M. A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 216/2022, 221/2022, 25/2/2026
print
Τίτλος:
M. A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 216/2022, 221/2022, 25/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

25 Φεβρουαρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 216/2022)

M. A.,

Εφεσείων,

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

(Ποινική Έφεση Αρ.: 221/2022)

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

v.

 

M. A.,

Εφεσίβλητου.

______________________________

Α. Παπαμιχαήλ, για Εφεσείοντα στην 216/2022 και Εφεσίβλητο στην 221/2022.

Ε. Σάββα (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη στην 216/2022 και Εφεσείοντα στην 221/2022. 

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο κατηγορούμενος πρωτόδικα αντιμετώπισε ένα βαρύ κατηγορητήριο αποτελούμενο από 15 κατηγορίες με παραπονούμενη την ανήλικη θυγατέρα του. Οι κατηγορίες, μεταξύ άλλων, αφορούσαν βιασμό και ειδικότερα παράνομη συνουσία από τον πρωκτό, τρεις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού λόγω της προαναφερόμενης πράξης, άλλες τρεις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης με βάση διατάξεις του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου, Ν.91(I)/2014 και Άρθρων του Ποινικού Κώδικα, κατηγορίες για βία στην οικογένεια που αφορούν διαφθορά ανήλικης γυναίκας και άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, αιμομιξία, αρπαγή και απαγωγή προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, κατηγορίες για βία στην οικογένεια που προκάλεσαν πραγματική σωματική βλάβη αλλά και κοινή επίθεση, όπως και κατηγορία για δημόσια εξύβριση.

 

Διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπου η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε 15 μάρτυρες και ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, έδωσε ένορκη κατάθεση και κάλεσε και μία μάρτυρα υπεράσπισης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ένοχο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τον κατηγορούμενο στις πλείστες κατηγορίες που αυτός αντιμετώπισε ενώ τον αθώωσε και απάλλαξε από τρεις κατηγορίες, ειδικότερα τις 6, 9 και 10 που αφορούν κατηγορίες βίας στην οικογένεια και ειδικότερα διαφθορά νεαρής γυναίκας ηλικίας 13‑16 χρόνων κατά παράβαση του Νόμου Ν.119(I)/2000 και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού με βάση Άρθρα του Νόμου Ν.91(I)/2014 και ειδικότερα παραφύση συνουσία και συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί, κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης ή επιρροής πάνω στο παιδί, αναφέροντας ότι δεν τέθηκε ενώπιόν του οτιδήποτε που να αφορά την ηλικία της ανήλικης και ειδικότερα ότι αυτή ήταν μεταξύ 13‑16 ετών σε ό,τι αφορά την κατηγορία 6, ενώ η απαλλαγή και αθώωσή του από τις κατηγορίες 9 και 10 ήταν επειδή αυτές καλύπτονται από τις κατηγορίες 2 και 3 αντίστοιχα, στις οποίες κρίθηκε ένοχος.

 

Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης οι οποίες κυμαίνονται από 10 μέρες μέχρι 13 χρόνια οι οποίες διατάχθηκε όπως συντρέχουν καθότι οι έκνομες πράξεις του κατηγορουμένου έλαβαν χώρα εντός μίας περιόδου τεσσάρων περίπου ετών και το πρωτόδικο Δικαστήριο τη θεώρησε ως ενιαία συμπεριφορά.

 

Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την παραπομπή του κατηγορουμένου στην Αρχή Εποπτείας που ιδρύθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με τον Νόμο Ν.19(I)/2014 για περίοδο πέντε ετών από την αποφυλάκισή του και επίσης εξέδωσε εναντίον του διάταγμα με το οποίο του απαγορεύεται για δέκα χρόνια από την αποφυλάκισή του όπως: 1) προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά, 2) εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους που βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, 3) διαμένει σε χώρο διαμονής παιδιών ή σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους που βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.

 

Επίσης επισημάνθηκε στον κατηγορούμενο η υποχρέωση που έχει με βάση τον Νόμο Ν.19 (I)/2014 να κοινοποιήσει τα στοιχεία του στην Αστυνομία.

 

Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης καταχωρήθηκε έφεση τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Με την έφεσή του ο κατηγορούμενος προβάλλει οκτώ λόγους έφεσης οι οποίοι αποδίδουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο λάθη με αποτέλεσμα να καταλήξει στην καταδίκη του. Αντικείμενο των λόγων έφεσης 1, 2 και 3 είναι ισχυρισμοί για λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, των Μ.Κ.8 και Μ.Κ.9, φίλης της παραπονούμενης και της μητέρας της, και της ιατροδικαστού Μ.Κ.14. Ο τέταρτος λόγος έφεσης πραγματεύεται τη λανθασμένη, κατά την εισήγησή του, κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της αιμομιξίας, με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αντέστρεψε το βάρος απόδειξης από την Κατηγορούσα Αρχή στην Υπεράσπιση και αφορά την ιατροδικαστική εξέταση και μαρτυρία η οποία έδειξε ότι δεν υπάρχουν κακώσεις με παραβίαση του πρωκτού της ανήλικης, ενώ οι λόγοι 6, 7 και 8 αφορούν την καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας που παραβιάζει τόσο το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη αλλά και στην ισότητα των όπλων και στην υπεράσπιση και προβάλλει επίσης τη θέση ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πραγματεύεται τις ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 που αφορούν τα αδικήματα βιασμού, σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού στις οποίες επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 1, 2 και 3 και 6 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 4 και 5, ως έκδηλα ανεπαρκείς λαμβάνοντας υπ' όψιν τη φύση και τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, το ύψος της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, τα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς και την ανάγκη για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή. Προβάλλει τη θέση ο Γενικός Εισαγγελέας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι υπήρχαν σοβαροί επιβαρυντικοί παράγοντες όπως οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, η σχέση και η ιδιότητα του κατηγορουμένου προς το θύμα, η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, το γεγονός ότι δεν υπήρχε μητέρα στο σπίτι και ο κατηγορούμενος ήταν ο προστάτης και φροντιστής της, αλλά και οι ψυχολογικές συνέπειες που είχε η όλη κατάσταση στην παραπονούμενη και τις περαιτέρω επιπτώσεις που έχει στη ζωή της, δεδομένης της ανάπτυξης μετατραυματικής διαταραχής.

 

Τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση περιγράφονται με λεπτομέρεια στην πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου και κρίνουμε ότι δεν χρειάζεται να αναπαραχθούν. Είναι αρκετό να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος και η μητέρα της παραπονούμενης κατάγονται από τη Συρία. Ο πατέρας ήρθε στην Κύπρο το 1998 και το 1999 ακολούθησε η σύζυγός του και οι δύο μεγαλύτερες τους κόρες. Η παραπονούμενη γεννήθηκε στην Κύπρο το 2004. Το 2007 το ζευγάρι χώρισε και η μητέρα έφυγε από την Κύπρο μαζί με τα παιδιά. Το 2014 η ανήλικη μαζί με μία από τις αδελφές της επέστρεψαν στην Κύπρο, λόγω του πολέμου, και διέμεναν με τον κατηγορούμενο πατέρα τους και με την τότε σύζυγό του. Η ανήλικη είχε αγόρι και όταν το έμαθε ο κατηγορούμενος την έβρισε, την κτύπησε, την περιόρισε στο σπίτι χωρίς να της επιτρέπει να πηγαίνει σχολείο για κάποιες μέρες και της πήρε την κάρτα λεωφορείου που είχε για να διακινείται, το κινητό τηλέφωνό της και τον φορητό υπολογιστή της. Λόγω αυτής της συμπεριφοράς του πατέρα της, η ανήλικη προσπάθησε σε δύο περιπτώσεις να αυτοκτονήσει λαμβάνοντας αριθμό χαπιών. Ήταν η μαρτυρία της, την οποία έκανε αποδεκτή το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι όταν ήταν στην ηλικία των 10 περίπου ετών ο κατηγορούμενος τη βίασε βάζοντας το πέος του στον πρωκτό της. Όταν συνέβηκε το γεγονός αυτό, η ανήλικη δεν αντιλήφθηκε τι σήμαινε αυτή η πράξη αλλά όταν μεγάλωσε και έμαθε κάποια πράγματα στο μάθημα της βιολογίας, περί το καλοκαίρι του 2019, αντιλήφθηκε τι της είχε τότε συμβεί. Το ανέφερε στη μεγαλύτερη αδελφή της και συμφώνησαν να μαζέψουν τα πράγματά τους για να φύγουν. Η αδελφή της μίλησε με τον πατέρα τους ο οποίος το αρνήθηκε και απέδωσε τη συμπεριφορά της ανήλικης στο ότι διατηρούσε σχέσεις με αγόρι, ότι ο ίδιος δεν συμφωνούσε με τη σχέση αυτή και την τιμώρησε, ότι η ίδια ήθελε να απαρνηθεί τη Μουσουλμανική θρησκεία και τα έθιμά τους, ήθελε να ντύνεται ευρωπαϊκά φορώντας στενά παντελόνια και κοντομάνικες μπλούζες, ενώ ο πατέρας της προσπαθούσε να τη συνετίσει και να την κάνει να επιστρέψει στις ρίζες και στα ήθη και στα έθιμα της οικογένειάς τους. Η μεγαλύτερη της αδελφή δέχτηκε τις θέσεις του πατέρα τους.

 

Για το επίδικο περιστατικό του βιασμού η θέση της ήταν ότι όταν ήταν περίπου στην ηλικία των 10 ετών, ο πατέρας της της ζήτησε να κοιμηθούν αγκαλιά και την κρατούσε από πίσω με τα χέρια του στους ώμους της. Ένιωθε πίεση στον πισινό της από το πέος του και όταν τον ρώτησε τι είναι αυτό της είπε τίποτα. Όταν ακούμπησε μετά στην είσοδο του πρωκτού της βρήκε κάτι σαν σάλια. Κατά την πράξη ένιωθε πόνο και μετά που πήγε στο μπάνιο είδε πάνω της «γιαξ πράγματα, σαν σάλια».

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης όπως έχει ήδη αναφερθεί αμφισβητείται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Προβάλλεται η θέση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο την έκρινε αξιόπιστη εν μέσω αντιφάσεων οι οποίες θα έπρεπε να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με αποτέλεσμα αυτός να πρέπει να αθωωθεί.

 

Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τη νομολογία αναφορικά με την εξουσία του Εφετείου να επέμβει σε ευρήματα αξιοπιστίας μαρτύρων πρωτόδικων Δικαστηρίων. Στην υπόθεση ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές και σημειώσαμε τα εξής:

 

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:

Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.

Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.

Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.

Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.

Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.

Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, ΙΣΙΔΩΡΟΥ Ν. G.M. CHRISTOFI ENTERPRISES LTD Κ.Α. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:

«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδήγησε σωστά τον εαυτό του αναφορικά με τις νομολογιακές αρχές αποδεκτότητας μαρτυρίας μαρτύρων έχοντας κατά νου τη βασική αρχή ότι η μαρτυρία ενός παιδιού χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και αντίκρισης αναφέροντας χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση R. v. B. (2010) EWCA Crim. 4 αλλά και τα όσα αναφέρθηκαν στην ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 279/2008, ημερομηνίας 28.7.2020, όπου λέχθηκε πως «ένα παιδί μιλά τη γλώσσα τη δική του και όχι τη γλώσσα των μεγάλων και περιγράφει πράγματα προσωπικά και γεγονότα με τον τρόπο που το ίδιο αντιλαμβάνεται και τα βιώνει».

 

Έλαβε επίσης υπ' όψιν του το γεγονός ότι το παράπονο της ανήλικης έγινε όταν ήταν περίπου 15 ετών και τότε έδωσε και την οπτικογραφημένη κατάθεσή της με αναφορά σε γεγονότα που κατ' ισχυρισμόν είχαν διαπραχθεί σε βάρος της από τον πατέρα της πέντε χρόνια πριν, όταν ήταν περίπου 10 ετών, αλλά και την ηλικία της τη μέρα που μαρτύρησε ενώπιον του Δικαστηρίου, που ήταν πια 17 ετών. Απασχόλησε επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τη δεδομένη στιγμή που έγινε η καταγγελία υπήρχαν μεταξύ της ανήλικης και του κατηγορουμένου σφοδρές διαφορές όσον αφορά το ντύσιμό της, τον δυτικό τρόπο ζωής που ήθελε να έχει στην Κύπρο, το γεγονός ότι είχε αγόρι ενώ προερχόταν από μουσουλμανική οικογένεια. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Στη σκέψη μας συνεπώς ήταν διάχυτος και ο προβληματισμούς μήπως η ανήλικη προκειμένου να αποκτήσει την «ελευθερία» της βρήκε ως μόνη διέξοδο τη σοβαρότατη καταγγελία εναντίον του πατέρα της ο οποίος ενδεχομένως να ήταν και το κύριο εμπόδιο, εάν όντως υπήρχε διαφωνία σε τέτοιο μεγάλο βαθμό».

 

Όπως επίσης ορθά κατέγραψε το πρωτόδικο Δικαστήριο «στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων τα οποία στρέφονται κατά ανηλίκων η προσοχή και η εγρήγορση του Δικαστηρίου όταν προσεγγίζει τη μαρτυρία τους είναι επιβεβλημένο να βρίσκεται στην πλήρη της απόδοση, αυτό γιατί παρότι τα παιδιά ορμούνται λιγότερο από τους ενήλικες από αλλότριους σκοπούς και κίνητρα, εντούτοις είναι δυνατόν να επηρεαστούν ή η φαντασία τους να επηρεαστεί από τρίτα ενήλικα πρόσωπα». Προς τούτο το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά παρέθεσε τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που δέχτηκε ως αξιόπιστους και θεώρησε ότι δεν ετίθετο ζήτημα ενδεχόμενης φαντασίωσης, αντίθετα, όπως σημείωσε στην απόφασή του, η παραπονούμενη τόσο κατά τον χρόνο που έδωσε την οπτικογραφημένη κατάθεσή της όσο και ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχε πλήρη για την ηλικία της αντίληψη τόπου, χρόνου και περιβάλλοντος και γενικότερα της πραγματικότητας.

 

Η αποκάλυψη των περιστατικών από την ανήλικη είχε κλιμακωτό χαρακτήρα αρχικά στο σπίτι με την αδελφή της και μετά σε συμμαθήτριες της και αργότερα στη μητέρα μίας από τις συμμαθήτριες της, την Μ.Κ.9, και στη συνέχεια με την οπτικογραφημένη κατάθεσή της, γεγονός που εξηγήθηκε επιστημονικά από τη Μ.Κ.7, τη ψυχολόγο που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστη και δεν υπάρχει λόγος έφεσης σε σχέση με αυτό του το εύρημα, και θεώρησε ότι ήταν φυσιολογική και αναμενόμενη αυτή η σταδιακή αποκάλυψη.

 

Επιπρόσθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο βλέποντας τη μαρτυρία της ανήλικης στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά, διέκρινε ότι η μαρτυρία της διεπόταν και από συνοχή και από συνέπεια. Θεωρούμε ορθό να παραθέσουμε το εξής απόσπασμα από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε, με κάθε προσοχή, τη μαρτυρία της ανήλικης:

 

«Τα περιστατικά σεξουαλικής φύσεως από πράξεις και ενέργειες του κατηγορουμένου ήταν ξεκάθαρα και αποκρυσταλλωμένα επί των οποίων η ανήλικη αντεξετάστηκε επί μακρόν, γεγονός το οποίο ανεξάρτητα από τον όποιο θεμιτό στόχο είχε η υπεράσπιση, μας έχει βοηθήσει να ενδυναμώσουμε τη θετική αντίληψή μας ως προς την αξιοπιστία της ανήλικης δεδομένου ότι δεν εντοπίζονταν αδυναμίες ή ταλαντεύσεις στον λόγο της ως προς τον πυρήνα της εκδοχής της και ο οποίος λόγος της ήταν καθαρός και κατηγορηματικός χωρίς στοιχεία υπαναχωρήσεων. Θεωρούμε πως κανένα κίνητρο της ανήλικης, σχετιζόμενο με την "απελευθέρωση" της από την οποία πίεση είχε στο σπίτι αναφορικά με την ενδυμασία της δεν θα επέμενε στην εκδοχή της εναντίον του πατέρα της για σωματική βία και σεξουαλική κακοποίηση εάν δεν ήταν η αλήθεια.

Η βεβαιότητα δε και η φυσικότητα στα λεγόμενα της, σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα των επίδικων περιστατικών αλλά και περιστατικών έστω όχι άμεσα συνδεδεμένων με σεξουαλική κακοποίηση της, αποτέλεσε επίσης διάχυτο χαρακτηριστικό γνώρισμα της μαρτυρίας της, προκαλώντας ενδυνάμωση και πειστικότητα στις αφηγήσεις οι οποίες συνοδεύονται από επιφανείς λεπτομέρειες. Τα προλεγόμενα μας θεωρούμε πως ενισχύουν την αξιοπιστία της ανήλικης και ταυτόχρονα τη δική μας πεποίθηση ότι πρόκειται για βιωματική αμφισβήτηση γεγονότων, όπως η ανήλικη τα θυμόταν γνήσια, χωρίς παρέμβαση από τρίτα πρόσωπα, άλλωστε δεν τέθηκε ενώπιον μας τέτοια εισήγηση ή υποβολή […]...».

 

Εξέτασε επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία της ανήλικης διέπεται από αντιφάσεις οι οποίες κλονίζουν την αξιοπιστία της. Όπως αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας διεξέλθει διεξοδικά τη μαρτυρία της, «καταλήγουμε ότι ενώπιόν μας δεν προβάλλει οποιαδήποτε αντίφαση άξια λόγου ως προς την εκδοχή της, ωστόσο τυχόν μικροαντιφάσεις είτε στη μαρτυρία της ανήλικης είτε σε σύγκριση με τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων δεν κρίνονται ικανές για κλονισμό της αξιοπιστίας της, αντίθετα ενισχύεται η άποψή μας ότι δεν υπήρχε είτε κατασκευή μαρτυρίας είτε προσυνεννόηση μεταξύ τους (βλ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2011) 2 Α.Α.Δ. 166.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι ο λόγος της είχε συνεκτικό χαρακτήρα, δεν είχε καμία δυσκολία στην έκφραση ή στη διατύπωση των λεγομένων της, είχε σαφή τρόπο έκφρασης και απέδωσε το νόημα των λεγομένων της με καθαρά λόγια, ως εκ τούτου πιο πειστικά και συγκεκριμένα χωρίς να πλατειάζει. Επίσης η μνήμη της, λαμβανομένης υπ' όψιν της ηλικίας της, ήταν αρκετά καλή και δεν παρουσίαζε στοιχεία ύποπτης αδυναμίας. Με παραπομπή στη νομολογία κατέληξε ότι το γεγονός ότι δεν θυμόταν επακριβώς τις ημερομηνίες των διάφορων περιστατικών λόγω της ηλικίας της δεν αποτελεί κλονιστικό στοιχείο της αξιοπιστίας της (βλ. ΑΝΔΡΕΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 182/2015, ημερομηνίας 18.11.2016 και Γ.Ι. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 44/2019, ημερομηνίας 18.9.2020). Επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η ανήλικη ζούσε μέσα στο ίδιο σπίτι με τον κατηγορούμενο και είχε κάθε ευκαιρία και δυνατότητα να καταγράψει τις διάφορες εκφάνσεις της συμπεριφοράς του. Ήταν η θέση του ότι περιέγραψε την όλη συμπεριφορά του με παιδικότητα και αθωότητα καταλήγοντας «υπήρξε θεωρούμε αντικειμενική χωρίς να τον αδικεί αποδεχόμενη ότι υπήρχαν και καλές στιγμές μαζί του πηγαίνοντας εκδρομές. Οι περιστάσεις αυτές ενδυναμώνουν ακόμη περισσότερο την αντίληψη μας πως η μαρτυρία της ανήλικης ήταν γνήσια και αυθεντική χωρίς αλλότρια κίνητρα».

 

Δόθηκε επίσης σημασία στο θέμα του χρόνου υποβολής της καταγγελίας κρίνοντας ότι ο χρόνος των πέντε περίπου ετών που παρήλθε  από το περιστατικό της διείσδυσης μέχρι την αποκάλυψη, από μόνος του δεν ήταν ικανός για να δημιουργήσει ρήγμα στο θεμέλιο της γνησιότητας του παραπόνου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εμπεριστατωμένα και ενδελεχώς κατέληξε ότι όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν του δεν του επιτρέπουν τη δημιουργία αμφιβολιών για την ειλικρίνεια της ανήλικης αναφέροντας ότι η μαρτυρία και εκδοχή της υποστηρίζεται και από την υποστηρικτική και όχι ενισχυτική μαρτυρία της Μ.Κ.7, κλινικής ψυχολόγου, παραπέμποντας σχετικά στην υπόθεση Δ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 57/2020, ημερομηνίας 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B432.

 

Αναφορικά με τη θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε και/ή δεν προβληματίστηκε στον απαιτούμενο βαθμό για την ικανότητα της παραπονούμενης να δώσει μαρτυρία, με αναφορά στο σημείο της αντεξέτασής της που αφορά τα ερωτήματα του συνηγόρου υπεράσπισης σχετικά με τη φαρμακευτική αγωγή που η ανήλικη λάμβανε κατά τον χρόνο της εκδίκασης της υπόθεσης και ειδικά την άρνησή της να απαντήσει σχετικές ερωτήσεις και την τοποθέτηση της υπεράσπισης ότι πρόκειται για χάπια που δίδονται σε άτομο με ιδεοψυχαναγκασμούς, αναφέρουμε πρώτα απ’ όλα ότι ένσταση για την ικανότητα της παραπονούμενης να μαρτυρήσει δεν τέθηκε σε κανένα σημείο της πρωτόδικης διαδικασίας. Είναι γνωστή η αρχή ότι θέματα που δεν εγέρθηκαν πρωτόδικα δεν μπορούν να εξεταστούν κατ’ έφεση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2006) 2 Α.Α.Δ. 288, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. Κ.Ο.Τ. (2009) 2 Α.Α.Δ. 37.

 

Περαιτέρω, αναφέρουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενδελεχώς εξετάζοντας όλη τη μαρτυρία της παραπονούμενης αλλά και την παρουσία της ενώπιόν του, αποφάσισε ότι ήταν πλήρως ειλικρινής και δεν εντοπίστηκαν στοιχεία στη μαρτυρία της τα οποία να μην εμπνέουν εμπιστοσύνη στο Δικαστήριο, προκειμένου να αποδεχτεί την εκδοχή της ως αξιόπιστη. Αναφέρει δε, χαρακτηριστικά τα εξής:

 

«Φρονούμε δε, πως η μαρτυρία της είναι τέτοιας ποιότητας η οποία μας παρέχει ασφαλή και στέρεη φάση ώστε να την θεωρήσουμε πειστική και να την αποδεχτούμε ως ειλικρινή και αληθή χωρίς επιφυλάξεις.»

 

Με βάση τα πιο πάνω, θεωρούμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης ως αξιόπιστη και δεν υπάρχει κανένας λόγος παρέμβασής μας με το συμπέρασμά του.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης συνεπώς απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αμφισβητείται η θετική αξιολόγηση των Μ.Κ.8 και Μ.Κ.9. Η Μ.Κ.8 ήταν η «κολλητή» φίλη της παραπονούμενης και η Μ.Κ.9 η μητέρα της φίλης της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τόσο τη Μ.Κ.8 όσο και τη Μ.Κ.9 ως αξιόπιστες μάρτυρες. Αναφορικά με τη μαρτυρία της Μ.Κ.8 η οποία είναι επίσης ανήλικη και με τη συγκατάθεση της μητέρας της έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση η οποία προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτέλεσε την κυρίως εξέτασή της, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι αυτή εξέπεμπε πειστικότητα και ειλικρίνεια στα λεγόμενά της. Υπήρξε συνέπεια στη μαρτυρία της Μ.Κ.8 σε ό,τι είπε στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της αλλά και ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφού υποστήριξε επίσης τα όσα είχε καταθέσει και ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημείωσε επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρξε υποβολή προς τη Μ.Κ.8, ότι ουδέποτε η παραπονούμενη της είπε αυτά που η Μ.Κ.8 μαρτύρησε ότι της είπε για τον κατηγορούμενο πατέρα της.

 

Όσον αφορά τη Μ.Κ.9 το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι με ανύποπτες αναφορές παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ό,τι περιήλθε στην αντίληψή της χωρίς να αμφισβητηθεί επί της ουσίας των λεγομένων της. Μάλιστα η Μ.Κ.9 ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προέβαλε τη δική της εκτίμηση ότι είναι ψέματα αυτά που αποδίδει η παραπονούμενη στον κατηγορούμενο διότι «δεν υπάρχει πατέρας που κάνει τέτοιο πράγμα» και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, απορρίπτοντας βέβαια την προσωπική της άποψη αφού επρόκειτο για θέμα που αρμόδιο να αποφασίσει ήταν το Δικαστήριο, θεώρησε πως αυτό είναι μάλλον ενισχυτικό σημείο της αξιοπιστίας της.

 

Θεωρούμε ότι δεν υπάρχει πεδίο παρέμβασής μας στον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας τόσο της Μ.Κ.8 όσο και της Μ.Κ.9 και συνεπώς και ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά τη μαρτυρία και τα ευρήματα της ιατροδικαστού Μ.Κ.14. Ειδικότερα παραπονείται ο εφεσείων ‑ κατηγορούμενος ότι από τη μαρτυρία της Μ.Κ.14 προέκυψε ότι αυτή μετά την ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης που έγινε στις 19.9.2020 στο Σπίτι του Παιδιού, προέβηκε σε ιατροδικαστική έκθεση, τεκμήριο 47 στην πρωτόδικη διαδικασία, στην οποία τα ευρήματα της ήταν:

-      γεννητικά όργανα άνευ κακώσεων,

-      παρθενικός υμένας χωρίς εμφανή ρήξη,

-      πρωκτική και περιπρωκτική χώρα άνευ κακώσεων,

-      ο τόνος του δακτυλίου του πρωκτικού σφιγκτήρα ελέγχθηκε φυσιολογικά.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι τα προσόντα της Μ.Κ.14 ως ιατροδικαστού δεν αμφισβητήθηκαν. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν διαφωτιστική στις επεξηγήσεις που έδωσε κατά την προφορική της μαρτυρία σημειώνοντας ότι εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκαν τα ευρήματά της, συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο την αποδέχτηκε ως αξιόπιστη όπως και τη μαρτυρία ‑ ευρήματά της.

 

Παραπονείται ο εφεσείων ‑ κατηγορούμενος ότι από τα ευρήματα της Μ.Κ.14 που έχουν αναφερθεί προηγουμένως εξάγεται με ασφάλεια πως δεν υπάρχει κάκωση στην πρωκτική και περιπρωκτική χώρα. Δεν μπορεί να σταθεί στη λογική, είναι η θέση του, ο βιασμός διά πρωκτικής διείσδυσης χωρίς να υπάρχουν οι κακώσεις. Ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στα πιο πάνω ευρήματα που δημιουργούν τουλάχιστον βάσιμη αμφιβολία ως προς τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης σε βαθμό που να κλονίζει την αξιοπιστία της και δεν ήταν λογικό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εισηγείται επίσης ότι αν και το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη Μ.Κ.14 ως αξιόπιστη, φαίνεται να μην έδωσε στη μαρτυρία της τη δέουσα βαρύτητα αφού δεν εξηγεί πως έχει αποδεχθεί και τη μαρτυρία της Μ.Κ.14 και τη μαρτυρία της παραπονούμενης ως αξιόπιστες οι οποίες είναι αντίθετες μεταξύ τους.

 

Έχουμε ανατρέξει στα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Κ.14 σχετικές είναι οι σελίδες 407‑411. Αναφέρουμε αρχικά ότι δεν τέθηκε από πλευράς Υπεράσπισης οτιδήποτε σε σχέση με την απουσία κακώσεων στα γεννητικά όργανα της παραπονούμενης είτε στον παρθενικό υμένα είτε στην πρωκτική χώρα. Αντίθετα, οι μοναδικές ερωτήσεις που τέθηκαν στην εν λόγω μάρτυρα αφορούσαν τυχόν αίσθημα πόνου σε περίπτωση πρωκτικής διείσδυσης, με τη Μ.Κ.14 να λέει ότι είτε επρόκειτο για συναινετική διείσδυση είτε για διείσδυση την οποία δεν αντιλαμβάνεται κάποιο πρόσωπο, το γεγονός ότι υπάρχει διαφορά ηλικίας και δυσαναλογία του μεγέθους των γεννητικών οργάνων ανήλικου από ενήλικα, το πιθανότερο είναι να υπήρχε αίσθημα έντονου πόνου. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καθόλου για την απουσία των κακώσεων και επομένως δεν υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου επιστημονική και εξειδικευμένη ειδική θέση για το θέμα αυτό. Το τι το Δικαστήριο αναφέρει στη σελίδα 64 της απόφασής του προσθέτοντας τη λέξη «παρέμειναν», που όντως δεν έχει αναφερθεί η λέξη αυτή από την ιατροδικαστή, δεν αλλοιώνει την ορθή κατάληξή του ότι «καμία επιστημονική μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μας η οποία να υποστηρίζει τη γνώμη ότι πέντε χρόνια μετά το περιστατικό θα παρέμεναν οποιαδήποτε ευρήματα κατά την ιατροδικαστική εξέταση». Δεν υπάρχει καμία σύγκρουση θέσεων με την αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αξιόπιστες της μαρτυρίας τόσο της παραπονούμενης όσο και της Μ.Κ.14 και το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε τον λόγο για τον οποίο δεν το επηρέασε στην απόφασή του για βιασμό η απουσία ευρημάτων κακώσεων στην περιοχή του πρωκτού της παραπονούμενης, πέντε χρόνια μετά το επίδικο γεγονός.

 

Συνυφασμένος με τον τρίτο λόγο έφεσης είναι και ο πέμπτος λόγος έφεσης που αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αντιστροφή του βάρους απόδειξης από την Κατηγορούσα Αρχή στην Υπεράσπιση. Είναι η θέση του συνηγόρου για τον κατηγορούμενο ότι δεν ήταν χρέος της Υπεράσπισης να παρουσιάσει μαρτυρία που να υποστηρίζει την άποψη ότι πέντε χρόνια μετά από έναν κατ' ισχυρισμό βιασμό υπάρχει το ενδεχόμενο να μην υπάρχουν εμφανείς κακώσεις στην πρωκτική περιοχή.

 

Διαφωνούμε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι αυτή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου συνεπάγεται και μετατοπισμό του βάρους απόδειξης. Η Κατηγορούσα Αρχή στήριξε την υπόθεσή της για βιασμό της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο πατέρα της στα όσα η ίδια είχε αναφέρει στη φίλη της, τη μητέρα της φίλης της και ακολούθως στην Αστυνομία και όχι σε οποιαδήποτε ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης. Επίσης, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν υπήρξε ούτε από την Υπεράσπιση ταύτιση του θέματος του βιασμού με τα ιατροδικαστικά ευρήματα.

 

Παραπέμπουμε στην ποινική έφεση Γ.Χ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2015) 2 Α.Α.Δ. 586:

 

«Το αν αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε εκ μέρους της εφεσίβλητης η ρήξη του παρθενικού υμένα της Χ. Από τον εφεσείοντα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας δεν επιδέχεται συζήτηση: Όχι μόνο δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος του βιασμού, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή προσπάθησε να διασυνδέσει τις κατηγορίες με την ρήξη του παρθενικού υμένα. Διερωτώμαστε τι νόημα έχει πράγματι ένα τέτοιο εύρημα ή απουσία σχετικού ευρήματος, σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν αλλεπάλληλοι βιασμοί λαμβάνουν χώρα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και τα γεγονότα ανατρέχουν σε βάθος χρόνου.

Εν κατακλείδι, ήταν η ποιότητα και η πειστικότητα του αληθινού λόγου της Χ., που ορθά οδήγησε το Κακουργιοδικείο να δεχθεί τη μαρτυρία της χωρίς κανένα ενδοιασμό. Άλλωστε, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, το Κακουργιοδικείο παρά την ανεπιφύλακτη αποδοχή της μαρτυρίας της Χ. Ως καθόλα αξιόπιστης, κατέγραψε με λεπτομέρεια ό,τι έκρινε ότι συνιστά κατά πάγια νομολογία, ως ενίσχυση (C & A Pelekanos Associates v. Πελεκάνος (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273).»

 

Επομένως, τόσο ο τρίτος όσο και ο πέμπτος λόγος έφεσης απορρίπτονται.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της αιμομιξίας. Ειδικότερα προβάλλει τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν αποδέχτηκε τη θέση της Υπεράσπισης πως το αδίκημα της αιμομιξίας δεν στοιχειοθετείται αφού αυτό απαιτεί τη συνουσία, η οποία δεν αποδείχθηκε. Εισηγείται ότι ακόμα και εάν η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπήρξε βιασμός είναι ορθή, αυτός κατ' ισχυρισμόν συνέβηκε μέσω πρωκτικής διείσδυσης και όχι κολπικής. Προβάλλει δε τη θέση ότι η λέξη «συνουσία» στο Κεφ. 154, εάν και δεν καθορίζεται ερμηνευτικά, αναφέρεται σε συνουσία διά κολπικής διείσδυσης και όχι πρωκτικής.

 

Το Άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία αριθμός 8 στο κατηγορητήριο προνοεί τα ακόλουθα:

 

«147. Όποιος έρχεται σε συνουσία με γυναίκα και είναι σε γνώση του ότι αυτή είναι εγγονή, θυγατέρα, αδελφή ή μητέρα του, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος της αιμομιξίας και υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων, ανεξάρτητα αν η συνουσία έγινε με ή χωρίς τη συναίνεση της παθούσας.»

 

Πρωτόδικα υποστηρίχθηκε εκ πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το Άρθρο 147 του Κεφ. 154 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διείσδυσης από τον πρωκτό. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω επιχειρηματολογία, παραπέμποντας στην υπόθεση ΜΗΝΑ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 228/2018, ημερομηνίας 16.3.2020, ECLI:CY:AD:2020:B102, όπου η είσοδος του πέους του εφεσείοντα στον πρωκτό γυναίκας κρίθηκε ότι στοιχειοθετούσε το αδίκημα του βιασμού. Παρέπεμψε επίσης ορθά στην υπόθεση ΒΙΟΛΑΡΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 520 όπου έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

 

«Εισήγηση κάνει ο Εφεσείων και ως προς τη νομική πτυχή της υπόθεσης και δη το κατά πόσο η πρωκτική επαφή συνιστά συνουσία. Την εισήγηση αυτή όμως δεν την ανέπτυξε με οποιοδήποτε τρόπο με αναφορά σε νομολογία ή άλλως πως και δεν έχουμε οποιοδήποτε λόγο να αμφιβάλλουμε ότι ο ορισμός της συνουσίας στο Άρθρο 144 καλύπτει και την πρωκτική επαφή.»

 

Εισηγήθηκε επίσης πρωτόδικα ο συνήγορος υπεράσπισης, θέση η οποία προβάλλεται και με τον τέταρτο λόγο έφεσης τον οποίο εξετάζουμε, ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της αιμομιξίας επειδή η συνουσία δεν ήταν κολπική. Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι ο σκοπός του νόμου ήταν να αποτρέψει τη συνουσία κάθε φύσης μεταξύ συγγενών. Εφόσον, ο ορισμός της συνουσίας με βάση και τη νομολογία στην οποία έχουμε αναφερθεί πιο πάνω (υποθέσεις ΜΗΝΑ και ΒΙΟΛΑΡΗ (ανωτέρω)) έχει ερμηνευθεί να καλύπτει και την πρωκτική επαφή, με το δεδομένο της σχέσης του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη (πατέρας-κόρη), το αδίκημα της αιμομιξίας έχει αποδειχθεί. Ο σκοπός του νομοθέτη ήταν ξεκάθαρα να αποτρέψει οποιουδήποτε είδους συνουσία με εξ αίματος συγγενή.

 

Ενόψει των ανωτέρω, και ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Οι έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι έφεσης, μπορούν να εξεταστούν μαζί. Με αυτούς ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της παραπονούμενης που έγινε πέντε χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος παραβίασε το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη (έκτος λόγος έφεσης), ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου στην ισότητα των όπλων αλλά και στην υπεράσπιση (έβδομος λόγος έφεσης), και ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της ποινικής υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (έβδομος λόγος έφεσης).

 

Στην υπόθεση ΜΗΝΑΣ (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετώπισε παρόμοια ζητήματα:

 

«Έχουμε εξετάσει την πρωτόδικη απόφαση υπό το πρίσμα της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας. Αρχίζοντας από τα παράπονα του εφεσείοντα για παραβίαση των δικαιωμάτων του που κατοχυρώνονται από τα Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος (Λόγοι Έφεσης 1, 4 και 12), να παρατηρήσουμε καταρχάς ότι, έχοντας διεξέλθει με κάθε προσοχή τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας και τις τελικές αγορεύσεις της συνηγόρου του εφεσείοντα πρωτοδίκως ως και την πρωτόδικη απόφαση, τα ζητήματα που εγείρονται με τους υπό αναφορά Λόγους Έφεσης δεν είχαν εγερθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου προς εξέταση. Το ζήτημα της παρέλευσης τόσο μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταγγελία που προέβησαν οι παραπονούμενες και τη συνακόλουθη ποινική δίωξη του εφεσείοντα, ηγέρθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του εφεσείοντα ως μετριαστικός παράγοντας για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και για κανένα άλλο λόγο. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί του εφεσείοντα ότι λόγω του χρόνου που παρήλθε, παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του που κατοχυρώνονται από τα Άρθρα 30.2 και 12.5(α) του Συντάγματος δεν μπορούν να εξεταστούν κατ΄ έφεση (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 337/2018 ημερ. 20.1.2020, ECLI:CY:AD:2020:B23). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το Λόγο Έφεσης 13 εφόσον το ζήτημα της πολλαπλότητας δεν είχε εγερθεί πρωτοδίκως. Με αυτό ως δεδομένο, το εν λόγω ζήτημα θα μπορούσε να εγερθεί κατ΄ έφεση μόνο στην περίπτωση που το κατηγορητήριο περιλάμβανε κατηγορία άγνωστη στο Νόμο και ως εκ τούτου η εναντίον του εφεσείοντα διαδικασία θα ήταν εξ υπαρχής άκυρη (βλ. Σ.Π. ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 468 και πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στην Αίτηση της Λειβαδιώτη, Πολ. Εφ. 403/2019 ημερ. 3.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:A41). Εν πάση περιπτώσει θεωρούμε ότι οι προαναφερθέντες Λόγοι Έφεσης στερούνται νομικού και ουσιαστικού ερείσματος και για τους ακόλουθους λόγους:-

Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, επί του οποίου ο εφεσείων βασίζει το παράπονο του ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Παραπέμπουμε συναφώς στη Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 330, όπου τονίστηκε ότι στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης. Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του. Αναφορικά δε με το τρίτο παράπονο του, ότι δηλαδή η ποινική του δίωξη συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, είναι αρκετό να επισημανθεί ότι το παράπονο αυτό συνδέθηκε με τα δύο πρώτα παράπονα του, η απόρριψη των οποίων οδηγεί άνευ ετέρου και σε απόρριψη και αυτού του παραπόνου. Τέλος, αβάσιμο κρίνεται και το παράπονο του για πολλαπλότητα των κατηγοριών 11 και 12 (Λόγος Έφεσης 13) εφόσον οι εν λόγω κατηγορίες βασίζονται και στο άρθρο 243 του ΠΚ και η εν τέλει καταδίκη του εφεσείοντα έγινε κατ΄ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Επομένως η συμπερίληψη στην έκθεση των αδικημάτων και του Ν.119(Ι)/2000 - που δεν ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο - δεν επηρέασε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο δυσμενώς την υπεράσπισή του (Λειβαδιώτη ανωτέρω).»

 

Επίσης, όπως έχει νομολογηθεί, το κριτήριο για δίκαιη δίκη είναι αντικειμενικό (ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2003) 2 A.Α.Δ. 1). Ο ισχυρισμός για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα αλλά αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης και αποφασίζεται κατά σαφή και συγκεκριμένο τρόπο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2007) 2 Α.Α.Δ. 505 και ΜΑNSOUR v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2010) 2 Α.Α.Δ. 465. Παραπέμπουμε επίσης στο εξής απόσπασμα από την απόφαση ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΥΜΠΟΥΡΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 1:

 

«Το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Στην υπό κρίση υπόθεση ούτε πρωτόδικα ούτε κατ' έφεση αποδείχθηκε δυσμενής επηρεασμός. Εξάλλου το θέμα δεν ηγέρθη κατά τη δίκη στο πρωτόδικο δικαστήριο. Η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Βλ. Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά. (1994) 2 Α.Α.Δ. 160 και Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2) (1995) 2 Α.Α.Δ. 232

 

Σε κάθε περίπτωση, ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του (ΚΡΑΣΟΠΟΥΛΗ ΣΚΟΡΔΕΛΛΗ ΕΛΛΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 436).

 

Σημειώνουμε ότι ο εφεσείων ουδέποτε έθεσε τέτοια θέματα κατά την ακρόαση της υπόθεσης από το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά ούτε και έθεσε οποιαδήποτε σχετική υποβολή σε οποιοδήποτε μάρτυρα.

 

Στην Γ.Π.Β. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 5/2020 ημερομηνίας 30.7.2021, η παραπονούμενη προέβηκε σε σχετική καταγγελία εναντίον του πατέρα της για άσεμνη επίθεση μετά από 29 χρόνια που έγινε από το αδίκημα. Ο κατηγορούμενος ήγειρε θέμα παραβίασης δίκαιης δίκης ισχυριζόμενος ότι οι μάρτυρές του απεβίωσαν, στερείτο της δυνατότητας να συγκεντρώσει μαρτυρικό υλικό και η μνήμη του είχε εξασθενίσει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις θέσεις αυτές και η απόφαση του επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής:  

 

«Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS v. F [2011] EWCA Crim 1844). Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας. Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων. Δεν πρέπει, συνάμα, να ξεχνιέται ότι η καθυστέρηση σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων δεν είναι ασυνήθης, ενώ είναι και πλήρως κατανοητή. Όπως μνημονεύεται στην R. v. F (TB) [2011] EWCA Crim 726:

«If the complainant's delay in coming forward is unjustified, that is relevant to the question whether it is fair to try the defendant so long after the events in issue. In determining whether the complainant's delay is unjustified, it must be firmly borne in mind that victims of sexual abuse are often unwilling to reveal or talk about their experiences for some time and for good reason.»»

 

(βλ. επίσης ΜΙΧΑΗΛ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 2 Α.Α.Δ. 123 (με αναφορά σε αγγλική νομολογία)).

 

Η εξήγηση ή δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου, δεν είναι παράγοντας σχετικός με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας λόγω καθυστέρησης. Παρατηρείται δε στην CPS v. F (ανωτέρω) ότι «στην συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων αυτής της φύσης, οι λόγοι για την καθυστέρηση και κατά πόσο και πώς η καθυστέρηση εξηγείται ή δικαιολογείται, είναι ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με την αξιοπιστία του παραπονούμενου ή της παραπονούμενης και αποτελούν ουσιώδες μέρος του πραγματικού υπόβαθρου στη βάση του οποίου οι ένορκοι θα κληθούν να αποφασίσουν, για την ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου».

 

Πέραν του ότι το θέμα αυτό δεν εγέρθηκε πρωτόδικα, παρατηρούμε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του λόγω του χρονικού διαστήματος που έχει διαρρεύσει.

 

          Επομένως, και αυτοί οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται.

 

          Η έφεση 216/2022 που καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο απορρίπτεται στην ολότητά της.

 

Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε την έφεση 221/2022 που έχει καταχωριστεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και αφορά την ανεπάρκεια της ποινής που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 1, 2 και 3 που είναι 13 χρόνια φυλάκιση σε κάθε μία, ποινές οι οποίες συντρέχουν και 6 χρόνια φυλάκιση σε κάθε μία από τις κατηγορίες 4 και 5, οι οποίες επίσης συντρέχουν τόσο μεταξύ τους αλλά και με τις ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στις άλλες κατηγορίες.

 

Είναι η εισήγηση της συνηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει τόσο από την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, όσο και από τις συνθήκες διάπραξης των συγκεκριμένων αδικημάτων, παραγνώρισε τους σοβαρούς επιβαρυντικούς παράγοντες που συντρέχουν, ιδιαίτερα τη σχέση και ιδιότητα του κατηγορούμενου προς το θύμα (πατέρα και κόρης), τη μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο προστάτης και φροντιστής της ανήλικης, την ηλικία της ανήλικης (ήταν τότε 10 ετών), το γεγονός ότι δεν υπήρχε μητέρα στο σπίτι αλλά και τις επιπτώσεις και ψυχολογικές συνέπειες που είχε στην ανήλικη αυτή η συμπεριφορά. Τα ψυχολογικά τραύματα και κατάλοιπα της ανήλικης και η ταλαιπωρία που έχει υποστεί δεν εκτιμήθηκαν σωστά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο αποτρόπαιο του αδικήματος. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στους ελαφρυντικούς παράγοντες του κατηγορούμενου και στις προσωπικές του περιστάσεις παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου αναφορικά με τέτοιου είδους αδικήματα έχουν περιορισμένη σημασία, αγνοώντας τη ψυχική και ψυχολογική ταλαιπωρία του θύματος και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της.

 

Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).

 

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

 

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»

 

Η σοβαρότητα των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και του βιασμού είναι αυταπόδεικτη από το γεγονός ότι τόσο στο Άρθρο 6(4)(α)(7) του Ν.91(1)/2014 όσο και στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 όπου το αδίκημα διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος ή από πρόσωπο που έχει προβεί σε κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας αυτό θα λαμβάνεται υπ’ όψιν από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας.

 

Οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα της υπό κρίση υπόθεσης είναι ιδιαιτέρως σοβαρές και θεωρούμε την υπό κρίση περίπτωση από τις σοβαρότερες του είδους. Ο εφεσίβλητος είναι ο πατέρας της παραπονούμενης, το πρόσωπο που ήταν ο μοναδικός προστάτης και φροντιστής της αφού η μητέρα βρισκόταν στο εξωτερικό. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πολύ τρυφερή ηλικία της παραπονούμενης, ήταν μόλις 10 ετών όταν διαπράχθηκε το αδίκημα του βιασμού, καθώς και η ψυχολογική της κατάσταση τότε, ήρθε φοβισμένη από μία χώρα που βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Ο εφεσίβλητος αντί να της προσφέρει ασφάλεια ασέλγησε στο σώμα της για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του. Σημασία έχει επίσης η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ της παραπονούμενης και του εφεσίβλητου και η προφανής κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής και εξουσίας που είχε ο εφεσίβλητος προς το θύμα.

 

Οι συνέπειες και τα κατάλοιπα που είχε στην ανήλικη η διάπραξη των αδικημάτων, έχουν τη σημασία τους. Οι ψυχολογικές συνέπειες και ιδιαίτερα η μετατραυματική διαταραχή που είχε η παραπονούμενη ήταν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου μέσα από τη μαρτυρία τόσο της ανήλικης όσο και της ψυχολόγου. Όπως φαίνεται από τη σχετική έκθεση που είχε κατατεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως τεκμήριο 37, μετά από σεξουαλική κακοποίηση ενός ανηλίκου προσώπου είναι φυσικό να επέρχεται απώλεια της παιδικής ηλικίας. Το τραύμα της κακοποίησης δημιουργεί μια θύελλα συναισθημάτων, πόνο, απογοήτευση, οργή και ενοχές. Η ανήλικη όταν κοιμόταν είχε εφιάλτες, ενώ φοβόταν να κοιμηθεί, επειδή σκεφτόταν ότι μπορούσε να έρθει ο πατέρας της. Δεν ένιωθε ασφάλεια στο σπίτι της, ξεκίνησε να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη και να βρίσκεται σε υπεραγρύπνηση.

 

Λαμβάνουμε επίσης υπόψη μας το γεγονός ότι η παραπονούμενη εγκατέλειψε το σπίτι της και την υπόλοιπη οικογένεια της, έχει τεθεί υπό τη φροντίδα του Γραφείου Ευημερίας και νοσηλεύτηκε στο Τμήμα Ενδονοσοκομειακής Νοσηλείας Εφήβων Ψυχικής Υγείας (Τ.Ε.Ν.Ε.).

 

Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αδικημάτων επίσης τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Στην υπόθεση ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 1165, λέχθηκε ότι όταν αδικήματα σεξουαλικής φύσης στρέφονται κατά νεαρών προσώπων τα οποία δεν έχουν ακόμα ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ή σταθερές δυνάμεις αντίστασης, καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Επίσης, στην υπόθεση Γ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας. Περαιτέρω, ορθά λήφθηκε εν προκειμένω υπόψιν η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ εφεσείοντα και παραπονούμενης.»

 

Ιδιαίτερα, για το αδίκημα του βιασμού, στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. HUNGANU, Ποινική Έφεση 130/2020, ημερομηνίας 20.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:B348, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσεγγίζει την επιβολή ποινής σε αυτού του είδους αδικήματα παραπέμποντας τόσο σε Κυπριακή Νομολογία, αλλά και στην αγγλική υπόθεση R. v. BILLAM (1986) 8 Cr. App. R(s) 48 στην οποία έχουν καθιερωθεί κατευθυντήριες οδηγίες για τον τρόπο προσέγγισης και επιβολής ποινής σε περιπτώσεις βιασμού. Παρόμοιες κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνονται στο SEXUAL OFFENCES DEFINITIVE GUIDELINE του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών (Sentencing Council) του Ηνωμένου Βασιλείου του 2014.

 

Χρήσιμη σύνοψη της νομολογίας για αυτού του είδους τα αδικήματα, και τις ποινές που επίσης επιβάλλονται, έχει γίνει πρόσφατα από το Εφετείο στις υποθέσεις K.I. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 145/2022, ημερομηνίας 31.7.2025 και T.O. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 217/22, 237/22, ημερομηνίας 12.2.2026.

 

Μέσα από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο εφεσίβλητος διέπραξε το αδίκημα του βιασμού, λίγο καιρό μετά που η παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο το 2015. Συνέχισε να την παρενοχλεί ακουμπώντας την στο στήθος και τα οπίσθια, ενώ προσπαθούσε να την φιλήσει παρά το ότι αυτή του φώναζε και του ζητούσε να σταματήσει. Η ανήλικη μετά από επεισόδιο που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο 2020, όπου ο εφεσίβλητος την κτύπησε, της έριξε δύο μπουκάλες νερό και την εξεύρισε, πήρε και χάπια για να αυτοκτονήσει. Νοσηλεύτηκε στο Τ.Ε.Ν.Ε. 5-6 φορές. Λάμβανε αντικαταθλιπτικά φάρμακα και έχει συμβουλευτικές συναντήσεις με ψυχολόγο. Δέχτηκε επίσης πιέσεις από τις αδελφές της να αποσύρει τις καταγγελίες εναντίον του πατέρα της.

 

Επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά προσμέτρησε ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος ήταν ο πατέρας της, η ανήλικη βρισκόταν υπό την πλήρη εξάρτησή του, δεδομένου ότι οι δύο γονείς ήταν χωρισμένοι και η μητέρα της ζούσε στη Συρία, ότι η ανήλικη τελούσε υπό καθεστώς εμπιστοσύνης και επιρροής του εφεσίβλητου που ήταν ο μόνος προστάτης αυτής και ότι η ανήλικη ήταν ηλικίας μόλις 10 ετών όταν υπήρχε η παρά φύση συνουσία το 2015. Έλαβε επίσης υπ’ όψιν του ότι συνέχισε η σεξουαλική κακοποίηση με αγγίγματα σε διάφορα μέρη του σώματός της αλλά και η φυσική κακοποίησή της με ξυλοδαρμό σε δύο περιπτώσεις. Έλαβε επίσης ορθά, υπ’ όψιν τη διαφορά ηλικίας που υπήρχε μεταξύ τους, αλλά και τη μετατραυματική διαταραχή που ανέπτυξε η ανήλικη.

 

Προσμέτρησε υπέρ του εφεσίβλητου, το λευκό ποινικό του μητρώο, τον χρόνο που διήρκησε η δίκη του, καθώς και την εξωδικαστηριακή τιμωρία του υπό την έννοια ότι δυνάμει του Άρθρου 22 του Ν.91(Ι)/2014 το όνομά του θα τοποθετηθεί στο αρχείο-μητρώο που διατηρείται σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, οπότε δεν θα μπορεί να εργοδοτηθεί σε χώρο που μπορεί να έχει παιδιά, όπως και το γεγονός ότι η καταδίκη του και η επιβολή ποινής θα συνοδευτεί από τα διατάγματα που προνοούνται στο Άρθρο 14 του Νόμου και θα επέλθουν περαιτέρω περιορισμοί στη ζωή του μετά την αποφυλάκισή του.

 

Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποτίμησε ορθά τα  επιβαρυντικά στοιχεία που υπήρχαν επιβάλλοντας στον εφεσίβλητο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1, 2 και 3 και χρήζει η παρέμβασή μας.

 

          Έχοντας κατά νου προηγούμενη νομολογία η οποία είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, φρονούμε ότι η ορθή ποινή που αρμόζει στα δεδομένα και τα γεγονότα των κατηγοριών 1, 2 και 3 είναι αυτή των 15 ετών σε κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες, οι οποίες θα συντρέχουν. Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες ποινές που έχουν επιβληθεί, δεν θεωρούμε ότι είναι έκδηλα ανεπαρκείς, αν και είναι επιεικείς, ούτως ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή μας.

 

Επομένως, αναφορικά με την έφεση 221/2022, ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 1, 2 και 3, αλλά απορρίπτεται σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 4 και 5.

 

          Ενόψει των ανωτέρω, η ποινική έφεση 216/2022 απορρίπτεται. Η ποινική έφεση 221/2022 επιτυγχάνει μερικώς αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 με την αύξηση των ποινών φυλάκισης σε 15 χρόνια σε κάθε μία. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και η έκτιση τους θα προσμετρά από τις 9.9.2022.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο