ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 76/2023)
17 Φεβρουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
V.K.C.A. QUALITY LTD,
Εφεσείουσα,
v.
1. GNOMON PHARMA LIMITED
2. ΣΤΕΛΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ,
Εφεσιβλήτων.
__________________________
Α. Παπαλλής για Α.Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.
Σ. Μιχαήλ (κα) για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες, για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Οι κατηγορούμενοι-εφεσίβλητοι αντιμετώπισαν πρωτόδικα τις κατηγορίες της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος (1η κατηγορία) και της παροχής συνδρομής για έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος (2η κατηγορία) κατά παράβαση του Άρθρου 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως έχει τροποποιηθεί.
Η επίδικη επιταγή αφορούσε το ποσό των €360.000 και κατατέθηκε στην πρωτόδικη διαδικασία ως Τεκμήριο 4. Κατατέθηκε προς είσπραξη στις 7/3/2018 και επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά – ανεπαρκή υπόλοιπα». Η επιταγή αυτή, όπως και άλλες τρεις επιταγές που επίσης εκδόθηκαν και ανταλλάγησαν μεταξύ των μερών, ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας ημερομηνίας 18/7/2017 που υπογράφηκε μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας και των κατηγορουμένων σύμφωνα με την οποία η παραπονούμενη θα επένδυε το ποσό των €350.000 στον τομέα της αγοραπωλησίας φαρμάκων και θα της επιστρεφόταν από τους κατηγορούμενους το ποσό των €385.000 εντός 45 ημερών.
Η θέση των κατηγορούμενων ήταν ότι η συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των μερών δεν ήταν επενδυτική συμφωνία αλλά συμφωνία δανείου με παράνομο επιτόκιο και συνεπώς άκυρη ως προϊόν τοκογλυφίας. Ισχυρίστηκαν ότι τόσο η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 4, όσο και οι υπόλοιπες τρεις επιταγές (Τεκμήρια 2, 3 και 5) που αφορούσαν την ίδια πράξη ήταν προϊόντα παράνομης συναλλαγής και ότι η επιστροφή ποσού €385.000 ως κέρδος μέσα σε περίοδο 45 ημερών συνιστά επιτόκιο ύψους 80%, το οποίο αντίκειται στο νόμιμο επιτόκιο, που, τη συγκεκριμένη περίοδο, ήταν 9,42%.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε το Άρθρο 305Α(1) και (6) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«305Α.-(1) Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε (15) ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
[…]
(6) Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.»
Ανέφερε σχετικά ότι, από το λεκτικό του προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η έκδοση της επιταγής, (β) η παρουσίασή της σε τραπεζικό ίδρυμα, (γ) στην ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (δ) η μη πληρωμή της και (ε) ότι παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών. Σημείωσε, επίσης, ότι στο εδάφιο (6) του πιο πάνω Άρθρου παρέχεται η υπεράσπιση την οποία ήγειρε η συνήγορος των κατηγορούμενων, ότι δηλαδή η πράξη ή συναλλαγή μεταξύ της παραπονούμενης και της κατηγορούμενης 1 αντίκειται στα χρηστά ήθη ή και σε οποιονδήποτε νόμο ισχυριζόμενος ότι το Τεκμήριο 1, συμφωνία ημερομηνίας 18/7/2017 με την οποία η παραπονούμενη επένδυσε €350.000 στον τομέα φαρμάκων και εντός 45 ημερών θα επιστρεφόταν σε αυτήν το ποσό των €385.000, ήταν αποτέλεσμα παρανομίας, συγκεκριμένα τοκογλυφίας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε επίσης σχετικά και παρέθεσε αυτούσια τα Άρθρα 30(1) και 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.162, όπως και νομολογία αναφορικά με το μαχητό τεκμήριο αντιπαροχής σε σχέση με την έκδοση επιταγών υπέρ του κατόχου τους (βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΦΟΥΡΝΙΔΗΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 916), αλλά και με την αρχή ότι η αντιπαροχή δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αποτελεί όμως υπεράσπιση (ΔΡΟΥΓΚΑ ν. ΜΑΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση 248/2018, ημερομηνίας 31/10/2019), ECLI:CY:AD:2019:B454.
Ανάφερε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του Διευθυντή της 1ης κατηγορουμένης και παρέθεσε σχετικά τις αρχές που η νομολογία έχει καταδείξει, ότι η ιδιότητα του Διευθυντή από μόνη της δεν είναι ικανή για καταδίκη του κατηγορούμενου ως συνεργού, αλλά χρειάζεται μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει τη συμμετοχή ή συμπεριφορά η οποία να στοιχειοθετεί τη συνέργεια και η οποία θα πρέπει να καλύπτει χρονικά όλο το διάστημα παροχής συνδρομής στη διάπραξη του αδικήματος ή στην παράλειψη που συνεισφέρει στη δημιουργία του αδικήματος. Παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις TEREZIAN v. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016, ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 600, ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ v. SCOPY SHOE FACTORY LTD (2003) 2 A.A.Δ. 261, ΙΩΑΝΝIΔΗ v. GASTOP BOUTIQUE LTD Κ.Α., Ποινική Έφεση 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:B235, ΣΑΒΒΑΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ v. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015.
To πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργεί το Άρθρο 305Α(1) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 έχουν αποδειχτεί μέσω των παραδεκτών γεγονότων αλλά και μέσω της υπόλοιπης μαρτυρίας. Προχώρησε ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο το Τεκμήριο 1 είναι αποτέλεσμα παρανομίας, και συγκεκριμένα τοκογλυφίας, ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης. Ορθά, ανέφερε ότι το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους των κατηγορουμένων, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αποδείξουν τον ισχυρισμό περί τοκογλυφίας παραπέμποντας στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΜΑΚΡΗΣ (1984) 2 Α.Α.Δ. 332.
Αποδέχτηκε σχετικά ως ορθή την κατάληξη του ΜΥ1, λογιστή, σε σχέση με τους υπολογισμούς που έκανε για την επίδικη συμφωνία και το επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας. Θεώρησε συνεπώς ότι το ποσό των €35.000 αποτελεί τόκο που ξεπερνά το επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας και άρα παράνομο. Ο τόκος που θα δικαιούτο η παραπονούμενη σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στη βάση του επιτοκίου αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας, θα ήταν €3.962. Επομένως κατέληξε, οτιδήποτε πάνω από το ποσό αυτό είναι παράνομος τόκος.
Κατέληξε ότι εφόσον αποδέκτηκε ότι το ποσό των €35.000 αποτελούσε τόκο, ο οποίος ήταν παράνομος, τότε η Υπεράσπιση έχει στοιχειοθετήσει την υπεράσπιση που της επιτρέπεται με βάση το Άρθρο 305Α(6) και έκρινε την πράξη παράνομη αθωώνοντας έτσι τους κατηγορούμενους 1 και 2 από τις κατηγορίες που αντιμετώπισαν.
Είναι η θέση του συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το Δικαστήριο έσφαλλε τόσο με το να επιτρέψει εξωγενή μαρτυρία κατά του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 όσο και με το να δεχτεί τη θέση του ΜΥ1 ότι η ούτω καλούμενη επενδυτική συμφωνία ήταν στην πραγματικότητα συμφωνία δανείου με τόκο που υπερέβαινε το νόμιμο, και άρα επρόκειτο περί τοκογλυφίας και λανθασμένα κατέληξε ότι η συμφωνία ήταν παράνομη ή ανήθικη και απάλλαξε τους εφεσίβλητους από τις υποχρεώσεις τους.
Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος έφεσης πραγματεύεται την λανθασμένη κατά τους εφεσείοντες απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιτρέψει την παρουσίαση εξωγενούς μαρτυρίας από πλευράς εφεσιβλήτων η οποία στόχευε τη νομιμότητα της συμφωνίας που υπέγραψαν τα επίδικα μέρη, παρακάμπτοντας τον γενικό κανόνα ότι ένα έγγραφο αποτελεί αποκλειστική και πλήρη απόδειξη των όρων του. Τα μέρη, είχαν προσδιορίσει το Τεκμήριο 1, ως επενδυτική συμφωνία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο όμως αποδέχτηκε τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι η συμφωνία Τεκμήριο 1 ήταν σύμβαση δανείου.
Κατ’ αρχήν, παρατηρούμε, ότι είναι ορθή η θέση της συνηγόρου των εφεσίβλητων ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς εφεσειόντων για την προσαγωγή της μαρτυρίας του ΜΥ1, ο οποίος μάλιστα αντεξετάστηκε από τον συνήγορό τους. Μάλιστα, ούτε κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα του υποβλήθηκε ισχυρισμός ότι η μαρτυρία του ήταν άσχετη και/ή εξωγενής. Η μαρτυρία του ΜΥ1 επικεντρώθηκε σε δύο σημεία. Το πρώτο ήταν ότι η συμφωνία Τεκμήριο 1 αποτελούσε συμφωνία δανείου και όχι επενδυτική συμφωνία και το δεύτερο αφορούσε το επιτόκιο που σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ήταν 82,97% ετησίως, ενώ το μέγιστο επιτρεπτό την επίδικη χρονική περίοδο σύμφωνα με τα επιτόκια αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας ήταν 9.47%.
Είναι γνωστή η αρχή ότι θέματα τα οποία δεν εγέρθηκαν πρωτόδικα, δεν μπορούν να εξεταστούν από το Εφετείο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2006) 2 Α.Α.Δ. 288, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. Κ.Ο.Τ. (2009) 2 Α.Α.Δ. 37.
Με δεδομένο το ότι το θέμα της παρουσίασης κατ’ ισχυρισμόν εξωγενούς μαρτυρίας δεν εγέρθηκε πρωτόδικα, το μόνο που χρειάζεται να πούμε είναι ότι δεν κατέστη επίδικο και δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο της έφεσης, κατ’ επίκληση της νομολογίας που έχουμε αναφέρει πιο πάνω.
Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Την ίδια τύχη θα πρέπει να έχει και ο δεύτερος λόγος έφεσης. Προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα επέτρεψε να αναλωθεί μεγάλο μέρος της διαδικασίας ενώπιόν του στη νομιμότητα αντιπαροχής της επίδικης επιταγής. Οι εφεσίβλητοι ουδέποτε επικαλέστηκαν το θέμα νομιμότητας της αντιπαροχής ώστε να σταματήσουν γι’ αυτόν τον λόγο την πληρωμή της επιταγής. Παρατηρούμε ότι βασικό επιχείρημα των εφεσειόντων είναι ότι οι εφεσίβλητοι δεν ανακάλεσαν την εν λόγω επιταγή, η οποία δεν τιμήθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Όμως, το εδάφιο (6) του επίδικου άρθρου του Ποινικού Κώδικα (ανωτέρω) δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις ανάκλησης. Ήταν, επομένως, θεμιτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει την εγειρόμενη υπεράσπιση.
Η ουσία της προβαλλόμενης υπεράσπισης δεν εφεσιβάλλεται, ως προκύπτει από τους εγειρόμενους λόγους έφεσης, επομένως δεν θα μας απασχολήσει.
Κατά συνέπεια, ουδέν σφάλμα προκύπτει στην πρωτόδικη προσέγγιση, καθιστώντας αβάσιμο και τον δεύτερο λόγο έφεσης.
Η Έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο