ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΩΣΤΑ ΝΕΣΤΟΡΟΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 15/2026, 4/2/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΩΣΤΑ ΝΕΣΤΟΡΟΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 15/2026, 4/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 15/2026)

 

4 Φεβρουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

v.

 

ΚΩΣΤΑ ΝΕΣΤΟΡΟΣ,

Εφεσίβλητου.

_____________________________

Ε. Κωνσταντίνου (κα) και Μ. Ζαρής για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα. 

Σ. Αργυρού με Ρ. Χρυσοστόμου (κα) για Σωτήρη Αργυρού & Συνέταιροι Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Εναντίον του εφεσίβλητου καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η ποινική υπόθεση 66/2026 στις 13.1.2026. Σε αυτήν περιλαμβάνονται 14 κατηγορίες που, όπως φαίνεται από την όψη του κατηγορητηρίου, τα αδικήματα που τις αφορούν φαίνεται να προκύπτουν από δύο αστυνομικούς φακέλους. Η πρώτη υπόθεση για την οποία σχετικές είναι οι κατηγορίες 1-8 στο κατηγορητήριο, αφορά την ημερομηνία 12.1.2026, ενώ η δεύτερη υπόθεση αφορά περιστατικά που έλαβαν χώρα στις 7.1.2026 και 8.1.2026. Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1‑8, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις την εν λόγω ημερομηνία στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας προκάλεσε ανησυχία σε συγκεκριμένο Λοχία του σταθμού απειλώντας τον με βία, μία κατηγορία για απόπειρα απόδρασης από νόμιμη κράτηση, μία κατηγορία για επίθεση εναντίον αστυνομικού με σκοπό την αντίσταση ή ματαίωση κατά τη νόμιμη σύλληψή του, άλλη κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης σε αστυνομικό, ενώ οι κατηγορίες 6 και 7 αφορούν τα αδικήματα της μεταφοράς επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο και της οπλοφορίας για διέγερση τρόμου, τα δε επιθετικά όπλα είναι τρεις μεταλλικές λόγχες με λεπίδες μήκους 14 εκατοστών η καθεμία.

 

Σε ό,τι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 9-14, και πάλι δύο κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της απειλής, μία κατηγορία επίθεσης σε όργανο της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, δημόσια εξύβριση, παράνομη είσοδο σε οικοδομή στην οποία γίνονταν οικοδομικές εργασίες και μία κατηγορία για το αδίκημα της παρενόχλησης με βάση τον νόμο περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Ν.114 (I)/2021.

 

Ο κατηγορούμενος ‑ εφεσίβλητος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 13.1.2026 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για πρώτη φορά. Ζήτησε χρόνο να απαντήσει στις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για τον σκοπό αυτό στις 13.2.2026. Υπεβλήθη αίτημα από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής για να εκδοθεί διάταγμα κράτησής του μέχρι τη δίκη του με βάση δύο από τους αναγνωρισμένους από τη νομολογία πυλώνες, κίνδυνο φυγοδικίας και κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων. Τέθηκε, επίσης, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εναντίον του κατηγορουμένου ‑ εφεσίβλητου εκκρεμεί ακόμα μία υπόθεση η οποία είναι ορισμένη στις 17.2.2026 στην οποία ο κατηγορούμενος ‑ εφεσίβλητος αντιμετωπίζει παρόμοιας φύσης αδικήματα με αυτά της παρούσας υπόθεσης.

 

Όπως προκύπτει από το σύνολο γεγονότων και εγγράφων που έχουν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ‑ εφεσίβλητος διαμένει σε ιδιόκτητη οικία στην παλιά Λευκωσία μαζί με την κόρη του και τον σύζυγό της και τα τέσσερα ανήλικα τέκνα τους ηλικίας 12 ετών, δίδυμα 8 ετών και ενός έτους. Το ένα εκ των διδύμων τέκνων της κόρης του πάσχει από σύνδρομο Down και προς τούτο τυγχάνει εξειδικευμένης φροντίδας, θεραπείας και στήριξης. Η οικία του εφεσίβλητου εφάπτεται κτιρίου ιδιοκτησίας του Δήμου Λευκωσίας, το οποίο βρίσκεται υπό ανακαίνιση, τις εργασίες ανακαίνισης του οποίου ανέλαβε η εταιρεία C. Roushas Trading and Developers Limited από τον Μάρτη του 2024. Στα πλαίσια των εργασιών ανακαίνισης, η εργοληπτική εταιρεία που ανέλαβε τις εργασίες χρησιμοποιεί σκαπτικά, κατεδαφιστικά μηχανήματα και εργαλεία τύπου «κάγκο» με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δονήσεις και έντονοι θόρυβοι όπως και άλλες ενοχλήσεις προς όλα τα μέλη της οικογένειας του εφεσίβλητου, ιδιαίτερα του ανήλικου τέκνου της θυγατέρας του που αντιμετωπίζει σύνδρομο Down.

 

Η οικογένεια του εφεσίβλητου καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αγωγή εναντίον τόσο του Δήμου Λευκωσίας όσο και της εργοληπτικής εταιρείας που ανέλαβε την ανακαίνιση του κτιρίου, στα πλαίσια της οποίας καταχώρησαν και αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Μετά από ακρόαση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατέληξε στην έκδοση διατάγματος με το οποίο η εργοληπτική εταιρεία, οι υπάλληλοι, οι αντιπρόσωποι, οι υπεργολάβοι και το προσωπικό τους μπορούν να προβαίνουν σε εργασίες στο επίδικο ακίνητο, αλλά αναφορικά με εργασίες που είναι θορυβώδεις, ενδεικτικά εργασίες που περιλαμβάνουν τη χρήση σκαπτικών μηχανημάτων τύπου «κάγκο», το διάταγμα προνοεί όπως αυτές διεξάγονται αποκλειστικά και μόνο κατά τις ώρες λειτουργίας των δημόσιων Δημοτικών Σχολείων.

 

Προκύπτει μέσα από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, ότι πριν την καταχώριση της και λόγω διάφορων προβλημάτων, διαφωνιών και παραπόνων που προβλήθηκαν από την οικογένεια του κατηγορουμένου ‑ εφεσίβλητου, ο Δήμος Λευκωσίας κατέληξε σε συμφωνία με την οικογένεια του εφεσίβλητου στις 9.8.2024 στην οποία αναφέρεται ότι ο εφεσίβλητος και η οικογένειά του παραπονούνται για οχληρία, ο εφεσίβλητος παρεμποδίζει τη διεξαγωγή εργασιών από την εργοληπτική εταιρεία και προς τούτο τα μέρη συμφώνησαν ότι θα πληρωθεί ενοίκιο από τον Δήμο Λευκωσίας προς την οικογένεια του εφεσίβλητου ώστε να μετακομίσουν σε άλλο χώρο από 9.8.2024 μέχρι 7.9.2024, ότι ο Δήμος Λευκωσίας θα επισκευάσει τις όποιες ζημιές προκλήθηκαν στην οικία του εφεσίβλητου λόγω των εργασιών και ότι, όσες εργασίες εναπομένουν οι οποίες χαρακτηρίζονται ως θορυβώδεις, θα διεξάγονται από την εργοληπτική εταιρεία σε ώρες λειτουργίας εργασιών Δημοτικών Σχολείων ώστε να περιορίζεται ο επηρεασμός τους.

 

Φαίνεται ότι ούτε η κατάληξη σε συμφωνία κατεύνασε τα πράγματα με αποτέλεσμα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης 66/2026 εναντίον του κατηγορουμένου ‑ εφεσίβλητου.

 

Ήταν η θέση του δικηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζοντας το αίτημά του για κράτηση του εφεσίβλητου μέχρι τη δίκη του, ότι ο κίνδυνος επαναδιάπραξης αδικημάτων από τον εφεσίβλητο είναι πέραν από ορατός, εκτός εάν αυτός παραμείνει υπό κράτηση, αναφερόμενος στις κατηγορίες που αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά και στο ιστορικό της διένεξης μεταξύ τους που χρονολογείται από τη μέρα που ξεκίνησαν οι εργασίες ανακαίνισης. Αναφέρθηκε επίσης ο συνήγορος στο ποινικό μητρώο του εφεσίβλητου όπου φαίνεται να υπάρχουν δύο καταδίκες, η μία αφορά το αδίκημα της προμήθειας πλαστών χαρτονομισμάτων και η άλλη παράνομη κατοχή περιουσίας, αδικήματα που έχουν λάβει χώραν πολλά χρόνια πριν, συγκεκριμένα το 2003 και το 2006, ένα εκ των οποίων διαπράχθηκε εκτός Κύπρου. Αναφέρουμε ότι για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, του είχε επιβληθεί ως ποινή η υπογραφή εγγύησης και το εν λόγω αδίκημα αποκαθίσταται τον Μάιο του 2026. Αναφέρθηκε επίσης ο συνήγορος για τον Γενικό Εισαγγελέα στις επανειλημμένες διενέξεις και συγκρούσεις του κατηγορουμένου με τους εργάτες που ασκούν τα καθήκοντά τους στο κτίριο που γειτνιάζει με το σπίτι του, την επανειλημμένη κλήση της Αστυνομίας για σκοπούς αποκατάστασης της τάξης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση ότι τα αδικήματα έλαβαν χώρα σε Αστυνομικό Σταθμό στον οποίο μετέβηκε ο κατηγορούμενος φέροντας τα τρία μαχαίρια με τα οποία και προσπάθησε να τραυματίσει αστυνομικούς.

 

Ήταν επίσης η θέση του ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου για τα αδικήματα που παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο και συνεπώς ο κίνδυνος φυγοδικίας υφίσταται. Αναφορικά με τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων βάση για αυτή τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι η ύπαρξη άλλης εν εξελίξει υπόθεσης με παρόμοια περιστατικά ως η υπό κρίση, το γεγονός ότι είναι δύο αστυνομικοί φάκελοι/καταγγελίες που έχουν συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο της υπό κρίση υπόθεσης και το ποινικό του μητρώο.

 

Υπήρξε ένσταση εκ πλευράς του συνηγόρου του κατηγορουμένου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν υφίσταται κίνδυνος φυγοδικίας καθ’ ό,τι μετέβηκε μόνος του στον Αστυνομικό Σταθμό μετά που κλήθηκε προς τούτο να πάει, ανέφερε ότι το κατηγορητήριο της άλλης υπόθεσης ακόμα δεν του έχει επιδοθεί, ενώ ισχυρίστηκε ότι οι προηγούμενες καταδίκες του, εκτός του ότι χρονολογούνται, αφορούν αδικήματα άσχετα με τα υπό κρίση, δίδοντας έμφαση στο γεγονός ότι ένα εκ των οποίων συνέβηκε εκτός δικαιοδοσίας ενώ για την άλλη καταδίκη του αναμένεται η αποκατάσταση του μητρώου του εντός του έτους. Σημειώθηκε επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι ο προστάτης των ανηλίκων τέκνων της θυγατέρας του, αφού ουσιαστικά προσέχει ο ίδιος τα τέσσερα αυτά παιδιά για να μπορούν η μητέρα και ο πατέρας τους να εργάζονται. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο εργοτάξιο εργάζεται ανελλιπώς εδώ και 23 μήνες και είναι άγνωστη η ημερομηνία λήξης των εργασιών, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος, σχετικές καταγγελίες στην Αστυνομία και σε διάφορους Επιτρόπους όπως Επίτροπο Διοίκησης και Επίτροπο Προστασίας του Παιδιού, και το τι προσπαθεί ο κατηγορούμενος είναι να προστατεύσει την οικογένειά του.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση του κατηγορουμένου, αναφέροντας ότι πληρούνται οι αντικειμενικές πιθανότητες του κινδύνου φυγοδικίας, δηλαδή τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά, από το μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης και υπάρχει και ενδεχόμενο σε περίπτωση καταδίκης να επιβληθεί ποινή στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου. Ως προς τις υποκειμενικές του περιστάσεις όμως, δεν τέθηκε οτιδήποτε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής που να πλαισιώνει την ανησυχία της για μη προσέλευση του κατηγορουμένου στη δίκη. Δεν αναφέρθηκε κατά πόσο έχει δεσμούς με τη Δημοκρατία, ενώ αντίθετα από πλευράς του κατηγορουμένου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός ότι διαμένει στην Κύπρο και έχει αναλάβει τη φροντίδα τεσσάρων ανηλίκων παιδιών, των εγγονιών του, για να μπορούν οι γονείς τους να εργάζονται. Με αυτά τα δεδομένα θεώρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν έχει αιτιολογηθεί επαρκώς το αίτημα για κράτηση στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας και ότι θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να δεσμευτεί με όρους ώστε να διασφαλιστεί η παρουσία του στη δίκη.

 

Όσον αφορά τον δεύτερο πυλώνα, τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων, αναφέρθηκε στις δύο προηγούμενες καταδίκες που έχουν τεθεί ενώπιόν του αναφορικά με τον κατηγορούμενο σημειώνοντας ότι η μία καταδίκη φαίνεται να έχει λάβει χώραν προ 20ετίας από αλλοδαπό Δικαστήριο και αφορά την προμήθεια πλαστών χαρτονομισμάτων. Η δεύτερη καταδίκη ημερομηνίας 4.5.2023 αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, αδίκημα που δεν σχετίζεται ούτε και με την υπό κρίση υπόθεση, ούτε με την άλλη υπόθεση που εκκρεμεί εναντίον του κατηγορουμένου. Σε ό,τι αφορά την εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, είναι όντως ομοειδή τα αδικήματα με αυτά που παρουσιάζονται και στο παρόν κατηγορητήριο. Κατέληξε, όμως, ότι υπάρχουν μια σειρά από αδικήματα στα κατηγορητήρια που εκκρεμούν αλλά ότι αυτά μεταξύ τους δεν σχετίζονται χρονικά. Ήταν η θέση του ότι η ανησυχία της Κατηγορούσας Αρχής μπορεί να απαντηθεί με άλλο τρόπο εκτός από την κράτηση του κατηγορουμένου, θεωρώντας ότι η επιβολή όρων υπό τις περιστάσεις ήταν η σωστή απόφαση αντιμετώπισης των δεδομένων ενώπιόν του. Επομένως, άφησε τον κατηγορούμενο ελεύθερο με όρους όπως, αυτός υπογράψει εγγύηση €7.000 από έναν αξιόχρεο εγγυητή, να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία, το όνομά του να τοποθετηθεί στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία και η διέλευση από τα οδοφράγματα που οδηγούν στα Κατεχόμενα και να εμφανίζεται και να υπογράφει στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας τρεις φορές την εβδομάδα. Επίσης εξέδωσε διάταγμα διά του οποίου απαγορεύεται στον κατηγορούμενο να παρενοχλεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε εργαζόμενο στο εργοτάξιο.

 

Εναντίον της απόφασης έχει καταχωρηθεί η υπό κρίση έφεση με έναν λόγο έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς τις αρχές που ορίζει η νομολογία όσον αφορούσε τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων και κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα όσον αφορά το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Το πρώτο που αναφέρουμε είναι ότι με την έφεση δεν επηρεάζεται το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία αποφάσισε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας. Όσον αφορά τον κίνδυνο επαναδιάπραξης, φαίνεται από την αιτιολογία των λόγων έφεσης ότι αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο μη ορθή συνεκτίμηση των περιστατικών της υπόθεσης, η συνεχόμενη παραβατικότητα του εφεσίβλητου, η έλλειψη σεβασμού προς τις αρχές με αποτέλεσμα να ασκηθεί λανθασμένα η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι αρχικά εναντίον του κατηγορουμένου καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση με αριθμό 12/2026, η οποία αφορούσε δύο ξεχωριστά περιστατικά και επειδή μεταγενέστερα εκείνης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος συνέχιζε να διαπράττει αδικήματα παρόμοιας φύσης, καταχωρήθηκε η υπόθεση 66/2026 που αφορά σε άλλα τρία διαφορετικά περιστατικά. Δίδεται έμφαση, επίσης, στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου αφού υπάρχουν καταδίκες από Δικαστήριο στην Ελλάδα το 2003 και από Δικαστήριο στην Κύπρο το 2023.

 

Επαναλαμβάνουμε, κατ’ αρχάς, αυτά που έχουμε αναφέρει στην πρόσφατη απόφασή μας MAHER ALJUMAA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 267/2025, ημερομηνίας 13.10.2025:

 

«Είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του.

Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»»

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025, συνοψίστηκαν οι αρχές που εφαρμόζονται αναφορικά με τον έλεγχο του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, ως ακολούθως:

 

«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:

«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.

(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αποφάσισε το υπό κρίση ζήτημα. Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί αυτοτελή λόγο κράτησης ενός κατηγορουμένου. Τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέτρεπαν να καταλήξει στη διαπίστωση ότι υφίσταται τέτοιος κίνδυνος με βάση την άλλη εκκρεμούσα υπόθεση που έχει τεθεί ενώπιόν του που αφορά και πάλι παρόμοιας φύσης αδίκημα σε σχέση με το συγκεκριμένο εργοτάξιο. Ορθά, όμως, κατέληξε ότι θα μπορούσε να επιβάλει όρους για την εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο αλλά και να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να του απαγορεύεται να παρενοχλεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τους εργαζόμενους στο εργοτάξιο.

 

Ο λόγος έφεσης κρίνεται ως στερούμενος ερείσματος και απορρίπτεται. Η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο