Ε. Κ. v. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 1/2026, 31/3/2026
print
Τίτλος:
Ε. Κ. v. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 1/2026, 31/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 1/2026)

(i-justice)

31 Μαρτίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

Ε. Κ.

Εφεσείουσα

ΚΑΙ

 

ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ

[ΩΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 11(ΙΙΙ)/94]

 

Εφεσιβλήτου

ΚΑΙ

 

D. G.

 

Ενδιαφερόμενου Μέρους

--------------------

 

Λ. Βραχίμης, για Ελένη Βραχίμη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείουσα

Β. Ψωμά (κα), για Γενικόν Εισαγγελέα, για Εφεσίβλητο

Κ. Διονυσίου, για Ενδιαφερόμενο Μέρος

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με δεκατρείς λόγους έφεσης η Εφεσείουσα (μητέρα) εφεσιβάλλει την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 23.12.25, με την οποία διέταξε την άμεση επιστροφή στην Κροατία του διετούς πλέον ανήλικου τέκνου της, εγκρίνοντας σχετική αίτηση, στηριζόμενη στη Σύμβαση της Χάγης του 1980 για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών, κυρωθείσα με τον Ν.11(ΙΙΙ)/1994 (εφεξής «η Σύμβαση της Χάγης»). Την αίτηση είχε καταχωρίσει ο Εφεσίβλητος, ως Κεντρική Αρχή, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης από το Ενδιαφερόμενο Μέρος, πατέρα του ανήλικου τέκνου. Διευκρινίζεται ότι, κατόπιν αίτησης του πατέρα και με τη σύμφωνη γνώμη όλων, χορηγήσαμε άδεια για εκπροσώπηση του στην έφεση και πρόσβαση στον ηλεκτρονικό φάκελο, ταυτόχρονα με τη ρητή δήλωση του πατέρα ότι δεν επιθυμούσε την καταχώριση ξεχωριστού περιγράμματος εκ μέρους του και ότι θα υιοθετούσε την αγόρευση της Κεντρικής Αρχής.

 

Πρωτόδικη Διαδικασία

 

Η αίτηση πρωτοδίκως συνοδεύετο από ένορκη δήλωση της κας Τροοδίας Διονυσίου, λειτουργού στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αρμόδιας για τον χειρισμό υποθέσεων βάσει της Σύμβασης της Χάγης, η οποία λειτουργός, σε μεταγενέστερο χρόνο, καταχώρισε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η ένσταση συμπεριελάμβανε εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης και συνοδεύετο από ένορκη δήλωση της μητέρας (Εφεσείουσας), η οποία εν συνεχεία, επίσης καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η πρωτόδικη Δικαστής σημείωσε αφενός πως δεν αντεξετάστηκε οποιαδήποτε ενόρκως δηλούσα και αφετέρου πως «[Μ]έρος στη διαδικασία έλαβε εκτός από τα μέρη, ο πατέρας του ανήλικου ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ο οποίος ωστόσο δεν καταχώρισε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση διότι τα όσα κατέθεσε ενόρκως η κα. Διονυσίου ήταν αρκούντως ικανοποιητικά. Έθεσε ωστόσο εαυτόν διαθέσιμο (sic) προς αντεξέταση στη βάση προφορικής μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης σε περίπτωση που η άλλη πλευρά επιθυμούσε την αντεξέταση και του ιδίου».

 

Η βασική εκδοχή της κας Διονυσίου ήταν ότι οι γονείς του παιδιού, διατηρούσαν σχέση, ότι λόγω προβληματικής εγκυμοσύνης το παιδί γεννήθηκε στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 2023, ότι έξι εβδομάδες αργότερα μετέβησαν όλοι στην Κροατία και ότι το παιδί καταγράφηκε αμέσως στη διεύθυνση κατοικίας του πατέρα, όπου διέμενε η οικογένεια. Τους τελευταίους μήνες πριν την αίτηση, η Εφεσείουσα απείλησε τον πατέρα ότι θα ερχόταν στην Κύπρο, παρά τη θέληση του, με τον ανήλικο, οπότε ο πατέρας εξασφάλισε δικαστικό διάταγμα απαγόρευσης εξόδου. Ενημέρωσε σχετικά την Εφεσείουσα στις 14.3.25, προς την οποία εξέφρασε ρητώς την αντίθετη θέση του. Η μητέρα και ο ανήλικος έχασαν μια πρώτη πτήση ημερομηνίας 16.3.25 προς Κύπρο αλλά εν τέλει ταξίδεψαν στις 18.3.25 εν αγνοία του πατέρα. Στην αρχική ένορκη δήλωση της η κα Διονυσίου επεσύναψε ως Τεκμήρια 1 έως 16 διάφορα έγγραφα, τα οποία συνόδευαν το αίτημα της Κροατικής Κεντρικής Αρχής.

 

Η μητέρα προέβαλε στην ένορκη δήλωση της ότι με τον πατέρα συνήψαν σχέση το 2018, ότι ακολούθως η ίδια πήγαινε στην Κροατία όποτε είχε διακοπές και μπορούσε αλλά ο πατέρας ερχόταν στην Κύπρο πιο πολύ. Από τον Απρίλιο του 2023, που ενημερώθηκε πως ήταν έγκυος, η ίδια διέμενε στην Κύπρο, εκφράζοντας την απροθυμία της να μετακομίσει στην Κροατία. Ο πατέρας πραγματοποίησε κάποιες επισκέψεις στην Κύπρο και ήταν παρών στον τοκετό στις 3.11.23. Έχοντας όλη την καλή διάθεση και θέλοντας να γνωρίσει το παιδί τον πατέρα του, η ίδια πήγε με τον ανήλικο στην Κροατία στις 18.12.23, όπου συγκατοικούσε με τον πατέρα, εν αναμονή εξεύρεσης μόνιμης δικής της εργασίας στην Κύπρο. Πολύ σύντομα αντιλήφθηκαν ότι η συγκατοίκηση ήταν αδύνατη και το καλοκαίρι του 2024, αφού διαπίστωσαν ότι η σχέση τους δεν μπορούσε να αναβιώσει, η ίδια προσπαθούσε να συζητήσει την περαιτέρω διαχείριση της κατάστασης αλλά ο πατέρας απέφευγε τη συζήτηση. Η ίδια παράλληλα υπέβαλλε αιτήσεις για εργοδότηση της στην Κύπρο, ως αντικαταστάτρια καθηγήτρια Αγγλικών.

 

Η μητέρα προσθέτει πως κατά τον Ιανουάριο του 2025 κατέληξαν με τον πατέρα σε συμφωνία ότι η ίδια μπορούσε να επιστρέψει με το παιδί στην Κύπρο. Στο ενδιάμεσο προηγούμενο διάστημα η μητέρα είχε έλθει τέσσερεις φορές στην Κύπρο είτε για να βοηθήσει μαθητές, στους οποίους δίδασκε διαδικτυακά, είτε για υποβολή αιτήσεων προς εργοδότηση και για συνέντευξη είτε επειδή διορίστηκε ως αντικαταστάτρια, κατά την τελευταία φορά από 17.11.04 έως 5.1.25. Βάσει της πιο πάνω συμφωνίας τους, η ίδια στις 20.2.25 ενέγραψε το παιδί σε νηπιαγωγείο στην Κύπρο, για το σχολικό έτος 2026 - 2027. Στις 14.3.25 έλαβε κλήση για συνέντευξη εργασίας στην Κύπρο και για αυτό είχε προγραμματίσει για τις 16.3.25 το σχετικό ταξίδι, το οποίο, με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα, εν τέλει πραγματοποίησε στις 18.3.25, έχοντας μαζί της και το παιδί.

 

Τέλος, ήταν η θέση της πως ο πατέρας προέβη σε εκούσια αναγνώριση τέκνου, ότι το παιδί έλαβε Κυπριακή υπηκοότητα και ότι βάσει αίτησης γονικής μέριμνας (αρ. 204/25), την οποία καταχώρισε μετά την άφιξη της στην Κύπρο, εκδόθηκε διάταγμα απαγορεύον την έξοδο του παιδιού από την Κύπρο (stop list). Αρνείται ότι μετακίνησε παράνομα το παιδί από την Κροατία στην Κύπρο, προσθέτοντας ότι ο πατέρας ήταν ενήμερος και άλλωστε, κατά τις αναχωρήσεις της από την Κροατία, ποτέ δεν τής ζητούσαν τη συγκατάθεση του, σε αντίθεση με τις όποιες αναχωρήσεις της από την Κύπρο. Επεσύναψε και αυτή διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1 έως 12.

 

Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η κα Διονυσίου προέβαλε πως ο πατέρας αρνείται παντελώς τους ισχυρισμούς της μητέρας, μεταξύ των οποίων και το ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία τους για τη μετακίνηση του ανηλίκου στην Κύπρο. Περαιτέρω επεσύναψε ως Τεκμήρια 1 έως 10 διάφορα άλλα έγγραφα, μεταξύ των οποίων πιστοποιητικά και φωτογραφίες, σε σχέση με τη διαμονή του παιδιού στην Κροατία.

 

Η μητέρα απάντησε με τη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αρνούμενη τους ισχυρισμούς της κας Διονυσίου και παρουσιάζοντας περαιτέρω έγγραφα και φωτογραφίες ως Τεκμήρια 1 έως 11. Βασική της θέση παρέμεινε το ότι η ίδια είναι ο αποκλειστικός πρωταρχικός φροντιστής του παιδιού και ότι η μετακίνηση της από την Κροατία ποτέ δεν ήταν παράνομη.

 

Πρωτόδικη Κρίση

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραθέτοντας πρώτα σχετική νομολογία, κατέληξε ως εξής:

 

«Παρά την εκδοχή της Καθ' ης η αίτηση ότι η μεταφορά του ανηλίκου στην Κροατία συνιστούσε προσωρινή εγκατάσταση, αφενός μεν για να γνωρίσει το παιδί τον πατέρα του, αφετέρου δε μέχρι να βρει μόνιμη εργασία στην Κύπρο, τα πραγματικά περιστατικά καταδεικνύουν διαφορετικά.

 

Ο ανήλικος μόλις 45 ημερών ταξίδεψε στην Κροατία στις 18/12/2023 μαζί με τη μητέρα του και έκτοτε διέμενε με τους γονείς του στο Ζάγκρεμπ. Ο πατέρας εργαζόταν και συντηρούσε την οικογένεια ενώ η Καθ' ης η αίτηση βρισκόταν στο σπίτι με τον ανήλικο και εργαζόταν μερικώς από εκεί διδάσκοντας μαθητές διαδικτυακά. Ο ανήλικος δηλώθηκε αμέσως στη διεύθυνση κατοικίας του πατέρα του, είχε παιδίατρο στο Ζάγκρεμπ όπου πραγματοποιήθηκαν όλοι οι προβλεπόμενοι εμβολιασμοί του και μεγάλωνε με τη συνεχή παρουσία αμφότερων των γονέων του, οι οποίοι συγκατοικούσαν. Περαιτέρω, η βάφτιση του ανηλίκου έγινε στο Ζάγκρεμπ στις 22/02/2025, με την παρουσία και τη συναίνεση και των δύο γονέων του. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι το παιδί είχε ενταχθεί, κατά τρόπο συμβατό με την ηλικία του, στην καθημερινή και οικογενειακή ζωή στην Κροατία, αναπτύσσοντας σταθερούς δεσμούς τόσο με τον τόπο όσο και με τον πατέρα του, κάτι που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου».

 

Στη συνέχεια, η πρωτόδικη Δικαστής αξιολόγησε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς για τα διάφορα επιμέρους ζητήματα γεγονότων, όπως την ιατρική παρακολούθηση του τέκνου στην Κροατία, την απουσία συζυγικών σχέσεων, τα ταξίδια στην Κύπρο, την απουσία πρόθεσης της μητέρας για παραμονή στην Κροατία, τον τόπο γέννησης και την ιθαγένεια του τέκνου, καθώς και την κατ’ ισχυρισμόν συναίνεση του πατέρα. Κατέληξε δε σε εύρημα ότι η Κροατία αποτελούσε τον τόπο της συνήθους διαμονής του τέκνου.

 

Περαιτέρω έλαβε υπ’ όψιν ότι η γονική μέριμνα ασκείτο υπό των γονέων από κοινού και έκρινε ότι η μονομερής μετακίνηση του παιδιού συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος επιμέλειας του πατέρα, αφού δεν υπήρξε οποιαδήποτε συναίνεση του. Καταλήγοντας τέλος ότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος με βάση τα Άρθρα 12 και 13 της Σύμβασης της Χάγης να μην διαταχθεί η επιστροφή, διέταξε την άμεση επαναφορά του παιδιού στον τόπο της συνήθους διαμονής του.

Λόγοι Έφεσης 1 και 10 – Φύση της Διαδικασίας

 

Συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι ο πρώτος και ο δέκατος λόγος έφεσης αλληλοσυμπλέκονται. Με τους δύο αυτούς λόγους έφεσης υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προχώρησε σε αξιολόγηση των ισχυρισμών της Τροοδίας Διονυσίου αφού: (α) Η ίδια δεν ήταν διάδικος και δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων, (β) Ακόμα και αν ήταν δυνατή η αποδοχή μαρτυρίας από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική γνώση, η Τροοδία Διονυσίου δεν αποκάλυψε, ως ώφειλε, την αρχική πηγή των πληροφοριών της, παρουσιάζοντας ως πηγή την Κεντρική Αρχή της Κροατίας, η οποία όμως επίσης δεν ήταν σε θέση να έχει προσωπική γνώση οποιουδήποτε ουσιώδους επίδικου θέματος, (γ) Δεν δόθηκε επαρκής εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν προχώρησε ο ίδιος ο πατέρας σε ένορκη δήλωση, και (δ) Θα έπρεπε να είχαν γίνει αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της μητέρας, διότι δεν αμφισβητήθηκαν ή απαντήθηκαν από την πλευρά του πατέρα.

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ένας εκ των βασικών σκοπών της Σύμβασης της Χάγης είναι να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή παιδιών παρανόμως μετακινηθέντων ή κατακρατηθέντων (Christofi v. Υπουργός Δικαιοσύνης (2010) 1 Α.Α.Δ. 655). Τα Συμβαλλόμενα Κράτη λαμβάνουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την πραγματοποίηση των σκοπών της Σύμβασης και προς τούτο «χρησιμοποιούν τις πλέον σύντομες διαδικασίες που διαθέτουν» (Άρθρο 2). Οι Κεντρικές Αρχές είναι υπεύθυνες για την «εκπλήρωση των καθηκόντων που επιβάλλονται από τη Σύμβαση σε τέτοιες αρχές» (Άρθρο 6) και «οφείλουν να συνεργάζονται μεταξύ τους … προς διασφάλιση της άμεσης επιστροφής των παιδιών», λαμβάνοντας όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, μεταξύ των οποίων είναι και τα μέτρα προς έναρξη των δικαστικών διαδικασιών (Άρθρο 7). Εντός του πλαισίου αυτού η αίτηση για συνδρομή βάσει της Σύμβασης περιλαμβάνει τις σχετικές πληροφορίες, καθώς και «τους λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα του αιτούντος για επιστροφή του παιδιού» (Άρθρο 8).

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 28 της Σύμβασης της Χάγης, «Κεντρική Αρχή δύναται να ζητήσει όπως η αίτηση συνοδεύεται από γραπτή εξουσιοδότηση που να τής δίδει τη δυνατότητα να ενεργεί για λογαριασμό του αιτούντος ή να ορίζει αντιπρόσωπο που να ενεργεί για λογαριασμό του». Εννοείται ότι η Σύμβαση δεν εμποδίζει οποιονδήποτε να αποταθεί απευθείας στις δικαστικές αρχές άλλου Κράτους, ήτοι χωρίς τη μεσολάβηση κάποιας Κεντρικής Αρχής (Άρθρο 29). Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται «μαζί με έγγραφα και άλλες πληροφορίες που επισυνάπτονται σε αυτή ή παρέχονται από Κεντρική Αρχή γίνονται δεκτά ενώπιον των δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών των Συμβαλλομένων Κρατών» (Άρθρο 30). Παρόμοιες πρόνοιες περιέχονται και στα σχετικά κεφάλαια του ισχύοντος Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, ήτοι στο Κεφάλαιο ΙΙΙ («Διεθνής Απαγωγή Παιδιού») και στο Κεφάλαιο VΙ («Γενικές Διατάξεις»).

 

Ας σημειωθεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του προαναφερθέντος Άρθρου 28 της Σύμβασης της Χάγης, στην παρούσα περίπτωση ο πατέρας υπέγραψε σχετική εξουσιοδότηση προς την ημεδαπή Κεντρική Αρχή, δηλώνοντας «I hereby authorize the requested Central Authority […] to act on my behalf or to designate a representative to act on my behalf in the procedure for return of the child […]» (Τεκμήριο 4 στην αρχική ένορκη δήλωση Διονυσίου). 

 

Θα πρέπει εν πρώτοις να σημειώσουμε ότι ο κ. Βραχίμης εισηγείται ότι η διαδικασία πρωτοδίκως δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδιάμεση αίτηση και προσθέτει ότι πρόκειται για εναρκτήρια αίτηση. Συμφωνούμε με την εισήγηση αυτή, για λόγους που εξηγούμε κατωτέρω. Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Κυρωτικού Ν.11(ΙΙΙ)/2004 «[O]ποιαδήποτε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης αρχίζει με την καταχώριση αίτησης διά κλήσεως που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τηρουμένων των αναλογιών». Κατά την κρίση μας, η εν λόγω πρόνοια δεν αναιρεί αλλά αντιθέτως αναδεικνύει το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως του τύπου της αίτησης την οποία επέλεξε ο Νομοθέτης, η αίτηση βάσει της Σύμβασης της Χάγης παραμένει μια suis generis εναρκτήρια διαδικασία. Αυτό εξάλλου επιβεβαίωσε και το Ανώτατο Δικαστήριο όταν με τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2002 («Δ.Κ.23/2002») προέβλεψε, με το προστεθέν Άρθρο 7Α, αφενός ότι οποιαδήποτε διαδικασία βάσει της Σύμβασης της Χάγης «… αρχίζει με την καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης δια κλήσεως που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση» και αφετέρου ότι η «…ένορκη δήλωση θα περιλαμβάνει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση».

 

Ας σημειωθεί περαιτέρω πως η απόφαση στη Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης κ.ά. (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1228, την οποίαν παρέθεσε στο περίγραμμα του ο Εφεσίβλητος, είχε εκδοθεί μεν λίγους μήνες μετά τον τροποποιητικό Δ.Κ.23/2002, πλην όμως αφορούσε πρωτόδικη διαδικασία η οποία είχε ολοκληρωθεί πριν την πιο πάνω τροποποίηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο εκεί έκρινε ότι δεδομένης της πρόνοιας του Άρθρου 5 του Κυρωτικού Ν.11(ΙΙΙ)/94, δεν απαιτείτο για την αίτηση επιστροφής η άλλη (εναρκτήρια) αίτηση, ήτοι ο Τύπος 1, με τον οποίο αρχίζουν οι υπόλοιπες διαδικασίες ενώπιον των Οικογενειακών Δικαστηρίων, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του βασικού  περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 («Δ.Κ.2/90»). Κατά την κρίση μας, η κατάληξη αυτή επίσης δεν αναιρούσε τη φύση της διαδικασίας ως εναρκτήριας, ακόμα και πριν την προαναφερθείσα τροποποίηση του Δ.Κ.2/90.

 

Ο κ. Βραχίμης εισηγείται περαιτέρω ότι το Άρθρο 11 του Δ.Κ.2/90  «υιοθετεί» το περιεχόμενο των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 («ΚΠΔ του 2023»). Το εν λόγω Άρθρο 11 του Δ.Κ.2/90 προνοεί ότι «[Γ]ια διαδικασία που αφορά οποιοδήποτε άλλο θέμα για το οποίο δεν γίνεται ειδικότερη πρόνοια στον Κανονισμό αυτό, εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας». Έχοντας υπ’ όψιν την επιφύλαξη στον κ.60.1(3) των ΚΠΔ του 2023, θα συμφωνήσουμε και εδώ ότι από 1.9.23 το Άρθρο 11 του Δ.Κ. 2/90 αναφέρεται πλέον στους ΚΠΔ του 2023. Άλλωστε, ορθώς κατά την κρίση μας, και οι δύο πλευρές, πρωτοδίκως χρησιμοποίησαν, τόσο για την Αίτηση όσο και για την Ένσταση, τα προβλεπόμενα αντίστοιχα έντυπα των ΚΠΔ του 2023 (Έντυπο αρ. 7, Έντυπο αρ. 36). Όπως προβλέπεται στον κ.8.1(4) των ΚΠΔ του 2023 «[Η] διαδικασία του Μέρους 8 μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται για οποιαδήποτε απαίτηση ή αίτηση σε σχέση με την οποία νόμος ή κανονισμός προνοεί όπως η απαίτηση ή αίτηση εγείρεται με εναρκτήρια κλήση, αίτηση ή άλλη εναρκτήρια διαδικασία, εκτός όταν νόμος ή κανονισμός προβλέπει διακριτή διαδικασία».

 

Η παρεμφερής με τα πιο πάνω εισήγηση του κ. Βραχίμη είναι ότι πλέον το ζήτημα των «ενόρκων δηλώσεων» διέπεται από τον κ.32.15 των ΚΠΔ του 2023 και δη την §(7) αυτού, η οποία προνοεί ότι «[Ο]ι ένορκες δηλώσεις περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα ως ο μάρτυρας είναι σε θέση με βάση την προσωπική του γνώση να αποδείξει, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, η ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφόρησης και πεποίθησης, μαζί με τις σχετικές πηγές και τους λόγους». Κατ’ ακρίβειαν βέβαια πρόκειται για κατά λέξιν αναπαραγωγή της παλαιάς Δ.39 κ.2. Ειδικότερα, η σχετική εισήγηση εκ μέρους της Εφεσείουσας είναι ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται απαραιτήτως από πρόσωπο που έχει άμεση προσωπική γνώση των γεγονότων και όχι από κάποιο τρίτο πρόσωπο, όπως θα μπορούσε σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση, για λόγους που εξηγούμε κατωτέρω.

 

Ο βασικός λόγος της διαφωνίας μας είναι ότι η τυχόν αποδοχή τέτοιας εισήγησης και ερμηνείας θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με την κατάργηση ή καταστρατήγηση υπερισχύουσας νομοθετικής διάταξης και δη του Άρθρου 24(1) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το οποίο προνοεί πως «[Α]νεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής».

 

Ο δεύτερος λόγος της διαφωνίας μας, είναι ότι το ίδιο το Μέρος 32 των ΚΠΔ του 2023, το οποίο στην Ενότητα Ι θέτει τους κανόνες σε σχέση με τη «Μαρτυρία», προνοεί στον κ.32.1(2) ότι το Δικαστήριο δύναται «να αποκλείσει μαρτυρία η οποία θα ήταν διαφορετικά δεκτή τηρουμένων των προνοιών του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9». Πρόνοια η οποία εξ αντιδιαστολής επιβεβαιώνει ότι είναι επιτρεπτή κατ’ αρχήν κάθε μαρτυρία, η οποία είναι δεκτή βάσει του περί Αποδείξεως Νόμου. Είναι αυτονόητο ότι κατά την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 27 του εν λόγω Νόμου. Στον αμέσως επόμενο κ.32.2(1) προβλέπεται ότι ο γενικός κανόνας είναι πως οποιοδήποτε γεγονός, το οποίο χρήζει απόδειξης με μαρτυρία από μάρτυρες, αποδεικνύεται (α) κατά τη «δίκη» με προφορική ή γραπτή μαρτυρία, η οποία δίδεται σε δημόσια ακροαματική διαδικασία και (β) σε οποιαδήποτε άλλη «ακρόαση», με τη γραπτή μαρτυρία τους. Αυτά, τηρουμένου βεβαίως και του κ.32.6(1), ο οποίος προνοεί ότι «[Ό]ταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει τη μαρτυρία».

(έμφαση δοθείσα)

 

Παρά το ότι η Εφεσείουσα αποδέχεται και δηλώνει απερίφραστα ότι η κρινόμενη εδώ αίτηση είναι εναρκτήρια και όχι ενδιάμεση αίτηση, εντούτοις συνεχίζει, στο περίγραμμα αγόρευσης της, να προωθεί τη θέση ότι η κα Διονυσίου δεν αποκαλύπτει «την πηγή των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται αφού δηλώνει ως πηγή την Κεντρική Αρχή της Κροατίας από την οποία έλαβε τις πληροφορίες». Κατ’ αρχάς, με δεδομένο ότι η αίτηση είναι εναρκτήρια, πρέπει να τονίσουμε πως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι νομολογιακές αρχές οι οποίες προκύπτουν από αποφάσεις σχετικές με ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η Louis Vuitton ν. Δερμοσακ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, που επικαλέστηκε η πλευρά της Εφεσείουσας (προς υποστήριξη της θέσης ότι εάν η μαρτυρία δεν αφορά προσωπική γνώση, τότε πρέπει να αποκαλύπτεται η πηγή).

 

Πέραν της πιο πάνω επισήμανσης μας ότι η αίτηση επιστροφής παιδιού δεν είναι ενδιάμεση και πέραν του ότι, ακόμα και εάν ήταν ενδιάμεση αίτηση, η υποχρέωση της ενόρκως δηλούσας θα ήταν να αποκαλύψει τη δική της πηγή πληροφόρησης (και όχι την πηγή της πηγής της), θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, ούτως ή άλλως, η κα Διονυσίου εξηγεί στην αρχική ένορκη δήλωση της ότι:

 

(α) Έλαβαν ως Κυπριακή Κεντρική Αρχή ηλεμήνυμα και αίτημα (Τεκμήρια 1 και 2) από την Κροατική Κεντρική Αρχή,

 

(β) Το ηλεμήνυμα (Τεκμήριο 1) περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, πληροφορίες, καθώς και τους λόγους στους οποίους βασίζεται το αίτημα του πατέρα για επιστροφή του παιδιού, και 

 

(γ) Το αίτημα για επιστροφή (Τεκμήριο 2), συνοδεύεται «από δήλωση του πατέρα στην οποία αναγράφονται ο χρόνος και οι περιστάσεις της παράνομης μετακίνησης και παράνομης κατακράτησης του ανήλικου».

 

Εκ του περισσού λοιπόν, σημειώνουμε πως καθίσταται σαφές από τα προηγηθέντα ότι η πηγή της κας Διονυσίου ήταν τα στοιχεία τα οποία έδωσαν αφενός η αλλοδαπή Κεντρική Αρχή και αφετέρου ο πατέρας. Δεν συμφωνούμε ότι ευσταθεί οποιαδήποτε από τις αιτιάσεις που προβάλλονται στον πρώτο λόγο έφεσης, για τον οποίο κρίνουμε πως ισχύουν απολύτως τα πιο κάτω αναφερθέντα στην παρόμοιας φύσης υπόθεση Π. Χ. ν. Υπουργός Δικαιοσύνης κ.ά., Έφεση αρ. 2/2022, ημερ. 21.7.22:

 

«Ο πυρήνας των λόγων αυτών είναι η κατ'  ισχυρισμόν αδυναμία ή ανεπάρκεια της ένορκης δήλωσης της Διοικητικού Λειτουργού να στηρίξει την αίτηση, ειδικά στο ότι δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της και ότι η μαρτυρία της είναι εξ ακοής.

 

Δεν θα συμφωνήσουμε με την πλευρά της Εφεσείουσας.  Εκτός του ότι η ενόρκως δηλούσα αποκαλύπτει αφενός την εξουσιοδότηση της ως εκ της θέσης της στο αρμόδιο Υπουργείο που  εκ του Νόμου είναι η Κεντρική Αρχή της  Κυπριακής Δημοκρατίας για σκοπούς της Σύμβασης, αφετέρου αναφέρει πως η πηγή γνώσης της είναι οι πληροφορίες που έλαβε από την Κεντρική Αρχή της Ελλάδας».

 

Με τον δέκατο λόγο έφεσης υποστηρίζεται γενικά και αόριστα πως το πρωτόδικο Δικαστήριο «εσφαλμένα παραγνώρισε ότι σε μεγάλο βαθμό οι ισχυρισμοί της μητέρας παρέμειναν αναντίλεκτοι αφού δεν αμφισβητήθηκαν ή απαντήθηκαν από την πλευρά του Εφεσίβλητου». Ούτε όμως και στην αιτιολογία του λόγου αυτού παρατίθεται οτιδήποτε συγκεκριμένο, πέραν δηλαδή από τη γενικόλογη θέση ότι «στο μεγαλύτερο τους μέρος οι ισχυρισμοί της μητέρας δεν αμφισβητήθηκαν ή αντικρούστηκαν». Ο δέκατος λόγος δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη σαφήνεια και την αναγκαία λεπτομέρεια (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Tricor Ltd, υπό εκκαθάριση, Πολ. Έφ. 28/2023, ημερ. 6.7.23, ECLI:CY:AD:2023:D98). Ούτως ή άλλως τα ειδικότερα ζητήματα μαρτυρίας για τα οποία παραπονείται η Εφεσείουσα, καλύπτονται από άλλους λόγους έφεσης, στα πλαίσια των οποίων και εξετάζονται.

 

Στη βάση των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης αρ. 1 και 10 υπόκεινται σε απόρριψη.

 

Λόγοι Έφεσης 2 έως 4, 8, 9, και 11 έως 13 – Συνήθης Διαμονή

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι χειρίστηκαν ως συσχετιζόμενους και τους οκτώ πιο πάνω λόγους έφεσης, τους οποίους και ανέπτυξαν σε μια ενότητα στο κάθε περίγραμμα, πορεία την οποία επίσης υιοθετούμε. Με αυτούς τους λόγους έφεσης η Εφεσείουσα υποστηρίζει κατά σειράν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (2ος) Αποφάσισε ότι ο ανήλικος είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κροατία, (3ος) Δεν απεδέχθη τη θέση ότι η όποια παραμονή της Εφεσείουσας με το παιδί στην Κροατία ήταν προσωρινή και δεν αξιολόγησε ορθώς το ότι ήταν καθοριστικής σημασίας η πρόθεση της Εφεσείουσας ως προς τον τόπο διαμονής, αφού το παιδί ευρίσκετο υπό την κύρια ή αποκλειστική φροντίδα της, (4ος) Αγνόησε τη θέση του πατέρα στο Τεκμήριο 8 ότι η Εφεσείουσα δεν είχε μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στην Κροατία, (8ος) Έκρινε ότι ο ανήλικος ήταν ενταγμένος σε ένα σταθερό πλαίσιο ζωής και άρα είχε συνήθη διαμονή στην Κροατία, (9ος) Αποφάσισε ότι μετά την εγγραφή του παιδιού σε νηπιαγωγείο στην Κύπρο (για το έτος 2026 - 2027), η προσωρινή εγγραφή του σε άλλο νηπιαγωγείο (για το έτος 2025 - 2026) με κάποιο τρόπο διαφοροποιεί το δεδομένο ότι η χώρα διαμονής του θα ήταν η Κύπρος, (11ος) Έδωσε βαρύτητα σε έγγραφα που υπεγράφησαν στην Κροατία ή στη βάφτιση του παιδιού στην Κροατία, (12ος) Θεώρησε ότι η μη ύπαρξη συζυγικών σχέσεων μεταξύ των γονέων και το ότι δεν ήταν ζευγάρι αλλά απλώς συγκάτοικοι, δεν ήταν ουσιαστικό στοιχείο στην υπόθεση και (13ος) Θεώρησε ότι έπρεπε να αποφασίσει κατά πόσον το παιδί είχε συνήθη διαμονή είτε στην Κροατία είτε στην Κύπρο, ενώ το ερώτημα ήταν κατά πόσον είχε συνήθη διαμονή στην Κροατία, δεδομένου ότι ένα παιδί δυνατόν να μην έχει συνήθη διαμονή.

 

Όπως ήδη έχει λεχθεί, βασικός σκοπός της Σύμβασης της Χάγης είναι να προστατεύσει τα παιδιά από την παράνομη μετακίνηση τους και να εξασφαλίσει την άμεση επιστροφή τους στο κράτος της συνήθους διαμονής τους (Άρθρο 2). Οι πρόνοιες του νυν ισχύοντος Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111, λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις διατάξεις της εν λόγω Σύμβασης και ειδικά στο Άρθρο 96 αυτού, επίσης γίνεται αναφορά στην παράνομη μετακίνηση παιδιού από κράτος μέλος στο οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του. Το δε Άρθρο 3 της Σύμβασης της Χάγης έχει ως εξής:

 

«Η μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού θεωρείται παράνομη εφόσον -

 

α. γίνεται κατά παράβαση των δικαιωμάτων φύλαξης που απονέμονται σε φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οποιαδήποτε άλλη οργάνωση, είτε από κοινού είτε αποκλειστικά, δυνάμει του δικαίου του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή κατακράτηση· και

 

β. κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης τα δικαιώματα αυτά ασκούνταν, στην πραγματικότητα, είτε από κοινού είτε αποκλειστικά, ή θα είχαν ασκηθεί µε τον τρόπο αυτό, αν δεν είχε συμβεί ή μετακίνηση ή κατακράτηση.

 

Τα δικαιώματα φύλαξης που αναφέρονται στην υποπαράγραφο α πιο πάνω, δύνανται να απορρέουν ιδίως είτε απευθείας από το νόμο είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα µε το δίκαιο του Κράτους αυτού».

 

Καθίσταται λοιπόν σαφές από τα πιο πάνω ότι, για να επιτύχει αίτηση επιστροφής παιδιού, θα πρέπει να καταδειχθεί αφενός συνήθης διαμονή στο συμβαλλόμενο κράτος από το οποίο μετακινήθηκε το παιδί και αφετέρου ότι η μετακίνηση του ήταν παράνομη εν τη εννοία της Σύμβασης της Χάγης. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση C-111/17 PPU, OL v. PQ, ημερ. 8.6.17, η έννοια της συνήθους διαμονής αποτελεί καίριο στοιχείο για να εκτιμηθεί αν η αίτηση επιστροφής είναι βάσιμη. Στην ίδια απόφαση (§37, 41) εξηγείται ότι η ερμηνεία, την οποία το ΔΕΕ δίδει στην πιο πάνω έννοια σε σχέση με ζητήματα γονικής μέριμνας, τυγχάνει εφαρμογής και για τις περιπτώσεις αίτησης επιστροφής βάσει της Σύμβασης της Χάγης. Ο δε «καθορισμός του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού προηγείται του προσδιορισμού των δικαιωμάτων επιμέλειας που έχουν ενδεχομένως προσβληθεί» (§53). Το κοινό στοιχείο των προαναφερθέντων οκτώ λόγων έφεσης έγκειται ακριβώς στο ότι αφορούν όλοι το πρώτο προαπαιτούμενο, ήτοι το κατά πόσον στοιχειοθετήθηκε ότι το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κροατία κατά τη μετακίνηση του από εκεί τον Μάρτιο του 2025.

 

Ο όρος «συνήθης διαμονή» είχε ερμηνευθεί σε σειρά αποφάσεων του ΔΕΕ υπό το πρίσμα του προϊσχύσαντος Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003. Οι σχετικές αρχές εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή, δεδομένης της διατήρησης της ίδιας ορολογίας και στον εν ισχύι Κανονισμό (ΕΕ) 2019/1111. Τόσον οι συνήγοροι όσον και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψαν σε τέτοια νομολογία. Πρόκειται κυρίως για τις υποθέσεις C-523/07 A, ημερ. 2.4.09, C-497/10 PPU Mercredi v. Chaffe, ημερ. 22.12.10, C-111/17 PPU, OL v. PQ, ημερ. 8.6.17 και C-512/17 HR v. KO, ημερ. 28.6.18.

 

Στην υπόθεση C-523/07 τονίζεται ότι η φυσική απλώς παρουσία του παιδιού σε κάποιο κράτος, δεν αρκεί για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του (§33). Η συνήθης διαμονή πρέπει να προσδιορίζεται βάσει όλων των ιδιαίτερων πραγματικών περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (§37) και εναπόκειται στο εθνικό Δικαστήριο να την προσδιορίσει με βάση τα σχετικά κριτήρια, τα οποία παρατίθενται στις §38 έως 41 και έχουν ως εξής:

 

«38.  Εκτός της αυτοπρόσωπης παρουσίας του παιδιού εντός κράτους μέλους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες από τους οποίους να μπορεί να συναχθεί ότι η παρουσία αυτή ουδόλως έχει προσωρινό ή ευκαιριακό χαρακτήρα και ότι η διαμονή του παιδιού εκφράζει την σε κάποιο βαθμό ενσωμάτωση σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον.

 

39.    Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής επί του εδάφους κράτους μέλους και της μετοικήσεως της οικογένειας στο εν λόγω κράτος, η ιθαγένεια του παιδιού, ο τόπος και οι συνθήκες φοίτησης, οι γλωσσικές γνώσεις, καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις του παιδιού εντός του εν λόγω κράτους.

 

40.    … , η πρόθεση των γονέων να εγκατασταθούν μαζί με το παιδί εντός άλλου κράτους μέλους, εκφραζόμενη με ορισμένα απτά μέτρα, όπως η αγορά ή ενοικίαση κατοικίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να αποτελεί ένδειξη της μεταφοράς της συνήθους διαμονής. […].

 

41.    Αντιθέτως, το γεγονός ότι τα παιδιά διαμένουν εντός κράτους μέλους όπου διάγουν, για σύντομη χρονική περίοδο, βίο προσώπων χωρίς σταθερή διαμονή μπορεί να αποτελεί ένδειξη για το γεγονός ότι η συνήθης διαμονή των παιδιών αυτών δεν βρίσκεται στο εν λόγω κράτος».

(έμφαση δοθείσα)

 

Ο κ. Βραχίμης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε μια αναφορά στην αγγλική υπόθεση In the matter of A (Children) (AP) [2013] UKSC 60, περί του ότι ένα παιδί δυνατόν να μην έχει, σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, τόπο συνήθους διαμονής, υποστηρίζοντας ότι στην παρούσα «το ερώτημα δεν είναι αν το παιδί είχε συνήθη διαμονή στην Κύπρο αλλά αν είχε συνήθη διαμονή στην Κροατία». Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η εν λόγω αγγλική απόφαση αναπαραγάγει ρητώς σχετική αναφορά του ΔΕΕ, το οποίο στην ως άνω υπόθεση C-523/07 ανέφερε όντως ότι κατά την εκτίμηση στην οποία προβαίνει κάποιο εθνικό Δικαστήριο «δεν αποκλείεται να αποδειχθεί … ότι είναι αδύνατο να προσδιοριστεί το κράτος μέλος εντός του οποίου βρίσκεται η συνήθης διαμονή του παιδιού» (§43). Εξήγησε το ΔΕΕ όμως, ότι πρόκειται για κατ’ εξαίρεσιν περίπτωση κατά την οποία μάλιστα εάν δεν τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 12 του παλαιού Κανονισμού 2201/2013, τότε αποκτούν δικαιοδοσία «τα εθνικά δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το παιδί». Στην πραγματικότητα η αναφορά αυτή σχετίζεται με τη σημασία της γεωγραφικής εγγύτητας ως προς τον προσδιορισμό του Δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία για θέματα γονικής μέριμνας, στις περιπτώσεις που η διαμονή δεν καθίσταται δυνατόν να χαρακτηριστεί ως «συνήθης». Από την άλλη πλευρά, ο προσδιορισμός της συνήθους διαμονής σε συγκεκριμένο κράτος προϋποθέτει τουλάχιστον κάποια φυσική παρουσία του παιδιού στο κράτος αυτό, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετείται συνήθης διαμονή σε κράτος στο οποίο το παιδί ουδέποτε έχει μεταβεί (βλ. υπόθεση C-393/18 PPU, UD v. XB, ημερ. 17.10.18).

 

Εν πάση περιπτώσει, η ουσία είναι ότι μετά από την πιο πάνω υπόθεση In the matter of A (ανωτέρω), τα αγγλικά δικαστήρια ακολούθησαν και αυτά τη νομολογία του ΔΕΕ στο ζήτημα της συνήθους διαμονής (§54v: «the test adopted by the European Court is preferable to that earlier adopted by the English courts »). Αξίζει, από την υπόθεση C-523/07 (ανωτέρω), να παραθέσουμε και τη σύνοψη των προαναφερθέντων κριτηρίων, στην οποία κατέληξε το ΔΕΕ και που έχει ως εξής:

 

«44. Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «συνήθης διαμονή», …, έχει την έννοια ότι η διαμονή αυτή αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει κάποια ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Προς τούτο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής επί του εδάφους κράτους μέλους και της μετοικήσεως της οικογένειας στο εν λόγω κράτος, η ιθαγένεια του παιδιού, ο τόπος και οι συνθήκες φοίτησης, οι γλωσσικές γνώσεις, καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που έχει το παιδί εντός του εν λόγω κράτους».

(έμφαση δοθείσα)

 

Η υπόθεση C-497/10 (ανωτέρω) αφορούσε βρέφος δύο μηνών, γεννηθέν στην Αγγλία, του οποίου η Γαλλίδα μητέρα, ούσα όμως το μόνο πρόσωπο που είχε δικαίωμα επιμέλειας, το μετακίνησε στη Γαλλία (στη νήσο Reunion). Σε σχέση με τον συζητούμενο όρο, το ΔΕΕ προσέθεσε ότι «συνήθης» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει κάποια σταθερότητα ή κανονικότητα (§44), επαναλαμβάνοντας ότι ο όρος συνήθης διαμονή «αντιστοιχεί στον τόπο στον οποίο το παιδί έχει ενσωματωθεί σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον» (§47) και ότι μεταξύ των κριτηρίων είναι οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής του παιδιού σε κάποιο κράτος, καθώς και η ιθαγένεια του (§48). Ειδικά για το κριτήριο της σταθερότητας σε συνάρτηση με την περίπτωση βρέφους, το ΔΕΕ τόνισε τα εξής:

 

«51   Συναφώς υπογραμμίζεται ότι, για να διακριθεί η συνήθης διαμονή από μια απλή προσωρινή παρουσία, η διαμονή αυτή πρέπει κατ’ αρχήν να εμφανίζει ορισμένη διάρκεια ώστε να μαρτυρεί κάποια σταθερότητα. Ωστόσο ο κανονισμός δεν προβλέπει ελάχιστη διάρκεια. Συγκεκριμένα για τη μεταφορά της συνήθους διαμονής στο κράτος υποδοχής, το κρίσιμο στοιχείο είναι κυρίως η πρόθεση του ενδιαφερομένου να δημιουργήσει εκεί το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του με την πρόθεση να του προσδώσει σταθερό χαρακτήρα. Κατόπιν αυτού η διάρκεια της διαμονής δεν αποτελεί παρά μόνο ένδειξη για την εκτίμηση της σταθερότητας της διαμονής, εκτίμηση η οποία πρέπει να γίνεται υπό το φως όλων των ιδιαιτέρων πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

52     Εξάλλου στην κύρια υπόθεση η ηλικία του παιδιού έχει ιδιαίτερη σημασία.

53     […] Συγκεκριμένα, οι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην περίπτωση παιδιού σχολικής ηλικίας διαφέρουν αυτών που λαμβάνονται υπόψη στην περίπτωση ανηλίκου ο οποίος έχει τελειώσει τις σπουδές του ή αυτών που είναι κρίσιμοι στην περίπτωση βρέφους.

54     Κατά γενικό κανόνα, το περιβάλλον ενός παιδιού μικρής ηλικίας είναι κυρίως οικογενειακό περιβάλλον που καθορίζεται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα με τα οποία ζει το παιδί, τα οποία επιμελούνται αυτού και το φροντίζουν.

55     Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν το παιδί είναι βρέφος. Τότε εντάσσεται κατ’ ανάγκη στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του κύκλου από τον οποίο εξαρτάται. Κατά συνέπεια, οσάκις, όπως συμβαίνει στην κύρια υπόθεση, το βρέφος τελεί υπό τη μέριμνα της μητέρας του, πρέπει να εκτιμάται η ενσωμάτωση της μητέρας στο κοινωνικό και οικογενειακό της περιβάλλον».

(έμφαση δοθείσα)

 

Η υπόθεση C-111/17 (ανωτέρω) αφορούσε βρέφος πέντε μηνών, το οποίο η Ελληνίδα μητέρα αρνείτο να το επιστρέψει στην Ιταλία, ως είχαν συμφωνήσει, προ της γέννησης του παιδιού, με τον Ιταλό πατέρα του. Το ΔΕΕ ανέφερε τα εξής:

 

«61.  Πράγματι, από την επεξηγηματική έκθεση της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 προκύπτει ότι μεταξύ των σκοπών της Συμβάσεως αυτής και, κατ' επέκταση, του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003 καταλέγεται η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση [αποκατάσταση του status quo ante], δηλαδή στην προτέρα της παράνομης μετακινήσεως ή κατακρατήσεως του παιδιού κατάσταση. Η διαδικασία επιστροφής αποσκοπεί, επομένως, να επαναφέρει το παιδί στο πλέον οικείο για αυτό περιβάλλον και, με τον τρόπο αυτό, να αποκαταστήσει τη συνέχεια των συνθηκών διαβιώσεως και αναπτύξεώς του.

 

62.    Σε περίπτωση, όμως, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, σύμφωνα με τον ως άνω σκοπό, η προβαλλόμενη παράνομη συμπεριφορά ενός εκ των γονέων δεν δικαιολογεί αφεαυτής το ενδεχόμενο να γίνει δεκτή αίτηση επιστροφής και να μετακινηθεί το παιδί από το κράτος μέλος στο οποίο γεννήθηκε και διαμένει σταθερά κατά αδιάλειπτο τρόπο προς ένα κράτος μέλος το οποίο δεν του είναι οικείο».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Η υπόθεση C-512/17 (ανωτέρω), παρά τις κάποιες διαφορές, εντούτοις είναι ίσως η πλησιέστερη, από πλευράς γεγονότων με την κρινόμενη εδώ περίπτωση. Η Πολωνή μητέρα γνώρισε τον Βέλγο πατέρα το 2013 με τον οποίο συμβίωναν από το 2014 στις Βρυξέλλες, όπου και οι δύο εργάζονταν. Κατά τον Απρίλιο του 2015 απέκτησαν την κόρη τους, η οποία έλαβε διπλή ιθαγένεια, πολωνική και βελγική. Η μητέρα διέμεινε πολλές φορές με την ανήλικη στην Πολωνία, με τη συγκατάθεση του πατέρα, τόσο κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας όσο και κατά τη διάρκεια διακοπών, για χρονικά διαστήματα τα οποία ανέρχονταν, ορισμένες φορές, έως και σε τρεις μήνες. Εν τέλει οι γονείς χώρισαν κατά τον Αύγουστο του 2016 (όταν το παιδί ήταν 16 μηνών) και ζούσαν χωριστά στις Βρυξέλλες. Η μητέρα όμως, η οποία είχε τη φύλαξη του παιδιού, επιθυμούσε να μετεγκατασταθεί με το παιδί στην Πολωνία και ως εκ τούτου καταχώρισε σχετική αίτηση αλλά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Πολωνίας το οποίο, μετά από δευτεροβάθμια απόφαση επιβεβαιώνουσα ότι είχε διεθνή δικαιοδοσία, υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα. Το ΔΕΕ επανέλαβε τις προαναφερθείσες βασικές αρχές και προσέθεσε:

 

«44   Εξάλλου, όταν το παιδί δεν είναι σε σχολική ηλικία, κατά μείζονα δε λόγο όταν πρόκειται για βρέφος, οι περιστάσεις που συνδέονται με το πρόσωπο ή με τα πρόσωπα αναφοράς με τα οποία διαβιεί, τα οποία έχουν στην πράξη την επιμέλειά του και το φροντίζουν σε καθημερινή βάση -τα οποία είναι, κατά κανόνα, οι γονείς του- έχουν ιδιαίτερη σημασία για τον προσδιορισμό του τόπου στον οποίο βρίσκεται το κέντρο της ζωής του. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι το περιβάλλον ενός παιδιού τέτοιας ηλικίας είναι κυρίως το οικογενειακό, το οποίο καθορίζεται από το πρόσωπο αυτό ή τα πρόσωπα αυτά και ότι το παιδί εντάσσεται κατ' ανάγκη στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του κύκλου από τον οποίο εξαρτάται (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Mercredi, C-497/10 PPU, EU:C:2010:829, σκέψεις 53 έως 55).

 

45     Επομένως, όταν το βρέφος διαβιεί σε καθημερινή βάση με τους γονείς του, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιοριστεί ο τόπος στον οποίο οι γονείς του βρίσκονται κατά τρόπο σταθερό και είναι ενσωματωμένοι σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η διάρκεια, η σταθερότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής τους στο έδαφος των διαφόρων εμπλεκομένων κρατών μελών καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που διατηρούν εκεί οι γονείς και το παιδί (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Mercredi, C-497/10 PPU, EU:C:2010:829, σκέψεις 55 και 56).

 

46     Τέλος, η πρόθεση των γονέων να εγκατασταθούν μαζί με το παιδί σε ορισμένο κράτος μέλος, εφόσον εκδηλώνεται μέσω ορισμένων απτών μέτρων, μπορεί και αυτή να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό του τόπου της συνήθους διαμονής του.

 

          […]

 

48     Εξάλλου, μολονότι είναι αληθές ότι, όταν οι γονείς του διαμένουν χωριστά, το οικογενειακό περιβάλλον του βρέφους καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τον γονέα με τον οποίο διαβιεί σε καθημερινή βάση, […]

 

49     […] Για τις ανάγκες υποθέσεως όπως αυτή της κύριας δίκης, αρκεί να τονιστεί ότι το γεγονός ότι το παιδί αρχικά κατοικούσε, στην πόλη όπου διαμένει συνήθως, μαζί και με τον άλλο γονέα, όπως επίσης και το γεγονός ότι ο γονέας αυτός συνεχίζει να διαμένει στην πόλη αυτή και να έχει εβδομαδιαίες επαφές με το παιδί καταδεικνύουν ότι το παιδί έχει ενσωματωθεί, στη συγκεκριμένη πόλη, σε οικογενειακό περιβάλλον που αποτελείται από τους δύο γονείς του.

 

50     Βεβαίως, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ωσαύτως ότι η MO διέμεινε αρκετές φορές, κατά καιρούς έως και τρεις μήνες, στην Πολωνία, κράτος μέλος από το οποίο κατάγεται η HR και όπου κατοικεί η οικογένειά της.

 

51     Ως προς το ζήτημα αυτό, έχει ωστόσο αποδειχθεί ότι η αιτία αυτών των διαμονών της ΜΟ στην Πολωνία ήταν οι άδειες της μητέρας της και οι εορταστικές περίοδοι. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα διαστήματα διαμονής ενός παιδιού με τους γονείς του, κατά το παρελθόν, στο έδαφος κράτους μέλους στο πλαίσιο διακοπών αντιστοιχούν, κατ' αρχήν, σε έκτακτες και προσωρινές διακοπές της συνήθους πορείας της ζωής τους. Επομένως, τέτοια διαστήματα διαμονής δεν μπορούν, κατά κανόνα, να αποτελέσουν καθοριστικές περιστάσεις για την εκτίμηση του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού. Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, αυτά τα διαστήματα διαμονής είχαν ενίοτε διάρκεια πολλών εβδομάδων, ή ακόμη και μερικών μηνών, δεν κλονίζει, αυτό καθεαυτό, τη λυσιτέλεια των ως άνω εκτιμήσεων.

          […]

 

55     Συναφώς, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Mercredi (C-497/10 PPU, EU:C:2010:829), η Β. Mercredi είχε εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε προηγουμένως με την κόρη της, για τη νήσο Reunion (Γαλλία), ενώ η κόρη της ήταν μόλις δύο μηνών. Κατά τον χρόνο της μετακινήσεως αυτής, η Β. Mercredi ήταν η μόνη στην οποία ανήκε το δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 9, του κανονισμού 2201/2003. Καθόσον, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως στην υπόθεση αυτή, η μητέρα και η κόρη διέμεναν μόλις μερικές ημέρες στο επίμαχο νησί, έπρεπε να καθοριστεί αν τόπος της συνήθους διαμονής του παιδιού, κατά τον εν λόγω κανονισμό, συνέχιζε να είναι το Ηνωμένο Βασίλειο ή αν, λαμβανομένης υπόψη της γεωγραφικής μετακινήσεως, ως τέτοιος τόπος εθεωρείτο πλέον η Γαλλία. Στο πλαίσιο αυτό, οι περιστάσεις όπως το ότι η Β. Mercredi καταγόταν από τη νήσο αυτή, ότι η οικογένειά της κατοικούσε ακόμη εκεί και ότι αυτή μιλούσε τη γαλλική γλώσσα αποτελούσαν ενδείξεις ικανές να αποδείξουν τη μόνιμη μετοίκησή της και, επομένως, τη μεταφορά του τόπου συνήθους διαμονής της κόρης της.

 

          […]

 

66     Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 έχει την έννοια ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού, κατά τον εν λόγω κανονισμό, αντιστοιχεί στον τόπο στον οποίο βρίσκεται, στην πράξη, το κέντρο της ζωής του. […] Συναφώς, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστωθέντων από το εν λόγω δικαστήριο πραγματικών περιστατικών, αποτελούν, από κοινού, καθοριστικές περιστάσεις τα εξής:

 

          - το γεγονός ότι το παιδί έχει ζήσει, κατά κανόνα, μαζί με τους γονείς του από τη γέννησή του μέχρι τον χωρισμό τους, σε έναν συγκεκριμένο τόπο.

 

          […]

 

Αντιθέτως, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, δεν μπορούν να θεωρηθούν καθοριστικές περιστάσεις:

 

-        τα διαστήματα διαμονής, κατά το παρελθόν, του γονέα που ασκεί, στην πράξη, την επιμέλεια του παιδιού, μαζί με αυτό, στο έδαφος του κράτους μέλους της καταγωγής του κατά τις περιόδους αδείας ή εορτών

 

-        η καταγωγή του εν λόγω γονέα, οι συνακόλουθοι πολιτιστικοί δεσμοί του παιδιού με αυτό το κράτος μέλος και οι σχέσεις του με την οικογένειά του που κατοικεί στο εν λόγω κράτος μέλος, και

 

-        η τυχόν πρόθεση του εν λόγω γονέα να εγκατασταθεί με το παιδί, στο μέλλον, στο ίδιο αυτό κράτος μέλος».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Επιστρέφοντας στα γεγονότα της παρούσας θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι στην πραγματικότητα αυτά δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκα. Μάλιστα, σε σχέση με τα όσα, βάσει της νομολογίας, θεωρούνται κρίσιμα για το ζήτημα της συνήθους διαμονής, δεν παρατηρείται ούτε κάποια ιδιαίτερη διαφωνία, μεταξύ πατέρα και μητέρας. Αυτό το οποίο θα μπορούσε να λεχθεί είναι ότι έκαστος εκ των γονέων, δίδει διαφορετική ερμηνεία ως προς κάποια γεγονότα. Τέτοια είναι και η άποψη της μητέρας ότι το παιδί ήταν απόλυτα εξαρτημένο από τη φροντίδα της ίδιας, ότι αυτή ήταν ο αποκλειστικός πρωταρχικός φροντιστής, ότι η Κύπρος αποτελούσε πάντοτε τη βάση της ζωής τόσο της ίδιας όσο και του παιδιού και ότι το παιδί ουδέποτε απέκτησε συνήθη διαμονή στην Κροατία, διότι οι διαμονές της ίδιας και του παιδιού εκεί ήταν «προσωρινές και ασυνεχείς» ενώ οι επιστροφές τους στην Κύπρο ήταν «συχνές και τακτικές».

 

Ειδικότερα, δεν αμφισβητείται ότι ο πατέρας είναι πανεπιστημιακός και το 2018 ήρθε στην Κύπρο ως εκπαιδευτής σπηλαιολογίας. Γνώρισε τότε τη μητέρα, η οποία είναι πτυχιούχος αγγλικής φιλολογίας. Συνήψαν σχέση κατά το 2018 την οποία διατήρησαν με επισκέψεις του πατέρα στην Κύπρο και της μητέρας στην Κροατία. Όταν το 2023 προέκυψε η εγκυμοσύνη, η μητέρα παρέμεινε στην Κύπρο μέχρι τον τοκετό. Ο πατέρας την είχε επισκεφθεί δύο φορές, ήτοι από τις 28.7 έως 16.8.23 και από τις 29.9 έως 1.10.23 ενώ παρών ήταν και κατά τον τοκετό στις 3.11.23. Ο πατέρας αναχώρησε από την Κύπρο στις 18.11.23 παίρνοντας μαζί του και τον σκύλο της μητέρας. Σε σχέση με τον σκύλο της, η μητέρα αναφέρει στη συμπληρωματική δήλωση της (§11) ότι «[Ε]ίχα ζητήσει από τον πατέρα να τον πάρει μαζί του καθώς δεν θα μπορούσα χωρίς καμία βοήθεια, να φροντίσω ταυτόχρονα νεογέννητο και ζώο». Όπως και έγινε. Μάλιστα, όπως η ίδια προσθέτει, ο πατέρας ενεγράφη και ως συνιδιοκτήτης του σκύλου «ώστε να μην προκύψουν διαδικαστικά προβλήματα».

 

Τα πιο πάνω βέβαια διασυνδέονται άμεσα με τη μετάβαση της ίδιας και του παιδιού στην Κροατία. Η θέση της μητέρας στην αρχική δήλωση της (§7) είναι ότι «[Έ]χοντας όλη μου την καλή διάθεση και θέλοντας να γνωρίσει το μωρό μου τον πατέρα του, συμφώνησα να πάμε Κροατία μαζί μόλις η γυναικολόγος μου και ο παιδίατρος του μωρού το επέτρεπαν […] και κατά τις 18.12.23 μετέβηκα στην Κροατία». Παρατηρούμε λοιπόν ότι εξαρχής είχαν λάβει από κοινού απόφαση («συμφώνησα») για μετεγκατάσταση της ίδιας με το παιδί στην Κροατία, εν αναμονή βέβαια σχετικής ιατρικής έγκρισης. Όμως ήταν βέβαιη η μετεγκατάσταση. Έτσι εξηγείται η αποστολή του σκύλου της από τις 18.11.23 με τον πατέρα, ήτοι έναν ολόκληρο μήνα προτού καταστεί δυνατή η μετακίνηση της ίδιας με το παιδί.

 

Ας σημειωθεί ότι η (εν παρόδω) θέση της μητέρας, στην αρχική της ένορκη δήλωση (§31), πως «από την αρχή της γέννησης του ανήλικου διαπιστώσαμε ότι η σχέση μας δεν μπορούσε να προχωρήσει» όντως προβάλλει ως μη συνάδουσα τόσο με τις πιο πάνω διευθετήσεις και ενέργειες όσον και με άλλη, διαφορετική θέση της στην ίδια δήλωση (§8) ότι «το καλοκαίρι του 2024 αφού διαπιστώσαμε ότι η σχέση μας δεν μπορούσε να αναβιώσει ξεκίνησα προσπάθειες για συζήτηση για το πώς θα διαχειριζόμασταν την κατάσταση». Αυτό το καλοκαίρι, του 2024, είναι ακριβώς η περίοδος για την οποίαν η μητέρα αναφέρει την υποβολή αιτήσεων εργοδότησης στην Κύπρο («Εγώ ταυτόχρονα έκανα αιτήσεις για Κύπρο και αιτήσεις αντικαταστάσεις (sic) ως καθηγήτρια Αγγλικών»). Έχει τη σημασία του πως ήδη παρήλθαν έξι και πλέον μήνες κοινής απόφασης, συγκατοίκησης και κοινής φροντίδας του βρέφους στην Κροατία. Δεν αμφισβητείται ότι το παιδί, πέραν της Κυπριακής, έλαβε και την Κροατική υπηκοότητα.

 

Η μητέρα δέχεται ότι, κατά την παραμονή τους στην Κροατία, συγκατοικούσαν με τον πατέρα, σε δικό του διαμέρισμα στο Ζάγκρεμπ. Όπως επίσης η ίδια ρητώς αναφέρει, τα έξοδα διαβίωσης τους στην Κροατία καλύπτονταν κυρίως από τον πατέρα ενώ συνέβαλλε και η ίδια, όποτε αυτό ήταν δυνατό. Όταν όμως έρχονταν στην Κύπρο, τα έξοδα διαμονής αυτής και του παιδιού στην Κύπρο καλύπτονταν από την ίδια και την οικογένεια της, όπως και τα αεροπορικά εισιτήρια για τις μετακινήσεις τους (από και προς την Κύπρο). Βέβαια αναφέρεται σε «συχνές» μετακινήσεις αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται βασικά για τέσσερεις τέτοιες μετακινήσεις καθόλη την περίοδο των 16 μηνών. Στην αρχική της δήλωση (§9) η μητέρα προέβαλε πρώτα πως είχε χάσει την ευκαιρία να υποβάλει αιτήσεις για αντικαταστάσεις σε δημόσια σχολεία, ότι είχε χάσει συνεντεύξεις για δουλειά, μετά από πίεση και εκφοβισμό που δεχόταν από τον πατέρα και για αυτό επέστρεφε πίσω στην Κροατία. Η παράθεση όμως των ταξιδιών και η δική της περιγραφή για αυτά, καταδεικνύει πως δεν υπήρξε κάποιο πρόβλημα με ζητήματα υποβολής αιτήσεων ή συνεντεύξεων. Έχει ως εξής η δική της περιγραφή για τα ταξίδια:

 

«α) Στις 13/04/24 μέχρι 27/04/24 για να βοηθήσω τους μαθητές μου που έδιναν εξετάσεις.

β) Στις 11/07/24 μέχρι 19/08/24 ήλθα πάλι για υποβολή αιτήσεων για επαγγελματική απασχόληση.

γ) Στις 05/10/24 μέχρι 14/10/24 ήλθα πάλι στην Κύπρο για interview και επίσης βρήκα μαθητές για ιδιαίτερα.

δ) Στις 17/11/24 μέχρι 05/01/25 διορίστηκα αντικαταστάτρια σε σχολείο στην Κύπρο».

 

Σε σχέση με τα πιο πάνω ταξίδια, εκ μέρους της μητέρας υπερτονίστηκε το ότι σε ένα διάστημα εννέα μηνών, ήτοι από τις 13.4.24 έως τις 5.1.25, η ίδια και το παιδί ήταν στην Κύπρο για τρεις μήνες συνολικά. Αυτό, με την παρεπόμενη εισήγηση ότι το εν τρίτον του διαστήματος αυτού ευρίσκοντο στην Κύπρο. Δεν είναι όμως με αυτό τον τρόπο που εξετάζεται εάν κάποιος τόπος είναι στην πράξη το κέντρο της ζωής του παιδιού, ήτοι με απλή ποσοστιαία αναλογία χρόνου και μάλιστα μόνο για ένα τμήμα της συνολικής παραμονής σε έναν άλλο τόπο. Άλλωστε, στην περίπτωση βρέφους, όπως καταδεικνύει η υπόθεση C-512/17, ακόμα και μεγαλύτερα των τριών μηνών διαστήματα σε μια 16μηνη περίοδο, δεν αποτελούν καθοριστικές περιστάσεις κατά την εκτίμηση του τόπου της συνήθους διαμονής. Η δε υπόθεση C-111/17 καταδεικνύει ότι στην περίπτωση βρέφους, ακόμα και διάστημα πέντε μηνών είναι ικανό να εδραιώσει συνήθη διαμονή, αναλόγως βέβαια πάντα των περιστάσεων.

 

Προσθέτουμε πως αιτήσεις για αντικαταστάσεις σε σχολεία, η μητέρα υπέβαλε και μετά τις 5.1.25, που είχε επιστρέψει για τελευταία φορά στην Κροατία. Προβάλλει βέβαια πως αυτό έγινε επειδή άμα τη επιστροφή της εκεί, συμφώνησαν με τον πατέρα όπως η ίδια παραμείνει στην Κροατία με τον ανήλικο μόνο μέχρι την εξεύρεση εργασίας στην Κύπρο. Το κατά πόσον υπήρξε τέτοια συμφωνία των γονέων ή όχι αφορά άλλους λόγους έφεσης. Αυτό που έχει σημασία για το εξεταζόμενο εδώ ζήτημα είναι το ότι δεν αμφισβητείται πως το παιδί διέμεινε, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, στην Κροατία μέχρι και τις 18.3.25, που η μητέρα το μετακίνησε στην Κύπρο.  

 

Ασχέτως όμως της βασιμότητας του ισχυρισμού περί συμφωνίας, θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως δεν ήταν σε καμμιά περίπτωση η θέση της μητέρας ότι τέτοια συμφωνία επήλθε πριν την τελευταία μετάβαση της στην Κροατία, δηλαδή πριν τις 5.1.25. Η ίδια αναφέρεται δύο φορές στο ζήτημα αυτό, στην αρχική ένορκη δήλωση της (§10, 13). Σε καμμιά από αυτές τις αναφορές δεν ήταν η θέση της ότι είναι λόγω τέτοιας συμφωνίας που απεδέχθη τον Ιανουάριο του 2025 να μεταφέρει το παιδί στην Κροατία, όπως έχει υποστηριχθεί στο περίγραμμα αγόρευσης της. Αντιθέτως, στη δεύτερη από τις πιο πάνω αναφορές της (§13), υποστηρίζει ότι «[Ό]ταν επέστρεψα στην Κροατία συμφωνήσαμε με τον Αιτητή να παραμείνω στην Κροατία με τον ανήλικο μέχρι την εξεύρεση εργασίας στην Κύπρο …».

 

Παρεμφερής θέση της μητέρας ήταν ότι, με βάση την προβαλλόμενη  συμφωνία, προέβη από τις 20.2.25 σε εγγραφή του παιδιού σε νηπιαγωγείο στην Κύπρο για τη σχολική χρονιά 2026-2027 (το μεθεπόμενο έτος) εν γνώσει του πατέρα. Δεν είναι εύκολα αντιληπτή η αναφορά σε εγγραφή για το μεθεπόμενο σχολικό έτος. Ίσως πρόκειται για εκ παραδρομής αναφορά. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, το αποδεικτικό στοιχείο που είχε επισυνάψει η μητέρα, το Τεκμήριο 1, τιτλοφορείται ως «Ατομικό Δελτίο», περιέχει τα στοιχεία του παιδιού και γονέων και υπογράφεται μόνον από την ίδια. Ήταν εύλογη η πρωτόδικη κρίση ότι δεν προέκυπτε πως κάτι τέτοιο είχε προηγουμένως συμφωνηθεί από αμφότερους τους γονείς. Θα προσθέταμε πως και από το λεκτικό του εντύπου ούτως ή άλλως δεν προέκυπτε ότι συνιστούσε εγγραφή για οτιδήποτε. Ήταν ένα απλό έντυπο υπογραφέν από τη μητέρα μόνο και όχι από τον πατέρα ή το σχολείο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υπήρχε κοινή συναίνεση για φοίτηση του παιδιού από το επόμενο ή το μεθεπόμενο σχολικό έτος (2026-2027) σε νηπιαγωγείο στην Κύπρο, κάτι τέτοιο θα αφορούσε την πιθανή μελλοντική κοινή πρόθεση των γονέων (για μεταβολή), η οποία όμως, ως αναγνωρισμένο δικαίωμα τους, δεν επιδρά στο κατά πόσον μέχρι τον Μάρτιο του 2025 η συνήθης διαμονή του παιδιού ήταν στην Κροατία.

 

Ας σημειωθεί πως αυτή την περίοδο και δη στις 22.2.25, στην παρουσία και με τη συναίνεση της μητέρας, έγινε η βάπτιση του ανηλίκου στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία στο Ζάγκρεμπ. Ως Τεκμήριο 6 στη συμπληρωματική δήλωση εκ μέρους του πατέρα παρουσιάστηκαν το σχετικό πιστοποιητικό βάπτισης, καθώς και σειρά αναμνηστικών από τη βάπτιση φωτογραφιών (ανηλίκου, γονέων, συγγενών ή φίλων). Βέβαια η μητέρα εκφράζει και εδώ την άποψη της, ήτοι ότι η βάπτιση «αποτελεί αποκλειστικά τελετουργικό γεγονός και δεν συνιστά ένδειξη συνήθους διαμονής», προσθέτοντας ότι η βάπτιση έγινε κατόπιν επιθυμίας του πατέρα, ήτοι εφόσον ο ανήλικος θα έπαιρνε το όνομα του παππού της, να βαφτιζόταν στην εκκλησία στην οποία είχε βαφτιστεί ο πατέρας. Θα πούμε μόνον πως και αυτό το γεγονός, δηλαδή της βάπτισης, ως απτόμενο της ζωής του παιδιού, συνιστά στοιχείο το οποίο ορθώς συνεκτιμήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ούτε διαφωνεί η μητέρα ότι το παιδί είχε παιδίατρο στην Κροατία και ότι κάποιοι εμβολιασμοί του διενεργήθηκαν εκεί, ως καταδεικνύει και το σχετικό βιβλιάριο (Τεκμήριο 4). Ήταν επί τούτου ορθή η πρωτόδικη κρίση πως η ύπαρξη παιδιάτρου και στην Κύπρο δεν είναι στοιχείο ικανό να μεταβάλει τον τόπο της συνήθους διαμονής του. Λογικό ήταν να διατηρείται τέτοια σχέση για οποιαδήποτε τυχόν ανάγκη προέκυπτε κατά τις επισκέψεις στην Κύπρο. Ειδικότερα σε σχέση με τα ταξίδια αυτά, την πρόθεση της μητέρας και κάποιους άλλους σχετικούς παράγοντες η πρωτόδικη Δικαστής ανέφερε:

 

«Τα ταξίδια του ανηλίκου στην Κύπρο, όπως προκύπτει από τη χρονική τους διάρκεια, τη συχνότητά τους και τις ημερομηνίες πραγματοποίησής τους, είχαν περιορισμένο και παροδικό χαρακτήρα και δεν διέκοπταν την καθημερινή ζωή του παιδιού στο Ζάγκρεμπ ούτε μετέβαλλαν τον τόπο της συνήθους διαμονής του. Η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι οι μετακινήσεις τεκμηριώνουν την Κύπρο ως τόπο συνήθους διαμονής του ανηλίκου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, ακόμη και αν η Καθ' ης η αίτηση δεν επιθυμούσε να παραμείνει μόνιμα στην Κροατία ή αναζητούσε εργασία στην Κύπρο, τα στοιχεία αυτά δεν είναι καθοριστικά διότι η συνήθης διαμονή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις προθέσεις των γονέων, αλλά από την πραγματική ζωή του παιδιού και την ένταξή του στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, η διάρκεια της παραμονής, η συνεχής συγκατοίκηση με τον πατέρα, η καθημερινή φροντίδα, η ιατρική παρακολούθηση και η συνολική οργάνωση της ζωής του ανηλίκου στην Κροατία συγκροτούν ένα σταθερό πλαίσιο ζωής, το οποίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παροδικό ή μεταβατικό. Εξάλλου, η απόφαση της Καθ' ης η αίτηση να εγκατασταθεί στην Κροατία με νεογέννητο μόλις λίγων εβδομάδων, καθώς και η μεταφορά του κατοικίδιου της εκεί, συνιστούν αντικειμενικά στοιχεία που δεν προσιδιάζουν σε πρόσκαιρη ή δοκιμαστική παραμονή, αλλά ενισχύουν το συμπέρασμα περί εγκατάστασης με χαρακτήρα σταθερότητας και συνέχειας.

 

Ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση ότι η συνήθης διαμονή του ανηλίκου ήταν και παραμένει στην Κύπρο λόγω της γέννησής του, της ιθαγένειας του, της ύπαρξης οικογενειακού περιβάλλοντος υποστήριξης, της επαγγελματικής της δραστηριότητας στη χώρα και της τακτικής επιστροφής τους, επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Τα στοιχεία αυτά, αν και συνεκτιμώνται, δεν είναι καθοριστικά για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής, η οποία εδράζεται πρωτίστως στην πραγματική και καθημερινή ζωή του παιδιού. Ούτε το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν υπήρξε πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης στην Κροατία αναιρεί το γεγονός ότι ο ανήλικος απέκτησε εκεί το κέντρο της ζωής του και εντάχθηκε στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Το σύνολο των πραγματικών περιστατικών καταδεικνύει ότι ο ανήλικος έζησε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Κροατία, ανέπτυξε σταθερούς και ουσιαστικούς δεσμούς με τον πατέρα του και με το περιβάλλον στην Κροατία ενώ η Κύπρος αποτέλεσε απλώς τόπο επισκέψεων».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Συμφωνούμε με τα πιο πάνω και στη βάση αυτών δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος της συνήθους διαμονής. Είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε ότι αυτό το οποίο αναζητείται είναι ο τόπος στον οποίο βρίσκεται στην πράξη το κέντρο της ζωής του παιδιού. Η παρούσα περίπτωση αφορά βρέφος και όντως οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπ’ όψιν διαφέρουν από τις περιπτώσεις μεγαλύτερων παιδιών. Αυτό υπό την έννοια ότι το περιβάλλον ενός βρέφους είναι κυρίως το οικογενειακό και τούτο καθορίζεται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα με τα οποία ζει το βρέφος, τα οποία επιμελούνται αυτού και το φροντίζουν.

 

Στην έννοια της επιμέλειας εντάσσεται κάθε προσπάθεια των γονέων για την ανάπτυξη της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανηλίκου, όπως η παροχή στέγης, ένδυσης, τροφής, η φροντίδα για την υγεία, τη μόρφωση, καθώς και την ηθική ή θρησκευτική διαπαιδαγώγηση («Οικογενειακό Δίκαιο», Α.Σ. Γεωργιάδης, Δ΄ Έκδοση, σ. 680). Η αντίληψη ότι το παιδί ευρίσκετο υπό τη συνεχή φροντίδα της μητέρας, ότι ήταν απολύτως εξαρτώμενο από την ίδια η οποία ήταν ο πρωταρχικός φροντιστής παραγνωρίζει και εκμηδενίζει, εντελώς αδικαιολόγητα, όχι μόνον την καθημερινή παρουσία του πατέρα στη ζωή του (όπως επιβεβαιώνεται και από μεγάλο αριθμό φωτογραφιών) αλλά και την ουσιαστικότατη συμβολή του πατέρα στην παροχή στέγης και στην κάλυψη των οικονομικών αναγκών, για να μην αναφερθούμε σε δράσεις που άπτονται της ηθικής ή θρησκευτικής διαπαιδαγώγησης του (όπως η βάπτιση). Όλα τα πιο πάνω συνιστούν πτυχές της επιμέλειας και δεν είναι λογικό να υποβαθμίζονται ή και να διαγράφονται στη βάση του ότι, λόγω της εργασίας του πατέρα, η μητέρα είχε υπό τη φύλαξη της το παιδί περισσότερες ώρες της ημέρας, εν συγκρίσει με τον ίδιο.

 

Είναι προφανές ότι η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από την υπόθεση C-497/10 (ανωτέρω) ακριβώς επί τω ότι το βρέφος εκεί διέμενε αποκλειστικά με τη μητέρα του, η οποία είχε την επιμέλεια του, από γεννήσεως του. Ο κύκλος του βρέφους εκεί περιελάμβανε μόνο τη μητέρα, εξ ου και το ότι για την εξέταση της ένταξης του βρέφους σε κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον εκτιμήθηκε η ενσωμάτωση της μητέρας του σε κάποιο περιβάλλον. Στην παρούσα όμως δεν είναι ένα το πρόσωπο με το οποίο ζούσε το παιδί αλλά δύο. Τα οποία ήταν οι γονείς του και αποτελούσαν το οικογενειακό του περιβάλλον, που αναμφίβολα ευρίσκετο στην Κροατία.

 

Διαφορά υπάρχει και με την υπόθεση C-111/17 (ανωτέρω), δεδομένου ότι, σε αντίθεση με την παρούσα, εκεί η μητέρα ήταν και πάλι το μόνο πρόσωπο με το οποίο ζούσε το παιδί και δεν μετακινήθηκε από τον τόπο γέννησης του. Δηλαδή δεν ετίθετο καν θέμα ύπαρξης άλλου κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος του παιδιού και δη σε κράτος στο οποίο το παιδί δεν είχε ποτέ μεταβεί.

 

Η υπόθεση C-512/17 (ανωτέρω) διακρίνεται κυρίως κατά το ότι και η μητέρα ζούσε και εργαζόταν στην ίδια πόλη με τον πατέρα. Παρουσιάζει όμως και ουσιώδεις ομοιότητες επί τω ότι και οι δύο γονείς είχαν στην πράξη την επιμέλεια του βρέφους για 16 μήνες, περίοδο κατά την οποία η μητέρα, με τη συγκατάθεση του πατέρα, μετακινήθηκε αρκετές φορές στη χώρα καταγωγής της, στην οποία εν τέλει είχε πρόθεση να μετεγκατασταθεί με το βρέφος. Κρίθηκε όμως και εκεί πως το ουσιώδες, ως προς τη συνήθη διαμονή, είναι ο τόπος στον οποίο βρίσκεται στην πράξη το κέντρο ζωής του παιδιού και ότι αυτό το κέντρο δεν ήταν άλλο από τον τόπο στον οποίο διαβίωνε για 16 μήνες με τους γονείς του. Όπως και στην παρούσα.

 

  Στη βάση των πιο πάνω δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη διαπίστωση ότι η Κροατία αποτελούσε τον τόπο της συνήθους διαμονής του ανηλίκου στην παρούσα.      

 

Οι λόγοι έφεσης αρ. 2 έως 4, 8, 9 και 11 έως 13 υπόκεινται σε απόρριψη.

 

Λόγοι Έφεσης 5, 6, 7 – Συναίνεση για Αλλαγή Διαμονής

 

Οι λόγοι έφεσης 5 έως 7 επίσης ομαδοποιήθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους, προφανώς επειδή όλοι αφορούν το κατά πόσον υπήρξε συμφωνία μεταξύ πατέρα και μητέρας, για τη μετακίνηση του παιδιού στην Κύπρο, κατά τον Μάρτιο του 2025. Σύμφωνα με το Άρθρο 13(α) της Σύμβασης της Χάγης η εξετάζουσα την αίτηση επιστροφής Αρχή, δεν υποχρεούται (is not bound) να διατάξει την επιστροφή του παιδιού εάν αυτός ο οποίος αντιτίθεται στην επιστροφή αποδείξει (establishes) ότι «το φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση που είχε την επιμέλεια του παιδιού δεν ασκούσε στην πραγματικότητα τα δικαιώματα φύλαξης κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή είχε συναινέσει ή μεταγενέστερα συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση». Όπως έχει αναγνωριστεί και στη Σάββα (ανωτέρω), η εκ των προτέρων αποδοχή της μετακίνησης αποκαλείται (στη Σύμβαση) «συναίνεση» (consent) ενώ η εκ των υστέρων αποδοχή της ονομάζεται «συγκατάθεση» (acquiescence).

 

Στην παρούσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι με τον τρόπο που διατυπώθηκε ο σχετικός λόγος ένστασης, δεν ήταν σαφές αν προβάλλετο ισχυρισμός περί (προγενέστερης) συναίνεσης ή περί (μεταγενέστερης) συγκατάθεσης. Παρότι δήλωσε πως θα προχωρούσε στο να εξετάσει το θέμα «υπό το πρίσμα και των δύο εκδοχών», εντούτοις το πρωτόδικο Δικαστήριο αργότερα σε άλλο σημείο διαπίστωσε ότι από το σύνολο της μαρτυρίας προέκυπτε επίκληση προγενέστερης συμφωνίας και όχι εκ των υστέρων συγκατάθεσης. Είναι γεγονός ότι εκ μέρους της Εφεσείουσας οι εν λόγω δύο όροι χρησιμοποιούνται αδιακρίτως ακόμα και στο εφετήριο. Παράλληλα όμως είναι σαφέστατο από το ειδικότερο περιεχόμενο των ισχυρισμών της ότι κατ’ ουσίαν προβάλλεται μόνο ζήτημα εκ των προτέρων συναίνεσης. Πέραν από αυτή τη διευκρίνιση, δεν κρίνουμε ότι χρειάζεται να δώσουμε άλλη συνέχεια στο ζήτημα της χρησιμοποιούμενης ορολογίας.

 

Με τον πέμπτο λόγο, ο οποίος ουσιαστικά είναι και ο μόνος που αναπτύσσεται στο μέρος αυτό του περιγράμματος αγόρευσης, προβάλλεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν απεδέχθη τη θέση της Εφεσείουσας ότι ο πατέρας είχε παράσχει τη συναίνεση του για την εγκατάσταση του παιδιού στην Κύπρο. Στην παρατεθείσα αιτιολογία υποστηρίζεται ότι τα γεγονότα συνιστούσαν συναίνεση για τη μετακίνηση του παιδιού και για την εγκατάσταση του στην Κύπρο. Προστίθεται δε πως ακόμα και αν ο πατέρας αυθαίρετα αναίρεσε αυτή τη συμφωνία και προχώρησε στο να λάβει (δικαστικά) μέτρα για να εμποδίσει το ταξίδι του παιδιού στην Κύπρο, αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός της (παλαιότερης) συναίνεσης του για τη μόνιμη διαμονή του παιδιού στην Κύπρο. Περαιτέρω, στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσείουσας, προβάλλεται ότι μετά τις συνεχείς πιέσεις, εκ μέρους του πατέρα προς τη μητέρα (να διακόπτει τη διαμονή της στην Κύπρο και να μεταβαίνει με το παιδί στην Κροατία), οι γονείς κατέληξαν τον Ιανουάριο του 2025 σε «μια μόνιμη διευθέτηση» ως προς τις περιόδους και τον χρόνο που το παιδί θα μετέβαινε στην Κροατία για να μπορεί ο πατέρας να το βλέπει (Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι και μια φορά μηνιαίως). Υποστηρίζεται επίσης ότι η συμφωνία αυτή συνιστούσε συναίνεση για τη μεταφορά και την παραμονή του παιδιού μόνιμα στην Κύπρο και ο πατέρας να το βλέπει κατά κύριο λόγο στις διακοπές. Στην αρχική ένορκη δήλωση της (§11) η Εφεσείουσα καταγράφει επτά σχετικούς όρους της κατ’ ισχυρισμόν συμφωνίας και στο περίγραμμα της υποστηρίζει περαιτέρω ότι η συναίνεση του πατέρα προκύπτει αναντίλεκτα από τη συγκεκριμένη §11 ενώ, όσον αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν του ταξιδιού της στις 18.3.25, παραπέμπει στις §30 έως 38, προβάλλοντας ότι αυτές οι θέσεις της επίσης παρέμειναν αναντίλεκτες.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθώς παρέπεμψε στην υπόθεση Re             P J (Children) (Abduction Consent) [2009] EWCA Civ 588, υποδεικνύοντας αφενός τα βασικά στοιχεία της έννοιας της συναίνεσης και δη το ότι αυτή πρέπει να είναι σαφής, συγκεκριμένη και ισχύουσα κατά τον χρόνο της μετακίνησης και αφετέρου το ότι το βάρος απόδειξης συναίνεσης το φέρει εκείνος ο οποίος την επικαλείται (βλ. Άρθρο 13 της Σύμβασης της Χάγης).

 

Ορθή και εύλογη ήταν και η πρωτόδικη επισήμανση ότι στην παρούσα δεν υπήρξε οποιαδήποτε γραπτή αποτύπωση ή άλλη τεκμηρίωση, η οποία να καταδεικνύει σαφή, συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη συναίνεση του πατέρα για μετακίνηση του παιδιού και μόνιμη εγκατάσταση στην Κύπρο. Ουσιαστικά, η βασική θέση της Εφεσείουσας ήταν η καταγραφείσα στην αρχική δήλωση της (§13), ήτοι ότι, όταν επέστρεψε στις 5.1.25 στην Κροατία, συμφώνησαν με τον πατέρα αφενός να παραμείνει η ίδια στην Κροατία με το παιδί «μέχρι την εξεύρεση εργασίας στην Κύπρο» και αφετέρου τους όρους βάσει των οποίων θα ετύγχαναν χειρισμού τα ζητήματα γονικής μέριμνας (επικοινωνία, εκπαίδευση κ.λπ).

 

Ασχέτως των όσων εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο και της ιεράρχησης που έγινε, θα συμφωνήσουμε ότι ιδιαίτερη σημασία έχει η χρονική αλληλουχία των γεγονότων του Μαρτίου του 2025. Αρχής γενομένης όμως από τα ένδικα μέσα στα οποία προχώρησε ο πατέρας, όχι από τις 14.3.25 (που ατυχώς αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση) αλλά από τις 11.3.25, ως αναφέρεται στην αιτιολογία του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος εξόδου από την Κροατία (stop list). Το εν λόγω αλλοδαπό διάταγμα ήταν το Τεκμήριο 7 στη συμπληρωματική δήλωση Διονυσίου και σε αυτό καταγράφεται ότι «[Σ]τις 11 Μαρτίου ο προτείνοντας … υπέβαλε πρόταση για τη λήψη προσωρινού μέτρου …». Αναφέρεται βέβαια στην ίδια δήλωση Διονυσίου πως ο πατέρας προχώρησε σε δικαστική διαδικασία «μετά από απειλές που δέχθηκε» από τη μητέρα ότι αυτή θα μεταβεί στην Κύπρο, πλην όμως δεν απασχόλησε πρωτοδίκως ο ισχυρισμός αυτός και ούτε αξιολογήθηκε βάσει των παραγόντων του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου (ως θα έπρεπε). Δεν θα μας απασχολήσει ούτε εμάς, δεδομένου ότι η αξιολόγηση αυτή δεν είναι έργο του Εφετείου και εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός περί απειλών δεν έτυχε χρήσης πρωτοδίκως για κάποιο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Από την άλλη πλευρά όμως το ίδιο το γεγονός ότι ο πατέρας είχε αποταθεί σε Κροατικό Δικαστήριο και εξασφάλισε απαγορευτικό διάταγμα συνιστούσε γεγονός μη αμφισβητούμενο. Η μητέρα δεχόταν την ύπαρξη του διατάγματος. Ισχυριζόταν απλώς ότι δεν γνώριζε την έκδοση του κατά την αναχώρηση της και προέβαλλε ότι ο πατέρας «[Π]ήγε … ύπουλα για να εκδώσει διάταγμα για stop list του ανήλικου» (§30).

 

Σε αυτό το σημείο όμως και με δεδομένη την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος είναι που γεννάται το κρίσιμο ερώτημα. Για ποιο λόγο και με ποια λογική κάποιος που θα είχε δώσει σαφή, συγκεκριμένη και ισχύουσα συναίνεση για μετακίνηση ανηλίκου να εμπλακεί στις 11.3.25 σε δικαστική διαδικασία ζητώντας επειγόντως την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος; Η μόνη λογική απάντηση είναι ότι δεν υπήρχε τέτοια συμφωνία ή συναίνεση. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία εκφεύγει της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας.

 

Η πρωτόδικη Δικαστής καθηκόντως ήλεγξε την εκδοχή της Εφεσείουσας και από άλλη οπτική. Ήταν δεδομένη η θέση της Εφεσείουσας ότι όταν επέστρεψε στις 5.1.25 συμφώνησαν με τον πατέρα όπως η ίδια παραμείνει «στην Κροατία με τον ανήλικο μέχρι την εξεύρεση εργασίας στην Κύπρο» (§13). Βέβαια, εδώ δεν ετίθετο θέμα προσκόμισης μαρτυρίας εκ μέρους της για εξεύρεση εργασίας αφού η άλλη δεδηλωμένη θέση της ήταν ότι «[Σ]τις 14 Μαρτίου του 2025, έλαβα κλήση για συνέντευξη εργασίας και προγραμμάτισα το ταξίδι μου για την Κύπρο στις 16 Μαρτίου 2025» (§32). Ανεξαρτήτως λοιπόν του πρωτόδικου σχολίου ότι «ουδεμία απόδειξη προσκομίστηκε» για εξεύρεση εργασίας, ήταν ούτως ή άλλως ορθή η διαπίστωση πως από την ίδια τη μαρτυρία της Εφεσείουσας προέκυπτε ότι «κατά τον χρόνο της αναχώρησης στις 18/3/25, το ζήτημα της εργασίας τελούσε ακόμη σε στάδιο διερεύνησης». Η ουσία είναι πως ακόμα και εάν γινόταν δεκτό ότι υπήρξε συμφωνία μετεγκατάστασης υπό την αναβλητική αίρεση της εξεύρεσης εργασίας, τέτοια αίρεση δεν πληρούτο στις 18.3.25, αφού εργασία δεν είχε εξευρεθεί.

 

Η Εφεσείουσα προέβαλε και άλλο γεγονός ως δυνητικά ικανό να τεκμηριώσει την ύπαρξη συναίνεσης. Υποστήριξε πως όταν ενημέρωσε τον πατέρα για την κλήση προς συνέντευξη εργασίας που έλαβε στις 14.3.25, ο πατέρας εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του διότι θεώρησε ότι έπρεπε να τον είχε ενημερώσει πριν την κράτηση των εισιτηρίων. Σχετικά, προσθέτει η μητέρα (στην §33): «[Α]κολούθησε λεκτική αντιπαράθεση που διήρκεσε το Σαββατοκύριακο (15 και 16 Μαρτίου), ωστόσο την Δευτέρα (17 Μαρτίου), αφού του ζήτησα συγγνώμη για την έλλειψη συνεννόησης, συμφωνήσαμε να ταξιδέψουμε τελικά στην Κύπρο την Τρίτη 18 Μαρτίου 2025».

 

Ουσιαστικά, με τα πιο πάνω η μητέρα επικαλείται πατρική συναίνεση δοθείσα στις 17.3.25, μια μέρα πριν την αναχώρηση της με το παιδί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε πως ο ισχυρισμός αυτός, περί μεταγενέστερης συναίνεσης μετά την αντιπαράθεση, «δεν συμβιβάζεται με τη συνολική συμπεριφορά του πατέρα, ο οποίος ήδη από τις 14/3/25 είχε κινήσει δικαστική διαδικασία στην Κροατία για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας και την απαγόρευση εξόδου του ανηλίκου». Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε λέγοντας ότι παρά τον ισχυρισμό της μητέρας ότι δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως για τη δικαστική διαδικασία αυτή, εντούτοις από την ένταση της αντιπαράθεσης, την ακύρωση της πτήσης και τη μετέπειτα συμπεριφορά της, προκύπτει «ως περισσότερο πιθανό» ότι είχε γνώση, ή τουλάχιστον πλήρη επίγνωση, της σαφούς αντίθεσης του πατέρα στη μετακίνηση του ανηλίκου. Δεν θα μας απασχολήσει το τελευταίο αυτό ατυχές σχόλιο, το οποίο όντως υποδηλώνει εμπλοκή του νομικού βάρους απόδειξης (legal burden) σε ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας. Κρίνουμε πως το σχόλιο αυτό δεν επηρεάζει την ορθή κατά τα άλλα πρωτόδικη διαπίστωση ότι ο ισχυρισμός για συναίνεση η οποία δόθηκε στις 17.3.25, από  πλευράς κοινής λογικής δεν συνάδει καθόλου με τις ενέργειες στις οποίες προέβαινε ο πατέρας. Υπενθυμίζουμε ξανά ότι η 17η Μαρτίου 2025 είναι η προηγούμενη μέρα της έκδοσης του απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 18.3.25 (Τεκμήριο 7).

 

Καταλήγουμε ότι και ο λόγος έφεσης αρ. 5 υπόκειται σε απόρριψη.

 

Εν όψει των πιο πάνω, κρίνουμε ότι παρέλκει η εξέταση των λόγων έφεσης 6 και 7, οι οποίοι, ως αναφέραμε ήδη, δεν αναπτύσσονται στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσείουσας.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση των ανωτέρω η έφεση απορρίπτεται.

 

Τα πρωτόδικα διατάγματα και οι οδηγίες επικυρώνονται με διαφοροποίηση μόνο σε ό,τι αφορά τον χρόνο παράδοσης του παιδιού, ο οποίος καθορίζεται ως το αργότερο μέχρι τις 15.4.26 και ώρα 12 το μεσημέρι, για να διευθετηθεί η μεταφορά του στην Κροατία.

 

Νοείται ότι, άνευ επηρεασμού των προνοιών του Άρθρου 19 της Σύμβασης της Χάγης του 1980, σε περίπτωση κατά την οποία η Εφεσείουσα μητέρα επιλέξει να διατηρήσει τη φύλαξη και να μεταφέρει η ίδια το παιδί στην Κροατία, τότε υποχρεούται και συναφώς διατάσσεται η ίδια, αφενός να προβεί σε όλες τις νόμιμες και απαραίτητες ενέργειες, ούτως ώστε το παιδί να έχει επιστρέψει στην Κροατία το αργότερο μέχρι τις 15.4.26 και ώρα 12 το μεσημέρι και αφετέρου να ενημερώσει αμέσως την αρμόδια Κυπριακή Κεντρική Αρχή για τη διεύθυνση διαμονής τους στην πόλη Ζάγκρεμπ στην Κροατία.

 

Νοείται περαιτέρω ότι, η επιστροφή του παιδιού με τη μητέρα, ως ανωτέρω, θα συνιστά συμμόρφωση με την επικυρωθείσα στην παρούσα απόφαση, καθώς και τα επιμέρους διατάγματα, στον βαθμό που αφορούν την Εφεσείουσα.

 

Καμμιά διαταγή για έξοδα.

 

 

 

                                                                            Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο