε καταγγελία παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, δικαιούται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο προς τούτο συμφέρον. (2). Έννομο συμφέρον έχει πρόσωπο που δύναται να αποδείξει ότι υπέστη ή υπάρχει σοβαρός ή πιθανός κίνδυνος να υποστεί αισθητή οικονομική βλάβη ή ότι τίθεται ή υπάρχει σοβαρός ή πιθανός κίνδυνος να τεθεί σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση, ως άμεσο αποτέλεσμα της παράβασης.». Άρα, η νομιμοποίηση προσώπου να προβεί σε καταγγελία, απαιτεί την ύπαρξη έννομου συμφέροντος.

96.          Επί τούτου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων διατηρεί υπό την ιδιότητά του ως φυσικό πρόσωπο μία επιχείρηση που βρίσκεται στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη 43, στην Λευκωσία και η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εστίασης με τον διακριτικό τίτλο/εμπορική επωνυμία «Γρηγόρης Μικρογεύματα» και/ή «Gregory’s». Η εν λόγω επιχείρηση διαθέτει κατά βάση «γρήγορο φαγητό» (quick meals) και καφέ κατόπιν παραγγελίας για κατ’ οίκον παράδοση (delivery) ή κατόπιν συλλογής από το κατάστημα (take away) εξυπηρετώντας κατά βάση «περαστικούς».

97.          Περαιτέρω, η καταγγελλόμενη Starbucks δραστηριοποιείται στην πώληση και διάθεση καφέ και άλλων μη αλκοολούχων ροφημάτων, διατηρώντας δεκαέξι (16) καταστήματα σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ένα εξ αυτών των καταστημάτων σημειώνεται ότι βρίσκεται πολύ κοντά στην επιχείρηση που διατηρεί ο καταγγέλλων. Σύμφωνα με αυτά που αναφέρει ο καταγγέλλων: «[…] η Starbucks απέχει μόλις 10 μέτρα από το κατάστημα του Καταγγέλλοντα…».

98.          Η καταγγελλόμενη Wolt παρέχει μία ηλεκτρονική πλατφόρμα για υποβολή ηλεκτρονικών παραγγελιών και κατ’ οίκον παράδοση, σύμφωνα με τα όσα έχει υποβάλει στην Επιτροπή ο καταγγέλλων, μολονότι υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με τον τελευταίο, δεν προχώρησε στην εφαρμογή της. Η μη εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας συνέπεσε με την περίοδο εξάπλωσης του κορωνοϊού στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και την επιβολή διαφόρων περιορισμών, δυνάμει κυβερνητικών διαταγμάτων, με σκοπό την αποφυγή εξάπλωσης της πανδημίας.

99.          Η μη εφαρμογή της συμφωνίας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, οφειλόταν στην σύμπραξη που είχε η Wolt με την Starbucks και συγκεκριμένα την συμφωνία εξάμηνου αποκλεισμού επτά (7) αλυσίδων καφέ – ανταγωνιστών της Starbucks, ανάμεσα στις οποίες και αυτή του καταγγέλλοντος, από τις υπηρεσίες της Wolt. Η συμπεριφορά και/ή πρακτική αυτή, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα: «[…] οδήγησε σε κατακόρυφη πτώση των εσόδων του λόγω της δυσμένειας στον ανταγωνισμό στην οποία περιήλθε η επιχείρηση του.». Αξιοσημείωτη η αναφορά του καταγγέλλοντος είναι: «Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό και τις έκτακτες υγειονομικές και οικονομικές συνθήκες της εν λόγω περιόδου, δεν επέτρεψε στον Καταγγέλλοντα να προβεί σε οποιεσδήποτε διορθωτικές κινήσεις λόγω της απουσίας ισοδύναμων εναλλακτικών επιλογών.».

100.       Επομένως, η Επιτροπή έκρινε ότι ο καταγγέλλων επηρεαζόταν άμεσα και έμμεσα από οποιαδήποτε συμπεριφορά και/ή πρακτική των καταγγελλόμενων εταιρειών, οι οποίες κατάρτισαν μεταξύ τους συμφωνία στην οποία εμπεριέχετο ρήτρα εξάμηνης αποκλειστικότητας. Ως εκ τούτου, o καταγγέλλων είχε έννομο συμφέρον να προβεί στην υπό εξέταση καταγγελία.

5.2.        Έννοια «επιχείρηση»

101.       Το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει ως «επιχείρηση»: «τον φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδότησης του.».

102.       Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής το «ΔΕΕ»), η έννοια επιχείρηση στο πλαίσιο του ανταγωνισμού συμπεριλαμβάνει «κάθε οντότητα που ασκεί οικονομικής ή εμπορικής φύσεως δραστηριότητες», ανεξάρτητα από τη νομική της υπόσταση και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται[30]. Επιπρόσθετα, ο όρος «οικονομικής φύσεως δραστηριότητα» εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε προσφορά αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά, ενώ είναι αδιάφορο αν οι δραστηριότητες έχουν σκοπό το κέρδος.[31] Ο φορέας που ασκεί οικονομικές δραστηριότητες δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένο υποκείμενο δικαίου, αλλά έχει την έννοια οποιουδήποτε φορέα ασκεί οικονομικής φύσης δραστηριότητες. Συνεπώς, η έννοια της επιχείρησης, κατά το Νόμο, καλύπτει κάθε φορέα, ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα - ήτοι δραστηριότητα που συνίσταται στην προσφορά προϊόντων και/ή υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά - ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδότησης του.[32]

103.       Προκύπτει, σύμφωνα με την σχετική νομολογία, ότι δύο (2) είναι οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη επιχείρησης υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού. Αφενός η αυτονομία οικονομικής δράσης και αφετέρου η πλήρης ανάληψη των οικονομικών κινδύνων που συνεπάγεται η εκάστοτε οικονομική δραστηριότητα.[33] Ο δημόσιος ή ιδιωτικός χαρακτήρας μίας επιχείρησης, η επιδίωξη κέρδους από αυτήν ή ο τρόπος χρηματοδότησης της, δεν αποτελούν στοιχεία προσδιοριστικά της έννοιας της επιχείρησης. Συνεπώς, είναι αδιάφορο κατά πόσον ο φορέας που ασκεί δραστηριότητες οικονομικής φύσης υπάγεται στον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα. Το ΔΕΕ στην υπόθεση F.F.S.A.[34] όρισε ότι οικονομική δραστηριότητα είναι αυτή η οποία δύναται να αναληφθεί στον ιδιωτικό τομέα ή εκείνη η οποία βρίσκεται τουλάχιστον σε ανταγωνιστική σχέση με παρόμοια δραστηριότητα που ασκείται από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Άρα, η ερμηνεία της έννοιας της επιχείρησης για τους σκοπούς του δικαίου του ανταγωνισμού είναι ευρεία και συνδέεται ευθέως με την οικονομική ή όχι φύση των δραστηριοτήτων του φορέα που τις πραγματοποιεί και όχι με τη νομική φύση του.

104.       Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Starbucks είναι ιδιωτική εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία που δραστηριοποιείται πώληση και διάθεση καφέ και άλλων ροφημάτων εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κρίνει ότι η Starbucks δύναται να χαρακτηριστεί ως «επιχείρηση», όπως η έννοια αυτή ορίζεται στο Νόμο και εννοείται στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, καθότι ασκεί δραστηριότητες οικονομικής φύσεως.

105.       Περαιτέρω, η καταγγελλόμενη Wolt είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Φιλανδία, που προφέρει μια ψηφιακή (online) πλατφόρμα και/ή ψηφιακή εφαρμογή (application) που συνδέει τοπικά εστιατόρια και άλλες λιανικές επιχειρήσεις με τοπικούς τελικούς χρήστες που παραγγέλνουν φαγητό ή άλλα προϊόντα και τοπικούς συνεργαζόμενους ταχυμεταφορείς που παραδίδουν το φαγητό ή τα άλλα προϊόντα στους τελικούς χρήστες. Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα καταχώρησης και διαχείρισης ηλεκτρονικών παραγγελιών φαγητού και ποτού, καθώς και στον τομέα διανομής (delivery) φαγητού και/ή ποτού στον καταναλωτή με δικό της προσωπικό και μέσα από οποιοδήποτε κατάστημα είναι εγγεγραμμένο στη λίστα των συνεργαζόμενων καταστημάτων.

106.       Ως εκ τούτου, η καταγγελλόμενη εταιρεία Wolt διεξάγει δραστηριότητες οικονομικής φύσεως, σύμφωνα με την έννοια που αναλύεται ανωτέρω και επομένως, θεωρείται «επιχείρηση» κατά την έννοια των διατάξεων του δικαίου του ανταγωνισμού.

5.3.        Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών

107.       Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3(1) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου[35] προβλέπεται ότι:

«οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81(1) της Συνθήκης, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 της Συνθήκης στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε τυχόν καταχρηστική πρακτική που απαγορεύεται από το άρθρο 82 της συνθήκης εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 82.». 

108.       Συνεπώς, το άρθρο 3(1) του Κανονισμού 1/2003 υποχρεώνει τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών, να εφαρμόζουν και τα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ, όταν εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού σε συμφωνίες και/ή καταχρηστικές πρακτικές που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.[36]

109.       Κατά πάγια νομολογία, για να μπορεί μια πρακτική να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να μπορεί να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών μελών,  τούτο  δε  κατά  τρόπο  που  να  προκαλείται  φόβος  ότι  θα  μπορούσε  να εμποδίσει την πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών μελών.  Δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η πρακτική που εξετάζεται κάθε φορά είχε όντως το αποτέλεσμα αυτό.  Επίσης, είναι αδιάφορο αν η πρακτική μιας συγκεκριμένης επιχείρησης επηρεάζει, αυτοτελώς εξεταζόμενη, το διακοινοτικό εμπόριο.[37] 

110.       Το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να επηρεαστεί επίσης σε περιπτώσεις, στις οποίες η οικεία αγορά είναι η εθνική αγορά ή τμήμα της εθνικής αγοράς.[38]

111.       Οι πρακτικές που εφαρμόζονται από επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά ή πρακτικές που καλύπτουν μεγάλο μέρος της αγοράς κράτους μέλους και επηρεάζουν τα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών πρέπει να διερευνώνται και στη βάση των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

112.       Επιπλέον, σημαντικό στοιχείο για την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών αποτελεί η φύση των προϊόντων που καλύπτονται από τις συμφωνίες ή πρακτικές που εξετάζονται στην παρούσα έρευνα. Όταν η ίδια η φύση των προϊόντων τα καθιστά ιδιαίτερα σημαντικά για επιχειρήσεις που επιθυμούν να εγκατασταθούν ή να αναπτύξουν τις δραστηριότητες τους σε άλλα κράτη μέλη, το εφαρμοστέο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου προσδιορίζεται ευκολότερα.[39]

113.       Η Επιτροπή σημειώνει, αναφορικά με την καταγγελλόμενη Marinopoulos Coffee Cyprus, ότι αυτή δραστηριοποιείται με δεκαέξι (16) καταστήματα με την εμπορική επωνυμία Starbucks εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην ίδρυση, λειτουργία και διαχείριση καταστημάτων καφέ, καθώς και την πώληση και διάθεση καφέ και άλλων μη αλκοολούχων ροφημάτων. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το κατάστημα που διαθέτει ο καταγγέλλων βρίσκεται πολύ κοντά σε ένα εκ των καταστημάτων της καταγγελλόμενης εταιρείας Starbucks στην Λευκωσία.

114.       Σημειώνεται παρενθετικά ότι από την 01/07/2021, η Wolt Cyprus Limited συμβάλλεται απευθείας με τα τοπικά εστιατόρια ή τις άλλες λιανικές επιχειρήσεις, τους τοπικούς χρήστες και τους τοπικούς συνεργαζόμενους ταχυμεταφορείς και πλέον η Wolt δεν είναι άμεσα ενεργή στην Κυπριακή Δημοκρατία.

115.       Η Επιτροπή σημειώνει το γεγονός ότι η συμφωνία μεταξύ των καταγγελλόμενων επιχειρήσεων αφορούσε και τα δεκαέξι (16) καταστήματα της Starbucks που δραστηριοποιούνται στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και όπως έχει προαναφερθεί ανωτέρω, ως σχετική γεωγραφική αγορά όσον αφορά για την αγορά υπηρεσιών παροχής ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποβολής παραγγελιών και υπηρεσιών κατ’ οίκον διανομής φαγητού έχει οριστεί ολόκληρη η επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς, όπως έχει διαπιστωθεί, οι όροι του ανταγωνισμού είναι ομοιογενείς. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να επηρεαστεί και σε περιπτώσεις στις οποίες η οικεία αγορά είναι η εθνική αγορά ή τμήμα της εθνικής αγοράς.

116.       Λαμβάνοντας υπόψη, τα παραπάνω, τα θέματα που εξετάζονται στο πλαίσιο της παρούσας καταγγελίας και το γεγονός ότι η γεωγραφική διάσταση της σχετικής αγορά καλύπτει  ολόκληρη την περιοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Επιτροπή θεωρεί ότι ενδέχεται να υφίσταται επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και κατ’ επέκταση δυνατό να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ παράλληλα με τις αντίστοιχες εθνικές διατάξεις.

5.4.        Παραβάσεις του άρθρου 3(1) του Νόμου και του 101(1) της ΣΛΕΕ

117.       Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και ειδικότερα, τα θέματα που εξετάζονται στην παρούσα καταγγελία για ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και του 101(1) της ΣΛΕΕ, επικέντρωσε την προσοχή της στις εν λόγω πρόνοιες.

118.       Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου:

«(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 4 και 5, απαγορεύονται οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται-

(α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής·

(β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων·

(γ) στη γεωγραφική ή άλλη κατανομή των αγορών ή των πηγών προμήθειας·

(δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων συναλλαγών έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα αυτές να περιέρχονται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό.

(ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλόμενων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες, εκ της φύσεώς τους ή σύμφωνα με τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών.».

119.       Συνεπώς, το άρθρο 3 του Νόμου απαγορεύει όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται στον άμεσο ή έµµεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής και των αγορών, ή στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού ή στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων συναλλαγών ή στην εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή υποχρεώσεων που εκ φύσεως δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών.

120.       Εν προκειμένω, η Επιτροπή σημειώνει ότι ο καταγγέλλων αναφέρει: «Η παρούσα καταγγελία υποστηρίζει την ύπαρξη αθέμιτης, κατά παράβαση του άρθρου 3(1) του Νόμου και/ή 101(1) της ΣΛΕΕ, σύμπραξης μεταξύ των δύο εταιρειών, ήτοι της MARINOPOULOS COFFEE COMPANY CYPRUS LIMITED (στο εξής «Starbucks») και της WOLT, μέσω συμφωνίας αποκλειστικότητας και/ή ρήτρας μη άσκησης ανταγωνισμού, με αντικείμενο και/ή αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του Καταγγέλλοντος από τις υπηρεσίες της WOLT, για το κρίσιμο (τουλάχιστον) χρονικό διάστημα του πρώτου lockdown που επέβαλε η Κυπριακή Κυβέρνηση τον Μάρτιο του 2020, όταν στη βάση υπουργικού διατάγματος οι επιχειρήσεις εστίασης λειτουργούσαν μόνο με κατ’ οίκον διανομή, (ή, σε πολύ μικρότερο βαθμό, και με take away), με παραγγελίες που λάμβαναν μόνο τηλεφωνικά ή διαδικτυακά.». (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

121.       Η Επιτροπή επισημαίνει ότι για την εφαρμογή του άρθρου 3(1) του Νόμου και του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ σε συνάρτηση με τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην καταγγελία, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i)         Ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων και,

(ii)        Η εν λόγω συμφωνία να έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό ή την παρακώλυση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας.

122.       Παρακάτω, η Επιτροπή προχώρησε σε ανάλυση των εν λόγω προϋποθέσεων.

5.4.1.    Σύμπραξη

123.       Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: ««Σύμπραξη» σημαίνει οποιαδήποτε τυπική ή άτυπη, γραπτή ή προφορική, εκτελεστή κατά νόμο ή μη, συμφωνία δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων ή την εναρμονισμένη πρακτική δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων ή την απόφαση ένωσης επιχειρήσεων, […].». Το ίδιο άρθρο επεξηγεί ότι: ««συμφωνία» σημαίνει την σύμπτωση των βουλήσεων δύο τουλάχιστον επιχειρήσεων ανεξάρτητα της μορφής εκδηλώσεώς της.»

124.       Για τους σκοπούς του άρθρου 3(1) του Νόμου και του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, θεωρείται ότι υφίσταται «συμφωνία» όταν οι συμβαλλόμενοι, ρητά ή σιωπηρά,[40] εγκρίνουν από κοινού σχέδιο που καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές της αμοιβαίας δράσης τους (ή αποχής από τη δράση) στην αγορά. [41] Για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, αρκεί οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο, χωρίς να ενδιαφέρει η μορφή της έκφρασης της εν λόγω κοινής βούλησής τους.[42] Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκόμενων τιμών ή κατανομής αγορών/πελατείας.[43]

125.       Δεν έχει σημασία γι’ αυτό ο τρόπος κατάρτισης της σύμβασης και κατά πόσο τηρήθηκε ο τύπος που προβλέπει το εφαρμοστέο δίκαιο, αν η σύμβαση είναι διαρκής ή πρόσκαιρη, επώνυμη, ανώνυμη ή μικτή, αν είναι ετεροβαρής, ήτοι γεννά ενοχική υποχρέωση για πράξη ή παράλειψη σε βάρος ενός μόνο συμβαλλόμενου και/ή αμφοτεροβαρής, ήτοι γεννά ενοχική υποχρέωση σε όλους τους αντισυμβαλλόμενους. Περαιτέρω, σύμφωνα με την νομολογία, δεν απαιτείται η συμβατική διάρκεια της συμφωνίας να έχει λήξει αλλά θα πρέπει να εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα και μετά την τυπική της λήξη.[44]

126.       Ως «συμφωνίες» νοούνται οι συμβάσεις που δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα µέρη, ανεξάρτητα από τον τύπο τον οποίο έχουν περιβληθεί και το βαθμό δεσμευτικότητάς τους, όπως είναι για παράδειγμα, οι συμφωνίες κυρίων[45] και ανεξαρτήτως του εάν είναι υπογεγραµµένες ή ανυπόγραφες.[46] Για την έννοια της συμφωνίας είναι αδιάφορος ο γραπτός ή προφορικός χαρακτήρας της σύμβασης, καθώς και ο δεσμευτικός ή µη χαρακτήρας της, δηλαδή δεν απαιτούνται τυπικές διαδικασίες ούτε και κυρώσεις ή μέτρα εφαρμογής.[47] Περαιτέρω, είναι αδιάφορο αν η οι εκπρόσωποί της επιχείρησης που συµµετέχουν στη συμφωνία ήταν εξουσιοδοτημένοι ή είχαν την αρμοδιότητα βάσει των καταστατικών προβλέψεων της επιχείρησης να συνάπτουν συμφωνίες µε αντίστοιχο περιεχόμενο.[48] 

127.       Η έννοια της συμφωνίας, επομένως, στηρίζεται στην ύπαρξη συμπτώσεως των βουλήσεων δύο (2) τουλάχιστον µερών, της οποίας η µορφή εκδήλωσης δεν είναι σημαντική, εφόσον συνιστά πιστή έκφραση των βουλήσεων αυτών.[49] Συνεπώς, για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, αρκεί οι επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο, χωρίς να ενδιαφέρει η μορφή της έκφρασης της εν λόγω κοινής βούλησής τους.[50] Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, κάθε φορά που επιχειρήσεις εκφράζουν κοινή βούληση προς επίτευξη επιδιωκόμενων τιμών ή κατανομής αγορών/πελατείας.[51] Η κοινή βούληση των μερών μπορεί να συνάγεται τόσο από ρήτρες της υπό εξέταση σύμβασης όσο και από την συμπεριφορά των μερών. Οι ρήτρες μπορεί να προβλέπουν ρητώς το περιεχόμενο της αντι-ανταγωνστικής συμφωνίας ή να επιφυλάσσουν στο ένα μέρος το δικαίωμα εξειδίκευσης συγκεκριμένων όρων. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Volkswagen,[52] δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ προοιμίου ότι μια σύμβαση φαινομενικώς ουδέτερη επιτρέπει αντι-ανταγωνιστικές συστάσεις. Οι ρήτρες της γενικής σύμβασης πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή, όπως τους επιδιωκόμενους από την σύμβαση σκοπούς καθώς και το οικονομικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου συνήφθη αυτή.

128.       Με βάση τα παραπάνω, καθώς και σύμφωνα με την πάγια νομολογία, είναι σαφές ότι η έννοια της συμφωνίας είναι ευρεία και περιλαμβάνει τόσο τις συμφωνίες που καταρτίζονται μεταξύ ανταγωνιστών, δηλαδή επιχειρήσεων του ιδίου οικονομικού επιπέδου (οριζόντιες) όσο και αυτές που καταρτίζονται μεταξύ επιχειρήσεων διαφορετικής οικονομικής βαθμίδας (κάθετες).[53]

129.       Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, προκύπτει ότι η Σύμβαση υπεγράφη στις 21/02/2020 από την Starbucks και στις 04/03/2020 από την Wolt και η ουσιαστική συνεργασία άρχισε στις 26/02/2020. Η Σύμβαση προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι: «Για το παρόν συμφωνητικό ισχύουν όροι εξάμηνης (6 μήνες) αποκλειστικότητας όπως έχουν συμφωνηθεί μέσω email στις 25/11/2019.». (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

130.       Η Επιτροπή σημειώνει ότι σύμφωνα με τις απαντήσεις που έλαβε στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, οι διαπραγματεύσεις για την σύναψη της ως άνω Σύμβασης έγιναν μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Από τα στοιχεία της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που υποβλήθηκε στην Επιτροπή, σημειώνονται τα ακόλουθα:

(α)    {…}.

(β)    {…}.

(γ)    {…}. (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

131.       Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει ότι υπάρχει σύμπτωση βουλήσεων των καταγγελλόμενων επιχειρήσεων Starbucks και Wolt, οι οποίες συμφώνησαν από κοινού να αποκλείσουν επτά (7) αλυσίδες καφέ, μεταξύ των οποίων και αυτή του καταγγέλλοντος από τις υπηρεσίες της Wolt για περίοδο έξι (6) μηνών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στην ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ δύο (2) τουλάχιστον επιχειρήσεων ως ορίζει το άρθρο 3(1) του Νόμου και το άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ.

5.4.2.    Περιορισμός του ανταγωνισμού

132.       Σημειώνεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να εμπίπτει μια σύμπραξη ή συμφωνία ή απόφαση ένωσης επιχειρήσεων στις διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου και συνεπώς να κριθεί απαγορευμένη, είναι η πλήρωση του κριτηρίου του περιορισμού του ανταγωνισμού. Επί τούτου, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσο η ανωτέρω αναφερθείσα συμφωνία μεταξύ των καταγγελλόμενων εταιρειών Starbucks και Wolt περί εξάμηνου αποκλεισμού επτά (7) αλυσίδων καφέ από τις υπηρεσίες της Wolt είχε ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού εντός της σχετικής αγοράς.

133.       Μία ιδιάζουσα μορφή περιορισμού προκύπτει σε περίπτωση που συνδυάζεται με συμφωνία αποκλειστικής προμήθειας, όπου συμφωνείται περιορισμός της παραγωγής και τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα προϊόντα από το άλλο μέρος κατ’ αποκλειστικότητα. Αν συντρέχουν τα παραπάνω και τα μέρη είναι δυνητικοί ανταγωνιστές, τότε τίθεται ζήτημα παράβασης της ως άνω απαγορευτικής διάταξης.[54]

134.       Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος, η εν λόγω συμφωνία εξάμηνου αποκλεισμού είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του από τις υπηρεσίες της Wolt για περίοδο έξι (6) μηνών, η οποία συνέπεσε με την περίοδο επιβολής του πρώτου lockdown για αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, κατά την οποία οι επιχειρήσεις εστίασης λειτουργούσαν μόνο με παραγγελίες που λάμβαναν τηλεφωνικά ή διαδικτυακά και με κατ’ οίκον διανομή ή με take away.

135.       Η διάταξη του άρθρου 3(1) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, εξειδικεύει την έννοια της παρεμπόδισης, του περιορισμού και της νόθευσης του ανταγωνισμού και προνοεί ότι οι εν λόγω αντι-ανταγωνιστικές συνέπειες πρέπει να συνιστούν είτε αντικείμενο είτε αποτέλεσμα των κρινόμενων συμφωνιών. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για μια σύμπραξη ή συμφωνία να εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 3(1) του Νόμου και του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ και συνεπώς να κριθεί απαγορευμένη, είναι να πληροί το κριτήριο του περιορισμού του ανταγωνισμού είτε εξ αντικειμένου είτε εξ αποτελέσματος.

136.       Κατά πάγια ενωσιακή νομολογία, ο διαζευκτικός χαρακτήρας αυτής της προϋπόθεσης επιβάλλει, καταρχάς, να εξεταστεί το ίδιο το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται. Υπό την έννοια αυτή, εάν αποδειχθεί το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο μιας συμφωνίας, τότε παρέλκει η εξέταση των αποτελεσμάτων αυτής επί του ανταγωνισμού.[55]

137.       Σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες το αντικείμενο μίας συμφωνίας αποσκοπεί στον περιορισμό του ανταγωνισμού, τότε αυτές οι περιπτώσεις εμπίπτουν αυτομάτως στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 3(1) του Νόμου και του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, χωρίς να είναι απαραίτητη η εξ αποτελέσματος εξέταση της απόφασης.[56] Παρά ταύτα, η Επιτροπή σημειώνει ότι ο εξ αντικειμένου και ο εξ αποτελέσματος περιορισμός βρίσκονται νομικά σε ισότιμη θέση. Ως εκ τούτου, οι Αρχές Ανταγωνισμού δεν εμποδίζονται από το να εξετάσουν ένα περιορισμό τόσο εξ αντικειμένου όσο και εξ αποτελέσματος. Στην απόφαση MasterCard, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεσήμανε την ύπαρξη στοιχείων που συνηγορούν υπέρ της υπάρξεως περιορισμού του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου, εντούτοις στήριξε την ανάλυση της αποκλειστικώς επί των περιοριστικών αποτελεσμάτων για τον ανταγωνισμό των πολυμερών διατραπεζικών προμηθειών εντός της σχετικής αγοράς.[57]

138.       Η διάκριση αυτή μεταξύ «παραβάσεων λόγω του αντικειμένου της συμφωνίας» και «παραβάσεων λόγω των αποτελεσμάτων αυτής» απορρέει από το γεγονός ότι ορισμένες μορφές συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων είναι αρκούντως επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό ώστε να μην απαιτείται εξέταση των αποτελεσμάτων τους. Η νομολογία αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι ορισμένες μορφές συντονισμού μπορούν να λογίζονται, ως εκ της φύσεως τους, ως παραβλάπτουσες την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού.[58]

139.       Συμφωνίες, οι οποίες έχουν ως αντικείμενό τους τον περιορισμό του ανταγωνισμού θεωρούνται εκείνες οι οποίες από τη φύση τους είναι ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Στην περίπτωση του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο εμπίπτουν οι διάφορες μορφές συμπράξεων που πλήττουν τον ανταγωνισμό στον πυρήνα του. Πρόκειται δηλαδή για συμφωνίες ή συμπράξεις ή αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο κεντρικές παραμέτρους της επιχειρηματικής δράσης, όπως η τιμή, η παραγωγή, η πελατεία, η δράση στην αγορά. Αυτοί οι περιορισμοί είναι per se αντι-ανταγωνιστικοί, και τεκμαίρεται ότι έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία του ανταγωνισμού. Κατά τη νομολογία και σύμφωνα με την Gonsten και Grundig κατά Επιτροπής,[59] όταν μια συμφωνία έχει ως αντικείμενό της τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δε χρειάζεται να αποδειχτεί και το αποτέλεσμα στον ανταγωνισμό προκειμένου να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 101(1) ΣΛΕΕ.[60] Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι: «είναι περιττό να εξετάζονται τα συγκεκριμένα αποτελέσματα μιας συμφωνίας ή απόφασης κάποιας ένωσης επιχειρήσεων, εφόσον είναι προφανές ότι αποσκοπεί στον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού».[61]

140.       Η Επιτροπή σημειώνει ότι στην περίπτωση σύμπραξης (οποιασδήποτε μορφής) που συνιστά εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού: «παρέλκει ως αλυσιτελής, η περαιτέρω έρευνα και απόδειξη κινδύνου βλάβης των καταναλωτών (GlaxoSmithKline (2009), σκ. 59-60, 62-64) ή επέλευσης άλλων, συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, εν δυνάμει βλαπτικών για τον ανταγωνισμό (Αποφάσεις ΠΕΚ της 21.10.2003, General Motors Nederland et Opel Nederland κατά Επιτροπής T-368/00, Σ. II-4491, σκ. 104, βλ. και Tate & Lyle κ.α. κατά Επιτροπής T-202/98, T-204/98 και T-207/98, Σ. II-1705 σκ. 72, Dalmine κατά Επιτροπής T-50/00, Σ. II-2395 σκ.147, 151 και C-407/04 P της 25.1.2007 Σ. I-829 σκ. 84, ΔΕΚ τής 11.1.1990, Sandoz Prodotti Farmaceutici κατά ΕπιτροπήςC-277/87, Σ. I-45 σκ. 15, 17-18, βλ. και της 8.7.1999, C-49/92 Ρ, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, Σ. Ι-4125, σκ. 99 κ.α.), δεδομένου ότι πάντως, από την φύση τους δυνητικά μειώνουν ή εξαλείφουν τις ανταγωνιστικές πιέσεις (ΓΔ, απόφαση της 16.6.2011, T-186/06, Solvay κατά Επιτροπής, σκ. 113-119, 156- 162).».[62]

141.       Συνεπώς, κατά τη σχετική αξιολόγηση του αντικειμένου της σύμπραξης, δεν εξετάζεται η υποκειμενική πρόθεση των μερών, αλλά μόνο το περιεχόμενο και ο αντικειμενικός σκοπός της συμφωνίας, υπό το φως των αμοιβαίων οικονομικών σχέσεων εντός των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί η σχετική συμφωνία. Επισημαίνεται ότι διαπιστώνεται περιορισμός του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο, όταν ο στόχος της συμφωνίας ή της απόφασης ένωσης επιχειρήσεων, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών και νομικών συνθηκών, υπό τις οποίες υπεγράφη, καθώς και της συμπεριφοράς των μερών είναι εμφανώς ο περιορισμός του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Για τη διαπίστωση της παράβασης δεν απαιτείται αντι-ανταγωνιστική πρόθεση, αλλά, εφόσον το αντι-ανταγωνιστικό αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά ενδεχόμενο, η σχετική πρακτική είναι απαγορευμένη, έστω κι αν οι συμπράττοντες δεν αποσκοπούσαν στο αποτέλεσμα αυτό.[63]

142.       Συµπράξεις µε τις οποίες επιδιώκεται ο περιορισµός και έλεγχος της διάθεσης των προϊόντων και ο συντονισµός της συµπεριφοράς των συµµετεχόντων ως προς τα ανωτέρω περιορίζουν από τη φύση τους τον ανταγωνισµό και απαγορεύονται ρητά από τα άρθρα 3 του Νόμου και 101 ΣΛΕΕ.[64] Συμφωνίες και αποφάσεις ελέγχου της παραγωγής και/ή διάθεσης ενός προϊόντος συνδυάζονται συχνά µε προσπάθειες διατήρησης ή αύξησης της τιμής πώλησής του.[65]

143.       Σύµφωνα µε την πάγια νοµολογία, στο πλαίσιο της εφαρµογής των άρθρων 3(1) του Νόμου και 101(1) της ΣΛΕΕ, παρέλκει η εκτίµηση των συγκεκριµένων αποτελεσµάτων των συµφωνιών και αποφάσεων στην αγορά, όταν προκύπτει ότι σκοπός τους είναι να περιορίσουν, να παρεµποδίσουν ή να νοθεύσουν τον ανταγωνισµό. Ειδικότερα, η παρακώλυση, ο περιορισµός ή η νόθευση του ανταγωνισµού εξετάζεται µε αντικειµενικά κριτήρια.. Πέραν από το στόχο μιας σύμπραξης ή απόφασης ένωσης επιχειρήσεων, η έννοια του περιορισμού του ανταγωνισμού κατ’ αντικείμενο προσανατολίζεται σε πρακτικές οι οποίες από τη φύση τους έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Αποφασιστικό κριτήριο είναι το αντικείμενο της συμφωνίας αυτής καθ’ εαυτής, συμπεριλαμβανομένων των στόχων και του περιεχομένου αυτή.[66]

144.       Στην υπόθεση Glaxo Smith Kline Services Unlimited and others κατά Επιτροπής,[67] το Δικαστήριο έκρινε ότι: «για να εκτιμηθεί ο επιζήμιος για τον ανταγωνισμό χαρακτήρας μιας συμφωνίας πρέπει να λαμβάνονται ιδίως υπόψη το περιεχόμενο των διατάξεών της, οι σκοποί τους οποίους αυτή επιδιώκει, καθώς και το οικονομικό και νομικό πλαίσιο στο οποία αυτή εντάσσεται. Επιπλέον, έστω και αν η πρόθεση των μερών δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της εξακριβώσεως του περιοριστικού χαρακτήρα μιας συμφωνίας, τίποτε δεν εμποδίζει την Επιτροπή ή τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα να λαμβάνουν υπόψη την πρόθεση αυτή». Έτσι, η διαπίστωση ότι η σύμπραξη έχει αντικείμενο περιοριστικό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να ανατραπεί ούτε από ενδείξεις ότι δεν είχε κανένα αποτέλεσμα εντός της αγοράς, ή ότι δεν είχε άμεση επίδραση επί των τιμών, ούτε από τη διαπίστωση ότι οι ενδιαφερόμενοι εξασφάλισαν ταυτόχρονα, δια της πρακτικής αυτής, ορισμένα πλεονεκτήματα ως προς τον ανταγωνισμό.[68] (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

145.       Αυτό σηµαίνει ότι δεν απαιτείται µία σύµπραξη µεταξύ επιχειρήσεων να έχει ως αποτέλεσµα τον περιορισµό του ανταγωνισµού στη σχετική αγορά (να εφαρµόστηκε δηλαδή στην πράξη), προκειµένου αυτή να κριθεί ως αντι-ανταγωνιστική. Αρκεί ο σκοπός να ήταν ο περιορισµός και η νόθευση του ανταγωνισµού. Δεν είναι απαραίτητο, εποµένως, να εξεταστεί αν επήλθε το περιοριστικό του ανταγωνισµού αποτέλεσµα, προκειμένου να θεµελιωθεί παράβαση των άρθρων 3 του Νόμου και 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ.[69] Σχετική είναι η απόφαση της Επιτροπής υπ’ αριθμ. 58/2010,[70] όπου η Επιτροπή έκρινε ότι, «Η απόφαση του ΣΕΜΟ να προτρέψει τα μέλη του να μην συμμετέχουν στους διαγωνισμούς της Αστυνομίας Κύπρου με προσφορές έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά και ο επηρεασμός του ανταγωνισμού είναι αισθητός καθώς η απόφαση του αυτή περιορίζει την ελεύθερη διάθεση στη σχετική αγορά, περιορίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των μελών του ΣΕΜΟ και αποκλείει την Αστυνομία Κύπρου από το δικαίωμα της καλύτερης ή/και απλώς της επιλογής του σχετικού προϊόντος προς ζημία της Αστυνομίας Κύπρου ως τελικού χρήστη/καταναλωτή των ζητούμενων προϊόντων(η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

146.       Σημειώνεται ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία, «για την εκτίμηση του αν μια συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή μια απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων είναι αρκούντως επιζήμια ώστε να λογίζεται ως περιορισμός του ανταγωνισμού «λόγω του αντικειμένου» υπό την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εκτός του περιεχομένου των διατάξεών της και των σκοπών τους οποίους επιδιώκει, «το οικονομικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται». Για την εκτίμηση του ανωτέρω πλαισίου, «πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η φύση των επηρεαζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών καθώς και οι πραγματικές συνθήκες της λειτουργίας και της διαρθρώσεως της οικείας αγοράς ή των οικείων αγορών» όπως επίσης και «να υπάρχει αρκούντως αξιόπιστη και σταθερή σχετική πείρα ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αυτή είναι, ως εκ της φύσεως της, βλαπτική για την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού».

147.       Κατ’ επέκταση, ο περιορισμός του ανταγωνισμού διαπιστώνεται εξ αντικειμένου, όταν ο στόχος της συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές και νομικές συνθήκες υπό τις οποίες ελήφθη καθώς και της συμπεριφοράς των μερών, είναι εμφανώς ο περιορισμός του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά.[71] Για τη διάγνωση της παράβασης δεν απαιτείται ανταγωνιστική πρόθεση, αλλά εφόσον το αντι-ανταγωνιστικό αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά ενδεχόμενο, η σχετική πρακτική είναι απαγορευμένη, έστω κι αν οι συμπράττοντες δεν αποσκοπούσαν στο αποτέλεσμα αυτό.[72] Σε σχετική απόφαση του ΔΕΕ σημειώθηκε ότι «Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν μια συμφωνία έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν είναι απαραίτητο να ελεγχθεί ποιο από τα δυο συμβαλλόμενα μέρη είχε την πρωτοβουλία να προβλέψει τη συγκεκριμένη ρήτρα ή να εξακριβωθεί ότι τα μέρη είχαν από κοινού πρόθεση το χρονικό διάστημα υπογραφής της συμφωνίας. Είναι προτιμότερο να διαπιστωθούν οι στόχοι που επιδιώκονται με τη συμφωνία εν όψει των οικονομικών συνθηκών που αυτή θα εφαρμοστεί.».[73]

148.       Εν προκειμένω, η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσο περιορίσθηκε ο ανταγωνισμός ως πιο πάνω αναλύεται από τον εξάμηνο όρο αποκλειστικότητας που συμφώνησαν μεταξύ τους οι καταγγελλόμενες εταιρείες καθότι αποκλείσθηκαν από τις υπηρεσίες ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Wolt επτά (7) αλυσίδες καφές μεταξύ των οποίων και αυτή του καταγγέλλοντος. (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

149.       Η Επιτροπή σημειώνει ότι κατά την προκαταρκτική έρευνα της, τόσο η Wolt όσο και η Starbucks, μέσω των νομικών τους εκπροσώπων, εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκαν στην συμπερίληψη της εν λόγω ρήτρας εξάμηνης αποκλειστικότητας στην Σύμβαση. Πιο συγκεκριμένα, η Wolt εξήγησε ότι: «Ο διακανονισμός έγινε για να κάνει τη Wolt, μια νεοιδρυθείσα και άγνωστη εταιρεία στο κοινό της Κύπρου {…}, γνωστή μεταξύ των τοπικών καταναλωτών διαμέσου μας πολύ γνωστής αλυσίδας καφέ – συνεργάτη, της Starbucks. {…}. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει τα δυνητικά θετικά αποτελέσματα τέτοιων συμβατικών διακανονισμών στις Κατευθυντήριες Γραμμές για τους Κάθετους Περιορισμούς της.». (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

150.       Η Starbucks εξήγησε μεταξύ άλλων ότι: {…} (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

151.       Επί της ουσίας, ο υπό εξέταση όρος αποκλειστικότητας αποστέρησε στις ως άνω επτά (7) αλυσίδες καφές από το να εγγραφούν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της Wolt και να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες της, ήτοι υποβολή ηλεκτρονικών παραγγελιών και κατ’ οίκον διανομή. Ειδικότερα, από την πλευρά του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο εξάμηνος όρος αποκλειστικότητας του στέρησε τη δυνατότητα να συνεργαστεί με την Wolt θέτοντας τα προϊόντα που πωλεί στην πλατφόρμα της και χρησιμοποιώντας την υπηρεσία κατ’ οίκον διανομής, που κατά ένα μέρος του Ουσιώδους Χρόνου είχε μόνο η Wolt. Η Επιτροπή σημειώνει παρενθετικά ότι η χρονική περίοδος ισχύος του εν λόγω όρου αποκλειστικότητας, συνέπεσε με την επιβολή, δυνάμει υπουργικού διατάγματος, πρώτου lockdown για περιορισμό του κορωνοϊού (Covid 19) και προστασία της δημόσιας υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, οι επιχειρήσεις εστίασης λειτουργούσαν μόνο με κατ’ οίκον διανομή, με παραγγελίες που λάμβαναν μόνο τηλεφωνικά ή διαδικτυακά.

152.       Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης σημειώνεται ότι παράλληλα με τη λειτουργία της πλατφόρμας της Wolt υπήρχαν οι αντίστοιχες πλατφόρμες της {…}. Μολονότι ο καταγγέλλων ισχυρίσθηκε ότι τις υπηρεσίες υποβολής παραγγελίας και κατ’ οίκον διανομής είχε μόνο η Wolt, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Επιτροπής, αυτό ίσχυσε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα το οποίο όπως διαφάνηκε δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα. Σημειώνεται ότι η {…} είναι ενεργή ως ηλεκτρονική πλατφόρμα στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 2015 και πρόσθεσε τις υπηρεσίες ηλεκτρονικής παράδοσης κατά ή περί τον Μάρτιο του 2020 σε Λευκωσία και Λεμεσό. Κατά την ίδια χρονική περίοδο λάνσαρε τις υπηρεσίες παράδοσης η {…} σε Λευκωσία και Λεμεσό, ενώ, η {…} {…} λάνσαρε τις υπηρεσίες παράδοσης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2020. Η Wolt ξεκίνησε δραστηριότητες στην Λευκωσία στις 16/01/2020.

153.       Μια συμφωνία αποκλειστικότητας έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού όταν επηρεάζεται ολόκληρη η λειτουργία της σχετικής αγοράς.[74] Από τα στοιχεία που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας και βρίσκονται καταχωρισμένα εντός του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, σημειώνεται ότι η εταιρεία {…}, που διαχειρίζεται μεταξύ άλλων τα {…}, ανέφερε ότι: «Ειδικότερα, η συνεργασία με τις εταιρείες {…} και {…} τέθηκαν σε εφαρμογή στις 30.04.2020 και 26.06.2020, αντίστοιχα. Διευκρινίζουμε ότι για τις παραγγελίες που λάμβαναν χώρα από την ηλεκτρονική πλατφόρμα της {…} η διανομή δεν εκτελείτο από την {…} αλλά από τα {…} ενώ η συνεργασία με την {…} αφορούσε και τις δύο υπηρεσίες, ήτοι παραγγελιών μέσω της ηλεκτρονικής τους πλατφόρμας και διανομή φαγητού και ποτού.». Περαιτέρω, η εταιρεία {…}, που διαχειρίζεται τις καφετέριες με την εμπορική επωνυμία {…}, συνεργάζεται με τις πλατφόρμες {…} και {…}, ενώ, εταιρεία {…}, που διαχειρίζεται τις καφετέριες με την επωνυμία {…}, δεν συνεργαζόταν με ηλεκτρονικές πλατφόρμες κατά την υπό εξέταση χρονική περίοδο. Η {…} διατηρούσε το {…} και συνεργάζεται με την {…}, ενώ, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, δεν συνεργάστηκε οποιαδήποτε στιγμή με την Wolt ούτε φαίνεται να κατάρτισε οποιαδήποτε σχετική συμφωνία.

5.5.        Κάθετοι περιορισμοί και κανονισμός απαλλαγής

154.       Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 330/2010 της Επιτροπής της 20ής Απριλίου 2010 για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (εφεξής «Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010»), εισάγεται μία απαλλαγή, σύμφωνα με την οποία, το άρθρο 101 παρ. 1 της ΣΛΕΕ κηρύσσεται ανεφάρμοστο στις κάθετες συμφωνίες, στο βαθμό που οι εν λόγω συμφωνίες περιλαμβάνουν κάθετους περιορισμούς.

155.       Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 «κάθετες συμφωνίες» είναι οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που συνάπτονται μεταξύ δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων κάθε μία εκ των οποίων δραστηριοποιείται, για τους σκοπούς της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης πρακτικής, σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής, και που αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μέρη μπορούν να προμηθεύονται, να πωλούν ή να μεταπωλούν ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες. Περαιτέρω, «κάθετοι περιορισμοί είναι περιορισμοί του ανταγωνισμού σε κάθετες συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 101 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.

156.       Η Επιτροπή σημειώνει παρενθετικά ότι από την 01/06/2022 τέθηκε σε ισχύ ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/720 της Επιτροπής της 10ης Μαΐου 2022 για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (εφεξής ο «Κανονισμός (ΕΕ) 2022/720»), ο οποίος αντικαθιστά τον Κανονισμό (ΕΕ) 330/2010. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/720: «Η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουνίου 2022 έως την 31η Μαΐου 2023 επί συμφωνιών που είναι ήδη σε ισχύ την 31η Μαΐου 2022 και οι οποίες δεν πληρούν μεν τις προϋποθέσεις απαλλαγής βάσει του παρόντος κανονισμού, αλλά, την 31η Μαΐου 2022, πληρούσαν τις προϋποθέσεις απαλλαγής που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 330/2010.». Υπό το φως του Ουσιώδους Χρόνου που ορίζεται στο παρόν σημείωμα, καθώς και της υπό εξέταση συμφωνίας, η οποία καταρτίστηκε κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2022, η Επιτροπή επισημαίνει ότι για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης θα λάβει υπόψη και θα εξετάσει τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 σε συνάρτηση με τις σχετικές Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς (2010/C 130/01) (εφεξής «Κατευθυντήριες γραμμές»).

157.       Επί της ουσίας, ο Κανονισμός Απαλλαγής εισάγει ένα τεκμήριο νομιμότητας για τις κάθετες συμφωνίες, το οποίο εξαρτάται από το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή και του αγοραστή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010, η εφαρμογή του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορία εξαρτάται από το μερίδιο αγοράς που κατέχει ο προμηθευτής στην αγορά όπου πωλεί τα συμβατικά αγαθά ή υπηρεσίες και από το μερίδιο που κατέχει ο αγοραστής στην αγορά όπου αγοράζει τα συμβατικά αγαθά ή υπηρεσίες. Προκειμένου λοιπόν να εφαρμοστεί το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία, το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 30% της σχετικής αγοράς στην οποία πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες και το μερίδιο αγοράς του αγοραστή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 30% της σχετικής αγοράς στην οποία αγοράζει τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες.

158.       Ο Κανονισμός Απαλλαγής κατά κατηγορίες απαριθμεί στο άρθρο 4 τους περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας που συνεπάγονται αποκλεισμό της όλης κάθετης συμφωνίας από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορίες. Εν συνεχεία, στο άρθρο 5 του Κανονισμού απαριθμούνται οι λεγόμενοι αποκλειόμενοι περιορισμοί, ήτοι αυτοί που δεν συνεπάγονται ακυρότητα όλης της συμφωνίας αλλά μόνο του συγκεκριμένου όρου.

159.       Σύμφωνα με το άρθρο 5(1) του εν λόγω Κανονισμού, «1. Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις που περιέχονται σε κάθετες συμφωνίες:

α) κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού η διάρκεια της οποίας είναι αόριστη ή υπερβαίνει τα πέντε έτη·

β) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υποχρέωση δυνάμει της οποίας ο αγοραστής, μετά τη λύση της συμφωνίας, δεν μπορεί να παράγει, να αγοράζει, να πωλεί ή μεταπωλεί αγαθά ή υπηρεσίες·

γ) κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση που επιβάλλεται στα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής να μην πωλούν σήματα ορισμένων ανταγωνιζομένων προμηθευτών.

Για τους σκοπούς του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, κάθε υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού σιωπηρώς ανανεώσιμη μετά την πάροδο πενταετίας λογίζεται ως αορίστου χρόνου.».

160.       Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 «υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού» είναι η κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση δυνάμει της οποίας ο αγοραστής δεν μπορεί να παράγει, να αγοράζει, να πωλεί ή να μεταπωλεί αγαθά ή υπηρεσίες που είναι ανταγωνιστικά προς τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, ή οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υποχρέωση του αγοραστή να πραγματοποιεί από τον προμηθευτή ή από άλλη επιχείρηση την οποία υποδεικνύει ο προμηθευτής, πάνω από το 80% των συνολικών προμηθειών του σε αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες και υποκατάστατά τους στη σχετική αγορά, του ποσοστού αυτού υπολογιζόμενου με βάση την αξία ή, όταν αυτή είναι η συνήθης πρακτική του κλάδου, με βάση τον όγκο των προμηθειών του αγοραστή κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

161.       Η Επιτροπή σημειώνει ότι τέτοια υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού είναι, σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες γραμμές, οι συμφωνίες με τις οποίες επιβάλλεται στον αγοραστή να αγοράζει από τον προμηθευτή ή από άλλη επιχείρηση που υποδεικνύει ο προμηθευτής πάνω από το 80% των συνολικών προμηθειών που πραγματοποίησε κατά το προηγούμενο έτος σε συμβατικά αγαθά ή υπηρεσίες και υποκατάστατά τους, εμποδίζοντας έτσι τον αγοραστή να προμηθεύεται ανταγωνιστικά αγαθά ή υπηρεσίες ή περιορίζοντας τις προμήθειες αυτές σε ποσοστό κατώτερο του 20% των συνολικών προμηθειών. Τέτοιου είδους υποχρεώσεις μη άσκησης ανταγωνισμού δεν καλύπτονται από τον κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορίες αν η διάρκεια ισχύος τους είναι αόριστη ή υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη.

162.       Επομένως, ως εκ των ανωτέρω, ο Κανονισμός Απαλλαγής κατά κατηγορίες απαλλάσσει τις κάθετες συμφωνίες υπό τον όρο ότι δεν περιλαμβάνουν περιορισμό ιδιαίτερης σοβαρότητας από τους αναφερόμενους στο άρθρο 4 του Κανονισμού ή αποκλειόμενο περιορισμό από τους αναφερόμενους στο άρθρο 5. Εάν υφίσταται ένας ή περισσότεροι ιδιαίτερης σοβαρότητας περιορισμοί, ολόκληρη η κάθετη συμφωνία στερείται του ευεργετήματος του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορίες, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού για τους ιδιαίτερης σοβαρότητας περιορισμούς. Ο κανόνας του διαχωρισμού εφαρμόζεται στους εξαιρούμενους περιορισμούς που καθορίζονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010. Επομένως, μόνο το τμήμα εκείνο της κάθετης συμφωνίας που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 στερείται του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορία. Παράλληλα, το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 30% της σχετικής αγοράς στην οποία πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες και το μερίδιο αγοράς του αγοραστή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 30% της σχετικής αγοράς στην οποία αγοράζει τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες.

163.       Οι συμφωνίες αποκλειστικότητας είναι εν γένει πιο αντι-ανταγωνιστικές καθότι, εξαναγκάζουν το ένα συμβαλλόμενο μέρος να συμβάλλεται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο κατά πόσο μια τέτοια συμφωνία είναι πιθανό να παραγάγει επιζήμια για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν μια κάθετη συμφωνία περιορίζει σημαντικά τον ανταγωνισμό, σύμφωνα με την έννοια που καθορίζεται από την υφιστάμενη νομοθεσία είναι μεταξύ άλλων, ο χαρακτήρας της συμφωνίας, η θέση των συμβαλλομένων μερών στην αγορά, η θέση των ανταγωνιστών στην αγορά, η θέση των αγοραστών των συμβατικών προϊόντων στην αγορά, οι φραγμοί εισόδου, η ωριμότητα της αγοράς, το επίπεδο εμπορίου και η φύση του προϊόντος κ.ά.[75]

164.       Η Επιτροπή επισημαίνει ότι εν προκειμένω, αντικείμενο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο καταγγελίας είναι η συμφωνία αποκλειστικότητας που καταρτίστηκε μεταξύ της Starbucks και της Wolt και είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό διαφόρων επιχειρήσεων - ανταγωνιστών της Starbucks, μεταξύ των οποίων και αυτή του καταγγέλλοντος, από τις υπηρεσίες της Wolt για περίοδο έξι (6) μηνών.

165.       Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν συλλεγεί και βρίσκονται εντός του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και σε συνάρτηση με τον ουσιώδη χρόνο στη σχετική αγορά υπηρεσιών παροχής ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποβολής παραγγελιών και κατ’ οίκον διανομής φαγητού και ποτού, πέραν της καταγγελλόμενης εταιρείας Wolt που λάνσαρε τις υπηρεσίες της στις 16/01/2020, δραστηριοποιείτο ήδη η {…} από το έτος 2015 με σχετική πλατφόρμα, η οποία σημειωτέον ήταν ευρέως γνωστή στο κυπριακό καταναλωτικό κοινό και λάνσαρε υπηρεσία παράδοσης στη Λευκωσία κατά το Μάρτιο του 2020. Περαιτέρω, στον ίδιο τομέα δραστηριοποιείτο και η {…}, η οποία λάνσαρε υπηρεσίες παράδοσης στη Λευκωσία κατά το Μάρτιο του 2020, ως επίσης το ίδιο με τη {…} που ξεκίνησε την κατ’ οίκον διανομή κατά τις 7/04/2020. Ως εκ των ανωτέρω, η καταγγελλόμενη αντιμετώπιζε ανταγωνισμό στην τοπική αγορά της Λευκωσίας.

166.       Στον πιο κάτω Πίνακα 1, παρατίθενται οι εκτιμήσεις που δόθηκαν από την καταγγελλόμενη Wolt, τόσο για τα δικά της μερίδια αγοράς όσο και για τους ανταγωνιστές της ανά το παγκύπριο, σημειώνοντας ότι, όπως ανέφεραν, δεν ήταν δυνατό να τα εκτιμήσουν για έκαστη επαρχία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σημειώνεται πως στο κάτωθι Πίνακα συμπεριλήφθηκαν καταστήματα που διαθέτουν δικές τους πλατφόρμες υποβολής παραγγελιών, οι οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνονται στον ορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών:

Πίνακας 1

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΜΕΡΙΔΙΩΝ ΑΓΟΡΑΣ WOLT ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ

ΟΝΟΜΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

ΤΕΛΗ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2020

ΤΕΛΗ ΙΟΥΝΙΟΥ 2020

ΤΕΛΗ ΙΟΥΛΙΟΥ 2021

{…}

{…} [90-100%]

{…} [80-90%]

{…} [80-90%]

Wolt

{…} [0-5%]

{…} [0-5%]

{…} [5-10%]

{…}

{…} [0-5%]

{…} [0-5%]

{…} [0-5%]

{…}

(δεν είχε ακόμη λανσαριστεί)

{…} [0-5%]

{…} [5-10%]

Άλλοι ({…} και άλλα μεμονωμένα καταστήματα που έχουν τα δικές τους εφαρμογές)

{…} [5-10%]

{…} [5-10%]

{…} [5-10%]

 

167.       Επομένως, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, το μερίδιο αγοράς της Wolt κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν φαίνεται σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το 30%, ιδιαίτερα έχοντας υπόψιν πως άρχισε να δραστηριοποιείται στην αγορά στις 16/1/2020. Ομοίως, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στην διάθεσή της η Επιτροπή, σημειώνει ότι η Starbucks δεν έχει θέση ισχύος στην αγορά του επόμενου σταδίου, εφόσον το μερίδιο αγοράς της κατά το έτος 2020 ήταν {…} [0-5%].

168.       Περαιτέρω, εξετάζοντας τον βαθμό και τη διάρκεια κατά την οποία η Wolt εφαρμόζει τον υπό εξέταση όρο αποκλειστικότητας, η Επιτροπή σημειώνει ότι αυτός αφορούσε χρονική περίοδο μόνο έξι (6) μηνών. Επομένως, η υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού ήταν κατά πολύ μικρότερη των πέντε (5) ετών. Συνακόλουθα, δεδομένης της μικρής διάρκειας του αποκλεισμού και του μικρού μεριδίου αγοράς της Wolt, η Επιτροπή καταλήγει πως η υπό αναφορά συμφωνία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιζήμια στον ανταγωνισμό.

169.       Πιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή, καθοδηγούμενη από τη σχετική νομολογία, καθώς και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε περιορισμό στον ανταγωνισμό. Αντίθετα, η Επιτροπή θεωρεί ότι υπήρχε έντονος δυνητικός ανταγωνισμός στη σχετική αγορά της παροχής ηλεκτρονικής πλατφόρμας υποβολής παραγγελιών και της υπηρεσίας κατ’ οίκον διανομής φαγητού και ποτού, ακριβώς επειδή σε σύντομο χρονικό διάστημα εμφανίζονταν ανταγωνιστές της καταγγελλόμενης Wolt και προσέφεραν στο καταναλωτικό κοινό τις ίδιες υπηρεσίες.

170.       H Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι ο καταγγέλλων ισχυρίσθηκε: «Η συμπεριφορά και/ή πρακτική της Wolt […] οδήγησε σε κατακόρυφη πτώση των εσόδων του λόγω της δυσμένειας στον ανταγωνισμό στην οποία περιήλθε η επιχείρησή του. Ο λόγος έγκειται στο ότι δεν ήταν σε θέση να αξιοποιήσει την δυνατότητα πλατφόρμας/ εφαρμογής ηλεκτρονικών παραγγελιών και κατ’ οίκον διανομής. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό και τις έκτακτες υγειονομικές και οικονομικές συνθήκες της εν λόγω περιόδου, δεν επέτρεψε στον Καταγγέλλοντα να προβεί σε οποιεσδήποτε διορθωτικές κινήσεις λόγω της απουσίας ισοδύναμων εναλλακτικών επιλογών.». Παρά ταύτα, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η χρονική περίοδος για την οποία ίσχυσε ο όρος αποκλειστικότητας μεταξύ των καταγγελλόμενων επιχειρήσεων δεν αποτελεί σημαντικό χρονικό διάστημα, ως πιο πάνω αναλύεται.

171.       Η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι δεν δημιουργήθηκαν συνθήκες αποκλεισμού των ανταγωνιστών της καταγγελλόμενης Wolt και ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων διατηρούσε την δυνατότητα να αποταθεί για την παροχή υπηρεσιών πλατφόρμας σε κάποιον από τους ανταγωνιστές της Wolt.


172.       Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι κατόπιν αξιολόγησης του ορού αποκλειστικότητας, αυτός δεν δύναται να περιορίσει τον ανταγωνισμό ως ορίζει το άρθρο 3(1) του Νόμου και το αντίστοιχο άρθρο 101 της ΣΛΕΕ. Συνεπώς, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3(1) του Νόμου και ως εκ τούτου, δεν αναλαμβάνεται περαιτέρω δράση σε σχέση με το άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ.

6.    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

173.       Υπό το φως όλων των πιο πάνω αναλυθέντων στοιχείων και μέσα από την αξιολόγηση και συνεκτίμηση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου της καταγγελίας, η Επιτροπή καταλήγει ομόφωνα ότι, η συμφωνία που κατάρτισαν μεταξύ τους οι καταγγελλόμενες Starbucks και Wolt δεν είχε ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Δημοκρατίας κατά τον ουσιώδη χρόνο που λήφθηκε υπόψη. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή σημειώνει ότι η περαιτέρω εξέταση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 3(1) του Νόμου παρέλκει και δεν πρέπει να αναληφθεί περαιτέρω δράση αναφορικά με το άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ.

174.       Ως εκ των ως άνω, η Επιτροπή ομόφωνα αποφασίζει να απορρίψει την καταγγελία του κ. Κ.Β. και να ενημερώσει τα εμπλεκόμενα μέρη για την ως άνω απόφασή της. 

 

Εύα Παντζαρή

Πρόεδρος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού

 

_________________________

 

Άριστος Αριστείδου Παλούζας          

Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού

 

 

_________________________

 

Νεόφυτος Μαυρονικόλα

Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού

 

 

_________________________

 



[1] Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης της Επιτροπής δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ, των άρθρων 53, 54 και 57 της Συμφωνίας ΕΟΧ, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, (2005/C 325/07).

* Οι αριθμοί και/ή τα στοιχεία που παραλείπονται/διαγράφονται και δεν εμφανίζονται τόσο σε αυτό το σημείο, όσο και στη συνέχεια, καλύπτονται από επιχειρηματικό απόρρητο ή αφορούν πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως ή/και αφορούν τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο του 2018 (Ν. 125(I)/2018). Ενδεικτική της παράλειψης είναι το σύμβολο {…}. Όσον αφορά στα μερίδια αγοράς, αυτά αντικαθίστανται με εύρος 5 ή 10 ποσοστιαίων μονάδων, αναλόγως της περιπτώσεως, συμφώνως της Ανακοίνωσης της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού αναφορικά με τον χαρακτηρισμό και τη μεταχείριση των επιχειρηματικών απορρήτων και πληροφοριών εμπιστευτικής φύσης εκδιδόμενη δυνάμει των άρθρων 26(2)(ια) και 41(8) του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2022 (Νόμος αρ. 13(Ι)/2022) ημερομηνίας 25/5/2022.                 

[2] Αρ. φακ.: 08.13.006.013.001.

[3] Σημείωση: Η αναφορά γίνεται στις εταιρείες {…}.

[4] Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, ΕΕ C, C/2024/1645, 22.2.2024, παρά. 12(α).

[5] Υπόθεση 322/81, NV Nederlandshe Banden Industrie Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1983, σελ. 3461, παράγραφος 37.

[6] Supra υποσ. 4.

[7] Ibid, παρά.9.

[8] Υπόθεση T-62/98, Volkswagen κατά Επιτροπής, [2000] EU:T:2000:180, σκέψη 230. Βλ. επίσης, Υπόθεση T-44/00, Mannesmannröhren-Werke κατά Επιτροπής, [2004] EU:T:2004:218, σκέψη 132.

[9] Βλ. συνεκδ. υποθέσεις Τ-25/95 κλπ, Cimenteries CBR κ.α., της 15.3.2000, Συλλ. ΙΙ-491, σκ. 833 & 1094.

[10] Βλ. υπόθεση Τ-213/00, CMA CGM κ.α., [2003] Συλλ. ΙΙ-913, σκ. 206 και στην στις συνεκδ. υποθέσεις T-49/02 & 51/02, Brasserie Nationale, [2005] Συλλ. ΙΙ-3033, σκ. 144.

[11] βλ. supra υποσ. 4, Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά. 9.

[12] βλ. Ibid, παρά. 13: "Από οικονομική απόχη για τον καθορισμό της αγοράς του σχετικού προϊόντος, η υποκατάσταση από την πλευρά ζήτησης αποτελεί το πλέον άμεσο και αποτελεσματικό μέσο ελέγχου [……]".

[13] Competition and Markets Authority UK, Anticipated acquisition by Amazon of a minority shareholding and certain rights in Deliveroo (Final Report, 4th August 2020), παράγραφος 5.22.

[14] Σημείωση: Η CMA έφτασε στο ίδιο γενικό συμπέρασμα στην πιο πάνω απόφαση της – βλ. ibid παράγραφος 5.30.

[15] Το εύρημα αυτό έχει περιληφθεί επίσης στην απόφαση Amazon/Deliveroo της CMA – βλέπε ibid παράγραφος 5.29.

[16] Σημείωση: Η Starbucks, σύμφωνα με τις απαντήσεις που έδωσε στο πλαίσιο της προκαταρκτικής έρευνας, αναφέρει η {…} έχουν λειτουργίες αντίστοιχες με αυτές που προσφέρει η Wolt.

[17] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 524/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2013 για την ηλεκτρονική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (κανονισμός για την ΗΕΚΔ).

[18] Commission Staff Working Document, Online Platforms, Accompanying the document Communication on Online Platforms and the Digital Single Market, Brussels 25/05/2016, SWD (2016) 172 final.

[19] Ενδιάμεση Έκθεση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού στην Κλαδική Έρευνα στο Ηλεκτρονικό Εμπόριο ημερομηνίας 02/08/2021,  https://www.epant.gr/files/2021/INTERIM_ECOMMERCE.pdf

[20] Decision V2022-1 – Foodora Norway AS-the Competition Act section 12 third paragraph, cf. section 1 and Article 54 EEA.

[21] Σημείωση: Η μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα είναι μέσω μεταφραστή και ενδεχομένως να εμπεριέχει συντακτικά ή/και ανακριβή μεταφορά των λέξεων.

[22] Competition and Markets Authority (CMA) UK, Just Eat and Hungryhouse, Final Report, 16 November 2017, para. 4.19, σελ. 31-32.

[23] Competition and Markets Authority (CMA) UK, Amazon / Deliveroo, Final Report, 4 August 2020, σελ.71-73.

[24] Supra υποσ. 22, Just Eat/Hungryhouse, para. 4.28.

[25] Βλ. Supra υποσ. 4, Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρ. 12(β).

[26] Βλ. Υπόθεση C -27/76, United Brands Cο and United Brands Continental Bv κατά της Επιτροπής, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1978, σελ 207, παρ. 44. Υπόθεση C-247/86, Alsatel κατά Novasam, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988, σελ 5987, παρ. 15. Υπόθεση T-83/91, Tetra Pak κατά Επιτροπής, παρ. 91. Υπόθεση T-128/98, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, [2000] Συλλογή της Νομολογίας 2000 II-03929, παρ. 140.

[27] Supra υποσ. 20, παρά. 98-100.

[28] Resolución Redes Paralelas Exclusividades Plataformas (S/0026/20), 21/12/2021.

[29] Υπόθεση C/0730/16, JUST EAT/LA NEVERA ROJA.

 

[30] Υπόθεση C-41/90, Hofner & Elsner v. Macrotron, [1991] ECR I-1979. Υπόθεση C-67/96, Albany International BV v Stichting Bedrijfspensioenfonds Textielindustrie, [1999] ECR I-05751. Υπόθεση 170/83, Hydrotherm v. Compact, [1984] ECR 2999.

[31] Ibid.

[32] Υπόθεση C-118/85, Commission v. Italy, [1987] Συλλ. Νομολ. 2599, παρά. 7. Υπόθεση C-35/96, Commission v. Italy (CNSD), [1998] Συλλ. Νομολ. I-03851, παρά. 36. Υπόθεση C-41/90, Höfner and Elser v. Macrotron, [1991] Συλλ. Νομολ. I -1979, παρά. 21. Υπόθεση C-244/94, Federation Francaise des Societes d’Assurance, [1995], Συλλ. Νομολ. I-4013, παρ. 14.

[33] Βλ. σχετικά Απόφαση της Ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού  ΑΡΙΘΜ. 610/2015, σελ. 79, η οποία παραπέμπει  ενδεικτικά στην ακόλουθη νομολογία: «Βλ. ενδεικτικά υπόθ. Τ-23/09 Conseil national de l’Ordre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de l’Ordre national des pharmaciens (CCG) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 70-71, υπόθ. C-55/96, Job Centre coop.arl, Συλλογή 1997, σελ. Ι-7119, σκ.21, συνεκδ. υποθ. C-180-184/98, Pavel Pavlov κ.ά. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, Συλλ. 2000 σ. Ι-6451, σκ. 74, υπόθ. C-118/85 Επιτροπή κατά Ιταλίας Συλλ. 1987 σ. 2599, σκ. 7, υπόθ. C-41/90 Klaus Höfner and Fritz Elser κατά Macrotron GmbH Συλλ. 1991 σ. I-1979, σκ. 21, υπόθ. C-35/96 Επιτροπή κατά Ιταλίας (CNSD) Συλλ. 1998 σ. I-3851, σκ. 36, υπόθ. C-244/94 Fédération Française des Sociétés d’Assurance κ.ά. κατά Ministère de l'Agriculture et de la Pêche Συλλ. 1995 σ. I-4013, σκ. 14, απόφαση ΕΑ 292/IV/2005 υπό 2.1.».

[34] Υπόθεση C-244/94 της 16.11.1995, Συλλ. 1995, 4022.

[35] Βλ. Κανονισμός (ΕΚ)  αριθμός 1/2003 του Συμβουλίου  της 16ης Δεκεμβρίου 2002 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, Επίσημη Εφημερίδα L 001 της 4.1.2003.

[36] Βλ. Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης, ΕΕ C 101, 27/04/2004, σελίδα 81, παράγραφοι 8 επ.

[37] Ibid, παράγραφος 15.

[38] Ιbid, παράγραφος 22.

[39] Ibid, παράγραφος 30.

[40] Υπόθεση  Τ-35/92, John Deere κατά Επιτροπής, Συλλ. 1994, σελ. ΙΙ-957, σκ. 52, 66.

[41] Ν. Ζευγώλη, Το καρτέλ στο Δίκαιο του Ανταγωνισμού, Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ. 35.

[42] Βλ. Υπόθεση C74/04 P, Commission v Volkswagen, Συλλ. 2006, Ι 6585, σκ. 37. Υπόθεση Τ-13/89, ICI κατά Επιτροπής, Συλλ.1992 ΙΙ-1021, σκ. 253. Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις T-49, 31/02, Brasserie Nationale and Others v Commission, Συλλ. 2005 ΙΙ-3033, σκ. 118. Υπόθεση Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ.2002 ΙΙ-1487, σκ. 199. Υπόθεση Τ-7/89, Hercules κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991 ΙΙ-1711, σκ. 256.

[43] Βλ. ενδεικτικά, Υπόθεση T-310/94, Grueber και Weber κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998 II-01043, σκ. 85, 87. Υπόθεση T-1/89, Rhône-Poulenc κατά Επιτροπής, Συλλ.1991, II-867, σκ.120. Υπόθεση Τ-15/89, Chemie Linz κατά Επιτροπής, Συλλ.1992, II-1275, σκ. 301.

[44]  Υπόθεση T-7/89, SA Hercules Chemicals NV, Συλλ. 1991, ΙΙ-1711, σκέψη 257.

[45] Βλ. Υπόθεση C- 41/69, ACF Chemiefarma, Ελληνική ειδική έκδοση 1969-1971, 661. Βλ. ακόµη Ζιάµου Θ. σε Σκουρή  Β.,  Ερµηνεία   Συνθηκών για  την  Ευρωπαϊκή Ένωση και την  Ευρωπαϊκή   Κοινότητα,  Εκδ. Αντ.Νάκκουλα, 2003, σελ. 692.

[46] Βλ. Faull and Nickpay, «The EC Law of Competition» ed. Oxford 2007, σελ.195, παρ. 3.49 και τη σχετική νοµολογία στην οποία παραπέµπει.

[47] Βλ. συνεκδ. υποθ. 209-215/78 & 218/78, Heintz van Landewyck SARL κ.ά. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1980 σ. 3125, σκ. 85-86.  Υπόθεση Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ.2002 ΙΙ-1487,  σκ.  200-201  και  Τ-1/89,  Rhone-Poulenc,  σκ.  43  -  44.

[48] Βλ. Υπόθεση Τ-25/95 κλπ, Cimentieres CBR κλ., Συλλ. 2000, ΙΙ-491, σκ. 928.

[49] Βλ. Υπόθεση C- 41/69, ACF Chemiefarma, Ελληνική ειδική έκδοση 1969-1971, σκ. 112. Υπόθεση T-41/96, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, ΙΙ-3383, σκ. 67-69. Υπόθεση T-208/01, Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλ. 2003, ΙΙ-5141,  σκ. 30-32.

[50] Βλ. Υπόθεση C74/04 P, Commission v Volkswagen, Συλλ. 2006, Ι 6585, σκ. 37. Υπόθεση Τ-13/89, ICI κατά Επιτροπής, Συλλ.1992 ΙΙ-1021, σκ. 253. Συνεκδικαζόμενες T-49, 31/02, Brasserie Nationale and Others v Commission, Συλλ. 2005 ΙΙ-3033, σκ. 118. Υπόθεση Τ-9/99, HFB Holding κατά Επιτροπής, Συλλ.2002 ΙΙ-1487, σκ. 199. Υπόθεση Τ-7/89, Hercules κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991 ΙΙ-1711, σκ. 256.

[51] Βλ. ενδεικτικά ΥπόθεσηT-310/94, Grueber και Weber κατά Επιτροπής, Συλλ. 1998 II-01043, σκ. 85, 87. T-1/89, Rhône-Poulenc κατά Επιτροπής, Συλλ.1991, II-867, σκ.120. Υπόθεση Τ-15/89, Chemie Linz κατά Επιτροπής, Συλλ.1992, II-1275, σκ. 301.

[52] Υπόθεση C74/04 P, Commission v Volkswagen, Συλλ. 2006, Ι 6585, σκ. 41.

[53] Βλ. Υπόθεση 56/65, Société Technique Minière κατά Maschinenbau Ulm GmbH (M.B.U.), [1966] Ελληνική ειδική έκδοση 1965-1968 00313.

[54] Βλ. Rolled Zinc Products and Zinc Alloys, EE 1982 L362/40.

[55] Βλ. ενδεικτικά Υπόθεση C-32/11, Allianz Hungária Biztosító κ.λπ., σκ. 33-34 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία καθώς και Υπόθεση C-67/13 P, Cartes Bancaires κατά Επιτροπής, σκ. 48-49 και 52

[56] Βλ. μεταξύ άλλων συνεκδ. υποθ. Τ-305/94 έως Τ-307/94, Τ-313/94 έως Τ- 316/94, Τ-318/94, Τ-325/94, Τ-328/94, Τ-329/94 και Τ-335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij NV κ.λπ κατά Επιτροπής Συλλ. 1999 σ. ΙΙ-931, σκ. 741 και υπόθεση Τ-62/98 Volkswagen κατά Επιτροπής Συλλ. 2000 σ. ΙΙ-2707, σκ. 178 και υπόθεση 45/85 Verband der Sachversicherer (VDS) κατά Επιτροπής Συλλ. 1987 σ. 405, σκ. 39.

[57] Υπόθεση T-111-08, Mastercard της 24ης Μαΐου 2012, σκ. 27.

[58] Βλ. Υπόθεση C-67/13 P, Cartes Bancaires κατά Επιτροπής, σκ. 49-50 και Υπόθεση C286/13 P, Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, σκ. 113, 114.

[59]Υποθέσεις 56&58/64, Consten and Grundig κατά Επιτροπής, Συλλ. 1996, σελ. 299.

[60] Δημήτρης Τζουγανάτος, Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 250.

[61] Βλ. Υπόθεση 45/85 Verband der Sachversicherer (VDS) κατά Επιτροπής Συλλ. 1987 σ. 405, σκ. 39.

[62] Απόφαση Συμβουλίου της Επικρατείας 2780/2012, σκ.4. Και Απόφαση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αριθ. 675/2018.

[63] Bλ. Υπόθεση C-209/07, Competition Authority κατά Beef Industry Development Society και Barry Brothers (Carrigmore) meats Ltd, Συλλ 2008, Ι-8637, σελ 21.

[64] Βλ. ενδεικτικά υποθ. C-41/69 ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλ. 1970, σ.699, C-246/86 Belasco κατά της Επιτροπής, Συλλ. 1989, σ. 2181. Απόφαση Επιτροπής 84/405/ΕΚ Zinc Producer Group EE 1984 L 220/27, σκ. 67-68

[65] Βλ. ενδεικτικά υπόθεση T-236/01 Tokai Carbon κατά Επιτροπής, Συλλ. 2004, σ. ΙΙ-1181, αποφάσεις Επιτροπής 2002/271/ΕΚ, Graphite Electrodes, EE 2002 L100/1, σκ. 108-110, 1994/601/ΕΚ, Carton, EE 1994 L 243/1, σκ. 58, 70, 131, 133-137.

[66] Βλ. ενδεικτικά Υπόθεση C- 45/85 Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής, Συλλ. 1987, σ. 405, σκ. 39, C-209/07 Irish Beef, σκ. 16, συνεκδ. υποθ. Τ-305/94 έως Τ- 307/94, T-313/94 έως T316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94 και T-335/94 Limburgse Vinyl Maatschappij NV κλπ. κατά Επιτροπής, Συλλ. 1999 σ.ΙΙ- 931, σκ. 741 και υπόθ. T-62/98 Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλ. 2000, σ. ΙΙ-2707, σκ. 178. Απόφαση Επιτροπής 84/405/ΕΚ Zinc Producer Group EE 1984 L 220/27, σκ. 71.

[67] Υπόθεση Τ-168/01, GlaxoSmithKline Services Unlimited and others κατά Επιτροπής,Συλλογή 2006.

[68] Βλ. supra υποσ. 62.

[69] Υπόθ. Τ-49/02, Brasserie κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 97, 108 και 178.

[70] Απόφαση της Επιτροπής υπ’ αρ. 58/2010, ημερομηνίας 22/10/2010: Καταγγελία της εταιρείας Α. Στεφανίδης & Υιός Λτδ εναντίον του Συνδέσμου Εισαγωγέων Μηχανοκίνητων Οχημάτων (ΣΕΜΟ).

[71] Υπόθεση IAZ international Belgium v. Commission Syll. 1983, 3369 σκέψη 23-25.

[72] Υπόθεση C-209-07 Competition Authority κατά Beef industry Development Society και Barry Brothers (carrigmore) meats Ltd, Συλλ. 2008 Ι-8637 σελ. 21 και υπόθεση C-403/04 Sumitomo Metal Industries Ltd v. Commission (2007) Συλλ. 2007 Ι-729.

[73] Υπόθεση Compagιne Royale Asturienne den mines and Rheinzink v. Commission, Συλλ. 1984, 1679 σκ. 26.

[74] Βλ. Whish, Competition Law και Τζουγανάτος, Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού.

[75] Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς (2010/C 130/01) - παρ. (111).