ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΙΛΙΑΔΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 128/2025, 2/2/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΙΛΙΑΔΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 128/2025, 2/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 (Ποινική Έφεση Αρ.: 128/2025)

 

2 Φεβρουαρίου 2026


[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]


 ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΙΛΙΑΔΟΥΣ,

Εφεσείων,

 

v.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

__________________________

 

Αίτηση ημερομηνίας 6.11.2025

 

Στ. Στυλιανού και Μ. Πάσιη (κα), για τον Εφεσείοντα-Αιτητή.

Μ. Κουτσόφτας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Με απόφαση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας ημερ. 10.4.2025 ο εφεσείοντας – αιτητής καταδικάστηκε και στις τέσσερις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και συγκεκριμένα στα αδικήματα του βιασμού, κατηγορία 1, σεξουαλικής κακοποίησης διά διείσδυσης, κατηγορία 2, εξαναγκασμού σε πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα, κατηγορία 3, και σεξουαλικής παρενόχλησης, κατηγορία 4. Τα αδικήματα εδράζονται σε Άρθρα του Ποινικού Κώδικα και του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(Ι)/2021. Με απόφαση του Κακουργιοδικείου, ημερομηνίας 6.5.2025, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 ετών σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1 και 2, 3½ ετών στην κατηγορία 3, και 2 ετών στην κατηγορία 4.

 

Παρόλο που πρωτόδικα ο εφεσείοντας - αιτητής εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, στις 15.5.2025 καταχώρησε, χωρίς νομική εκπροσώπηση, ειδοποίηση έφεσης στην οποία αναφέρεται σε «υπερβολική ποινή» χωρίς να υπάρχουν λόγοι επί των οποίων στηρίζεται. Σε εμφάνισή του ενώπιον του Εφετείου και αφού ανέφερε ότι επικοινώνησε με δικηγόρο που θα τον αναλάβει η οποία όμως απουσίαζε στο εξωτερικό, δόθηκαν οδηγίες για να καταχωρηθούν λεπτομερείς λόγοι έφεσης όπως και χρόνος για τα διαγράμματα αγόρευσης και των δύο πλευρών.

 

Στις 6.11.2025 καταχωρήθηκε από τις συνηγόρους του εφεσείοντα – αιτητή, αίτηση με την οποία ζητείται «η έκδοση διατάγματος και/ή η άδεια του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την παράταση του χρόνου, για 10 μέρες από την έκδοση του διατάγματος, για τροποποίηση της ειδοποίησης της παρούσας έφεσης που καταχώρησε ο εφεσείοντας – αιτητής εναντίον της ποινής, ούτως ώστε σε αυτή να συμπεριλάβει και/ή προσθέσει και λόγους έφεσης εναντίον της καταδίκης».

 

          Νομική βάση της αίτησης είναι τα Άρθρα 134 και 135(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ο Κανονισμός 24 των Περί Ποινικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 249/53 και οι Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

          Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων του εφεσείοντα – αιτητή. Σε αυτή προβάλλεται η θέση ότι μετά την καταδίκη του και την επιβολή ποινών φυλάκισης, ο εφεσείων – αιτητής προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του για καταχώρηση έφεσης, ο οποίος όμως δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις του, και, προκειμένου να μην χάσει την προθεσμία έφεσης, κατέθεσε, μέσω των Κεντρικών Φυλακών, ειδοποίηση έφεσης, χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου.

 

          Αναφέρεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση ότι ο εφεσείοντας – αιτητής δεν γνώριζε ότι στην έφεση έπρεπε να αναγράφεται ότι αυτή στρέφεται τόσο κατά της καταδίκης όσο και κατά της ποινής, ως ήταν η επιθυμία του, για αυτό και στην ειδοποίηση έφεσης κατέγραψε μόνο το υπερβολικό ύψος της επιβληθείσας ποινής.

 

Οι συνήγοροί του, μετά από μελέτη της υπόθεσης, διαπίστωσαν την απουσία ειδοποίησης έφεσης κατά της καταδίκης, και αφού κατά την μελέτη προέκυψαν, κατά την άποψή τους, λόγοι που άπτονται της ορθότητας της καταδίκης, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση ούτως ώστε να μπορεί να τροποποιηθεί η ειδοποίηση έφεσης και να συμπεριληφθούν και σε αυτή λόγοι κατά της καταδίκης.

 

          Αναφέρει ακόμα ο ενόρκως δηλών ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ώστε το Εφετείο να έχει ενώπιόν του πλήρη εικόνα των ζητημάτων που προκύπτουν από την πρωτόδικη διαδικασία και σημειώνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ουσιαστική καθυστέρηση ή αδικία, αφού η υπόθεση βρίσκεται ακόμα σε προκαταρκτικό στάδιο.

 

          Είναι η θέση του ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης επιβάλλεται προς διασφάλιση των εχέγγυων μιας δίκαιης δίκης όπως και των δικαιωμάτων του εφεσείοντα, και ότι, για τη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης, είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί στον εφεσείοντα - αιτητή το δικαίωμα να εκθέσει ενώπιον του Εφετείου και λόγους που αφορούν την καταδίκη του. Σημειώνει επίσης ότι δεν έχει επιδειχθεί καμία ολιγωρία εκ μέρους του.

 

          Στις 16.12.2025 καταχωρήθηκε ένσταση στην αίτηση από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στη βάση του Άρθρου 134 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. Σε αυτήν προβάλλονται 4 λόγοι ένστασης και ειδικότερα ισχυρισμοί ότι η αίτηση είναι πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη, δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος ή/και εξαιρετικές περιστάσεις για παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης και/ή προσθήκης λόγων έφεσης που αφορούν την καταδίκη αφού δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις της νομολογίας για παράταση του χρόνου ούτε για προσθήκη λόγων έφεσης κατά της καταδίκης. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση δεν ευσταθούν και/ή δεν είναι καλόπιστοι και επικαλείται επίσης καθυστέρηση στην καταχώρηση έφεσης η οποία κατά τη θέση τους είναι αδικαιολόγητη και σε κάθε περίπτωση προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του εφεσείοντα - αιτητή.

 

          Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση Γραμματειακού Λειτουργού στη Νομική Υπηρεσία, ο οποίος επαναλαμβάνει, μετά από νομική συμβουλή που έχει λάβει, όλους τους λόγους ένστασης, αναφέροντας ότι η εξουσία παράτασης του χρόνου καταχώρησης έφεσης ασκείται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε ουσιαστική αδυναμία του αιτητή, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Ισχυρίζεται επίσης ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα εκτροχιάσει τη δικαστική διαδικασία και θα καταστρατηγήσει το δημόσιο συμφέρον το οποίο συνδέεται με την τελεσιδικία της απόφασης του Δικαστηρίου.

 

          Οι συνήγοροι του εφεσείοντα – αιτητή καταχώρησαν γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησής τους ημερ. 6.11.2025 στην οποία παραθέτουν και νομολογία, ενώ ο συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα υιοθέτησε την ένσταση μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και με παραπομπή σε νομολογία αιτήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

 

Το Άρθρο 134 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, προνοεί:

 

«Παράταση του χρόνου ειδοποίησης για έφεση.

134. Εξαιρούμενης της περίπτωσης καταδίκης που συνεπάγεται τη θανατική ποινή, ο χρόνος εντός του οποίου ειδοποίηση έφεσης ή αίτηση για άδεια έφεσης δύναται να δοθεί, δύναται, κατόπι απόδειξης βάσιμου λόγου, να παραταθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε οποιοδήποτε χρόνο.»

 

Το Εφετείο στην ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Αίτηση 9/2024, ημερομηνίας 24.10.2024, έχει αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«Αρχής γενομένης από την υπόθεση Αγαπίου κ.ά. v. Σαλάτα, Ποιν. Αίτ. 11/2022, ημερ. 20.12.23, είχαμε την ευκαιρία σε σειρά παρόμοιων αιτήσεων να αναφερθούμε στις εφαρμοζόμενες σχετικές αρχές, οι οποίες θεωρούμε ότι συνοψίζονται επαρκέστατα στην υπόθεση Rolandos Enterprises Public Ltd κ.ά. v. Frou Frou Investments Ltd, Ποιν. Αίτ. 5/20, ημερ. 3.2.21 ως εξής:

«Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο καταχώρισης έφεσης δυνάμει του άρθρου 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ασκείται κατόπιν απόδειξης «βάσιμου λόγου» στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε χρήσιμο να υπομνήσουμε τη βασική νομολογιακή αρχή ότι παράταση δίδεται όταν συντρέχει ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει έγκαιρα και ορθά για την καταχώριση έφεσης (βλ. Komurgu & Άλλος ν Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 83), τα χρονικά δε πλαίσια που θέτει ο νομοθέτης για τη λήψη δικονομικών μέτρων είναι σημαντικά και σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον που συνυπάρχει στην τελεσιδικία και στο τελέσφορο της διαδικασίας.

Οι σχετικές αρχές επαναλήφθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση LGS HANDLING LTD, Ποιν. Αιτ. 22/2018, ημερ. 22 Φεβρουαρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:B125, στην οποία λέχθηκε ότι:

«.η προεξάρχουσα αρχή που λαμβάνεται υπόψη είναι η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση παράτασης χρόνου ασκείται με φειδώ και λαμβάνει υπόψη τους λόγους αδυναμίας έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης, τόσο κατά το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε αυτή να είχε καταχωρηθεί, όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου από την εκπνοή της προθεσμίας, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παράταση, (Delincyp Company Ltd v. Wogang κ.ά. Ποινική Αίτηση υπ' αρ. 10/2018, ημερ. 15.10.2018). Η αδυναμία καταχώρησης πρέπει να είναι ουσιαστική και πρέπει να εμπίπτει εντός του εξαιρετικού εκείνου μέτρου το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμίζον την ανάγκη για τελεσιδικία, (Δημοκρατία ν. Γεωργίου Ποινική Αίτηση αρ. 9/2015, ημερ. 26.1.2016 και Λουκαΐδης ν. Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, Ποινική Αίτηση αρ. 15/2017, ημερ. 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B107, ).»

 

Αν οι συνθήκες της υπόθεσης το δικαιολογούν, το δικαστήριο μπορεί, χαλαρώνοντας τον κανόνα, να δεχθεί το αίτημα για παράταση (Ηλιάδη ν Δήμου Λάρνακας (1996) 2 Α.Α.Δ. 236)»».

Τονίζουμε περαιτέρω ότι, ως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Χρυσικού v. Δήμου Λάρνακας, Ποιν. Αίτ. 14/17, ημερ. 15.1.18, η έννοια του «καλού λόγου» έχει τη σημασία της παροχής επαρκούς και πειστικής αιτιολογίας για αδυναμία ενέργειας και όχι απλής δυσκολίας. Για δε την αδυναμία η οποία αφορά τη μη καταχώριση έφεσης θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι επέδρασε ουσιωδώς καθόλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρόνου ως παράγων ανασταλτικός στην άσκηση έφεσης (Naydenov v. Δημοκρατίας (2015) 2(Β) Α.Α.Δ. 607).»

 

Παρατηρούμε ότι η έφεση κατά της ποινής που καταχώρησε μόνος του ο εφεσείοντας – αιτητής, είναι εμπρόθεσμη. Η αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης που να αφορά και την καταδίκη καταχωρήθηκε στις 6.11.2025 αφού μεσολάβησε εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.9.2025 και ο εφεσείων – αιτητής έλαβε οδηγίες για να καταχωρήσει λεπτομερείς λόγους έφεσης και διαγράμματα αγόρευσης. Κατά την εν λόγω εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου ο εφεσείων – αιτητής δεν ανέφερε οτιδήποτε στο Δικαστήριο περί πρόθεσης καταχώρησης έφεσης και εναντίον της καταδίκης. Αυτό διαφάνηκε στην εμφάνιση ενώπιον του Εφετείου στις 18.11.2025 όπου είχε οριστεί για οδηγίες η υπό κρίση αίτηση, η οποία, υπενθυμίζουμε, καταχωρήθηκε στις 6.11.2025.

 

Δεν δίδεται καμία δικαιολογία για τον χρόνο που παρήλθε από τις 12.9.2025 μέχρι τις 6.11.2025, ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν αναφέρεται πότε οι συνήγοροι του εφεσείοντα - αιτητή ανέλαβαν την εκπροσώπησή του. Υπάρχει μια αναφορά ότι είναι μετά την εμφάνιση στις 12.9.2025. Επίσης, υπάρχει αναφορά ότι οι συνήγοροι του εφεσείοντα - αιτητή μετέβηκαν στο Πρωτοκολλητείο του Εφετείου στις 16.10.2025 για να λάβουν αντίγραφο της ειδοποίησης έφεσης, η οποία δεν υπήρχε εντός του φακέλου της υπόθεσης που ο εφεσείοντας - αιτητής τους είχε παραδώσει. Αναφέρεται επίσης ότι στις 17.10.2025 οι συνήγοροι του εφεσείοντα – αιτητή απέστειλαν email στην Πρωτοκολλητή του Εφετείου, αναφέροντας την πρόθεσή τους να καταχωρήσουν αίτηση για παράταση χρόνου, τόσο για καταχώρηση λόγων έφεσης και περιγράμματος, αλλά και για τροποποίηση της αίτησης, επειδή επιθυμούν να προσβάλουν και την καταδίκη. Η αίτηση τελικά καταχωρήθηκε στις 6.11.2025. Δεν αναφέρουν οτιδήποτε για το χρόνο που μεσολάβησε από τις 17.10.2025 μέχρι τις 6.11.2025 ο οποίος είναι σχεδόν τρεις εβδομάδες.

 

Η ποινική έφεση ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ανωτέρω), επαναλαμβάνει αρχή της νομολογίας ότι η μη έγκαιρη λήψη νομικής συμβουλής μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος που να δικαιολογεί την παράταση προθεσμίας καταχώρησης έφεσης, πάντοτε βέβαια, με μεγάλο δισταγμό και άμεσα συνυφασμένος ο λόγος αυτός με την χρονική έκταση της καθυστέρησης. Παραπέμπουμε επίσης στις υποθέσεις ΓΙΔΑΚΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 303, και στην KOMURGU κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 83.

 

Επαναλαμβάνουμε ότι σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ο εφεσείοντας - αιτητής καταχώρησε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας έφεση εναντίον της ποινής μόνο. Μεσολάβησε αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η οποία παρουσιάζει το πρόβλημα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης για τη χρονική περίοδο που έχει αναφερθεί. Έχουμε κατά νου την αρχή που έχει αναφερθεί και στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (2003) 2 Α.Α.Δ. 479, ότι δηλαδή ο περιορισμός του χρόνου άσκησης έφεσης είναι συνυφασμένος με την τελεσιδικία και την οριστικότητα των πρωτόδικων αποφάσεων, ως του συντελεστή για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων. Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη μας τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΑΜΠΡΙΑΝΙΔΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΣ ΓΕΡΙΟΥ (1989) 2 Α.Α.Δ. 374, και ειδικότερα:

 

«Όταν η αίτηση για τροποποίηση των λόγων της έφεσης σκοπεί στην εισαγωγή νέου θέματος, σε αντίθεση με την αναμόρφωση των λόγων που έχουν υποβληθεί σε υφιστάμενη έφεση, η αίτηση κρίνεται ως αίτημα για την παράταση χρόνου για την υποβολή έφεσης για το νέο θέμα και ισχύουν, όπως είναι φυσικό, αυστηρότατα κριτήρια για την έγκρισή της.»

 

Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε και επαναλήφθηκε και στην DELINCYP COMPANY LTD v. WOGANG κ.ά., Ποινική Αίτηση 10/2018, ημερομηνίας 15.10.2018.

 

 

Θεωρούμε ότι υπάρχει μεσολαβήσας χρόνος που δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, γεγονός που οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης.

 

Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο