ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ κ.α. v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 142/22, 143/22, 149/22, 12/2/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ κ.α. v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 142/22, 143/22, 149/22, 12/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Ποινική Έφεση Αρ.: 142/22)

 

12 Φεβρουαρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

Εφεσείων

v.

 

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

Εφεσιβλήτου

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 143/22)

 

ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΑΚΗΣ

Εφεσείων

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

Εφεσίβλητης

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 149/22)

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

Εφεσείων

v.

 

ΗΡΑΚΛΗ ΠΑΝΤΕΛΙΔΑΚΗ

Εφεσιβλήτου

‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑

 

Α. Δημοσθένους (κα) για Γενικόν Εισαγγελέα, για Εφεσείοντα στην 142/2022 και Εφεσίβλητη στην 143/2022

Η. Στεφάνου μαζί με Μαλά (κα), για Εφεσίβλητο στην 142/2022

Γ. Πολυχρόνης με Γ. Εφφέ και Ε. Κωνσταντίνου (κα), για Εφεσείοντα στην 143/22 και Εφεσίβλητο στην 149/22

 

        ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Πική, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

        ΠΙΚΗΣ, Δ.: Ο Εφεσείων στην ποινική έφεση υπ΄ αρ. 143/22 (πρωτοδίκως κατηγορούμενος 1), καταδικάστηκε στις 20.5.2022 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή παράλειψης, κατά παράβαση του Άρθρου 210, καθώς και για απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις που προκαλούν σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 236(ε) του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνεται ότι για τα ίδια αδικήματα ο συγκατηγορούμενός του (κατηγορούμενος 2) Δρ Κυριάκος Κυριακίδης, κρίθηκε αθώος. Στον Εφεσείοντα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών με αναστολή. Με την υπό εξέταση έφεση υπ΄ αρ. 143/22, ο Εφεσείων προσβάλλει  τόσο την ορθότητα της καταδικαστικής απόφασης όσο και την επιβληθείσα ποινή. Παράλληλα, ο Γενικός Εισαγγελέας με την έφεση υπ΄ αρ. 149/22 προσβάλλει την ορθότητα της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ενώ με την έφεση υπ΄ αρ. 142/22 προσβάλλει την αθωωτική απόφαση που αφορά στον Δρα Κυριακίδη.

 

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι εναντίον του Εφεσείοντος αποδείχτηκαν όλες οι λεπτομέρειες των κατηγοριών ως ακολούθως:

 

        (Α)   Για το αδίκημα του Άρθρου 210 του ΠΚ: Ο Εφεσείων, στις  11.5.2018 και μεταξύ των ωρών 11:10 - 16:55 στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε χωρίς πρόθεση τον θάνατο στον ανήλικο Σταύρο Γιωργαλλή, ηλικίας 10 ετών. Η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την παράλειψη εφαρμογής επαρκούς και αποτελεσματικής θεραπείας, η οποία παράλειψη συνίστατο στην πλημμελή διερεύνηση των απεικονίσεων του κρανίου του, στην παράλειψη αναζήτησης γνωμάτευσης επί των εν λόγω ακτινογραφιών από τους εφημερεύοντες ακτινολόγους, στην εσφαλμένη αξιολόγηση του περιστατικού ως «ήπιου» και στη βεβιασμένη απόλυση του ανηλίκου χωρίς τη θέση του υπό παρακολούθηση, γεγονότα που προκάλεσαν τη ραγδαία επιδείνωση της υγείας του και, εν τέλει, τον θάνατό του.

 

        (Β)   Για το αδίκημα του Άρθρου 236(ε) του ΠΚ: Ο Εφεσείων, στον ίδιο τόπο και χρόνο, υπό την ιδιότητά του ως ιατρός  του ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, εφάρμοσε ανεπαρκή και αναποτελεσματική ιατρική θεραπεία στον ανήλικο Σταύρο Γιωργαλλή κατά τρόπο αλόγιστο, βεβιασμένο και αμελή. Συγκεκριμένα, διερεύνησε πλημμελώς τις απεικονίσεις του κρανίου του ανηλίκου, παραλείποντας να ζητήσει γνωμάτευση από τους εφημερεύοντες ακτινολόγους, και αξιολογώντας εσφαλμένα το περιστατικό ως «ήπιο», έδωσε εξιτήριο στον ασθενή, με αποτέλεσμα η υγεία του να επιδεινωθεί ραγδαία και η ζωή του να τεθεί σε άμεσο κίνδυνο.

 

        Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης των λόγων έφεσης και τις ανάγκες της εξέτασης που ακολουθεί, θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε αυτούσια τα ουσιώδη ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που έχουν ως εξής:

 

          «1.    Ο Σταύρος Γιωργαλλής στις 11/5/2018 ενώ έπαιζε καλαθόσφαιρα στο σχολείο του έπεσε και κτύπησε το κεφάλι του στα αριστερά πάνω από το αυτί. Το κτύπημα ήταν δυνατό. Ο Σταύρος ούρλιαξε κτυπώντας. Όταν σηκώθηκε παραπονέθηκε ότι δεν άκουγε. Η ακοή του επανήλθε σύντομα. Ο δάσκαλος της γυμναστικής τον έστειλε στην αίθουσα δασκάλων. Ειδοποιήθηκε η μητέρα του. Έφτασε στο σχολείο. Ενημερώθηκε για το κτύπημα και ότι θα έπρεπε το παιδί να πάει νοσοκομείο. Η μητέρα πήρε το παιδί στο νοσοκομείο.

          2.      Εκεί ήταν οι δύο κατηγορούμενοι. Ο κατηγορούμενος 2 συνομίλησε για λίγο μαζί του και μετά δεν αναμίχθηκε περαιτέρω. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής του ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας.

          3.      Ο κατηγορούμενος 1 εξέτασε το Σταύρο. Η μητέρα ανάφερε το ιστορικό. Κατά την κλινική εξέταση ο Σταύρος αντιδρούσε φυσιολογικά και απαντούσε στις ερωτήσεις που του έκανε. Δεν είχε εμετούς, αιμορραγία από τα αυτιά ή τη μύτη, δεν έκανε εμετό, δεν είχε σπασμούς.  Όταν η μητέρα τον ρώτησε εάν θα γινόταν αξονική τομογραφία, ο κατηγορούμενος 1 εξήγησε ότι δεν χρειάζεται αξονική τομογραφία και έδωσε οδηγίες για ακτινογραφία.

          4.      Έγινε η ακτινογραφία. Ο κατηγορούμενος 1 την κοίταξε για πολύ λίγο (μερικά δευτερόλεπτα). Δεν την επεξεργάστηκε καθόλου (να ρίξει σκιές, να μεγεθύνει κλπ). Η ακτινογραφία θα έπρεπε να διαβαστεί για τουλάχιστον για χρονικό διάστημα μεταξύ 2-4 λεπτών. Τη μέρα εκείνη υπήρχαν 4 ακτινολόγοι στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Δεν ζητήθηκε γνωμάτευση ή βοήθεια από κανένα. Ανέλαβε τη διάγνωσή της ο ίδιος. Μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα που την είδε έκρινε ότι η ακτινογραφία δεν έδειχνε κάτι. Βασίστηκε στα ευρήματα της κλινικής εξέτασης και είπε στη μητέρα να φύγει με το παιδί και της έδωσε σχετικό ενημερωτικό δελτίο που υπάρχει στο νοσοκομείο με οδηγίες για κτύπημα στο κεφάλι. Το δελτίο ήταν στα ελληνικά. Η μητέρα είναι αγγλόφωνη.

          5.      Η ακτινογραφία έδειχνε κάταγμα. Ο κατηγορούμενος 1 δεν κατάλαβε ότι στην απεικόνιση φαινόταν κάταγμα. Το περιστατικό αξιολογήθηκε, λανθασμένα, ως ήπιο και αντιμετωπίστηκε ως ήπιο.

          6.      Ο κατηγορούμενος 2 δεν είδε την ακτινογραφία και ούτε ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να τη δει.

          7.      Δεν υπήρχε κάποιο επείγον περιστατικό ή ιδιαίτερος φόρτος εργασίας στο ΤΑΕΠ Λάρνακας κατά την πρώτη επίσκεψη του Σταύρου.

          8.      Το παιδί ενώ βρισκόταν στο σπίτι των παππούδων υπό την επίβλεψη της μητέρας του παρουσίασε επιδείνωση. Η μητέρα του, πήγε ξανά τον Σταύρο στο νοσοκομείο. Όταν έφτασαν ο Σταύρος ήταν σε άσχημη κατάσταση. Αποφασίστηκε να διασωληνωθεί και να γίνει αξονική τομογραφία. Η αξονική τομογραφία έδειξε επισκληρίδιο αιμάτωμα.

          9.      Ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από το Δρ Σουραϊλίδη που ήταν ο ακτινολόγος που εφημέρευε να δει την ακτινογραφία. Ο Δρ Σουραϊλίδης διέγνωσε κάταγμα με το που είδε την ακτινογραφία. Όλοι οι μάρτυρες ιατροί ακτινολόγοι, ο Δρ Καουτζάνης, ο Δρ Περδίος αλλά και ο ΜΥ1 Δρ Σπύρου είδαν την ακτινογραφία και εντόπισαν το κάταγμα.

          10.    Στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας δεν υπάρχει νευροχειρουργός. Υπήρχε ευχέρεια να κληθεί νευροχειρουργός από τον ιδιωτικό τομέα ως το σχέδιο που ήταν σε ισχύ από το έτος 2012. Δεν κλήθηκε. Ειδοποιήθηκε ο Δρ Καουτζιάνης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσία. Έδωσε οδηγίες και για αξονική τομογραφία σπονδυλικής στήλης και ακολούθως όπως το παιδί διαμετακομιστεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.

          11.    Μετά το τέλος της αξονικής ο Σταύρος είχε μυδρίαση. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με ασθενοφόρο. Όταν έφτασε ουσιαστικά ήταν κλινικά νεκρός. Χειρουργήθηκε. Αφαιρέθηκε το αιμάτωμα. Ο Δρ Καουτζιάνης είδε το κάταγμα.

          12.    Ο Σταύρος πέθανε. Αιτία θανάτου βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση».

 

        Έχουμε μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή την επιχειρηματολογία των δυο πλευρών η οποία παρατίθεται στα διαγράμματα αγόρευσης των ενώπιον μας εφέσεων και τα όσα λέχθηκαν κατά την ενώπιον μας ακρόαση. Έχουμε επίσης διεξέλθει τα πρακτικά της δίκης και όλα τα τεκμήρια τα οποία τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της εκκαλούμενης απόφασης και των λόγων έφεσης.

 

Η ΕΦΕΣΗ  ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ (ΥΠ΄ΑΡ. 143/22)

 

        Η καταδικαστική απόφαση προσβάλλεται με αριθμό λόγων έφεσης οι οποίοι, με τη σειρά που εγείρονται, αφορούν σε συντομία τα εξής: (1) εσφαλμένη απόρριψη προδικαστικής αίτησης για διακοπή της δίκης λόγω κατάχρησης διαδικασίας, ένεκα δημόσιων δηλώσεων του Υπουργού Υγείας, οι οποίες κατ’ ισχυρισμό παραβίασαν το τεκμήριο αθωότητας του Εφεσείοντος, (2) εσφαλμένη απόρριψη στην τελική απόφαση του ιδίου αιτήματος, το οποίο ηγέρθη εκ νέου στο τέλος της δίκης, με πρόσθετη εισήγηση, ότι οι δηλώσεις του Υπουργού Υγείας, επηρέασαν αρνητικά τη δίκαιη και αντικειμενική διερεύνηση της υπόθεσης, (3) εσφαλμένα εκρίθη ότι ο Εφεσείων ήταν υπαίτιος για αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά με βάση το Άρθρο 210 του ΠΚ, (4) εσφαλμένα εκρίθη ότι ο Εφεσείων προέβη σε πλημμελή διερεύνηση των απεικονίσεων κρανίου του παιδιού, και ότι το σφάλμα στη διάγνωση της ακτινογραφίας στοιχειοθετούσε βαριά αμέλεια ή και το ψηλό επίπεδο αμέλειας που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση των υπό κατηγορία αδικημάτων, (5) εσφαλμένα εκρίθη ότι ο Εφεσείων ευθυνόταν για παράλειψη αναζήτησης γνωμάτευσης των ακτινογραφιών από ακτινολόγους, (6) εσφαλμένα εκρίθη ότι ο Εφεσείων ευθυνόταν για λανθασμένη αξιολόγηση του περιστατικού ως «ήπιου», (7) εσφαλμένα εκρίθη ότι ο Εφεσείων ευθυνόταν για βεβιασμένη απόλυση του παιδιού από το ΤΑΕΠ χωρίς να το θέσει υπό παρακολούθηση, (8) εσφαλμένα εκρίθη ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων του Εφεσείοντος και του θανάτου του παιδιού, (9) παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης λόγω μη κλήτευσης από την κατηγορούσα αρχή της Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου Υγείας, (10) εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα γεγονότων για τα οποία υπήρχε αλληλοσυγκρουόμενη αξιόπιστη μαρτυρία, (11) εσφαλμένα εκρίθη ότι αποδείχτηκαν σωρευτικά όλες οι λεπτομέρειες των υπό κατηγορία αδικημάτων, (12) νομικά σφάλματα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, (1ος συμπληρωματικός λόγος), (13) εσφαλμένα απερρίφθη η θέση ότι την ευθύνη για τον θάνατο του ανήλικου φέρει ο Υπουργός Υγείας και η Γενική Διευθύντρια, (2ος συμπληρωματικός λόγος), (14) παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης λόγω της παράλειψης των ανακριτικών αρχών να διερευνήσουν και άλλες πτυχές της υπόθεσης ή και άλλους υπαίτιους για τον θάνατο του παιδιού (3ος συμπληρωματικός λόγος έφεσης).    

 

Κατά πόσο οι φερόμενες δηλώσεις του Υπουργού Υγείας δικαιολογούσαν την διακοπή της δίκης στο προδικαστικό στάδιο λόγω παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας

 

        Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 3.11.2020, με την οποία απορρίφθηκε το προδικαστικό αίτημα του Εφεσείοντος για διακοπή της δίκης λόγω κατάχρησης διαδικασίας. Το αίτημα αφορούσε κατ’ ισχυρισμόν παραβίαση του τεκμηρίου  αθωότητας  ένεκα δημόσιων δηλώσεων του Υπουργού Υγείας στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης («ΜΜΕ»), και δη στον τηλεοπτικό σταθμό «Alpha» στις 12.5.2018, οι οποίες, κατά την εισήγηση, προδίκαζαν την ενοχή του, αποδίδοντας τον θάνατο του ανήλικου σε ιατρική αμέλεια. Το αίτημα στηρίχτηκε στο Άρθρο 6(2) της ΕΣΔΑ, στο Άρθρο 12.4 του Συντάγματος τα οποία κατοχυρώνουν το τεκμήριο της αθωότητας, και στα Άρθρα 3Α και 3Β του Κεφ. 155, τα οποία ενσωματώνουν τις πρόνοιες της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ (εφεξής «Οδηγία») για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου της αθωότητας. Το οπτικοακουστικό υλικό (βίντεο) των δηλώσεων κατατέθηκε εκ συμφώνου (Τεκμήριο «Α») για τον σκοπό εξέτασης της προδικαστικής ένστασης. Το περιεχόμενο των δηλώσεων, ως καταγράφεται στην ενδιάμεση απόφαση, έχει ως ακολούθως:

 

        «Δεν θα ανεχθώ καμία προσπάθεια ή καμία νύξη ότι έχει σχέσει να κάμει είτε με πιθανή υποστελέχωση ή με την κατάσταση που επικρατεί στις Πρώτες Βοήθειες. Εχθές ο άτυχος νεαρός όταν μετέβηκε εξετάστηκε αμέσως, υπήρχαν δυο γιατροί, τρεις ακτινολόγοι, δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα και αν προέκυψε κάτι, μάλλον είναι από ιατρική αμέλεια και μόνο και οποιαδήποτε προσπάθεια να επιρρίψουμε ευθύνες για αυτό το γεγονός σε οτιδήποτε άλλο είναι τουλάχιστον ατυχέστατη. Και εξού πήρα αμέσως τη Γενική Διευθύντρια τηλέφωνο και της ανέθεσα την ευθύνη να διεξάγει άμεσα έρευνα με την εντολή να μεταβεί αμέσως στη Λάρνακα για την συλλογή όλων των στοιχείων. Ο λόγος που ζήτησα να μεταβεί άμεσα στην Λάρνακα χθες, όπως αντιλαμβάνεστε ήταν για να αποφύγουμε τυχόν συμβάντα όπου κάποια στοιχεία μπορεί να εξαφανιστούν ή να μην μπορούμε να τα βρούμε». (ιδία έμφαση)

        Εν συντομία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος, εισηγείται τα ακόλουθα: (α) η νομολογία  την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε, είναι άσχετη με το εγειρόμενο ζήτημα, το οποίο δεν άπτεται δυσμενών δημοσιευμάτων αλλά δηλώσεων κρατικού αξιωματούχου, και επομένως διέπεται από τα διαλαμβανόμενα στην Οδηγία, (β) υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία των προνοιών της Οδηγίας,  (γ) εσφαλμένα εκρίθη ότι ο Εφεσείων δεν μπορούσε να επικαλεστεί την άμεση εφαρμογή της Οδηγίας καθότι δεν υφίστατο νομοθετική ρύθμιση ενσωμάτωσής της στο ημεδαπό δίκαιο, (δ) ότι για να αποφανθεί για την παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, ο Εφεσείων θα έπρεπε να αποδείξει δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος δίκαιης δίκης, (ε) εσφαλμένα δεν αποφάνθηκε στο προδικαστικό στάδιο κατά πόσο οι επίμαχες δηλώσεις παραβίαζαν το τεκμήριο της αθωότητας, (στ) εσφαλμένα συσχετίζεται η παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας με την έκταση των δημοσιευμάτων και την ακροαματικότητα του συγκεκριμένου καναλιού που αναμετάδωσε τις επίμαχες δηλώσεις, (ζ) εσφαλμένα δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για τη δημόσια εμφάνιση του Εφεσείοντος με χειροπέδες στο Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήματος  για προσωποκράτηση, πράγμα το οποίο ενίσχυσε την εικόνα ενοχής του στην κοινή γνώμη από τις επίμαχες δηλώσεις.

 

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα, χωρίς να εκφέρει οποιαδήποτε αξιολογική κρίση επί του περιεχομένου των δηλώσεων, κρίνοντας ότι με βάση την πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (α) ισχυρισμοί για παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη μπορούν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο της δίκης, (β) και  δηλώσεις δημόσιων αξιωματούχων ή δημοσιεύματα στα ΜΜΕ, δεν μπορούν εκ προοιμίου να οδηγήσουν σε κατάργηση της δίκης, επικαλούμενο τα αποφασισθέντα στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.ά. (2010) 2 Α.Α.Δ. 94, Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά. (1994) 2 Α.Α.Δ. 160, Alexander Valentinovich Bodrov (Αρ. 1) (1996) 1 Α.Α.Δ. 781).

 

        Συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η θέση της νομολογίας για μη κατάργηση της δίκης λόγω δυσμενών δημοσιευμάτων ή δηλώσεων κρατικών αξιωματούχων είναι ταυτόσημη, ως εξηγούμε στο πλαίσιο εξέτασης του δεύτερου λόγου έφεσης. Το ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας ένεκα δημοσίων δηλώσεων κρατικών αξιωματούχων δεν μπορεί αυτοτελώς να οδηγήσει σε κατάργηση της δίκης, εκτός εάν καταδειχθεί ότι οι δηλώσεις επηρέασαν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη, το οποίο κρίνεται επί του συνόλου της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/2017 κ.ά., ημερ. 15.12.2017).

 

        Διευκρινίζεται, βεβαίως, ότι η ανωτέρω προσέγγιση διαφοροποιείται στην περίπτωση που η δημόσια δήλωση προέρχεται από μέλος της Δικαστικής Εξουσίας που επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η δήλωση δεν συνιστά απλώς παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, αλλά εγείρει άμεσο ζήτημα έλλειψης δικαστικής αμεροληψίας, γεγονός που ενεργοποιεί διαφορετικούς δικονομικούς μηχανισμούς, όπως την εξαίρεση του δικαστή, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της δικαστικής διαδικασίας. Αναμφίβολα, η δίκη κατηγορουμένου προσώπου από Δικαστήριο το οποίο στερείται τα εχέγγυα της αμεροληψίας οδηγεί σε ακυρότητα της καταδικαστικής απόφασης, ανεξαρτήτως το πόσο δίκαιη υπήρξε η δικαστική διαδικασία (βλ. Millar v. Dickson [2002] 1 WLR 1615, PC, Human Rights and Criminal Justice, 3rd edn., Ben Emmerson QC, Andrew Ashworth QC, Alison MaxDonald, παρ. 11-50, σελ. 561). 

 

        Υφίσταται ουσιώδης διαφοροποίηση από τα ισχύοντα στο Αγγλικό δίκαιο (βλ. Archbold 2021, παρ.4-85, Young, Corker and Summers on Abuse of Process in Criminal Proceedings, 5th edn (2022) Chapter 9, pp. 401 - 422), όταν το αίτημα για διακοπή της δίκης στο προδικαστικό στάδιο λόγω κατάχρησης διαδικασίας ερείδεται στην αρνητική δημοσιότητα (prejudicial publicity) - τα ίδια ισχύουν κατ’ αναλογία και για δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων - καθότι στην Κύπρο η δίκη δεν διεξάγεται από σώμα ενόρκων αλλά από επαγγελματίες δικαστές, ως επισημαίνεται στην προαναφερθείσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως ορθώς επισημαίνεται στο Guide on Article 6 (criminal limb) του Συμβουλίου της Ευρώπης (2014), σελ. 37: “National Courts which are entirely composed of professional judges generally possess, unlike members of a jury, appropriate experience and training enabling them to resist any outside influence (Craxi v. Italy (no.1), § 104; Miercea v Romania, §75)». Σε αντίθεση με άλλα προδικαστικά αιτήματα για αδυναμία διεξαγωγής δίκαιης δίκης τα οποία δύναται να εγερθούν και εξεταστούν προδικαστικά στο πλαίσιο αιτήματος για κατάχρηση διαδικασίας, κατ’ εφαρμογή των ανάλογων αρχών της Αγγλικής και νομολογίας (βλ. Archbold 2021, παρ. 4-77 – 4-84), το συγκεκριμένο ζήτημα, ένεκα της φύσης του, δεν δύναται να τύχει προδικαστικής εξέτασης για τους πιο πάνω λόγους.

 

        Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε στο προδικαστικό στάδιο κατά πόσο οι επίμαχες δηλώσεις παραβίασαν το τεκμήριο αθωότητας του Εφεσείοντος. Παρέλκει επομένως η εξέταση των υπό  (στ) και (ζ) στοιχείων ανωτέρω.

 

        Σχετικά με την Οδηγία στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος δίνει ιδιαίτερη έμφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επισημαίνει ότι αναδρομή στο προοίμιό της δείχνει ότι εκείνο το οποίο επιχειρεί να διαφυλάξει και διασφαλίσει είναι το δικαίωμα δίκαιης δίκης υπόπτου ή κατηγορούμενου προσώπου, και ότι το  διακύβευμα είναι η διεξαγωγή δίκαιης δίκης.   

 

        Στη Σκέψη 9 της Οδηγίας αναφέρεται:

 

          «Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να ενισχυθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, με τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων για ορισμένες πτυχές του τεκμηρίου της αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορούμενου στη δίκη».

 

        Αναφορικά με τα μέσα ένδικης προστασίας, στη Σκέψη 44 της Οδηγίας, αναφέρεται:

 

        «Σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν επαρκή και αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας σε περίπτωση παραβίασης του δικαιώματος που παρέχεται στους πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης. Ένα αποτελεσματικό μέσο ένδικης προστασίας που είναι διαθέσιμο σε περίπτωση παραβίασης οποιουδήποτε από τα δικαιώματα που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει στο μέτρο του δυνατού να έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά του υπόπτου ή κατηγορούμενου στη θέση που θα είχε εάν δεν είχαν παραβιαστεί τα δικαιώματα του, προκειμένου να διαφυλαχθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και τα δικαιώματα της υπεράσπισης».

 

        Τα Άρθρο 4.2 της Οδηγίας προνοεί ότι:

 

          «Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση παραβίασης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, του παρόντος άρθρου βάσει της οποίας δεν πρέπει να γίνεται αναφορά στον ύποπτο ή κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγίας και ειδικότερα το άρθρο 10».

 

        Η παράγραφος 1 αφορά τις δηλώσεις δημόσιων αρχών και τις δικαστικές αποφάσεις με εξαίρεση τις αποφάσεις περί της ενοχής. Το Άρθρο 10.1 προνοεί ότι:

        «Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι διαθέτουν αποτελεσματικό ένδικο μέσο προστασίας εάν παραβιάζονται τα δικαιώματά τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας».

 

        Η Οδηγία δεν καθορίζει τι συνιστά «κατάλληλο μέτρο» ή «αποτελεσματικό ένδικο μέσο προστασίας» σε περίπτωση παραβίασης των προνοιών της. Σε κάθε όμως περίπτωση, οι φράσεις αυτές θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των διαλαμβανομένων στο προοίμιο  και δη στις  Σκέψεις  9 και 44 της Οδηγίας. Στα Άρθρα 3Α και 3Β του Κεφ. 155, δεν υπάρχει ειδική πρόνοια για θεραπεία σε περίπτωση παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας. Τούτο όμως δεν εμποδίζει την άμεση εφαρμογή των εν λόγω προνοιών της Οδηγίας εφόσον έχει παρέλθει η περίοδος για την μεταφορά της  στο εθνικό δίκαιο (1.4.2018) (βλ. Σύγγραμμα European Union Law, 3rd edn. (2015), σελ. 310, Case 148/78 Ratti [1979] ECR 1629, Case 8/81 Becker v. Finanzamt Muster-Innenstadt [1982] ECT 53). Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντίθετα με τα όσα προβάλλει ο Εφεσείων στο διάγραμμα αγόρευσης.

 

        Υπογραμμίζεται ότι στο δικαϊκό μας σύστημα όπου η δίκη διεξάγεται από επαγγελματίες δικαστές χωρίς ενόρκους και υπάρχει αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ δικαστικής, εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας βάσει του Συντάγματος (βλ. Βασικές Πτυχές Κυπριακού Δικαίου, του Γ.Μ. Πική σελ. 25 - 30), η θεραπεία για παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας από κρατικό αξιωματούχο με δηλώσεις πριν ή κατά τη διάρκεια της δίκης, δεν συνίσταται στην εκ προοιμίου κατάργηση της ποινικής δίκης, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που η δίκη δεν καταργείται λόγω αρνητικής δημοσιότητας. Επιπλέον, θεωρούμε ότι η εκ προοιμίου κατάργηση της δίκης λόγω δηλώσεων κρατικών αξιωματούχων χωρίς να εξεταστεί κατά πόσο αυτές έχουν επηρεάσει τη δίκαιη διεξαγωγής της δίκης μέσα από το πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, δεν συνάδει με τα διαλαμβανόμενα στις Σκέψεις 9 και 44 της Οδηγίας. Επομένως, διαφωνούμε με τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εφεσείοντος ότι η Οδηγία παρείχε νομικό έρεισμα για την εκ προοιμίου κατάργηση της δίκης σε περίπτωση που οι επίδικες δηλώσεις παραβίαζαν το τεκμήριο της αθωότητας.  

 

        Άλλωστε, η έννοια του «κατάλληλου μέτρου» ή του «αποτελεσματικού ένδικου μέσου», κατά τη Σκέψη 44 της Οδηγίας, δεν ταυτίζεται μονοσήμαντα με την ακύρωση της ποινικής διαδικασίας. Αντιθέτως, η αποκατάσταση του κατηγορουμένου μπορεί να επιτευχθεί μέσω άλλων πρόσφορων και αναλογικών μέτρων, όπως είναι η δημόσια ανάκληση ή διόρθωση των επίμαχων δηλώσεων από την αρχή που τις εξέδωσε, ή η επιδίκαση αποζημιώσεων (βλ. Γιάλλουρος ν. Νικολάου (2001) 1 Α.Α.Δ. 558). Τέτοια μέτρα διασφαλίζουν την επαναφορά του κατηγορουμένου στη θέση που θα βρισκόταν, χωρίς να οδηγούν σε ατιμωρησία του εγκλήματος. Εάν δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων για την ενοχή του κατηγορούμενου μπορούσαν να οδηγήσουν εκ προοιμίου σε κατάργηση της δίκης, η εμπιστοσύνη του κοινού στην ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης θα κλονιζόταν ανεπανόρθωτα.

 

        Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το προδικαστικό αίτημα για κατάχρησης της διαδικασίας.

 

        Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Κατά πόσο οι αποδιδόμενες στον Υπουργό Υγείας δηλώσεις δικαιολογούσαν την διακοπή της δίκης λόγω κατάχρησης διαδικασίας και αρνητικού επηρεασμού της αστυνομικής έρευνας

 

        Ο δεύτερος λόγος έφεσης προσβάλλει την ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ιδίου ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, το οποίο ηγέρθη εκ νέου στο τέλος της δίκης. Υποστηρίζεται, επιπρόσθετα, ότι η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, ένεκα των φερόμενων δηλώσεων του Υπουργού Υγείας και της δημόσιας εικόνας του Εφεσείοντος και του συγκατηγορούμενού του να φέρουν χειροπέδες κατά την προσαγωγή τους στο Δικαστήριο για προσωποκράτηση, είχε ως αποτέλεσμα τη μη διεξαγωγή αμερόληπτης αστυνομικής διερεύνησης. Προβάλλεται η θέση ότι η Αστυνομία λειτούργησε με παρωπιδισμό ("tunnel vision"), επηρεασμένη από την εσπευσμένη διοικητική έρευνα που διεξήχθη από τη Γενική Διευθύντρια κατ’ εντολή του Υπουργού Υγείας το βράδυ του τραγικού συμβάντος. Συνεπεία τούτου, ισχυρίζεται, η έρευνα επικεντρώθηκε στους κατηγορουμένους, χωρίς να διερευνηθούν τυχόν ευθύνες του Υπουργού Υγείας ή της Γενικής Διευθύντριας για την υποστελέχωση του ΤΑΕΠ και την απουσία νευροχειρουργικής κάλυψης του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας.

 

        Με τον τρίτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων προωθεί τη θέση ότι η μη αντικειμενική διερεύνηση της υπόθεσης και ο παρωπιδισμός της Αστυνομίας, είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Εισηγείται, επίσης, ότι η εν λόγω διοικητική έρευνα είχε ως αποτέλεσμα τη «μόλυνση» της μαρτυρίας (contaminated evidence) των μαρτύρων κατηγορίας, πλείστοι εκ των οποίων ήταν υφιστάμενοι της Γενικής Διευθύντριας και του Υπουργού Υγείας.

 

        Στην εκκαλούμενη απόφαση επί του ζητήματος της κατ’ ισχυρισμό παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της προρρηθείσας ενδιάμεσης απόφασης, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση της νομολογίας, με αναφορά στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω):

 

        «…τα όποια σχόλια έλαβαν χώραν εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα κατά την επίμαχη δημοσιογραφική διάσκεψη, δεν θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν ότι παραβίαζαν το τεκμήριο της αθωότητας, αφού ούτε οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβαν χώραν, ούτε και το ίδιο το περιεχόμενό τους, είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι θα μπορούσαν να επηρεάσουν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τελικά και θα κρινόταν η υπόθεση.

 

          Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ευρείας δημοσιότητας, πάντα σε συνάρτηση με την ίδια την εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα, είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε τον απολύτως διακριτό ρόλο του θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα με αυτόν της Δικαστικής Εξουσίας και να επαναλάβουμε ότι διαχρονική είναι η προσέγγιση της νομολογίας μας ότι η δίκη δεν καταργείται λόγω δημοσιευμάτων, έστω και δυσμενών, όσο έντονα και να είναι, ούτε και τα οποιαδήποτε δημοσιεύματα εξισούνται άνευ ετέρου με μη δίκαιη δίκη (Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά. (1994) 2 ΑΑΔ 501 και Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2) (1995) 2 ΑΑΔ 232).

 

          Ακόμη και αν βρισκόμασταν ενώπιον περίπτωσης όπου δηλώσεις ή δυσμενή δημοσιεύματα λάμβαναν χώραν, αυτά θα ήταν δυνατό να είχαν επίδραση στη δίκαιη δίκη σε αναφορά πάντα και ανάλογα με συγκεκριμένη βλάβη στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας που, καθηκόντως, διεξάγεται. Η δίκη δεν καθίσταται αυτοτελώς μη δίκαιη, στην απουσία δηλαδή συγκεκριμένης αρνητικής επίδρασης και ως αποτέλεσμα και μόνο δυσμενών δημοσιευμάτων (Γενικός Εισαγγελέας ν.  Ευσταθίου κ.ά. (2010) 2 ΑΑΔ 94).

 

          Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν καταδείχθηκε οποιαδήποτε αρνητική επίδραση επί των παραγόντων της δίκης, αλλά ούτε και τέθηκε ενώπιόν μας καμία συγκεκριμένη, βάσιμη, εισήγηση επί του προκειμένου. Συνεπώς, το όλο επιχείρημα παραμένει μετέωρο και έκθετο σε απόρριψη».

 

        Αδιαμφισβήτητα, το πιο πάνω απόσπασμα αποτυπώνει τη θέση της νομολογίας  σε σχέση τόσον με δυσμενή δημοσιεύματα όσον και με δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων, επιβεβαιώνοντας ότι τέτοιες ενέργειες δεν οδηγούν αυτοδικαίως σε κατάργηση της δίκης, καθώς η παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας δεν λειτουργεί ως λόγος ακυρότητας της διαδικασίας άνευ ετέρου, αλλά τελεί υπό την αίρεση της απόδειξης δυσμενούς επηρεασμού του δικαιώματος δίκαιης δίκης, το οποίο κρίνεται επί του συνόλου της δικαστικής διαδικασίας.

 

        Αναφορικά με το περιεχόμενο των επίδικων δηλώσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος επικαλείται το βίντεο το οποίο κατατέθηκε στο πλαίσιο της προδικαστικής ένστασης και τα δημοσιεύματα που περιέχονται στο Τεκμήριο 65. Στην εκκαλούμενη απόφαση το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε την έλλειψη μαρτυρικού υπόβαθρου για το περιεχόμενο των επίμαχων δηλώσεων. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, σελ. 113, 114:

 

          «Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ή οποιοδήποτε πλαίσιο γεγονότων το οποίο να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό καταστρατήγησης του τεκμηρίου της αθωότητας και το κυριότερο, να τον αποδεικνύει συναρτώμενος με τα απαιτούμενα στη νομολογία. Οι περισσότεροι μάρτυρες δεν είχαν υπόψη τους τα δημοσιεύματα. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου η οποιαδήποτε μαρτυρία …. αναφορικά με το πότε έγιναν οι δηλώσεις, το μέγεθος του κοινού που ήταν αποδέχτης αυτών, εάν υπήρξε συχνότητα σε αυτές ή αν μια φορά μίλησε ο υπουργός και ακολούθως αναπαράχθηκαν οι δηλώσεις του κοκ.

 

          Το μαρτυρικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται το επιχείρημα είναι ανεπαρκές. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν έχει τεθεί ενώπιον μου άμεση και πρωτογενής μαρτυρία σε σχέση με τις δηλώσεις που κατ’ ισχυρισμό καταστρατηγούν το τεκμήριο αθωότητας. Ενώπιον μου έχω μετέωρους ισχυρισμούς. Οι μάρτυρες κατηγορίας δεν γνώριζαν κάτι για τα δημοσιεύματα και αυτή τους η άγνοια δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή τους ότι ήταν γνήσια.

          Ο κατηγορούμενος δεν κατάθεσε ως τεκμήριο αυτούσιες τις δηλώσεις του Υπουργού Υγείας ή άλλες δηλώσεις. Ο μόνος μάρτυρας που τοποθετήθηκε πιο συγκεκριμένα ήταν δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης και αυτός έκανε αναφορά στο τι θυμότανε ότι είπε ο Υπουργός και μάλιστα δεν ήταν σε θέση να πει εάν τα τεκμήρια επί των οποίων τοποθετήθηκε αναπαρήγαγαν ακριβώς και αυτούσιες τις δηλώσεις. Οι συγγραφείς των άρθρων δεν κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία. Εκπρόσωπος από το μέσο στο οποίο προβλήθηκαν οι δηλώσεις δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ώστε να δώσει μαρτυρία για τις δηλώσεις, την προβολή τους στα μέσα και σε ποια μέσα. Είναι καλά γνωστή και εμπεδωμένη η νομολογία για την παροχή της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας (βλ. Άρθρο 27 Περί υποδείξεως Νόμου Κεφ.9). Στο Δικαστήριο καμία μαρτυρία έχει τεθεί η οποία να δύναται να οδηγεί σε συμπέρασμα δηλώσεων οι οποίες θα μπορούσαν να αξιολογηθούν και να ενταχθούν εντός του πλαισίου που έχει θέσει η νομολογία και να τεκμηριώνουν παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας».

(ιδία υπογράμμιση)

 

        Οι αρχές οι οποίες διέπουν την αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, δυνάμει του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, συγκεφαλαιώνονται στην Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 273/2017, ημερ. 22.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B154, από την οποία άντλησε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. και Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.ά. (2012) 1 A.A.Δ. 1711, Κοκκίνης ν. Κοκκίνης, Πολ. Έφ. αρ. 247/2011, ημερ. 17.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A179, Kirev ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφ. Αρ. 273/2017, 22.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B154, Νικηφόρου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 19/2022, ημερ. 6.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B79).

 

        Επισημαίνουμε ότι ο Εφεσείων δεν εγείρει θέμα πλημμελούς αποκλεισμού των επίδικων δημοσίων δηλώσεων, ούτε προσβάλλει ως λανθασμένες τις υπόλοιπες διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο προαναφερθέν απόσπασμα. Σε κάθε περίπτωση διαπιστώνουμε ότι το Δικαστήριο προέβη σε ορθή εφαρμογή των αρχών της νομολογίας στην απόφαση του να μην προσδώσει καμία βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία των επίμαχων δηλώσεων. Υπογραμμίζεται ότι δεν προβλήθηκε κανένας λόγος για τη μη παρουσίαση της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, το οποίο αποτελεί παράγοντα ιδιαίτερης βαρύτητας δυνάμει του Άρθρου 27(3) του Κεφ. 9. Για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που αφορά κατ’ ισχυρισμό παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, καθίσταται επιβεβλημένη η απόδειξη του ακριβούς περιεχομένου των επίδικων δηλώσεων.

 

        Παρά την πιο πάνω κατάληξη μας, χάριν πληρότητας, θα εξετάσουμε και πόσο οι αποδιδόμενες στον Υπουργό Υγείας δημόσιες δηλώσεις οι οποίες περιέχονται σε δημοσιεύματα που κατατέθηκαν στη δίκη (Τεκμήριο 65), παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος επικεντρώνεται στο κάτωθι μέρος των δηλώσεων:

 

        «Δεν θα ανεχθώ καμία προσπάθεια ή καμία νύξη ότι έχει σχέσει να κάμει είτε με πιθανή υποστελέχωση ή με την κατάσταση που επικρατεί στις Πρώτες Βοήθειες. Εχθές ο άτυχος νεαρός όταν μετέβηκε εξετάστηκε αμέσως, υπήρχαν δυο γιατροί, τρεις ακτινολόγοι, δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα και αν προέκυψε κάτι, μάλλον είναι από ιατρική αμέλεια και μόνο …».

(ιδία έμφαση)

 

        Η θέση της νομολογίας του ΕΔΑΔ συνοψίζεται στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Konstas ν. Ελλάδας (Αίτηση 53466/07, ημερ. 24.5.2011):

 

          «32. Tο Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αν η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 6 αναφέρεται ανάμεσα στα στοιχεία της ποινικής δίκης που απαιτεί το άρθρο 6 §1, δεν περιορίζεται σε μια δικονομική εγγύηση σε θέματα ποινικής δίκης. Η σημασία του είναι πιο ευρεία και απαιτεί από κάθε εκπρόσωπο του κράτους να μην δηλώνει ότι ένα άτομο είναι ένοχο παράβασης πριν αποδειχθεί η ενοχή του από ένα Δικαστήριο (βλ. προαναφερθείσα Allenet de Ribemont, §§ 35-36). Επίσης, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι μια παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας μπορεί να προέρθει όχι μόνον από ένα δικαστή ή ένα δικαστήριο αλλά και από άλλες δημόσιες Αρχές (Daktaras κατά Λιθουανίας, αρ. 42095/98, §§ 41-42, CEDH 2000-X). Αυτό οφείλεται στο ότι το τεκμήριο αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμμετέχει κυρίως στον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και ευνοεί συγχρόνως τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου.

 

          32. Ως προς αυτό, το Δικαστήριο υπογραμμίζει την σημασία της επιλογής των όρων από τους εκπροσώπους του κράτους στις δηλώσεις που διατυπώνουν πριν δικαστεί ένα άτομο και αναγνωριστεί ως ένοχο αδικήματος. Θεωρεί έτσι ότι αυτό που έχει σημασία για τους σκοπούς εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης, είναι το πραγματικό νόημα των σχετικών δηλώσεων, και όχι η γραμματική τους διατύπωση (Lavents κατά Λεττονίας, αρ. 58442/00, §126, 28 Νοεμβρίου 2002). Εντούτοις, το αν η δήλωση ενός δημόσιου λειτουργού αποτελεί παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να απαντηθεί στο πλαίσιο των ειδικών περιστάσεων στις οποίες διατυπώθηκε η επίδικη δήλωση (βλ. ιδίως Adolf κατά Αυστρίας, 26 Μαρτίου 1982, σειρά Α αρ. 49, §§ 36-41)».

[ιδία υπογράμμιση]

 

        Το  ζήτημα της παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας από δημόσιες δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων, εξετάστηκε εκτενώς στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 141/23, ημερ. 20.10.2023, με αναφορά στη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ. (βλ. μεταξύ άλλων, Allenet De Ribemont v. France (1995) 20 E.H.R.R.557, Dactaras v. Lithuania , Application  No. 42095/98 ημερ. 10.10.2000, G.C.P. v. Romania, Appl. No. 20899/03, ημερ. 20.11.2011, παρ. 54, 55 Σαββαΐδου κατά Ελλάδας, Προσφυγή Αρ. 58715/15, ημερ.  31.1.2023)

 

        Στην υπόθεση G.C.P. v. Romania (ανωτέρω), το ΕΔΑΔ διέγνωσε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, κρίνοντας ότι οι δηλώσεις του Δημόσιου Κατήγορου και του Υπουργού Εσωτερικών υπερέβησαν το όριο της απλής πληροφόρησης. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την παρ. 60:

 

          “…The Court cannot agree with the Government that the impugned statements were strictly and legally focused on the development of the criminal investigation against the applicant and considers that they were made without necessary qualifications or reservations and contained wording amounting to an express and unequivocal declaration that the applicant had committed criminal offences. As such, they prejudged the case and could not but have encouraged the public to believe the applicant guilty before he had been proved guilty according to law”.

 

        Επομένως χρειάζεται να υπάρχει ρητή και απερίφραστη δήλωση ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αποδιδόμενα σε αυτόν ποινικά αδικήματα, προτού το αρμόδιο Δικαστήριο αποφανθεί επί της ενοχής του.

 

        Το ΕΔΑΔ υπογράμμισε τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ της δήλωσης ότι κάποιος είναι ύποπτος για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος αφενός και της δήλωσης ότι έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα αφετέρου, προτού αρμόδιο κατά νόμο  Δικαστήριο αποφανθεί τελεσίδικα για την ενοχή του (παρ. 55). Η πρώτη προσέγγιση είναι συμβατή με το Άρθρο 6(2) της ΕΣΔΑ, ενώ η δεύτερη συνιστά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.

 

        Στην υπό εξέταση υπόθεση, έστω σε περίπτωση που θα μπορούσε να αποδοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία των δηλώσεων οι οποίες αποδίδονται στον Υπουργό Υγείας, είμαστε της γνώμης ότι δεν παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας του Εφεσείοντος, καθότι δεν πρόκειται για ρητή και απερίφραστη δήλωση ενοχής αλλά για μια υποθετική διατύπωση και πιθανολόγηση περί ύπαρξης ιατρικής αμέλειας, ως προκύπτει από τη χρήση του υποθετικού συνδέσμου «αν» και του επιρρήματος «μάλλον» στη φράση: «αν προέκυψε κάτι μάλλον πρόκειται για ιατρική αμέλεια και μόνον».

 

        Στρεφόμενοι στην κατ’ ισχυρισμό «μόλυνση» της μαρτυρίας από την εσπευσμένη διοικητική έρευνα της Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου Υγείας, [πέραν του ότι ο διορισμός της από τον Υπουργό Υγείας παρέμεινε ως έγγραφο «Θ» προς αναγνώριση χωρίς να γίνει κανονικό τεκμήριο] παρατηρούμε ότι το ζήτημα αυτό εκφεύγει του πλαισίου του δεύτερου και του τρίτου συμπληρωματικού λόγου έφεσης. Δεν αφορά παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας ούτε συναρτάται με την πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης που αφορά τον τρίτο συμπληρωματικό λόγο έφεσης. Ούτε η αξιολόγηση της μαρτυρίας προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης. Περιπλέον, η θέση αυτή δεν προωθήθηκε, ούτε τέθηκε υπόψη των μαρτύρων κατηγορίας από τους οποίους η Γενική Διευθύντρια έλαβε κατάθεση, κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Είναι παγίως νομολογημένο ότι έκαστος διάδικος οφείλει να θέτει τις ουσιώδεις θέσεις του στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, παρέχοντάς τους την ευκαιρία να τοποθετηθούν και στην απουσία ικανής δικαιολογίας το Δικαστήριο δύναται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή. Ο κανόνας δε διαφέρει μεταξύ ποινικών και αστικών υποθέσεων (βλ. μεταξύ άλλων, Adidas v. The Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας  (2009) 2 Α.Α.Δ. 599, Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551).

 

        Αναφορικά με την εισήγηση για παρωπιδισμό της Αστυνομίας κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, η θέση αυτή συναρτάται με τις αποδιδόμενες στον Υπουργό Υγείας δημόσιες δηλώσεις, και την εσπευσμένη διοικητική έρευνα της Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου, με αποτέλεσμα η Αστυνομία να περιορίσει τις έρευνες της στους δυο υπόπτους, και να μην επεκταθεί στην αναζήτηση ευθυνών για την υποστελέχωση του ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, και την έλλειψη νευροχειρουργικής κάλυψης. Εν πρώτοις παρατηρούμε ότι η μη απόδειξη των φερόμενων δηλώσεων του Υπουργού Υγείας - οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν συνιστούσαν παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας - εκθεμελιώνει την πρώτη πτυχή της εισήγησης.

 

        Το φαινόμενο του παρωπιδισμού στην αστυνομική διερεύνηση ποινικής υπόθεσης εξηγήθηκε στην Καναδέζικη υπόθεση R v. Chapman (2013) BCPC 232, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, παρ. 28:

 

          «Tunnel vision is when people convince themselves a theory is true and then focus only on consistent evidence and disregard evidence that is consistent with the theory. … there have been several regrettable high profile cases in Canada where it has been later established the accused were wrongfully convicted as a result of the tunnel vision of the justice system professionals …».

 

        Στην υπόθεση Her Majesty v. Kelly Spacjman (2009) CanLII 3279 (ON SC), τονίστηκε ότι το φαινόμενου του παρωπιδισμού:

 

        «It is, in essence, an unreasonable lack of objectivity by the police in an investigation, or the Crown in the related prosecution, that creates the risk of wrongful conviction or otherwise undermines the reliability of information and evidence available to the Court».

 

        Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη παρωπιδισμού από μέρους της Αστυνομίας, ο οποίος να δημιουργεί κίνδυνο εσφαλμένης καταδίκης ή να υπονομεύει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Δεν έχει καταδειχθεί ότι οι ανακριτές της υπόθεσης τελούσαν εν γνώσει των επίμαχων δηλώσεων. Ούτε, κατ’ επέκταση, στοιχειοθετήθηκε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του δικαιώματος του Εφεσείοντος σε δίκαιη δίκη, συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων των αστυνομικών αρχών κατά το ανακριτικό στάδιο. Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) τονίστηκε ότι:

 

        «Tο δικαίωμα δίκαιης δίκης επεκτείνεται και στο ανακριτικό στάδιο (βλ. Ibrahim  a.o. v United  Kingdom Application No 50541/08, 50571/08, 5057/08 and 40351/09 ημερ. 13.9.2016 [Grand  Chamber], παρ. 254, 255). Για να υπάρξει επηρεασμός του δικαιώματος δίκαιης δίκης λόγω παραλείψεων των ανακριτικών αρχών, οι παραλείψεις θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, θέτοντας τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής, το δε βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων βρίσκεται στους ώμους του κατηγορούμενου (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 376 Ζωδιάτης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 236/17, ημερ. 9.7.2018, και Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 5/20, ημερ. 30.7.2021). Συμφώνως της απόφασης στην Ibrahim (ανωτέρω) το κατά πόσο υπήρξε επηρεασμός του δικαιώματος δίκαιης δίκης, κρίνεται υπό το φως του συνόλου της ποινικής διαδικασίας (βλ. παρ. 191-196), θέση η οποία αντανακλάται και στη δική μας νομολογία».

 

        Η θέση του Εφεσείοντος ότι το ανακριτικό έργο επηρεάστηκε ή κατευθύνθηκε από τον Υπουργό Υγείας ή την Γενική Διευθύντρια παρέμεινε μετέωρη. Δεν καταδείχθηκε μέσα από τη μαρτυρία οποιοσδήποτε τέτοιος επηρεασμός. Περαιτέρω, δεν έχει αποδειχθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι η μη επέκταση της αστυνομικής έρευνας στα ζητήματα υποστελέχωσης και έλλειψης νευροχειρουργικής κάλυψης επηρέασε δυσμενώς το δικαίωμα δίκαιης δίκης του Εφεσείοντος. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι λόγω της κατ’ ισχυρισμό πλημμελούς διερεύνησης, καταστράφηκε, απωλέσθηκε ή δεν εντοπίστηκε μαρτυρικό υλικό το οποίο θα μπορούσε βάσιμα να υποστηρίξει μια ουσιαστική γραμμή υπεράσπισης. (βλ. R. (Ebrahim) v. Feltham Magistrates' Court [2001] 1 All E.R. 831, R. v. RD [2013] EWCA Crim. 1592, R v. PR [2019] EWCA Crim. 1225, R v. ANP [2022] EWCA Crim. 1111, R v. Watson [2023] EWCA Crim. 1016, Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/2022, ημερ. 28.2.2024, Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 136/22, ημερ. 1.8.2025).

 

        Τουναντίον, παρατηρούμε ότι τα εν λόγω ζητήματα  (υποστελέχωση και απουσία νευροχειρουργικής κάλυψης) αναδείχθηκαν πλήρως μέσα από το μαρτυρικό υλικό που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή κατά τη δίκη, και υπήρξαν αντικείμενο εκτενούς αντεξέτασης στο πλαίσιο προώθησης της υπερασπιστικής γραμμής του Εφεσείοντος. Στα ζητήματα αυτά αναφέρθηκε και ο Εφεσείων κατά την ένορκη μαρτυρία του καθώς και ο ΜΥ.1. Συνεπώς, τα εν λόγω δεδομένα τέθηκαν υπό την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε τις θέσεις του Εφεσείοντος, αποφαινόμενο ότι η ποινική του ευθύνη προκύπτει μέσα από τις δικές του πράξεις και παραλείψεις κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κατά πόσο η κατάληξη αυτή ήταν ορθή αποτελεί αντικείμενο εξέτασης των υπολοίπων λόγων έφεσης.

 

        Υπό το φως των ανωτέρω, ο δεύτερος, και τρίτος συμπληρωματικός λόγος έφεσης, απορρίπτονται ως αβάσιμοι. 

 

 

Κατά πόσο στοιχειοθετείται ποινική αμέλεια με βάση τα Άρθρα 210 και 236(ε) του Κεφ. 154

 

        Οι λόγοι έφεσης 3, 4, 5, 6 και 7 είναι συναφείς και, ως εκ τούτου, ενδείκνυται η συνεξέτασή τους. Με τους λόγους αυτούς προσβάλλεται το εύρημα του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων: (α) επέδειξε ιατρική αμέλεια κατά τον χειρισμό του επίδικου περιστατικού κατά την πρώτη επίσκεψη του παιδιού στο ΤΑΕΠ, και (β) ότι η αμέλεια αυτή στοιχειοθετεί το απαιτούμενο επίπεδο ποινικής αμέλειας, δυνάμει των Άρθρων 210 και 236(ε) του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω, μέσω του λόγου έφεσης 7, ο Εφεσείων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, ακόμη και αν το παιδί τίθετο υπό παρακολούθηση, ο θάνατος του θα ήταν αναπόφευκτος λόγω της έλλειψης νευροχειρουργικής κάλυψης του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Το ζήτημα αυτό άπτεται της έννοιας της αιτιώδους συνάφειας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης του ογδόου λόγου έφεσης.

 

        Όσον αφορά τις εφαρμοστέες νομικές αρχές, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος, πέραν της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εστιάζει την επιχειρηματολογία του σε σειρά αποφάσεων των Αγγλικών Δικαστηρίων που πραγματεύονται την έννοια της βαριάς αμέλειας (gross negligence). Ειδικότερα, παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στις  υποθέσεις R v. Rose [2017] EWCA Crim. 1168, R v. Rudling [2016] EWCA 741, R v. Adomako [1995] 1 AC 171, R v. Evans [2009] 2 Cr. App. R. 10 και R v. Misra [2005] 1 Cr. App. R. 21.

 

        Επί των γεγονότων υποστηρίζεται ότι κατά την πρώτη επίσκεψη στο ΤΑΕΠ το παιδί δεν έφερε συμπτώματα τα οποία θα μπορούσαν εύλογα να θορυβήσουν τον Εφεσείοντα. Προβάλλεται η θέση ότι η κλινική εικόνα ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητική, καθότι το παιδί ήταν διαυγές, απόλυτα προσανατολισμένο, με κλίμακα Γλασκώβης 15, χωρίς μετατραυματική αμνησία, χωρίς εμετούς ή σπασμούς και χωρίς απώλεια συνειδήσεως κατά τον χρόνο του τραυματισμού. Ομοίως, δεν παρουσίαζε εξωτερική αιμορραγία ή θλαστικό τραύμα, ούτε ρινόρροια ή ωτόρροια υγρού ή αίματος, ενώ ο έλεγχος των οφθαλμών κατέδειξε ότι ήταν ισοκορικός με φυσιολογική αντίδραση στο φως, και ο έλεγχος των αυτιών δεν έδειξε αιμοτύμπανο. Υπό αυτά τα δεδομένα, υποστηρίζεται ότι το βουητό στο αυτί και ο πονοκέφαλος δεν αποτελούσαν ικανές ενδείξεις σοβαρού περιστατικού. Η έλλειψη συμπτωματολογίας σοβαρής κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης οφειλόταν στο σπάνιο φαινόμενο του «φωτεινού παράθυρου», κατά το οποίο ο ασθενής παρουσιάζει αρχικά καλή κλινική εικόνα πριν την απότομη κατάρρευση σε μεταγενέστερο χρόνο.

 

        Το κάταγμα κρανίου ήταν δυσχερές στη διάγνωση ακτινολογικά ένεκα τόσο της μορφής του κατάγματος όσο και της τοποθεσίας στην οποία ευρισκόταν. Επρόκειτο για γραμμοειδές κάταγμα, κάθετο στη βάση του κρανίου, στο κροταφικό οστούν, το οποίο αποτελεί ένα από τα λεπτότερα οστά του κρανίου. Ένα τέτοιο κάταγμα μπορεί εύκολα να συγχυστεί με τα αποτυπώματα των αιμοφόρων αγγείων, ιδιαίτερα στα παιδιά, όπου τόσο τα αγγεία όσο και οι γραμμές των καταγμάτων είναι εξαιρετικά λεπτά. Προς επίρρωση των ανωτέρω, ο Εφεσείων επικαλείται τη μαρτυρία αριθμού μαρτύρων κατηγορίας, με ειδικότητα στην ακτινολογία (ΜΚ.12, ΜΚ.13, ΜΚ.160), νευροχειρουργική (ΜΚ.17, ΜΚ.18), γενική ιατρική (ΜΚ.20), καθώς και τη μαρτυρία του νευροχειρουργού μάρτυρα υπεράσπισης (ΜΥ.1).

 

        Παρά τη μη ανησυχητική κλινική εικόνα του παιδιού και το γεγονός ότι οι διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές προτείνουν την κατάργηση των ακτινογραφιών κρανίου, ο Εφεσείων επέλεξε να προχωρήσει σε ακτινολογικό έλεγχο. Περιορίστηκε στην παρατήρηση της ακτινογραφίας για ελάχιστα δευτερόλεπτα, ισχυριζόμενος ότι ο χρόνος αυτός συνάδει με τα όσα αναφέρονται στη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία που κατέθεσε. Επιπλέον, επικαλέστηκε βιβλιογραφία (Τεκμήριο 46), με την οποία συμφώνησαν και μάρτυρες κατηγορίας (ΜΚ.11, ΜΚ.12, ΜΚ.13), σύμφωνα με την οποία έχει διαφανεί κλινικά ότι ακόμη και ικανοί ιατροί των ΤΑΕΠ παραβλέπουν το 13% έως 23% των καταγμάτων κρανίου, όταν αυτά επανεξετάζονται μεταγενέστερα από ακτινολόγους. Τέλος, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, σε αντίθεση με τους ακτινολόγους, οι ιατροί του ΤΑΕΠ δεν διέθεταν ειδικά διαμορφωμένο χώρο για την εξέταση ακτινογραφιών.

 

        Ο ευπαίδευτος συνήγορος προβάλλει ως καίριο ζήτημα το γεγονός ότι, πριν από το επίδικο περιστατικό, δεν υφίστατο θεσμοθετημένη πολιτική γνωμάτευσης από ακτινολόγους για τις ακτινογραφίες που προέρχονταν από το ΤΑΕΠ, εκτός εάν τούτο ζητείτο κατ’ εξαίρεση. Επισημαίνει την απουσία κανονιστικού πλαισίου, πρωτοκόλλου ή εγκυκλίου που να καθορίζει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα μια ακτινογραφία κρανίου θα έπρεπε να γνωματεύεται από ειδικό ακτινολόγο. Ο Εφεσείων είχε προσληφθεί στο ΤΑΕΠ μόλις δύο μήνες νωρίτερα με εξάμηνη σύμβαση και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να μεταβάλει την υπάρχουσα πρακτική. Σημειώνεται ότι μετά το επίδικο συμβάν, με επιστολή του Υπουργού Υγείας (ημερ. 31.5.2018, Τεκμήριο 52), δόθηκαν ρητές οδηγίες όπως όλες οι ακτινολογικές εξετάσεις του ΤΑΕΠ επιστρέφονται στον θεράποντα ιατρό συνοδευόμενες από έκθεση ακτινολόγου, καθώς και οδηγίες για εφημερεύοντες (on call) ακτινολόγους, οι οποίοι οφείλουν να παρουσιάζονται άμεσα όταν καλούνται.

        Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στο γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ως προς τον τρόπο με τον οποίο όφειλε να ενεργήσει ένας μέσος συνετός ιατρός του ΤΑΕΠ με την ειδικότητα (γενική ιατρική) και την εμπειρία του Εφεσείοντος, και δη εάν ήταν ευλόγως αναμενόμενο ότι, εξετάζοντας την ακτινογραφία, θα εντόπιζε το κάταγμα κρανίου. Αποτελεί βασική θέση του Εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένο μέτρο σύγκρισης (standard of care) ως προς το επίπεδο επιμέλειας, στηριζόμενο σε ακτινολόγους και νευροχειρουργούς οι οποίοι εντόπισαν το κάταγμα, οι οποίοι διέθεταν σαφώς μεγαλύτερη εξειδίκευση και εμπειρία. Υποστηρίζεται, ταυτόχρονα, ότι παραγνωρίστηκε αξιόπιστη μαρτυρία σύμφωνα με την οποία το κάταγμα ήταν αντικειμενικά δύσκολο να εντοπιστεί.

 

        Επιπλέον, προσβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων αξιολόγησε λανθασμένα το περιστατικό ως ήπια κρανιοεγκεφαλική κάκωση κατά την πρώτη επίσκεψη του παιδιού στο ΤΑΕΠ. Υποστηρίζεται ότι η εν λόγω αξιολόγηση συνάδει πλήρως από την καλή κλινική εικόνα του παιδιού και τις κατευθυντήριες οδηγίες του NICE (2017) (Εκτίμηση και Αρχική Αντιμετώπιση των Κρανιοεγκεφαλικών Κακώσεων από το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών) για την αντιμετώπιση κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, οι οποίες εφαρμόζονται στην Κύπρο. Προς επίρρωση της θέσης αυτής ο Εφεσείων επικαλείται τη μαρτυρία του νευροχειρουργού Δρος Μιχαήλ Σπύρου (ΜΥ.1). Τέλος, θεωρεί εσφαλμένη τη διαπίστωση ότι το παιδί έπρεπε να κρατηθεί για νοσηλεία ή παρακολούθηση καθότι στο ΤΑΕΠ δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος για την παραμονή ασθενών.

 

        Το πρώτο ζήτημα που τίθεται προς εξέταση αφορά στον προσδιορισμό του απαιτούμενου βαθμού αμέλειας για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων των Άρθρων 210 και 236(ε) του Ποινικού Κώδικα.

 

        Στην υπόθεση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 69, διευκρινίζεται ότι ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας για το αδίκημα του Άρθρου 236, «είναι ανώτερος της αμέλειας που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις αλλά κατώτερος από την αλόγιστη συμπεριφορά και τη βαριά αμέλεια …». Ειδικότερα, ως προς το υπό εξέταση ζήτημα, λέχθηκαν τα εξής:

 

        «Αν και ο βαθμός της ποινικής αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 236(ε) δύσκολα μπορεί να αναλυθεί περιγραφικά, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τις αρχές που διέπουν το θέμα. Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι κατέχει ειδικά προσόντα και γνώσεις και στη φροντίδα του οποίου ασθενής εμπιστεύεται τη θεραπεία του, κατά την άσκηση της θεραπείας οφείλει στον ασθενή καθήκον επίδειξης της δέουσας προσοχής. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη της θεραπείας οφείλει καθήκον επίδειξης επιμέλειας, φροντίδας, γνώσης, ικανότητας και προσοχής. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει τη φύση του καθήκοντος, το επίπεδο που επιβάλλεται και τέλος κατά πόσο το οφειλόμενο καθήκον εκπληρώθηκε. Δεν θα πρέπει να τίθεται ούτε το ανώτατο ή έστω ένα πολύ υψηλό επίπεδο, αλλά ούτε από την άλλη το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται με ένα πολύ χαμηλό επίπεδο προσοχής. Απαιτείται δίκαιο και εύλογο επίπεδο προσοχής και ικανότητας. Αν ο ασθενής έχει αποβιώσει λόγω  αδράνειας  ή έλλειψης προσοχής δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος ιατρός κατείχε τις απαιτούμενες γνώσεις. Αν πάλι ο ασθενής έχει αποβιώσει λόγω επίδειξης μεγάλης άγνοιας ή σοβαρής έλλειψης ικανότητας, η απόδειξη ότι ο ιατρός ήταν επιμελής κατά τη νοσηλεία, δεν είναι αρκετή για να τον απαλλάξει. Το επίπεδο ικανότητας και φροντίδας που κάθε ιατρός θα πρέπει να επιδεικνύει είναι ο βαθμός της ικανότητας και φροντίδας που κανονικά επιδεικνύεται από εύλογα ικανά μέλη του ιδίου επαγγέλματος τα οποία κατέχουν τον ίδιο βαθμό και την ίδια εξειδίκευση αν υπάρχει, όπως ο κατηγορούμενος».

 

        Στην ίδια υπόθεση, υιοθετώντας το σκεπτικό της Rayas v. The Police 19 C.L.R. 308, επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του Άρθρο 210 του ΠΚ:

 

          «….είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence)».

 

        Αναφορικά με τους όρους «αλόγιστη», «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά που απαντώνται στο Άρθρο 210, αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, ότι αυτοί συνιστούν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος (βλ. μεταξύ άλλων, Ανδρέου ν. Αστυνομία (1997) 2 Α.Α.Δ. 409, Ζυπίτης ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 220).

 

        Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 233, διαπιστώνεται ότι το Άρθρο 210 «δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης». Αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης υιοθετείται ο λόγος της Lawrence (ανωτέρω) [με παραπομπή και στην Caldwell (ανωτέρω)], στην οποία αποφασίστηκαν τα εξής:  

 

          «The actus reus of the offence of driving recklessly, contrary to ss 1 and 2a of the 1972 Act, is not merely driving without due care and attention but driving in a manner that creates an obvious and serious risk of causing physical injury to any other road user or substantial damage to property. The mens rea of the offence is driving in such a manner without giving any thought to the risk or, having recognised that it exists, nevertheless taking the risk. It is for the jury to decide whether the risk created by the accused's driving was both obvious and serious, the standard being that of the ordinary prudent motorist as represented by themselves».

 

(βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου (Αρ. 1) (2002) 2 Α.Α.Δ. 473,  Savencu v. Aστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/2019, ημερ. 9.7.2020).

 

        Σε ό,τι αφορά την ένοχη διάνοια (mens rea) που απαιτείται για το αδίκημα του Άρθρου 210, υπογραμμίζεται ότι το αντικειμενικό κριτήριο παραμένει ανεπηρέαστο από τη μεταβολή που επήλθε στην Αγγλία με την υπόθεση R v. G [2003] UKHL 50. Όπως αποφασίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/24, ημερ. 2.8.2024, το κριτήριο για την «αλόγιστη» ή «απερίσκεπτη» συμπεριφορά στην Κύπρο παραμένει αντικειμενικό.

 

        Αναφορικά με την έννοια της «επικίνδυνης» πράξης ή συμπεριφοράς, κάτω από το Άρθρο 210, στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 115, αποφασίστηκε ότι το αδίκημα δεν είναι απόλυτο και επομένως δεν αρκεί η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης, αλλά χρειάζεται και απόδειξη ότι προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του «σφάλματος» (fault), υιοθετείται ο λόγος της Gosney (1971) 3 All E.R. 220 [βλ. και Πέτρου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)], η ουσία του οποίου διατυπώνεται στο κάτωθι απόσπασμα: 

 

        “We would state briefly what in our judgment the law was and is on this question of fault in the offence of driving in a dangerous manner. It is not an absolute offence. In order to justify a conviction there must be, not only a situation which, viewed objectively, was dangerous, but there must also have been some fault on the part of the driver, causing that situation. 'Fault' certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Nor does fault necessarily involve moral blame. Thus there is fault if an inexperienced or a naturally poor driver, while straining every nerve to do the right thing, falls below the standard of a competent and careful driver. Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. It is enough if it is, looked at sensibly, a cause.

 

        (βλ. Hennigan (1971) 3 All E.R. 133, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομία, Ποιν. Έφ. 221/2018, ημερ. 26.3.2019, Yasar v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 229/24, ημερ. 8.11.2024, R v. Williams [2010] EWCA Crim. 2552, παρ. 33, 36, R v. Hughes [2013] UKSC 56, παρ. 36, Blackstone’s Criminal Practice 2026, A1.28).

 

        Στο διάγραμμα αγόρευσής του ο ευπαίδευτος συνήγορος ταυτίζει τον βαθμό αμέλειας του Άρθρου 210, με την έννοια της βαριάς αμέλειας (gross negligence), δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις υποθέσεις R v. Rose [2017] EWCA Crim. 1168, παρ. 45, και Adomako (ανωτέρω). Με κάθε σεβασμό η θέση αυτή είναι εσφαλμένη. Η βαριά αμέλεια συναρτάται με την έννοια της υπαίτιας αμέλεια («culpable negligence»), η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανθρωποκτονίας δυνάμει του Άρθρου 205. Στην υπόθεση Nearchou v. The Police (1065) 2 C.L.R. 34, λέχθηκε ότι:

 

        «“culpablehas been interpreted in many cases as "criminal", "gross" or "wicked" negligence; that is, that the accused's negligence showed such disregard for the life and safety of others as to amount to a crime against the State and conduct deserving of punishment (see R. v. Bateman (1925) 19 Cr. App. Rep. 8; and Andrews v. D P.P. (1937) 26 Cr. App Rep. 34)».

 

        Στην Λοϊζίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 965, (απόφαση πλειοψηφίας) σε σχέση με την έννοια της υπαίτιας αμέλειας του Άρθρου 205, υιοθετείται ο λόγος της Adomako (1994) 3 All E.R. 79, HL, η οποία πραγματεύεται την ανθρωποκτονία λόγω βαριάς αμέλειας (βλ. και Ντιμιτρένκο ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 124/21, ημερ. 18.4.2024).

 

        Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 256, γίνεται διεξοδική ανάλυση του βαθμού υπαιτιότητας και διαφοράς που υφίσταται μεταξύ των Άρθρων 205 και 210 του ΠΚ. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα:

 

        «Στην περίπτωση της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, του 210 ΠΚ, αρκεί η άνευ συνειδήσεως ή αντικειμενική αμέλεια ή αμέλεια δευτέρου βαθμού, δηλαδή η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας, χωρίς να απαιτείται υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου, όπως στην περίπτωση του 205ΠΚ.»

 

        Περιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος υποστηρίζει ότι γεγονότα της υπόθεσης Rose (ανωτέρω) είναι ταυτόσημα με αυτά της παρούσας, πράγμα το οποίο καθιστά την καταδίκη ακροσφαλή, ένεκα της μη προβλεψιμότητας του κίνδυνου θανάτου κατά τον χρόνο παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας. O λόγος (ratio) της Rose συνοψίζεται στο κάτωθι απόσπασμα από τον Blackstones Criminal Practice 2026, B1.77:

 

        «(iv) Reasonably Foreseeable at the Time of the Breach of the Duty that the Breach Gave Rise to a Serious and Obvious Risk of Death The actual existence of a serious and obvious risk is not normally the point in issue, rather it is the question of whether such risk was reasonably foreseeable. The requirement that the risk of death must be an obvious and serious one which should have been foreseen by D at the time of the breach of duty was emphasised in Rudling [2016] EWCA Crim 741. It was subsequently decided in Rose [2017] EWCA Crim 1168, that 'in assessing reasonable foreseeability of serious and obvious risk of death, it is not appropriate to take into account what [D] would have known but for his breach of duty' (at [94]). So an optometrist who, in breach of her explicit statutory duty to properly examine the eye of the patient, did not see the life-threatening papilloedema, could not — on the specific facts including the routine nature of the eye examination in the absence of knowledge of the presence of the rare papilloedema — be expected to have reasonably foreseen an obvious and serious risk of death at the time of the breach of the statutory duty. Sir Brian Leveson P pointed out (at [77]) that a 'mere possibility that an assessment might reveal something life-threatening is not the same as an obvious risk of death: an obvious risk is a present risk which is clear and unambiguous, not one which might become apparent on further investigation'. While the decision may seem at first glance to give D the benefit of her own failure to spot what she should have spotted, the requirement of an obvious and serious risk of death is an aspect of the restriction of gross negligence manslaughter to the worst cases of negligence causing death. The factual matrix was said to be crucial; the eye test was not primarily concerned with diagnosing life-threatening conditions and in different circumstances an optometrist might be guilty of gross negligence manslaughter. One might say that there is a difference between the statutory duty imposed on the optometrist and the duty of care which might be imposed on D, relevant to gross negligence, dependent on there being an obvious and serious risk of death at the time of the acts or omissions complained of….»

 

        Είμαστε της γνώμης ότι πέραν του σοβαρότερου βαθμού αμέλειας που αφορά η υπόθεση Rose (ανωτέρω), υπάρχει ειδοποιός διαφορά ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά μια ιατρική εξέταση ρουτίνας αλλά ένα περιστατικό με ανησυχητικές ενδείξεις. Το παιδί μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ μετά από δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, το οποίο του προκάλεσε  κεφαλαιμάτωμα στην αριστερή βρεγματοκροταφική χώρα, παροδική απώλεια ακοής, και βουητό στο αριστερό αυτί. Ο Εφεσείων γνώριζε ότι  η καλή κλινική εικόνα του παιδιού δυνατόν να οφειλόταν στο σπάνιο φαινόμενο του «φωτεινού παράθυρου». Ο λόγος για τον οποίο προέβη σε ακτινολογικό έλεγχο ήταν για να διαγνώσει κατά πόσο επρόκειτο για ήπια ή σοβαρότερης μορφής κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Συνεπώς, ήταν ευλόγως προβλεπτό ότι μια εσφαλμένη διάγνωση της ακτινογραφίας δυνατόν να εξέθετε τη ζωή του παιδιού σε σοβαρό κίνδυνο.

 

        Επόμενο ζήτημα προς εξέταση αποτελεί ο προσδιορισμός του επιπέδου ιατρικής φροντίδας και επιμέλειας (standard of care) που όφειλε να επιδείξει ο Εφεσείων κατά την αξιολόγηση της ακτινογραφίας.  Στο έγκριτο σύγγραμμα «Medical Negligence» του Michael Jones, 6η έκδοση (2021), στο οποίο μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσίβλητου, αναφέρονται τα εξής (παρ. 3-112):

 

        “A single standard of care for patients can only be achieved by relating the reasonableness of the defendant’s conduct to the task that is undertaken, and what is objectively reasonable does not change with the experience of the defendant, or, for that matter, the post he holds. This is at its most obvious if a doctor in a specialist “post” were to undertake some procedure which was completely outside the sphere of that specialty. He would be required to achieve the standard of the reasonably competent doctor in performing that procedure, and if it were a specialized procedure he would have to achieve the standards of that specialty. This has nothing to do with his post. The duty arises by virtue of the fact that he has undertaken to perform the act, and by doing so professes that he has the competence to perform it with skill and care, just as an unqualified person would be held to the standard of a reasonably competent surgeon if he undertook surgery. Thus, undertaking work which is beyond one’s competence will constitute negligence. As a matter of practice and common sense inexperienced doctors will normally undertake less complex tasks than their experienced colleagues, but if they perform tasks beyond their level of competence the fault lies not so much in not having the skills, which by definition they do not possess, but in undertaking the task at all”.

(ιδία υπογράμμιση)

 

        Στην υπόθεση Lane v. Worcestershire Acute Hospitals NHS Trust [2017] EWCH 1900, επισημαίνεται ότι (παρ. 21):

 

        “Thus, a doctor undertaking vascular surgery is held to the reasonable standard of the vascular surgeon. If a medic or a surgeon who specialises in a different area of surgery attempts vascular surgery, he or she cannot be heard to say that the patient cannot expect the level of care to be expected by the average competent vascular surgeon”.

 

        Κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω νομολογιακών αρχών, αφ’ ής στιγμής ο Εφεσείων ανέλαβε την ευθύνη εξέτασης της ακτινογραφίας, το αναμενόμενο επίπεδο ιατρικής φροντίδας και επιμέλειας ήταν εκείνο του ακτινολόγου και όχι του γενικού γιατρού του ΤΑΕΠ. Το γεγονός ότι το επίπεδο φροντίδας και επιμέλειας ήταν αυτό ενός ευλόγως ικανού ακτινολόγου καθιστά άνευ σημασίας τη βιβλιογραφία την οποία παρουσίασε ο Εφεσείων ως προς το ποσοστό σφάλματος ιατρών του τμήματος επειγόντων περιστατικών στη διάγνωση ακτινογραφιών. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η βιβλιογραφία αυτή καταδεικνύει πόσο σημαντικό είναι οι ακτινογραφίες να διαγιγνώσκονται από ακτινολόγους, προς αποφυγή ενδεχόμενου σφάλματος. Το επίπεδο επιμέλειας αυξάνεται ανάλογα με τη σοβαρότητα του κινδύνου. Το γεγονός ότι ο Εφεσείων γνώριζε ότι η καλή κλινική εικόνα του παιδιού δυνατόν να ήταν πλασματική, οφειλόμενη στο σπάνιο φαινόμενο του φωτεινού παράθυρου, καθιστούσε επιτακτική την υποχρέωση για σχολαστική εξέταση της ακτινογραφίας και την αναζήτηση γνωμάτευσης από ακτινολόγο.

 

        Σε σχέση με τη θέση της Υπεράσπισης ότι πολλές φορές αύλακες αγγείων δύνανται να συγχυστούν με κάταγμα κρανίου, ιδιαίτερα όταν το κάταγμα είναι μικρό όπως στην παρούσα περίπτωση, και ότι με βάση τη μαρτυρία επρόκειτο για δύσκολο περιστατικό, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς διαπιστώνει ότι «την ακτινογραφία θα έπρεπε να τη δει ακτινολόγος, η ειδικότητα του οποίου είναι να γνωματεύει ακτινογραφίες και η εμπειρία του σε συνδυασμό με τη γνώση του μειώνουν τις πιθανότητες λανθασμένης διάγνωσης» (σελ. 50). Εξίσου σημαντική είναι η διαπίστωση ότι «ο κατηγορούμενος 1, σε κανένα στάδιο είτε δίνοντας κατάθεση στην Αστυνομία είτε δίδοντας δια ζώσης μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν ισχυρίστηκε ότι κάτι είδε και το εξέλαβε ως αγγείο». Το οποίο είναι ενδεικτικό του βεβιασμένου και επιπόλαιου τρόπου με τον οποίο εξέτασε την ακτινογραφία για μερικά δευτερόλεπτα.

 

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τεκμηριωμένα τη θέση της Υπεράσπισης περί εκ των υστέρων γνώσης (hindsight bias) των ακτινολόγων ή περί αντικειμενικής δυσκολίας στον εντοπισμό του κατάγματος. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, σελ. 67:

 

          «1.    Όλοι οι μάρτυρες ιατροί ακτινολόγοι αλλά και ο νευροχειρουργός Δρ Καουτζάνης, αξιολογήθηκαν ως αξιόπιστοι και είπαν ότι είδαν το κάταγμα. Ο Δρ Σουραϊλίδης, η Δρ Τζιακουρή και η Δρ Σολωμού το είδαν. Η Δρ Χατζηχάρου το (sic) είδε την ακτινογραφία είπε ότι ήταν ένα δύσκολο περιστατικό, είδε όμως και αυτή το κάταγμα.

          2.      Ο Δρ Σουραϊλίδης, ο ακτινολόγος που εφημέρευε την επίδικη μέρα δέχτηκε επίσκεψη από τον κατηγορούμενο 1 και του ζήτησε να δει την ακτινογραφία. Αμέσως διέγνωσε το κάταγμα. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από την αποδεκτή του μαρτυρία, αλλά υποστηρίζεται και από τα όσα ο κατηγορούμενος 1, ως πιο κάτω θα εξηγήσω, είπε. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος 1 είπε ότι ο Δρ Σουραϊλίδης ενώπιόν του είδε αμέσως το κάταγμα και όταν ο κατηγορούμενος 1, τον ρώτησε εάν είναι αγγεία, έλαβε απάντηση ότι είναι κάταγμα. Για ένα ειδικό ακτινολόγο επομένως η διάγνωση του κατάγματος ήταν άμεση και όχι δύσκολη υπόθεση».

(ιδία υπογράμμιση)

 

        Παρά την ύπαρξη ειδικού εντύπου παραπεμπτικού (τεκμήριο 5), το οποίο προέβλεπε ως υποχρεωτική τη γνωμάτευση από ακτινολόγο, η επικρατούσα πρακτική στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας κατά τον επίδικο χρόνο, λόγω υποστελέχωσης και φόρτου εργασίας, απέκλινε από τη διαδικασία αυτή, περιορίζοντας τη γνωμάτευση μόνο σε εσωτερικούς ασθενείς ή σε περιπτώσεις στις οποίες ο ιατρός του ΤΑΕΠ, αποφάσιζε ότι στην ακτινογραφία υπήρχε ένδειξη κάτι το παθολογικό το οποίο έχρηζε διευκρίνησης.

 

        Η νομολογία αναγνωρίζει ότι κατά την αξιολόγηση της ιατρικής αμέλειας σε τμήματα επειγόντων περιστατικών, το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά τις επικρατούσες συνθήκες και τον επείγοντα χαρακτήρα των αποφάσεων.

 

        Στην υπόθεση Wilsher v. Essex AHA (1987) QB 730, σελ. 749, υπογραμμίζεται η ανάγκη για μια ρεαλιστική προσέγγιση του μέτρου επιμέλειας (standard of care), λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες καλείται να ενεργήσει ένας ιατρός του τμήματος επειγόντων περιστατικών. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα:

 

          “…full allowance must be made for the fact that certain aspects of treatment may have to be carried out in what one witness …. called ‘battle conditions’. An emergency may overburdened the available resources, and, if an individual is forced by circumstances to do too many things at once, the fact that he does one of them incorrectly should not lightly be taken as negligence”.

 

        Παρομοίως, στην υπόθεση Darnley v. Croydon Health Services NHS Trust [2018] UKSC 50, αναφέρθηκαν τα εξής, παρ.22:

 

        “….It is undoubtedly the fact that Hospital A & E departments operate in very difficult circumstances and under colossal pressure. This is a consideration which may well prove highly influential in many cases when assessing whether there has been a negligent breach of duty.

 

        Σχολιάζοντας τις πιο πάνω αποφάσεις, στο σύγγραμμα «Medical Negligence» (ανωτέρω), στις παρ. 3-093, 3-094, επισημαίνονται τα ακόλουθα:

 

        “In determining what was reasonable care, the court will take account of the particular situation as it presented itself to the defendant, as part and parcel of ‘all the circumstances of the case’. The defendant faced with a dilemma or an emergency, having to act on the spur of the moment, will not be judged too critically because with hindsight a different course of action might have avoided the harm. …. This does not mean that a different standard of care is applied in an emergency situation, simply that reasonable care takes into account the circumstances in which a doctor has to operate. If the error is one which a reasonably competent doctor could have made in the circumstances the defendant is not negligent. Conversely, if a reasonably competent doctor would not have made that error the defendant will not be liable, notwithstanding the fact that it occurred in the course of an emergency”.  

 

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα που το παιδί πήγε για πρώτη φορά στο ΤΑΕΠ, δεν υπήρχε φόρτος εργασίας ή άλλο σοβαρό περιστατικό που να απαιτούσε την άμεση επέμβαση του Εφεσείοντος και να του απέσπασε την προσοχή. Ούτε άλλωστε ο ίδιος  προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό. Παρότι υπήρχαν τέσσερεις επί καθήκοντι ακτινολόγοι στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας που θα μπορούσαν να εξετάσουν την ακτινογραφία μέσω του συστήματος  PACS, εντούτοις ο Εφεσείων δεν αναζήτησε τη βοήθεια κανενός, έστω και τηλεφωνικά, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη διάγνωσης της ακτινογραφίας. Συνακόλουθα, η επικρατούσα επικίνδυνη πρακτική για τη μη διάγνωση ακτινογραφιών ασθενών του ΤΑΕΠ από ειδικούς ακτινολόγους, δεν αποτελεί βάσιμη δικαιολογία για τη μη αναζήτηση γνωμάτευσης ακτινολόγου κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπιστώνει ότι «την ακτινογραφία θα έπρεπε να την δει ακτινολόγος, η ειδικότητα του οποίου είναι να γνωματεύει ακτινογραφίες και η εμπειρία του, σε συνδυασμό με τη γνώση του, μειώνουν την πιθανότητα λανθασμένης διάγνωσης» (σελ. 50). Επίσης, ορθό είναι το συμπέρασμα ότι «ο Εφεσείων είχε καθήκον επιμέλειας έναντι του παιδιού και συνειδητά ανέλαβε τον κίνδυνο όταν επέλεξε να γνωματεύσει ο ίδιος, έργο το οποίο εκτέλεσε πλημμελώς, εξετάζοντας την ακτινογραφία ελάχιστα και χωρίς επεξεργασία (σελ. 136)». Η πιθανότητα προηγηθέντος σοβαρού τραυματισμού ήταν πραγματική [βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)], καθότι ο Εφεσείων γνώριζε για το δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, την παροδική απώλεια ακοής και το βουητό.

 

        Είναι πρόδηλο ότι ο κίνδυνος αυτός αφορούσε την πιθανότητα εσφαλμένης διάγνωσης, λόγω απουσίας εξειδικευμένης γνώσης ακτινολογίας. Ο κίνδυνος καθίστατο έτι μεγαλύτερος λόγω της πιθανότητας λάθους στη διάγνωση κατάγματος κρανίου από μη έμπειρο ακτινολόγο, ως διεφάνη μέσα από τη μαρτυρία. Ο βεβιασμένος και επιπόλαιος τρόπος με τον οποίο ο Εφεσείων εξέτασε την ακτινογραφία δεικνύει αδιαφορία για τον ορατό κίνδυνο που εγκυμονούσε το ενδεχόμενο εσφαλμένης διάγνωσης, ενώ γνώριζε ότι η καλή κλινική εικόνα δυνατόν να οφείλετο στο σπάνιο φαινόμενο του «φωτεινού παράθυρου», γεγονός που όφειλε να τον θέσει σε περαιτέρω εγρήγορση.

 

        Αναφορικά με τη θέση του Εφεσείοντος, στηριζόμενη σε μελέτη η οποία έγινε για σκοπούς τεχνητής νοημοσύνης (τεκμήριο 66), ότι ο χρόνος οπτικής παρατήρησης ακτινογραφίας από ακτινολόγους για διάγνωση κατάγματος, περιορίζεται στα δέκα δευτερόλεπτα, επισημαίνεται ότι αυτή δεν υπεβλήθη στους ακτινολόγους οι οποίοι κλήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, των οποίων η επιστημονική γνώμη διαφέρει ουσιωδώς, χωρίς να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Συνακόλουθα, ορθώς δεν ελήφθη υπόψη η μονομερώς τεθείσα εκδοχή του Εφεσείοντος.

 

        Μια άλλη θέση την οποία προωθεί ο Εφεσείων είναι ότι βάσει της μαρτυρίας (ΜΚ.15), οι πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες για κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις εισηγούνται την κατάργηση της ακτινογραφίας επειδή αποδείχτηκε στατιστικά ότι δεν προσφέρει κάποιο όφελος στη διάγνωση αιμορραγίας που χρήζει χειρουργικής επέμβασης, δεδομένου ότι μπορεί να υπάρχει ενδοκρανιακή αιμορραγία χωρίς κάταγμα ή με δυσδιάκριτο κάταγμα. Σε σοβαρές ή μέτριες περιπτώσεις βάσει της κλίμακας Γλασκώβης προκρίνεται η αξονική τομογραφία, σε αντίθεση με ήπιες περιπτώσεις προς αποφυγή της έκθεσης των παιδιών σε περιττή ακτινοβολία και του κινδύνου καρκινογένεσης. Σημειωτέον  ότι η καλή κλινική εικόνα του παιδιού οδήγησε στη μη διενέργεια αξονικής τομογραφίας κατά την πρώτη επίσκεψη, παρότι ζητήθηκε από τη μητέρα, το οποίο δεν αποτέλεσε μέρος της εναντίον του υπόθεσης.

 

        Παρατηρούμε ότι οι εν λόγω πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες δεν αποτελούν μέρος των Οδηγιών NICE (2017), οι οποίες αφορούν την εκτίμηση και αρχική αντιμετώπιση των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων από ΤΑΕΠ και εφαρμόζονται στην Κύπρο. Δεύτερον, παρότι η ακτινογραφία κρανίου δεν είναι υποχρεωτική, ο Εφεσείων ζήτησε τη λήψη της ως διαγνωστικό βοήθημα, προκειμένου να έχει ολοκληρωμένη ιατρική εικόνα του περιστατικού. Όπως επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση (σελ. 137): "Ούτως ή άλλως, η ακτινογραφία ζητήθηκε ακριβώς προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι η αντικειμενική κατάσταση της υγείας του Σταύρου συνάδει με τις διαπιστώσεις της κλινικής εξέτασης και να αποκλείσει οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο (όπως η πιθανότητα του “φωτεινού διαλείμματος”, που ήταν και η περίπτωση του Σταύρου)».

 

        Ο συνήγορος του Εφεσείοντος εισηγείται ότι, εν όψει των πρόσφατων κατευθυντήριων οδηγιών, εάν δεν είχε ζητηθεί η διενέργεια ακτινολογικού ελέγχου, δεν θα τίθετο ζήτημα ιατρικής αμέλειας και ποινικής ευθύνης. Συνακόλουθα, υποστηρίζει ότι η διενέργεια ακτινογραφίας αποτελούσε μια επιθυμητή, αλλά όχι αναγκαία ενέργεια. Διαφωνούμε με τη θέση αυτή η οποία είναι ακαδημαϊκής και μόνο σημασίας. Αρκούμαστε να επισημάνουμε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε να εξεταστεί κατά πόσο η παράλειψη διενέργειας ακτινογραφίας συνιστούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, εύλογη ιατρική πρακτική, στη βάση των αρχών της υπόθεσης Bolitho v. City and Hackney HA (1998) AC 232 και της μεταγενέστερης νομολογίας (βλ. Σύγγραμμα «Medical Negligence» (ανωτέρω), παρ. 3-034 - 3-037).

 

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε ότι η εσφαλμένη διάγνωση της ακτινογραφίας οδήγησε σε εσφαλμένη αξιολόγηση και αντιμετώπιση του περιστατικού ως ήπιου. Δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στην κλινική εξέταση, με αποτέλεσμα το παιδί να μην κρατηθεί για παρακολούθηση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, παρά την απουσία εξειδικευμένης μονάδας παρακολούθησης στο ΤΑΕΠ Λάρνακας, διατίθενται τρία εξεταστήρια, δωμάτιο βραχείας νοσηλείας, δωμάτιο ανάνηψης και δωμάτιο τραύματος. Στα εξεταστήρια παραμένουν ασθενείς που χρήζουν παρακολούθησης όταν πρόκειται για επείγοντα ή σοβαρά περιστατικά, η κατάσταση των οποίων ενδέχεται να μεταβληθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντος και του ΜΥ.1, ότι δικαιολογείτο η αντιμετώπιση του περιστατικού ως ήπιου και ότι δεν ήταν επιβεβλημένη η παραμονή του παιδιού για παρακολούθηση, παραγνωρίζουν τον καταλυτικό παράγοντα της εσφαλμένης διάγνωσης της ακτινογραφίας, όπως ορθά επισημαίνεται στην εκκαλούμενη απόφαση.

 

        Κατόπιν ενδελεχούς ανάλυσης των γεγονότων της υπόθεσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς καταλήγει ότι η στάση του Εφεσείοντος υπήρξε αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη υπό την έννοια του Άρθρου 210 του ΠΚ. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, σελ. 137-138:

 

        «Συναρτώντας τα ευρήματά μου, τη νομολογία και όλες τις σχετικές αρχές, αντικειμενικά η στάση του κατηγορουμένου 1 υπήρξε και αλόγιστη και απερίσκεπτη και επικίνδυνη. Και εξηγώ. Δεν είναι ακτινολόγος. Δεν είναι νευροχειρουργός. Κοίταξε πολύ σύντομα την ακτινογραφία, δεν την εξέτασε με προσοχή και δεν εντόπισε το κάταγμα που απεικονιζόταν. Δεν μιλάμε για την περίπτωση που μελέτησε την ακτινογραφία προσεκτικά, την επεξεργάστηκε, άνοιξε παράθυρα ή έριξε σκιές όπως θα μπορούσε να κάνει ως εξήγησαν οι μάρτυρες ακτινολόγοι. Την κοίταξε για λίγο, ως και ο ίδιος παραδέχεται. Κοιτάζοντας την ακτινογραφία δεν εντόπισε το κάταγμα. Ο κατηγορούμενος 1 αξιολόγησε την ακτινογραφία βιαστικά, επιπόλαια και τελικά λανθασμένα. Ο λόγος που δεν έδωσε, δυστυχώς, βαρύτητα στην ακτινογραφία ήταν το γεγονός ότι η κλινική εικόνα του Σταύρου δεν προκαλούσε ανησυχία. Όμως, εξακολουθούσε να φέρει ακέραια την υποχρέωση να μελετήσει το διαγνωστικό εργαλείο που είχε. Ούτως ή άλλως η ακτινογραφία ζητήθηκε ακριβώς προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι η αντικειμενική κατάσταση της υγείας του Σταύρου ήταν ως οι διαπιστώσεις κατά την κλινική εξέταση και να αποκλειστεί οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο (όπως η πιθανότητα «φωτεινό παράθυρο» που ήταν η περίπτωση του Σταύρου). Δε ζήτησε γνωμάτευση από ακτινολόγο. Είναι δεδομένο ότι έκανε σφάλμα. Είναι επίσης δεδομένο ότι η λανθασμένη διάγνωσή του ως αποτέλεσμα είχε το περιστατικό του Σταύρου να αξιολογηθεί ως ήπια κρανιοεγκεφαλική κάκωση, να απολυθεί με οδηγίες, να μην τεθεί σε παρακολούθηση και η πραγματική κατάσταση της υγείας του να γίνει αντιληπτή σε καθυστερημένο στάδιο. Άφησε μια επικίνδυνη κατάσταση να εξελιχθεί».

 

        Κατά λογική ακολουθία, εφόσον στοιχειοθετείται ο βαθμός αμέλειας για το αδίκημα του Άρθρου 210 του ΠΚ, τότε εκ των πραγμάτων και κατά μείζονα λόγο (a fortiori) στοιχειοθετείται και ο χαμηλότερος βαθμός αμέλειας για το αδίκημα του Άρθρου 236(ε) του ΠΚ.

 

        Υπό το φως των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 3 μέχρι 7, απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

 

Αιτιώδης συνάφεια

 

        Με τον όγδοο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς και του θανάτου του ανήλικου. Υποστηρίζεται ότι έστω σε περίπτωση που γινόταν ορθή διάγνωση και το παιδί κρατείτο για παρακολούθηση η μοιραία κατάληξη ήταν αναπόφευκτη, ένεκα της απουσίας νευροχειρουργικού τμήματος στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη την έγκαιρη χειρουργική παρέμβαση.

 

        Σύμφωνα με τη νομολογία, βασική προϋπόθεση για την απόδειξη του αδικήματος του Άρθρου 210 είναι «η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το θάνατο του θύματος» (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομία, Ποιν. Έφ. 221/2018, ημερ. 26.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:B107), ότι δηλαδή η πράξη του κατηγορούμενου αποτελεί ενεργό και ουσιαστική αιτία του θανάτου (βλ. Rossides v. The Republic (1983) 2 C.L.R. 391). Η πλευρά του Εφεσείοντος εισηγείται ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η δική του ενέργεια ήταν η βασική αιτία θανάτου, και ότι θα μπορούσε από μόνη της να επιφέρει τον θάνατο, εάν δεν μεσολαβούσαν πράξεις ή παραλείψεις άλλων προσώπων. Πρόσθετα, θα πρέπει να αποδειχτεί ότι ο θάνατος δεν θα επερχόταν αν δεν ήταν για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου (βλ. R v. White (1910) 2 KB 124).

 

        Στην προαναφερθείσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι για την ύπαρξη νομικής αιτιώδους συνάφειας με βάση το Άρθρο 210, η πράξη ή παράλειψη του κατηγορούμενου δεν χρειάζεται να είναι η μόνη ή κύρια αιτία από την οποία προήλθε ο θάνατος. Αρκεί να είναι μια αιτία (a cause), η οποία να είναι κάτι περισσότερο από αμελητέα (de minimis). Στην υπόθεση Hennigan (1971) 3 All E.R. 133, η οποία αφορούσε κατηγορία πρόκλησης θανάτου από απερίσκεπτη ή επικίνδυνη οδήγηση με βάση το άρθρο 1 του Road Traffic Act 1960, τονίστηκε ότι:

 

        «The court would like to emphasise this, that there is of course nothing in s 1 of the Road Traffic Act 1960 which requires the manner of the driving to be a substantial cause, or a major cause, or any other description of cause, of the accident. So long as the dangerous driving is a cause and something more than de minimis, the statute operates».

 

        (βλ. και Σάββα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), Yasar v. Αστυνομίας ανωτέρω).

 

        Αναφορικά με τη νομική αιτιώδη συνάφεια που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του Άρθρου 210 του ΠΚ., στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντωνίου (2014) 2 Α.Α.Δ. 915, λέχθηκαν τα εξής:

 

        «Είναι αρκετό συνεπώς η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η νομική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξης και του αποτελέσματος. Η νομική αυτή αρχή έχει κωδικοποιηθεί στο Άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στο οποίο προβλέπεται ότι:

 

          211.Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι επέφερε θάνατο άλλου, άνκαι η πράξη του δεν είναι η άμεση ή η μόνη αιτία από την οποία προήλθε ο θάνατος σε οποιοδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:…».

 

        Στην Voicu v. Αστυνομία, Ποιν. Έφ. 78/2016, ημερ. 10.9.2018, ECLI:CY:AD:2018:B389, μετά από ανασκόπηση της νομολογίας, επισημαίνονται τα ακόλουθα σε σχέση με την εμβέλεια του Άρθρου 211 του ΠΚ:

 

          «Aπό τη νομολογία σαφώς προκύπτει, ως αναγκαίος όρος για τη διάγνωση ενοχής, η διασύνδεση της παράνομης πράξης ή παράλειψης του κατηγορούμενου με το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Ιδιαίτερο πρόβλημα ανακύπτει σε περίπτωση, όπως στην υπό κρίση, όπου υπεισέρχεται πέραν της μιας αιτίας και σε ποια από αυτές θα πρέπει να αποδοθεί ο θάνατος.

 

          Σε πρώτο στάδιο θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί ότι αν δεν λάμβανε χώρα η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ο θάνατος δεν θα επερχόταν («but for test»): η συμπεριφορά του κατηγορούμενου θα πρέπει να συνιστά μια conditio sine qua non, αναγκαίο και απαραίτητο όρο της παραγωγής του αποτελέσματος (factual causation) (R. v. White (1910) 2 Q.B. 124).

 

          Θα πρέπει όμως στη συνέχεια να εξεταστεί αν η πράξη του κατηγορούμενου αποτελεί ενεργό και ουσιαστική αιτία του θανάτου (operative and substantial cause of death) (R. v. Smith (1959) 2 Q.B. 35, Rossides (ανωτέρω)), χωρίς όμως να απαιτείται - η πράξη – να είναι η μόνη ή η κύρια αιτία (the sole or the main cause of death.

 

        Στην R v. Inner South London Coroner, ex parte Douglas-Williams (1998) 1 All E.R. 344, ο Woolf, L.J., εξετάζοντας το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας και του τι απαιτείται να αποδειχθεί, τοποθετήθηκε ως ακολούθως:

 

        «.that negligence must have caused the death in the sense that it more than minimally, negligibly or trivially contributed to the death it is an essential ingredient that the unlawful or negligent act must have caused the death at least in the manner described.  If there is a situation where, on examination of the evidence, it cannot be said that the death in question was caused by an act which was unlawful or negligent as I have described, then a critical link in the chain of causation is not established.»

 

        Στην ίδια απόφαση διευκρινίζεται ότι εάν υπάρχουν περισσότερες από μια αιτίες θανάτου, η πρώτη εκ των οποίων συναρτάται με πράξη ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι υποχρεωμένη να αποδείξει ότι η άλλη αιτία δεν αποτέλεσε την ουσιαστική αιτία του θανάτου.  «Το βάρος της Κατηγορούσας Αρχής περιορίζεται στο να αποδείξει ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου παραμένει ενεργός και ουσιαστική αιτία θανάτου». Το βάρος αυτό αποσείεται εφόσον αποδειχθεί ότι η συμβολή του κατηγορούμενου στην πρόκληση του θανάτου ήταν κάτι περισσότερο από ελάχιστη, αμελητέα ή επουσιώδης.

 

        H Voicu v. Αστυνομία (ανωτέρω), ακολουθήθηκε στην Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίζεται στις δυο αυτές αποφάσεις οι οποίες καθορίζουν το νομικό πλαίσιο της αιτιώδους συνάφειας για το αδίκημα του Άρθρου 210 του ΠΚ. Επομένως η νομική του προσέγγιση ήταν καθ’ όλα ορθή.  

 

        Έχοντας κατά νουν την προαναφερθείσα νομολογία, δεν συμφωνούμε με την εισήγηση ότι για τη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνάφειας, η πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου θα πρέπει να αποτελεί τη βασική αιτία θανάτου. Ούτε με την εισήγηση ότι αυτή θα έπρεπε να είναι ικανή από μόνη της να προκαλέσει τον θάνατο, ως προκύπτει από την υπόθεση Warburton and Hubbersty [2006] EWCA Crim 627 (βλ. Smith, Hogan & OrmerodsCriminal Law” 17η έκδοση, 2024, παρ. 2.5.3, σελ. 67).

 

        Καταληκτικά παρατηρούμε ότι η θέση της Κυπριακής νομολογίας ως προς την ύπαρξη νομικής αιτιώδους συνάφειας βρίσκεται σε πλήρη ταύτιση με εκείνη της Αγγλικής, η οποία συνοψίζεται στο κάτωθι απόσπασμα από το Crown Court Compendium Part I – October 2025, Part 7-8, σελ. 7-32

 

2.    «D’s act need not be the sole or the main cause of the result. It is wrong to direct a jury that D is not liable if D is, for example, less than one-fifth to blame.318

3.    D’s contribution to the result must have been more than negligible or minimal.319 D may beheld to have caused a result even if D’s conduct was not the only cause and even if D’s conduct could not by itself have brought about the result.320 Where there are multiple causes (including where the victim has contributed to the result), D will remain liable if D’s act is acontinuing and operative cause.321»

(ιδία υπογράμμιση)

 

        (βλ. μεταξύ άλλων, R v. Hennigan (ανωτέρω), Warburton (ανωτέρω) R v. Hughes [2013] UKSC 56 at para. 33, Blackstones Criminal Practice 2023, A1.28).

 

        Προς υποστήριξη της θέσης για την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδιδόμενης στον Εφεσείοντα ποινικής αμέλειας αφενός και της πρόκλησης θανάτου αφετέρου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος παραπέμπει στο κάτωθι απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση, στη σελ. 140:

 

          «Αν το κτύπημα ούτως ή άλλως θα είχε τη μοιραία κατάληξη που είχε είναι κάτι το οποίο δεν γνωρίζουμε γιατί η πράξη του κατηγορουμένου 1 διέκοψε την ενδεδειγμένη πορεία …».

 

        Υποστηρίζει ότι η εν λόγω διαπίστωση σπάζει την αλυσίδα της πραγματικής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και της πρόκλησης του θανάτου.

 

        Καθοδηγητική επί τούτου είναι η υπόθεση R v. Wilson [2018] EWCA Crim. 1184, η οποία αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου από ανασφάλιστο οδηγό λόγω αμελούς οδήγησης (careless driving) με βάση το Άρθρο 3ΖΒ του Road Traffic Act 1988. Αποφασίστηκε ότι το εν λόγω άρθρο δεν θέτει βάρος απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή ότι εάν δεν υπήρχε η υπαιτιότητα του κατηγορούμενου ο θάνατος δεν θα επερχόταν (παρ. 39). Το θέμα της αιτιώδους συνάφειας στο Άρθρο 3ΖΒ, περιλαμβανομένης της έννοιας της πέραν της ελάχιστης συμβολής στην πρόκληση του θανάτου, προϋποθέτει μια συνολική στάθμιση όλων των περιστάσεων της υπόθεσης με γνώμονα την κοινή λογική (παρ.40). Αντλώντας καθοδήγηση από την R v. Hughes [2013] UKSC 56, αναφέρεται στην παράγραφο 43:

 

          «In our judgment, section 3ZB is satisfied and the second limb of the test in R Hughes (Michael) is made out – “contributes in some more than minimal way to the death” – if the driving at the crucial time was such as significantly or materially to increase the risk of death resulting from the appellant’s acts or omissions”.

 

        Με κάθε σεβασμό, δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του Εφεσείοντος, η οποία απομονώνει την προαναφερθείσα περικοπή από το σύνολο του δικανικού συλλογισμού επί της αιτιώδους συνάφειας, ο οποίος αποτυπώνεται στα κάτωθι δυο αποσπάσματα.

 

        Στις σελ. 139-140:

 

        «Ό,τι αναμένεται για να τεκμηριωθεί αιτιώδης συνάφεια είναι η αιτία θανάτου να συναρτάται αντικειμενικά με την πράξη του κατηγορουμένου. Τολμώ να πω ότι, τα πράγματα στην περίπτωση του Σταύρου είναι απλά. Ο Σταύρος πήγε στο ΤΑΕΠ με κάταγμα κρανίου (αντικειμενική και πραγματική κατάσταση). Το κάταγμα δεν διαγνώστηκε. Δεν ζητήθηκε γνωμάτευση από ακτινολόγο. Λόγω της μη διάγνωσης του κατάγματος το περιστατικό αξιολογήθηκε ως ήπιο. Ο Σταύρος απολύθηκε με οδηγίες. Ενώ ήταν με τη μητέρα του στο σπίτι, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Όταν έφτασε ξανά στο ΤΑΕΠ η κατάσταση του ήταν ήδη πολύ βεβαρημένη.

          Η μη ορθή διάγνωση οδήγησε με μαθηματικό τρόπο σε μια σειρά από παροχή λανθασμένων συμβουλών και λανθασμένης ή ανεπαρκούς φροντίδας με αποτέλεσμα το θάνατο του Σταύρου από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ήτοι την αιτία για την οποία πήγε στο ΤΑΕΠ και για την οποία δεν έλαβε θεραπεία (βλ. σχετικά και τεκμήριο 56). Αιτιώδης συνάφεια σαφέστατα και υπάρχει.

          Έχω ακούσει με προσοχή τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου 1 ως προς το και εάν γινόταν η ορθή διάγνωση ακόμα και τότε το παιδί δεν θα μπορούσε να σωθεί γιατί αντικειμενικά δεν θα υπήρχε χρόνος. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να αλλάξουν κάτι και δεν αποδεικνύονται. Το σφάλμα που εντοπίζεται στην υπόθεση αυτή είναι στο ότι έδωσε λανθασμένη γνωμάτευση (κάτω από τις συνθήκες που πιο πάνω περιγράφω) και στέρησε από τον Σταύρο το δικαίωμα να του παρασχεθεί η ενδεδειγμένη νοσηλεία και θεραπεία. Αν το κτύπημα ούτως ή άλλως θα είχε τη μοιραία κατάληξη που είχε είναι κάτι το οποίο δεν γνωρίζουμε γιατί η πράξη του κατηγορουμένου 1 διέκοψε την ενδεδειγμένη πορεία που θα έπρεπε να πάρουν να γεγονότα και ξεκίνησε την αλυσίδα εκείνη των γεγονότων η οποία οδήγησε στο θάνατο του παιδιού».

 

        Και στη σελ. 141:

 

          «Ως η νομολογία ΔΕΝ «απαιτείται - η πράξη - να είναι η μόνη ή η κύρια αιτία θανάτου» (βλ. Παπαεπιφανείου πιο πάνω). Ο κατηγορούμενος 1 κοιτάζοντας την ακτινογραφία με τρόπο επιπόλαιο και επιφανειακό χωρίς να τη συσχετίσει με την αιτία που ο Σταύρος ήταν στο νοσοκομείο ανέλαβε κίνδυνο. Η επιλογή του αυτή ήταν «ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα» (βλ. Voicu ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 78/16, ημερ. 10/9/2018) και εντάσσεται εντός του πεδίου του άρθρου 211 του Κεφ. 154, εφόσον ξεκίνησε την αλυσίδα γεγονότων που οδήγησαν στο θάνατο του Σταύρου. Στην περίπτωση που όλα γίνονταν ορθά αλλά το μοιραίο επερχόταν τελικά λόγω της έλλειψης νευροχειρουργού ή μη χρήσης ευχέρειας που υπήρχε να κληθεί νευροχειρουργός από τον ιδιωτικό τομέα ως το σχέδιο που ήταν σε ισχύ από το έτος 2012 ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, τότε η συζήτηση θα ήταν διαφορετική και οι ευθύνες πιθανόν αλλού….».

 

        Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στην εν λόγω προσέγγιση, εκ της οποίας σαφώς προκύπτει η ύπαρξη πραγματικής αιτιώδους συνάφειας (factual causation). Η εσφαλμένη διάγνωση της ακτινογραφίας αποτέλεσε την αφετηρία της αλυσίδας των γεγονότων που οδήγησαν στον θάνατο του άτυχου παιδιού. Ως προς τη νομική αιτιώδη συνάφεια εκείνο το οποίο προέχει είναι ότι η ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του Εφεσείοντος παρέμεινε ενεργός και ουσιαστική αιτία θανάτου. Η κατηγορούσα αρχή δεν υπέχει βάρος απόδειξης ότι η ποινικά κολάσιμη πράξη ή συμπεριφορά του Εφεσείοντος ήταν η μόνη ή κύρια αιτία θανάτου, ούτε ότι ήταν ικανή από μόνη της να προκαλέσει τον θάνατο, παρά μόνο ότι ήταν μια από τις αιτίες θανάτου, η οποία να μην  ήταν επουσιώδης. Η αναφορά σε αβεβαιότητα ως προς το  πώς  θα εξελισσόταν η κατάσταση της υγείας του παιδιού αν υπήρχε ορθή αντιμετώπιση του επίδικου περιστατικού από τον Εφεσείοντα, συναρτάται με αίτια θανάτου τα οποία αφορούν πιθανές ευθύνες τρίτων προσώπων.

 

        Στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας δεν υπήρχε νευροχειρουργός, ούτε νευροχειρουργική κλινική. Εντούτοις, η εσφαλμένη ιατρική διάγνωση της ακτινογραφίας οδήγησε στην εσφαλμένη αντιμετώπιση του περιστατικού ως ήπιου, αποστερώντας τη δυνατότητα ενεργοποίησης του υφιστάμενου σχεδίου για κλήση ιδιώτη νευροχειρουργού. Το εύρημα και μαρτυρία επί τούτου δεν αμφισβητούνται με την έφεση. Με βάση την ιατρική μαρτυρία εάν υπήρχε νευροχειρουργός την δεύτερη φορά που το παιδί μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας θα είχε σωθεί. Περιπλέον, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν ήταν εφικτό να κληθεί έγκαιρα νευροχειρουργός από τον ιδιωτικό τομέα, δεν δρομολογήθηκε η διαδικασία άμεσης διακομιδής του παιδιού στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, σε περίπτωση επιδείνωσης. Από τη στιγμή της λήψης εξιτηρίου (11:45 π.μ.) έως την επάνοδο του παιδιού με ανισοκορία (13:10 μ.μ.), απωλέσθηκε πολύτιμος χρόνος μίας ώρας και είκοσι πέντε λεπτών.

 

        Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η κολάσιμη συμπεριφορά του Εφεσείοντος δεν συνιστούσε μια από τις αιτίες θανάτου. Το αντίθετο. Η εσφαλμένη αντιμετώπιση του επίδικου περιστατικού από τον Εφεσείοντα κατέστησε μοιραία την μη παρουσία  νευροχειρουργού στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, καθιστώντας αντικειμενικά ανέφικτη την έγκαιρη παροχή της ενδεδειγμένης ιατρικής φροντίδας.

 

        Υπό το φως των ανωτέρω ο όγδοος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Η μη κλήτευση της Γενικής Διευθύντριας ως μάρτυρα κατηγορίας - κατά πόσο επηρέασε το δικαίωμα δίκαιης δίκης

 

        Με τον ένατο λόγο έφεσης υποστηρίζεται ότι η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να κλητεύσει ως μάρτυρα τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος του Εφεσείοντος για δίκαιη δίκη. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο πλαίσιο του προδικαστικού αιτήματος και την αντεξέταση των ανακριτών, κατέστη εμφανές ότι η μαρτυρία της εν λόγω λειτουργού ήταν ουσιώδης για την έκβαση της υπόθεσης.

 

        Προς υποστήριξη της θέσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος επικαλείται τα αποφασισθέντα στην Kireev v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 273/2017, ημερ. 22.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B154, στην οποία, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

        «….Σε συνοπτικές δίκες, δηλαδή, δίκες που δεν εκδικάζονται από Κακουργιοδικείο (η  διαφορά  αναφέρεται  στους αντίστοιχους ορισμούς του άρθρου 2 του Κεφαλαίου 155), η αναγραφή των μαρτύρων κατηγορίας στο κατηγορητήριο προερχόμενη από πρωτοβουλία της κατηγορούσας αρχής δεν επάγεται και υποχρέωση κλήσης τους, (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα (1998) 2 Α.Α.Δ. 224 και Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ 17).

 

          Είναι όμως ευρύτερη η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να διαθέσει προς την υπεράσπιση όλη την αξιόπιστη μαρτυρία της. Ακόμη και αν δεν την καλέσει, αποτελεί δικαίωμα της υπεράσπισης να καλεί μάρτυρα το όνομα του οποίου υπάρχει στο κατηγορητήριο, (Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω). Η συνοπτικότητα της δίκης δεν εξαλείφει την υποχρέωση αυτή διότι αντικειμενικός σκοπός δεν είναι η καταδίωξη, αλλά η δίωξη προς ενδεχόμενη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας. Είναι δε ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 38 αναφέρεται σε κατηγορία που υπογράφεται και από «Κυβερνητικό Τμήμα», γεγονός που δείχνει το ήσσονο, συνήθως, των σχετικών κατηγορητηρίων. Όμως η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής παραμένει στη βάση του άρθρου 7 του Κεφ. 155, να διαθέσει στον κατηγορούμενο όλες τις καταθέσεις και έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης».

 

        Κατά την εισήγηση του συνηγόρου, παρόλο που η κατηγορούσα αρχή δεν υπείχε δικονομική υποχρέωση κλήτευσης της εν λόγω μάρτυρος στο πλαίσιο συνοπτικής δίκης,  εντούτοις, όφειλε να το πράξει για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και διασφάλισης του δικαιώματος δίκαιης δίκης του κατηγορούμενου, ή να την έθετε στη διάθεση της Υπεράσπισης για σκοπούς αντεξέτασης.

 

        Δεν συμφωνούμε. Η απόφαση στην υπόθεση Kireev (ανωτέρω) ουδόλως διαφοροποιεί τα αποφασισθέντα στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα και Κλεοβούλου ν. Αστυνομία, (ανωτέρω) αναφορικά με τη μη ύπαρξη υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να κλητεύει μάρτυρες των οποίων τα ονόματα αναγράφονται στο κατηγορητήριο σε συνοπτικές δίκες. Η ευρύτερη υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής, στην οποία αναφέρεται η Kireev, αφορά το καθήκον αποκάλυψης (duty of disclosure) στην Υπεράσπιση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που προέκυψε από την αστυνομική διερεύνηση, τηρουμένων των εξαιρέσεων του Άρθρου 7Α(2) του Κεφ. 155. Το εν λόγω καθήκον κατοχυρώνεται, ομοίως, από το Άρθρο 6(3)(β) της ΕΣΔΑ και το αντίστοιχο Άρθρο 12.5(β) του Συντάγματος.

 

        Ο συνήγορος της Εφεσίβλητης επισημαίνει ότι η μη κλήτευση της Γενικής Διευθύντριας οφειλόταν στον πολύ περιορισμένο ρόλο της στα γεγονότα της υπόθεσης, ο οποίος αφορά τη διενέργεια διοικητικής έρευνας το βράδυ του επίδικου συμβάντος, ενώ ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας κλήθηκε η διευθύντρια Ιατρικών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας (ΜΚ.20) Ελισάβετ Ιωάννου την οποία η Υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει επί θεμάτων που αφορούσαν την ανυπαρξία νευροχειρουργικής κάλυψης του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και υποστελέχωσης του ΤΑΕΠ.

 

        Κρίνουμε ότι, βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας, η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε υποχρέωση είτε κλήτευσης είτε προσφοράς της εν λόγω μάρτυρος για αντεξέταση, εν όψει του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας. Εάν η Υπεράσπιση θεωρούσε ότι η μαρτυρία της ήταν αναγκαία για την προώθηση της υπερασπιστικής γραμμής, δεν υπήρχε οτιδήποτε το οποίο την εμπόδιζε να την κλητεύσει.

 

        Σε κάθε περίπτωση η μη κλήση της Γενικής Διευθύντριας ως μάρτυρα στη δίκη δεν αποτελεί ζήτημα το οποίο δύναται να επηρεάσει την ασφάλεια της καταδικαστικής απόφασης εν όψει της κρίσης μας επί των προηγούμενων λόγων έφεσης.

 

        Υπό το φως των ανωτέρω ο ένατος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.

 

Κατά πόσο τα ευρήματα του Δικαστηρίου συγκρούονται με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία   

 

        Με τον δέκατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι αντινομικά και αυθαίρετα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα γεγονότων παρά την ύπαρξη αλληλοσυγκρουόμενων πλην όμως αξιόπιστων εκδοχών. Δεν υπήρχε επομένως ασφαλής βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων, πράγμα το οποίο καθιστά την καταδίκη ακροσφαλή. Ο συνήγορος του Εφεσείοντος επικαλείται την υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 1, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

        «Η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους αποτελούν αρμοδιότητα του πρωτόδικου δικαστηρίου. Η σταχυολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας και ο προσδιορισμός των γεγονότων αναφορικά με το επίδικο θέμα, την κατηγορία, αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Μόνος γνώμονας για τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι η αλήθεια. (Βλ. μεταξύ άλλων Georghiou v. Republic (1984) 2 C.L.R., 65). Όπου διαπιστώνεται διάσταση, ή ακόμα σύγκρουση μεταξύ της μαρτυρίας μαρτύρων που κρίνονται αξιόπιστοι, η διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων ανάγεται στο δικαστήριο. Οποιαδήποτε παράλειψη του δικαστηρίου για τη διαλεύκανση γεγονότων για τα οποία υφίσταται σύγκρουση ή διαφωνία μεταξύ αξιόπιστων μαρτύρων δημιουργεί ρήγμα στην ετυμηγορία του δικαστηρίου στο βαθμό και έκταση που συναρτάται μ' αυτά τα γεγονότα».

 

        (βλ. και Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 411).

 

        Πρώτον, εγείρεται ο ισχυρισμός περί εσφαλμένης απόρριψης της θέσης της Υπεράσπισης ότι το κάταγμα κρανίου ήταν δυσχερές στη διάγνωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στηριζόμενο στη μαρτυρία των ακτινολόγων αλλά και του νευρολόγου Δρος  Καουτζιάνη, κατέληξε ότι το κάταγμα ήταν ευκρινές (σελ. 66-67, 96 απόφασης). Ο Εφεσείων διατείνεται ότι τούτο συνιστά σφάλμα, επικαλούμενος τη μαρτυρία της Δρος  Ελισάβετ Κωνσταντίνου (ΜΚ.20), η οποία κατ’ ισχυρισμόν ανέφερε ότι το κάταγμα ήταν δύσκολο να διαγνωστεί. Έχουμε διεξέλθει με προσοχή την απόφαση και τα πρακτικά της δίκης και, με κάθε σεβασμό, ουδεμία τέτοια αναφορά της ΜΚ.20 έχουμε εντοπίσει.

 

        Περαιτέρω, παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποίησε εσφαλμένο μέτρο κρίσης, ταυτίζοντας την επιμέλεια του γενικού ιατρού με εκείνη του ειδικού ακτινολόγου. Η θέση αυτή έχει ήδη  εξεταστεί και απορριφθεί κατά την εξέταση των προηγούμενων λόγων έφεσης. Υιοθετούμε το σκεπτικό μας προς αποφυγή επανάληψης, υπογραμμίζοντας ότι το επίπεδο επιμέλειας καθορίζεται από την ίδια την ιατρική πράξη που αναλαμβάνεται (βλ. Medical Negligence, 6th Ed., para. 3-112).

 

        Δεύτερον, ο συνήγορος του Εφεσείοντος παραθέτει αποσπάσματα από τη μαρτυρία αναφορικά με τον βαθμό δυσκολίας διάγνωσης του κατάγματος στην ακτινογραφία, τα οποία εξέθεσε και στο πλαίσιο του τρίτου λόγου έφεσης. Τούτο, κατά τη θέση του, συνιστά «αλληλοσυγκρουόμενη αξιόπιστη μαρτυρία», ισχυριζόμενος ότι ελλείψει σαφούς κριτηρίου, παραμένει μετέωρο το κατά πόσο η διάγνωση του κατάγματος ήταν αντικειμενικά δυσχερής. Διατείνεται, περαιτέρω, πως η αναγνώριση του κατάγματος από ακτινολόγους και νευροχειρουργό δεν αναιρεί τη δυσκολία εντοπισμού του, ούτε συνεπάγεται ότι ο Εφεσείων όφειλε να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα.

 

        Δεν συμφωνούμε με την εν λόγω εισήγηση. Κατ’ αρχάς, δεν πρόκειται για αλληλοσυγκρουόμενη μαρτυρία, αλλά για  διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου (σελ. 66, 67), οι οποίες κρίθηκαν ως ορθές κατά την εξέταση του τρίτου λόγου έφεσης. Ως έχουμε ήδη εξηγήσει, η έλλειψη εξειδίκευσης του Εφεσείοντος στην ακτινολογία δεν διαφοροποιεί το επίπεδο της οφειλόμενης εκ μέρους του ιατρικής φροντίδας και επιμέλειας.

 

        Τρίτον, προβάλλεται το επιχείρημα περί ύπαρξης συγκρουόμενης μαρτυρίας αναφορικά με την αξιολόγηση του περιστατικού ως ήπιου. Συγκεκριμένα, ο Εφεσείων επικαλείται αφενός τη θέση του Δρος Περδίου, ο οποίος ανέφερε ότι ελλείψει συμπτωματολογίας και υπό την προϋπόθεση της (εσφαλμένης) μη διάγνωσης του κατάγματος η επιστροφή του παιδιού στην οικία του θα ήταν δικαιολογημένη, και αφετέρου τη θέση του Δρος Σπύρου (ΜΥ.1), κατά τον οποίο η καλή κλινική εικόνα επέτρεπε την αντιμετώπιση του περιστατικού ως ήπιου. Διαφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση. Η θέση του Δρος  Σπύρου απερρίφθη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα (σελ. 103-104):

 

        «Στην ουσία, εκείνο το οποίο επιχειρεί να πει είναι πως από τα συμπτώματα που είχε ο Σταύρος όταν έφτασε στο ΤΑΕΠ και με δεδομένο ότι η κλίμακα Γλασκώβης του ήταν 15 και ότι δεν είχε σημεία κατάγματος, η διάγνωση του ήταν αυτή της ήπιας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Η πιο πάνω τοποθέτηση του βέβαια είναι ορθή, πλην όμως από την εξίσωση στην οποία καταλήγει στο πιο πάνω συμπέρασμα λείπει ένα καταλυτικό δεδομένο. Στην περίπτωση του Σταύρου, υπήρχε ως διαγνωστικό εργαλείο η ακτινογραφία στην οποία φαινόταν το κάταγμα και από τη στιγμή που υπήρχε κάταγμα κρανίου η κρανιοεγκεφαλική κάκωση δεν ήταν ήπια. Από τη στιγμή που το περιστατικό αφορούσε κάταγμα κρανίου και όχι ήπια κρανιοεγκεφαλική κάκωση τα όσα λέει δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής».

 

        Τέταρτον, ο Εφεσείων διατείνεται ότι δικαιολογείτο η απόρριψη μέρους της μαρτυρίας του Δρος  Περδίου και ότι ελλείψει συμπτωματολογίας, το επίδικο περιστατικό δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως σοβαρό. Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι η εν λόγω εισήγηση εκφεύγει του πλαισίου του υπό εξέταση λόγου έφεσης με τον οποίο δεν αμφισβητείται η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επιπλέον, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία αφ’ ής στιγμής υπήρχε κάταγμα κρανίου δεν επρόκειτο για ήπια κρανιοεγκεφαλική κάκωση με αποτέλεσμα η κράτηση του παιδιού για παρακολούθηση να καθίστατο επιβεβλημένη.

 

        Υπό το φως των ανωτέρω ο δέκατος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Η απόδειξη των λεπτομερειών αδικήματος

 

        Με τον εντέκατο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αποδείχτηκαν σωρευτικά όλες οι λεπτομέρειες κατηγορητηρίου για τα υπό κατηγορία αδικήματα. Κατά τον συνήγορο του Εφεσείοντος η κάτωθι ανάλυση του πρωτόδικου Δικαστηρίου της απόφασης είναι επιφανειακή και ανεπαρκής, σελ. 138:

 

        «Από τα όσα αναφέρω πιο πάνω, εκεί που οδηγούμαι είναι ότι ο κατηγορούμενος έχει πραγματική και αντικειμενική ευθύνη για τη ροή των γεγονότων ως εξελίχθηκαν. Το πρώτο λάθος που εντοπίζεται, δηλαδή η λανθασμένη διάγνωση ήταν η πρώτη αιτία που οδήγησε διαδοχικά στην παράλειψη αναζήτησης γνωμάτευσης, στην εσφαλμένη αξιολόγηση του περιστατικού ως «ήπιο», στην αξιολόγηση της κάκωσης ως ήπιας που τελικά οδήγησε σε απόλυση χωρίς να τεθεί σε παρακολούθηση. Εξαιτίας της κάκωσης που είχε, η κατάσταση του παιδιού επιδεινώθηκε ενώ ήταν στο σπίτι του και όταν έφτασε στο νοσοκομείο τη δεύτερη φορά πλέον ήταν πολύ αργά. Οι λεπτομέρειες ως το κατηγορητήριο αποδεικνύονται όλες».

 

        Συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία υπήρξε απόρροια ενδελεχούς ανάλυσης και επεξήγησης  των αιτιών που οδήγησαν τον Εφεσείοντα στα προαναφερθέντα ιατρικά σφάλματα (σελ. 135 - 138). Δεν κρίνουμε σκόπιμη την παράθεση εκτενών αποσπασμάτων της εκκαλουμένης απόφασης, δεδομένου ότι ο βαθμός της ποινικής αμέλειας του Εφεσείοντος και για τα δυο αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος, έχει ήδη εξεταστεί λεπτομερώς κατά την ανάλυση των λόγων έφεσης 3 έως 7.

 

        Συνακόλουθα και ο εντέκατος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Κατ’ ισχυρισμό νομικά σφάλματα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας

 

        Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να συνεκτιμήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη σημαντικού μέρους της μαρτυρίας, όπως επιστημονικά άρθρα και τεκμήρια. Επίσης, ότι (α) παρέλειψε να ασχοληθεί με ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε άσχετη μαρτυρία και παρερμηνεύοντας μαρτυρία απαλλακτική για τον Εφεσείοντα, (β) προέβη σε επιλεκτική αποδοχή της μαρτυρίας αριθμού μαρτύρων, παραλείποντας να παραθέσει ειδική και πειστική αιτιολογία για την απόρριψη των πτυχών εκείνων που ενίσχυαν την υπερασπιστική γραμμή, και (γ) εσφαλμένα απέρριψε ή δεν αξιολόγησε μέρος της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων χωρίς επαρκή αιτιολογία.

 

        Προς υποστήριξη των υπό  (α) και (β) στοιχείων ανωτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος επικαλείται: (i) τη μαρτυρία αναφορικά με τις διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές που εισηγούνται την κατάργηση της ακτινογραφίας ως διαγνωστικού μέσου, και (ii) το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 66, σύμφωνα με το οποίο ο χρόνος επισκόπησης μιας ακτινογραφίας περιορίζεται σε δευτερόλεπτα.

 

        Επί των θέσεων αυτών, έχουμε ήδη τοποθετηθεί αρνητικά κατά την εξέταση των λόγων έφεσης 3 έως 7. Προς αποφυγή επανάληψης υιοθετούμε τα όσα εκεί αναφέρονται σχετικώς.

 

        Προς υποστήριξη του υπό (γ) στοιχείου ανωτέρω, ο συνήγορος επικαλείται την απόρριψη επιστημονικής μαρτυρίας που αφορά: (i) την πιθανότητα εσφαλμένης διάγνωσης ακτινογραφιών από ιατρούς των ΤΑΕΠ (Τεκμήριο 46), βάσει στοιχείων που καταδεικνύουν ότι κλινικοί ιατροί ενδέχεται να μην εντοπίσουν ποσοστό μεταξύ 13% και 26% των καταγμάτων κρανίου, (ii) τη δυνατότητα σύγχυσης των κρανιακών ραφών ή των αγγειακών αποτυπωμάτων (vascular markings) με κατάγματα, και (iii) τη μη συνεκτίμηση του σφάλματος εκ των υστέρων γνώσης (hindsight bias) κατά την αναγνώριση του κατάγματος από τους ακτινολόγους και τον νευρολόγο Δρα Καουτζιάνη.

 

        Δεν συμφωνούμε με τις ανωτέρω θέσεις, επί των οποίων έχουμε ήδη τοποθετηθεί αρνητικά στο πλαίσιο εξέτασης των λόγων έφεσης 3 έως 7. Προς αποφυγή επανάληψης, υιοθετούμε τα όσα εκεί αναφέραμε σχετικώς. Συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται λόγος επέμβασής μας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

        Υπό το φως των ανωτέρω ο υπό εξέταση λόγος έφεσης απορρίπτεται ως ανεδαφικός.

 

Η θέση για την ευθύνη τρίτων προσώπων

 

        Με τον δεύτερο συμπληρωματικό λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η απόρριψη της θέσης ότι ευθύνη για τον θάνατο του παιδιού είχαν το Υπουργείο Υγείας και δη ο Υπουργός και η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου. Τονίζεται ότι, ως θέμα γενικής αρχής, κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης, το Δικαστήριο οφείλει να απέχει από διαπιστώσεις περί της ενοχής τρίτων προσώπων που δεν είναι κατηγορούμενοι στην ενώπιόν του διαδικασία. Αν και η αναφορά στη συμμετοχή τρίτων μπορεί να είναι αναπόφευκτη για τη διακρίβωση των γεγονότων, αυτή πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης των ενώπιόν του κατηγορουμένων, ώστε να μην παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας τρίτων προσώπων (βλ. Karaman v. Germany Application No. 1703/10, ημερ. 17.2.2014).

 

        Εν προκειμένω, η υπερασπιστική γραμμή ότι η εσφαλμένη διάγνωση της ακτινογραφίας ήταν απόρροια της ακολουθούμενης πρακτικής στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας λόγω υποστελέχωσης, και ότι ο θάνατος οφειλόταν στην απουσία νευροχειρουργικής κάλυψης, εξετάστηκαν διεξοδικά και απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την κρίση του οποίου συμφωνούμε. Ως έχουμε ήδη επισημάνει κατά την εξέταση των λόγων έφεσης 3-8, η υποστελέχωση και απουσία νευροχειρουργικής κάλυψης, δεν κλονίζουν την ασφάλεια της καταδίκης, καθότι δεν αναιρούν ούτε αλλοιώνουν το μαρτυρικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η ποινική ευθύνη του Εφεσείοντος.

 

        Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της και η πρωτόδικη καταδίκη επικυρώνεται.

 

Η ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ (ΥΠ’ ΑΡ. 149/2022)

 

        Με ξεχωριστή έφεση, ο Γενικός Εισαγγελέας προσβάλλει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε στην κατηγορία βάσει του Άρθρου 210 του Π.Κ. (βλ. Απόφαση Ποινής ημερ. 10.6.2022). Σημειώνεται ότι για την κατηγορία του Άρθρου 236(ε) του ΠΚ., δεν επιβλήθηκε ξεχωριστή ποινή, καθότι αυτή αφορούσε σε ποινική αμέλεια ήσσονος βαθμού ερειδόμενη στο ίδιο περιστατικό.

 

        Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος εισηγείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου,  η οποία δεν δικαιολογείτο ένεκα του βαθμού αμέλειας στην πρόκληση του θανάτου, ο οποίος  τονίζεται στη σελ. 14 της εκκαλούμενης απόφασης:

 

        «...η αμέλεια του κατηγορούμενου, ως περιγράφεται εκτενώς στην καταδικαστική απόφαση, δεν αφορούσε στιγμιαίο λάθος, αλλά συνιστούσε συνειδητή ανάληψη κινδύνου και ελλιπή παροχή ιατρικής φροντίδας σε μια αντικειμενικά επικίνδυνη κατάσταση, την οποία άφησε να εξελιχθεί με ολέθριο αποτέλεσμα, σε βαθμό που καθιστά τις ενέργειές του επικίνδυνες, αλόγιστες και απερίσκεπτες».

 

        Υποστηρίζεται ότι η απόφαση για αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και δεν εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, προσμετρώντας ως παράγοντα υπέρ της αναστολής, το γεγονός ότι η γνωμάτευση της ακτινογραφίας από τον Εφεσείοντα, χωρίς να κατέχει την ειδικότητα του ακτινολόγου,  εντασσόταν στο πλαίσιο της κακής πρακτικής που ακολουθείτο στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας.

 

        Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσίβλητου προάσπισε την απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής, τονίζοντας ότι δεν δικαιολογείται η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του αδικήματος. Υποστήριξε, συνακόλουθα, ότι υπό τις περιστάσεις, η παρέλευση του χρόνου καθιστά την άμεση εκτέλεση της ποινής δυσανάλογα επαχθές μέτρο.

 

        Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αναστείλει την ποινή φυλάκισης έλαβε υπόψη τα ακόλουθα:

 

        (α)   Το λευκό ποινικό μητρώο και την ηλικία του Εφεσίβλητου.

        (β)   Τις σοβαρές επαγγελματικές επιπτώσεις (μη ανανέωση σύμβασης στο δημόσιο και απώλεια πελατείας στο ιδιωτικό του ιατρείο μετά την καταδίκη).

        (γ)   Τον κλονισμό της οικογενειακής του κατάστασης και τη συνακόλουθη διάσταση με τη σύζυγό του.

        (δ)   Τον έντονο κοινωνικό διασυρμό που υπέστη μέσω του τύπου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

        (ε)   Την επιβάρυνση της ψυχικής του υγείας (διάγνωση βαριάς κατάθλιψης λόγω του στιγματισμού του).

        (στ) Ότι διέγνωσε ο ίδιος την ακτινογραφία χωρίς να αποταθεί σε ακτινολόγο ένεκα της «κακής πρακτικής» που επικρατούσε στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας.

        (ζ)    Την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, σε συνδυασμό με την άμβλυνση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής.

 

        Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να αναστείλει επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, συνοψίζονται, μεταξύ άλλων, στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930:

 

          «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας».

(ιδία υπογράμμιση)

 

        Η εξουσία του Εφετείου να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος της αναστολής ποινής φυλάκισης είναι, κατά πάγια νομολογία, περιορισμένη. Όπως επαναβεβαιώθηκε στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.2021:

 

        «Πεδίο για επέμβαση από το εφετείο, στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αναστολή ή όχι ποινής φυλάκισης, παρέχεται μόνο όπου διαπιστώνεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια ή υπερέβη τα ακραία όρια της εξουσίας του. (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά. (1996) 2 Α.Α.Δ. 257, 261 και Δημοκρατία ν. Πέπη (1990) 2 Α.Α.Δ. 24, 27). Η αποτίμηση των σχετικών παραγόντων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου».

 

        (βλ. και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφ. 92/2017 κ.ά., ημερ. 19.7.2019, Δημοκρατία ν. Κυριάκου, Ποιν. Έφ. 168/2016, ημερ. 19.4.2018).

 

        Στην υπό εξέταση περίπτωση, με κάθε σεβασμό, κρίνουμε ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αντικατοπτρίζει την εγγενή σοβαρότητα του αδικήματος, και δεν εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας, με προεξάρχουσα την ανάγκη για γενική αποτροπή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στις προσωπικές συνθήκες του Εφεσίβλητου, παραγνωρίζοντας τις τραγικές συνέπειες της ποινικής του αμέλειας. (βλ. κατ’ αναλογία Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδη (2009) 2 Α.Α.Δ. 104).

 

        Διαπιστώνουμε ότι στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εμφιλοχώρησε σφάλμα αρχής. Η πλημμελής πρακτική που επικρατούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, να μην γνωματεύονται οι ακτινογραφίες από ακτινολόγο, την οποία ακολούθησε ο Εφεσίβλητος  στην προκείμενη περίπτωση, δεν συνιστά παράγοντα που θα μπορούσε να προσμετρήσει υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, καθότι είναι αλληλένδετη με την ποινική του ευθύνη σε ό,τι αφορά την συνειδητή ανάληψη κινδύνου.

 

        Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα ευρήματα και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου την επίδικη ημέρα υπήρχαν τέσσερεις επί καθήκοντι ακτινολόγοι, ενώ δεν υπήρχε άλλο επείγον περιστατικό στο ΤΑΕΠ κατά τον χρόνο της πρώτης επίσκεψης του παιδιού. Τα γεγονότα αυτά καθιστούσαν την αναζήτηση συνδρομής από ακτινολόγο όχι μόνο εφικτή, αλλά και επιβεβλημένη. Με κάθε σεβασμό η επίκληση της «κακώς εχούσης πρακτικής» ως λόγου αναστολής της ποινής στερείται ερείσματος.

 

        Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας, δεν μπορούμε σήμερα να παραγνωρίσουμε τον χρόνο που έχει διαρρεύσει έκτοτε, τουτέστιν 3,5 έτη από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς ευθύνη του ιδίου και συνολικά σχεδόν 7 έτη  από τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων.

 

        Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, εκτός των περιπτώσεων που κρίνεται απόλυτα αναγκαίο, η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος είναι ανεπιθύμητη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου (1991) 2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα (1991) 2 Α.Α.Δ. 71 και Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276). Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355:

 

          «Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο».

 

        Οι αρχές αυτές τυγχάνουν εφαρμογής, κατά λογική προέκταση, και στην παρούσα περίπτωση. Η παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του Εφεσείοντος, έχει ως αποτέλεσμα την άμβλυνση της ανάγκης για αποτροπή, ενώ η επιβολή άμεσης φυλάκισης στο παρόν δευτεροβάθμιο στάδιο θα καθιστούσε την ποινή υπέρμετρα επαχθές μέτρο.

 

        Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνουμε ότι, παρά το αρχικό σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η πάροδος του χρόνου είναι τέτοιας έκτασης που δεν δικαιολογείται η αντικατάσταση της αναστολής με άμεση ποινή φυλάκισης. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης παραμένει ως είχε πρωτοδίκως αποφασιστεί.

 

        Η έφεση κατά της ποινής απορρίπτεται.

 

Η ΕΦΕΣΗ  ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΘΩΩΣΗΣ ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

 

        Με την έφεση υπ’ αριθμόν 142/2022, ο Γενικός Εισαγγελέας προσβάλλει ως εσφαλμένη την αθώωση του Δρος  Κυριακίδη στις δυο κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε από κοινού με τον Δρα Παντελιδάκη. Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περιέχεται στο κάτωθι απόσπασμα, σελ. 144-145:

 

        «Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, όλη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί δεν τον εμπλέκει καθόλου στη διαδικασία εξέτασης και διάγνωσης της κατάστασης του Σταύρου και δεν τον συσχετίζει καθόλου με τα επίδικα γεγονότα σε βαθμό που να προκύπτει ποινική ευθύνη του. Ως η μαρτυρία ενώπιόν μου, ο κατηγορούμενος 2 δεν ανέλαβε καμία ιατρική πράξη. Ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε καμία συμμετοχή ενεργή ή άλλως πως (είτε ως αυτουργός είτε ως συναυτουργός) στις πράξεις που καταγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Σε σχέση λοιπόν με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατηγορείται ως αυτουργός αναφέρω ότι από τη στιγμή που δεν είδε την ακτινογραφία δεν έκανε λανθασμένη διάγνωση και επομένως στο πρόσωπο του δεν υφίσταται η έναρξη της οποιαδήποτε αλυσίδας γεγονότων οι οποίες οδήγησαν στο θάνατο του Σταύρου και οφείλονται σε δικές του ενέργειες είτε επικίνδυνες είτε αλόγιστες είτε απερίσκεπτες. Επιπλέον, δεν εξέτασε το Σταύρο. Δεν είχε ενεργή ανάμειξη στο περιστατικό.

 

          Ακόμα όμως και εάν συμπεριλαμβανόταν το άρθρο 20 του ΠΚ και πάλι τα γεγονότα ως έχουν αποδειχτεί δεν θα μπορούσαν να θεμελιώσουν ευθύνη του κατηγορουμένου 2 είτε στη βάση του άρθρου 210 του Κεφ.154 είτε στη βάση του άρθρου 236(ε) του Κεφ.154. Επομένως, ούτε ως συναυτουργός θα μπορούσε να κριθεί ένοχος εφόσον και σε αυτή την περίπτωση οι λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζει ως καταγράφονται στο κατηγορητήριο δεν αποδεικνύονται σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή παράλειψη του. Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου 2 κινήθηκε ως το αδίκημα που είχε να αντιμετωπίσει και ως οι λεπτομέρειες που αντιμετώπιζε. Δεν διαβλέπω την οποιαδήποτε ευθύνη του».

 

        Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος εισηγείται ότι ο νόμος εφαρμόστηκε πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων εν τη εννοία του άρθρου 137(1)(α)(iii) του Κεφ. 155, καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει και να αποδώσει τη δέουσα βαρύτητα σε τεκμήρια που εδραίωναν την ενοχή του αφενός, ενώ δεν προσμέτρησε το σύνολο της αξιόπιστης μαρτυρίας (τεκμήρια 37 και 61) που τον ενέπλεκε αφετέρου. Η πλευρά του Εφεσίβλητου δεν αμφισβητεί το παραδεκτό της έφεσης.

 

        Το πρώτο το οποίο οφείλουμε καθηκόντως να εξετάσουμε προτού αναφερθούμε στην επιχειρηματολογία των δυο πλευρών, είναι το κατά πόσο η έφεση εμπίπτει εντός του πλαισίου του Άρθρου 137(1)(α)(iii) του Κεφ. 155, το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την εξέταση έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης.

 

        H κύρια αυθεντία είναι η απόφαση της ολομέλειας στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.ά. (2010) 2 Α.Α.Δ. 94, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

          «Είναι θεμελιωμένο πως η φύση του θέματος, που αφορά στη δυνατότητα ανατροπής αθωωτικής απόφασης προς επανάκριση, επιβάλλει στενή ερμηνεία και αυστηρή τήρηση των προϋποθέσεων. Κατά την εξέταση του θέματος, για να αντλήσουμε τα βασικά από τη νομολογία μας, θα πρέπει να διαγιγνώσκεται και να αποκλείεται η συγκαλυμμένη επιδίωξη της αμφισβήτησης και του παραμερισμού της αξιολόγησης της μαρτυρίας που, βεβαίως, βρίσκεται εκτός της εμβέλειας του άρθρου. Το οποίο, στην ουσία, εισάγει τη δυνατότητα έφεσης επί θεμάτων που ουσιαστικά ενέχουν νομικό σημείο, ώστε η διαπίστωση γεγονότος στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας ή θέματος σχετικού προς αυτή να αποκλείεται. (Βλ. Αttorney General v. Schizas (1983) 2 C.L.R. 328, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημοσθένους (1990) 2 Α.Α.Δ. 152, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη (1995) 2 Α.Α.Δ. 207, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωφρονίου (2000) 2 Α.Α.Δ. 151, Δήμος Αγίας Νάπας ν. Χαμάλη (2000) 2 Α.Α.Δ. 241, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου κ.ά. (2002) 2 Α.Α.Δ. 67, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 217).

 

          Προσεγγίζουμε εδώ τον όρο «νομικό σημείο», όπως ακριβώς τον βρίσκουμε στη νομολογία μας κατά την αναφορά στο Άρθρο 137(1)(α), έχοντας υπόψη και τα εν γένει νομολογηθέντα ως προς το τι μπορεί να περιλαμβάνει αυτός ο όρος. Δεν υπάρχει εξαντλητικός ορισμός αλλά είναι στοιχειώδες πως δεν περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επί των γεγονότων, εκτός αν, όπως εξηγήθηκε, αυτές προκύπτουν από λανθασμένη καθοδήγηση ως προς το νόμο. Έπεται πως η απόφανση προϋποθέτει δοσμένη κατάσταση πραγμάτων αλλά δεν προϋποθέτει πάντοτε και κάποια ιδιαίτερη νομοθετική διάταξη με ζητούμενο το κατά πόσο αυτά τα γεγονότα καλύπτονται ή όχι από αυτή. Είναι ευρύτερη η έννοια του όρου και περιλαμβάνει, όπως ρητά αναγνωρίστηκε σε σειρά υποθέσεων, την εξαγωγή συμπερασμάτων που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που προσάχθηκε ή ακόμα και άποψη πάνω στα πρωτογενή γεγονότα που δεν μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί αλλά και, ειδικότερα, εκτίμηση περί της αποτυχίας απόσεισης του βάρους απόδειξης στη βάση των διαπιστωνόμενων γεγονότων (βλ. In Re HjCostas (1984) 1 C.L.R. 513, Stylianides v. Paschalides (1985) 1 C.L.R.49, Kυριακίδης (1992) 1 A.A.Δ. 26, Λοΐζου ν. Stylson Engin. Co. Ltd (1998) 1 A.A.Δ. 2077, Tρύφωνος ν. Τakis Vashiotis Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 1953, Οικονόμου Αρχ. & Μηχ. κ.ά. ν. Δημητρίου (2000) 1 Α.Α.Δ. 853). Μαζί με αυτά, κατά την πιο πάνω νομολογία, δικαστική ενέργεια χωρίς μαρτυρία αλλά και λανθασμένη αποδοχή ή απόρριψη αποδεικτικού υλικού….». 

 

        [βλ. και Λοϊζίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 965 (απόφαση ολομέλειας), Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Έφ. 212/2025, ημερ. 29.5.2018, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/21, ημερ. 21.12.2023, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριακίδη κ.ά., Ποιν. Έφ. 256/2022 κ.ά., ημερ. 27.2.2025].

 

        Συμφωνούμε με τη θέση του Εφεσείοντος ότι η έφεση  εμπίπτει στο υπογραμμισμένο μέρος του προαναφερθέντος αποσπάσματος,  και ειδικότερα στην «εξαγωγή συμπερασμάτων που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που προσάχθηκε». Σε συντομία η επιχειρηματολογία την οποία αναπτύσσει ο Εφεσείων είναι η ακόλουθη:

 

        (α)   Ο Δρ Κυριακίδης κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο προϊστάμενος του ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Με βάση το σχέδιο υπηρεσίας (τεκμήριο 61) ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση, διοίκηση, αποτελεσματική λειτουργία του τμήματος, αλλά και την ευθύνη και καθοδήγηση του προσωπικού που υπάγεται σε αυτόν.

 

        (β)   Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου καθίστατο αναγκαία η γνωμάτευση των ακτινογραφιών από ακτινολόγο, πράγμα το οποίο δεν γινόταν στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας.

 

        (δ)   Ο κίνδυνος εσφαλμένης διάγνωσης ακτινογραφίας από γιατρό του ΤΑΕΠ ήταν ευλόγως προβλεπτός και ενείχε ψηλό βαθμό διακινδύνευσης για την υγεία και τη ζωή των ασθενών.

 

        (ε)   Ο Δρ Κυριακίδης ασπάστηκε και υιοθέτησε αυτή την επικίνδυνη πρακτική στο ΤΑΕΠ, επιδεικνύοντας εθελοτυφλία και αδιαφορία μπροστά στην ύπαρξη του ορατού αυτού κίνδυνου, ενώ εκ της θέσεως του είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει αποτρεπτικά ή να λάβει μέτρα προς εξουδετέρωσή του. Όπως αναφέρθηκε στη Λοϊζίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 2 A.A.Δ. 965:

 

               «…όταν ένας είναι ενήμερος μιας κατάστασης πραγμάτων, η οποία, αν αφεθεί να συνεχιστεί, εγκυμονεί κινδύνους για την ασφάλεια τρίτων, και αδιαφορήσει προς τούτο, καταδεικνύεται η αλόγιστη συμπεριφορά … δεν πρέπει να παραγνωρίζονται εμφανείς ή ορατοί κίνδυνοι, ιδιαιτέρως, όταν ένα πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει αποτρεπτικά ή να λάβει μέτρα για εξουδετέρωση του κινδύνου». 

 

        (στ) Ο Δρ Κυριακίδης ήταν πλήρως ενήμερος για την εισαγωγή και φύση του περιστατικού του άτυχου παιδιού. Γνώριζε για τις συνθήκες του ατυχήματος και συμπτωματολογία, ήτοι δυνατό κτύπημα στο κεφάλι, παροδική απώλεια ακοής και βουητό στο αυτί, τα οποία οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στο συμπέρασμα (σελ. 137) ότι η πιθανότητα το παιδί να είχε κτυπήσει σοβαρά ήταν πραγματική. Παρά το γεγονός ότι την κλινική εξέταση του παιδιού ανέλαβε ο Δρ Παντελιδάκης, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 37), ερωτώμενος (Ερώτηση 10) εάν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση λόγω της θέσης του να επέμβει αν κρίνει ότι ο χειρισμός δεν είναι ορθός, ο Δρ Κυριακίδης ανέφερε ότι «…σαν διευθυντής είναι καθήκον μου να επιβλέπω τους γιατρούς, ειδικά όταν είμαι παρών και να επεμβαίνω όταν κρίνω ότι χρειάζεταιΣχετικά με αυτό το παιδί όπως με ενημέρωσε ο ιατρός ο Παντελιδάκης έκρινα ότι έγινε ορθός χειρισμός και δεν χρειαζόταν να δώσω οποιεσδήποτε οδηγίες». Σε άλλο σημείο της κατάθεσης του αναφέρει ότι δεν είναι σε κάθε ακτινογραφία που ζητείται η γνωμάτευση ακτινολόγου, εκτός εάν ο θεράπων ιατρός, αφού δει την ακτινογραφία, κρίνει ότι είναι επάναγκες. Ερωτώμενος για το ποιος είδε την ακτινογραφία αναφέρει ότι στην προκείμενη περίπτωση ο θεράπων ιατρός του παιδιού ήταν ο Δρ Παντελιδάκης, ο οποίος είδε την ακτινογραφία και αποφάσισε τι είχε το παιδί. Ο ίδιος δεν είδε την ακτινογραφία αλλά ούτε και του ζητήθηκε να τη δει και να εκφέρει γνώμη. Ερωτώμενος αν ο Δρ Παντελιδάκης τον ενημέρωσε για τα ευρήματα του μετά την θέαση  της ακτινογραφίας απάντησε ότι τον ενημέρωσε λέγοντας του ότι το παιδί δεν είχε κάτι και θα απολυθεί με οδηγίες, παρόλο που δεν ήταν υπόχρεος να τον ενημερώσει καθώς ο κάθε γιατρός είναι αυτόνομος.

 

        (ζ)    Εκτός από αυτουργός, ο Δρ Κυριακίδης μπορούσε να καταδικαστεί και ως συνεργός στη διάπραξη των υπό κατηγορία αδικημάτων με βάση το Άρθρο 20 του ΠΚ., καθότι ήταν παρών κατά τον χρόνο τέλεσης και είχε το νομικό δικαίωμα και την ικανότητα να ελέγξει τις πράξεις και παραλείψεις του Δρος Παντελιδάκη (βλ. Blackstones Criminal Practice 2026, A4.22).

 

        Το γεγονός ότι δεν γίνεται μνεία του Άρθρου 20 του ΠΚ., στο κατηγορητήριο δεν παρεμβάλλει οιοδήποτε νομικό κώλυμα στην απόδοση νομικής ευθύνης στον Δρα Κυριακίδη υπό την ιδιότητα του συνεργού (βλ. Ajini v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 319, Zakakiotis (Disco) Ltd (δια του Επίσημου Παραλήπτη και Εκκαθαριστή) ν. Kalavas & Associates κ.ά. (1999) 2 Α.Α.Δ. 523, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9, Κοιλιάρη ν. Δήμου Αγίου Δομετίου (2005) 2 Α.Α.Δ. 350, Ulus κ.ά. ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 216).

 

        Τέλος, προβάλλεται η θέση ότι εφόσον ο Δρ Κυριακίδης είχε γνώση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού, τα υπερασπιστικά του δικαιώματα δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς. Η κατοχή των μαρτυρικών καταθέσεων και των τεκμηρίων του παρείχε την πλήρη δυνατότητα να αντιληφθεί το εύρος της εναντίον του υπόθεσης και να προετοιμάσει αναλόγως την υπεράσπισή του, καθιστώντας την όποια τυπική παράλειψη του κατηγορητηρίου άνευ ουσιαστικής σημασίας.

 

        Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Δρος Κυριακίδη, ο οποίος υποστηρίζει ότι η κατηγορία την οποία αντιμετώπισε ο πελάτης του, ως εξειδικεύεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ουδόλως συναρτάται με πράξεις ή παραλείψεις ερειδόμενες στην θεσμική του ιδιότητα κατά τον επίδικο χρόνο. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι δεν του αποδόθηκε οιαδήποτε άλλη ενέργεια ή παράλειψη υπό την ιδιότητα του συνεργού του Δρος Παντελιδάκη στην πρόκληση θανάτου του παιδιού. Αντιθέτως, οι αποδοθείσες κατηγορίες εδράζονταν αποκλειστικά στην κατ’ ισχυρισμόν ανάληψη καθήκοντος επιμέλειας, υπό την ιδιότητα του θεράποντος ιατρού. Συναφώς, στο διάγραμμα της αγόρευσής του, τονίζει τα εξής:

 

        «Πουθενά κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενημερώθηκε ο Εφεσίβλητος με οποιοδήποτε τρόπο πως οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε είχαν σχέση με τη θέση του ως Διευθυντής του Τμήματος ή/ και σε σχέση με την οργάνωση, διοίκηση και αποτελεσματική λειτουργία του τμήματος, αλλά και την ευθύνη για καθοδήγηση του προσωπικού που υπάγεται σ’ αυτόν, όπως ισχυρίζεται στο διάγραμμα του ο δικηγόρος του Εφεσείοντα. …. Για τον Εφεσίβλητο ήταν ξεκάθαρο, σαφές και πολύ συγκεκριμένο πως αυτά που αντιμετώπιζε αφορούσαν την παρουσία του στο ΤΑΕΠ υπό την ιδιότητα του σαν γιατρός του ανήλικου και πουθενά δεν φάνηκε ο ρόλος αυτός να διαφοροποιήθηκε ώστε να καλύψει κατ’ ελάχιστο την ανάληψη ρόλου διοικητικά υπεύθυνου, ως η θέση που προσπαθεί να προωθήσει στην παρούσα έφεση ο δικηγόρος του Εφεσείοντα».

 

        Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο γεγονός ότι, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και κατά το στάδιο της αιτηθείσας τροποποίησης του κατηγορητηρίου, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεσμεύτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όχι μόνο ως προς τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες, αλλά και ως προς τη σωρευτική απόδειξη όλων των στοιχείων που συνιστούν τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Ότι δηλαδή όλα όσα καταλογίζονται μέσα από τις λεπτομέρειες αδικήματος στους δυο κατηγορούμενους, συναποτελούν μια ενιαία συμπεριφορά ποινικής αμέλειας. Στο διάγραμμα αγόρευσης αναφέρεται συγκεκριμένο απόσπασμα από τα πρακτικά της δίκης (σελ. 3-5), στο οποίο καταγράφεται η εν λόγω  δέσμευση, το οποίο θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε αυτούσιο:

 

          «Δικαστήριο: Εγώ αυτό αντιλαμβάνομαι, ότι μια ενιαία συμπεριφορά, είναι ποινικό αδίκημα, έχουμε μια κατάληξη στην οποία φτάσαμε από μια ενιαία συμπεριφορά. Άρα αντιλαμβάνομαι τα βάζετε και θα τα αποδείξετε όλα.

          κος Πολυχρόνης: Να τα αποδείξει όλα, ένα αν δεν αποδειχθεί και ένα αν δεν είναι αμέλεια—

          Δικαστήριο: Κύριε Πολυχρόνη, μισό λεπτό να δω αν το έχω τοποθετημένα σωστά στο μυαλό μου γιατί μπορεί να το έχω εγώ λανθασμένα. Οι λεπτομέρειες αδικήματος λένε ότι έγινε αυτό και αυτό και αυτό, όλα αυτά μαζί είχαν αυτό το αποτέλεσμα. Άρα αν έγινε αυτό και αυτό και δεν αποδειχθεί αυτό, σημαίνει ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε στο αποτέλεσμα γιατί ήδη μου το λένε.

          κος Πολυχρόνης: Αν είναι έτσι συμφωνώ. Θέλω να γραφτεί στα πρακτικά αν είναι έτσι είμαι οκ.

          Δικαστήριο: Εγώ αυτό αντιλαμβάνομαι ότι συνιστά μια λεπτομέρεια αδικήματος.

          κος Δημοσθένους: Σίγουρα ο τρόπος ο οποίος συντάξαμε τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ειδικά όσον αφορά το 210, καταλογίζουμε στους δύο κατηγορούμενους ορισμένες παραλείψεις. Όλες αυτές μαζί συνθέτους την αμέλεια. Το θέμα της απόδειξης της αμέλειας ή όχι, είναι θέμα πραγματικό και ο βαθμός της αμέλειας είναι θέμα το οποίο…Δηλαδή το ύψος της αμέλειας αν αυτό στοιχειοθετεί το 210 είναι και πάλι θέμα το οποίο μέσα από τα περιστατικά της υπόθεσης το Δικαστήριο θα μπορέσει να φτάσει στην ετυμηγορία του. Συνεπώς όλα αυτά τα οποία καταλογίζονται, όλες αυτές οι παραλείψεις που καταλογίζονται μέσα από τις λεπτομέρειες του αδικήματος στους δύο κατηγορούμενους, κατά την άποψή μας και με μια απλή όψη του μαρτυρικού υλικού είναι αυτό που συνιστά, που συνθέτει την αμέλεια των δύο κατηγορουμένων.

          Δικαστήριο (προς κο Δημοσθένους): Άρα μιλάτε για σύνθεση. Άρα όλες μαζί έχουν αποτέλεσμα.

          κος Δημοσθένους: Δεν σημαίνει όμως ότι αν δεν αποδειχθεί ότι συγκεκριμένη παράλειψη διαπράχθηκε, σημαίνει ότι απαλλάσσονται εντελώς από το κατηγορητήριο. Για αυτό λέω. Είναι θέμα πραγματικό και αν δεν ακουστεί το σύνολό της μαρτυρίας δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποφασιστεί ή να λεχθεί ότι αποδεικνύεται ή όχι.

          κος Νεάρχου: Εντιμοτάτη, με την άδεια σας. Εγώ το βλέπω ως μια αλυσίδα που συνθέτει όπως είπε και ο συνάδελφος το αδίκημα. Αν φύγει ένας κρίκος προφανώς δεν συνθέτει το αδίκημα. Αν η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί ότι μια συμπεριφορά που αναφέρεται στην κατηγορία που θέλει να τροποποιήσει το 210 ή συνδυασμός συμπεριφορών συνιστούν το 210 πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Αν μια συμπεριφορά συνιστά άλλο αδίκημα του Ποινικού Κώδικα, πρέπει να υπάρχει ξεχωριστή κατηγορία για να υπάρχει και το fairness. Άρα είναι εδώ που πρέπει να ξεκαθαρίσει και ενώ στην αρχή ήταν σχεδόν ξεκάθαρη η θέση του συναδέλφου, στην πορεία είναι σαν να ακροβατούμε. Αν ξεκαθαριστεί…

          Δικαστήριο: Παρακαλώ και τους δύο γιατί η θέση του ήταν ξεκάθαρη. Το βήμα το περαιτέρω που πήγε, μπήκε μέσα στη δουλεία του Δικαστηρίου.

          κος Νεάρχου: Ήταν η ουρά.

          Δικαστήριο: Η ουρά… Το πρώτο μέρος ήταν ξεκάθαρο. Το δεύτερο ήταν η δουλειά του Δικαστηρίου. Εσείς απαντάτε σε μια ενιαία συμπεριφορά. Τώρα αν το Δικαστήριο ακούσει τη μαρτυρία και θεωρήσει ότι είναι επουσιώδες ή όχι είναι ένα ζήτημα. Ο ίδιος όμως σας λέει ότι, εξ όσων αντιλαμβάνομαι, το κατηγορητήριο αναφέρεται σε συγκεκριμένες πράξεις, πρόσθεση, συν, συν, συν, ίσον αυτό. Αυτό λέτε εσείς. Από εκεί και πέρα είναι το Δικαστήριο που θα αποφασίσει αλλά και εσείς λέτε ότι θα απαντήσετε και θα υπερασπιστείτε τον εαυτό σας στη βάση αυτού του κατηγορητήριου, άρα είναι ξεκάθαρες οι θέσεις και των δύο πλευρών. Να θεωρήσω ότι δεν υπάρχει ένσταση και να γίνουν οι δηλώσεις; Με αυτή την έννοια;

          κος Πολυχρόνης: Με τις δηλώσεις όπως το ανέφερε ο κύριος Νεάρχου και τον υπερευχαριστώ που το διευκρίνισε, δεν θα έχουμε ένσταση αν και εφόσον είναι έτσι όπως τα είπαμε.

          Δικαστήριο: Είναι γραμμένα κάτω. Δεν μπορούμε να αποστούμε από το πρακτικό.»

(ιδία υπογράμμιση)

 

        Ως αποτέλεσμα της εν λόγω δέσμευσης οι κατηγορούμενοι δεν έφεραν ένσταση στην αιτηθείσα τροποποίηση. Συνακόλουθα διαμόρφωσαν τη γραμμή υπεράσπισης λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η εναντίον τους υπόθεση αφορούσε μια ενιαία ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά.

 

        Περαιτέρω, υπογραμμίζεται ότι οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου συναρτώνται άμεσα με το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να «πληροφορηθεί λεπτομερώς τη φύση και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας», δυνάμει του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος και του Άρθρου 6.3(α) της ΕΣΔΑ. Προς επίρρωση της θέσης αυτής γίνεται παραπομπή στη νομολογία του ΕΔΑΔ και συγκεκριμένα στις αποφάσεις Mattoccia v. Italy, Appication No. 23969, ημερ. 25.7.2000, παρ. 58-62, και D.M.T. and D.K.I. v. Bulgaria, Application No. 29476/2006, ημερ. 24.7.2012, παρ. 74.

 

        Εισηγείται, επίσης, ότι από τη δοθείσα μαρτυρία προκύπτει σαφώς ότι ο Δρ Κυριακίδης είχε πολύ περιορισμένο ρόλο στην εξέταση του παιδιού την πρώτη φορά που επισκέφθηκε το ΤΑΕΠ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της μητέρας (ΜΚ.7), η συμμετοχή του περιορίστηκε σε δυο ερωτήσεις που απηύθυνε αρχικά στο παιδί, προτού ο Δρ Παντελιδάκης αναλάβει την πλήρη διαχείριση του περιστατικού. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της μητέρας το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, σελ. 28:

 

        «Όταν έφτασε στο Τμήμα Πρώτων βοηθειών το Σταύρο τον είδε αρχικά ένας νοσοκόμος. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 2 του έκανε κάποιες τυπικές ερωτήσεις και έφυγε. Δεν είχε άλλη ανάμειξη. Ακολούθησε εξέταση από τον κατηγορούμενο 1».

 

        Στην κατάθεση του ο Δρ Παντελιδάκης αναφέρει ότι μετά την εξέταση της ακτινογραφίας είπε μεγαλοφώνως προς την μητέρα αλλά για να ακούσει και ο Δρ Κυριακίδης, ότι δεν βρήκε κάποια ευρήματα, χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση από τον δεύτερο, ο οποίος, πιστεύει, ότι εμπιστεύτηκε απόλυτα τη δική του εκτίμηση.

 

        Κατά την ακρόαση ουδέποτε προωθήθηκε η θέση από τον κατηγορούσα αρχή ότι ο Δρ Κυριακίδης, παρά την ανάληψη εξέτασης του περιστατικού από τον Δρα Παντελιδάκη, υπείχε αυτοτελές καθήκον προσωπικής εξέτασης των ακτινογραφιών, εξασφάλισης γνωμάτευσης από ακτινολόγο, ιδίας αξιολόγησης  του περιστατικού και κράτησης του παιδιού για περαιτέρω παρακολούθηση.

 

        Τονίζει, επίσης, τη μη συμπερίληψη του Άρθρου 20 του ΠΚ., στο κατηγορητήριο. Για πρώτη φορά, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, προωθήθηκε από τον κατήγορο η εισήγηση ότι ο Εφεσίβλητος είχε ποινική ευθύνη εκ της θέσεως του ως διευθυντής του ΤΑΕΠ, η οποία τον καθιστούσε συνεργό στη διάπραξη των υπό κατηγορία αδικημάτων. Συμφώνως της μαρτυρίας, ο Δρ Κυριακίδης δεν είχε οποιαδήποτε ενεργό ανάμειξη στη λανθασμένη διάγνωση της ακτινογραφίας και επομένως δεν μετείχε στην παροχή ανεπαρκούς ιατρικής θεραπείας ως αυτή καθορίζεται στις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου.

 

        Στρεφόμενοι στην εξέταση της έφεσης, το κύριο ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσον οι θέσεις του Εφεσείοντος συνάδουν με την υπόθεση την οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Δρ. Κυριακίδης πρωτοδίκως. Στην υπόθεση Mattoccia v. Italy (ανωτέρω) το ΕΔΑΔ (παρ. 58 - 61) εξήρε τη σημασία του Άρθρου 6.3(α) της ΕΣΔΑ για τη διασφάλιση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Το δικαίωμα αυτό δεν λειτουργεί απομονωμένα, αλλά πρέπει να ιδωθεί σε άμεση συνάρτηση με το δικαίωμα του κατηγορουμένου να διαθέτει επαρκή χρόνο και διευκολύνσεις για την προπαρασκευή της υπεράσπισης το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 6.3(β) της ΕΣΔΑ. Η επάρκεια της πληροφόρησης συναρτάται με την αποτελεσματική άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.

 

        Το δικαίωμα του κατηγορούμενου να πληροφορηθεί επαρκώς τη φύση και λεπτομέρειες της υπόθεσης την οποία αντιμετωπίζει αναλύεται εκτενώς στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο 2η αναθεωρημένη έκδοση, του Γ.Μ. Πική, σελ. 98 - 101, όπου τονίζεται ότι «[η] κατηγορία πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες σε βαθμό που να επιτρέπει στον κατηγορούμενο να γνωρίζει με λογική βεβαιότητα την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει στη δίκη. Το κριτήριο για την επάρκεια των λεπτομερειών είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος στερείται λογικής πληροφόρησης σχετικά με τον προσδιορισμό της κατηγορίας και συν αυτώ της δυνατότητα επαρκούς προετοιμασίας τη υπεράσπισής του» (βλ. Kannas (alias) Pompbas v. The Police (1968) 2 C.L.R. 29). H υποχρέωση για επαρκή πληροφόρηση του κατηγορούμενου για το αδίκημα ή αδικήματα για τα οποία διώκεται αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου με βάση το Άρθρο 12.5(α) του Συντάγματος (βλ. Chrysostomou v. The Police (1971) 2 C.L.R. 176). Στη σελ. 100 του εν λόγω συγγράμματος, αναφέρεται ότι:

 

        «Παρόλο που δεν είναι απαραίτητη η αναφορά σε όλες τις λεπτομέρειες αδικήματος, αυτές πρέπει να αποκαλύπτουν τη διάπραξη του αδικήματος. Κατά πόσο οι παρεχόμενες λεπτομέρειες στην κατηγορία είναι επαρκείς για να πληροφορήσουν τον κατηγορούμενο για την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει η Υπεράσπιση, είναι θέμα γεγονότων και βαθμού. Το δικαστήριο δικαιούται να λάβει υπόψη – εκτός από την κατηγορία – όλες τις πληροφορίες οι οποίες ήταν, κατά τα άλλα διαθέσιμες στον κατηγορούμενο και κατά πόσο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ζητήθηκε να του παρασχεθούν περαιτέρω λεπτομέρειες …. Όπου προσάπτεται κατηγορία ενώπιον του Κακουργοδικείου, το περιεχόμενο των καταθέσεων τω μαρτύρων κατηγορίας, είναι άλλη πηγή, πρόσθετη από το κατηγορητήριο, από όπου ο κατηγορούμενος μπορεί να αντλήσει γνώση για την υπόθεση εναντίον του. To κριτήριο της επάρκειας της πληροφόρησης του κατηγορούμενου για την κατηγορία ή τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει είναι κατά πόσο θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση του …».

(ιδία υπογράμμιση)

 

        Η ειρημένη αναφορά στο περιεχόμενο των καταθέσεων, ως πρόσθετη πηγή πληροφόρησης σε υπόθεση Κακουργοδικείου, στηρίζεται στην παλαιά υπόθεση R v. Costas Michael and Another, 22 C.L.R. 155. Στις μέρες μας, η αποκάλυψη του συνόλου του μαρτυρικού υλικού επιβάλλεται σε όλες τις ποινικές υποθέσεις με βάση το Άρθρο 7Α του Κεφ. 155, και το δικαίωμα ισότητας των όπλων που κατοχυρώνουν τα Άρθρα 6.3(β) της ΕΣΔΑ και 12.5(β) του Συντάγματος.

 

        Αναφορικά με τη δυνατότητα καταδίκης του κατηγορούμενου ως συνεργού παρά την απουσία ρητής αναφοράς του Άρθρου 20 του ΠΚ., στην έκθεση αδικήματος του κατηγορητηρίου, στο προαναφερθέν σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, αναφέρεται στη σελ. 99:

 

        «Διευκρινίζεται ότι η μη αναφορά στα Άρθρα 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα του Κεφ. 154, σε κατηγορίες εναντίον συνεργών, δεν συνιστά ουσιώδη παρατυπία, ενώ σε άλλη υπόθεση κρίθηκε ότι το Άρθρο 20 του Κεφ. 154 δεν στοιχειοθετεί νέο αδίκημα. Είναι νομολογημένο ότι η υποχρέωση για παροχή λεπτομερειών της κατηγορίας δεν εκπληρώνεται με τον ορισμό του αδικήματος. Παρόλο που είναι επιθυμητό, δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται ο ακριβής ρόλος κατηγορούμενου συνεργού στην διάπραξη του αδικήματος».

 

        (βλ. και Blackstone’s Criminal Practice 2026, D11.42 D11.73).

 

        Έχοντας μελετήσει με προσοχή την υπόθεση την οποία αντιμετώπισε πρωτοδίκως ο Δρ. Κυριακίδης, ως αυτή προκύπτει από το κατηγορητήριο και το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη, είμαστε της γνώμης ότι αυτή δεν αφορούσε την εν γένει οργάνωση, διοίκηση και αποτελεσματική λειτουργία του τμήματος του οποίου προΐστατο. Ειδικότερα, δεν αφορούσε την από μέρους του υιοθέτηση της πρακτικής μη γνωμάτευσης ακτινογραφιών από ακτινολόγους, εκτός εάν τούτο κρινόταν απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό του ΤΑΕΠ. Η υπόθεση την οποία αντιμετώπισε από κοινού με τον Δρα Παντελιδάκη αφορά στην εφαρμογή ανεπαρκούς και αναποτελεσματικής θεραπείας κατά την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου επίδικου περιστατικού, ως αυτή καθορίζεται στις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου. Ο Εφεσίβλητος δύναται να καταδικαστεί ως συνεργός, δίχως να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ο ακριβής του ρόλος στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, νοουμένου ότι γνωρίζει τη φύση της υπόθεσης την οποία αντιμετωπίζει και δεν προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στην υπεράσπισή του.

 

        Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Δρος Παντελιδάκη, αναφέρεται στη σελ. 94 της απόφασης:

 

        «… δεν αμφισβητώ την αλήθεια των όσων είπε σε σχέση με το πως βίωσε το συμβάν και πως συμπεριφέρθηκε στον Σταύρο κατά την πρώτη του επίσκεψη. Το ίδιο ισχύει και για την εξέταση που έκανε και για τα συμπεράσματα του. Τον Σταύρο τον εξέτασε ο ίδιος και η συμμετοχή του κατηγορούμενου 2 δεν ήταν ενεργή».

 

        Και στην σελ. 95:

 

          «Το ουσιώδες από τα όσα λέει είναι ότι είδε την ακτινογραφία για κάποια δευτερόλεπτα και δεν κατάλαβε, δεν αναγνώρισε το κάταγμα. Δεν του εγέρθηκε υποψία για κάτι σοβαρότερο, παρά το γεγονός ότι ο Σταύρος πήγε στο νοσοκομείο μετά από κτύπημα στο κεφάλι και δε ζήτησε γνωμάτευση από ακτινολόγο. Δεν «έπαιξε» με την εικόνα της ακτινογραφίας στον υπολογιστή του, με το φωτισμό και με τις σκιές. Βασίστηκε στην καλή κλινική κατάσταση του Σταύρου. Η διάγνωσή του ήταν λανθασμένη. Το πιο πάνω είναι εύρημά μου».

 

        Αντεξεταζόμενος από τον κατήγορο σε σχέση με συγκεκριμένη τοποθέτηση στην κατάθεση του (τεκμήριο 35), ο Δρ Παντελιδάκης ανέφερε ότι «καλό θα ήταν και ο κύριος διευθυντής να έβλεπε την ακτινογραφία, αλλά δεν σημαίνει ότι εξαρτάται η πρακτική μου ή η πρακτική του κάθε γιατρού εκεί άμεσα από τον υπεύθυνο με την έννοια ότι δεν είμαστε ειδικευόμενοι ώστε να υπάρχει αυτή η αυστηρή συσχέτιση και υποχρέωση να αναφέρουμε ή να έρθει να εξετάσει ο ίδιος».

 

        Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Δρος  Κυριακίδη σε σχέση με την απόφαση του για διενέργεια ακτινογραφίας, συμφώνησε ότι απευθύνθηκε στον Δρα Κυριακίδη απλά για να τον ενημερώσει και ότι δεν ζήτησε την έγκριση του για να το πράξει. Συμφώνησε επίσης ότι το να δώσει οδηγίες για ακτινογραφία μετά από ένα τέτοιο χτύπημα ήταν κοινή πρακτική, και ότι η κρίση επί των ακτινογραφιών ήταν αποκλειστικά δική του. Μετά την εξέταση της ακτινογραφίας είπε στον Δρα Κυριακίδη ότι το παιδί είναι καλά και θα το αποδεσμεύσει στο οποίο έλαβε θετική απάντηση. Συμφώνησε δε ότι αυτό αφορούσε ενημέρωση και όχι έγκριση.

 

        Οι πιο πάνω θέσεις συνάδουν πλήρως με τις τοποθετήσεις του Δρος Κυριακίδη στην κατάθεση του (τεκμήριο 37), ο οποίος ανέφερε  ότι (α) ο θεράπων ιατρός του παιδιού ήταν ο Δρ Παντελιδάκης ο οποίος είδε την ακτινογραφία και αποφάσισε τι είχε το παιδί, (β) Δεν ζητείται γνωμάτευση ακτινολόγου εκτός αν ο θεράπων ιατρός, αφού δει την ακτινογραφία κρίνει ότι χρειάζεται γνωμάτευση του ακτινολόγου, το οποίο γίνεται σε περίπτωση που δεν καταλαβαίνει κάτι ή που θέλει να διευκρινίσει κάτι περισσότερο, (γ) Ο ίδιος δεν είδε την ακτινογραφία και δεν του ζητήθηκε να εκφέρει γνώμη, (δ) Ο Δρ. Παντελιδάκης τον ενημέρωσε για τα ευρήματα του μετά την ανάγνωση της ακτινογραφίας, και εκείνος του είπε ότι το παιδί δεν είχε κάτι και θα απολυθεί με οδηγίες, παρόλο που δεν ήταν υπόχρεος να τον ενημερώσει γιατί ο κάθε γιατρός είναι αυτόνομος. (ε) Ήταν απόφαση του Δρος Παντελιδάκη να μη ζητήσει γνωμάτευση από ακτινολόγο. Αφετέρου, ερωτώμενος αν έχει υποχρέωση λόγω της θέσης του να επέμβει αν κρίνει ότι ο χειρισμός δεν είναι ορθός, απάντησε ότι είναι καθήκον του να επιβλέπει τους γιατρούς, ειδικά όταν είναι παρών  και να επεμβαίνει όταν χρειάζεται, όμως για το συγκεκριμένο περιστατικό, όπως τον ενημέρωσε ο γιατρός Παντελιδάκης, έκρινε ότι έγινε ορθός χειρισμός.

 

        Η εν λόγω κατάθεση του Δρος Κυριακίδη στην αστυνομία αποτελεί μεικτή δήλωση περιέχουσα δηλώσεις υπέρ και εναντίον συμφέροντος, οι  οποίες γίνονται δεκτές κατ’ εξαίρεση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας. Ως προς την αποδεικτική αξία του περιεχόμενου κατάθεσης κατηγορούμενου ο οποίος δεν έδωσε μαρτυρία στη δίκη, ακολουθείται η R v. Duncan (1981) 73 Cr. App R. 359 (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109, Γαβριήλ ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 693, και, πιο πρόσφατα, στην Πισσαρίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 67/2023, ημερ. 2.9.2025).

 

        Στο προαναφερθέν απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση επισημαίνεται ότι ο Δρ. Κυριακίδης δεν είχε καμία συμμετοχή είτε ενεργή ή άλλως πως, είτε ως αυτουργός είτε ως συναυτουργός στις πράξεις που καταγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος καθότι δεν ανέλαβε καμία ιατρική πράξη, δεν είδε την ακτινογραφία και δεν έκανε λανθασμένη διάγνωση. Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι ακόμη και αν συμπεριλαμβανόταν το Άρθρο 20 του ΠΚ., στο κατηγορητήριο, ο Δρ. Κυριακίδης δεν θα μπορούσε να κριθεί ένοχος ως συναυτουργός εφόσον οι λεπτομέρειες κατηγορητηρίου δεν αποδεικνύονται σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή παράλειψη του. Η δε υπεράσπιση κινήθηκε ως το αδίκημα το οποίο αντιμετώπιζε με βάση τις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου.

 

        Συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η υπόθεση την οποία αντιμετώπισε ο Δρ. Κυριακίδης από κοινού με τον Δρα Παντελιδάκη, με βάση τις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου, αφορά τέσσερεις διαδοχικές και αλληλένδετες πράξεις ή παραλείψεις, ήτοι (α) πλημμελή διερεύνηση των απεικονίσεων κρανίου, (β) παράλειψη αναζήτησης γνωμάτευσης επί των εν λόγω ακτινογραφιών από τους επί καθήκοντι ακτινολόγους, (γ) εσφαλμένη αξιολόγηση του περιστατικού ως «ήπιο», (δ) βεβιασμένη απόλυση του παιδιού χωρίς να το θέσουν υπό παρακολούθηση. Η παράλειψη επί της οποίας ερείδεται η επιχειρηματολογία του Εφεσείοντος για ποινική ευθύνη συνεργού, εστιάζει απομονωμένα στο υπό στοιχείο (β) ανωτέρω, με το επιχείρημα ότι, υπό την ιδιότητα του ως προϊστάμενου του Δρος Παντελιδάκη, παρέλειψε να παρέμβει στον ιατρικό χειρισμό του επίδικου περιστατικού ώστε να ζητηθεί γνωμάτευση των ακτινογραφιών από ακτινολόγο.

 

        Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εφεσείοντος, θεωρούμε την πιο πάνω εισήγηση ασύμβατη με την προειρημένη θέση την οποία ο ίδιος εξέφρασε στην αρχή της δίκης, στο πλαίσιο αιτήματος για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, ότι οι λεπτομέρειες αδικημάτων συγκροτούν μια ενιαία ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά. Ο Εφεσίβλητος υπερασπίστηκε εαυτόν σε αυτή τη βάση, η οποία προϋποθέτει ότι ως θεράπων ιατρός είχε άμεση και ενεργή συμμετοχή στον χειρισμό του επίδικου περιστατικού.  

 

        Εάν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής εδραζόταν στην ιδιότητα του Δρος Κυριακίδη ως προϊσταμένου του ΤΑΕΠ, και στο καθήκον επίβλεψης και λήψης μέτρων προς αποτροπή του κινδύνου εσφαλμένης διάγνωσης των ακτινογραφιών, αυτό θα έπρεπε να εξειδικεύεται στις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου, ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να έχει επαρκή πληροφόρηση για τη φύση της υπόθεσης την οποία αντιμετωπίζει. Η προαναφερθείσα παραδοχή στην κατάθεση του Δρος Κυριακίδη δεν δύναται να υποκαταστήσει ούτε να θεραπεύσει ουσιαστικές ελλείψεις στις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου.

 

        Στην υπόθεση Λοϊζίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) την οποία επικαλείται η πλευρά του Εφεσείοντος, στις λεπτομέρειες της 105ης κατηγορίας αναφερόταν ότι ο κατηγορούμενος «γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τον κίνδυνο έκρηξης τους ένεκα της υπαίθριας τοποθέτησής και έκθεσής τους σε απαγορευτικές συνθήκες, παρέλειψε να λάβει μέτρα προς αποτροπή της έκρηξης τους». Επομένως ο ρόλος του κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος ήταν εμφανής και αποκρυσταλλωμένος. Εν προκειμένω τέτοια εξειδίκευση σε σχέση με την αποτροπή κινδύνου απουσιάζει από τις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου. H καταδίκη του Εφεσίβλητου στην απουσία επαρκών λεπτομερειών στις λεπτομέρειες κατηγορητηρίου θα παραβίαζε αναμφίβολα το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη.

 

        Επιπρόσθετα, η αποδιδόμενη στον Δρα Κυριακίδη παράλειψη δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει ποινική ευθύνη συνεργού με δεδομένο ότι λεπτομέρειες αδικήματος συνθέτουν μια ενιαία ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά.

 

        Υπό το φως των ανωτέρω η έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης απορρίπτεται.

 

Κατάληξη

 

        Στη βάση των πιο πάνω όλες οι εφέσεις απορρίπτονται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                                                                            Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.

 

 

                                                                            Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο