Θ. Π. v. Α. Ν., Πολιτική Έφεση Αρ. E24/2025, 19/2/2026
print
Τίτλος:
Θ. Π. v. Α. Ν., Πολιτική Έφεση Αρ. E24/2025, 19/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 (Πολιτική Έφεση Αρ. E24/2025)

(i-justice)

 

19 Φεβρουαρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

Θ. Π.

 

Εφεσείουσα

v.

 

Α. Ν.

 

Εφεσίβλητος

 

------------------------

 

Ν. Κουκούνης, για Γεώργιος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείουσα

Χ. Κανέλλα (κα),  για Αργυρού και Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. και Μούσουλος, Κανέλλα & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Στο πλαίσιο της εναρκτήριας αίτησης της για ζητήματα γονικής μέριμνας, η Εφεσείουσα καταχώρισε και μονομερή αίτηση στις 7.9.23, βάσει της οποίας εξασφάλισε προσωρινά διατάγματα, με τα οποία αφενός τής ανατέθηκε η φύλαξη και φροντίδα των δύο ανήλικων τέκνων, τότε 11 και 13 ετών και αφετέρου καθορίστηκε ως τόπος διαμονής τους ο τόπος διαμονής της ίδιας.

 

Από πλευράς του ο Εφεσίβλητος πατέρας αντέδρασε με ένσταση στα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα αλλά και με δική του μονομερή αίτηση, ημερομηνίας 18.7.24, βάσει της οποίας εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα ρυθμίζον την επικοινωνία του με τους ανήλικους υιούς του. Άλλες διεκδικούμενες εκ μέρους του ενδιάμεσες θεραπείες, όπως τα αιτήματα για αξιολόγηση τέκνων και γονέων από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας («Υ.Ψ.Υ») ορίστηκαν για επίδοση.

 

Ας σημειωθεί ότι, στις 11.6.24, ήτοι προ της καταχώρισης της αίτησης υπό του Εφεσιβλήτου, η πρωτόδικη Δικαστής είχε πραγματοποιήσει συνέντευξη με τους ανήλικους και πιο μετά, στις 30.7.214, αυτεπαγγέλτως, κατόπιν ακρόασης των μερών, διέταξε την παροχή συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης στους ανήλικους, καθώς επίσης και την ετοιμασία σχετικής αξιολόγησης από τις Υ.Ψ.Υ. Εφήβων Λάρνακας. Οι δε διάδικοι, διετάχθησαν όπως παρέχουν την απαραίτητη συνδρομή και συνεργασία τους για την εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος αξιολόγησης των ανήλικων.

 

  Στην πορεία οριστικοποιήθηκε εκ συμφώνου μόνο το προαναφερθέν  διάταγμα επικοινωνίας. Όλα τα υπόλοιπα ζητήματα εξετάστηκαν κατά την ακρόαση των δύο ενδιάμεσων αιτήσεων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Με την εκκαλούμενη απόφαση της, η πρωτόδικη Δικαστής, πρώτον, οριστικοποίησε το μονομερώς εκδοθέν υπέρ της Εφεσείουσας διάταγμα, δεύτερον εξέδωσε διάταγμα επιπρόσθετης επικοινωνίας του Εφεσίβλητου κατά μια ημέρα και τρίτον διέταξε και τους δύο γονείς όπως υποβληθούν και οι ίδιοι σε αξιολόγηση από τις Υ.Ψ.Υ. εάν αυτό κριθεί απαραίτητο από τις εν λόγω Υπηρεσίες. Αυτό το τρίτο, το κατ’ ουσίαν Διάταγμα Αξιολόγησης Γονέων, συνιστά το μόνο αντικείμενο της παρούσας έφεσης, μετά την απόσυρση σειράς άλλων λόγων έφεσης και τη διατήρηση μόνο των λόγων έφεσης αρ. 1 έως 7. Ειδικότερα η Εφεσείουσα προσβάλλει το ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 18.3.25 με το οποίο:

 

«… διατάσσονται αμφότεροι οι διάδικοι όπως συμμετέχουν σε διαδικασία και/ή σε πρόγραμμα αξιολόγησης από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων όπως επίσης και σε πρόγραμμα συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης Ενηλίκων, σε περίπτωση που οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιού και Εφήβου κατά την  συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη και αξιολόγηση των ανηλίκων κρίνουν απαραίτητη την συμμετοχή, συνεργασία, συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη και αξιολόγηση και των διάδικων μέσω ανάλογου προγράμματος αξιολόγησης από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων ή μέσω προγράμματος συμβουλευτικής/ψυχολογικής στήριξης Ενηλίκων. Η υποχρέωση των διαδίκων θα ξεκινά αμέσως μετά την γνωστοποίηση σε αυτούς της σχετικής εκτίμησης/κρίσης της Υπηρεσίας Ψυχικής Υγείας Παιδιού και Εφήβου».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Διευκρινίζεται πως η παλαιότερη αυτεπάγγελτη έκδοση διατάγματος συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης των ανηλίκων αποτέλεσε και τον λόγο απόρριψης του σχετικού ταυτόσημου αιτήματος του Εφεσίβλητου, διότι κρίθηκε πως αυτό είχε πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου. Εις ό,τι αφορά το εκδοθέν Διάταγμα Αξιολόγησης Γονέων, η πρωτόδικη Δικαστής παρέθεσε την εξής αιτιολογία:

 

«Ότι (sic) απομένει είναι το αίτημα του Καθ’ ου η αίτηση για υποχρέωση των διαδίκων να συμμετάσχουν και οι ίδιοι στη διαδικασία και/ή στο πρόγραμμα αξιολόγησης από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων όπως επίσης και σε πρόγραμμα συμβουλευτικής/ψυχολογικής στήριξης Ενηλίκων σε περίπτωση που κατά την συνεργασία των διαδίκων με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιού και Εφήβου κριθεί αναγκαίο. Λαμβάνοντας υπόψη όσα τέθηκαν ενώπιον μου και κυρίως τις έντονα συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων οι οποίες αναπόφευκτα επιδρούν αρνητικά στον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο τόσο των ιδίων αλλά κυρίως των ανήλικων τέκνων τους όπως άλλωστε διαφάνηκε και μέσα από την συνέντευξη με τα ανήλικα, κρίνω το εν λόγω διάταγμα απόλυτα δικαιολογημένο και εναρμονισμένο με τον σκοπό της διαδικασίας όπου πρώτιστο μέλημα είναι το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων. Αν οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιού και Εφήβου κατά την συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη και αξιολόγηση των ανηλίκων κρίνουν απαραίτητη την συμμετοχή, συνεργασία, συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη και αξιολόγηση και των διαδίκων μέσω ανάλογου προγράμματος αξιολόγησης από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων ή μέσω προγράμματος συμβουλευτικής/ψυχολογικής στήριξης Ενηλίκων, τότε αυτό θα πρέπει να γίνει ώστε να εξυπηρετηθεί πρωτίστως το συμφέρον των ανηλίκων που παραμένουν έρμαια των συγκρουσιακών σχέσεων των γονέων τους».

(έμφαση δοθείσα)

 

Λόγοι Έφεσης

 

Με τους εναπομείναντες επτά λόγους έφεσης η Εφεσείουσα υποστηρίζει κατά σειράν ότι η εκκαλούμενη απόφαση: (1) Εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας δεδομένου ότι κανένας Νόμος δεν προνοεί τέτοιο διάταγμα, (2) Παραβιάζει το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής δεδομένου ότι η Εφεσείουσα δεν έδωσε τη συγκατάθεση της και ελλείπει σχετική νομοθετική πρόνοια, (3) Παραβιάζει το δικαίωμα ακρόασης υπό αρμόδιου Δικαστηρίου διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραχώρησε την εξουσία λήψης απόφασης στις Υ.Ψ.Υ., (4) Παραβιάζει τον Ν.1(Ι)/2005 και τα δικαιώματα ασθενών δεδομένου ότι η Εφεσείουσα δεν συγκατατέθηκε, (5) Συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση δεδομένου ότι η Εφεσείουσα δεν έδωσε τη συγκατάθεση της, (6) Στηρίζεται σε εσφαλμένη και ή ανεπαρκή αιτιολογία, και (7) Είναι εσφαλμένη διότι δεν υπήρχε μαρτυρία εμπειρογνώμονα η οποία να τη δικαιολογούσε.  

 

Όπως ευλόγως γίνεται αντιληπτό, τόσο από την αιτιολογία όσο και από το περίγραμμα αγόρευσης, με τους λόγους έφεσης αρ. 2 και 5 εγείρονται ζητήματα αντισυνταγματικότητας της απόφασης εν σχέσει με τα Άρθρα 15 και 8 του Συντάγματος, τα οποία κατοχυρώνουν αντιστοίχως το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα της μη υποβολής σε ταπεινωτική μεταχείριση. Καθηκόντως μας έχει προβληματίσει το κατά πόσον πρόκειται για περίπτωση η οποία θα πρέπει να παραπεμφθεί ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 144 του Συντάγματος, ούτως ώστε να αποφανθεί επί των πιο πάνω ζητημάτων. Η εξέταση όμως ζητήματος αντισυνταγματικότητας προϋποθέτει ότι τούτο είναι απολύτως αναγκαίο και καθοριστικό για την έκβαση της υπόθεσης και δεν θεωρούμε ότι ευρισκόμαστε ενώπιον τέτοιας περίπτωσης (βλ. Αναφορικά με την απόφαση στην Ποιν. Έφ. 148/23 Sutton ν. Δημοκρατίας, Αίτηση Παραπομπής αρ. 2/24, ημερ. 17.7.24). 

 

Κατά την κρίση μας η έφεση δύναται να εξεταστεί στη βάση των γενικών νομολογιακών αρχών χωρίς να καθίσταται αναγκαία η επίλυση συνταγματικών ζητημάτων. Παραθέσαμε πρόσφατα, στην υπόθεση R. v. R., Πολ. Έφ. Ε4/2025, ημερ. 30.12.25, τόσο τις νομολογιακές αρχές, οι οποίες σχετίζονται με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων όσο και αυτές στη βάση των οποίων επεμβαίνει το Εφετείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ως προς το δεύτερο αυτό σκέλος παραπέμψαμε στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας (2000) 1 Α.Α.Δ. 364, στην οποία, εν σχέσει με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, διευκρινίστηκε ότι:

 

«Πρόκειται για απόφαση που απορρέει από την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται,

 

(α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες.

(β) Όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1992) 1 Α.Α.Δ. 710).

(γ) Όπου υπάρχει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων, μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd v. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939] 3 All E.R. 892) ».

 

Η πρώτη φορά κατά την οποία παρόμοιο ζήτημα τέθηκε ενώπιον Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ήταν στην υπόθεση Χειμωνίδης ν. Κωνσταντινίδου, Έφεση 14/2020, ημερ. 7.10.21. Εκεί, υπό ανάλογες περιστάσεις, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αρνηθεί την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος για παραπομπή της μητέρας και του ανηλίκου τέκνου της σε ψυχίατρο ή ψυχολόγο ή άλλο ειδικό για εξέταση και παρακολούθηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει πως η επιβολή ιατρικής ή άλλης εξέτασης ενείχε το στοιχείο της επέμβασης στην ιδιωτική ζωή για την οποία απαιτείτο ρητή νομοθετική πρόνοια, η οποία δεν υφίστατο. Εξετάζοντας την υπόθεση το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, θεώρησε την έφεση εντελώς αβάσιμη και έκρινε ότι ήταν εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να κρίνει ως έκρινε, καθώς και ότι το ζήτημα έπρεπε να δικαστεί στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης.

 

Σχετικά σύντομα μετά την ως άνω απόφαση, παραπλήσιο ζήτημα καθ’ όσον αφορά τα παιδιά, συμπεριελήφθη στις αλλαγές που επέφερε ο τροποποιητικός Ν.2(Ι)/23 στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Ν.23/90, του οποίου πλέον το Άρθρο 6(3) προνοεί ότι «[Ο]ι Δικαστές, εφόσον κρίνουν ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού, δύνανται να διατάσσουν αυτεπαγγέλτως την παροχή συμβουλευτικής και/ή ψυχολογικής στήριξης σε παιδί, χωρίς να απαιτείται συγκατάθεση των γονέων του:». Παρά ταύτα, θα πρέπει να σημειωθεί για ό,τι αξίζει, πως δεν υπάρχει στη νομοθεσία μας αντίστοιχη ρητή πρόνοια εν σχέσει με ενήλικα πρόσωπα και δη τους γονείς τέκνου, ήτοι για εξουσία επιβολής συμβουλευτικής και ή ψυχολογικής στήριξης χωρίς τη συγκατάθεση των προσώπων κατά των οποίων θα στρεφόταν ένα τέτοιο διάταγμα.

 

Βέβαια, τόσο στην κυπριακή έννομη τάξη με βάση το Άρθρο 18 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/1990, όσο και στην ελληνική έννομη τάξη, σύμφωνα με το Άρθρο 1532 του Αστικού Κώδικος, σε περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας και προτού προχωρήσει σε αφαίρεση της, το Δικαστήριο δύναται κατ’ αρχάς, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας, ως μια ηπιότερη αντιμετώπιση, να διατάξει οποιοδήποτε άλλο «πρόσφορο μέτρο». Γίνεται δε δεκτό ότι αυτό περιλαμβάνει εξουσία να υποχρεώσει τους γονείς να επισκέπτονται οικογενειακό σύμβουλο ή να ζητούν τη συμβουλή ενός παιδοψυχολόγου πριν από κάποιες συγκεκριμένες ενέργειες τους ή να ζητούν εκ των προτέρων την άδεια του δικαστηρίου για συγκεκριμένη δράση τους (βλ. «Οικογενειακό Δίκαιο», Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Τέταρτη Έκδοση, σ. 741). Εννοείται ασφαλώς πως τέτοιου είδους μέτρα διαφέρουν από τη διαταγή για αξιολόγηση της ψυχικής υγείας οποιουδήποτε γονέως.

 

Στην παρούσα περίπτωση βέβαια, δεν τίθεται θέμα μόνο συμβουλευτικών ή άλλων μέτρων στήριξης, ούτως ώστε να εξεταστεί το όλο θέμα σε αυτή τη βάση. Η πρωτόδικη Δικαστής διέταξε, σε ενδιάμεσο μάλιστα στάδιο, τους γονείς να «συμμετέχουν σε διαδικασία και ή σε πρόγραμμα αξιολόγησης από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων» (έστω και αν ως παρεπόμενη επιλογή δίδεται και η συμμετοχή σε πρόγραμμα συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης ενηλίκων).

 

Ασφαλώς δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του Εφεσιβλήτου, ο οποίος υποστηρίζει ότι με την εφαρμογή του εκδοθέντος διατάγματος, η Εφεσείουσα δεν θα υποβληθεί σε «φροντίδα υγείας» αλλά απλώς θα αξιολογηθεί ως προς το κατά πόσον χρήζει να υποβληθεί σε «φροντίδα υγείας», η οποία κατά τον Εφεσίβλητο ναι μεν περιλαμβάνει τη «διάγνωση» αλλά διαφέρει από την «αξιολόγηση», την οποία διέταξε το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Ν.1(Ι)/2005, ««φροντίδα υγείας» σημαίνει κάθε μορφή ιατρικής, οδοντιατρικής, παραϊατρικής, εργαστηριακής, φαρμακευτικής ή νοσηλευτικής υπηρεσίας για πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία, ανακούφιση, αποκατάσταση ή προαγωγή της υγείας, περιλαμβανομένης και της ψυχικής». Ο ίδιος Νόμος, με το Άρθρο 11(1) ορίζει ότι: «Προϋπόθεση για την παροχή φροντίδας υγείας είναι η ενημερωμένη συγκατάθεση του ασθενούς που δίδεται ύστερα από ολοκληρωμένη ιατρική πληροφόρηση, που παρέχεται από τον παροχέα υπηρεσιών υγείας στον ασθενή, σε κατάλληλο χρόνο και τόπο και κατά τρόπο καταληπτό από τον ασθενή, ούτως ώστε ο τελευταίος να μπορεί να αντιλαμβάνεται τις πληροφορίες που του παρέχονται και να αποφασίζει ελεύθερα και ανεπηρέαστα». Δεν συμφωνούμε ότι εντός του πλαισίου αυτού διαφέρει σε σημασία η αναφερόμενη στο πιο πάνω άρθρο «διάγνωση» από τη διαταχθείσα υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου «αξιολόγηση». Κατά την κρίση μας, η «αξιολόγηση» της ψυχικής υγείας κάποιου, ισοδυναμεί ή και οδηγεί αναπόφευκτα και στη «διάγνωση» οποιουδήποτε τυχόν υφιστάμενου ζητήματος της ψυχικής του υγείας. Υπ’ αυτή την έννοια επρόκειτο για φροντίδα υγείας, η οποία δεν μπορούσε να διαταχθεί χωρίς την αναγκαία συγκατάθεση της Εφεσείουσας.

 

Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης μας, υπάρχουν και κάποια άλλα επιπλέον στοιχεία, τα οποία σφραγίζουν την κατάληξη μας ότι δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου. Παρότι βέβαια αυτά στην παρούσα εκ των πραγμάτων δεν καθορίζουν το αποτέλεσμα, εντούτοις επιβεβαιώνουν την κρίση μας περί του ότι ασκήθηκε εσφαλμένα η πρωτόδικη διακριτική ευχέρεια.

 

Εν πρώτοις, σημειώνουμε το ότι στα αιτητικά της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εφεσίβλητου δεν υπήρχε καμμιά αξίωση σε σχέση με αξιολόγηση ή θεραπεία της Εφεσείουσας, παρότι τέτοιες, εν παρόδω όμως, αναφορές υπήρξαν σε ένα σημείο στο εκτενέστατο δικόγραφο (§43).

 

Κατά δεύτερον, παρατηρούμε ότι για το επιμέρους ζήτημα των διανυκτερεύσεων, το πρωτόδικο Δικαστήριο συνεκτιμώντας τις περιστάσεις, έκρινε «ορθότερο όπως το ζήτημα αφεθεί να εξεταστεί κατά την εκδίκαση της κύριας διαδικασίας όπου πλέον το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας και την έκθεση του γραφείου ευημερίας». Δεν επικράτησε όμως παρόμοια λογική για το ζήτημα της ψυχικής αξιολόγησης και ούτε δόθηκε κάποια εξήγηση για τον διαφορετικό αυτό χειρισμό. Με αποτέλεσμα η σπουδή του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα στο ενδιάμεσο στάδιο να παραμένει κατ’ ουσίαν ανεξήγητη και αναιτιολόγητη.

 

Υπενθυμίζουμε προς τούτο ότι είχε ήδη προηγηθεί διάταγμα συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης των ανηλίκων, καθώς και αξιολόγησης τους, σε συνδυασμό με διάταγμα εναντίον των γονέων όπως παρέχουν την απαραίτητη συνδρομή και συνεργασία. Ουσιαστικά το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε τις «έντονα συγκρουσιακές σχέσεις» των διαδίκων, στοιχείο για το οποίο μάλιστα κατέληξε ότι «αναμφίβολα καταδεικνύεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις αμφοτέρων». Παραγνώρισε όμως τις αλλεπάλληλες διάσπαρτες αναφορές του ότι δεν υπεισέρχεται στους αντικρουόμενους ισχυρισμούς και ότι δεν καταλήγει σε οποιαδήποτε ευρήματα. Κυρίως όμως παραγνώρισε πως αυτό ήταν ένα παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα, για το οποίο δεν υπήρχε υπόβαθρο ότι ήταν απαραίτητο για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας με σκοπό την επίλυση επείγουσας κατάστασης (βλ. Χειμωνίδης, ανωτέρω). Ιδίως παραγνωρίστηκε η βασικότατη αρχή ότι παρεμπίπτοντα προστακτικά διατάγματα εκδίδονται με φειδώ και για να εκδοθούν πρέπει τα γεγονότα να είναι σαφή (βλ. «Διατάγματα», Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμης, 2016, σ. 87 και 92).

 

Το τρίτο, και ουσιωδέστερο βέβαια, είναι το ότι το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε καν ότι ήταν αναγκαίο ένα τέτοιο προστακτικό διάταγμα. Στην πραγματικότητα όντως παραχώρησε την εξουσία του στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιού και Εφήβου («Υ.Ψ.Υ.Π.Ε.»). Το πρωτόδικο Δικαστήριο δηλαδή δεν αποφάσισε ότι ήταν αναγκαία η συμβουλευτική ή ψυχολογική στήριξη ή η (ψυχική) αξιολόγηση των γονέων. Αυτό θα εξαρτάτο από την εκτίμηση και κρίση των Υ.Ψ.Υ.Π.Ε. Κατά τη γνώμη μας συνιστά σχήμα οξύμωρο να χαρακτηρίζεται ως «απόλυτα δικαιολογημένο» ένα προστακτικό διάταγμα για ενέργεια η οποία πιθανόν να χρειαστεί αλλά μπορεί και να μην χρειαστεί, αναλόγως της εκτίμησης ή κρίσης κάποιου τρίτου.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο το οποίο παρέχεται από τον Νόμο.

 

Ως εκ τούτου το εκδοθέν διάταγμα (υπό «Γ» στην απόφαση) ακυρώνεται.

    

Επιδικάζονται έξοδα €2.000, συν Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, προς όφελος της Εφεσείουσας και εις βάρος του Εφεσίβλητου.

 

 

 

 

                                                                            Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο