
ΕΦΕΤΕΙΟ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις αρ. 27/2023 (i-justice) και 29/2023 (i-justice)
23 Ιανουαρίου, 2025
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 27/2023 (i-justice)
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
3. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
4. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
5. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ
ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
6. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ
7. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ
ΟΙΚΗΣΕΩΣ
Εφεσείουσα/Εφεσίβλητη στην Αντέφεση,
v.
1. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΜΙΤΣΕΡΟΥ
2. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΓΡΟΚΗΠΙΑΣ
3. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
4. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΤΩ ΜΟΝΗΣ
5. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΡΕΔΙΟΥ
6. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΜΕΝΟΙΚΟΥ
7. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΜΑΛΟΥΝΤΑΣ
8. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΟΡΟΥΝΤΑΣ
Εφεσίβλητων/Αντεφεσειόντων.
----------------------
Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 29/2023 (i-justice)
PROMETHEAS ASPHALT LTD
Εφεσείουσα,
v.
1. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΜΙΤΣΕΡΟΥ
2. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΓΡΟΚΗΠΙΑΣ
3. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
4. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΤΩ ΜΟΝΗΣ
5. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΡΕΔΙΟΥ
6. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΜΕΝΟΙΚΟΥ
7. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΜΑΛΟΥΝΤΑΣ
8. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΟΡΟΥΝΤΑΣ
Εφεσίβλητων/ Αντεφεσειόντων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
3. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
4. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
5. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ
ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
6. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ
7. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ
ΟΙΚΗΣΕΩΣ
Καθ’ ης η αίτηση.
----------------------
Ε. Παπαγεωργίου (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, μαζί με Θ. Πιπερή (κα), Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α’ και Θ. Χατζηλούκα, δικηγόρο, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσείουσα στην Έφεση Αρ. 27/2023 (i-justice) και Εφεσίβλητη στην Αντέφεση της και για την Καθ’ ης η Αίτηση στην Έφεση Αρ. 29/2023 (i-justice).
Ν. Ιακώβου (κα) μαζί με Π. Ευαγόρου (κα), για ΛΕΛΛΟΣ Π. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τους Εφεσίβλητους/ Αντεφεσείοντες στην Έφεση Αρ. 27/2023 (i-justice) και Εφεσίβλητους στην Έφεση Αρ. 29/2023 (i-justice).
Μ. Κλεάνθους (κα), για ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος στην Έφεση Αρ. 27/2023 (i-justice) και στην Αντέφεση της και Εφεσείουσα στην Έφεση Αρ. 29/2023 (i-justice).
-----------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
-----------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Με την απόφαση του ημερομηνίας 25.9.2023 στην Προσφυγή Αρ. 809/2022 και αφού, προηγουμένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 10.8.2022 στην ίδια Προσφυγή, απέρριψε προδικαστική ένσταση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος των προσφευγόντων (οι εδώ Εφεσίβλητοι/Αντεφεσείοντες στην Έφεση Αρ. 27/2023 και Εφεσίβλητοι στην Έφεση Αρ. 29/2023, βλ. ανωτέρω στον τίτλο), κρίση την οποία επανέλαβε και στην κυρίως απόφαση του, κατέληξε στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πολεοδομικής άδειας, η οποία είχε χορηγηθεί στο ενδιαφερόμενο μέρος (Εφεσείουσα στην Έφεση Αρ. 29/2023 και Ενδιαφερόμενο Μέρος στην Έφεση Αρ. 27/2023), κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως (Αρ. ΛΕΥ/108/2021), για την Ανέγερση Εργοστασίου Παραγωγής Ασφάλτου σε Γεωργική Ζώνη, εντός των διοικητικών ορίων της κοινότητας Μιτσερού.
Το κατ’ ουσίαν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο οδήγησε στην ακύρωση της επίδικης πολεοδομικής άδειας και στη μη εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος, συνοψίστηκε στο εξής καταληκτικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:
«…Οι θέσεις των καθ' ων η αίτηση και του Ε/Μ, ότι ούτως ή άλλως δόθηκε το δικαίωμα ακροάσεως και υποβολής ενστάσεων στους αιτητές, όταν δημοσιεύτηκε η Μελέτη Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, για σκοπούς υποβολής ενστάσεων, θέσεις οι οποίες λήφθηκαν υπόψιν με την έγκριση της ανάπτυξης υπό αυστηρούς όρους στην πολεοδομική άδεια, που θα διασφάλιζαν την υγεία και την υγιή διαβίωση των κατοίκων και ότι αυτή η συμμετοχή των Κοινοτήτων στο στάδιο αυτό συνεπάγεται την συμμόρφωση με τις διατάξεις της Δήλωσης Πολιτικής, δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. Τούτο γιατί πλέον βάσει των προνοιών του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμο (Ν.127(Ι)/2018), η ΜΕΕΠ ανέφερε σε σχέση με την υποχρέωση αναζήτησης εναλλακτικών κατάλληλων χωροθετήσεων, πως υπήρξαν άλλες δύο εντός της Κοινότητας Μιτσερού επεξηγώντας τους λόγους για τους οποίους αυτή που επιλέγηκε, από τις τρεις, ήταν καταλληλότερη από πολλές απόψεις και η προκαλούσα τις ηπιότερες συνέπειες στο περιβάλλον και τους κατοίκους. Οι απόψεις των Κοινοτήτων και/ή οι συμβουλές αυτών όφειλαν να είχαν αναζητηθεί πριν την κατ΄ εξαίρεση χωροθέτηση σε Γεωργική Ζώνη (άλλης δηλαδή από Βιομηχανικής Ζώνη Κατηγορίας Α΄, όπου κατά κανόνα χωροθετούνται τέτοιες αναπτύξεις). Δεν υπήρχε διακριτική ευχέρεια να αγνοηθεί η επιτακτική διάταξη 9.9.2.3. της Δήλωσης Πολιτικής.
Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, ο λόγος ακυρώσεως περί παράβασης των σχετικών, ως ανωτέρω προνοιών της Δήλωσης Πολιτικής γίνεται δεκτός. Επειδή ο λόγος αυτός ακυρώσεως ανατρέχει στην ρίζα της διαδικασίας, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.»
Έχουμε ενώπιον μας και μελετήθηκαν προσεκτικά όλες οι θέσεις, η αιτιολογία, τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, η ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, καθώς και το πραγματικό υλικό της υπόθεσης. Θα σχολιαστούν, κατά την παράθεση της κρίσης μας, όλα όσα απαιτούνται για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης. Ως επεξηγήθηκε, συναφώς, στην απόφαση ημερομηνίας 21.2.2024 στην Αίτηση 9/2023 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΈΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 86/2019:
«Έχουμε υπόψη το σύνολο των επιχειρημάτων της κάθε πλευράς και το υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, την πρωτόδικη απόφαση και την απόφαση του Εφετείου, περιλαμβανομένης της απόφασης του διαφωνήσαντος δικαστή. Δεν απαιτείται όμως να ενδιατρίψουμε πέραν των όσων απαιτούνται για τις ανάγκες της απόφασης. Όπως αναφέρθηκε στην Οδυσσέα ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 490:
«Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση, που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.»
Η αρχή αυτή έχει επανειλημμένα τονιστεί (Βλ. μεταξύ άλλων, Νίκος Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 179/22, ημερ. 8.2.2023, Λ.Γ.Γ. (L.G) ν. Π.Γ., Έφεση Αρ. 2/23 (i-justice), ημερ. 21.6.2023, Sokolowski v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 52/19, ημερ. 23.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:B267, ECLI:CY:AD:2022:B267, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 61/2020, ημερ. 14.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B304).»
Έφεση Αρ. 27/2023
Ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος Έφεσης στην Έφεση Αρ. 27/2023 βάλλουν εναντίον της ορθότητας της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία αυτό αναγνώρισε έννομο συμφέρον στους Εφεσίβλητους ως προς την προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση.
Συγκεκριμένα, με τον πρώτο λόγο Έφεσης η Εφεσείουσα στρέφεται εναντίον της θέσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, οι Εφεσίβλητοι θεμελιώνουν έννομο συμφέρον, εάν στην περιοχή τους εκδίδεται πολεοδομική άδεια για βαριά βιομηχανία, επικαλούμενοι βλάβη που δυνατόν να προκύψει στο περιβάλλον και/ή στη διαβίωση και/ή στην υγεία των κατοίκων τους.
Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην αποδοχή εννόμου συμφέροντος των Εφεσίβλητων, στη βάση της Συμβάσεως του Άαρχους, την οποία δεν επικαλέστηκαν καν οι Εφεσίβλητοι.
Και τέλος, με τον τρίτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι, για την πλήρη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος των Εφεσίβλητων, δεν αρκεί το έννομο τους συμφέρον να αναγνωρίζεται από τον νόμο, αλλά πρέπει, παράλληλα, να πιθανολογείται επαρκώς ο δυσμενής επηρεασμός τους από την επίδικη ανάπτυξη, κάτι που κατ’ ισχυρισμό δεν παρατηρείται, πέραν κάποιων γενικόλογων αναφορών, στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην εκκαλούμενη απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο, πριν καταλήξει επί της ουσίας (βλ. ανωτέρω) και επαναλαμβάνοντας όσα ήδη ανέφερε στην ενδιάμεση απόφαση του (βλ. ανωτέρω), προέβη σε ανάλυση του ζητήματος ύπαρξης ή μη εννόμου συμφέροντος των Εφεσίβλητων. Παρέθεσε, συγκεκριμένα, τα ακόλουθα (Οι τονισμοί και υπογραμμίσεις είναι του πρωτόδικου Δικαστηρίου):
«Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος των αιτητών εξετάστηκε ενδελεχώς στα πλαίσια της εκδίκασης της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην παρούσα προσφυγή. Στην ενδιάμεση απόφασή του το Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα Κοινοτικά Συμβούλια των Κοινοτήτων/ Αιτητών είχαν έννομο συμφέρον στην καταχώριση προσφυγής, προσβάλλοντας τη νομιμότητα της εκδοθείσας Πολεοδομικής Άδειας, καθώς και των προπαρασκευαστικών αποφάσεων που προηγήθηκαν, με το ακόλουθο σκεπτικό, το οποίο υιοθετείται στην παρούσα απόφαση του Δικαστηρίου, ως το εκτενές απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση μεταξύ των ίδιων διαδίκων Κοινοτικό Συμβούλιο Μιτσερού και Άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10/8/2022, που ακολουθεί:
««Προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης περί της μη πλήρωσης της προϋπόθεσης του παραδεκτού της καταχώρισης προσφυγής εκ μέρους των αιτητών, της έλλειψης δηλαδή της νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντός τους. Όπως προκύπτει από το υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου τα Κοινοτικά Συμβούλια εκπροσωπούν το σύνολο των κατοίκων τους. Βάσει της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι Τοπικές Αρχές έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν τη νομιμότητα αποφάσεων της Κεντρικής Κυβέρνησης (βλ. Improvement Board of Strovolos v. Republic (1983) 3 CLR 434, Κοινότητα Πυργών ν. Δημοκρατίας). Σχετική με το έννομο συμφέρον είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημοκρατία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου και Άλλοι (1998) 3 ΑΑΔ 210, στην οποία η Ολομέλεια συμφώνησε με την ανωτέρω νομολογία και παρέπεμψε σε σχετικά αποσπάσματα από τις αποφάσεις αυτές. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, της δεσμευτικής για το Διοικητικό Δικαστήριο νομολογίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τη νομιμοποίηση των Κοινοτικών και ή Τοπικών Αρχών να καταχωρούν προσφυγή:
«Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος συζητήθηκε από τους συνηγόρους πρωτόδικα με αναφορά στο κατά πόσο, πρώτο, το Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου, ως Αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης και οι κάτοικοι προσωπικά θα μπορούσαν σε οποιαδήποτε περίπτωση να νομιμοποιούνταν στην προσβολή απόφασης της κεντρικής διοίκησης. και, δεύτερο, στο κατά πόσο, εν πάση περιπτώσει, προέκυπτε ή όχι δυσμενής επηρεασμός προς την κοινότητα Γερίου ώστε να θεμελιώνεται έννομο συμφέρον δεδομένου ότι με τον εκσυγχρονισμό του τουβλοποιείου θα επέρχετο βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης. Τα ίδια τέθηκαν και ενώπιον μας με αντίστοιχους λόγους έφεσης από τη Δημοκρατία και την εταιρεία.
Το Δικαστήριο, πρωτόδικα, ασχολήθηκε με το πρώτο εκτενώς, το δεύτερο όμως απλώς το σημείωσε. Έκρινε, υπό το φως πρωτόδικων αποφάσεων κυρίως στις υποθέσεις Κοινότητα Πυργών κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 223 και Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 578/93 ημερ. 16 Σεπτεμβρίου 1994, όπως και Ελληνικών συγγραμμάτων, ότι το Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου έχει έννομο συμφέρον. Για τους υπόλοιπους αιτητές το Δικαστήριο κατέληξε ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη για τον λόγο ότι δεν είχαν την ιδιότητα περιοίκου "..... που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση νομιμοποίησης ...". Η Ολομέλεια στη Σοφούλλα Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 73, επικρότησε αυτή τη νομική θεώρηση. Πρόσφατα, στη Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 346, η Ολομέλεια αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά στην πρωτόδικη Improvement Board Strovolos v. Republic (1983) 3 C.L.R. 434 στην οποία αναγνωρίστηκε ότι αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης νομιμοποιείται να προσβάλει απόφαση οργάνου της Κεντρικής Κυβέρνησης όπου επηρεάζεται δυσμενώς ίδιον συμφέρον. Στην Improvement Board Strovolos v. Republic (ανωτέρω) που αφορούσε την ανάληψη αρμοδιότητας της τοπικής αρχής από όργανο της Κεντρικής Κυβέρνησης λέχθηκε ότι:
"Local authorities are expected, within the sphere of their responsibilities and always subject to their authority under the law, to give effect to what appears best for the locality they serve. There may be a conflict between the wider needs of the country, safeguarded by central administration and local needs. Inasmuch as political responsibility for the acts of local authorities does not vest in the central government, legal means must be provided for resolving a conflict, if there is any, between organs of central and local administration. Consequently, in an appropriate case, a recourse may be taken by an improvement board against organs of central government for the review of the legality of their actions affecting the interests of the improvement board.". Εξ άλλου με ενδιάμεση απόφαση στην υπόθεση Κοινότητα Πυργών κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 A.A.Δ. 3498, εντάχθηκε στο πεδίο συμφέροντος της αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης και το φυσικό περιβάλλον εφόσον η κοινότητα επηρεαζόταν δυσμενώς. Αυτή η άποψη είχε κυρίως ως έρεισμα το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα ζωής. Αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής:
"Κρίνω ότι το δικαίωμα της ζωής που κατοχυρώνεται από το άρθρο 7.1 του Συντάγματος δεν περιορίζεται στην προστασία της ύπαρξης, αλλά επεκτείνεται και στις βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωση του ανθρώπου στο χώρο που διαβιεί. Δε θα διερευνήσω, διότι δεν είναι αναγκαίο για τους σκοπούς αυτής της υπόθεσης, τις διαστάσεις ή προεκτάσεις του δικαιώματος. Διαπιστώνω όμως ότι κάτοικος κοινότητας έχει λόγο στη διαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο διαβιεί, το οποίο, εφόσον είναι κοινό σε όλους τους κατοίκους της κοινότητας, μπορεί να προασπισθεί συλλογικά από την κοινοτική αρχή η οποία τους εκπροσωπεί."
Σε έφεση που ασκήθηκε για άλλους λόγους κατά της εν λόγω απόφασης, το ζήτημα εννόμου συμφέροντος δεν συζητήθηκε και η πλειοψηφία της Ολομέλειας δεν εξέφρασε γνώμη: βλ. Δημοκρατία κ.ά. ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503.
Κατά την άποψή μας, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν συμφέρον στην πολεοδομική διαμόρφωση της περιοχής τους εφόσον προκύπτει δυσμενής επηρεασμός στο φυσικό περιβάλλον, ιδωμένο όπως πρόκειται διαχρονικά να διαμορφωθεί. Πρόκειται για συμφέρον εγγενές στη φύση της αποστολής τους και ως εκ τούτου νόμιμο. Η διαπίστωση αυτή καθιστά μη αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση της νομιμοποίησης του εφεσίβλητου Συμβουλίου. Όπως άλλωστε υποδείχθηκε στη Γεωργίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1997) 3 Α.Α.Δ. 81:
"Το αντικείμενο του επηρεασμού κάτω από το Άρθρο 146 είναι το συμφέρον και όχι αποκρυσταλλωμένο νομικό δικαίωμα."
Τα εκεί εκτεθέντα παραδείγματα από αποφάσεις του Σ.τ.Ε. απεικονίζουν εναργώς ακριβώς αυτή τη διάσταση. Καταλήγουμε λοιπόν ότι το Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου νομιμοποιείται κατ' αρχήν στην προσφυγή».
Σε συμφωνία με την ανωτέρω νομολογία, το Δικαστήριο απορρίπτει την πρώτη προδικαστική ένσταση περί έλλειψης νομιμοποίησης των αιτητών να καταχωρίσουν προσφυγή, κατά της νομιμότητας της απόφασης με την οποία εκδόθηκε πολεοδομική άδεια στην περιοχή τους για βαριά βιομηχανία, επικαλούμενοι την βλάβη που δυνατόν να προκύψει στο περιβάλλον και/ή στην διαβίωσή και/ή στην υγεία των κατοίκων τους.
Περαιτέρω το Δικαστήριο απορρίπτει και την δεύτερη προδικαστική ένσταση περί της απαγόρευσης προσφυγής από διοικητικά όργανα εναντίον πράξεων στις οποίες συμμετέχουν ως εκ της ιδιότητάς τους αυτής. Η παρούσα δίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδοστρεφής, καθ΄ ότι οι αιτητές δεν συμμετέχουν στην διαδικασία έκδοσης της επίδικης απόφασης στα πλαίσια μίας σύνθετης διοικητικής πράξης, διαφωνώντας με την τελική απόφαση που εκδίδεται από το άλλο όργανο, που ασκεί ιεραρχικό ή δευτεροβάθμιο έλεγχο, (βλ. Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 346) και Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (2007) 3 Α.Α.Δ. 568). Οι απόψεις των αιτητών ζητήθηκαν στα πλαίσια της επιτακτικής πρόνοιας της Δήλωσης Πολιτικής όπως αναζητηθούν οι απόψεις των επηρεαζόμενων τοπικών αρχών στην περίπτωση έκδοσης πολεοδομικής άδειας βαριάς βιομηχανίας κατ΄ εξαίρεση, εκτός Βιομηχανικής Ζώνης Α΄. Με αυτό ως δεδομένο, συνάγεται πως οι κάτοικοι των συγκεκριμένων Κοινοτήτων θεωρήθηκαν από τους ίδιους τους καθ΄ ων η αίτηση ως επηρεαζόμενοι από την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και επιβαλλόταν η αναζήτηση των απόψεών τους. Η απαίτηση νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων για αναζήτηση των απόψεων των επηρεαζόμενων κατοίκων, λόγω εγγύτητας των κατοικιών τους με την ανάπτυξη, παρέχοντας τους το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, δεν τους μετατρέπει σε όργανα παραγωγής της διοικητικής απόφασης, αφού οι απόψεις τους αναζητούνται για να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της δέουσας έρευνας και σύννομης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου με την αποφασιστική αρμοδιότητα.
Περαιτέρω το έννομο συμφέρον των αιτητών αποδεικνύεται από το γεγονός ότι για την ανάπτυξη απαιτήθηκε η ετοιμασία και κατάθεση περιβαλλοντικών μελετών σε σχέση με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και την οχληρία που δυνατόν να προκληθεί στην δική τους διαβίωση στην εν λόγω περιοχή, (κάτοικοι των Κοινοτήτων-Αιτητών).
Οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν, ότι δεν παραβιάστηκε οποιαδήποτε διάταξη νόμου ή κανονισμού και δεν λήφθηκε η απόφαση βάσει πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο, αλλά έγινε η δέουσα έρευνα σε όλο το εύρος των δυσμενών παραγόντων, που όφειλαν να ληφθούν υπόψη, και αποδείκνυαν πως η επίδικη πολεοδομική άδεια μπορούσε να εκδοθεί. Εν προκειμένω τίθενται ζητήματα με τους λόγους ακυρώσεως, που αφορούν στην πρόσθετη επιβάρυνση της ίδιας της διαβίωσης των κατοίκων των Κοινοτήτων που προσέφυγαν με την εγκατάσταση εργοστασίου βαριάς βιομηχανίας στην περιοχή τους και όχι μόνο της οικονομικής ζημιάς στην περιουσίας τους, που βρίσκεται εντός οικιστικής ζώνης, κοντά στην χωροθέτηση του εργοστασίου. Όπως αποφασίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κοινότητα Πυργών ν. Δημοκρατίας (1991) 4 ΑΑΔ 3498, το δικαίωμα της ζωής, που προστατεύεται από το άρθρο 7.1 του Συντάγματος δεν περιορίζεται στην προστασία της ύπαρξης, αλλά επεκτείνεται και στις βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωση του ανθρώπου στον χώρο όπου διαβιεί.
Η πολεοδομική άδεια αποτελεί την θεμέλια απόφαση της διοίκησης στην οποία θα βασιστούν οι μεταγενέστερες άδειες, δηλαδή η άδεια οικοδομής και άδεια λειτουργίας του επίδικου εργοστασίου. Όπως αποφασίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Frangos and Others v. Republic (1982) 3 C.L.R. 53:
«Η πολεοδομική άδεια αποτελεί το θεμέλιο, την προϋπόθεση για την υποβολή αίτησης για την παροχή άδειας οικοδομής. Χωρίς το θεμέλιο αυτό δεν παρέχεται εξουσία στην αρμόδια, βάσει του Κεφ. 96, αρχή να εξετάσει τη δυνατότητα παροχής άδειας οικοδομής. Ο κάτοχος πολεοδομικής άδειας ο οποίος απευθύνεται για άδεια οικοδομής, δεσμεύεται εκ προοιμίου από αυτή εφόσον αυτό τούτο το δικαίωμά του για ανάπτυξη στοιχειοθετείται από τους όρους της. Η άδεια οικοδομής ορθά χαρακτηρίζεται ως άδεια για την εκτέλεση των εγκριθέντων με την πολεοδομική άδεια έργων. Η εξουσία της αρμόδιας αρχής περιορίζεται ουσιαστικά στον καθορισμό των όρων της εκτέλεσης".
Η επέλευση των δυσμενών συνεπειών στην υγεία των κατοίκων είναι άμεσα ορατή στο εγγύς μέλλον, (βλ. ανωτέρω απόφαση Δημοκρατία ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου και Άλλων όπου αναφέρεται πως: «προκύπτει δυσμενής επηρεασμός στο φυσικό περιβάλλον, ιδωμένο όπως πρόκειται διαχρονικά να διαμορφωθεί». Ειδικότερα αν βάσει της επίδικης πολεοδομικής άδειας οι επόμενες διοικητικές διαδικασίες έκδοσης των επόμενων αδειών, για σκοπούς μεταφοράς του εργοστασίου, επιταχύνονται ή έχουν ήδη μετά την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου επιταχυνθεί, βάσει της αναγκαιότητας επίσπευσης της μεταφοράς του, όπως αυτή φανερώνεται και από την επίκληση από τους καθ' ων η αίτηση και το ενδιαφερόμενο μέρος των δυσχερειών που θα προκληθούν από την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης για την υλοποίηση της μετακίνηση του εργοστασίου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κοινότητα Πυργών και Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου (ανωτέρω) εξεδόθη πριν την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε αυτήν γίνεται επίκληση μόνο στο άρθρο 7.1 του Συντάγματος σε σχέση με τη νομιμοποίηση των πολιτών να προσβάλλουν αποφάσεις, οι οποίες πλήττουν κατά την άποψή τους το περιβάλλον στο οποίο διαβιούν.
Ακόμα πριν την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Κυπριακή Δημοκρατία την 21/1/2003, υπέγραψε και κύρωσε σε Νόμο την Σύμβαση του Αάρχους που συνομολογήθηκε στο Αάρχος της Δανίας στις 25/6/1998, (ο περί της Σύμβασης του Αάρχους Αναφορικά με την Πρόσβαση στην Πληροφόρηση, τη Δημόσια Συμμετοχή στη Λήψη Αποφάσεων και την Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη σε Περιβαλλοντικά θέματα Νόμος του 2003 (Ν.33(ΙΙΙ)/2003)).
Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Σύμβασης, προβλέπεται η δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα μεταξύ αυτών και για προσβολή αποφάσεων που παραβιάζουν τη νομοθεσία σχετική με το περιβάλλον. Μάλιστα σε αντίθεση με την μέχρι σήμερα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία εκτός από τα φυσικά πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον μόνο οι Τοπικές Αρχές (και όχι άλλες ενώσεις προσώπων) μπορούν να προσβάλουν διοικητικές πράξεις που πλήττουν τα συμφέροντα των κατοίκων της τοπικής αρχής, στον ορισμό του «ενδιαφερόμενου κοινού», το οποίο μπορεί να έχει και πρόσβαση στην δικαιοσύνη βάσει του άρθρου 9 της Σύμβασης, περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 και οι «μη κυβερνητικοί οργανισμοί».
Σημειώνεται ότι η Σύμβαση του Αάρχους εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, στις 17/2/2005 και ενσωματώθηκε στην κοινοτική έννομη τάξη μέσω, ανάμεσα σε άλλα, της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ (όπως έχει τροποποιηθεί) για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Οδηγία ΕΠΕ). Έκτοτε η Σύμβαση του Αάρχους αποτελεί δίκαιο της Ένωσης και τυγχάνει ερμηνείας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), (βλ. ενδεικτικά Υπόθεση C-115/09). Το ΔΕΕ στην απόφασή του στην Υπόθεση Slovak Brown Bear (C-240/09) δεν αναγνώρισε άμεσο αποτέλεσμα στην διάταξη του άρθρου 9 παράγραφος 3 της Σύμβασης αναφέροντας ότι η Σύμβαση αφήνει σημαντικό πεδίο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη για την εφαρμογή της. Παρόλα αυτά αποφασίστηκε πως τα εθνικά δικαστήρια υπέχουν υποχρέωση να ερμηνεύουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες σύμφωνα με το περιεχόμενο του άρθρου 9 παράγραφος 3 της Σύμβασης, ώστε να διασφαλιστεί ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
Πέραν της νομολογίας του ΔΕΕ σε σχέση με την ερμηνεία της Σύμβασης και των σχετικών Οδηγιών, σε πρόσφατες αποφάσεις του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), αποφάσισε ότι η παράλειψη των κρατικών αρχών να προστατεύσουν τους κατοίκους περιοχών που επηρεάζονται από τις τοξικές εκπομπές εργοστασίου, παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή που προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (Cordella κ.α. κατά Ιταλίας, ημερομηνίας 24/2/2019, αρ. υπ. 54414/18 και 54264/15). Παραβίαση του ίδιου άρθρου αποφασίστηκε πως συντρέχει λόγω αποτυχίας των κρατικών Αρχών στο πεδίο της προστασίας από τη ρύπανση στην απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου στην Jugheli κ.α. κατά Γεωργίας ημερομηνίας 13/7/2017, αρ. υπ. 38342/05)»».
Οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται στη Γραπτή της (sic) Αγόρευση δικαστικές αποφάσεις, στις οποίες αποφασίστηκε πως δεν είναι αρκετό το ενδιαφέρον του περίοικου για την καταχώρηση προσφυγής με την επίκληση του γενικότερου ενδιαφέροντος (υπ. αρ. 231/2015, Παντέλα και Άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 31/1/2018), αλλά απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένης βλάβης, αλλά και σε σχέση με προσφυγή της τοπικής κοινότητας για έκδοση πολεοδομικής άδειας με την οποία διαφωνεί (υπ. αρ. 1420/2017, Δήμος Πέγειας ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 14/2/2020), για να υποστηρίξουν ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους. Η θέση αυτή παραγνωρίζει πως τα δεδομένα στις πιο πάνω αποφάσεις ήταν διαφορετικά. Στην μεν πρώτη περίπτωση αφορούσε κάτοικο της περιοχής, ο οποίος επικαλείτο την ιδιότητά του ως κατοίκου που ήταν περίοικος, ο οποίος θα έπρεπε να είχε αποδείξει την εγγύτητα της κατοικίας του με την επίδικη εκεί ανάπτυξη και ότι στην άλλη περίπτωση ο εκεί Δήμος απέτυχε να αποδείξει το έννομο συμφέρον του, λόγω γενικόλογων ισχυρισμών.
Στην παρούσα υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, το έννομο συμφέρον των αιτητών αναγνωρίζεται από το Νόμο. Σύμφωνα με τον περί Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμο (Ν.127(Ι)/2018), το άρθρο 8 προβλέπει ότι η Περιβαλλοντική Αρχή διαβιβάζει στις ενδιαφερόμενες αρχές την ΜΕΕΠ και τις άλλες πληροφορίες που υποβλήθηκαν από τον κύριο του έργου. Ενδιαφερόμενες δε αρχές είναι, σύμφωνα με τον ορισμό στο άρθρο 2 και οι αρχές τοπικής διοίκησης που περιλαμβάνονται και στο Τρίτο Παράρτημα του Νόμου («Αρχές τοπικής διοίκησης στα διοικητικά όρια των οποίων προτείνεται να εκτελεστεί ένα έργο»). Στην Δήλωση Πολιτικής για την Ύπαιθρο προβλέπεται πως οι Τοπικές Αρχές συμμετέχουν στην λήψη απόφασης χωροθέτησης Βιομηχανίας Κατηγορίας Α΄ εκτός των Βιομηχανικών ή Λατομικών Ζωνών εκφέροντας απαραιτήτως τις θέσεις τους.
Το κατωτέρω απόσπασμα από το σύγγραμμα της Γλυκερίας Π. Σιούτη, «Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος», σελ. 140, (με τις σχετικές υπογραμμίσεις να έχουν προστεθεί) αναφέρονται (sic) στο δικαίωμα στην ένδικη προστασία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος στο οποίο οι κάτοικοί τους διαβιούν, με παραπομπή σε σχετικές επί του θέματος αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας:
«5. Η διεύρυνση του εννόμου συμφέροντος στην περίπτωση των ΟΤΑ
α) Το κριτήριο των διοικητικών ορίων
Έννομο συμφέρον αναγνωρίζεται και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) για την προστασία του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι αυτοί έχουν πλήθος αρμοδιοτήτων σε θέματα περιβάλλοντος, χωροταξίας και πολεοδομίας. Συμφώνως προς τη νομολογία, το βασικό κριτήριο για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος είναι το προστατευτέο περιβαλλοντικό στοιχείο να βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του δήμου ή της κοινότητας ή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που ασκεί την αίτηση ακύρωσης (ΣΤΕ 2196/82, 312/83, 944/85, 3682/86, 1615/88, 150/90, 2586/92, 2690/94, 2301/95 Ολομ. 1495/2002 Ολομ., 1756-59/2002, 83/2005 Ολομ.). Το χωρικό αυτό στοιχείο αρκεί για την προσβολή οποιασδήποτε πράξης βλάπτει το περιβάλλον, όταν αυτή αφορά την οικιστική ανάπτυξη (ΣτΕ 2690/94, 1071/94 Ολομ.), την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων και την περιβαλλοντική υποβάθμιση της περιοχής (ΣτΕ 2755/94 Ολομ., όπου μάλιστα έγινε δεκτό ότι το έννομο συμφέρον του δήμου δεν αίρεται από το γεγονός ότι στη θέση όπου θα εγκατασταθούν οι βιομηχανικές μονάδες λειτουργούσαν και στο παρελθόν βιομηχανικές εγκαταστάσεις), το πολιτιστικό περιβάλλον (ΣτΕ 2182/94), την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας (ΣτΕ 2301/95 Ολομ.) ή τη διατήρηση της δασικής βλάστησης (ΣτΕ 1/93).
6. Το έννομο συμφέρον για την προστασία του περιβάλλοντος στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο
Η δυνατότητα προσδιορισμού του αριθμού ή της ταυτότητας των προσώπων, στα οποία εφαρμόζεται η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι η απόφαση τα αφορά ατομικώς. Αντιθέτως, η εξατομίκευση γίνεται δεκτή στο μέτρο που ο προσφεύγων είχε δικαίωμα λήψης πληροφοριών και συμμετοχής στη διοικητική διαδικασία έκδοσης της πράξης.»
Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί σε συνάρτηση με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, βάσει των οποίων οι Αιτητές ως ενδιαφερόμενες τοπικές αρχές και ως αρχές στις οποίες αναγνωρίζει δικαιώματα συμμετοχής στη λήψη απόφασης για χωροθέτηση του έργου, είχαν δικαίωμα όχι μόνο στην πληροφόρηση, αλλά και στην συμμετοχή βάσει των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, καθώς και της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η προδικαστική ένσταση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αιτητών απορρίπτεται. Η επέλευση της βλάβης σε προσφυγές κατά πράξεων που ενδέχεται να προξενήσουν βλάβες και/ή επιβάρυνση στο περιβάλλον, δεν απαιτείται να αποδεικνύεται αλλά να πιθανολογείται, (βλ. Γλυκερία Σιούτη (ανωτέρω), σελ. 120-121).»
Καταρχάς, σε σχέση με τον δεύτερο λόγο Έφεσης στην Έφεση Αρ. 27/2023, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προκύπτει να βάσισε την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος των Εφεσίβλητων σ’ αυτή καθ’ αυτή και άνευ ετέρου Σύμβαση του Άαρχους, αλλά πρωτίστως και κυρίως στην ημεδαπή νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, καθώς και στην συναφή ελληνική νομολογία και βιβλιογραφία (βλ. ανωτέρω). Η αναφορά στη Σύμβαση του Άαρχους από το πρωτόδικο Δικαστήριο σκόπευε, κατά την αντίληψη μας, απλά να καταδείξει και τονίσει την ευρύτητα αναγνώρισης του εννόμου συμφέροντος, η οποία, πλέον, καθιερώνεται μέσω αυτής και σε άλλους πέραν των γειτνιάζοντων με την ανάπτυξη φυσικών προσώπων και αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίοι έχουν προ πολλού αναγνωριστεί από τη νομολογία μας ως έχοντες, κατ’ αρχήν, έννομο συμφέρον (λ.χ. και σε περιβαλλοντολογικές οργανώσεις, βλ. και απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.9.2024 στις Εφέσεις Κατά Αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 62/2023 & 121/2023 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α. v. ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ-ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΚΑΜΑ- ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, στην οποία η εν λόγω Σύμβαση σχολιάστηκε εκτενώς). Απομονώνουμε, για του λόγου το ασφαλές, εκ νέου το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, με δικές μας υπογραμμίσεις:
«Ακόμα πριν την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Κυπριακή Δημοκρατία την 21/1/2003, υπέγραψε και κύρωσε σε Νόμο την Σύμβαση του Αάρχους που συνομολογήθηκε στο Αάρχος της Δανίας στις 25/6/1998, (ο περί της Σύμβασης του Αάρχους Αναφορικά με την Πρόσβαση στην Πληροφόρηση, τη Δημόσια Συμμετοχή στη Λήψη Αποφάσεων και την Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη σε Περιβαλλοντικά θέματα Νόμος του 2003 (Ν.33(ΙΙΙ)/2003)).
Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Σύμβασης, προβλέπεται η δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα μεταξύ αυτών και για προσβολή αποφάσεων που παραβιάζουν τη νομοθεσία σχετική με το περιβάλλον. Μάλιστα σε αντίθεση με την μέχρι σήμερα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία εκτός από τα φυσικά πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον μόνο οι Τοπικές Αρχές (και όχι άλλες ενώσεις προσώπων) μπορούν να προσβάλουν διοικητικές πράξεις που πλήττουν τα συμφέροντα των κατοίκων της τοπικής αρχής, στον ορισμό του «ενδιαφερόμενου κοινού», το οποίο μπορεί να έχει και πρόσβαση στην δικαιοσύνη βάσει του άρθρου 9 της Σύμβασης, περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 και οι «μη κυβερνητικοί οργανισμοί».
Συνεπώς, ουδόλως, ως επεξηγήσαμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε έννομο συμφέρον στους Εφεσίβλητους βάσει της Σύμβασης του Άαρχους. Ο δεύτερος λόγος Έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Ο πρώτος και ο τρίτος λόγος Έφεσης είναι συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι και θα εξεταστούν μαζί.
Θα συμφωνήσουμε με την Εφεσείουσα στο ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο παράθεσε (βλ. ανωτέρω) ελληνική βιβλιογραφία (σύγγραμμα της Γλυκερίας Π. Σιούτη, «Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος», σελ. 140) και, μέσω αυτής, παρέπεμψε στην ελληνική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣΤΕ 2196/82, 312/83, 944/85, 3682/86, 1615/88, 150/90, 2586/92, 2690/94, 2301/95 Ολομ. 1495/2002 Ολομ., 1756-59/2002, 83/2005 Ολομ.). Το χωρικό αυτό στοιχείο αρκεί για την προσβολή οποιασδήποτε πράξης βλάπτει το περιβάλλον, όταν αυτή αφορά την οικιστική ανάπτυξη (ΣτΕ 2690/94, 1071/94 Ολομ.), την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων και την περιβαλλοντική υποβάθμιση της περιοχής (ΣτΕ 2755/94 Ολομ.,)), σύμφωνα με την οποία, μόνο η εγγύτητα της προσφεύγουσας κοινότητας στη σκοπούμενη ανάπτυξη ή, έτι περαιτέρω, αν η ανάπτυξη εμπίπτει στα χωρικά όρια της (τουλάχιστον στις περιπτώσεις που αναφέρονται ανωτέρω και στις οποίες εμπίπτει και η εδώ σκοπούμενη ανάπτυξη) επαρκεί για την απόδοση εννόμου συμφέροντος σ’ αυτή (η πιο πάνω ελληνική προσέγγιση επί του θέματος επαληθεύεται και από τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα του Δ. Θ. Πυργάκη «ΤΟ ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ», εκεί σελ. 188, 189 επ.»). Θα συμφωνήσουμε, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, επεσήμανε, συναφώς, το γεγονός ότι, οι Εφεσίβλητοι κλήθηκαν στη διοικητική διαδικασία να εκφέρουν απόψεις για την σκοπούμενη ανάπτυξη, ως επηρεαζόμενες (γειτνιάζουσες) κοινότητες, σύμφωνα με τον περί Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμο (Ν.127(Ι)/2018) (εφεξής ο «Νόμος»), ως ενισχυτικό της θέσης ότι, το κριτήριο της εγγύτητας για σκοπούς απόδοσης εννόμου συμφέροντος υφίσταται στην παρούσα περίπτωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όμως, δεν έμεινε μόνο σ’ αυτό, αλλα παρέπεμψε και ανέλυσε την ημεδαπή νομολογία επί του θέματος, ήτοι του Ανωτάτου Δικαστηρίου - δεσμευτική και για το παρόν Δικαστήριο- (βλ. ανωτέρω στο σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση) και η οποία και πάλιν θα συμφωνήσουμε ότι απαιτεί και για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης επαρκή πιθανολόγηση (για σκοπούς του παραδεκτού) του εννόμου συμφέροντος και της ενδεχόμενης βλάβης τους, πρόσθετα της γειτνίασης της σκοπούμενης ανάπτυξης προς τις προσφεύγουσες κοινότητες. Την ημεδαπή θέση της νομολογίας επί του θέματος αυτή είχαμε την ευκαιρία να παραθέσουμε και στην απόφαση μας ημερομηνίας 17.10.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 9/2021 ΔΗΜΟΣ ΠΕΓΕΙΑΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ. Το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση έχει ως εξής:
«Αντίθετα και σε σχέση, τώρα, με τα ανωτέρω πρωτοδίκως αποφασισθέντα, στη Δημοκρατία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου κ.α. (βλ. ανωτέρω στην πρωτόδικη απόφαση) αναγνωρίστηκε ότι, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν, καταρχήν, έννομο συμφέρον στην πολεοδομική διαμόρφωση της περιοχής τους. Αναφέρθηκε, σχετικά, στην εν λόγω απόφαση (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας):
«Κατά την άποψή μας, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν συμφέρον στην πολεοδομική διαμόρφωση της περιοχής τους εφόσον προκύπτει δυσμενής επηρεασμός στο φυσικό περιβάλλον, ιδωμένο όπως πρόκειται διαχρονικά να διαμορφωθεί. Πρόκειται για συμφέρον εγγενές στη φύση της αποστολής τους και ως εκ τούτου νόμιμο. Η διαπίστωση αυτή καθιστά μη αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση της νομιμοποίησης του εφεσίβλητου Συμβουλίου. Όπως άλλωστε υποδείχθηκε στη Γεωργίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1997) 3 Α.Α.Δ. 81:
"Το αντικείμενο του επηρεασμού κάτω από το Άρθρο 146 είναι το συμφέρον και όχι αποκρυσταλλωμένο νομικό δικαίωμα."
Τα εκεί εκτεθέντα παραδείγματα από αποφάσεις του Σ.τ.Ε. απεικονίζουν εναργώς ακριβώς αυτή τη διάσταση. Καταλήγουμε λοιπόν ότι το Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου νομιμοποιείται κατ' αρχήν στην προσφυγή.»
Αυτό, όσον αφορά στο παραδεκτό της προσφυγής. Και εννοείται πάντα, στα πλαίσια εξακρίβωσης του παραδεκτού, για (επαρκή) πιθανολόγηση του εννόμου συμφέροντος και όχι απόδειξης του. Ωστόσο, το ζήτημα δεν σταματά εκεί. Η Δημοκρατία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου κ.α. απαιτεί (και ορθώς) και τη θεμελίωση τέτοιου εννόμου συμφέροντος (πλέον, προσθέτουμε, στα πλαίσια εξέτασης του βασίμου της προσφυγής). Αναφέρεται, περαιτέρω, στην εν λόγω απόφαση, για του λόγου το αληθές (με δικό μας τονισμό):
«Εξετάζεται ακολούθως το κατά πόσο θεμελιώνεται εν προκειμένω το επικαλούμενο έννομο συμφέρον με αναφορά στα όσα προτείνονται ως στοιχεία που συνθέτουν δυσμενή επηρεασμό. Το βάρος το έχουν βέβαια οι αιτητές.»
Αυτή η διαφοροποίηση (όχι πάντα με συνέπεια εφαρμοσθείσα, ομολογουμένως, στη νομολογία μας) υιοθετήθηκε ξεκάθαρα, μεταξύ πολλών άλλων και στην απόφαση ημερομηνίας 4.10.2021 στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 164/2018 NEW DIMENSIONS PROPERTY DEVELOPMENTS LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α., στην οποία καταγράφηκαν τα εξής (με δικές μας υπογραμμίσεις):
«Στην Χαραλάμπους γίνεται παραπομπή στον Π.Δ. Δαγτόγλου, «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 2η έκδοση, 1994, παρ.537-545, ότι:
«Έννομο είναι το συμφέρον που όχι μόνο δεν αντίκειται στο δίκαιο, αλλά και αναγνωρίζεται από αυτό ως άξιο έννομης προστασίας .... Έτσι, ο ιδιώτης έχει έννομο συμφέρον στην τήρηση κανόνων δικαίου, π.χ. περί προστασίας του περιβάλλοντος ή πολεοδομίας, οι οποίοι επιβάλλουν υποχρεώσεις στην διοίκηση, χωρίς να του παρέχουν (υποκειμενικά) δικαιώματα, αλλά των οποίων η τήρηση δημιουργεί ή διασφαλίζει μια ευμενή γι' αυτόν κατάσταση .... Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, δηλαδή να ανήκει απευθείας στον ασκούντα το ένδικο βοήθημα και όχι σε τρίτο πρόσωπο και εμμέσως μόνο στον αιτούντα ... Το έννομο συμφέρον, τέλος, πρέπει να είναι παρόν (ενεστώς), δηλαδή υπαρκτό κατά τον χρόνο ασκήσεως του ένδικου βοηθήματος ... 'Παρόν' όμως θεωρείται και το συμφέρον που απειλείται με βεβαιότητα στο άμεσον μέλλον.»
Και στην παρ.549 ότι:
«Για τη θεμελίωση της εξουσίας ασκήσεως ένδικου βοηθήματος αρκεί ο εύλογος (δηλαδή όχι προφανώς ασύστατος) ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη πράξη θίγει έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος· δεν απαιτείται δηλαδή απόδειξη, αλλ' αρκεί η πιθανολόγηση, η οποία και αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής. Για την θεμελίωση της νομιμοποιήσεως απαιτείται, αντιθέτως, να αποδειχθεί ότι το θιγόμενο έννομο συμφέρον ανήκει πράγματι στον ασκούντα το ένδικο βοήθημα (ενεργητική νομιμοποίηση) και ότι εθίγει πράγματι από την εναγομένη διοίκηση (παθητική νομιμοποίηση)· επομένως η νομιμοποίηση ανήκει στην ουσιαστική θεμελίωση της προσφυγής και η έλλειψή της καθιστά το ένδικο βοήθημα όχι απαράδεκτο, αλλά αβάσιμο...».
(Βλ. και Γ.Π. Σιούτη, ανωτέρω, σελ. 183-192 και την αναφερόμενη στην πιο πάνω απόφαση Χaραλάμπους v. Δημοκρατίας (1996) 3 ΑΑΔ 73)»
Στην απόφαση ΔΗΜΟΣ ΠΕΓΕΙΑΣ (ανωτέρω) είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε και με την έτερη θέση που εμπεριέχεται στην αιτιολογία των εξεταζόμενων λόγων Έφεσης, συγκεκριμένα ότι, η κλήση των Εφεσίβλητων, όπως εκφέρουν απόψεις για την σκοπούμενη ανάπτυξη, κατατάσσει την προσφυγή των Εφεσίβλητων στις περιπτώσεις της ανεπίτρεπτου ενδοστρεφούς δίκης. Αναφέραμε, σχετικά, απορρίπτοντας τον εν λόγω ισχυρισμό:
«Καταρχάς, η παρούσα περίπτωση πρόδηλα δεν αφορά, ως εισηγήθηκε η Εφεσίβλητη, περίπτωση (ανεπίτρεπτης) ενδοστρεφούς δίκης (για τον όρο «ενδοστρεφής δίκη», βλ. Γ.Π. Σιούτη «το Έννομο Συμφέρον στην Αίτηση Ακυρώσεως», 1998, σελ.117-124). Ο Εφεσείων δεν εξέδωσε την επίδικη πολεοδομική άδεια και δεν προβλέπεται η συμμετοχή του νομοθετικά στην διαδικασία έκδοσης της ούτε συμμετείχε υπό τη νομική έννοια του όρου ή συναίνεσε, ώστε να τίθεται βάσιμα ζήτημα κωλύματος του να εγείρει την προσφυγή του κα κατ' επέκταση την παρούσα έφεση.»
Ομοίως και εδώ. Οι Εφεσίβλητοι δεν συμμετείχαν στην παραγωγή-έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης. Δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα ψήφου στην έκδοση της απόφασης, δεν συμμετέχουν στη συνεδρίαση προς έκδοση της απόφασης κλπ.. Συνεπώς, δεν στρέφονται εναντίον ιδίας αυτών πράξης, ώστε βασίμως να τίθεται ζήτημα απαραδέκτου ενδοστρεφούς δίκης (βλ. Πυργάκη, ανωτέρω, σελ. 209 επ.). Η συμμετοχή των Εφεσίβλητων στην όλη διαδικασία, διενεργήθηκε, μεταξύ άλλων, στη βάση του Άρθρου 8 του Νόμου, του οποίου οι παράγραφοι (1) και (2) έχουν ως εξής:
«8.-(1) Η Περιβαλλοντική Αρχή διαβιβάζει, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή ταχυδρομικώς, στις ενδιαφερόμενες αρχές, τις πληροφορίες που της έχουν υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 και για τη Μελέτη που υποβάλλεται.
(2) Η Περιβαλλοντική Αρχή διαβιβάζει, μαζί με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο εδάφιο (1), συνοδευτικό σημείωμα με το οποίο ζητά από τις ενδιαφερόμενες αρχές να υποβάλουν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή ταχυδρομικώς, εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής τους, τις τεκμηριωμένες απόψεις και παρατηρήσεις τους αναφορικά με τις πιθανές επιπτώσεις στο περιβάλλον του προτεινόμενου έργου.»
Κατά την άποψη μας, οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες δεν συνιστούν τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από εξειδικευμένο δικαίωμα ακρόασης των ενδεχομένως επηρεαζόμενων κοινοτήτων πριν την λήψη απόφασης, εν πάση περιπτώσει, ληφθείσας όχι από αυτές ή και από αυτές (για την ερμηνεία του όρου «ενδιαφερόμενες αρχές» βλ. Άρθρο 2(1) του Νόμου (με δική μας υπογράμμιση) «.. σημαίνει τις αρχές που είναι δυνατό να τις αφορά ένα έργο ή να έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον που δυνατό να προκύπτουν από ένα έργο ή να κατέχουν εξειδικευμένη γνωσιολογία λόγω της ειδικής τους αρμοδιότητας σε θέματα περιβάλλοντος ή λόγω τοπικής ή/και περιφερειακής αρμοδιότητας και περιλαμβάνουν και τις αρχές τοπικής διοίκησης· ανάλογα με τη φύση του προτεινόμενου έργου και τις αναμενόμενες κύριες σοβαρές επιπτώσεις του στο περιβάλλον, οι αρχές αυτές περιλαμβάνουν τις αναφερόμενες στο Τρίτο Παράρτημα, χωρίς το περιεχόμενό του να θεωρείται ως εξαντλητικό.). Υπενθυμίζουμε ότι, στην παρούσα περίπτωση, οι Εφεσίβλητοι εξέφρασαν την αντίθεση τους στη σκοπούμενη ανάπτυξη. Υπενθυμίζουμε, επίσης, ότι ο Νόμος συνιστά εναρμονιστική νομοθεσία (βλ. Προοίμιο του Νόμου). Η δε, «συμμετοχή στη διαδικασία» υπό την έννοια, πάντα, των πιο πάνω επεξηγηθέντων, μάλλον είναι ενισχυτική προς την αναγνώριση εννόμου συμφέροντος, αντί το αντίθετο (βλ. Πυργάκη, ανωτέρω, σελ. 230 επ.)
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, η θέση της Εφεσείουσας περί ενδοστρεφούς δίκης απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Το ζήτημα, εν τέλει, απολήγει στο κατά πόσο οι Εφεσίβλητοι έχουν πιθανολογήσει επαρκώς, για σκοπούς παραδεκτού πάντα (βλ. απόφαση ΔΗΜΟΣ ΠΕΓΕΙΑΣ (ανωτέρω)), το δυσμενή επηρεασμό τους. Το ζήτημα, δηλαδή, δεν είναι ζήτημα παρερμηνείας των συναφών νομολογιακών απαιτήσεων από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε υφίσταται ανάγκη ερμηνείας των σαφών απαιτήσεων της δεσμευτικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ανωτέρω). Είναι, διαπιστώνουμε, απλά και μόνο ζήτημα ορθής εφαρμογής τους στην εξατομικευμένη ενώπιον μας περίπτωση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, καταληκτικά, περί τούτου:
«Σε συμφωνία με την ανωτέρω νομολογία, το Δικαστήριο απορρίπτει την πρώτη προδικαστική ένσταση περί έλλειψης νομιμοποίησης των αιτητών να καταχωρίσουν προσφυγή, κατά της νομιμότητας της απόφασης με την οποία εκδόθηκε πολεοδομική άδεια στην περιοχή τους για βαριά βιομηχανία, επικαλούμενοι την βλάβη που δυνατόν να προκύψει στο περιβάλλον και/ή στην διαβίωσή και/ή στην υγεία των κατοίκων τους.»
Ανεξάρτητα της αιτιολογικής επάρκειας της πιο πάνω κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το ζήτημα εξετάζεται, κατά πάγια, πλέον, νομολογία και από το Εφετείο, ως ζήτημα δημόσιας τάξεως, με βάση το ενώπιον του υλικό και το Εφετείο νομιμοποιείται να κρίνει το θέμα με δικό του ανεξάρτητο νομικό σκεπτικό (απόφαση ημερομηνίας 30.4.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 176/2019 Α.Χ.Μ. HOLDINGS LTD κ.ά. ν. Δήμου Λάρνακας).
Έχουμε τη θέση (σε αντίθεση με την κατάληξη μας στην ΔΗΜΟΣ ΠΕΓΕΙΑΣ (ανωτέρω)) ότι, στην παρούσα περίπτωση οι Εφεσίβλητοι έχουν επαρκώς και αρκούντως συγκεκριμένα πιθανολογήσει τον ενδεχόμενο επηρεασμό τους από την σκοπούμενη ανάπτυξη. Είναι σαφές και μέσα από το δικόγραφο της Προσφυγής (βλ., ενδεικτικά, εκεί παραγράφους 2, 19, 25, 26, 29, 33, 35, 37, 39 και τα Παραρτήματα, στα οποία κάποιες εξ αυτών παραπέμπουν και τα οποία καθίστανται,έτσι, αναπόσπαστο μέρος του δικογράφου), αλλά ιδιαίτερα και από την ένορκη δήλωση και, ειδικότερα, τα παραρτήματα αυτής, του Κοινοτάρχη του Κοινοτικού Συμβουλίου Μιτσερού η οποία τέθηκε και ήταν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως πραγματικό υλικό (βλ. ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΪΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2015) 3 ΑΑΔ 268: «Το έννομο συμφέρον πρέπει να προσδιορίζεται και να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ή από εκείνα που υποβάλλει ο αιτητής (Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου,14η Έκδοση, Δεύτερος Τόμος, σελ. 82)») κατά την έκδοση της σχετικής ενδιάμεσης του απόφασης σε σχέση με την έκδοση προσωρινού διατάγματος και, στα πλαίσια αυτού, σε σχέση (και) με την κρίση για το έννομο συμφέρον των προσφευγόντων (σημ.: στην κυρίως απόφαση απλά επαναλήφθηκε το εύρημα της ενδιάμεσης, βλ. ανωτέρω στα γεγονότα) ότι, τέτοια επαρκής πιθανολόγηση βλάβης υπήρξε. Κατέγραψε, σχετικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του, με δικές μας υπογραμμίσεις και τονισμό:
«Η αίτηση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του [ ] Κυριάκου, Κοινοτάρχη του Κοινοτικού Συμβουλίου Μιτσερού, Αιτητή 1, και Συντονιστή του Συμπλέγματος Επηρεαζόμενων Κοινοτήτων.
Ο ενόρκως δηλών σε μία πολυσέλιδη ένορκη δήλωση, αναφέρθηκε στο ιστορικό όπως το γνώριζε ο ίδιος και όπως το πληροφορήθηκε από τεκμήρια που είχε στην κατοχή του και επισύναψε στην ένορκη δήλωση.
Όπως περιγράφει στην ένορκη δήλωση, το εργοστάσιο παραγωγής ασφαλτικού σκυροδέματος του ενδιαφερόμενου μέρους βρίσκεται εγκατεστημένο στην περιοχή του Δήμου Τσερίου, εντός της βιομηχανικής Ζώνης και μέχρι πρότινος λειτουργούσε δημιουργώντας (βάσει των έντονων αντιδράσεων των εκεί κατοίκων για χρόνια) οχληρία από οσμές και ρύπους, που επιβάρυναν την καθημερινή τους διαβίωση, αλλά και κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και την υγεία τους. Κατά ή περί το 2012 υπήρξε αντίδραση των εκεί κατοίκων, στην οποία υπήρχε ισχυρισμός περί εκπομπής αέριων ρύπων, με επακόλουθο να προκαλείται οχληρία και να αναδύεται έντονη δυσωδία από τους ρύπους των μονάδων που επηρέαζαν ολόκληρη την οικιστική περιοχή και έθεταν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Για την σχετική πληροφόρησή του ο ενόρκως δηλών παραπέμπει στην Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως, ημερομηνίας 5/6/2020, η οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο.
Με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Ε53/21, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. CYBARCO CONTRACTING LTD και Άλλος, ημερομηνίας 10/2/2022, εξεδόθη απαγορευτικό διάταγμα λειτουργίας του εργοστασίου, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η οποία είχε καταχωρηθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κατά των εναγομένων, λόγω δημόσιας οχληρίας.
Ενόψει των διαμαρτυριών των κατοίκων, είχε στο μεταξύ αποφασιστεί από το 2020 η μετακίνηση του εργοστασίου σε άλλη περιοχή. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως θα πρέπει να είχε προηγηθεί της πολεοδομικής άδειας συμφωνία εγκατάστασης του εργοστασίου εντός της Γεωργικής Ζώνης της Κοινότητας του Μιτσερού, χωρίς όμως οποιαδήποτε διαβούλευση με τις τοπικές Αρχές, είτε του Μιτσερού είτε γειτνιάζουσες με αυτήν. Οι Κοινότητες ενημερώθηκαν για πρώτη φορά επίσημα για το θέμα από τους μελετητές που θα ετοίμαζαν την Μελέτη Επιπτώσεων για το Περιβάλλον στις 10/12/2020 και συγκεκριμένα έλαβαν από αυτούς την «Έκθεση Πληροφοριών» δηλαδή την προμελέτη αναφορικά με το έργο, ήτοι τη μετακίνηση του ασφαλτικού εργοστασίου στην περιοχή του Μιτσερού, δίνοντας στις Κοινότητες τη δυνατότητα υποβολής σχολίων μέχρι τις 30/12/2020. Διευκρινίζεται ότι η περιοχή του επιλέγηκε είναι γεωργική γη (Γ3) η οποία βρίσκεται πολύ κοντά με Λατομική Ζώνη, και όχι σε Βιομηχανική Ζώνη Α, όπως επιβάλλεται από την Δήλωση Πολιτικής σε ισχύ. Βάσει της Δήλωσης Πολιτικής μία τέτοια χωροθέτηση επιτρέπεται μόνο κατ' εξαίρεση αν η Γεωργική γη συνορεύει με την Λατομική και η επιχείρηση της βιομηχανίας βρίσκεται σε λειτουργική σχέση με τα λατομεία.
Συνεχίζει λέγοντας ότι οι ίδιοι, όταν εν τέλει ζητήθηκε η άποψή τους, εξέφρασαν έντονα την αρνητική τους θέση, η οποία και επαναλήφθηκε πολλές φορές με αναφορά σε επιχειρήματα για την επικινδυνότητα μίας τέτοιας βιομηχανίας για την ζωή και την υγεία των κατοίκων των Κοινοτήτων, αφού θα βρίσκεται πολύ κοντά στις οικίες τους, σε γήπεδο που παίζουν παιδιά, σε Μοναστήρι στο οποίο διαμένουν καλόγριες (και επισκέπτεται πολύς κόσμος), σε γειτονικό σφαγείο (το μεγαλύτερο της Κύπρου) στο οποίο κατοικούν εργάτες αλλά και γενικότερα σε μία περιοχή η οποία είναι ήδη πολύ επιβαρυμμένη με λειτουργία κτηνοτροφικών μονάδων, χοιροστασίων, λατομείων, λίμνες λυμάτων από τις κτηνοτροφικές μονάδες, μεταλλεία που δεν αποκαταστάθηκαν μετά το κλείσιμο της λειτουργίας τους, τα οποία όλα δημιουργούν μία κατάσταση έντονων οσμών και σκόνης ανυπόφορη για τους κατοίκους των περιοχών αυτών. Περαιτέρω πλησίον της γεωργικής αυτής γης υπάρχει η προστατευόμενη περιοχή Natura 2000, στην οποία βρίσκονται προστατευόμενα είδη χλωρίδας και πανίδας. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώθηκαν και από την Μελέτη της Συμβουλευτικής Ομάδας του Πανεπιστημίου Κύπρου προς το Τμήμα Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας. Πέραν της αρνητικής γνωμοδότησης της εν λόγω Συμβουλευτικής Ομάδας του Πανεπιστημίου Κύπρου, επισυνάφθηκαν επίσης ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση και οι ιατρικές απόψεις της Ογκολογικής Εταιρείας Κύπρου καθώς και της Παιδιατρικής Εταιρείας Κύπρου, ότι τέτοιες βιομηχανικές μονάδες δεν μπορούν να εγκαθίστανται πλησίον κατοικημένων περιοχών, καθ' ότι η επικινδυνότητα του μαζούτ και του παράγωγου της καύσης του είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη.»
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω και το πραγματικό υλικό που προαναφέραμε, τα οποία, εμμέσως πλην σαφώς, φαίνεται να έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο στην κατάληξη του, βρίσκουμε ότι, οι Εφεσίβλητοι έχουν επαρκώς πιθανολογήσει, για σκοπούς παραδεκτού της προσφυγής τους, το έννομο συμφέρον τους.
Ως εκ τούτου και ο πρώτος και ο τρίτος λόγος Έφεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Με τον τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα βάλλει κατά του ευρήματος επί της ουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου (παρατέθηκε ανωτέρω στα γεγονότα της παρούσης) ότι, «Οι απόψεις των Κοινοτήτων και/ή οι συμβουλές αυτών όφειλαν να είχαν αναζητηθεί πριν την κατ΄ εξαίρεση χωροθέτηση σε Γεωργική Ζώνη (άλλης δηλαδή από Βιομηχανικής Ζώνη Κατηγορίας Α΄, όπου κατά κανόνα χωροθετούνται τέτοιες αναπτύξεις). Δεν υπήρχε διακριτική ευχέρεια να αγνοηθεί η επιτακτική διάταξη 9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής.», κρίνοντας ότι, ως εκ τούτου, η εν λόγω διάταξη (σε συνάρτηση με τη διάταξη 9.9.2.2 της Δήλωσης Πολιτικής) παραβιάστηκε.
Μελετήσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις. Ούτε εδώ απαιτείται να ενδιατρίψουμε σε όλη την εμβέλεια των επιχειρημάτων των διαδίκων. Και εξηγούμε: Η διάταξη 9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής απαιτεί, όντως, «κατά τη λήψη της απόφασης», ήτοι της προβλεπόμενης στη 9.9.2.2 (και όχι μεταγενέστερα), την αναζήτηση των απόψεων (και) των όμορων τοπικών Αρχών πριν την (κατ’ εξαίρεση) χωροθέτηση βαριάς βιομηχανικής ανάπτυξης (ως η παρούσα). Συνιστά, δηλαδή, η εν λόγω διάταξη, εξειδικευμένη πρόνοια προηγούμενης ακρόασης πριν την λήψη της συγκεκριμένης απόφασης ειδικά όσον αφορά τη χωροθέτηση. Οι σχετικές διατάξεις 9.9.2.2 και 9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής έχουν ως εξής, με δικές μας υπογραμμίσεις:
«9.9.2.2 Η Πολεοδομική Αρχή είναι δυνατόν να επιτρέπει κατ΄εξαίρεση τη χωροθέτηση των ακόλουθων τύπων ανάπτυξης εκτός των πιο πάνω Ζωνών ή Περιοχών:
(α) Βιομηχανική ανάπτυξη η οποία σχετίζεται λειτουργικά με μεταλλευτικές και λατομικές δραστηριότητες η οποία είναι δυνατό να επιτραπεί μέσα ή κοντά στο χώρο όπου διεξάγονται νόμιμα τέτοιου είδους δραστηριότητες, περιλαμβανομένων και αναπτύξεων παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος, premix ή άλλων αναπτύξεων παρομοίου τύπου.[…]
9.9.2.3 Κατά τη λήψη απόφασης σε σχέση με την παράγραφο 9.9.2.2, η Πολεοδομική Αρχή θα συμβουλεύεται το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, το Διευθυντή της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος και την οικεία Τοπική Αρχή, καθώς και οποιαδήποτε όμορη Τοπική Αρχή, σε περίπτωση που η ανάπτυξη προτείνεται σε απόσταση μικρότερη της τάξης των δυο (2) χιλιομέτρων από τα αντίστοιχα διοικητικά της όρια.»
Αποτελεί σημείο διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατά πόσο τέτοια απόφαση χωροθέτησης, στην παρούσα περίπτωση, λήφθηκε, ως (εμμέσως πλην σαφώς) η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πριν ακουστούν οι προσφεύγοντες (ήτοι από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως ο ισχυρισμός των Εφεσίβλητων, βλ. και γεγονότα στην πρωτόδικη απόφαση) ή αφού ακούστηκαν οι Εφεσίβλητοι, με το επιχείρημα προς υποστήριξη της τελευταίας θέσης από την πλευρά της Εφεσείουσας να έχει ότι, η σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν «πολιτικής» φύσεως και η υποχρέωση ακρόασης πριν τη λήψη της διοικητικής απόφασης περί της χωροθέτησης, η οποία λαμβάνεται από την Πολεοδομική Αρχή (βλ. ανωτέρω), δημιουργείται με την καταχώρηση της σχετικής πολεοδομικής αιτήσεως και όχι προηγουμένως. Το ζήτημα αυτό, ωστόσο, δεν απαιτείται να εξεταστεί και κριθεί. Αυτό διότι, ακόμη και αν, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί, ήτοι ότι οι Εφεσίβλητοι (λανθασμένα, ως έκρινε) έχουν ακουστεί μετά την λήψη τέτοιας απόφασης, τέτοια τυχόν παράβαση της παραγράφου 9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής δεν προβλήθηκε, βρίσκουμε, λυσιτελώς πρωτόδικα και έπρεπε να μην τύχει εξέτασης ή, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο γι’ αυτόν τον λόγο. Αυτό, συγκεκριμένα, διότι, ως προκύπτει από τον ίδιο τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης όλοι οι Εφεσίβλητοι (πλην του Κοινοτικού Συμβουλίου Μαλούντας) εν πάση περιπτώσει ακούσθηκαν (βλ. υποβολή απόψεων δια επιστολής ημερομηνίας 24.3.2021 προς την Πολεοδομική Αρχή). Συνεπώς, ακύρωση της επίδικης απόφασης γι’ αυτό τον λόγο δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε, αφού αναγκαστικά τέτοια πλημμέλεια, αν υπήρξε, δεν μπορεί παρά να τύγχανε επανόρθωσης-θεραπείας σε ενεστώτα χρόνο και, ως έχουμε προαναφέρει, τελικώς οι (επτά εκ των οκτώ) Εφεσίβλητοι (ήδη) ακούσθηκαν, ενώ, ταυτόχρονα, δεν έχουν στοιχειοθετήσει, τι άλλο θεωρούν ότι στερήθηκαν να εκθέσουν που δεν έθεσαν, έστω μεταγενέστερα, αν τέτοια θέση γινόταν αποδεκτή, ενώπιον της διοίκησης. Παραπέμπουμε, σχετικά, στα όσα αναφέραμε, με παραπομπή σε σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, στην απόφαση ημερομηνίας 30.4.2024 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 181/2019 ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ WADNIC TRADING LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α.:
«Όσον αφορά στον βασικό ισχυρισμό του Εφεσείοντα περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης της εταιρείας πριν την έκδοση της επίδικης απόφασης βρίσκουμε ότι, αυτός είναι αβάσιμος. Ορθά έχει αντιτείνει η πλευρά της Εφεσίβλητης ότι, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προβάλλεται με λυσιτέλεια (Οι λόγοι εφέσεως, για να ευοδωθεί η έφεση, πρέπει να προβάλλονται λυσιτελώς και μετ' εννόμου συμφέροντος, βλ. Περικλέους ν. Δήμου Κάτω Πολεμιδιών, (2009) 3 Α.Α.Δ. 37, Καλλένου Ελένη Πιερή ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (2017) 3 ΑΑΔ 14), αφού ο Εφεσείων δεν παραθέτει οτιδήποτε, το οποίο η εταιρεία να είχε σκοπό, όπως θέσει ενώπιον της Εφεσίβλητης, αν της δινόταν η δυνατότητα επιθεώρησης και σχολιασμού των εγγράφων, τα οποία εξασφαλίστηκαν από την Αστυνομία (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα) προς λήψη, ενδεχόμενα, διαφορετικής απόφασης από την επίδικη. Ως επεξηγήθηκε πολύ πρόσφατα και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.3.2024 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/2018 PAPOUIS DAIRIES LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ:
«Εισφέρουμε προσέτι, ότι οι Εφεσείοντες, πέραν από το να προτάξουν φραστικώς τη θέση περί παραβίασης του φερόμενου δικαιώματος ακρόασης, δεν έθεσαν ικανοποιητικό υπόβαθρο για την επίδραση που θα μπορούσαν να έχουν στα πράγματα οι όποιες θέσεις θα ανέπτυσσαν τούτοι ενώπιον των Εφεσίβλητων αν καλούνταν να υπερασπιστούν τις ενέργειες τους. Tίποτα το ειδικό δεν ανέφεραν για αυτά οι Εφεσείοντες, εκτός βεβαίως από το να αναγνωρίσουν κατ' ουσίαν την παραβίαση των όρων του Σχεδίου και το ότι δεν είχαν εγγραφθεί στο Ίδρυμα, παρ' όλες τις περί του αντιθέτου παραινέσεις των Εφεσίβλητων.
Αναφορικώς προς τη συζητούμενη πτυχή, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ανέφερε στην ΣτΕ 4447/12 και τούτα τα κατ' αναλογίαν σχετικά προς τα υπό ανάλυση, τα οποία ασπαζόμαστε ως προς τις αρχές που εκφράζουν:
« [...] 7. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 20 παράγραφος 2 ορίζει ότι «2. Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερόμενου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της προηγουμένης ακροάσεως - το οποίο προβλέπεται πλέον και στο άρθρο 6 του μη διέποντος την επίδικη περίπτωση Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας Ν. 2690/1999, Α΄ 45 - αποβλέπει στην παροχή της δυνατότητος στον διοικούμενο, τον οποίον αφορά η δυσμενής διοικητική πράξη να προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ούτως ώστε να επηρεάσει τη λήψη από το όργανο αυτό της σχετικής αποφάσεως ύστερα από διαφορετική εμφάνιση ή εκτίμηση του πραγματικού υλικού, και τούτο, ανεξαρτήτως του αν παρέχεται στον διοικούμενο αυτό η δυνατότητα να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή κατά της διοικητικής πράξεως. Συνεπώς, για το λυσιτελές της προβολής από τον διοικούμενο λόγου ακυρώσεως περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως πριν την έκδοση της δυσμενούς γι' αυτόν πράξεως απαιτείται και παράλληλη αναφορά και των ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλε ενώπιον της Διοικήσεως αν είχε κληθεί. Εξάλλου, όταν βάσει της συγκεκριμένης ειδικής νομοθεσίας που διέπει την έκδοση της δυσμενούς διοικητικής πράξεως προβλέπονται, πέραν της αρχικής προηγουμένης ακροάσεως, και ένα ή περισσότερα στάδια ενδικοφανούς διαδικασίας ενώπιον ανωτέρων οργάνων η μη τήρηση του προβλεπομένου τύπου της προηγουμένης ακροάσεως κατά την διαδικασία εκδόσεως της αρχικής πράξεως καλύπτεται, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ασκήσει την ή τις ενδικοφανείς προσφυγές και προβάλει τους κρίσιμους, κατ' αυτόν, ισχυρισμούς που δεν προέβαλε πριν την έκδοση της αρχικής πράξεως. Στην περίπτωση, μάλιστα αυτή, θα πρέπει να θεωρηθεί ως εκτελεστή διοικητική πράξη η τελικώς εκδιδομένη, μετά την άσκηση από τον ενδιαφερόμενο της ή των ενδικοφανών προσφυγών, διότι ως οριστική διοικητική πράξη είναι η τελικώς εκδιδομένη μετά την εξάντληση της ενδικοφανούς διαδικασίας. Κατά την συγκλίνουσα γνώμη του Αντιπροέδρου Ν. Σακελλαρίου και των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Α. Χριστοφορίδου, Φ. Ντζίμα, Β. Καλατζή, Β. Αραβαντινού και Δ. Μακρή: Η παρ. 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος - σε αντίθεση με την παρ. 1 αυτού - αφορά στο δικαίωμα προβολής ισχυρισμών και υποβολής στοιχείων στην Διοίκηση, στην εξουσία της οποίας ανήκει, κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος, η ουσιαστική αξιολόγηση αυτών πριν από «κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο» εις βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του διοικουμένου. Κατά τις ανωτέρω, λοιπόν, διατάξεις, στην ουσιαστική εκτίμηση ισχυρισμών και στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο του δικαιώματος «προηγουμένης» ακροάσεως δεν δύναται να προβεί το πρώτον (όταν, δηλαδή, δεν έχει παρασχεθεί στον διοικούμενο η δυνατότητα προβολής των ενώπιον της Διοικήσεως) ο δικαστής, κατ' εξοχήν δε ο ακυρωτικός δικαστής· η λυσιτέλεια, συνεπώς, και, εντεύθεν, η δυνατότητα εξετάσεως λόγου ακυρώσεως περί παραβάσεως του δικαιώματος ακροάσεως δεν δύναται να συναρτάται με την παράλληλη αναφορά και των ισχυρισμών τους οποίους «θα προέβαλλε» ο αιτών, ως διοικούμενος, ενώπιον της Διοικήσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός ακυρώσεως είναι οπωσδήποτε απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, εφ' όσον ο αιτών, ως διοικούμενος, ηδύνατο κατά νόμον να ασκήσει εν συνεχεία ενδικοφανή προσφυγή, αφού δι' αυτής παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως ισχυρισμών και στοιχείων πριν από την έκδοση της, επ' αυτής εκδιδομένης, τελικής και μόνης εκτελεστής πράξεως, καλυπτομένης, ως εκ τούτου, της μη τηρήσεως του εν λόγω τύπου κατά την έκδοση της αρχικής πράξεως. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη του Συμβούλου Μ. Πικραμένου η προηγούμενη ακρόαση όταν καθιερώνεται δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου πριν από την έκδοση διοικητικής πράξης με δυσμενές περιεχόμενο για τον ενδιαφερόμενο, συνιστά ουσιώδη τύπο της διοικητικής διαδικασίας, η μη τήρηση του οποίου καθιστά μη νόμιμη την εν λόγω πράξη. Ο τύπος αυτός δεν καλύπτεται από την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, η οποία τυχόν προβλέπεται στην ειδική κατά περίπτωση νομοθεσία, διότι σκοπός του κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης, είναι να ακούσει η Διοίκηση τον ενδιαφερόμενο πριν από την έκδοση δυσμενούς εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία φέρει το τεκμήριο νομιμότητος και παράγει έννομες συνέπειες, ανεξαρτήτως αν κατ' αυτής μπορεί να ασκηθεί διοικητική προσφυγή οποιασδήποτε μορφής. Με την τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου τίθενται ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου οι τυχόν ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία του ενδιαφερομένου, με συνέπεια η τελικώς εκδιδόμενη πράξη να είναι προϊόν εκτίμησης του συνόλου των στοιχείων του φακέλου, τούτο δε αποτυπώνεται στην αιτιολογία της. Έτσι, καθίσταται εν τέλει ευχερέστερος ο ακυρωτικός δικαστικός έλεγχος, που είναι από τη φύση του οριακός, διότι μπορεί, στα πλαίσιά του, να εξετασθεί αν η Διοίκηση συνεκτίμησε τους προβληθέντες ισχυρισμούς και τα προσκομισθέντα στοιχεία από τον ενδιαφερόμενο, ιδίως, μάλιστα, όταν αυτά συνδέονται με τεχνικά ή ουσιαστικά ζητήματα τα οποία ο ακυρωτικός δικαστής δεν έχει την εξουσία να εκτιμήσει πρωτογενώς [...]».
Παρομοίως - και κατά συγκριτική προσέγγιση προς την αντίστοιχη και κατά βάση συγκλίνουσα με τα ως άνω ενωσιακή νομολογία επί του ζητήματος – στην Thyssen Stahl AG v. Commission of the European Communities [2003] C-194/99 P (02 October 2003), υπογραμμίστηκαν και αυτά:
«[...] 30 Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει στην επιβολή κυρώσεων, ιδίως δε προστίμων ή χρηματικών ποινών, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να τηρείται ακόμη και αν πρόκειται για διαδικασία διοικητικού χαρακτήρα (απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 215, σκέψη 9).
31 Προσβάλλονται τα δικαιώματα άμυνας οσάκις υφίσταται το ενδεχόμενο, λόγω παρατυπίας εκ μέρους της Επιτροπής, η κινηθείσα από αυτή διοικητική διαδικασία να καταλήξει πιθανώς σε διαφορετικό αποτέλεσμα (απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, 30/78, Distillers Company κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/II, σ. 465, σκέψη 26). Η κινούσα δίκη επιχείρηση αποδεικνύει ότι έλαβε χώρα παρόμοια προσβολή εφόσον αποδεικνύει επαρκώς όχι ότι η απόφαση της Επιτροπής θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο, αλλ' ότι θα μπορούσε να υποστηρίξει καλύτερα την άμυνά της ελλείψει της παρατυπίας, επί παραδείγματι ως εκ του ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την άμυνά της έγγραφα στα οποία δεν της επετράπη η πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4235, σκέψη 81, και προαναφερθείσα απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 318) [...]».»
Όσον αφορά ειδικά στο Κοινοτικό Συμβούλιο Μαλούντας που δεν προκύπτει να ακούστηκε για τους σκοπούς, πάντα, και στο πλαίσιο εφαρμογής των προνοιών της παραγράφου 9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής, δεν έχουμε εντοπίσει να προκύπτει από τα ενώπιον μας στοιχεία και δεν έχει θεμελιωθεί από την πλευρά του συγκεκριμένου Εφεσίβλητου, ως όφειλε να πράξει ότι, η επίδικη πολεοδομική ανάπτυξη κείται σε απόσταση μικρότερη της τάξης των δυο (2) χιλιομέτρων από τα αντίστοιχα διοικητικά του όρια, ώστε να τίθεται θέμα ύπαρξης δικαιώματος του στα πλαίσια της παραγράφου 9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής, το οποίο να παραβιάστηκε. Υπενθυμίζουμε ότι, όχι μόνο η προσφυγή, αλλά και οι λόγοι ακυρότητας πρέπει να προβάλλονται μετ' εννόμου συμφέροντος για να είναι παραδεκτοί (βλ. Αναστασίου ν. ΚΟΤ (1996) 4Δ ΑΑΔ 2440, Αναστασίου ν. Δήμου Παραλιμνίου (2000) 3 ΑΑΔ 339).
Για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί παράβασης της διάταξης 9.9.2.3 της οικείας Δήλωσης Πολιτικής και την συνακόλουθη, λόγω αυτού του ευρήματος, ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, παραμερίζεται, αφού τέτοιος λόγος ακύρωσης προβλήθηκε και προωθήθηκε, κρίνουμε, αλυσιτελώς.
Για τον πιο πάνω λόγο, η Έφεση Αρ. 27/2023 επιτυγχάνει, για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Όσον αφορά την ασκηθείσα στο πλαίσιο αυτής Αντέφεση, με την οποία επιδιώκεται αποκλειστικά η εξέταση λόγων ακύρωσης που κατ’ ισχυρισμό δεν εξετάσθηκαν πρωτόδικα, η υπόθεση παραπέμπεται εκ νέου στο Διοικητικό Δικαστήριο, για έκφραση κρίσης επί των υπόλοιπων δεόντως εγερθέντων και προωθηθέντων λόγων ακύρωσης, αν ήθελε ως τέτοιοι πρωτοδίκως κριθούν, αφού το Εφετείο (ως Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάζει πρωτογενώς λόγους ακύρωσης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 123/2016 ΠΑΣΙΟΥΛΗ ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, απόφαση ημερ. 9.10.2023).
Έφεση Αρ. 29/2023
Όσον αφορά την Έφεση Αρ. 29/2023, αυτή επιτυγχάνει στον πρώτο λόγο Έφεσης, ο οποίος αφορά την προαναφερθείσα πρωτόδικη κρίση επί της ουσίας και επηρεάζεται από την πιο πάνω κρίση μας. Κατά τα λοιπά, εκτιμούμε ότι οι υπόλοιποι λόγοι Εφέσεως της εν λόγω Εφέσεως δεν απαιτείται να εξεταστούν, αφού η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, βρίσκουμε, εκφράστηκε αποκλειστικά στο πλαίσιο και σε συνάρτηση με το εύρημα του περί παράβασης της διάταξης 9.9.2.3 της Δήλωσης Πολιτικής (σε συνδυασμό με τη διάταξη 9.9.2.2 της Δήλωσης Πολιτικής), λόγω μη προηγούμενης ακρόασης των Εφεσιβλήτων, χωρίς να εξεταστεί οτιδήποτε πρόσθετο, ως και το ίδιο ρητώς ανέφερε στην κατάληξη του (βλ. ανωτέρω).
Συνοψίζοντας και καταληκτικά, οι Εφέσεις επιτυγχάνουν, στη βάση και εμβέλεια των προαναφερθέντων. Η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση (συμπεριλαμβανομένης και της διαταγής για έξοδα, βλ. και έβδομο λόγο Έφεσης στην Έφεση Αρ. 27/2023) παραμερίζεται.
Η προσφυγή επιστρέφεται ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου (άλλου Δικαστή, εκ των πραγμάτων) προς εξέταση, κατά προτεραιότητα, των απομεινάντων ζητημάτων, με κατ’ έφεση έξοδα ύψους €3000 υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον των Εφεσίβλητων στην Έφεση Αρ. 27/2023.
Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με την Έφεση Αρ. 29/2023, η οποία ασκήθηκε από το ενδιαφερόμενο μέρος στην Προσφυγή Αρ. 809/2022.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο