ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΡΡΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 302/2024, 19/12/2025
print
Τίτλος:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΡΡΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 302/2024, 19/12/2025

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 (Ποινική Έφεση Αρ.: 302/2024)

 

19 Δεκεμβρίου 2025


[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]


 ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΡΡΗ,

Εφεσείων,

 

ν.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

___________________________

 

Α. Χρίστου με Α. Ανδρέου για Ανδρέας Χρίστου & Συνεργάτες, για  τον Εφεσείοντα.

Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη. 

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της υπόθεσης 9061/2021, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας. Αντιμετώπισαν, από κοινού, μία κατηγορία για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή την απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 297, 298 και 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, η κατηγορία 1.

 

          Ο κατηγορούμενος 1, εφεσείων, αντιμετώπισε τις κατηγορίες 6-64 για το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, την κατηγορία 67 για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση Άρθρων του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 και την κατηγορία της κλοπής από αντιπρόσωπο, κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Αντιμετώπιζε, επίσης, τις κατηγορίες 2-5 για τις οποίες αναστάλθηκε η ποινική δίωξη με αποτέλεσμα να απαλλαγεί από αυτές.

 

          Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπισε, πέραν της κατηγορίας της συνομωσίας που αντιμετώπισε από κοινού με τον κατηγορούμενο 1, τις κατηγορίες 68 και 69 που αφορούσαν τα αδικήματα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αντίστοιχα.

 

Το κατηγορητήριο προέκυψε μετά από την διερεύνηση του παραπόνου που υπέβαλε στην Αστυνομία ο παραπονούμενος (ΜΚ1), ότι δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο 1 μετά από παράκληση του πατέρα του τελευταίου, με τον οποίο συνδέεται συγγενικά, για να δημιουργήσει επιχείρηση σιτηρών, με την υπόσχεση ότι θα του τα επέστρεφε μετά τη λήψη κρατικής χορηγίας. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος 1, όχι μόνο δεν του επέστρεψε τα χρήματα, αλλά, με ψεύδη, του απέσπασε και άλλα χρηματικά ποσά, και πάλι, με την πρόφαση της λήψης κρατικής χορηγίας, αλλά και ότι θα δημιουργούσε φάρμα με δαμασκηνές κατσίκες. Ο κατηγορούμενος 1 προέβαλε τη θέση ότι ο παραπονούμενος ουδέποτε του έδωσε τα χρήματα που ισχυρίζεται και ότι τέτοιο ποσό χρημάτων δεν θα μπορούσε να του δώσει, αφού τα ποσά που ισχυρίζεται δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα του. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι τα χρήματα που του δόθηκαν από τον παραπονούμενο ήταν στα πλαίσια συνεργασίας τους κατόπιν δημιουργίας εταιρείας για εξαγωγή δαμασκηνών κατσικών.

 

Μετά από ακροαματική διαδικασία, όπου, για απόδειξη της υπόθεσής της, κλήθηκαν 16 μάρτυρες από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε άλλους 7 μάρτυρες προς υπεράσπισή του, ενώ κατατέθηκαν 78 τεκμήρια, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε, όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1, ότι είχε αποδειχθεί η ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 1, 6-67 και 70, ενώ, όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, τον βρήκε ένοχο στις κατηγορίες 1, 68 και 69.

 

Ενδιαφέρουν, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 οι οποίες είναι ως κατωτέρω:

 

Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 2 ετών.

Στις κατηγορίες 6, 16, 19, 21, 22, 27, 29, 30, 32, 33, 35, 37, 39, 40, 42, 45, 46, 48, 53, 54, 57, 60, 61, 62 και 64 ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών στην κάθε μία κατηγορία.

Στις κατηγορίες 7, 10, 12, 13 και 14 ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κάθε μία κατηγορία.

Στις κατηγορίες 8, 9, 11, 15, 17, 18, 20, 23, 24, 25, 26, 28, 31, 34, 36, 38, 41, 43, 44, 47, 49, 50, 51, 52, 55, 56, 58, 59 και 63 ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην κάθε μία κατηγορία.

Στις κατηγορίες 65 και 66 ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην κάθε μία κατηγορία.

Στην κατηγορία 67 ποινή φυλάκισης 7 χρόνων.

Στην κατηγορία 70 ποινή φυλάκισης 5 χρόνων

 

Το Δικαστήριο διέταξε, επίσης, όπως οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 να συντρέχουν.

 

          Ο κατηγορούμενος 1 (εφεσείων) καταχώρησε, χωρίς συνήγορο, έφεση εναντίον τόσο της καταδίκης όσο και της ποινής στις 6.12.2024.  Ακολούθως, εμφανίστηκε δικηγόρος εκ μέρους του ο οποίος, με άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησε τροποποιημένους λόγους έφεσης με τους οποίους επιδιώκει την ανατροπή της απόφασης αναφορικά με την καταδίκη του εφεσείοντα αλλά και με ένα λόγο έφεσης αιτείται τη μείωση των ποινών που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

          Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της έναντι του εφεσείοντα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο δεύτερος λόγος έφεσης επιδιώκει ανατροπή του συμπεράσματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ1-παραπονούμενος ήταν αξιόπιστος. Αντικείμενο του τρίτου λόγου έφεσης είναι η, κατά τον εφεσείοντα, εσφαλμένη κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, ως απόρροια της πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης από τις αστυνομικές αρχές. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, αμφισβητείται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ3, πατέρας του εφεσείοντα, ήταν αναξιόπιστος. Η κρίση της ΜΥ5 ως αναξιόπιστης μάρτυρα προσβάλλεται με τον πέμπτο λόγο έφεσης, ενώ ο έκτος λόγος έφεσης αφορά τις ποινές που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα ως υπέρμετρα αυστηρές.

 

          Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα ισχυρίζεται ότι αφού η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να συμπεριληφθούν στο κατηγορητήριο 60 διαφορετικές κατηγορίες εναντίον του που αφορούν το κακούργημα της απόσπασης χρημάτων σε 60 διαφορετικές περιπτώσεις, όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία η οποία να αφορά την κάθε κατηγορία ξεχωριστά και να αποδείξει τόσο τα συστατικά στοιχεία της κάθε κατηγορίας ξεχωριστά όπως και τις λεπτομέρειες του αδικήματος που αποδόθηκε στον εφεσείοντα για την κάθε κατηγορία. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, είναι η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα, ότι η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μια γενική, αόριστη και νεφελώδη μαρτυρία η οποία αφορούσε το σύνολο του χρηματικού ποσού που κάλυπταν οι 60 αυτές κατηγορίες και δεν απέδειξε την κάθε μια ξεχωριστή κατηγορία, ως όφειλε. Εξαίρεση αποτελούν, πάντοτε σύμφωνα με το συνήγορο του εφεσείοντα, οι κατηγορίες 5, 6 και 62, για τις οποίες παρουσιάστηκε κάποια ξεχωριστή μαρτυρία αλλά και πάλι, είναι η θέση του, ότι ο εφεσείων θα έπρεπε να αθωωθεί και απαλλαγεί και σε σχέση με εκείνες τις κατηγορίες. Προβάλλεται, ειδικά, η θέση ότι δεν έχει προσδιοριστεί ο χρόνος, ο τόπος και τα πρόσωπα, για την κάθε μια κατηγορία που αντιμετώπισε ο εφεσείων, που να θεμελιώνει την υπαγωγή των γεγονότων της κάθε κατηγορίας αλλά ούτε και καταδείχτηκε η ύπαρξη και πλήρωση της ένοχης διάνοιας από πλευράς του εφεσείοντα σε κάθε περίπτωση.

 

          Επειδή πλείστοι των λόγων έφεσης έχουν σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεωρούμε ορθό να επαναλάβουμε την καλά εδραιωμένη στη νομολογία αρχή, ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο έργο αξιολόγησης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως έχει πρόσφατα επαναληφθεί στην υπόθεση Γ.Σ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 172/2023, ημερομηνίας 26.3.2025:

 

«Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση ενός εκάστου ισχυρισμού του Εφεσείοντα, επισημαίνουμε την καλά εδραιωμένη στη νομολογία αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης (βλ. Αναστάση ν. Φυσέντζου, Πολ. Έφ. 354/14, ημερ. 5.10.2023, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 705, Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/22, ημερ. 29.2.2024). Παραθέτουμε απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση Ιωάννου ν. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. 26/21 ημερ. 28.2.2024:

 «Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C.L.R. 172 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300)».

 

Αρχίζουμε από τον πρώτο λόγο έφεσης και αναφέρουμε ότι, όπως έχει αναφερθεί από το Εφετείο, στην υπόθεση Γ.Σ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω):

 

«Ο ορισμός των Ψευδών Παραστάσεων παρατίθεται στο Άρθρο 197 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 15 ως εξής:

«Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή».

Όπως επεξηγήθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861:

«Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη».

Οι παραστάσεις δεν αρκεί να είναι ψευδείς αλλά πρέπει να καταδεικνύεται και ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδείς. Πρέπει, επιπλέον, να διαφανεί ότι η απόσπαση έγινε επειδή η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του θύματος, το οποίο στηριζόμενο σε αυτήν πείστηκε να αποξενωθεί την περιουσία του (βλ. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Χρίστου Σιέγγερη κ.ά. (2016) 2 Α.Α.Δ. 1335, Mitskevich v. F & T Investments Limited κ.ά., Ποιν. Έφ. 182/18, ημερ. 20.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:B102).»

 

Όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, η  μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, μέσω του παραπονούμενου (καταγγέλλοντα) ΜΚ1, αναφερόταν σε μια εξέλιξη γεγονότων τα οποία αρχίζουν από τον Απρίλιο 2016 και εκτείνονται μέχρι τα μέσα του 2019. Κρίνεται σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να αναφερθούν τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και τα οποία καταγράφονται στις σελίδες 51-54 της πρωτόδικης απόφασης:

 

«Ο ΜΚ1 είναι χημικός και είναι διευθυντής της εταιρείας Κλινικό Εργ. ΧΧ Λτδ στη Λάρνακα. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ιδιοκτήτης φάρμας αλόγων ενώ ο κατηγορούμενος 2 είναι δικηγόρος. Ο ΜΚ1 διατηρούσε στη φάρμα αλόγων που ανήκε στην εταιρεία Ψ Limited, μέτοχος της οποίας ήταν και ο κατηγορούμενος 1, τρία άλογα με τα ονόματα «Γρήγορος Γρηγόρης», «Γρήγορη Μαρίλια» και «Σερ Παναγιώτης». Κατά το έτος 2016 οι ΜΚ1 και κατηγορούμενος 1 αποτάθηκαν στον ΜΚ13 για εγγραφή εταιρείας με σκοπό το γενικό εμπόριο λέγοντας του ότι η εργασία της θα ήταν η εισαγωγή τσιμέντων. Ο ΜΚ13 προέβηκε σε όλες τις δέουσες ενέργειες και ενέγραψε την εταιρεία Χ & Ψ Ltd. Ο κατηγορούμενος 1 είχε ζητήσει τη βοήθεια του ΜΚ14 για να τον φέρει σε επαφή με άτομο που γνώριζε και εργαζόταν στην εταιρεία ΤΙΤΑΝ στη Θεσσαλονίκη έτσι ώστε να συνεργαστούν και να αγοράζουν τσιμέντα και να τα εξαγάγουν στη Λιβύη. Υπήρξε περί τον Φεβρουάριο με Μάρτιο του 2016 συνάντηση σε ταβέρνα στη Λευκωσία για το σκοπό αυτό όπου παρευρέθηκαν ο κατηγορούμενος 1 και ο ΜΚ1 με τη σύζυγο του (ΜΚ15) ως επίσης και ένας Λίβυος ο οποίος ρωτούσε την ΜΚ15, που εργάζεται στο κτηνιατρείο, για τη νομοθεσία σε σχέση με εξαγωγή ζώων. Ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από τον ΜΚ1 το ποσό των €30.000 έτσι ώστε να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη και να συζητήσει με την εν λόγω εταιρεία. Του είπε ότι θα έβαζε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος το ίδιο ποσό αλλά και ο ΜΚ14 για να είναι συνέταιροι. Ο ΜΚ14 επικοινώνησε με το γνωστό του πρόσωπο που όμως δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον γεγονός που ανέφερε στον κατηγορούμενο 1. Κατά τον Ιανουάριο του 2017 ο ΜΥ5 που είναι πατέρας του κατηγορούμενου 1 αλλά και εξάδελφος του ΜΚ1, ζήτησε από τον τελευταίο να δανείσει στον γιο του το ποσό των €30.000 έτσι ώστε να δημιουργήσει επιχείρηση καλλιέργειας σιτηρών η οποία και θα λάμβανε επιδότηση από το κράτος κάτι το οποίο καθιστούσε τα χρήματα του εξασφαλισμένα. Ο ΜΚ1 συμφώνησε, με τον κατηγορούμενο 1 να μεταβαίνει την επόμενη μέρα στο χημείο του και να παραλαμβάνει το εν λόγω ποσό σε μετρητά. Ο ΜΚ1 διατηρούσε το εν λόγω ποσό στο χημείο του αφού δεν κατέθετε όλα τα ποσά των εισπράξεων της επιχείρησης του στην τράπεζα. Μετρητά χρήματα διατηρούσε και στο σπίτι του. Ο κατηγορούμενος 1 για να καταστεί δυνατή η λήψη της κρατικής χορηγίας έλεγε στον ΜΚ1 ότι θα έπρεπε να αγοράσει μηχανήματα, τρακτέρ, φορτηγό, ψεκαστήρα και εντομοκτόνα πείθοντας τον τελευταίο να του δίδει και άλλα ποσά τα οποία παραλάμβανε είτε ο ίδιος είτε έστελνε κάποιο πρόσωπο με το όνομα Ν αφού προηγουμένως υπήρχε συνεννόηση μεταξύ των δύο (κατηγορούμενου 1 και ΜΚ1) για το ποσό που θα παραλάμβανε το εν λόγω πρόσωπο. Κατά το ίδιο έτος ήτοι το 2017 ο κατηγορούμενος 1 είπε στον ΜΚ1 ότι πέραν της επιχείρησης των σιτηρών ήθελε να κάνει και φάρμα με δαμασκηνές κατσίκες τις οποίες θα πωλούσε, με την κερδοφορία εξασφαλισμένη αφού όπως του ανέφερε είχαν μεγάλη ζήτηση. Ο ΜΚ1 επειδή υποσχέθηκε στον ΜΥ5 ότι θα βοηθούσε τον κατηγορούμενο 1 αλλά και διότι ήθελε να πάρει πίσω τα χρήματα που του έδωσε συνέχισε να του δίνει χρήματα είτε μετρητά είτε με επιταγές ως αυτές περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 2. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκε και φόβος στον ΜΚ1 αφού ο κατηγορούμενος 1 του έλεγε ότι είναι το πρωτοπαλλίκαρο του Αλέξη Μαυτομιχάλη.  Μέχρι τις αρχές του 2018 είχε δώσει στον κατηγορούμενο 1 το ποσό των €167.400. Ο ΜΚ1 ζήτησε τα χρήματα που του έδωσε, με τον κατηγορούμενο 1 να του λέει ότι υπήρχε καθυστέρηση στην παροχή της χορηγίας λόγω του ότι ο λογαριασμός του μπλοκαρίστηκε επειδή είχε εκδώσει ακάλυπτη επιταγή. Συμφώνησαν και ο ΜΚ1 έδωσε το ΙΒΑΝ του δικού του λογαριασμού έτσι ώστε να κατατεθεί το ποσό της χορηγίας που ουδέποτε κατατέθηκε. Ουδέποτε περαιτέρω υποβλήθηκε αίτηση στον ΚΟΑΠ είτε από τους ΧΧ και ΗΗ είτε από την εταιρεία X & Ψ Ltd για επιδότηση σε οποιοδήποτε μέτρο που χειρίζεται ο ΚΟΑΠ. Ο κατηγορούμενος 1 συνέχιζε να ζητά και να λαμβάνει χρήματα από τον ΜΚ1 προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες. Τον είχε καθησυχάσει λέγοντας του και ότι θα λάμβανε το ποσό των €100.000 ως αποζημίωση από ασφαλιστική εταιρεία από αγωγή που κέρδισε για δυστύχημα που είχε. Τον Μάρτιο του 2019 του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 2 και του είπε ότι συνέλαβαν τον κατηγορούμενο 1 στην πράσινη γραμμή και κρατείτο από τις αρχές των Βρετανικών Βάσεων. Του ανέφερε ότι για να αφεθεί ελεύθερος θα έπρεπε να καταβληθεί το ποσό των €30.000 ζητώντας από τον ΜΚ1 να δώσει το ποσό των €20.000 διαφορετικά θα ακολουθούσε σύλληψη και του ίδιου αφού θα ανακάλυπταν μέσω των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους. αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την βλάβη στην εργασία του. Ο ΜΚ1 έδωσε το ποσό των €20.000 σε μετρητά εκ των οποίων τις €7000 να τις είχε δανειστεί από τον ΜΚ12. Ο κατηγορούμενος 2 για να καθησυχάσει τον ΜΚ1 του είπε και συναντήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας όπου εκεί υπέγραψε έγγραφο με το οποίο δήλωνε ότι ουδεμία σχέση είχε (ο ΜΚ1) με οποιεσδήποτε ενέργειες προέβαινε ο κατηγορούμενος 1 στην πράσινη γραμμή. Στο Δικαστήριο ο ΜΚ1 είχε συναντηθεί με τον ΜΚ3 με τον οποίο συνδέεται φιλικά και οικογενειακά και που είχε συνομιλία μαζί του ως προς το λόγο της παρουσίας του στο Δικαστήριο. Κατά την συνάντηση τους στο Δικαστήριο ο ΜΚ1 έδωσε στον κατηγορούμενο 2 το ποσό των €2000 που ο τελευταίος του ζήτησε για τα έξοδα του. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε συνελήφθηκε από τις αρχές των Βρετανικών Βάσεων αλλά ούτε και στις κατεχόμενες από τους Τούρκους περιοχές. Στις 18/4/2019 ο ΜΚ1 έδωσε την τελευταία επιταγή στον κατηγορούμενο 1 για το ποσό των €1500 με το συνολικό ποσό που του είχε δώσει μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία να συμποσούται σε €390.000 πλέον το ποσό των €30.000 που ήταν το αρχικό ποσό. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και ποσό €80.000 που ο ΜΚ1 είχε δανειστεί από τον πατέρα του και το οποίο δόθηκε στον κατηγορούμενο 1. Ο κατηγορούμενος 2 τηλεφώνησε στον ΜΚ1 και του είπε και συναντήθηκαν όπου υπέγραψε κάποια έγγραφα και καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή 1482/2019 εναντίον του κατηγορούμενου 1. Ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε το ποσό των €3000 για τα έξοδα του, ποσό που ο ΜΚ1 του κατέβαλε. Τον Απρίλιο του 2019 ο ΜΚ1 ανέφερε στον κατηγορούμενο 1 ότι θα πήγαινε στον δικηγόρο του με τον τελευταίο να του λέει «Δεν φοβάμαι κανένα, παίζω σε και εσένα και εκείνο». Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε τον δικηγόρο του ο οποίος τον προέτρεψε να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία κάτι το οποίο δεν έπραξε φοβούμενος τις απειλές του κατηγορούμενου 1. Τον Μάϊο του 2020 ο ΜΚ1 έλαβε κλήση στο κινητό του από τον αριθμό [ ] οπόταν του λέχθηκε ότι χρωστά 2 εκατομμύρια ευρώ σε κάποιον Λ. Μετά από μία εβδομάδα έλαβε και πάλι κλήση από τον αριθμό τηλεφώνου [ ] και του ζητήθηκε το πιο πάνω ποσό. Οι δύο αριθμοί είναι προπληρωμένης υπηρεσίας So Easy και δεν υπάρχουν στοιχεία συνδρομητή. Στις 25/8/2020 και ώρα 02:16 και ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν στο σπίτι του με την οικογένεια του ακούστηκε έκρηξη και εντόπισε δίπλα από το γκαράζ της οικίας του χαρτιά και μία μικρή μπαταρία όπως και μαύρισμα στο δάπεδο. Στις 12/10/2020 έλαβε επιστολή από τον δικηγόρο Άγη Σαβεριάδη με την οποία τον ενημέρωνε ότι οφείλει στον πελάτη του κάποιο ΠΤ επτά εκατομμύρια ευρώ ως προμήθεια δυνάμει προφορικής συμφωνίας για την εξεύρεση αγοραστών και την πώληση 14000 δαμασκηνών κατσικών. Ο κατηγορούμενος 1 αλλά και η εταιρεία X & Ψ Ltd ουδέποτε υπήρξαν ή και είναι κάτοχοι άδειας ή και σχετιζόμενοι με την εκτροφή ζώων. Το καθαρό εισόδημα του ΜΚ1 από μερίσματα για την περίοδο 2012-2019 ήταν €143.891 ενώ από μισθωτές εργασίες για την ίδια περίοδο ανέρχονταν στις €262.509.»

 

Όπως αναφέρει ο συνήγορος για τον εφεσείοντα στο διάγραμμά του, οι κατηγορίες οι οποίες περιλήφθηκαν στο κατηγορητήριο μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως.

 

          Οι κατηγορίες 5 και 70 αφορούν το ποσό των €30.000 το οποίο δόθηκε στον εφεσείοντα σε σχέση με την εισαγωγή τσιμέντων σε συνεργασία με εταιρεία στην Ελλάδα «κατά τον Απρίλιο του 2016».

 

          Οι κατηγορίες 6-14 αφορούν ποσά που αποσπάστηκαν μεταξύ Ιανουαρίου 2017-Μαΐου 2017 στη βάση της ψευδούς παράστασης ότι χρησιμοποιούνταν σε σχέση με επιχείρηση εμπορίας σανού.

 

          Οι κατηγορίες 15-64, με εξαίρεση της 62ης, αφορούν αποσπάσεις χρηματικών ποσών μεταξύ Ιουνίου 2017-Απριλίου 2019 όπου ο εφεσείων ζητούσε χρήματα τόσο για την επιχείρηση εμπορίας σανού όσο και για τη δημιουργία και λειτουργία επιχείρησης δαμασκηνών κατσικών.

 

Οι κατηγορίες 62 και 68 αφορούν απόσπαση του ποσού των €20.000 στη βάση της ψευδούς παράστασης ότι το ποσό αυτό θα διδόταν ως εγγύηση για την απόλυση του εφεσείοντα από αστυνομική κράτηση στις Βρετανικές Βάσεις.

 

Είναι σαφές ότι τα πλείστα ποσά δεν αποσπάστηκαν συνεπεία ξεχωριστής ψευδούς παράστασης αλλά υπήρξαν συνεχόμενες και χρονικά παράλληλες ψευδείς παραστάσεις. Τα ποσά που αναφέρθηκαν και αποτέλεσαν μέρος των λεπτομερειών των κατηγοριών του αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες, ποσά που δόθηκαν σε μετρητά και υπολογίστηκαν στη βάση των σημειώσεων του ΜΚ1, και ποσά που αφορούν τραπεζικές επιταγές.

 

Η πλέον σημαντική μαρτυρία που τέθηκε, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήταν αυτή του παραπονούμενου ΜΚ1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις σελίδες 8 μέχρι 16 της απόφασής του, καταγράφει τη μαρτυρία του ΜΚ1 με λεπτομέρεια και αναφέρεται, ειδικά, στα ποσά που δάνεισε στον εφεσείοντα μετά από παραστάσεις που του έγιναν από τον πατέρα του εφεσείοντα, που είναι πρώτος εξάδελφος του, αλλά και από τον ίδιο τον εφεσείοντα. Όπως, επίσης, αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το πρώτο ποσό των €30.000 που έδωσε ο ΜΚ1 στον εφεσείοντα για να σπέρνει σιτηρά με επιδότηση από το κράτος σε ποσοστό 70% και η σχετική επί τούτου μαρτυρία του ΜΚ1 έμεινε αναντίλεκτη. Μεσολάβησαν και άλλες παραστάσεις, τόσο για την ισχυριζόμενη δημιουργία επιχείρησης σιτηρών αλλά και για δημιουργία φάρμας με δαμασκηνές κατσίκες με σκοπό την εξαγωγή τους, τα οποία ανήλθαν σε €390.000. €40.000 δόθηκαν στη βάση επιταγών. Τα υπόλοιπα χρήματα δόθηκαν σε μετρητά τα οποία ο παραπονούμενος ΜΚ1 είχε καταγράψει σε σημειώσεις μετά που του είχε ζητηθεί από την Αστυνομία.

 

Σημειώνουμε ότι στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στη σελίδα 56, απαντάται η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, η οποία απορρίφθηκε. Βάση της απόρριψης της εισήγησης ήταν ότι το κατηγορητήριο συντάχθηκε σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες και στη βάση της μαρτυρίας του παραπονούμενου ως προς τα ποσά που κατά τη θέση του έδωσε στον εφεσείοντα, σε διάφορες ημερομηνίες, οι οποίες αναγράφονται στις κατηγορίες. Η υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να εξετάσει τον ΜΚ1, υποβάλλοντας τις θέσεις της, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε που μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα του δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το κατηγορητήριο ήταν σαφές και επίσης ανταποκρίνεται στην εκδοχή που ο ΜΚ1 είχε θέσει κατά τη λήψη των καταθέσεων του στην αστυνομία.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, στην απόφασή του, ότι η ψευδής παράσταση για τις κατηγορίες 6-14 συνίσταται στο ότι ο εφεσείοντας παρουσίασε στον παραπονούμενο ότι δημιούργησε επιχειρήσεις σιτηρών, κάτι το οποίο δεν υφίστατο, ενώ για τις κατηγορίες 15-64, ότι δημιούργησε επιχειρήσεις σιτηρών και φάρμας με δαμασκηνές κατσίκες, κάτι το οποίο δεν υφίστατο. Η συμπεριφορά που αποδόθηκε στον εφεσείοντα είχε ως περίοδο έναρξης της τον Ιανουάριο του 2017. Όταν ο πατέρας του εφεσείοντα ζήτησε από τον παραπονούμενο ΜΚ1 να βοηθήσει τον γιο του να δημιουργήσει επιχείρηση σιτηρών, δανείζοντας του το ποσό των €30.000 και κατάφερε και εξασφάλισε και άλλα ποσά με επίκληση παρεμφερών δικαιολογιών όπως αγορά μηχανημάτων, τρακτέρ, φορτηγού και εντομοκτόνων. Του δόθηκαν υποσχέσεις ότι θα του επιστρεφόταν το ποσό που θα έδιδε αφού ο εφεσείοντας θα λάμβανε κρατική επιδότηση. Όπως σημειώνει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, η μαρτυρία αναφορικά με την ισχυριζόμενη δημιουργία επιχείρησης σιτηρών παρέμεινε, ουσιαστικά, αναντίλεκτη αφού πέραν γενικής υποβολής από πλευράς υπεράσπισης ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο, δεν υπήρξε αντεξέταση του παραπονούμενου ΜΚ1 ως προς αυτό το στοιχείο. Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η επικαλούμενη δημιουργία επιχείρησης σιτηρών με την πρόσθετη εξασφάλιση του ποσού, μέσω κρατικής χορηγίας, επέδρασσαν στο μυαλό του παραπονούμενου ΜΚ1 έτσι ώστε να δώσει τα ποσά στον εφεσείοντα. Κάτι τέτοιο δεν υφίστατο αφού ούτε σιτηρά είχαν σπαρθεί ούτε και επιχείρηση δημιουργήθηκε.

 

Οι κατηγορίες 15-64 αφορούν ποσά που δόθηκαν και για την δημιουργία επιχείρησης σιτηρών και φάρμας με δαμασκηνές κατσίκες για εξαγωγή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι και αυτό ήταν ένα ψευδές κατασκεύασμα του εφεσείοντα με σκοπό να αποσπάσει χρήματα από τον ΜΚ1. Προηγήθηκε η δημιουργία επιχείρησης για τσιμέντα, όπου του είχε δοθεί το ποσό των €30.000. Ακολούθησε η δήθεν επιχείρηση για σιτηρά, και ο εφεσείων έπρεπε να επινοεί συνεχώς την δήθεν δημιουργία επιχειρήσεων για να καθίσταται δυνατή η καταδολίευση του ΜΚ1. Ούτε επιχείρηση εξαγωγής κατσικών δημιουργήθηκε, ούτε και δαμασκηνές κατσίκες αγοράστηκαν για εξαγωγή. Ο ΜΚ1 ουδέποτε δημιούργησε επιχείρηση κατσίκων με τον εφεσείοντα και ούτε γνώριζε ή και αναμείχθηκε σε τέτοια επιχείρηση. Η δήθεν επιχείρηση ήταν το μέσο για να αποσπά ο εφεσείων ποσά από τον ΜΚ1, με σκοπό την καταδολίευσή του. Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εφεσείων απέσπασε τα εν λόγω ποσά από τον ΜΚ1 χωρίς ποτέ να πραγματοποιηθεί ο σκοπός για τον οποίο δόθηκαν τα χρήματα.

 

Ορθά, επίσης, με βάση τα γεγονότα και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και την παράθεση του αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του Άρθρου 4(1)(2) του Ν.188/(Ι)/2007, κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παραπέμποντας στις υποθέσεις ΛΕΜΟΝΑΡΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 212/2017, ημερομηνίας 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΠΕΡΔΙΚΗ, Ποινική Έφεση 98/20 Σχ. με 140/20 και 142/20, ημερομηνίας 27.5.2021 και αποφάσισε ότι ο εφεσείοντας ενώ γνώριζε ότι το ποσό των €420.000 το απέκτησε από τη διάπραξη των αδικημάτων της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, συνομωσίας και απαίτησης περιουσίας με απειλές, εντούτοις το οικειοποιήθηκε και το χρησιμοποίησε. Τέλος, ορθή ήταν η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία της κλοπής από αντιπρόσωπο κατά παράβαση των Άρθρων 250 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αναφορικά με το ποσό των €30.000, για να το καταβάλει δήθεν για σκοπούς της εμπορίας τσιμέντων. Με ορθή αναφορά στην υπόθεση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση 13/2021, ημερομηνίας 7.12.2021 και την παλαιότερη ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 486 αλλά και την ΤΟΥΜΑΖΗ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (Αρ.2) (2012) 2 Α.Α.Δ. 794, αποφάσισε ότι κατά τον χρόνο που του παραδόθηκε το ποσό των €30.000, ο εφεσείων ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του ΜΚ1 αφού του το εμπιστεύτηκε στο πλαίσιο αγοράς και εμπορίας τσιμέντων από τρίτη εταιρεία. Κατ’ εφαρμογή της ΤΟΥΜΑΖΗ (ανωτέρω), ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι από τη στιγμή που ο ΜΚ1 εμπιστεύτηκε στον εφεσείοντα το ποσό των €30.000 για συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί και το ποσό αυτό το οικειοποιήθηκε, χωρίς να το επιστρέψει στον ιδιοκτήτη του, τότε το αδίκημα του Άρθρου 270 του Ποινικού Κώδικα, έχει διαπραχθεί.

 

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος έφεσης είναι άνευ ερείσματος, και απορρίπτεται.

 

Θα εξετάσουμε, ακολούθως, τον τρίτο λόγο έφεσης ο οποίος αφορά το παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη ένεκα πλημμελούς διερεύνησης και ακολούθως τους υπόλοιπους οι οποίοι αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα ευρήματα του.

 

          Παραπονείται, ειδικά, ο εφεσείων, ότι οι αστυνομικές αρχές δεν διερεύνησαν ορθά την παρούσα υπόθεση, ειδικότερα σε σχέση με τα εισοδήματα του παραπονούμενου ΜΚ1. 

 

Όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, η υπεράσπιση αποδίδει στον ΜΚ2, που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, ότι προχώρησε μεν σε έρευνα σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του κατηγορούμενου 1 (εφεσείοντα) αλλά και τα περιουσιακά στοιχεία του, εντούτοις εσκεμμένα ή λόγω ανεπαρκούς κατάρτισης δεν προέβηκε σε ανάλογη έρευνα σε σχέση με τα εισοδήματα και του παραπονούμενου ΜΚ1. Η παράλειψη αυτή των διωκτικών αρχών, ισχυρίστηκε η υπεράσπιση, την έθεσε σε δυσμενή θέση αφού πέραν του ότι πιθανόν να μην έφτανε η υπόθεση στο Δικαστήριο, αν γινόταν σωστή διερεύνηση, ανάγκασε τον κατηγορούμενο 1 (εφεσείοντα) να καλέσει μάρτυρες για να αποδείξει την οικονομική δυνατότητα του παραπονούμενου ΜΚ1 παραβιάζοντας την ισότητα των όπλων.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, σχετικά, ότι το ερώτημα που τίθεται είναι αν η αστυνομία έχει διεξαγάγει ελλιπή έρευνα, και σε περίπτωση που η απάντηση είναι θετική, θα πρέπει να εξεταστεί αν από την ελλιπή έρευνα έχουν επηρεαστεί δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου.

 

Καταρχήν, το πρωτόδικο Δικαστήριο σωστά ανέφερε ότι το αδίκημα που διερευνούσε η αστυνομία ήταν η απόσπαση χρημάτων από τον παραπονούμενο ΜΚ1 και όχι κατά πόσο ο εν λόγω μάρτυρας και παραπονούμενος δήλωνε τα εισοδήματα του στο Τμήμα Φορολογίας. Το καθήκον του εξεταστή της υπόθεσης ήταν να συλλέξει στοιχεία ώστε να τα θέσει στον κατηγορούμενο για να έχει και τη δική του θέση ως προς αυτά. Ο εξεταστής της υπόθεσης, όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, όταν προέκυψαν κάποια ερωτήματα μετά τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, κάλεσε τον παραπονούμενο για διευκρινήσεις. Η υπεράσπιση, πέραν του ότι ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε ο εξεταστής της υπόθεσης να λάβει στοιχεία από τον Έφορο Φορολογίας, το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή τον Έφορο Εταιρειών, προβάλλει τη θέση ότι η μη λήψη των στοιχείων αυτών επηρέασε δυσμενώς την υπεράσπιση του εφεσείοντα. Ορθά το Δικαστήριο έκρινε ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη καθότι η υπεράσπιση είχε την ευκαιρία σε κάθε περίπτωση να υποβάλει αρχικά τις θέσεις της στον παραπονούμενο και ακολούθως να καλέσει και η ίδια μάρτυρες για να υποστηρίξει τα όσα αναφέρει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επίσης ορθά, αποφάσισε ότι «Το να προβάλλεται αφηρημένα ότι υπήρξε ελλιπής διερεύνηση διότι ο εξεταστής της υπόθεσης θα έπρεπε να προβεί και σε ενέργειες που κατά τη θέση της υπεράσπισης θα έπρεπε να γίνουν δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει η παράλειψη διερεύνησης και η απουσία αυτής να συνδέεται με τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Στην εδώ περίπτωση δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι υπάρχει κάτι τέτοιο.»

 

Ορθά, κατέληξε το Δικαστήριο, στην πιο πάνω θέση του έχοντας κατά νου ότι είχαν εξασφαλιστεί τα τραπεζικά δεδομένα του παραπονούμενου, τέθηκαν ερωτήσεις στον ανακριτή αναφορικά με αυτά και κατατέθηκαν, ως τεκμήρια, διάφορες καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών και άλλα έγγραφα στα οποία καταγράφεται η έκδοση τραπεζικών επιταγών που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Οι συνήγοροι του εφεσίβλητου δεν καταδεικνύουν, μέσα από την αγόρευσή τους, ότι έγινε παράλειψη αναμενόμενων ενεργειών, αλλά ούτε και ότι έχει απωλεσθεί μαρτυρία η οποία θα ήταν καθοριστική για την υπόθεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία αναφορικά με την υποχρέωση των αστυνομικών αρχών για διερεύνηση μιας υπόθεσης, παραπέμποντας σχετικά στις υποθέσεις ABURAMADAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2021 σχ. με 155/2021, ημερομηνίας 10.11.2022, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερομηνίας 15.12.2017 και MUNTEANU v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 459. Ορθά κατέληξε ότι η μη διερεύνηση της δυνατότητας του παραπονούμενου ότι έδωσε €420.000 στον εφεσείοντα ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού διερευνήθηκαν τα εισοδήματα του και η οικονομική του δυνατότητα και σίγουρα δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε τοποθέτηση του εφεσείοντα σε δυσμενή θέση. Ούτε και κλήθηκε αυτός να αποδείξει γεγονότα τα οποία έπρεπε να είναι ξεκάθαρα από τη διερεύνηση της υπόθεσης.

 

Επομένως, και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης πραγματεύεται την αξιοπιστία του ΜΚ1 και τη λανθασμένη, κατά τον εφεσείοντα, κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αυτός ήταν αξιόπιστος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού παραθέτει ορθά τις αρχές της νομολογίας που διέπουν τον τρόπο αξιολόγησης ενός μάρτυρα, στις σελίδες 8 μέχρι 16 της πρωτόδικης απόφασης προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1 για τον οποίο χαρακτηριστικά αναφέρει τα εξής:

 

«Η εντύπωση που δημιουργήσαμε και αυτό το λέμε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό είναι ότι ο ΜΚ1 ήταν απόλυτα ειλικρινής μάρτυρας που έθεσε την πραγματική διάσταση των γεγονότων και πως αυτά ξεκίνησαν και εξελίχθηκαν μέχρι την καταγγελία που προέβηκε στην αστυνομία. Απαντούσε με αμεσότητα, σταθερότητα, και χωρίς υπεκφυγές. Ακόμα και σε κάποιες στιγμές η φόρτιση του δικαιολογείτο από το τι βίωσε ο ίδιος και η οικογένεια του από την συμπεριφορά των κατηγορουμένων και ειδικότερα του κατηγορούμενου 1. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Η προσπάθεια της υπεράσπισης με την αντεξέταση του, για να κλονίσει την αξιοπιστία του, έπεσε στο κενό.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη μαρτυρία του ΜΚ1 και σε κάθε πτυχή της εξέτασε κατά πόσο αυτή είχε στοιχειοθετηθεί ενώπιον του και μπορούσε να γίνει πιστευτή. Κατέληξε σε θετική απάντηση και εξέτασε όλα τα ποσά που δόθηκαν από τον ΜΚ1 στον κατηγορούμενο, τα οποία και το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογούνταν στη βάση των εισοδημάτων του. Ο ΜΚ1 έπεισε το πρωτόδικο Δικαστήριο για τα ποσά τα οποία έδωσε στον εφεσείοντα τα οποία δικαιολόγησε τόσο στις γραπτές του καταθέσεις στην αστυνομία αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου. Έγινε αναφορά στους λόγους για τους οποίους δόθηκαν τα ποσά και ειδικότερα παραπέμπουμε στο πιο κάτω απόσπασμα, από την απόφαση του Κακουργιοδικείου, που αιτιολογεί γιατί έκανε αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ1.

 

«Αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι πέραν από τις επιταγές, ως αυτές καταγράφονται στο τεκμήριο 2 και που είναι παραδεκτό ότι δόθηκαν, το υπόλοιπο ποσό των μετρητών ουδέποτε δόθηκε. Το ποσό των επιταγών συμποσούται περί τις €40.000. Υπολείπεται ένα αρκετά μεγάλο ποσό που να συμπληρώνει τα χρήματα που ο ΜΚ1 ανέφερε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο 1. Ο μάρτυρας επέμεινε ότι δόθηκε σε μετρητά κάτι που είχε καταγεγραμμένο σε σημειωματάριο το οποίο όμως δεν είχε. Κατέγραψε τα ποσά σε κόλλα Α4 όπως του υποδείχθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης όπως αυτή επισυνάπτεται στην κατάθεση του τεκμήριο 4. Το γεγονός ότι ο ΜΚ1 δεν προσκόμισε το σημειωματάριο που είχε καταγεγραμμένα τα ποσά που έδωσε στον ΜΚ1 δεν κλονίζει την αξιοπιστία του τη στιγμή που και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του τεκμήριο 13 δέχεται ότι, ανεξάρτητα από την εκδοχή την οποία προώθησε, ο ΜΚ1 έδωσε για την ισχυριζόμενη επιχείρηση περί τις €150.000-€200.000. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν να τίθεται στον ΜΚ1 ότι ουδέποτε έδωσε το ποσό το οποίο ισχυρίζεται και ότι ήταν μόνο το ποσό των επιταγών. Αντεξετάστηκε επί μακρόν ο ΜΚ1 σε σχέση με τα εισοδήματα του αφού άξονας της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 1 ήταν ότι από τα δηλωμένα εισοδήματα του τόσο ως μισθωτός αλλά και ως μερίσματα από την εταιρεία που διατηρούσε δεν δικαιολογούν τον ισχυρισμό του. Θα πρέπει εν πρώτοις να πούμε ότι δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 οποιαδήποτε θέση περί ύπαρξης αλλότριου κινήτρου να καταγγείλει τους κατηγορούμενους στην αστυνομία για τα όσα τους καταλογίζει. Περαιτέρω και παρά το ότι ο ΜΚ1, επί του εν λόγω ζητήματος δηλαδή των εισοδημάτων του, σε κάποιες μόνο ερωτήσεις, αρνήθηκε να απαντήσει στη βάση της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης, που σε κάθε περίπτωση αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του, δεν διακρίναμε οτιδήποτε που να τον καθιστά αναξιόπιστο. Ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι δεν δήλωνε στον φόρο εισοδήματος τα πραγματικά του εισοδήματα δεν σημαίνει ότι δεν είχε τα χρήματα που έδωσε στον κατηγορούμενο. Η προσπάθεια να αναδείξει και τυχόν μη δήλωσης όλων των εισοδημάτων του ίδιου και της επιχείρησης του στον φόρο εισοδήματος, ακόμη και αν γίνει δεκτή ουδόλως καταρρίπτει τα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ούτε και αλλοιώνει την πολύ καλή εικόνα που δημιούργησε στο Δικαστήριο. Το τι εδώ αφορά είναι κατά πόσο ο ΜΚ1 είχε δώσει τα χρήματα  στους κατηγορούμενους στοιχείο για το οποίο ο μάρτυρας εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια παραθέτοντας και σχετικά στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση ανέφερε ότι ναι μεν έδωσε €420.000 σε διάστημα 11/2 - 2 έτη πλην όμως η επιχείρηση του λειτουργούσε για 25 χρόνια. Ακόμα και για το «κούρεμα» του 2013 έχασε τα χρήματα που είχε στην τράπεζα όχι όμως αυτά που φύλαγε στο σπίτι του. Δεν θα υπεισέλθουμε σε λογιστικές και μαθηματικές πράξεις για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα όσον αφορά τα εισοδήματα του ΜΚ1 και αν τα δήλωνε στον έφορο φορολογίας. Δεν είναι ζήτημα θεωρούμε το οποίο θα πρέπει να εξετάσουμε αν δηλαδή συμμορφωνόταν με τη φορολογική νομοθεσία. Το ζήτημα που εξετάζουμε εδώ είναι αν από τα όσα έθεσε και αφορούν τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι έδωσε όντως τα έδωσε. Επί τούτου η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε. Σε κάθε περίπτωση οι εξηγήσεις που έδωσε κρίνονται επαρκείς. Εξήγησε τόσο για τα οικογενειακά έξοδα όσο και για τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης του. Είπε ότι δεν κατέθετε όλα τα χρήματα του σε τράπεζα και διατηρούσε μετρητά στο σπίτι του. Η επιχείρηση του είναι από το 1997 και είναι ένα από τα μεγαλύτερα χημεία της Κύπρου με τζίρο μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Ευρώ. Η επικέντρωση της υπεράσπισης στα εισοδήματα του ΜΚ1 και ότι αυτά, με βάση τις φορολογικές του δηλώσεις, δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει το αντίκρισμα που ο κατηγορούμενος 1 επεδίωξε. Αν όντως ο υπό κρίση μάρτυρας προέβαινε σε δηλώσεις που δεν ανταποκρίνονταν στα πραγματικά του εισοδήματα δεν επηρεάζει ούτε την αξιοπιστία του αλλά ούτε και ότι δεν είχε τα ποσά που ανέφερε ότι έδιδε προς όφελος του κατηγορούμενου 1.»

         

Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε πλήρως τη μαρτυρία του ΜΚ1, εντοπίζοντας τυχόν αντιφάσεις ή/και κενά που μπορεί να παρουσιάστηκαν, και ορθά κατέληξε στο να την κατατάξει ως αξιόπιστη. Δεν υπάρχει περιθώριο παρέμβασης μας στην εν λόγω διαπίστωση.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

          Και ο τέταρτος λόγος έφεσης πραγματεύεται την αξιολόγηση μάρτυρα, συγκεκριμένα του ΜΥ3, πατέρα του εφεσείοντα. Είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε εύρημα μη αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα. Στις σελίδες 40-43 της πρωτόδικης απόφασης, το Κακουργιοδικείο ασχολείται επισταμένα και αναλύει τη μαρτυρία του ΜΥ3 για να καταλήξει στην αξιολόγησή της ως αναξιόπιστη. Η εντύπωση που δημιουργήθηκε στο Κακουργιοδικείο για τον εν λόγω μάρτυρα δεν ήταν καθόλου καλή. Η μαρτυρία του ήταν διάτρητη από ψεύδη, στην προσπάθεια του να παρουσιάσει την εικόνα ότι ο γιος του, εφεσείοντας, ουδεμία σχέση έχει με αυτά που του καταλογίζονται. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταγράφοντας απαντήσεις και αναφορές του ΜΥ3 στο Δικαστήριο και αντιπαραβάλλοντας τις με τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία, εύλογα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα όσα έχει αναφέρει αποτελούν ύστερες επινοήσεις έτσι ώστε να δημιουργήσει την εικόνα περί συνεργασίας ΜΚ1 και του γιου του κατηγορούμενου 1 για την εξαγωγή κατσικών. Το Κακουργιοδικείο, χωρίς αμφιβολία αποφάσισε ότι όσα ο ΜΥ3 έθεσε και η εικόνα που ήθελε να παρουσιάσει ουδεμία σχέση είχε με την πραγματικότητα. Εντοπίστηκαν διαφοροποιήσεις στη θέση του πέραν των πασιφανών αντιφάσεων και επίσης το Κακουργιοδικείο εντόπισε ψεύδη του ΜΥ3 τα οποία λέχθηκαν χωρίς αναστολές.

 

          Λανθασμένα ο συνήγορος του εφεσείοντα αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι είναι πατέρας του εφεσείοντα και ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει το γιο του και όχι  να πει την αλήθεια ήταν το σημείο κρίσης της αξιοπιστίας του. Αντίθετα, η διαπίστωση του Κακουργιοδικείου προέκυψε από τη συνολική εικόνα του ΜΥ3, κατά τη διαδικασία, και το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε σε εύλογα ερωτήματα που αναφύονται από τη μαρτυρία του ΜΥ3, μη πειστικές απαντήσεις διαφοροποιήσεις και ψέματα. Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει πεδίο επέμβασης μας. Απορρίπτεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης.

 

          Η αναξιοπιστία της ΜΥ5, μητέρας του κατηγορούμενου 1, και η μη αποδοχή της μαρτυρίας της αποτελούν το αντικείμενο του πέμπτου λόγου έφεσης. Σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο τα ακόλουθα σε σχέση με την ΜΥ5:

 

«Η ΜΥ5 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν εμφανής η προσπάθεια της να εξυπηρετήσει την εκδοχή του κατηγορούμενου 1. Προς τούτο προέβηκε σε επιλεκτική παράθεση στοιχείων προσβλέποντας σε ακύρωση των όσων ο ΜΚ1 έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν δίστασε να πει ψέματα στο Δικαστήριο ή να διαστρεβλώσει γεγονότα που θα ήταν προς όφελος του γιου της. Η προσπάθεια αυτή προκύπτει αρχικά από την ίδια την κατάθεση της τεκμήριο 64, όπου προβαίνει σε αναφορά για επτά επιταγές δικαιολογώντας την κατοχή τους από το γιο της με προβολή τριών διαφορετικών λόγων. Αρχικά λέει ότι επειδή ο γιος της είναι συνέταιρος με τον ΜΚ1 δεν το θεώρησε παράξενο να τις κατέχει. Παρά ταύτα επειδή ο ΜΚ1 είχε άλογα στη φάρμα, πίστευε ότι οι επιταγές δόθηκαν για τη συντήρηση των αλόγων. Τέλος αναφέρει ότι δεν γνώριζε το λόγο που εκδόθηκαν για λογαριασμό του γιου της και ούτε ρώτησε ποτέ. Πιο σημαντικό όμως και που καταδεικνύει την αναλήθεια των όσων η ΜΥ5 ανέφερε στο Δικαστήριο είναι και προσκόμιση και κατάθεση, επιλεκτικά κρίνουμε, των βιβλιαρίων τιμολογίων τεκμήριο 70. Εν πρώτοις όταν της λήφθηκε κατάθεση από την αστυνομία ουδεμία αναφορά έγινε για την ύπαρξη των στοιχείων αυτών και παρά το γεγονός ότι η ίδια καταθέτοντας ενόρκως ανέφερε ότι οι αστυνομικοί της είπαν ότι το κομμάτι αυτό την αφορά αφού κρατούσε αποδείξεις. Παρά ταύτα έκρινε, μετά από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, ότι θα μπορούσε να βοηθήσει την υπόθεση και έψαξε και βρήκε το τεκμήριο 70. Το ότι επρόκειτο για ύστερες σκέψεις προκύπτει και από τις απαντήσεις που έδωσε σε δύο ερωτήσεις κατά την κυρίως εξέταση της και που ήταν για να προκαταλάβει τυχόν αμφισβήτηση των προθέσεων της. Ρωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 64: «Ε. Τα όσα λέτε εκεί υιοθετείτε τα; Α. Ό,τι με ρώτησαν απάντησα.» Στη συνέχεια ρωτήθηκε το εξής: « Ε. Και πώς έγινε αυτή η κατάθεση; Με ποιο τρόπο; Α. Ο σύζυγος μου καθόταν στο ένα τραπέζι και εγώ με την κοπέλα στο άλλο. Ό, τι ερωτήθηκα απάντησα.». Ακόμα όμως και τα στοιχεία που έφερε δεν είναι όλα, ως η ίδια δέχθηκε, αφού τα τιμολόγια, ως και πάλι η ίδια ανέφερε, λόγω μιας μετακόμισης που έκαναν βρήκε ότι μπορούσε και «μακάρι να μπορούσα να βρω και τα υπόλοιπα.». Αυτό βέβαια ήταν πολύ βολικό για τη μάρτυρα αφού στη συνέχεια της αντεξέτασης της και όταν της υποβάλλονταν ερωτήσεις σε σχέση με το τεκμήριο 70 δεν ήταν λίγες οι φορές που επικαλείτο την αδυναμία της να βρει το σύνολο των στοιχείων. Οι απαντήσεις τύπου «Αυτά βρήκα και αυτά έφερα» δεν είναι προφανώς ικανοποιητικές. Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε και την ξεκάθαρη προσπάθεια της μάρτυρος να μην εμπλέξει τον κατηγορούμενο 1 όχι μόνο στην τήρηση αλλά και την γνώση έκδοσης και ύπαρξης των εν λόγω στοιχείων καθ' όν χρόνο ήταν αυτή που διαχειριζόταν το οικονομικό κομμάτι της φάρμας.»

 

Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι η μάρτυρας αυτή είχε προσκομίσει τα τιμολόγια, τεκμήριο 70, για να αποδείξει ότι ο ΜΚ1 πλήρωνε για την φροντίδα και άλλα έξοδα των αλόγων. Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής:

 

«Ακόμα όμως και αυτά που κατέθεσε και αποτελούν το περιεχόμενο του τεκμήριου 70 φάνηκε κατά την αντεξέταση της ότι δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί το συμπέρασμα που η ΜΥ5 είχε κατά νουν. Ανέφερε ότι κρατούσε μία σειρά έκδοσης των τιμολογίων και όταν συμπληρωνόταν το ένα βιβλιάριο έπαιρνε το άλλο. Όταν της υποβλήθηκε ότι οι αριθμοί των βιβλιαρίων δεν είχαν συνοχή απάντησε ότι τύγχανε πελάτες να έρχονται κάθε τρεις μήνες για να πληρώσουν, προβάλλοντας και πάλι ότι δεν βρήκε όλα τα τιμολόγια. Είπε περαιτέρω ότι μπορούσε να μην υπήρχε και χρονολογική σειρά στα τιμολόγια με βάση τους μήνες αλλά προσπαθούσε να τα κρατεί με μία σειρά. Αντεξετάστηκε σε έκταση η μάρτυρας επί του τεκμηρίου 70 τόσο σε σχέση με τα άλογα που ο ΜΚ1 διατηρούσε όσο και σε σχέση με τα υπόλοιπα που είπε ότι φιλοξενούσαν. Είπε ότι ο αριθμός των αλόγων που μπορούσαν να έχουν στην φάρμα τους ήταν 80 αλλά ο αριθμός αυτός δεν ήταν σταθερός και εξαρτιόταν από την περίοδο. Μπορεί να ήταν 30 τον ένα μήνα, 50 τον επόμενο ή και 60.  Αυτό που πρόεκυψε από τις ερωτήσεις που της τέθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής και τις απαντήσεις που έδιδε, είναι ότι από τα τιμολόγια που εξέδιδε, που ως είπε προσπαθούσε να είναι με σειρά, δεν δικαιολογείται η αναφορά της για ύπαρξη είτε 30 είτε 40 ή ακόμα και για περισσότερα άλογα. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τα τιμολόγια. Δεν θα παραθέσουμε όλα όσα προέκυψαν και που επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω αλλά θα παραπέμψουμε ενδεικτικά σε κάποια από αυτά και που υποδείχθηκαν και υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση της. Ενώ στο βιβλιάριο τιμολογίων με αριθμούς 2451-2500 ξεκινά από τον 1/2010 και τελειώνει στον 7/2010 και στα οποία περιλαμβάνονται και τιμολόγια που φέρονται να εκδόθηκαν στο όνομα του ΜΚ1 εν τούτοις υπάρχουν και τιμολόγια στο βιβλιάριο με αριθμούς 1051-1100 και που σε σχέση με τον ΜΚ1 αφορούν και τους μήνες Φεβρουάριο και Απρίλιο του 2010 τη στιγμή που αν τα πράγματα ήταν όπως τα περιέγραψε η μάρτυρας θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στο πρώτο βιβλιάριο. Ακόμα όμως και ο αριθμός των τιμολογίων δεν δικαιολογεί, ως θέσαμε πιο πάνω, την αναφορά της μάρτυρος για την ύπαρξη του αριθμού των αλόγων που σε κάποιες περιπτώσεις έφθανε το μέγιστο της χωρητικότητας της φάρμας. Το στοιχείο αυτό προκύπτει και πάλι ξεκάθαρα από το βιβλιάριο τιμολογίων με αριθμούς 751-800 και που υποδείχθηκε και πάλι στην ΜΥ5. Η μάρτυρας επικαλέστηκε και πάλι την αδυναμία της να εντοπίσει όλα τα τιμολόγια παρά το ότι, κατά τη θέση της υπήρχαν.»

 

Προκύπτει ότι η όλη προσέγγιση του Δικαστηρίου, σε σχέση με την αξιολόγηση της ΜΥ5 ήταν εντός των ορθών πλαισίων και η κατάληξη και η κρίση του είναι ορθή και επιτρεπτή χωρίς να δικαιολογεί την παρέμβαση μας.

 

Και ο πέμπτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

          Επομένως, οι λόγοι έφεσης που αφορούν την καταδίκη του εφεσείοντα απορρίπτονται και η πρωτόδικη απόφαση, σε ό,τι αφορά την καταδίκη, επικυρώνεται.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης, αμφισβητούνται οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 χρόνων στην κατηγορία 67 και 5 χρόνων στην κατηγορία 70 του κατηγορητηρίου, αλλά και προωθείται η θέση ότι υπήρξε «υπέρμετρα αυστηρή αντιμετώπιση του εφεσείοντα σε κάθε κατηγορία ξεχωριστά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο».

 

Είναι πολύ καλά καθιερωμένη η αρχή ότι η επιβολή της ποινής είναι καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν διαφαίνεται ότι αυτή είναι αποτέλεσμα σφάλματος αρχής ή έκδηλα υπερβολική ή έκδηλα ανεπαρκής και δεν ικανοποιεί τους σκοπούς του νόμου.

 

Στην πρόσφατη απόφασή μας GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2025, 141/2025, ημερομηνίας 30.10.2025, επαναλάβαμε τη σχετική νομολογία σημειώνοντας τα εξής:

 

«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537,  επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας του Εφετείου προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

"Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015)."»

Ανάλογες αρχές αφορούν και στην αποτίμηση των ελαφρυντικών στοιχείων, η οποία, και πάλι, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όταν διαπιστώνεται λανθασμένη άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της πρωτόδικης εξουσίας (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΣΑΤΑΝΑ κ.ά. (1996) 2 Α.Α.Δ. 257, ΑΝΤΩΝΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 68/2024, 71/2024, ημερομηνίας 16.7.2025). Είναι δε, σαφώς νομολογημένο ότι διαπίστωση έκδηλης ανεπάρκειας ή υπερβολής στην ποινή προϋποθέτει ύπαρξη πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή ουσιώδους απόκλισης της ποινής από το πλαίσιο το οποίο οριοθετείται από τη νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 525).»

           

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο στάδιο επιβολής ποινής έλαβε υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα όπως και την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις οικογενειακές, προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις τις οποίες και καταγράφει.

 

Αναφέρθηκε, επίσης, στο γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταγγελία των αδικημάτων και στην καταχώρηση της υπόθεσης και την αλλαγή που επήλθε στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα έκτοτε και ειδικά στην άψογη σχέση που έχει αποκτήσει με το παιδί του ηλικίας 11 ετών. Ασχολήθηκε, επίσης, με το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι στη βάση του Άρθρου 28 του Συντάγματος, ο παραπονούμενος που κατέβαλε τα χρήματα, όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε για νομιμοποίηση εσόδων μέσω του εφεσείοντα αλλά χρησιμοποιήθηκε και σαν ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας. Κατέγραψε, επίσης, τα προβλήματα υγείας των γονιών του αλλά και της ανήλικης κόρης του την οποία στηρίζει όσο και την πρώην σύντροφο του, το γεγονός ότι από μικρός ασχολήθηκε με το περιβάλλον του ιπποδρόμου που επηρέασε αρνητικά την προσωπικότητά του, αφού ήταν ευάλωτος σε απειλές και εκμετάλλευση και στην πορεία απέκτησε την κακή συνήθεια στοιχηματικών δραστηριοτήτων, εκτέθηκε οικονομικά και δέχτηκε απειλές για τη ζωή του. Έλαβε υπόψη του, επίσης, τα προβλήματα υγείας του για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

 

Αναφέρθηκε, επίσης, στη σοβαρότητα των κατηγοριών για τις οποίες ο εφεσείοντας βρέθηκε ένοχος, τις έντονα αυξητικές τάσεις που προσλαμβάνουν τα αδικήματα υπό κρίση και παρέθεσε και άλλες αποφάσεις αναφορικά με την ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, υπογραμμίζοντας την αρχή που τέθηκε στην υπόθεση ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 1, όπου έχει αναφερθεί ότι «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τις συνθέτους και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη».

 

Το παράπονο του εφεσείοντα αφορά τις επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 χρόνων στην κατηγορία 67 επί του κατηγορητηρίου, δηλαδή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και  ποινή φυλάκισης 5 ετών στην κατηγορία 70 του κατηγορητηρίου. Η κατηγορία 70 αφορά το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154.

 

Προτού το Δικαστήριο επιβάλει τις εκκαλούμενες ποινές φυλάκισης, αναφέρθηκε στον παράγοντα χρόνο, αφού υπήρξε εισήγηση από την υπεράσπιση ότι υπήρξε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του εφεσείοντα για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. Όπως ειδικά αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο ο παράγοντας χρόνος αναφορικά με τον εφεσείοντα τέθηκε σε σχέση με τις ουσιώδεις επιπτώσεις που είχε στις προσωπικές του συνθήκες αφού αυτές έχουν πια μεταβληθεί και όχι μόνο στο γενικότερο πλαίσιο της παραβίασης του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο χρόνος που παρήλθε από τη στιγμή που ξεκίνησε η εγκληματική συμπεριφορά του εφεσείοντα, δηλαδή από τον Απρίλιο του 2016 μέχρι και τον Απρίλιο του 2019 που τερματίστηκε, μέχρι την καταγγελία στην αστυνομία που έγινε στις 15.10.2020, εκτός του ότι εξηγήθηκαν και δικαιολογηθήκαν πλήρως από τον παραπονούμενο οι λόγοι για τους οποίους παρήλθε μέχρι να βρει το θάρρος να προβεί σε καταγγελία, δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο να έχει επηρεάσει τα δικαιώματα του εφεσείοντα. Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τον χρόνο που παρήλθε από την καταγγελία του παραπονούμενου μέχρι την καταχώρηση της υπόθεση που ήταν 12 μήνες ακριβώς. Η κατάληξή του, η οποία ας σημειωθεί δεν προσβάλλεται, ήταν ότι η υπόθεση έχει πολλά γεγονότα που κάλυπταν μια μεγάλη χρονική περίοδο ανάγκης λήψης καταθέσεων από αριθμό μαρτύρων, υπήρχε σωρεία εγγράφων και θεμάτων να εξεταστούν και έπρεπε επίσης η αστυνομία να αποταθεί σε διάφορες άλλες υπηρεσίες για λήψη πληροφοριών. Ο χρόνος αυτός δεν θεωρήθηκε ως λόγος καθυστέρησης καταχώρησης.

 

Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρέθεσε το ιστορικό της διαδικασίας, όπως εξελίχθηκε από την ημερομηνία που τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, που ήταν η 1.12.2021, εξηγώντας με λεπτομέρεια ότι η εισήγηση της υπεράσπισης για καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν ευσταθεί αφού πλείστες των αναβολών ήταν μετά από αίτημα της υπεράσπισης. Όπως, επίσης, σημειώνει το Δικαστήριο, η ακρόαση ήταν μακρά, αφού κατέθεσαν 16 μάρτυρες από πλευράς κατηγορούσας αρχής και 7 μάρτυρες για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου 1. Υπήρξαν και ενδιάμεσα αιτήματα για τα οποία το Δικαστήριο εξέδωσε ανάλογες αποφάσεις. Κατέληξε ότι δεν υπήρχε, ούτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά ούτε και επηρεασμός των δικαιωμάτων του εφεσείοντα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι το ανήλικο παιδί του, το οποίο ήταν κατά το στάδιο επιβολής ποινής 11 ετών και προβλήθηκε σαν επιχείρημα από πλευράς υπεράσπισης ότι θα στερηθεί τον πατέρα του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο που μετέβαλε τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, αφού το παιδί του είχε ήδη γεννηθεί και υπήρχε κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, κάτι που δεν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στην εγκληματική συμπεριφορά του εφεσείοντα.

 

Έλαβε υπόψη του, επίσης, το Δικαστήριο την πρόθεση του εφεσείοντα να αποζημιώσει για μέρος του ποσού τον παραπονούμενο.

 

Ορθά, κατέληξε στην επιβολή των συγκεκριμένων ποινών, στον εφεσείοντα. Στις υποθέσεις ΜΑΛΗΚΚΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2006) 2 Α.Α.Δ. 1186, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες το οποίο επικυρώθηκε κατ’ έφεση. Το ποσό που είχε νομιμοποιήσει ο εφεσείων ήταν €498.000. Στη ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 298/2018, ημερομηνίας 27.9.2019, ποινή 6 ετών στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, μετά από παραδοχή. Το ποσό που αφορούσε ήταν €571.145 και η ποινή κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Στην υπόθεση ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΒΑΚΑΝΑ, Ποινική Έφεση 173/2020, ημερομηνίας 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης των 2 ετών οι οποίες είχαν ανασταλεί και επέβαλε συντρέχουσες άμεσες ποινές φυλάκισης με την ψηλότερη αυτή να είναι των 4 ετών. Το συνολικό ποσό που είχε αποσπαστεί ήταν €383.304,49.

 

Πολύ πρόσφατα, το Εφετείο στην απόφαση
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 240/2024, ημερομηνίας 29.4.2025
, έχει σημειώσει τα ακόλουθα σε σχέση με την επέμβαση του Εφετείου στην ποινή αλλά και σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες:

 

«Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές βάσει των οποίων δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου στην ποινή. Η έφεση δεν αποτελεί μέσο για επανακαθορισμό της ποινής, πράγμα το οποίο αποτελεί πρωταρχικό καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το κριτήριο για την έκδηλη ανεπάρκεια της ποινής είναι καθαρά αντικειμενικό και μπορεί να τεκμηριωθεί με αναφορά σε οιονδήποτε από τους ακόλουθους δύο παράγοντες: (α) Πασιφανή έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ της σοβαρότητας του εγκλήματος και της επιβληθείσας ποινής, και ή (β) Ουσιώδη απόκλιση της ποινής που επιβάλλεται από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, νοουμένου ότι οι δικαστικές αποφάσεις παρέχουν σταθερές ενδείξεις για την ύπαρξη τέτοιου πλαισίου (βλέπε μεταξύ άλλων, Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Philippou v. Republic (1983) 2 C.L.R. 245, Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854).

Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής το Κακουργοδικείο αναφέρθηκε ενδεικτικά στις υποθέσεις Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186, Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, και Δημοκρατία κ.ά. ν. Κουρουζίδη κ.ά., Ποιν. Έφ. 19/20 κ.ά., ημερ. 20.7.2022, σημειώνοντας, ταυτόχρονα, ότι αφορούσαν το σοβαρότερο αδίκημα της νομιμοποίησης έχοντας γνώση ότι η περιουσία αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, τιμωρούμενο με μέγιστη ποινή φυλάκισης 14 ετών. Αναλόγως των γεγονότων στις προαναφερθείσες υποθέσεις επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης κυμαινόμενες από 4 έως 6 έτη, με το ποσό της νομιμοποίησης εσόδων, να ανέρχεται σε 498.000 στη Μαληκκίδης, περί τις 500.000 στη Λεμονάρης, και σε 383.304 στη Βακανάς. Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις ο αδικοπραγήσας είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στην Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 26.6.2019, λέχθηκε ότι:

 

«Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του.  Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα».

Οι πιο πάνω επισημάνσεις αφορούν τη Μείζονα Υπαιτιότητα (Culpability AHigh Culpability) στη διάπραξη του εν λόγω αυτοτελούς αδικήματος, ως προκύπτει από τα Sentencing Guidelines τα οποία εφαρμόζονται στην Αγγλία (βλ. Fraud, Bribery and Money Laundering Offences Guideline 2014, και Banks on Sentence, 12th edn., para. 285.3), αλλά και την προγενέστερη Αγγλική νομολογία. Η παρούσα περίπτωση διαφέρει καθότι αφορά μεταφορέα χρημάτων έναντι αμοιβής, ο οποίος φαίνεται να μην γνώριζε την πηγή των παράνομων εσόδων. Εν προκειμένω ιδιαίτερα διαφωτιστική θεωρούμε την υπόθεση R v. Basra [2002] 2 Cr. App. R. (S) 100, στην οποία δόθηκε δικαστική καθοδήγηση στην επιβολή ποινών σε τέτοιες περιπτώσεις:

"Money laundering is a stand-alone offence where the constituent elements may be many and varied. There may be circumstances where the launderer has no knowledge of the source of the money laundered and indeed may choose not to know. He may know that it represents the proceeds of criminal activity, but beyond that he is careful not to ask any questions. Many such offenders say they are ignorant of the origin of the proceeds in question and that it should isolate them from the original crime. There is no necessary direct relationship between the sentence for the laundering offence and the original antecedent offence. The criminality in laundering arises from the encouragement and nourishment it gives to crime in general. Without it many crimes would be rendered much less fruitful and perhaps more difficult to perpetrate. Nonetheless the sentence for laundering cannot be wholly disproportionate to the sentence for the original antecedent offence, where the offence is that of being involved in an arrangement whereby the retention of control of the proceeds of criminal conduct results".

(Υπογράμμιση δική μας)

(βλ. Banks on Sentence (ανωτέρω), παρ. 285.8).»

 

Στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κ.α. v. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 19/2020, 34/2020, 37/2020, 39/2020, 41/2020 και 44/2020, ημερομηνίας 20.7.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή 5 ετών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

 

Στην παρούσα υπόθεση το ποσό που δόθηκε ήταν €420.000.  Λαμβάνοντας υπόψη μας τις αρχές της νομολογίας όπως αναφέρονται ανωτέρω, θεωρούμε ότι η ποινή που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν καθόλα εύλογη και ισοζυγισμένη με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δεν δικαιολογείται η παρέμβαση μας. Το ίδιο ισχύει και για την κατηγορία της κλοπής υπό αντιπροσώπου.

 

 

 

Καταληκτικά, όλοι οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο