CELESTINE ONYEKA OBI κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 21/2026, 25/2026, 17/2/2026
print
Τίτλος:
CELESTINE ONYEKA OBI κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 21/2026, 25/2026, 17/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

17 Φεβρουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ]

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 21/2026)

 

CELESTINE ONYEKA OBI,

Εφεσείων,

 

v.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

(Ποινική Έφεση Αρ.: 25/2026)

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

____________________________

 

Α. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα στην 21/2026.

Μ. Αθανασίου (κα), για τον Εφεσείοντα στην 25/2026.

Β. Μπίσσας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη στις 21/2026 και 25/2026.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας διέταξε την κράτηση των εφεσειόντων στις υπό κρίση εφέσεις μέχρι την επόμενη δικάσιμο ενώπιόν του, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, το οποίο βασίσθηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας.

 

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι εφεσείοντες παρατίθενται στο πιο κάτω απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση. Ο εφεσείων στην έφεση 21/26 είναι ο κατηγορούμενος 3 και ο εφεσείων στην έφεση 25/26 είναι ο κατηγορούμενος 1.

 

«Μετά την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος 1 παρέμεινε να αντιμετωπίζει από κοινού με τον Κατηγορούμενο 3, κατηγορίες οι οποίες αφορούν αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (κατηγορία 2), παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (κατηγορία 3) και παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο (κατηγορία 4). Επίσης, ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει από κοινού με τον Κατηγορούμενο 3 τα ίδια ακριβώς αδικήματα, όπως αντιμετωπίζει και ο Κατηγορούμενος 1 μαζί με τον Κατηγορούμενο 3, με διαφορετικό όμως πλαίσιο λεπτομερειών αδικήματος (κατηγορίες 9, 10, 11 και 12)

 

Σημειώνουμε εισαγωγικά, ότι όπως ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό ενώπιόν του, πρόκειται για αποστολή αεροπορικώς, δεμάτων από τη Γαλλία στα οποία αναγράφονταν ως παραλήπτες οι κατηγορούμενοι 1 και 2. Οι γαλλικές Αρχές εντόπισαν τα ναρκωτικά και αντικατέστησαν το περιεχόμενο των δεμάτων με ομοιώματα. Κατόπιν σχετικής διαδικασίας, διενεργήθηκε ελεγχόμενη παράδοσή τους στην Κύπρο από τις κυπριακές Αρχές.

 

Ο κάθε ως άνω εφεσείων βασίζει την έφεσή του σε διαφορετικούς λόγους και ως εκ τούτου η κάθε μία θα εξεταστεί ξεχωριστά.

 

Στρεφόμαστε πρώτα στην έφεση 21/26.

 

Μία έκφανση της ένστασης του εφεσείοντα, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης, συνίστατο στη θέση ότι δεν πληρείτο το κριτήριο που τίθεται στη νομολογία αναφορικά με την πιθανότητα καταδίκης, εστιάζοντας στο ότι το μόνο μαρτυρικό υλικό σε σχέση με το ότι όντως εντοπίστηκαν ναρκωτικά στα επίδικα δέματα, αποτελεί έκθεση των υπηρεσιών της Γαλλίας. Υποστηρίζει ότι για να έχει οποιαδήποτε αξία η εν λόγω έκθεση, θα έπρεπε να περιλαμβανόταν στο κατηγορητήριο μάρτυρας εκ Γαλλίας ο οποίος θα την παρουσιάσει και υιοθετήσει στο Κακουργιοδικείο κατά τη δίκη, πράγμα που δεν έγινε. Προβάλλει δε πως συνεπώς, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η απουσία μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής που θα μπορεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την εν λόγω έκθεση «δεν χρήζει εξέτασης στον παρόν στάδιο αλλά αφορά και πάλι την εκδίκαση της υπόθεσης

 

Ως προς την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας υπενθυμίζουμε τις νομικές αρχές όπως επεξηγήθηκαν στην ΧΑΜΝΤ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/2021, ημερομηνίας 27.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B485:

 

«Όπως είναι νομολογημένο ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, σοβαρότητας αδικήματος, πιθανότητας καταδίκης και ενδεχόμενο αυστηρής τιμωρίας λαμβανομένων, όμως, σοβαρώς υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίουv. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 45, Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, Παρασκευά v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130 και Τουμάζου v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 70».

 

Σε σχέση με το ως άνω κριτήριο της πιθανότητας καταδίκης, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε ορθά, στην ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2007) 2 ΑΑΔ 337, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Στο στάδιο που το Δικαστήριο αποφασίζει τέτοιο ζήτημα, όπως αυτό που μας απασχολεί, δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.»

 

Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη θέση του εφεσείοντα και υπέδειξε ορθά, ότι εκδόθηκε ευρωπαϊκή εντολή έρευνας αναφορικά με τα κατασχεθέντα από τις γαλλικές Αρχές επίδικα ναρκωτικά και δεν διαπιστώθηκε μη πρόθεση της Αστυνομίας να τα παραλάβει για σκοπούς της διαδικασίας ενώπιόν του. Τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στον λόγο έφεσης ως προς το ότι το εγερθέν ζήτημα θα εξεταστεί στο στάδιο της δίκης, αφορά σαφώς την αξιολόγηση της βαρύτητας της έκθεσης ως αποδεικτικό στοιχείο. Δεν επεκτάθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά ως γνωστόν δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, εξ ακοής μαρτυρία που περιέχεται σε έγγραφο, είναι αποδεχτή μαρτυρία, και αυτό που εξετάζεται πλέον από το Δικαστήριο είναι η βαρύτητά της. Δεν θα συμφωνήσουμε επομένως με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντα ότι η εν λόγω έκθεση δεν μπορεί να έχει την οποιαδήποτε αξία. Συμφώνως δε των ως άνω λεχθέντων στην ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ (ανωτέρω) στην οποία παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η βαρύτητα του αποδεικτικού υλικού δεν αξιολογείται στο υπό κρίση στάδιο της διαδικασίας.  

 

Προσθέτουμε ότι προς υποστήριξη της θέσης του, ο συνήγορος του εφεσείοντα παρέπεμψε στην υπόθεση SERHII MELNYK v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 80/24, ημερομηνίας 16.4.2024, στην οποία ανατράπηκε η εκεί υπό κρίση πρωτόδικη απόφαση κράτησης και ο εφεσείων αφέθηκε ελεύθερος με όρους εν όψει, κατά τον συνήγορο, παρόμοιας ασάφειας ως προς το κατά πόσον θα καλείτο να καταθέσει κατά τη δίκη συγκεκριμένη μάρτυρας. Επρόκειτο για κατηγορίες συνωμοσίας για καταδολίευση της Δημοκρατίας μέσω της εισαγωγής χρημάτων σε μετρητά με απώτερο σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

 

Με κάθε σεβασμό, επισημαίνουμε ότι οι περιστάσεις της παρούσας διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τις περιστάσεις στην MELNYK (ανωτέρω). Στην MELNYK η μόνη μαρτυρία στην οποία στηριζόταν η Κατηγορούσα Αρχή ήταν η ανακριτική κατάθεση συγκεκριμένης μάρτυρος και είχε δηλωθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν είχε ληφθεί ακόμη απόφαση αν αυτή θα καλείτο να καταθέσει στη δίκη. Το Εφετείο δε, βάσισε την απόφασή του όχι μόνον σε αυτό το σημείο. Πρόσθεσε ότι αυτό που επηρέασε ουσιωδώς την έφεση, ήταν η διαπίστωσή του ότι το όλο μαρτυρικό υλικό που προερχόταν  από την εν λόγω μάρτυρα δεν έτεινε «να συνδέσει τα χρήματα με παράνομες δραστηριότητες», στοιχείο σχετικό με την πιθανότητα καταδίκης στις εκεί κατηγορίες.

 

Εν αντιθέσει με τις ιδιαίτερες περιστάσεις στην MELNYK (ανωτέρω), στην παρούσα, επιπλέον της πιο πάνω αναφερόμενης έκθεσης των γαλλικών Αρχών, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιόν του και έλαβε υπόψη τις ανακριτικές καταθέσεις των συγκατηγορουμένων του εφεσείοντα, οι οποίες φαίνονταν να εμπλέκουν τον εαυτόν τους, καθώς και τον εφεσείοντα με τη διάπραξη των αδικημάτων. Επαναλαμβάνουμε δε και όσα αναφέραμε πιο πάνω ως προς το ζήτημα της αποδεικτικής βαρύτητας της επίδικης έκθεσης των γαλλικών Αρχών, καθώς και στο ότι έχει εκδοθεί σχετική ευρωπαϊκή εντολή έρευνας με αντικείμενο την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών. Εν όψει των πιο πάνω στοιχείων, κρίνουμε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η ισχύς του μαρτυρικού υλικού δεν ήταν έκδηλα φτωχή ούτε και στερείτο αποδειχτικής δύναμης ώστε να μην αναδύεται ευλόγως η πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα, χωρίς από την άλλη να αποκλείεται και κάθε πιθανή προσδοκία για αθώωσή του. Συνακόλουθα, κρίνεται αβάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης και απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, προωθείται ουσιαστικά η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη την όλη συμπεριφορά του εφεσείοντα στο στάδιο κατά το οποίο αντελήφθη από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι καταζητείτο βάσει εντάλματος σύλληψης και παραδόθηκε αυτοβούλως, με τη συνοδεία του δικηγόρου του στην Αστυνομία. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η παρούσα δεν προσομοίαζε με τις περιστάσεις στην ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 607, αλλά αντιθέτως προσομοίαζε με τις περιστάσεις στην ΝΙΚΗΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2011) 2 ΑΑΔ 54.

 

Ως προς τη βαρύτητα την οποία απέδωσε στην εν λόγω συμπεριφορά του εφεσείοντα, και τις περιστάσεις στις υποθέσεις ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ και ΝΙΚΗΤΑ (ανωτέρω), οι οποίες οδήγησαν σε διαφορετικό αποτέλεσμα στην κάθε μία, θεωρούμε άκρως διαφωτιστικά τα όσα λέχθηκαν στην ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 78/24, ημερομηνίας 8.4.2024.

 

«Με το ίδιο θέμα είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε πρόσφατα στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 1/24, ημερ. 2.2.2024, όπου τα γεγονότα ήταν πολύ παρόμοια. Εκρίθη ότι οι συνθήκες παράδοσης του Εφεσείοντος στην Αστυνομία διαφοροποιούντο από την Παρασκευά (ανωτέρω), βάσει των αποφασισθέντων στη Νικήτα (ανωτέρω). Στην Παρασκευά ο κατηγορούμενος, πληροφορηθείς ότι διεξαγόταν έρευνα εναντίον του για σοβαρή υπόθεση ναρκωτικών η οποία τον αφορούσε, επέστρεψε από το εξωτερικό θέτοντας εαυτόν στη διάθεση της αστυνομίας. Ενώ στη Νικήτα εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου «μετά που αυτός εντοπίστηκε από αστυνομικό στη σκηνή και, συνεπώς, οι δυνατότητες διαφυγής του ήταν περιορισμένες», πράγμα το οποίο ισχύει και στην παρούσα. Η εθελούσια παράδοση στην Αστυνομία δεν εξαλείφει τον κίνδυνο φυγοδικίας προσώπου εναντίον του οποίου εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης, εν όψει της περιορισμένης δυνατότητας διαφυγής του. Σχετική είναι επίσης η παρατήρηση του Κακουργοδικείου ότι κατά τον χρόνο παράδοσης ο Εφεσείων τελούσε υπό το καθεστώς υπόπτου μη γνωρίζοντας την πλήρη έκταση και σοβαρότητα των κατηγοριών που εν τέλει προσάφθηκαν εναντίον του.»

 

Είναι προφανής, θεωρούμε η ομοιότητα της παρούσης με τη ΝΙΚΗΤΑ (ανωτέρω). Δεν μας διαφεύγει ότι στη ΝΙΚΗΤΑ (ανωτέρω),  υπήρχε επιπλέον το στοιχείο ότι η πρώτη αντίδραση του εφεσείοντα όταν εντοπίστηκε στη σκηνή από αστυνομικό ήταν η διαφυγή, στοιχείο που δεν υπάρχει στην παρούσα. Όμως, θα συμφωνήσουμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η επικαλούμενη ως άνω συμπεριφορά του εφεσείοντα, έλαβε χώρα όταν ο εφεσείων ήταν υπό διαφορετικό καθεστώς, ενώ στο επίδικο στάδιο, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αντιμετώπιζε  ένα βαρύ κατηγορητήριο, έχοντας υπόψη τη φύση των αδικημάτων που περιλαμβάνει και τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές. Όπως και στη ΝΙΚΗΤΑΣ (ανωτέρω), τα περιθώρια διαφυγής, κατά τον χρόνο της παράδοσής του στην Αστυνομία, ήταν περιορισμένα, εφόσον το ότι ήταν καταζητούμενος είχε δημοσιευθεί και στα μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι όπως ο ίδιος ο συνήγορός του ανέφερε,  λόγω του ότι βρισκόταν στη Δημοκρατία στη βάση προσωρινής άδειας διαμονής, δεν δικαιούτο να μεταβεί στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.

 

Επιπλέον των πιο πάνω, θεωρούμε σημαντικό να επισημάνουμε ότι δεν υιοθετούμε τη θέση του συνηγόρου ότι οι πιο πάνω υποθέσεις ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ και ΝΙΚΗΤΑΣ (ανωτέρω), θέτουν την οποιαδήποτε νομολογιακή αρχή, πέραν του ότι τα όσα λήφθηκαν υπόψη σε κάθε μία από αυτές, αποτελούν αναγνωρισμένους πλέον από τη νομολογία παράγοντες, που πρέπει όμως να συνυπολογίζονται, όταν υπάρχουν, μαζί με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Σύμφωνα με τη νομολογιακή αρχή που εφαρμόζεται, η αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος, πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιλαμβάνει συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση ξεχωριστά. Στη νομολογία τέθηκαν διάφοροι σχετικοί παράγοντες, όμως σε κάθε περίπτωση αυτό που έχει σημασία είναι η σφαιρική συνεκτίμηση των δεδομένων της κάθε υπόθεσης «με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι» (βλ.  ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 176/2020, ημερομηνίας 29.10.2020), ECLI:CY:AD:2020:B373.

 

Ο δε έλεγχος από το Εφετείο της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την ως άνω διεργασία συνεκτίμησης των σχετικών παραγόντων γίνεται στη βάση των όσων λέχθηκαν στην ΜΕΜΕΤ ΙΜΠΡΑΜ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 260/2025, ημερομηνίας 2.10.2025:

 

«Είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμούνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.

Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286 »»

 

Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω, στην NIKOS KARSLIDIS v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 294/2025, ημερομηνίας 18.12.2025, υποδείξαμε ως λόγο επέμβασης του Εφετείου την παραγνώριση από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, συμπεριφοράς που καταδείκνυε την πρόθεση του κατηγορούμενου να παραστεί στη δίκη, παρομοίως με τη θεώρηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ (ανωτέρω). Υποδείξαμε τα πιο κάτω στοιχεία τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

«Η στάση του εφεσείοντα, ειδικά το γεγονός ότι, παρά το ότι διέθετε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα από τις 5.11.2025 που είχε αφεθεί ελεύθερος από Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση στο πλαίσιο αιτήματος ανανέωσης της προσωποκράτησής του, δεν διέφυγε από τη Δημοκρατία, καθώς επίσης και το γεγονός ότι παρέμεινε στη διάθεση του Δικαστηρίου από την προηγούμενη της καταχώρισης του κατηγορητηρίου για την παρούσα υπόθεση μέχρι την ακρόαση και την έκδοση απόφασης για το ζήτημα κράτησης που διεξήχθη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατέδειξε επί της ουσίας την πρόθεση του να παραστεί στη δίκη.»

 

Στην παρούσα, δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τη συνεκτίμηση της συμπεριφοράς του εφεσείοντα κατά τη διεργασία αποτίμησης του κινδύνου φυγοδικίας. Η παράδοση του εφεσείοντα στην Αστυνομία εξετάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό το φως των συνθηκών που ίσχυαν τότε. Λήφθηκε επίσης δεόντως υπόψη το ότι δεν προσπάθησε να διαφύγει, έχοντας κατά νου τα λεχθέντα στην KARSLIDES (ανωτέρω), στην οποία έγινε ρητή αναφορά.

 

Εν κατακλείδι, εν όψει όλων των ανωτέρω, και ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Συνακόλουθα, η έφεση 21/26 απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση όσον αφορά τον εφεσείοντα σε αυτήν, επικυρώνεται.

 

Στρεφόμαστε στην έφεση 25/26.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια κατά την εκτίμηση του κριτηρίου της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο εφεσείων. Υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα έγινε μόνο αναφορά στο ότι ο εφεσείων αντιμετωπίζει κατηγορία για αδικήματα  κατοχής ναρκωτικών για τα οποία προβλέπεται διά βίου ποινή φυλάκισης, χωρίς να συνεκτιμηθεί το ότι αντιμετωπίζει και κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, αδίκημα λιγότερο σοβαρό από αυτά που αναφέρθηκε στην εκκαλούμενη απόφαση.

 

Με κάθε σεβασμό, θεωρούμε τον λόγο έφεσης παντελώς αβάσιμο. Δεν θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ του εφεσείοντα το ότι αντιμετωπίζει και ελαφρύτερη κατηγορία η οποία δεν έτυχε ειδικού σχολιασμού στην εκκαλούμενη απόφαση, από τη στιγμή που δεν εφεσιβάλλεται η ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τη σοβαρότητα της βαρύτερης κατηγορίας. Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να παραθέσει και να συνεκτιμήσει  το σύνολο των «ουσιωδών πραγματικών περιστατικών», στοιχείο απαραίτητο για τη διαμόρφωση πλήρους και αντικειμενικής αιτιολογίας, ως προς το πιο πάνω αναφερόμενο κριτήριο της πιθανότητας καταδίκης.

 

Υποστηρίζεται με την αιτιολογία ότι εσφαλμένα δεν ελήφθη υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι ενεργούσε για λογαριασμό άλλου κατηγορουμένου, χωρίς γνώση του περιεχομένου του επίδικου πακέτου.

 

Άνευ ερείσματος κρίνεται το επιχείρημα αυτό, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη σχετική εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εφεσείοντα, σημειώνοντας ορθά, ότι η αξιολόγηση της εκδοχής και εξήγησης της εκδοχής του εφεσείοντα αναφορικά με το ζήτημα της γνώσης του, δεν θα τύγχανε αξιολόγησης στο στάδιο της εξέτασης του αιτήματος κράτησης, αλλά θα απασχολήσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο στάδιο της δίκης. Παρέπεμψε δε, στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου IULIAN PREOEASA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 275/2025, ημερομηνίας 10.11.2025, η οποία πραγματεύτηκε παρόμοια θέση άλλου κατηγορούμενου στην ίδια υπόθεση.

 

Παραθέτουμε τα όσα λέχθηκαν εκεί:

 

«Η διεργασία στην οποία προβαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν αποτελεί αξιολόγηση εν τη εννοία που την αντιλαμβάνονται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εφεσείοντα.

Όπως αναφέρεται στη ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (ανωτέρω), το Δικαστήριο «αποφασίζει κατά πόσον η πιθανότητα καταδίκης προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού εκτιμώμενου στην όψη του, έστω και αν διαπιστώνεται εύλογη προσδοκία αθώωσης».

Καίριας σημασίας, επί του προκειμένου, αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (ανωτέρω):

«Η εκτίμηση της πιθανότητας καταδίκης πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, ούτως ώστε οι όποιες παρατηρήσεις ή σχόλια για την ισχύ του μαρτυρικού υλικού να μην επηρεάσουν ή προκαταλάβουν οτιδήποτε το οποίο ανάγεται στη δίκη (βλ. Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 32, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 131/20 κ.α., ημερ. 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 103/20, ημερ. 3.9.2020).»

Είναι ορθή η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το ουσιαστικό ζήτημα της γνώσης αφορά το εκδικάζον Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Σε διαδικασία κράτησης εξετάζονται όλα τα στοιχεία στην όψη τους, ως αναλύεται ανωτέρω.»

 

Υπογραμμίζουμε για άλλη μία φορά ότι στο υπό κρίση στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο δεν αντιπαραβάλλει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς γεγονότων της Κατηγορούσας Αρχής και κατηγορούμενου, με σκοπό την αξιολόγησή τους. Κάτι τέτοιο θα προκαταλάμβανε, ανεπίτρεπτα την έκβαση της δίκης. Συνεπώς, απορρίπτεται ως εσφαλμένη η πιο πάνω θέση του εφεσείοντα.

 

Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγους έφεσης προωθείται η θέση ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τη συνεργασία του εφεσείοντα με τις ανακριτικές αρχές, υποβοηθώντας έτσι στο ανακριτικό έργο, γεγονός που προκύπτει από την ανακριτική του κατάθεση. Με κάθε σεβασμό, ουδόλως επηρεάζει η θέση αυτή, την υπό κρίση εκτίμηση από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου του κριτηρίου της πιθανότητας καταδίκης. Το στοιχείο αυτό αποτελεί εξωγενή παράγοντα σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας καταδίκης και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να συνυπολογίζεται στο πλαίσιο αυτό.

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα υποκειμενικά δεδομένα του εφεσείοντα δεν ήταν τέτοια που να μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης και ότι δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας.

 

Υποστηρίζεται συναφώς ότι εκ του αποτελέσματος αυτού,  καταδεικνύεται ότι η εκτίμηση της πιθανότητας φυγοδικίας του εφεσείοντα έγινε μηχανιστικά με αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την προβλεπόμενη ποινή, χωρίς  ουσιαστικό συνυπολογισμό των υποκειμενικών δεδομένων του. 

 

Παραθέτουμε τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα από το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

«Σε ό,τι αφορά τώρα τους υποκειμενικούς παράγοντες, εξετάζοντας την εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης ότι οι Κατηγορούμενοι δεν θα θελήσουν να φυγοδικήσουν λόγω των υποκειμενικών προσωπικών περιστάσεων τους και ότι δύναται να εξασφαλιστεί η παρουσία τους στο Δικαστήριο με την επιβολή περιοριστικών όρων, σημειώνουμε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 ότι, αυτός είναι Κύπριος πολίτης, ηλικίας 25 ετών, εργάζεται και διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία. Συμβάλλει οικονομικά στη διαβίωση της μητέρας του και ο ίδιος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία αφορούν σε ζητήματα διαταραχής θυροειδούς και κρίσεις πανικού.

[...]

Στη βάση όλων των ανωτέρω, είναι προφανές ότι ο Κατηγορούμενος 1 έχει ισχυρισμούς δεσμούς με τη Δημοκρατία, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής του στο εξωτερικό. Με άλλα λόγια, δεν θεωρούμε ότι το σύνολο των προσωπικών συνθηκών που έχουν τεθεί σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, είναι τέτοιο που δύναται να αποτρέψει από τη σκέψη του το ενδεχόμενο να διαφύγει λόγω της έκδηλης σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, της πιθανότητας καταδίκης και της επαπειλούμενης ποινής. Ως έχει νομολογηθεί, η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης, δεν είναι εύκολη όταν υπάρχουν ισχυροί δεσμοί οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Βέβαια ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται, αφού όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής. Σχετική είναι η Κρασοπούλης v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 450. Επιπλέον, σε σχέση με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, σημειώνουμε ότι τα έχουμε συνυπολογίσει, πλην όμως δεν διαπιστώνουμε ότι μπορούν να κατατάξουν την κατάσταση της υγείας του σε μία άκρως ξεχωριστή περίπτωση, που θα υπερφαλάγγιζε την αναγκαιότητα της κράτησής του όπως έγινε στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 251.

[...]

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 έως 3, δεν είναι τέτοιες που να μπορούν να υπερφαγγαλίζουν το δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης και δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Τονίζεται ότι τυχόν επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματικά ζωή του υπόδικου, δεν υπερφαγγαλίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Σχετική είναι η Βασιλείου v. Δημοκρατίας (1997), 2 Α.Α.Δ. 7.»

 

Προκύπτει, θεωρούμε, αβίαστα από την εκκαλούμενη απόφαση, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο συνυπολόγισε τα όσα υποστηρίχθηκαν από τον εφεσείοντα σε σχέση με τα υποκειμενικά του δεδομένα και αιτιολογημένα, κατέληξε στην κρίση του. Δεν διαπιστώνουμε να ευσταθεί το παράπονο του εφεσείοντα, εφόσον φαίνεται να έγινε λεπτομερής αναφορά στα σχετικά με βάση τη νομολογία στοιχεία τα οποία παρέθεσε ο εφεσείων. Το κάθε στοιχείο εκτιμήθηκε στο πλαίσιο που ορίζει η νομολογία. Δεν χωρεί επέμβασή μας στο έργο του.

 

Τέλος, στρεφόμαστε στο ότι υποστηρίχθηκε σε σχέση με την εκτίμηση των υποκειμενικών δεδομένων ότι εσφαλμένα δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο το ότι ο εφεσείων συνεργάστηκε, ως προαναφέρθηκε με τις ανακριτικές αρχές. Σημειώνουμε ότι το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί σχετικό με βάση τη νομολογία παράγοντα σε σχέση με την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας. Εν πάση περιπτώσει εν προκειμένω, η συνεργασία του εφεσείοντα, όπως περιγράφεται, δεν θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ως ενδεικτική της πρόθεσής του να μην διαφύγει και κρίνουμε ότι εν όψει των περιστάσεων της υπόθεσης, η συνεκτίμησή της δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα και πάλι δεν διαπιστώνουμε λόγο επέμβασης του Εφετείου.

 

Απορρίπτεται εν όψει όλων των πιο πάνω και ο τρίτος λόγος έφεσης.

 

Αμφότερες οι εφέσεις απορρίπτονται και η πρωτόδικη απόφαση όσον αφορά τον εφεσείοντα, σε κάθε μία από αυτές, επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο