ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
2 Φεβρουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ.: 33/2025)
ΒΑΣΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 34/2025)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΒΑΣΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Δ. Απαισιώτης, για Εφεσείοντα στην 33/2025 και Εφεσίβλητο στην 34/2025.
Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη στην 33/2025 και Εφεσείοντα στην 34/2025.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσείων στην 33/2025, εφεσίβλητος στην 34/2025 αντιμετώπιζε τέσσερεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του Άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Αποδίδετο στον εφεσείοντα ότι κατά ή περί τον Μάρτιο του έτους 2018, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης, δηλαδή την άγγιξε με το ένα χέρι στη μέση και με το άλλο χέρι ταυτόχρονα την άγγιξε στα οπίσθιά της. Για το ίδιο περιστατικό, ο εφεσείων στην 33/2025 αντιμετώπισε την κατηγορία της σεξουαλικής παρενόχλησης, κατά παράβαση Άρθρων του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου, Ν.205(I)/2002, όπως αυτός τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία). Αντιμετώπιζε, παράλληλα, δύο κατηγορίες κοινής επίθεσης εναντίον της ίδιας παραπονούμενης σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Ο εφεσείων στην 33/2025 δεν παραδέχτηκε τις προσαπτόμενες, πρωτοδίκως, κατηγορίες και, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην ενοχή αυτού. Στον εφεσείοντα στην 33/2025 επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης τριών μηνών στην πρώτη κατηγορία και ενός μηνός σε καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη κατηγορίες. Δεν επιβλήθηκε ποινή στη δεύτερη κατηγορία εφόσον αυτή βασιζόταν στα ίδια γεγονότα με την πρώτη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν, ενώ έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η αναστολή της εκτέλεσης αυτών.
Αρχικά, ο ίδιος ο εφεσείων καταχώρισε την ποινική έφεση 22/2025, αναφερόμενος τόσο στην καταδίκη όσο και στην ποινή. Ακολούθησε η καταχώριση της ποινικής έφεσης 33/2025 με την οποία ο καταδικασθείς εφεσείων, μέσω του συνηγόρου του, προσβάλλει τόσο την καταδίκη όσο και την επιβληθείσα ποινή. Παρά την αντίληψη στο διάγραμμα αγόρευσης του εφεσείοντα ότι δεν είχε οριστικοποιηθεί η απόσυρση της ποινικής έφεσης 22/2025, προκύπτει, από το πρακτικό ημερομηνίας 11.3.2025, ότι η εν λόγω ποινική έφεση απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα εν όψει της ύπαρξης της ποινικής έφεσης 33/2025. Από πλευράς εφεσείοντα, συνεπώς, σε εκκρεμότητα είναι μόνο η ποινική έφεση 33/2025. Παράλληλα, από πλευράς Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καταχωρήθηκε η ποινική έφεση 34/2025, με την οποία προσβάλλεται η επιβληθείσα ποινή. Οι δύο αυτές εφέσεις εκδικάστηκαν μαζί, αφού αφορούν τις ίδιες αποφάσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφορικά με την καταδίκη και την ποινή. Για σκοπούς συντομίας στις αναφορές, ο εφεσείων στην 33/2025‑ εφεσίβλητος στην 34/2025 θα αναφέρεται ως εφεσείων.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα, στην ποινική έφεση 33/2025 επέλεξε να αριθμήσει τους λόγους έφεσης κατηγοριοποιώντας τους με βάση το σε ποια κατηγορία αναφέρονται. Επομένως, έξι λόγοι έφεσης προβάλλονται εναντίον της καταδίκης στην πρώτη κατηγορία, δύο λόγοι έφεσης προσβάλλουν την καταδίκη στην τρίτη κατηγορία και τέσσερεις λόγοι έφεσης την καταδίκη στην τέταρτη κατηγορία. Τρεις λόγοι έφεσης στρέφονται εναντίον της επιβληθείσας ποινής και διαταγής για μη αναστολή της εκτέλεσής της. Με την ποινική έφεση 34/2025, εγείρονται δύο λόγοι έφεσης, όμως, κατά την ακροαματική διαδικασία αναφέρθηκε η απόσυρση του δεύτερου λόγου έφεσης. Εν όψει τούτου, προς εξέταση παραμένει μόνο ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται έκδηλη ανεπάρκεια στην επιβληθείσα ποινή των τριών μηνών φυλάκισης.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της απόφασής του, κατέγραψε με λεπτομέρεια την προσκομισθείσα μαρτυρία. Κατέγραψε, επίσης, το σκεπτικό του αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ως αποτέλεσμα της οποίας κατέληξε στα συμπεράσματά του επί των γεγονότων, ως εξής:
«...Η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος γράφτηκαν στην Αστυνομία την ίδια περίοδο και κατατάχθηκαν στην 149η βασική σειρά εκπαίδευσης. Αρχές Μαρτίου του 2018 ο Κατηγορούμενος άρχισε να στέλνει διάφορα μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης, στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» και μέσω της εφαρμογής «Viber». Αρχικά η Παραπονούμενη απαντούσε στα μηνύματά του, ωσότου μια ημέρα ο Κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι την είχε ερωτευτεί. Αυτό ενόχλησε την Παραπονούμενη, η οποία του ανέφερε ότι πλέον δεν επιθυμούσε να έχει επαφή μαζί του. Παρ' όλα αυτά, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να της στέλνει διάφορα μηνύματα, χωρίς η Παραπονούμενη να του απαντά σ' αυτά. Κατά τον ίδιο μήνα, δηλαδή τον Μάρτιο του 2018, σε ημερομηνία που η Παραπονούμενη δεν θυμόταν, κατά τη διάρκεια διαλείμματος από τα μαθήματα, η Παραπονούμενη μετέβηκε στην αίθουσα διδασκαλίας στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου για να λάβει κάποια προσωπικά της αντικείμενα. Στην τάξη βρίσκονταν οι αστυφύλακες Γιώργος Γιασουμή (ΜΚ 9) και Μάριος Μανιώρης (ΜΚ 10), οι οποίοι διάβαζαν, καθώς και ο Κατηγορούμενος. Αφού η Παραπονούμενη έλαβε τα προσωπικά της αντικείμενα και κατευθυνόταν προς την έξοδο, ο Κατηγορούμενος, που βρισκόταν κοντά στην πόρτα εξόδου, την άγγιξε με το ένα του χέρι στη μέση και με το άλλο ταυτόχρονα στα οπίσθια. Η Παραπονούμενη ξαφνιάστηκε και πανικοβλήθηκε και έτσι δεν αντέδρασε καθόλου τη δεδομένη στιγμή. Αμέσως μετά, μετέβη στην καντίνα της Ακαδημίας, όπου συνάντησε τις φίλες και συναδέλφους της Άντρη Αναξαγόρα ΜΚ 7 και Ειρήνη Ζαχαρία ΜΚ 8, στις οποίες ανέφερε το συμβάν. Δεν προέβη σε καταγγελία του Κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή, αναλογιζόμενη τις συνέπειες που κάτι τέτοιο θα είχε, τόσο για την ίδια ως νέο στέλεχος της αστυνομίας που καταγγέλλει συναδέλφους, όσο και για τον Κατηγορούμενο.
Μετά το τέλος της εκπαίδευσής τους στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου, στις 21/12/2018, η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος τοποθετήθηκαν στους ουλαμούς ασφαλείας για εκτέλεση στατικού καθήκοντος στη ΜΜΑΔ. Η Παραπονούμενη τοποθετήθηκε στη «Β1 αλλαγή» και ο Κατηγορούμενος στη «Β2 αλλαγή», και εργαζόντουσαν σε αντίθετες βάρδιες. Τέλος Μαρτίου του 2019 (δεν δόθηκε ακριβής ημερομηνία με τη μαρτυρία), έτυχε να συναντηθούν πρόσωπο με πρόσωπο και ο κατηγορούμενος ήρθε από το πλευρά της και με τον αγκώνα του τη χτύπησε. Η Παραπονούμενη θύμωσε και φωνάζοντας ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να σταματήσει να την ενοχλεί και να τη κτυπά, αλλά αυτός την αγνόησε.
Στις 02/04/2019, όλη η σειρά τους παρουσιάστηκε για εκπαίδευση στο ΕΚΕΜ και τοποθετήθηκαν σε διαφορετικούς εκπαιδευτικούς ουλαμούς. Τον Κατηγορούμενο τον συναντούσε μόνο στην παράταξη και ορισμένες μέρες όταν είχαν κοινό πρόγραμμα εκπαίδευσης. Στις 19/04/2019, κατά τη διάρκεια του τελευταίου διαλείμματος, λίγο μετά τις 13:00, ενώ βρισκόταν στον διάδρομο της αίθουσας διδασκαλίας, είδε τον Κατηγορούμενο να κατευθύνεται προς το μέρος της και αμέσως απομακρύνθηκε και προχώρησε προς τα καθίσματα για να του δώσει χώρο να περάσει. Αυτός άλλαξε την πορεία του και κατευθύνθηκε ξανά προς το μέρος της, όπου τη χτύπησε ξανά με τον αγκώνα του στο δεξιό της πλευρό και προχώρησε. Δεν πρόσεξε εάν είχε άλλους συναδέλφους στην αίθουσα και βγήκε αμέσως από την τάξη. Επειδή πλέον κατάλαβε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να σταματήσει να την ενοχλεί, πήρε την απόφαση να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο τόσο για την άσεμνη πράξη, όσο και για τις επιθέσεις που δέχτηκε από αυτόν.
Οι πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορουμένου σε βάρος της Παραπονούμενης, αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης παρενοχλητικής συμπεριφοράς, η οποία διήρκησε από τον Μάρτιο του 2018 μέχρι την καταγγελία του, όμως η Παραπονούμενη υπέβαλε παράπονο για τα συμβάντα που θεώρησε πιο σοβαρά.»
Προχωρούμε με την εξέταση της ποινικής έφεσης 33/2025, καθ' όσον αφορά τους λόγους έφεσης που στρέφονται εναντίον της καταδίκης. Προκύπτει ότι οι πρώτοι τέσσερεις λόγοι που αφορούν την κατηγορία 1, αμφότεροι οι λόγοι που αφορούν την κατηγορία 3 και οι τρεις πρώτοι λόγοι που αφορούν την κατηγορία 4 έχουν ως αντικείμενο την από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου αξιολόγηση μαρτυρίας και κατάληξη σε ευρήματα. Η συνάφεια του θέματος που απασχολεί τους λόγους έφεσης αυτούς μας επιτρέπει την παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία συνολική εξέταση του υπό κρίση έργου του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι πρώτοι δύο λόγοι έφεσης αναφορικά με κάθε κατηγορία προβάλλουν ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστήριο περί της αξιοπιστίας της παραπονούμενης δεν ήταν εύλογα επιτρεπτό, ενώ η αξιολόγηση της μαρτυρίας της ήταν εσφαλμένη, με αποτέλεσμα η καταδίκη του εφεσείοντα να είναι ακροσφαλής και να παραβιάζεται το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη κατά παράβαση του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (εκάστοτε αναφερόμενος πρώτος λόγος έφεσης) και ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένα, δεν συνάδουν με τη μαρτυρία και αντιστρατεύονται την κοινή λογική (εκάστοτε αναφερόμενος δεύτερος λόγος έφεσης). Ο τρίτος λόγος έφεσης αναφορικά με την καταδίκη στην πρώτη κατηγορία προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αντιφάσεις των μαρτύρων κατηγορίας (Μ.Κ.7, 8 και 11) δεν ήταν σημαντικές και εσφαλμένα έκρινε αξιόπιστη τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων κατηγορίας, ενώ ο τέταρτος λόγος έφεσης προσβάλλει την κρίση περί αναξιοπιστίας συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας του Μ.Κ.6. Ο τρίτος λόγος έφεσης αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία προβάλλει την ύπαρξη αντιφάσεων στη μαρτυρία βασικών μαρτύρων κατηγορίας, τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε μικροαντιφάσεις.
Αιτιολογώντας τους ως άνω λόγους έφεσης, η πλευρά του εφεσείοντα προβάλλει διάφορες τοποθετήσεις των συγκεκριμένων μαρτύρων και τον τρόπο που έτυχαν διαχείρισης και απόφασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στο επίκεντρο των αιτιάσεων του εφεσείοντα παραμένει η παράθεση των γεγονότων από την παραπονούμενη σε συνδυασμό με σχετικές τοποθετήσεις των Μ.Κ.7 και 8, στις οποίες η παραπονούμενη απευθύνθηκε για να πει το τι συνέβηκε. Αναλόγως, προβάλλονται τοποθετήσεις άλλων μαρτύρων κατηγορίας αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν την κοινή επίθεση, πάλι για να υποδειχθεί η θέση ότι υπήρχαν ουσιώδης αντιφάσεις, οι οποίες κρίθηκαν ως μικροαντιφάσεις. Όσον αφορά την κατηγορία της άσεμνης επίθεσης, προβάλλεται παράλληλα το τι ο Μ.Κ.6 κατέθεσε ως προς το τι του είπε η παραπονούμενη.
Αφετηρία θα πρέπει να αποτελέσει η επανάληψη των αρχών που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Έχουμε διεξέλθει όσων προβάλλονται, από την πλευρά του εφεσείοντα, ως παραλείψεις και σφάλματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με όσα καταγράφονται στο μαρτυρικό υλικό αλλά και την πρωτόδικη απόφαση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με περισσή λεπτομέρεια, πραγματεύτηκε κάθε τέτοιο σημείο στη μαρτυρία, εξηγώντας, μέσω ανάλυσης της μαρτυρίας και των γεγονότων, τον τρόπο που αξιολόγησε κάθε μάρτυρα και κάθε στοιχείο της μαρτυρίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ξεκινώντας το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, εξήγησε την κρίση του όσον αφορά τις λέξεις που κάθε μάρτυρας χρησιμοποίησε περιγράφοντας το ίδιο γεγονός, δηλαδή την ισχυριζόμενη άσεμνη επίθεση, καταλήγοντας ότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι ακριβείς λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αλλά η ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στην περιγραφή που δόθηκε από τους μάρτυρες. Παράλληλα, εξέτασε κάθε ουσιώδη τοποθέτηση αντιπαραθέτοντας θέσεις και ισχυρισμούς και εξηγώντας κάθε αξιολογική της μαρτυρίας κρίση του. Ως προς την απόρριψη του μέρους της μαρτυρίας του Μ.Κ.6 που αναφερόταν στη συνομιλία που είχε με την παραπονούμενη, και πάλι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε λεπτομερή ανάλυση και αντιπαράθεση των θέσεων, εξηγώντας γιατί κατέληξε στην κρίση του.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα, ούτε στην προσέγγιση, ούτε στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ως προαναφέραμε, εξέτασε καθετί σχετικό, αντιπαραβάλλοντας τα διάφορα, ενώπιόν του, στοιχεία μαρτυρίας και εξήγησε τα συμπεράσματά του. Στη βάση των αρχών που εξηγούνται ανωτέρω, δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής μας, αφού, αφενός δεν μας βρίσκει σύμφωνους η αναγωγή των σημείων που εγείρονται από τον εφεσείοντα ως ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία, ούτε τα τελικά συμπεράσματα του Δικαστηρίου επί των γεγονότων διαπιστώνεται να συγκρούονται με την κοινή λογική ή με αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλει μία ισοζυγισμένη διεργασία αξιολόγησης κάθε πτυχής της προσκομισθείσας μαρτυρίας με αιτιολογημένη κατάληξη στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω, οι συναφείς ως άνω υπό κρίση λόγοι έφεσης κρίνονται να είναι χωρίς έρεισμα και, ως αβάσιμοι, απορρίπτονται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο άφησε απαρατήρητο ή δεν προέβηκε σε εύρημα όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης περί coaching της Μ.Κ.11‑ παραπονούμενης.
Ούτε ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης μας βρίσκει σύμφωνους. Ως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η συγκεκριμένη μάρτυρας αναφέρθηκε σε συνομιλία της με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής όμως ουδόλως αποδέχτηκε ότι καθοδηγήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο για το τι θα πει. Ούτε φαίνεται να προκύπτουν, μέσα από τη μαρτυρία τέτοιες μεμπτές συνθήκες προετοιμασίας και καθοδήγησης της μάρτυρος. Οπόταν δεν εντοπίζεται η ύπαρξη συνθηκών τέτοιων που να έχρηζαν λεπτομερούς εξέτασης και ανάλυσης τέτοιου θέματος. Άνευ ερείσματος κρίνεται και ο πέμπτος αυτός λόγος έφεσης.
Ο έκτος λόγος έφεσης αναφορικά με την πρώτη κατηγορία προβάλλει το καθήκον του δικάζοντος Δικαστηρίου να διαπιστώσει τα γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα. Απουσία τέτοιας διαπίστωσης καθιστά τη δικαστική κρίση αναιτιολόγητη. Αιτιολογικά προβάλλεται αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση της φράσης «υπό τις περιστάσεις» σε σχέση με τη μέγιστη δυνατή λεπτομέρεια με την οποία η παραπονούμενη περιέγραψε τα όσα βίωσε και τη συμπεριφορά του εφεσείοντα. Η θέση που προβάλλεται είναι ότι δεν εξηγούνται αυτές οι περιστάσεις ώστε να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Πέραν του ότι το παράπονο του εφεσείοντα παραμένει απροσδιόριστο στην έκθεση του λόγου έφεσης, το τι μπορεί να λεχθεί είναι ότι δεν γίνεται αντιληπτό το τι προβάλλεται ως παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η επίκληση μιας συγκεκριμένης αναφοράς δεν είναι ικανή να ανατρέψει το γεγονός ότι, από συνολική μελέτη της πρωτόδικης απόφασης, είναι εύκολα αντιληπτή η διαπίστωση ότι η πρωτόδικη κρίση είναι πλήρως αιτιολογημένη. Δεν εντοπίζουμε έρεισμα στον λόγο έφεσης, τον οποίο και απορρίπτουμε.
Παραμένει προς εξέταση ο τέταρτος λόγος έφεσης αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία. Προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβηκε σε αξιολόγηση της πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία. Στο τι αναφέρεται ο λόγος έφεσης είναι στη μη λήψη κατάθεσης από πρόσωπο στο οποίο αναφέρθηκε ο εφεσείων στην ανακριτική του κατάθεση. Πέραν του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το σημείο, υποδεικνύοντας ότι δεν αποδόθηκε από την πλευρά του εφεσείοντα κακή πρόθεση για τέτοια παράλειψη, δεν έχουμε ενώπιόν μας οτιδήποτε που να δικαιολογεί διαπίστωση πλημμελούς διερεύνησης. Άλλωστε, θα μπορούσε να λεχθεί ότι ήταν πολύ απλό για την υπεράσπιση να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία προς αμφισβήτηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Σε αυτό το πλαίσιο θα ήταν δυνατόν να κριθεί η επάρκεια τέτοιας μαρτυρίας, αλλά, παράλληλα, και ενδεχόμενο πλημμελούς διερεύνησης. Αβάσιμο κρίνουμε και τον λόγο έφεσης αυτόν.
Στη βάση όλων των ως άνω απορρίπτονται οι λόγοι έφεσης που αφορούν την καταδίκη στην ποινική έφεση 33/2025.
Αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή, ο εφεσείων προβάλλει τρεις λόγους έφεσης. Ο πρώτος σχετικός λόγος έφεσης προβάλλει ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα υπερβολική. Ο δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλει ότι ο τρόπος τιμωρίας του εφεσείοντα επέφερε δυσανάλογες συνέπειες προς τη βαρύτητα των αδικημάτων, λαμβανομένων υπ' όψιν των επιπτώσεων στην εργασία του ως μέλος της Αστυνομίας, του λευκού του ποινικού μητρώου, της ηλικίας του και του πρότερου έντιμου βίου του. Ο τρίτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Κεντρικό στοιχείο και στους τρεις λόγους έφεσης αποτελεί το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την τέλεση των αδικημάτων μέχρι την επιβολή της ποινής.
Κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε παράλληλα και τον λόγο έφεσης που εγείρεται με την ποινική έφεση 34/2025, αφού με αυτόν προβάλλεται ότι η ποινή τριών μηνών φυλάκισης που επιβλήθηκε είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβανομένων υπ' όψιν σωρευτικά της σοβαρότητας του αδικήματος, των προβλεπόμενων από τον νόμο ποινών και της νομολογίας, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, της έξαρσης στη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών και της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή.
Στην απόφασή του με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε την ποινή, τέθηκε το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης με παράθεση των γεγονότων ως είχαν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο. Με λεπτομέρεια, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν τα υπό κρίση αδικήματα, ενώ δεν παρέλειψε να τελέσει και το καθήκον του για εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αρμόζει στο πρόσωπο που συγκεκριμένου παραβάτη. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα. Κατέγραψε, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, τις εισηγήσεις της υπεράσπισης, με ιδιαίτερη αναφορά στις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει επιβολή ποινή φυλάκισης στην εργασία του εφεσείοντα. Με λεπτομέρεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε το σκεπτικό του με βάση το οποίο έκρινε ότι η σοβαρότητα και η φύση των αδικημάτων επέβαλλαν την επιβολή ποινής φυλάκισης. Έκρινε δε ότι οποιαδήποτε άλλη αντιμετώπιση θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και θα υποβίβαζε τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος.
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων της κάθε πλευράς, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»
Είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορά η παρούσα υπόθεση και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Αδικήματα αυτής της φύσης προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος και θα πρέπει να τυγχάνουν της απαραίτητης αντιμετώπισης προς αποτροπή. Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε σημασία στο γεγονός ότι «τα αδικήματα διαπράχθηκαν από μέλος της αστυνομικής δύναμης, ταγμένο από τη Δημοκρατία με το καθήκον διαφύλαξης της τήρησης του νόμου και της τάξης και την καταπολέμηση του εγκλήματος», καθώς επίσης και στο ότι διαπράχθηκαν εναντίον γυναίκας συναδέλφου του, εν ώρα υπηρεσίας. Επρόκειτο για τρία περιστατικά, παρά τη διαμαρτυρία της παραπονούμενης για την παρενόχληση που της προκαλούσε ο εφεσείων με τις ενέργειες του.
Στην αντίπερα όχθη παρατηρείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε και έλαβε υπ' όψιν του όλα τα ελαφρυντικά που είχαν τεθεί ενώπιόν του.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τα θέματα που αφορούν τον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής για τις κατηγορίες που είχε ενώπιόν του, αποδίδοντας σημασία τόσο στη φύση της υπόθεσης, όσο και στο στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής. Έλαβε επίσης υπ' όψιν το στοιχείο της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων.
Δεν υφίσταται, θεωρούμε, οτιδήποτε που να καθιστά την πρωτόδικη κρίση, τόσο ως προς το είδος της ποινής όσο και ως προς το ύψος αυτής, εκτός των επιτρεπτών ορίων, δηλαδή εκτός των πλαισίων τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Αντικειμενικά κρινόμενη, η επιβληθείσα ποινή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε έκδηλα ανεπαρκής είτε έκδηλα υπερβολική, ούτε διαπιστώνεται οποιοδήποτε σφάλμα αρχής.
Αβάσιμοι συνεπώς κρίνονται οι λόγοι έφεσης 1 και 2 στην ποινική έφεση 33/2025 και ο πρώτος λόγος έφεσης στην ποινική έφεση 34/2025.
Παραμένει ο τρίτος λόγος έφεσης στην ποινική έφεση 33/2025 ο οποίος αφορά την πρωτόδικη κρίση σε σχέση με τη μη αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής.
Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3 (2) του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:
«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».
Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ (ανωτέρω):
«Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:
“Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.”
Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»
Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπ' όψιν στον βαθμό που έπρεπε να ληφθεί ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων, ενώ δεν υπήρχαν εκείνοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες ώστε η μόνη ενδεδειγμένη ποινή να ήταν αυτή της φυλάκισης. Προς τούτο, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αναγκαιότητα επιβολής ποινής φυλάκισης είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Έχει δε ήδη υποδειχθεί ότι ο παράγοντας του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων λήφθηκε σοβαρά υπ' όψιν από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Στην ομολογουμένως συνοπτική ανάλυσή του επί του προκειμένου, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέδειξε τη σημασία του ερωτήματος κατά πόσο ανασταλείσα ποινή θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Έχοντας εξηγήσει το τι μπορεί να ληφθεί υπ' όψιν για τέτοια κρίση, κατέληξε ότι δεν δικαιολογείτο η αναστολή των ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί.
Δεν εντοπίζουμε πεδίο παρέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση αφού ουδόλως προβάλλει να υφίσταται σφάλμα αρχής από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όλοι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να αναλυθούν για το υπό κρίση ζήτημα είχαν λεπτομερώς καταγραφεί και αναλυθεί στο κείμενο της πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί οποιοδήποτε κενό στην πρωτόδικη κρίση. Κρίνουμε ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης ότι δεν δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος αυτός λόγος έφεσης.
Συνακόλουθα όλων των ως άνω, τόσο η ποινική έφεση 33/2025, όσο και η ποινική έφεση 34/2025 απορρίπτονται στο σύνολό τους. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο