M.A. HOUSE OF COTTON LIMITED v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 456/2019, 19/2/2026
print
Τίτλος:
M.A. HOUSE OF COTTON LIMITED v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 456/2019, 19/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 456/2019)

 

 19 Φεβρουαρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

M.A. HOUSE OF COTTON LIMITED

Εφεσείουσα

v.

 

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ

Εφεσίβλητου

 

--------------------

 

Ρ. Παπαδοπούλου (κα) με Μ. Χατζηκυριάκου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Α. Χατζηκωνσταντής για Γενικόν Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο  

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΘΩΜΑ, Δ.: H Εφεσείουσα προσβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος με την οποία εκδόθηκε διάταγμα δήμευσης των 3.227 εμπορευμάτων τα οποία είχε κατάσχει ο Εφεσίβλητος, ενάγων στην αγωγή, ως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στον Πίνακα της παρ.9 της Έκθεσης Απαίτησης.

 

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, ο Εφεσίβλητος ήγειρε την αγωγή δυνάμει των διατάξεων του περί Τελωνειακού Κώδικα Ν.94(Ι)/2004 ή και των διατάξεων του περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που Παραβιάζουν Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας Ν.133(Ι)/2006 ή και των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 1383/2003 του Συμβουλίου, για την παρέμβαση των τελωνειακών Αρχών έναντι εμπορευμάτων που είναι ύποπτα ότι παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή και των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 1891/2004 της Επιτροπής, για τη θέσπιση διατάξεων εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού (ΕΚ) 1383/2003.  

 

Μέσα στα πλαίσια έρευνας που πραγματοποίησε το Τμήμα Τελωνείων στις 15.4.10 σε υποστατικά της Εφεσείουσας, εναγόμενης στην αγωγή, βρέθηκαν και κατακρατήθηκαν συνολικά 1.027 τεμάχια, για τα οποία δημιουργήθηκε η υποψία ότι παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Σε περαιτέρω έρευνα που έγινε την ίδια ημερομηνία στην αποθήκη της Εφεσείουσας εντοπίστηκαν και κατακρατήθηκαν συνολικά 4.167 τεμάχια, για τα οποία δημιουργήθηκε η ίδια υποψία. Το Τμήμα Τελωνείων κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2010 απέστειλε δείγματα από τα κατακρατηθέντα εμπορεύματα στους αντιπροσώπους των εταιρειών, κατόχων των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, στους οποίους δόθηκε χρονική προθεσμία για απάντηση. Σε απάντηση τους οι ανωτέρω αντιπρόσωποι επιβεβαίωσαν ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας των εταιρειών αυτών και έδωσαν στοιχεία ως προς την αυθεντικότητα των κατακρατηθέντων εμπορευμάτων. Από το σύνολο των κατακρατηθέντων εμπορευμάτων, αυτά για τα οποία οι κάτοχοι δικαιωμάτων δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ότι ήταν απομιμήσεις, αποδεσμεύτηκαν και επιστράφηκαν στην Εφεσείουσα. Μετά την αποδέσμευση του μέρους αυτού των κατακρατηθέντων εμπορευμάτων, παρέμειναν στις αποθήκες του Τελωνείου Λάρνακας 3.227 τεμάχια (είδη προικός), για τα οποία το Τμήμα Τελωνείων με επιστολή του ημερ. 11.10.11 ενημέρωσε την Εφεσείουσα ότι κατάσχονται ως υποκείμενα εις δήμευση σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου.    

 

Η Εφεσείουσα στην Έκθεση Υπεράσπισης της εγείρει, ως μοναδικό επίδικο ζήτημα, το ότι η δικαστική δήμευση των εμπορευμάτων εμποδίζεται, ενόψει του ότι έχει παρέλθει πέραν του ευλόγου χρόνος από την κατακράτηση τους, συνεπεία της ολιγωρίας ή και των λανθασμένων χειρισμών ή και της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του Εφεσίβλητου.

 

Η ΕΦΕΣΗ

 

Η Εφεσείουσα προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με έξι λόγους έφεσης, ισχυριζόμενη ότι: (1) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αναφέρει στην απόφαση του ότι η Εφεσείουσα παρέλειψε να καταχωρίσει την προνοούμενη στο Άρθρο 10(2) του Παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004 ένορκη δήλωση. (2) Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προχώρησε σε «επιγραμματική», ως αναφέρει στην απόφαση του, εξέταση των υπόλοιπων θεμάτων της υπόθεσης. (3) Το εύρημα ότι ο Εφεσίβλητος δεν έχει εκφύγει του ευλόγου χρόνου για να ενεργήσει είναι λανθασμένο, αδικαιολόγητο και αστήρικτο. (4) Το εύρημα ότι δεν υποστηρίχθηκαν επαρκώς με μαρτυρία και δεν στοιχειοθετήθηκαν οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας περί ολιγωρίας ή και λανθασμένων χειρισμών ή και πλημμελούς άσκησης καθηκόντων από τον Εφεσίβλητο είναι λανθασμένο. (5) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι και μόνο η διαπίστωση του γεγονότος ότι τα κατακρατηθέντα εμπορεύματα υπόκειντο σε κατάσχεση είναι αρκετή για την κήρυξη της δικαστικής δήμευσης τους, χωρίς να λάβει υπόψη και χωρίς να σχολιάσει τη θέση της Εφεσείουσας ότι η συνεχιζόμενη επί μακρόν κατακράτηση των εμπορευμάτων, χωρίς ο Εφεσίβλητος να αποταθεί στο Δικαστήριο, ήταν παράνομη. (6) Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αναφέρει στην απόφαση του ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση το εύρημα στο οποίο προβαίνει πως «εκ του ελέγχου που έγινε στα υποστατικά της εναγόμενης, διαπιστώθηκε πως εκ πρώτης όψεως τα προϊόντα που εντοπίστηκαν παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ακολούθως τούτο επιβεβαιώθηκε απο τους εκπροσώπους των ιδιοκτητών των δικαιωμάτων της διανοητικής ιδιοκτησίας για μέρος των προϊόντων αυτών, δηλαδή των επίδικων».

 

Προχωρώντας στην εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης, σημειώνουμε πως υποστηρίζεται στην αιτιολογία του, ότι η Εφεσείουσα καταχώρισε έγκαιρα την προβλεπόμενη από το Άρθρο 10(2) του Παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004 ένορκη δήλωση, στην οποία η ενόρκως δηλούσα βεβαίωνε ότι τα κατασχεθέντα εμπορεύματα, ως υποκείμενα σε δήμευση, ανήκαν κατά κυριότητα στην Εφεσείουσα.  Περαιτέρω προβάλλεται ότι αυτή βρίσκεται στον δικαστικό φάκελο, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όμως δεν την εντόπισε και ότι ενήργησε πεπλανημένα, χωρίς να προβεί σε σχετική και ενδελεχή έρευνα στον δικαστικό φάκελο, στηριζόμενο αποκλειστικά στον ισχυρισμό της δικηγόρου του Εφεσίβλητου ότι δεν είχε καταχωριστεί από πλευράς Εφεσείουσας η ανωτέρω ένορκη δήλωση. Η δε αναδρομή στα πρακτικά των προηγούμενων συνεδριάσεων του Δικαστηρίου, κατά την εισήγηση,  αποκαλύπτει το γεγονός της καταχώρισης της από την Εφεσείουσα.

 

 Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση, θεωρούμε ορθό να μεταφέρουμε αυτούσιο το Άρθρο 10 του Παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004:

 

«10. (1) Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία για κήρυξη της δήμευσης εμπορεύματος που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση, η αγωγή εγείρεται εναντίον κάθε προσώπου το οποίο έχει υποβάλει αμφισβήτηση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 3.

(2) Σε οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου (1), κάθε εναγόμενος ή ο δικηγόρος του οφείλει να καταθέσει, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή, ένορκη δήλωση με την οποία να βεβαιώνεται ότι το εμπόρευμα που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ανήκε ή, από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει ανήκε, κατά κυριότητα στο πρόσωπο που έχει υποβάλει την αμφισβήτηση κατά το χρόνο της κατάσχεσης.

(3) Σε οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου (1), κάθε εναγόμενος οφείλει να καταθέσει, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα καθοριστούν από το Δικαστήριο μετά από σχετική αίτηση που υποβάλλεται από τον ίδιο.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία δεν τηρηθεί οποιαδήποτε από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής εντός των προθεσμιών που καθορίζονται, το Δικαστήριο, εξετάζοντας την παράλειψη αυτεπάγγελτα, εκδίδει απόφαση για κήρυξη της δήμευσης».

 

Παρατηρούμε λοιπόν ότι το Άρθρο 10 επιβάλλει στον εναγόμενο, φερόμενο ιδιοκτήτη, δύο ενέργειες, οι οποίες πρέπει να γίνουν τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της ακρόασης. Ειδικότερα θα πρέπει να καταθέσει: (α) Την ένορκη δήλωση κυριότητας και (β) Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα έχουν καθοριστεί κατόπιν αίτησης του εναγομένου. Στην παρούσα περίπτωση το ζήτημα ηγέρθη για πρώτη φορά μετά την έναρξη της ακρόασης και δη στις 14.11.18, όταν η συνήγορος του Εφεσιβλήτου η κα Θωμά, δήλωσε ότι δεν είχε δει σχετική ένορκη δήλωση ενώ είχε την αίτηση για τα έξοδα. Από δικής του πλευράς ο συνήγορος της Εφεσείουσας επέμενε τότε ότι είχαν καταχωρίσει από διετίας, ήτοι από 1.11.16 τόσο την ένορκη δήλωση όσο και την αίτηση καθορισμού εξόδων. Τα έξοδα μάλιστα όχι μόνον είχαν καθοριστεί δεόντως αλλά και τα είχε καταθέσει η Εφεσείουσα, συμμορφούμενη με το Άρθρο 10(3). Ως προς το τελευταίο, ήτοι το ότι είχε γίνει η κατάθεση των εξόδων, συμφωνούσε και η κα Θωμά, συνήγορος του Εφεσίβλητου, η οποία δεν απέκλειε να είχε κατατεθεί και η ένορκη δήλωση, αντίγραφο της οποίας έλαβε μόλις εκείνη τη μέρα από την αντίδικη πλευρά (κα Θωμά: «Ο Νόμος προνοεί ότι πρέπει να είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου και ενδεχομένως και να δόθηκε»).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξαρχής ενημέρωσε τους συνηγόρους ότι δεν είχε εντοπίσει στον δικαστικό φάκελο τέτοια ένορκη δήλωση.  Για το αντίγραφο ένορκης δήλωσης που παρουσιάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εφεσείουσας, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενημέρωσε πως ούτε αυτό υπήρχε στον δικαστικό φάκελο και συνέχισε αναφέροντας επί λέξει ότι: «»εν πάση περιπτώσει, ο κ. Παπαλλής ίσως να πρέπει να δεί τί έγινε εν τω μεταξύ», με τον ευπαίδευτο συνήγορο να απαντά επί λέξει: «Θα το διερευνήσω κύριε Πρόεδρε».

 

Το ζήτημα επανήλθε στο τέλος της δικασίμου της ίδιας ημερομηνίας, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της μοναδικής μάρτυρος του Εφεσίβλητου.  Θεωρούμε χρήσιμο να μεταφέρουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το πρακτικό της διαδικασίας:

 

«Κα Θωμά: Κύριε Πρόεδρε, παρόλο που θέση μας για το θέμα που προέκυψε αρχικώς ότι σύμφωνα με τη νομοθεσία δεν παρέχεται διακριτική ευχέρεια και δεν θεραπεύεται παράλειψη καταχώρησης της συγκεκριμένης ένορκης δήλωση, ως εκ τούτου σε πρώτο στάδιο θα ζητούσα από τον συνάδελφο αν μπορεί να εντοπίσετε (προφανώς εννοεί «εντοπίσει») ένορκη δήλωση που δεν βρίσκεται στον φάκελο διότι θέση μας είναι ότι μπορεί να σπαταλούμε τον χρόνο του δικαστηρίου άδικα, οπότε σε 2ο στάδιο θα ζητήσω τα πρακτικά και της πρώτης ακρόασης και της δεύτερης ώστε να είμαι σίγουρη ότι δεν μας έφυγε κάτι.

 

……………………………………………………………………………………………………….

 

Δικαστήριο: Επειδή το θέμα που εγείρεται, άφησα το να προχωρήσει η διαδικασία αλλά βλέποντας έτσι προς στιγμής το άρθρο που μου έδειξε η κυρία Θωμά φαίνεται να είναι ουσιαστικό το θέμα αυτό και θα ήθελα τη θέση σας στην επόμενη δικάσιμο.

 

Κος Παπαλλής: Θα δω τι διορθωτικές ενέργειες χρειάζεται να κάνουμε».

 

Όπως παρατηρούμε από τα πρακτικά των δικασίμων που ακολούθησαν, σε καμιά «διορθωτική» ενέργεια δεν προέβη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας, παρά το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο τον είχε ενημερώσει δεόντως πως η σχετική ένορκη δήλωση δεν εντοπίζετο στον δικαστικό φάκελο και παρά το ότι ο ίδιος, μετά την αρχική επιμονή του, εντούτοις αργότερα μέσω της απάντησης που έδωσε («θα δώ τι διορθωτικές ενέργειες χρειάζεται να κάνουμε») φαίνεται να αναγνώρισε πως υπήρχε πρόβλημα με τον εντοπισμό της στον δικαστικό φάκελο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στην εκκαλούμενη απόφαση επί λέξει τα ακόλουθα σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα:

 

«Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε περιπτώσεις όπως η παρούσα προνοείται στο Παράρτημα του Ν.94(1)/2004.

 

Μελετώντας δε τη διαδικασία αυτή, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω εδώ πριν από οτιδήποτε άλλο την παράλειψη καταχώρησης από μέρους της εναγόμενης ή του δικηγόρου της, της ένορκης δήλωσης που προνοεί το άρθρο 10 (2) του Παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004. Ότι δεν έχει καταχωρηθεί τέτοια ένορκη δήλωση είναι σαφές μελετώντας το φάκελο της υπόθεσης.  Εν πάση περιπτώσει προκύπτει με βάση τα πρακτικά ότι το θέμα ήταν εν γνώσει των εναγόμενων και ο συνήγορος τους στις 14/11/18 δήλωσε στο τέλος της διαδικασίας: «Θα δω τι διορθωτικές ενέργειες χρειάζεται να κάνουμε».

 

Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης η Εφεσείουσα προβάλλει ότι μετά τη δικάσιμο της 14.11.18 προέβηκαν σε έρευνα του δικαστικού φακέλου, όπου και εντόπισαν την ένορκη δήλωση κυριότητας ημερ. 1.11.16, προσκολλημένη στην αίτηση καθορισμού των εξόδων της διαδικασίας. Σε τέτοια περίπτωση είναι ασφαλώς άξιο απορίας για ποιο λόγο δεν ενημέρωσαν το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά τις επτά δικασίμους που ακολούθησαν μέχρι και την επιφύλαξη της απόφασης στις 22.3.19, ότι είχαν εντοπίσει στον δικαστικό φάκελο την ένορκη δήλωση. Αναμφισβήτητα επρόκειτο για ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας και όφειλαν, κατά την κρίση μας, να ενημέρωναν δεόντως το Δικαστήριο ότι την είχαν εντοπίσει στον δικαστικό φάκελο.

 

Δεν θα μας απασχολήσει όμως περαιτέρω το ζήτημα και ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκαν το θέμα οι συνήγοροι της Εφεσείουσας. Αυτό, εν όψει των όσων προέκυψαν κατά τη συζήτηση της έφεσης. Ενώπιον μας λοιπόν η συνήγορος της Εφεσείουσας επανέλαβε την επίμονη θέση της ότι είχε καταχωριστεί εγκαίρως η ένορκη δήλωση κατά την 1.11.16 και ότι κατείχε πιστά αντίγραφα της, πιστοποιηθέντα το ένα από Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λάρνακας και το άλλο από Πρωτοκολλητή του Εφετείου, τα οποία εξασφάλισε μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Παρέδωσε δε αντίγραφα αυτών και από πλευράς Εφεσιβλήτου δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα για τη γνησιότητα των εμφαινόμενων σε αυτά πιστοποιήσεων.

 

Στην πραγματικότητα πρόκειται για πιστά αντίγραφα της πρωτότυπης ένορκης δήλωσης ημερ. 1.11.16, η οποία, όπως διαπιστώνουμε, επίσης υπάρχει στον πρωτόδικο φάκελο και για την οποία επίσης δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα για τη γνησιότητα του περιεχομένου ή των πιστοποιήσεων επ’ αυτής. Ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέως δήλωσε πως δεν είχε κάτι να αναφέρει σε σχέση με το θέμα (κ. Χατζηκωνσταντής: «Αν υπάρχει στον φάκελο σας τέτοια ένορκη δήλωση, δεν μπορώ να πω οτιδήποτε»).

 

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε επακριβώς τον λόγο για τον οποίο δεν εντοπίστηκε εγκαίρως και δη κατά την πρωτόδικη διαδικασία η πιο πάνω ένορκη δήλωση. Η προβλεπόμενη (επίσης από το ίδιο άρθρο) αίτηση για καθορισμό των εξόδων όντως είχε καταχωριστεί την ίδια μέρα (1.11.16), μη συνοδευόμενη από δική της ένορκη δήλωση και η επίμαχη ένορκη δήλωση κυριότητας φέρει ενδείξεις ότι ήταν συνδεδεμένη σε εκείνη την αίτηση. Υπό αυτές τις περιστάσεις, είναι πιθανόν αυτή όντως να είχε πρωτοδίκως εκληφθεί ως ένορκη δήλωση συνοδεύουσα την εν λόγω μονομερή αίτηση ενώ στην πραγματικότητα ήταν αυτοτελής ένορκη δήλωση, ως καταδεικνύεται και από τον τίτλο της («Ένορκη Δήλωση δυνάμει του Άρθρου 10(2) του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου»). Εν πάση περιπτώσει θα ήταν τουλάχιστον αξιοπερίεργο να είχαν γίνει όλα τα αναγκαία τόσο για τον καθορισμό όσο και για την ίδια την κατάθεση των εξόδων αλλά να μην είχε υποβληθεί μια απλή ένορκη δήλωση κυριότητας.

 

Το ουσιώδες βέβαια είναι πως με δεδομένο ότι στην πραγματικότητα δεν αμφισβητείται καθ’ οιονδήποτε τρόπον η γνησιότητα της ένορκης δήλωσης και κατά συνέπειαν ούτε και η καταχώριση της εμπρόθεσμα, έπεται πως στην ουσία του πράγματος δεν μπορούσε να ενεργοποιηθεί το Άρθρο 10(4) του Τελωνειακού Κώδικα. Η κήρυξη της δήμευσης δεν θα μπορούσε βάσιμα να στηριχθεί σε παράλειψη τέτοιας φύσης και υπ’ αυτή την έννοια ευσταθεί ο πρώτος λόγος έφεσης.

 

Βέβαια το θέμα δεν τελειώνει εδώ, ήτοι με την επίλυση του πιο πάνω τυπικού ή διαδικαστικού ζητήματος, δεδομένου ότι η κήρυξη της δήμευσης ενδέχεται να κριθεί δικαιολογημένη ούτως ή άλλως.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά την ανωτέρω κατάληξη του, προχώρησε και εξέτασε, ορθά κατά την άποψη μας, το εγερθέν με την Έκθεση Υπεράσπισης της Εφεσείουσας ζήτημα, το οποίο, ως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν το ότι ο Εφεσίβλητος δεν ενήργησε, ως όφειλε, εντός ευλόγου χρόνου για έκδοση δικαστικής απόφασης κήρυξης της δήμευσης των κατασχεθέντων εμπορευμάτων.  Η Εφεσείουσα με τον δεύτερο λόγο έφεσης παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προχώρησε σε επιγραμματική εξέταση, ως το ίδιο αναφέρει, των υπόλοιπων θεμάτων που αφορούσαν την αγωγή.

 

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει με τον δέοντα τρόπο, εκτενώς, με ενδελέχεια και επιμέλεια όλα τα επίδικα θέματα και όχι να «προαποφασίσει» την έκδοση απόφασης προς όφελος του Εφεσίβλητου, στηριζόμενο μόνο στο θέμα της ύπαρξης ή μη της ρηθείσας ένορκης δήλωσης κυριότητας.

 

Είναι γεγονός πως το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει επί λέξει πως «Αν και το αποτέλεσμα της παρούσας έχει κριθεί, για σκοπούς πληρότητας προχωρώ να εξετάσω επιγραμματικά και τα υπόλοιπα θέματα». (έμφαση δοθείσα)

 

Η χρήση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της λέξης «επιγραμματικά», ήταν ατυχής, κατά την άποψη μας. Όπως διαφαίνεται από το κείμενο της απόφασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς τα συμπεράσματα του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η κρίση του.  Θα χαρακτηρίζαμε την εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων από το πρωτόδικο Δικαστήριο πιο συνοπτική σε σύγκριση με την εξέταση του κυρίαρχου ζητήματος της μη καταχώρισης της προβλεπόμενης στο Άρθρο 10(2) του Παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004 ένορκης δήλωσης. Όμως σε καμιά περίπτωση η γενόμενη εξέταση δεν θα μπορούσε να κριθεί ως ατελής ή και μη επιμελής.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για την απόρριψη των προβαλλομένων από την Εφεσείουσα θέσεων.  Δεν θα μπορούσαμε να συμμεριστούμε την προβαλλόμενη, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, θέση της Εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην έκδοση απόφασης στηριζόμενο αποκλειστικά στην παράλειψη καταχώρισης της ρηθείσας ένορκης δήλωσης. Προσεκτική μελέτη της προσβαλλόμενης απόφασης φανερώνει το αντίθετο.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης επίσης απορρίπτεται.

 

Λόγω της συνάφειας του τρίτου και τέταρτου λόγου έφεσης, θεωρούμε ορθό όπως τους συνεξετάσουμε. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αποδέχθηκε ότι η επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 24.5.10 (Τεκμήριο 12) αποτελεί την έγγραφη αμφισβήτηση που απαιτεί ο Νόμος. Η αγωγή του Εφεσίβλητου καταχωρίστηκε δύο σχεδόν χρόνια μετά την ως άνω έγγραφη αμφισβήτηση, χρόνος που ξεπερνά κατά πολύ τον «εύλογο χρόνο», εντός του οποίου όφειλε να ενεργήσει ο Εφεσίβλητος, με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία να καθίσταται παράνομη και καταχρηστική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επεξηγεί στην απόφαση του ποια γεγονότα και ποια ιδιαίτερα περιστατικά δικαιολογούν την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος.

 

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του τέταρτου λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιφατικά με το εύρημα του ότι η έγγραφη αμφισβήτηση από την Εφεσείουσα έγινε στις 24.5.10, αναφέρει ότι «δεν μπορεί να δοθεί στο θέμα χρόνος τόσο μεγάλη σημασία», παραγνωρίζοντας ή και αγνοώντας ή και μη λαμβάνοντας υπόψη τα όσα η Εφεσείουσα απέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε, αναφορικά με την ολιγωρία που επέδειξε ο Εφεσίβλητος στη λήψη μέτρων για τη δικαστική κήρυξη της δήμευσης των εμπορευμάτων.

 

Το Άρθρο 6 του Παραρτήματος του Ν. 94(Ι)/2004 έχει ως  ακολούθως:

 

«6. Σε περίπτωση επίδοσης έγγραφης αμφισβήτησης αναφορικά με οποιοδήποτε εμπόρευμα, σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις του Παραρτήματος αυτού, ο Διευθυντής οφείλει να ενεργήσει σε εύλογο χρόνο για έκδοση δικαστικής απόφασης για το θέμα της δήμευσης του εμπορεύματος αυτού και αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης το εμπόρευμα υπόκειτο πράγματι εις δήμευση, κηρύσσεται δικαστικά η δήμευσή του».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του καταλήγει στα  ακόλουθα:


«Έγινε πολλής (sic) λόγος στη διαδικασία από την πλευρά της εναγόμενης για το ότι ο ενάγοντας δεν ενήργησε σε εύλογο χρόνο για έκδοση δικαστικής απόφασης δήμευσης. Εδώ έγκειται η κυρίως θέση της υπεράσπισης ή θα έλεγα διαφορετικά το βασικό της παράπονο (βλ. και σελ.10 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της όπου ακριβώς αναφέρει για το θέμα του ευλόγου χρόνου ότι είναι «το ουσιώδες ζήτημα στην παρούσα»).

 

Προκύπτει εκ της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι αρχικά δηλ. στις 15/04/10 έγινε κατάσχεση ενός μεγάλου αριθμού προϊόντων και ακολουθήθηκε η διαδικασία που αναφέρθηκε για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτά ήταν αυθεντικά ή όχι.  Τον Μάρτιο του 2011 συγκεκριμένη εταιρεία ζήτησε να επανεξετάσει κάποια δείγματα και η τελική απάντηση της τελευταίας δόθηκε στις 02/05/11 (τεκμ.18).  Μετά την τελευταία αυτή επιστολή, στις 17/06/11 έγινε η τελευταία παράδοση προϊόντων στην εναγόμενη (βλ. την 1η βεβαίωση παραλαβής του τεκμ.7, που αφορά τα προϊόντα που με βάση το τεκμ.18 δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί αν είναι απομίμηση). 

 

Τον Οκτώβριο του 2011 εστάλη η επιστολή τεκμ.3 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 11/04/12.

Με δεδομένο ότι το θέμα του ευλόγου χρόνου κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις τίθεται ουσιαστικό θέμα για συζήτηση και βρίσκω ότι ο ενάγοντας δεν έχει εκφύγει του ευλόγου χρόνου να ενεργήσει».

 

Εν πρώτοις επισημαίνουμε ότι στον Ν. 94(Ι)/2004 δεν υπάρχει οποιαδήποτε ερμηνεία του «εύλογου χρόνου».  Δεν μας βρίσκει όμως σύμφωνους η προβαλλόμενη θέση της Εφεσείουσας πως, κατ’ αναλογίαν των όσων προνοούνται στον Τελωνειακό Κώδικα, ο «εύλογος χρόνος» δεν μπορεί να είναι πέραν του μηνός από την ημερομηνία της γραπτής αμφισβήτησης της κατάσχεσης των εμπορευμάτων, όση δηλαδή και η προθεσμία που δίνεται στον ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων για να προβεί στην υποβολή έγγραφης αμφισβήτησης. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να καθορίσει το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή και οποιαδήποτε άλλη προθεσμία στον διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων για να προβεί στις ενέργειες του, θα το έπραττε ρητά, κατά τρόπο ώστε στο κείμενο του σχετικού άρθρου να αναγράφεται συγκεκριμένη προθεσμία, ως έχει πράξει στην περίπτωση της υποβολής έγγραφης αμφισβήτησης από τον ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων.  Όπως δε έχει νομολογηθεί, «η γραμματική ερμηνεία είναι ο πρώτος και πλέον θεμελιακός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων» (Φυσεντζίδης v. K. & C. Snooker & Pool Entertainment, Πολ. Έφ. Αρ. 30/19, ημερ. 1.6.20, ECLI:CY:AD:2020:A171).  Καθ’ όσον αφορά το πώς ερμηνεύεται ο «εύλογος χρόνος», θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία, το κριτήριο είναι αντικειμενικό και ο τελικός κριτής τούτου είναι το Δικαστήριο (Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου v. Χριστοφόρου (1994) 3 Α.Α.Δ. 434).

 

Αφού μελετήσαμε προσεκτικά τα προβαλλόμενα από την κάθε πλευρά επιχειρήματα, δεν συμφωνούμε ότι δικαιολογείται η ανατροπή της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης «ο ενάγοντας δεν έχει εκφύγει του εύλογου χρόνου για να ενεργήσει».  Όπως διαφαίνεται από τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η διαδικασία για τη διαπίστωση ή μη της αυθεντικότητας των κατακρατηθέντων εμπορευμάτων ώστε να διαφανεί κατά πόσο παραβιάζονται δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, υπήρξε μακρά και χρονοβόρα. Επισημαίνουμε ότι μία εκ των ιδιοκτητριών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εταιρεία είχε επανέλθει μόλις στις 31.3.11, δηλαδή έναν χρόνο σχεδόν μετά από την ημερομηνία κατάσχεσης των εμπορευμάτων, ζητώντας να προβεί σε επανεξέταση κάποιων δειγμάτων. Περαιτέρω επισημαίνουμε ότι δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός από πλευράς Εφεσείουσας για τυχόν παραβίαση ή επηρεασμό των δικαιωμάτων της από την κατ’ ισχυρισμόν υπέρβαση του «εύλογου χρόνου» από πλευράς Εφεσίβλητου.

 

Στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσείουσας, στο πλαίσιο της ανάπτυξης του τρίτου λόγου έφεσης, υποστηρίζεται πως η συνεχιζόμενη κατάσχεση και κατακράτηση των εμπορευμάτων της δεν ήταν μόνο παράνομη αλλά και αντισυνταγματική, αφού παραβίαζε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας (Άρθρο 23 του Συντάγματος).  Τονίζουμε όμως ότι στους λόγους έφεσης δεν εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας.  Αφ’ ης στιγμής δεν εγείρεται στους λόγους έφεσης, δεν μας παρέχεται η ευχέρεια να το εξετάσουμε. Όπως είναι νομολογημένο, θέμα που δεν εγείρεται ευθέως με λόγο έφεσης δεν εξετάζεται (Κλείτου v. Μάππουρου (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 509 και Κάτζη κ.ά. v. Πατσαλίδη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 999). Επ’ ευκαιρία θα θέλαμε να υπομνήσουμε τη γνωστή νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται εξειδικευμένα με πλήρη λεπτομέρεια ή να διατυπώνονται σε λεπτομερές υπόμνημα, εφόσον εγείρονται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας (Improvement Board Eylenja v. Constantinou (1967) 1 C.L.R. 167 και Κλεάνθους v. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ (ΣΕΔΙΠΕΣ), Πολ. Έφ. Αρ. 332/2021, ημερ. 31.1.24). Στην προκείμενη περίπτωση, ο επιφανειακός τρόπος με τον οποίο εγείρεται το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, κάθε άλλο παρά ικανοποιεί τα ανωτέρω κριτήρια.

 

Καθ’ όσον αφορά τον τέταρτο λόγο έφεσης, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η από μέρους μας αποδοχή της ορθότητας της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως ο Εφεσίβλητος δεν έχει εκφύγει του εύλογου χρόνου για να ενεργήσει, ουσιαστικά θέτει τέρμα σε οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση του.  Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα όσα η Εφεσείουσα υποστήριξε αναφορικά με την ολιγωρία που επέδειξε ο Εφεσίβλητος στη λήψη μέτρων για τη δικαστική δήμευση των κατασχεθέντων εμπορευμάτων. Αντίθετα, με βάση τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, θεωρούμε ως απόλυτα δικαιολογημένη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «δεν έχουν υποστηριχθεί επαρκώς με μαρτυρία οι πιο πάνω ισχυρισμοί περί ολιγωρίας και ή λανθασμένων χειρισμών και ή πλημμελούς άσκησης καθηκόντων, οι οποίοι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί».  Προσθέτουμε επίσης ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι  της Εφεσείουσας δεν έχουν παραπέμψει σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, κατά τον ισχυρισμό τους.

 

Τα όσα έχουμε παραθέσει πιο πάνω μας οδηγούν στην απόρριψη του τρίτου και τέταρτου λόγου έφεσης.

 

Σε σχέση με τον πέμπτο λόγο έφεσης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει κατά πόσο ο τύπος και ο τρόπος διενέργειας της δήμευσης των εμπορευμάτων είχε διενεργηθεί σύμφωνα με τον νόμο, κάτι το οποίο αμφισβήτησε σθεναρά η πλευρά της Εφεσείουσας. Σύμφωνα με το Άρθρο 11(5) του περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που Παραβιάζουν Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας Ν.31(Ι)/2002 και το Άρθρο 13(Ι) του ΕΚ 1383/2003, το Τμήμα Τελωνείων όφειλε να αποδεσμεύσει τα κατακρατηθέντα εμπορεύματα μέσα σε δέκα ημέρες από την κατακράτηση τους, ήτοι μέχρι τις 25.4.2010, εκτός αν αποδεικνύετο ότι οι αιτητές είχαν προχωρήσει σε δικαστική διαδικασία σε σχέση με την ισχυριζόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Τέτοια διαδικασία ουδέποτε έγινε, συνεπώς το Τμήμα Τελωνείων όφειλε να αποδεσμεύσει τα εμπορεύματα της Εφεσείουσας, η δε συνεχής κατακράτηση τους ήταν και εξακολουθεί να είναι παράνομη. Πέραν τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ότι ο Εφεσίβλητος όφειλε να δρα εντός του πλαισίου του νόμου και όχι αυθαίρετα και αντίθετα προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Επιπλέον, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «ίσως να διέρρεαν παράνομα εμπορεύματα στην αγορά», δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον παράνομο χαρακτήρα των ενεργειών του Εφεσίβλητου.

 

Πρωτίστως θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Ν. 31(Ι)/2002 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που παραβιάζουν Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας Ν.133(Ι)/2006.  Ο Νόμος αυτός ρυθμίζει το δικαίωμα κατόχου δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας να υποβάλει αίτηση παρέμβασης στο Τμήμα Τελωνείων, ζητώντας από αυτό να αναστείλει τον τελωνισμό εμπορευμάτων τα οποία επηρεάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Το Άρθρο 6(2) καθορίζει προθεσμία 10 ημερών στον κάτοχο δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, από την ημερομηνία της απόφασης του Τμήματος Τελωνείων, για να προσφύγει στο Δικαστήριο ή και να εξασφαλίσει συντηρητικό διάταγμα ώστε να προσδιοριστεί κατά πόσο υπήρξε παραβίαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας.  Αναμφισβήτητα, στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν.133(Ι)/2006, συνεπώς ούτε και οι καθοριζόμενες σε αυτόν προθεσμίες.

   

        Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, επισημαίνουμε ότι η Εφεσείουσα στην Έκθεση Υπεράσπισης της ουδόλως εγείρει ζήτημα παρανομίας οποιωνδήποτε ενεργειών του Εφεσίβλητου. Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.13 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, διάδικος ο οποίος θέλει να εγείρει την παρανομία ως υπεράσπιση, πρέπει να αναφέρει, στις έγγραφες προτάσεις του, γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία (Ayia Napa Nissi Ltd κ.ά. ν. Παπαμιχαήλ (1992) 1 Α.Α.Δ. 549). Παρατηρούμε ότι κανένα τέτοιο γεγονός δεν εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εφεσείουσας. Ως έχουμε αναφέρει, το μοναδικό ζήτημα που εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι το ότι έχει παρέλθει πέραν του ευλόγου χρόνος, με αποτέλεσμα ο Εφεσίβλητος να εμποδίζεται να αξιώσει τη δικαστική δήμευση των κατασχεθέντων εμπορευμάτων. Όπως δε είναι νομολογημένο, οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα (Loucaides ν. C. D. Hay & Sons Ltd (1971) 1 C.L.R. 134, Courtis a.o. v. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180).

 

Με βάση τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω, καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει κατά πόσο ο τύπος και ο τρόπος της διενέργειας της δήμευσης των εμπορευμάτων είχε διενεργηθεί σύμφωνα με τον Νόμο, ως προβάλλεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης.  Τέτοιο ζήτημα δεν ήταν επίδικο.  Τονίζουμε επίσης ότι μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η Εφεσείουσα δεν έχει καταρρίψει το τεκμήριο του Άρθρου 12 του Παραρτήματος του Ν.133(Ι)/2006, σύμφωνα με το οποίο: «Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά δήμευση εμπορεύματος, το γεγονός της κατάσχεσης, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειας της, λογίζονται, μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω απόδειξη».

 

O πέμπτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

 Με τον έκτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα, ως έχουμε ήδη αναφέρει, προσβάλλει ως λανθασμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «Στην προκείμενη περίπτωση εκ του ελέγχου που έγινε στα υποστατικά της εναγομένης, διαπιστώθηκε πως εκ πρώτης όψεως τα προϊόντα που εντοπίστηκαν παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ακολούθως τούτο επιβεβαιώθηκε από τους εκπροσώπους των ιδιοκτητών των δικαιωμάτων της διανοητικής ιδιοκτησίας για μέρος των προϊόντων αυτών, δηλαδή των επίδικων». Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, όχι μόνο υπήρχε αμφισβήτηση του ότι τα προϊόντα που εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, αλλά και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε στον δικηγόρο της Εφεσείουσας να επεκταθεί σε ερωτήσεις προς την Μ.Ε.1, αναφορικά με τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί.

 

Το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, είναι το ακόλουθο:

 

«E. Είστε σε θέση να γνωρίζετε το διακριτικό στοιχείο που κάποια από τα εμπορεύματα σας είπαν οι δικηγόροι ότι αποτελούν, παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και κάποια άλλα όχι; Ποιο είναι το κριτήριο; Γνωρίζετε;

Α.  Δεν μας είπαν ακριβώς, απλά εμείς έχουμε απόφαση ότι τα συγκεκριμένα είναι αυθεντικά και τα άλλα είναι απομιμήσεις. 

Ε.  Ποιου απόφαση;

Α.  Των δικηγορικών γραφείων.

Ε.  Αυτή είναι η διαδικασία σύμφωνα με τον Περί Τελωνείων Νόμο;

Α.  Δεν μας εξηγούν για ποιο λόγο είναι απομίμηση.

Ε.  Δεν χρειάζεται να πάνε στο Δικαστήριο να πάρουν κάποια διατάγματα;

 

Κα Θωμά: Προσπαθώ να μην διακόπτω τον συνάδελφο, δεν είναι δικογραφημένο κατά πόσο ήταν ή όχι.

 

Δικαστήριο: Κύριε Παπαλλή αν θέλετε να με παραπέμψετε διότι συμφωνώ, νομίζω είναι εκτός επίδικων θεμάτων.

 

Κος Παπαλλής: Φαίνεται από την αλληλογραφία που είναι τεκμήρια ενώπιον σας ότι υπήρχε αμφισβήτηση.

 

Δικαστήριο: Δεν σημαίνει ότι είναι επίδικο όμως.

 

Κος Παπαλλής: Αναφερόμαστε και στη διαδικασία κύριε Πρόεδρε που έπρεπε να παρακολουθεί.

 

Δικαστήριο: Δεν επιτρέπεται η ερώτηση».

 

Όπως διαφαίνεται από την Έκθεση Υπεράσπισης, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα κατασχεθέντα εμπορεύματα παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ως αποτέλεσμα, το ζήτημα αυτό δεν ήταν επίδικο. Κατά συνέπεια, ορθά κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την υποβολή σχετικών επί του ανωτέρω ζητήματος ερωτήσεων προς τη Μ.Ε.1.

 

Υπό το φως των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ήταν ορθό το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «εκ του ελέγχου που έγινε στα υποστατικά της εναγομένης, διαπιστώθηκε πως εκ πρώτης όψεως τα προϊόντα που εντοπίστηκαν παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ακολούθως τούτο επιβεβαιώθηκε από τους εκπροσώπους των ιδιοκτητών των δικαιωμάτων της διανοητικής ιδιοκτησίας για μέρος των προϊόντων αυτών, δηλαδή των επίδικων».

 

Ο έκτος λόγος έφεσης επίσης απορρίπτεται.

 

Η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται €2.400 πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει) προς όφελος του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο