ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 234/2019)
20 Φεβρουαρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ
Εφεσείοντας/Ενάγοντας
και
1. AUTOMIND ENTERPRISES LTD
2. ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Εφεσίβλητοι/Εναγόμενοι
--------------------------------------------------
Στέλιος Κ. Στυλιανού, για τον Εφεσείοντα
Ελίνα Ευσταθίου και Κάλια Ιωάννου Κίτσιου για Γεώργιος Ν. Τσίκκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους
[Η ακρόαση διεκπεραιώθηκε χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε δυνάμει του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021]
--------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 31.5.2019 με την οποία απέρριψε με έξοδα σε βάρος του εφεσείοντα/ενάγοντα την αγωγή 4343/2012.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στο προοίμιο της απόφασης του σκιαγραφεί την επίδικη διαφορά αναφέροντας τα ακόλουθα:
«Η επιχειρηματική ή/και η επαγγελματική συνεργασία που είχαν για κάποια χρόνια στα πλαίσια της λειτουργίας συνεργείου επιθεώρησης μηχανοκινήτων οχημάτων (στη συνέχεια «η επιχείρηση»), ο ενάγων με τον εναγόμενο 2 υπό τον μανδύα της εναγόμενης 1 (εταιρείας περιορισμένης ευθύνης), οδήγησε στην επίδικη διαφορά. Πιο συγκεκριμένα η συνεργασία τους άρχισε το 2003 με την λειτουργία της επιχείρησης αρχικά σε οικόπεδο το οποίο διέθεσε ο ενάγων στην Ενορία Ομόνοια στην Λεμεσό σε υποστατικό για τα κόστη ανέγερσης του ερίζουν οι διάδικοι και εξοπλισμό τον οποίο διέθεσε ο εναγόμενος 2. Αργότερα, το 2008, η επιχείρηση μετακόμισε στο Ζακάκι Λεμεσού σε πιο άνετο χώρο αφού η εναγόμενη 1 αγόρασε εκεί δύο οικόπεδα εντός των οποίων ανεγέρθηκαν τα υποστατικά όπου λειτουργεί έκτοτε η επιχείρηση. Ο ενάγων κατείχε και κατέχει μέχρι και σήμερα ποσοστό 10% και ο εναγόμενος 2 ποσοστό 75% στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1. Ο ενάγων όπως και ο εναγόμενος 2 προσέφεραν προσωπικά τις υπηρεσίες τους στην εναγόμενη 1 εταιρεία, ο ενάγων μέχρι και το Μάϊο του 2011 οπότε και παραιτήθηκε. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί ως μηνιαία αμοιβή τους το ποσό των €1.708,60σ. αντί των €1.300,00 την οποία αποδέχονται οι εναγόμενοι. Ο ενάγων ισχυρίζεται, κάτι που απορρίπτουν οι εναγόμενοι ότι η ως άνω μειωμένη αμοιβή τους ήταν μέχρις ότου ορθοποδήσει η εναγόμενη 1 και μετά θα τους καταβαλλόταν το υπόλοιπο ποσό αναδρομικά γι' αυτό και αξιώνει οφειλόμενα υπόλοιπα δεδουλευμένων μισθών. Επί όλου του φάσματος της ως άνω συνεργασίας ή επαγγελματικής σχέσης των διαδίκων διαφάνηκε ότι υπάρχει διάσταση απόψεων γι' αυτό και η παρούσα αγωγή. Η διάσταση αυτή, ενόψει και της μετοχικής σύνθεσης της εναγόμενης 1 εκτείνεται από το επαγγελματικό καθεστώς του ενάγοντος και πως αυτός έπαυσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτή μέχρι και την αντίληψη που είχε ο ενάγων συνεισφέροντας κεφάλαια, όπως ισχυρίστηκε, στα κόστη της επιχείρησης ή έναντι των χρεών της εναγόμενης 1 και την παροχή εγγυήσεων εκ μέρους του ή την παραχώρηση υποθηκών σε κτήματα του για την εξασφάλιση με δανεισμό των αναγκαίων κεφαλαίων για το στήσιμο και λειτουργία της επιχείρησης.»
Ο εφεσείων αξίωνε εναντίον αμφοτέρων των εφεσίβλητων/εναγόμενων από κοινού ή και ξεχωριστά τα ποσά των (α) €75.000 και (β) €7.750, τα οποία πλήρωσε ως εγγυητής της εφεσίβλητης 1 και ως συνεγγυητής του εφεσίβλητου 2 και/ή δυνάμει άδικου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον τόκους. Αξίωνε επίσης εναντίον της εφεσίβλητης 1 (α) €75.000, ποσό το οποίο ο εφεσείων πλήρωσε ως εγγυητής της εφεσίβλητης 1 και/ή δυνάμει άδικου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, (β) €7.750 ως δάνειο και/ή χρηματοδότηση και/ή ως χρήματα που ο εφεσείων κατέβαλε στην εφεσίβλητη 1 και/ή για λογαριασμό και/ή εκ μέρους της σε τρίτα πρόσωπα και/ή προς όφελος της και/ή δυνάμει άδικου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, (γ) €100.000 ως δάνειο και/ή χρηματοδότηση και/ή ως χρήματα τα οποία ο εφεσείων κατέβαλε και/ή παραχώρησε στην εφεσίβλητη 1 και/ή τα οποία πλήρωσε σε τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή εκ μέρους της εφεσίβλητης 1 και/ή δυνάμει άδικου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, και (δ) €25.900 ως συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό από χρωστούμενους από την εφεσίβλητη 1 στον εφεσείοντα μισθούς και/ή από προσφερθείσες σ΄ αυτήν υπηρεσίες, πλέον τόκους.
Κατά την ακροαματική διαδικασία η πλευρά του εφεσείοντα παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες, τον εφεσείοντα (Μ.Ε.1), το Μ.Ε.2 ο οποίος ασχολείτο με οικοδομές από νεαρή ηλικία και κατά το χρόνο εκδίκασης της αγωγής ήταν εργολάβος οικοδομών, τη Μ.Ε.3 η οποία εργαζόταν στη Μονάδα Ανάκτησης Χρεών στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Επαρχίας Λάρνακας και τον Μ.Ε.4 υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου. Στον αντίποδα η πλευρά των εφεσίβλητων πρόσφερε μαρτυρία μέσω του εφεσίβλητου 2/εναγόμενου 2, διευθυντή της εφεσίβλητης 1.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχημάτισε καλή εντύπωση για τον εφεσείοντα τον οποίο δεν θεώρησε ειλικρινή μάρτυρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει αναλυτικά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα στις σελίδες 18 έως 23 της απόφασης του κρίνοντας την, για τους λόγους που εξηγεί, ως αναξιόπιστη και αντιφατική υποδεικνύοντας ότι αυτός παραγνώριζε τη δική του θέση στην επιχείρηση που δημιούργησε με τον εφεσίβλητο 2 και τη θέση του ως μετόχου στην εφεσίβλητη 1 της οποίας τα δάνεια, εκτός του ότι εγγυήθηκε προσωπικά, εξασφάλισε και με υποθήκες επί ακινήτων του. Ο Μ.Ε.2 επίσης δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, το οποίο υπέδειξε ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να βοηθήσει τον εφεσείοντα για δικούς του λόγους και τα όσα παρουσίασε κατά τη μαρτυρία του προέρχονταν από τον εφεσείοντα από τον οποίο είχε σχετική καθοδήγηση, αιτιολογώντας την κρίση του αυτή. Εν πάση περιπτώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι ο μάρτυρας αυτός δεν πρόσφερε μαρτυρία στην οποία μπορούσε να βασιστεί για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος και έτσι κρίθηκε ως αδιάφορη και άνευ σημασίας για τα επίδικα ζητήματα. Σε σχέση με τη Μ.Ε.3 το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι η μαρτυρία της δεν πρόσφερε οτιδήποτε το ουσιαστικό ως προς τα επίδικα θέματα. Παρόλ’ αυτά την αποδέχθηκε εφόσον όλα στα οποία αναφέρθηκε τεκμηριώνονταν από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε. Ο Μ.Ε.4 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο το οποίο χαρακτήρισε τη μαρτυρία του ανεξάρτητη και αντικειμενική εφόσον προερχόταν από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε. Τέλος, ο εφεσίβλητος 2 άφησε επίσης καλή εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο υπέδειξε ότι η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από συνοχή και πειστικότητα, αποδεικνυόταν από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και, σε συσχετισμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, αποκάλυπτε την αληθινή εικόνα των γεγονότων και των σχέσεων των διαδίκων. Ως εκ τούτου έκρινε ότι μπορούσε να βασιστεί σ΄ αυτήν για την εξαγωγή συμπερασμάτων.
Εν συνεχεία το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε και εξέτασε τις αξιώσεις του εφεσείοντα με βάση τη μαρτυρία, τις πρόνοιες του Νόμου και τη σχετική νομολογία κρίνοντας ότι δεν κατάφερε να αποδείξει οποιαδήποτε αξίωση του. Αφού παρέθεσε τα ευρήματα του κατέληξε ως ακολούθως:
«Συνοψίζοντας τις αξιώσεις του ενάγοντος κάτω από το φακό της πιο πάνω αξιολόγησης και κατάληξης μου στα ως άνω ευρήματα καταληκτικά βρίσκω ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να αξιώνει από την εναγόμενη 1 και τον εναγόμενο 2 οποιονδήποτε ποσό για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω. Επομένως οι αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον των εναγομένων ως το παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως του απορρίπτονται. Ειδικότερα αποτυγχάνει η αγωγή για τους ακόλουθους λόγους: (α) ως προς το ποσό των €75.000,00 ως συνεισφορά του εναγόμενου 2 για το διπλάσιο ποσό που κατέβαλε ο ενάγων έναντι του δανείου της εναγόμενης 1 κρίνω ότι πρόκειται για αξίωση που προβάλλει έναντι δικής τους συνεισφοράς στην εναγόμενη 1, η οποία όμως ως πρόωρη και αδικαιολόγητη και χωρίς την ύπαρξη σχετικής απαίτησης κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορεί να αξιώνεται από κανένα από τους δύο, (β) για το ποσό των €7.750,00 δεν παρουσίασε οποιανδήποτε μαρτυρία πού και πώς διέθεσε το ποσό των €15.500,00 πλην του αόριστου ισχυρισμού του ότι το κατέβαλε προς όφελος της εναγόμενης 1 και επομένως η σχετική απαίτηση εναντίον και των δύο εναγομένων απορρίπτεται, (γ) το ποσό των €100.000 που διεκδικεί εναντίον της εναγομένης 1 και πάλι δεν έχει αποδειχθεί με επαρκή μαρτυρία και (δ) σε σχέση με το ποσό των €25.900,00 δεν έχει αποδείξει καμιά συμφωνία με την εναγόμενη 1 περί κατακράτησης του μισθού του και ότι θα τον λάμβανε ολόκληρο εφάπαξ σε μελλοντικό χρόνο. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη 1 έχει ακόμα τέτοια οικονομική δυνατότητα που ως ισχυρίστηκε ο ενάγων ήταν προϋπόθεση για αποκατάσταση του μισθού τους στο ποσό των €1.708,60 σ. ή στην καταβολή αναδρομικά εφ' άπαξ για όσο μέρος του είχε αποκοπεί, εφόσον δεν προσφέρθηκε τέτοια μαρτυρία.»
Ο εφεσείων ο οποίος δεν έμεινε ικανοποιημένος από την πρωτόδικη απόφαση την προσβάλλει με τρεις λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και αδικαιολόγητα εξέτασε ή και παρατήρησε ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί της αξίας των μετοχών τις οποίες κατείχε και κατέχει ο εφεσείων στην εφεσίβλητη 1 και ποια η ακριβής συνεισφορά του σ΄ αυτή καθώς είχε τη σημασία της ή και κατεύθυνε τον εαυτό του ή και ήγειρε θέμα συνεισφοράς του εφεσείοντα στην εφεσίβλητη 1 ή και βρήκε ότι διακρίνεται μια εγγενής αδυναμία στη στοιχειοθέτηση των αξιώσεων του εφεσείοντα που αφορούν ποσά που συνείσφερε για τους σκοπούς της εφεσίβλητης 1. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και αδικαιολόγητα παρατήρησε εξ αρχής ή και εξέτασε ή και αναζήτησε μαρτυρία για την αξία των μετοχών που κατείχε ο εφεσείων στην εφεσίβλητη 1 καθότι το ποσοστό των μετοχών του εφεσείοντα στην εφεσίβλητη 1 δεν ήταν επίδικο θέμα με αποτέλεσμα να ασχοληθεί και να δώσει βαρύτητα σε θέματα άσχετα με τα επίδικα. Υποστηρίζεται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο πλανήθηκε ή και δεν έλαβε υπόψη του ότι τα ποσά που ο εφεσείων πλήρωσε σε τρίτα άτομα για λογαριασμό και προς όφελος της εφεσίβλητης 1 δεν ήταν συνεισφορά του ως μετόχου αλλά ήταν ποσά που παραχώρησε σ΄ αυτήν ως δάνεια ή και η εφεσίβλητη 1 καρπώθηκε δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το παράπονο του εφεσείοντα αναδεικνύεται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 18 της πρωτόδικης απόφασης όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Παρατηρώ εξ αρχής ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί της αξίας των μετοχών τις οποίες κατέχει ο ενάγων στην εναγόμενη 1 και ποια η ακριβής, καθώς έχει τη σημασία της, συνεισφορά του σε αυτή ούτε και παρουσιάστηκαν οικονομικές καταστάσεις της με εκτίμηση της λογιστικής της αξίας και εάν αυτή παρουσιάζει κέρδη ή ζημιές. Επομένως διακρίνεται μια εγγενής αδυναμία της στοιχειοθέτησης των αξιώσεων του ενάγοντος, όσων από αυτές βέβαια αφορούν ποσά που αυτός ως είναι η παραδεκτή μαρτυρία συνεισέφερε για τους σκοπούς της.»
Ο λόγος αυτός έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.
Επισημαίνουμε κατ’ αρχάς ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία, η μαρτυρία θα πρέπει να εξετάζεται και να αξιολογείται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά (βλ. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου κ.ά. (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 552, Παπακόκκινου κ.ά. v. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 και Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 576). Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία του εφεσείοντος στο σύνολο της με προσοχή και επιμέλεια. Εξέτασε το ζήτημα της αξίας των μετοχών που κατείχε στην εφεσίβλητη 1 ανάμεσα στα πολλά στοιχεία που περιλαμβάνονταν σ’ αυτήν και δεν συμφωνούμε με τη θέση της πλευράς του εφεσείοντος ότι επηρεάστηκε η κρίση του σε σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντος λόγω της εξέτασης θεμάτων που δεν ήταν επίδικα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υποδεικνύει στην απόφαση του ότι η μαρτυρία του εφεσείοντος έβριθε από ανακρίβειες και αντιφάσεις, αυτός παρουσίαζε επιλεκτική μνήμη, αμφιταλαντευόταν ή και απέφευγε να απαντά ευθέως θέτοντας ο ίδιος κάποιες φορές ερωτήματα αντί να απαντά σε ό,τι ερωτάτο, ενώ κάποιες φορές ήταν υπερβολικός στις τοποθετήσεις του παραθέτοντας ενδεικτικά αρκετά σημεία από τη μαρτυρία του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανάλωσε πέντε και πλέον σελίδες για την αξιολόγηση του εφεσείοντος λαμβάνοντας υπόψη του διάφορα στοιχεία, δεδομένα και παράγοντες, ενώ το γεγονός ότι αναφέρθηκε και στη μη προσκόμιση μαρτυρίας περί της αξίας των μετοχών που κατείχε ο εφεσείων στην εφεσίβλητη 2 ουδόλως καθιστά την κρίση του ακροσφαλή.
Περαιτέρω, πέραν της απόρριψης της μαρτυρίας του εφεσείοντος το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε και τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 για τους λόγους που εξηγεί. Οι πιο πάνω κρίσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλονται με αυτοτελή λόγο έφεσης. Δεν προσβάλλεται ούτε η αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο της μαρτυρίας του εφεσίβλητου 2. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του ενώ αντίθετα η μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους των εφεσιβλήτων ήταν αξιόπιστη και πειστική και αποκάλυπτε την αληθινή εικόνα των γεγονότων και των σχέσεων των διαδίκων, συμπέρασμα το οποίο επίσης δεν προσβάλλεται.
Με βάση τα πιο πάνω ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει ή και να αποφασίσει σχετικά με το θέμα του δανείου από την ΣΠΕ Βασιλικού Πεντάσχοινου και την παραχώρηση στην εφεσίβλητη 1 του ποσού των €100.000 για τις ανάγκες της ή και λανθασμένα κατάληξε ότι ο εφεσείων δεν μπορεί να αντλεί από μόνος του οποιαδήποτε αξίωση. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε οποιοδήποτε εύρημα σχετικά με το ποσό των €100.000 που λήφθηκε από την ΣΠΕ Βασιλικού Πεντάσχοινου και πού διατέθηκε το ποσό αυτό, ως επίσης δεν έλαβε υπόψη του ή και δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο Τεκμήριο 14 που αφορά τις επιταγές που εξέδωσε ο εφεσείων και παρέδωσε στους διάφορους εργολάβους, τεχνικούς ή και τα ποσά που αυτός κατέβαλε για την ανέγερση του συνεργείου ή και γραφείου ή και οικοδομής στο Ζακάκι. Υποστηρίζεται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ή δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στα Τεκμήρια 11, 12, 13 και 15 και ιδιαίτερα στο γεγονός ότι οι €100.000 (κατ΄ ακρίβεια €99.604,61) από το δάνειο στη ΣΠΕ Βασιλικού Πεντάσχοινου μεταφέρθηκαν σε τρεχούμενο λογαριασμό που ο εφεσείων διατηρούσε στο αναφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα και ότι οι πληρωμές γίνονταν αποκλειστικά από αυτόν.
Ούτε ο λόγος αυτός έφεσης μπορεί να επιτύχει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο όντως ασχολήθηκε με το θέμα του δανείου από τη ΣΠΕ Βασιλικού Πεντάσχοινου. Στη σελίδα 7 της απόφασης του καταγράφει το περιεχόμενο της μαρτυρίας της Μ.Ε.3 και των Τεκμηρίων 11 έως 15 που κατέθεσε. Καταγράφει τα όσα ανέφερε επί του θέματος ο εφεσίβλητος 2 στις σελίδες 11 και 12 ως επίσης στη σελίδα 13. Στη σελίδα 19 κατά την αξιολόγηση του εφεσείοντος και τον ισχυρισμό του ότι ανήγειρε υποστατικά στο οικόπεδο του με δικά του έξοδα υπέδειξε ότι επρόκειτο για ισχυρισμό που συγκρούεται με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25 (Συμφωνητικό Έγγραφο) «η αμφισβήτηση του οποίου δεν στάθηκε ικανή να ανατρέψει το περιεχόμενο του καθ’ οιονδήποτε τρόπο» ακόμα και με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, «ο οποίος προσδιορίζοντας τη χρονολογία που πρόσφεραν υπηρεσίες στους εναγόμενους χωρίς να είναι απόλυτα σαφής αναφέρθηκε στα έτη περί το 2007 και 2008, προφανώς αφορούσαν τα υποστατικά στα οικόπεδα στο Ζακάκι. Αν πάλι κάποιες επιταγές του Τεκμ. 14 που εκδόθηκαν επ' ονόματι της εταιρείας του αφορούσαν εργασίες ανέγερσης των υποστατικών στα οικόπεδα στο Ζακάκι, διερωτώμαι ποια ήταν η δυσκολία να παρουσιαστούν προς απόδειξη του ισχυρισμού τα διατακτικά, τιμολόγια ή αποδείξεις που τις αφορούσαν. Επομένως συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας που αφορά το Τεκμ. 14 η μαρτυρία επί του προκείμενου δεν παύει να είναι ασαφής και αόριστη και ως εκ τούτου ατεκμηρίωτη ως προς το ζητούμενο». Σε σχέση με την αναφορά του εφεσείοντα ότι ήταν με δικό του δάνειο που είχε ανεγείρει το υποστατικό στο οικόπεδο του λέγοντας «εγώ μπορώ να αποδείξω το δάνειο που έκαμα για να κτίσω το κτίριο τζιαμέ» το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελίδες 19 - 20 υπέδειξε ότι δεν προσκόμισε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία επί τούτου. Πρόσθεσε ότι η αναφορά του για πληρωμή σε κάποιο εργολάβο τον οποίο κατονόμασε, ποσού €15.000,00, για την αποπεράτωση της οικοδομής, τον οποίο σκόπευε να καλέσει ως μάρτυρα για απόδειξη της αξίωσης του παρέμεινε κενή, αφού τελικά δεν παρουσίασε τον μάρτυρα αυτόν ούτε παρουσίασε άλλη μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού.
Περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελίδα 27 της απόφασης του αναφέρει:
«Ειδικότερα ως προς το δάνειο στη ΣΠΕ Βασιλικός Πεντάσχοινος σύμφωνα με το Τεκμ. 26 γι' αυτό υπόχρεοι εμού και/ή κεχωρισμένως παρουσιάζονται ως πρωτοφειλέτες τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος 2 με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και επομένως εξ αυτού δεν μπορεί ο ενάγων να αντλεί από μόνος του οποιανδήποτε αξίωση.»
Το Τεκμήριο 26 αποτελεί αντίγραφο αγωγής μεταξύ της ΣΠΕ Βασιλικού Πεντάσχοινου εναντίον του εφεσείοντα και του εφεσίβλητου 2. Επομένως η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ήταν εύλογη. Από τη στιγμή που ήταν οφειλέτες τόσο ο εφεσείων όσο και ο εφεσίβλητος 2 και το πιστωτικό ίδρυμα κίνησε αγωγή εναντίον και των δύο δημιουργείται το εύλογο ερώτημα πώς μπορούσε ο εφεσείων να διατείνεται και να αξιώνει το ποσό των €100.000,00 από τους εφεσίβλητους; Δεν συμφωνούμε με τη θέση της πλευράς του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα αυτό ή ότι η πιο πάνω αναφορά του στη σελίδα 27 της απόφασης του είναι αυθαίρετη και αναιτιολόγητη. Η πλευρά του εφεσείοντος επικαλείται στο περίγραμμα αγόρευσης της τη μαρτυρία του εφεσείοντος, όμως το Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη και αντιφατική σχολιάζοντας στη σελίδα 18 της απόφασης του ότι «ήταν φανερό ότι δεν μπόρεσε να διακρίνει την ιδιότητα του ως μετόχου στην εναγόμενη 1 και αυτή ενός τρίτου και ανεξάρτητου από αυτή προσώπου», κρίση η οποία δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης. Προσθέτουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε και τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 για τους λόγους που εξηγεί συμπληρώνοντας ότι την έκρινε ως αδιάφορη και άνευ σημασίας ως προς τα επίδικα θέματα. Επαναλαμβάνουμε ότι ούτε η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 (σελίδα 24) το πρωτόδικο Δικαστήριο σχολιάζει ότι ούτε και η μαρτυρία που κατατέθηκε μέσω του Τεκμηρίου 14 στάθηκε βοηθητική ως προς την αξίωση του εφεσείοντος.
Με βάση τα πιο πάνω ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Τέλος με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι ο εφεσείων δεν απέδειξε την αξίωση του εναντίον της εφεσίβλητης 1 για το ποσό των €150.000 και εναντίον του εφεσίβλητου 2 για το ποσό των €75.000 ως συνεγγυητής του και απέρριψε την αξίωση αυτή περιοριζόμενο ή και επικαλούμενο ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσης της πρωτοφειλέτιδας εφεσίβλητης 1 να πληρώσει στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των €150.000 ή και ότι το ποσό αυτό κατά το χρόνο πληρωμής του από τον εφεσείοντα δεν κατέστη απαιτητό και λανθασμένα περιορίστηκε μόνο στο λόγο αυτό και παραγνώρισε ή και δεν έλαβε υπόψη του ότι οι αξιώσεις του εφεσείοντα βασίζονταν και στον άδικο ή αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην αιτιολογία του λόγου αυτού έφεσης αναφέρεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη ότι ο εφεσείων βάσισε τις αξιώσεις του εναντίον των εφεσίβλητων και στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ότι παρέλειψε να σχολιάσει, εξετάσει, αναλύσει και αποφασίσει την απαίτηση του εφεσείοντα σε σχέση με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Όπως έχει λεχθεί στην Δημητρίου ν. KPMG LTD, Πολ. Έφ. Αρ. 311/2014, ημερ. 24.1.2023: «Έχοντας υπ΄ όψιν πως τα συστατικά στοιχεία των λόγων έφεσης συντίθενται, πρώτον, από τον προσδιορισμό του λάθους και δεύτερο τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα και χωρίς το ένα ή το άλλο ο λόγος έφεσης είναι ατελής (Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112), οι συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης απορρίπτονται (Σαμουρίδης ν. Inzeyannis, Πολ. Έφ. 326/14, ημερ. 18.3.2022)». Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω ως επίσης τα όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, προκύπτει ότι το παράπονο του εφεσείοντος συνίσταται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την αξίωση του κάτω από τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τα όσα αναφέρονται στο λόγο έφεσης και στο περίγραμμα αγόρευσης του εφεσείοντος περί παράλειψης ανάλυσης ή επεξήγησης εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ή και δεν είχαν βάση οι αξιώσεις του εφεσείοντος ως εγγυητή της εφεσίβλητης 1 και συνεγγυητή του εφεσίβλητου 2 δεν θα εξεταστούν, ακριβώς γιατί αυτό το μέρος του λόγου έφεσης δεν καλύπτεται από την αιτιολογία του και δεν αναφέρονται οι λόγοι που στοιχειοθετούν το κατ΄ ισχυρισμό σφάλμα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ατελές.
Όσον αφορά το ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι οι αξιώσεις του εφεσείοντος βασίζονταν και στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και το καταγράφει στις σελίδες 22, 23 και 27. Στη σελίδες 22 και 23 το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει:
«(ε) Στη παρ. 13 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α), ο ενάγων αναφέρει ότι προέβη στην πληρωμή των €150.000 υπό την ιδιότητά του ως συνεγγυητής και συνεπώς ο εναγόμενος 2 ωφελήθηκε και πλούτισε άδικα και αδικαιολόγητα και η περιουσία του αυξήθηκε σε βάρος του και της περιουσίας του. Ωστόσο κανένας πλουτισμός δεν επήλθε στους εναγόμενους αφού όπως ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθηκε υπάρχουν οφειλόμενα ποσά της εναγόμενης 1 στην τράπεζα. Ο ίδιος μάλιστα ο ενάγων κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε ότι ο εναγόμενος 2 πλήρωνε τα δάνεια στην Τράπεζα Κύπρου και ανάφερε επίσης ότι γνωρίζει για τις αγωγές που στο μεταξύ προέκυψαν και αφορούν την εταιρεία και τους εγγυητές της για τα πιο πάνω δάνεια και ότι οι υποθέσεις αυτές δεν έχουν τελειώσει ακόμα από το Δικαστήριο προσποιούμενος, όπως τον αντιλήφθηκα, ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες τους.
Η μαρτυρία όμως αποκάλυψε ότι ο ενάγων, ως είναι ο ισχυρισμός των εναγόμενων, πρόωρα και με δική του πρωτοβουλία και για δικούς του λόγους, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, πήγε και πλήρωσε το ποσό των €150.000,00 ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι γνώριζε πως οι δόσεις του δανείου καταβάλλονταν κανονικά. Αποσκοπούσε δε αυτή η πληρωμή στο να απαλλάξει από την υποθήκη συγκεκριμένο κτήμα για να το πωλήσει για να ικανοποιήσει έτσι, όπως παραδέχθηκε, δικές του προσωπικές υποχρεώσεις σε κάρτες και μικροδάνεια προς την ίδια Τράπεζα τις οποίες και εξόφλησε. Ήταν δε χαρακτηριστική η απάντηση του όταν του τέθηκε η ερώτηση κατά την αντεξέταση του ότι αν δεν μεταβίβαζε το οικόπεδο, η Τράπεζα δε θα ζητούσε χρήματα, και αυτός απάντησε «όχι, θα ήταν υποθηκευμένο. Τα λεφτά παρέμειναν ως αντίστοιχα της υποθήκης του οικοπέδου». Του υποβλήθηκε ότι αν έκανε πληρωμή ή έδωσε κάποιο ποσό για το δάνειο, αυτό έγινε με δική του ευθύνη χωρίς να έχουν ευθύνη οι εναγόμενοι, και αυτός απάντησε ότι δεν μπορούσε να το μεταβιβάσει αν δεν έπιανε η τράπεζα τα λεφτά που είχαν συμφωνήσει. Οι παραδοχές αυτές του ενάγοντος και πάλι αποδεικνύουν τα λεγόμενα του εναγόμενου 2, ότι δηλαδή ήταν από μόνος του και οικειοθελώς που προχώρησε στην πληρωμή του ποσού για να καταφέρει να πωλήσει το υποθηκευμένο ακίνητο, πράξη που έκανε για δικό του όφελος. Προκύπτει ότι καμία ευθύνη δε βαραίνει τους εναγόμενους ως προς αυτή την πράξη του ενάγοντος. Το ποσό που κατέβαλε ασφαλώς και θα ληφθεί υπόψη σε ένα ενδεχόμενο μελλοντικό διακανονισμό των οικονομικών της εναγόμενης 1. Επομένως ούτε η αξίωση του για το ποσό των €75.000,00 έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης.»
Περαιτέρω στη σελίδα 27 το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει:
«Ο ενάγων με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του στηρίζει την απαίτησή του σε πολλαπλή βάση, ότι δηλαδή κατέβαλε ποσό ως εγγυητής ή ως χρηματοδότηση ή δυνάμει άδικου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού τόσο για την εναγόμενη 1 όσο και για τον εναγόμενο 2. Περαιτέρω αξιώνει από την εναγόμενη 1 επιπλέον ορισμένο ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό για μισθούς του από την εναγόμενη 1. Κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε καμιά από τις ως άνω αξιώσεις του.
Ουδεμία υποβολή ως προς τα πιο πάνω δεν τέθηκε στον εναγόμενο 2, παρά μόνο η υποβολή ότι ο ενάγων κατέβαλε προς όφελος της εναγόμενης 1 ποσό έναντι του δανείου το οποίο αυτή όφειλε. Η καταβολή του ποσού δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγόμενων, ωστόσο δεν αποδείχθηκε πως η καταβολή του ποσού έγινε προς όφελος της εναγόμενης 1. Η καταβολή του ποσού ως διαφάνηκε και μέσω της μαρτυρίας του κ. Παναγίδη (Μ.Ε.4) και του εναγόμενου 2, έγινε προς εξυπηρέτηση των σκοπών του ίδιου του ενάγοντος και το ποσό δόθηκε πρόωρα των όσων είχαν συμφωνηθεί. Ο ενάγων θέλοντας να απαλλάξει το υποθηκευμένο ακίνητο κατέθεσε το ποσό αυτό στην Τράπεζα μονομερώς και πρόωρα των συμφωνηθέντων ενώ δεν υπήρχε καμία απαίτηση από την Τράπεζα τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ο ενάγων το έπραξε αυτό για να πάρει επιπλέον χρήματα από την πώληση του ενυπόθηκου και να το χρησιμοποιήσει όπως ο ίδιος δέχθηκε προς ίδιο όφελος.»
Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε αντίθεση με τα όσα καταγράφονται στο λόγο έφεσης, εξέτασε την πιο πάνω αξίωση του εφεσείοντος και υπό το πρίσμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το γεγονός ότι δεν έθεσε τη νομική πτυχή που διέπει το θέμα δεν σημαίνει ότι δεν το εξέτασε. Αντιφατικά δε η πλευρά του εφεσείοντα στο περίγραμμα αγόρευσης της (σελίδα 3) παραδέχεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την πιο πάνω αξίωση με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Περαιτέρω, επιχειρεί μέσω του περιγράμματος αγόρευσης της να καταδείξει στοιχειοθέτηση της πιο πάνω αξίωσης με αναφορά στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σε νομικό σύγγραμμα, νομολογία και στη μαρτυρία. Αυτό όμως το εγχείρημα είναι εκτός του λόγου έφεσης. Περαιτέρω οι πιο πάνω κρίσεις και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλονται με αυτοτελή λόγο έφεσης με αποτέλεσμα να παραμένουν άθικτα και ισχυρά. Συνακόλουθα ο λόγος έφεσης καθίσταται αλυσιτελής (βλ. Φυλακτού ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 321, Polytropo Advertising Ltd v. Adboard Ltd (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1486, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 734, Εργοληπτική Εταιρεία ΚΩ.ΜΙ.ΚΩ Λτδ ν. Τρυφωνίδου, Πολ. Έφ. 13/2018, ημερ. 31.5.2024).
Με βάση τα πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Καταληκτικά η έφεση απορρίπτεται με €2.400 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ των εφεσίβλητων και σε βάρος του εφεσείοντος.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο