ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΛΟΡΕΝΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 303/2025, 12/1/2026
print
Τίτλος:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΛΟΡΕΝΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 303/2025, 12/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 303/2025)

 

12 Ιανουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΛΟΡΕΝΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

_____________________________

 

Κ. Αντρέου με Χ. Ευαγγέλου και Θ. Ποσνακίδη για Γιώργο Βασιλείου, για τον Εφεσείοντα.

Σ. Πίπη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Την 9.12.2025, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι τη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, η οποία θα λάβει χώρα την 19.1.2026.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε το αίτημα κράτησης της  Κατηγορούσας Αρχής, κρίνοντας ότι υπήρχε κίνδυνος φυγοδικίας του εφεσείοντα καθώς και παράλληλα, κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων από αυτόν.

 

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο εφεσείων στην παρούσα υπόθεση, συνοψίζονται στην εκκαλούμενη απόφαση ως ακολούθως:

 

«1. Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν 36 κατηγορίες, ήτοι 1 κατηγορία εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, 3 κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, 3 κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, 1 κατηγορία προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, 2 κατηγορίες προμήθειας ναρκωτικών Τάξεως Α από άλλο πρόσωπο, 3 κατηγορίες εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, 8 κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, 7 κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, 6 κατηγορίες προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β από άλλο πρόσωπο, 1 κατηγορία κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος χωρίς άδεια κυκλοφορίας και 1 κατηγορία για απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις.»

 

Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με 10 λόγους έφεσης.

 

Στρεφόμαστε πρώτα στον δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων.

 

Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι τα αδικήματα, για τα οποία κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση, διαπράχθηκαν σε περίοδο λειτουργίας δύο καταστημάτων και επιχείρησης της ιδιοκτησίας του και, ενόψει του ότι αυτά έπαψαν να λειτουργούν, είναι πλέον αδύνατη η διάπραξη άλλων αδικημάτων. Ο συνήγορος του εφεσείοντα θεωρεί το ζήτημα αυτό μείζονος σημασίας. Θεωρεί εξίσου σημαντικό το ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο εφεσείων διέθεσε προϊόν εκτός των καταστημάτων.

 

Το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του. Παραπέμπουμε συναφώς στα λεχθέντα στην A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

 

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256, και Suleyman v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286

 

Παρατηρούμε ότι, όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο στην Ποινική Υπόθεση με αριθμό 15/24 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη, ο εφεσείων κατηγορείται,  μεταξύ άλλων, ότι, κατά τον Αύγουστο του 2022, είχε στην κατοχή του στην Αγία Νάπα, σκευάσματα με απαγορευμένες ουσίες, με σκοπό να τα προμηθεύσει παράνομα. Εν όψει τούτου, η επισήμανση του συνηγόρου του εφεσείοντα περί της παύσης λειτουργίας των δύο καταστημάτων του εφεσείοντα, σαφώς και δεν έχει τη σημασία που επιχείρησε να της προσδώσει. Εν όψει τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά δεν επέδωσε στις αιτιάσεις του εφεσείοντα, τη βαρύτητα την οποία εισηγείται ο συνήγορος.

 

Περαιτέρω, επί της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, θεωρούμε χρήσιμο να τονίσουμε ακόμη ένα στοιχείο: Όπως ο ίδιος ο συνήγορος του εφεσείοντα επιχειρηματολόγησε, τόσο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου, στο πλαίσιο της πιο πάνω Ποινικής Υπόθεσης με αριθμό 15/24 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου,  ο εφεσείων έχει αφεθεί ελεύθερος με όρους, για την εξασφάλιση της παρουσίας του στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Η εν λόγω διαδικασία αφορά αδικήματα που φέρονται να έλαβαν χώραν τον Αύγουστο του 2022, ενώ τα αδικήματα στην παρούσα υπόθεση φέρονται να έλαβαν χώραν κατά τα έτη 2023 και 2024. Όπως δε επεσήμανε και η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής στην απόφασή της, τα αδικήματα της τελευταίας υπό διερεύνηση υπόθεσης εναντίον του εφεσείοντα, φέρονται να έλαβαν χώραν πολύ πρόσφατα, ήτοι την 28.11.2025. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για κατάληξη σε συμπέρασμα πιθανολόγησης διάπραξης άλλων αδικημάτων. Τέτοια πιθανολόγηση, δύναται να στοιχειοθετηθεί είτε από το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, είτε από εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις που αντιμετωπίζει, είτε ακόμη από ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώρηση (βλ. ALJUMAA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 267/2025, ημερομηνίας 13.10.2025). Επομένως, δεν εντοπίζεται σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση.

 

Παραπέμπουμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. MOHAMAD DARRAJ, Ποινική Έφεση Αρ.: 276/2025, ημερομηνίας 23.10.2025, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Αν είναι κάτι που θα μπορούσε να λεχθεί, επί του προκειμένου, είναι ότι επιπρόσθετο στοιχείο, στην παρούσα, προς υποστήριξη του δικαιολογημένου διαταγής κράτησης, αποτελεί το ότι ο εφεσίβλητος, ως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας, φέρεται να τέλεσε τα υπό κρίση αδικήματα ενόσω τελούσε υπό όρους εγγύησης για άλλη σοβαρή υπόθεση συναφών αδικημάτων (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/25, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/24, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.ά, Ποινική Έφεση 269/24, ημερομηνίας 23.1.2025). »

 

Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΡΑΜΙ ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση Αρ.: 100/2025, ημερομηνίας 24.4.2025, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Τρίτον, στην εκτίμηση του υπό αναφορά κινδύνου θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως παράγοντας αυξημένης σημασίας το γεγονός ότι τα υπό κατηγορία αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν ενόσω ο Εφεσίβλητος ήταν ελεύθερος υπό όρους σε άλλη ποινική υπόθεση. Το ότι δεν προσδιορίστηκαν οι όροι εγγύησης και η εκκρεμούσα ποινική υπόθεση την οποία αφορούσαν δεν απαμβλύνει την αυξημένη σημασία του εν λόγω παράγοντα [βλ. Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους (ανωτέρω), Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας ν. Mohammad Seraq κ.ά. (ανωτέρω)].»

 

Παρομοίως, επισημαίνουμε ότι υπάρχει και στην παρούσα υπόθεση αυτός ο παράγοντας αυξημένης σημασίας, ο οποίος επιβεβαιώνει την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης.

 

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τους λόγους έφεσης 1, 3, 4, 5 και 6 ο εφεσείων, προσβάλλει την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως προς την ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο εφεσείων, η οποία αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της εξέτασης του κινδύνου φυγοδικίας. Υποστηρίζεται με την αιτιολογία αυτού ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η παρούσα διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις εμπορίας και κατοχής ναρκωτικών. Είναι η θέση του εφεσείοντα ότι προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό  ότι η υπόθεση αφορά σκευάσματα (προϊόντα) νομίμως εισαγόμενα στη Δημοκρατία, στο πλαίσιο άσκησης επιχείρησης εταιρείας ενώ σύμφωνα με τις κατηγορίες, ανιχνεύτηκαν στα εν λόγω προϊόντα, ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α και Β. Είναι η θέση του εφεσείοντα ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα παρέλειψε να διαβαθμίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων σύμφωνα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και του τρόπου διάθεσης των επίδικων προϊόντων.

 

Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε στην απόφασή του ότι, πρωτοδίκως, ο συνήγορος του εφεσείοντα δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο εφεσείων, καθώς και το γεγονός ότι σε περίπτωση καταδίκης του αναμένεται να του επιβληθούν πολυετείς ποινές φυλάκισης. Τις πιο πάνω περιστάσεις τις επικαλέστηκε ο συνήγορος του εφεσείοντα, ως δεικνύουσες, ότι δεν υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα. Θα συμφωνήσουμε με τη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Εν πάση περιπτώσει, προσθέτουμε ότι παραμένει ατεκμηρίωτο το  επιχείρημα του συνηγόρου ότι οι πιο πάνω συνθήκες διάπραξης καθιστούν τις κατηγορίες λιγότερο σοβαρές, για τους σκοπούς που η σοβαρότητα αυτή εξετάζεται, στο πλαίσιο της εξέτασης του κινδύνου φυγοδικίας. Αρκούμαστε, χωρίς να προκαταβάλουμε τον όποιο μετριασμό στην επιβολή ποινής σε περίπτωση καταδίκης θα μπορούσαν να επιφέρουν οι πιο πάνω περιστάσεις, να σημειώσουμε ότι, αδικήματα προμήθειας ναρκωτικών, θεωρούνται εν γένει σοβαρά και επιβάλλονται σε σχέση με αυτά αυστηρές ποινές φυλάκισης.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι στην Ποινική Υπόθεση με αριθμό 15/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, το Δικαστήριο έθεσε όρους, που να διασφαλίζουν την παρουσία του στη δίκη, τους οποίους τήρησε ο εφεσείων.

 

Είναι προφανές από την ανάλυση των δεδομένων της παρούσας, ότι εν όψει σειράς παλαιότερων υποθέσεων που αντιμετωπίζει ο εφεσείων καθώς και αυτών που διερευνώνται εναντίον του, η παρούσα υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου είναι σοβαρότερη σε σχέση με την παλαιότερη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, στην οποία έχουν τεθούν όροι. Επομένως, το όποιο συμπέρασμα το οποίο επιχειρεί να εξάγει ο συνήγορος του εφεσείοντα ως προς τη συμπεριφορά του εφεσείοντα, δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Ορθά, καταλήγουμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ένα τέτοιο ακροσφαλές συμπέρασμα. Δεν θεωρούμε ότι το στοιχείο αυτό, στην όλη εικόνα που είχε, εν προκειμένω, ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να προσμετρήσει ως στοιχείο που αφανίζει τον κίνδυνο φυγοδικίας.

 

Τονίζουμε ότι στην υπόθεση ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 112/2025, ημερομηνίας 2.5.2025, το Εφετείο επανέλαβε ότι:

 

«Το κίνητρο φυγοδικίας αυξάνεται αναλόγως της σοβαρότητας της υπόθεσης την οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει (βλ. Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 281).»

 

Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απομόνωσε τη σοβαρότητα των αδικημάτων χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρούς δεσμούς του εφεσείοντα με τη Δημοκρατία. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο αποτυπώνει και εφαρμόζει ορθά τις αρχές της νομολογίας:

 

«18. Έχοντας λοιπόν σταθμίσει όλα τα δεδομένα που έχω προαναφέρει, θεωρώ ότι οι πιο πάνω προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, δεν μπορούν να υπερακοντίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ώστε τα στοιχεία αυτά να επενεργούν υπέρ της απελευθέρωσης του (βλ. Γ. Δ. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Έφ. αρ.14/2023, ημερ.7/2/2023, MINGXIA HUA v. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 152 και ABDULLAH ALMUSTAFA ανωτέρω). Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με σχετική Νομολογία, εκεί όπου συγκρούεται το δημόσιο με το ιδιωτικό συμφέρον το τελευταίο υποχωρεί (βλ. Βασιλείου ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση δεν έχω διαπιστώσει να συντρέχουν τέτοιες συνθήκες που να οδηγούν σε οποιαδήποτε αντίθετη κατάληξη (βλ. σχετικά Καλλής Αντωνίου v Αστυνομίας, Ποιν.Έφ. αρ.319/2015, ημερ.21/12/2015).»

 

Κρίνουμε ότι οι αιτιάσεις του εφεσείοντα δεν βρίσκουν έρεισμα στην εκκαλούμενη απόφαση και δεν χωρεί καμία επέμβασή μας. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τους λόγους έφεσης 5, 6 και 8, ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε αποτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας του εφεσείοντα με βάση το ιστορικό του και τις προσωπικές συνθήκες του. Θα διαφωνήσουμε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στα όσα ο συνήγορος του εφεσείοντα ανέφερε σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες και προέβη σε ορθή αποτίμησή τους στη βάση των αρχών της νομολογίας. Συνεπώς, οι τρεις αυτοί λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται.

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε και δεν αξιολόγησε ότι ο εφεσείων όταν πληροφορήθηκε την έκδοση εντάλματος σύλληψής του από μόνος του έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση της Αστυνομίας. Δεν προκύπτει να έχει τεθεί τέτοιο δεδομένο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επομένως, κρίνουμε ατελέσφορη τη θέση του εφεσείοντα. Ο έβδομος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τον ένατο λόγο έφεσης, ο εφεσείων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι ο χρόνος κράτησης μέχρι την εμφάνισή του στο Κακουργιοδικείο δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικός. Παραπέμπει δε στα εξής λεχθέντα στην ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 176/2020, ημερομηνίας 29.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:B373, στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αναφέρει την ίδια ως άνω φράση:

 

«Το μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την ημερομηνία που η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση μπορεί στις κατάλληλες περιπτώσεις να οδηγήσει στην απόλυση του κατηγορούμενου με όρους, εκεί όπου διαφορετικά θα διατασσόταν η κράτηση του. Δεν είναι όμως επιτρεπτό το αντίθετο. Δεν λέμε πως έτσι λειτούργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο και η υπόδειξη μας εξαντλείται στην αποφυγή παρερμηνείας.»

 

Είμαστε της άποψης ότι και στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο προέβη στην εν λόγω αναφορά για να υποδείξει ότι στην παρούσα υπόθεση το χρονικό διάστημα μέχρι τη δίκη, δεν είναι τέτοιο που να μπορούσε να οδηγήσει στην απόλυση του εφεσείοντα με όρους. Συνακόλουθα, ο ένατος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τον δέκατο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας παραπονείται ότι το Δικαστήριο απέρριψε τους όρους που προσφέρθηκαν χωρίς αιτιολογία. Αβάσιμος κρίνεται και αυτός ο λόγος έφεσης, επειδή, το Δικαστήριο κατέληξε αιτιολογημένα, ότι εν όψει των περιστάσεων και  για τους δύο λόγους που παράθεσε, δικαιολογείτο η κράτηση του εφεσείοντα. Με αυτή του την κατάληξη, η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόλησή του με τους όρους που πρότεινε ο εφεσείων, θα ήταν περιττή. Ο δέκατος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο