ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΡΡΗΣ v. ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 108/2020, 19/3/2026
print
Τίτλος:
ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΡΡΗΣ v. ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 108/2020, 19/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 108/2020)

 

19 Μαρτίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΡΡΗΣ,

Εφεσείοντας,

v.

 

ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ,

 

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Ε. Νικολάου (κα) για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Μ. Βαλανίδης για Α. Μ. Βαλανίδου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Ο εφεσείοντας αποτάθηκε, με Αίτηση, στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών – στο εξής το πρωτόδικο Δικαστήριο – διεκδικώντας αποζημιώσεις, λόγω, κατ’ ισχυρισμόν, εξαναγκασμού του σε παραίτηση – παράνομου τερματισμού απασχόλησης – ενώ εργαζόταν με σύμβαση εργασίας από το 1992, ως ναυαγοσώστης, με υπηρεσίες πέντε (5) μήνες τον χρόνο κατά την καλοκαιρινή περίοδο.  Βασικός ισχυρισμός, του εφεσείοντα, ήταν πως οι εφεσίβλητοι, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και/ή της καθιερωμένης πρακτικής, την καλοκαιρινή περίοδο του 2011 αποφάσισαν μονομερώς, και χωρίς τη συγκατάθεση του, τη μείωση, κατά δύο (2) μήνες, της περιόδου απασχόλησης του, και ως εκ τουτου, αντί να εργαστεί πέντε (5) μήνες, εργάστηκε τρεις (3) μήνες, με επακόλουθο την αντίστοιχη μείωση των συνολικών απολαβών του.  Οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν την αξίωση του εφεσείοντα.  Μεταξύ άλλων, πρόβαλαν τη θέση ότι ουδέποτε τερμάτισαν τις υπηρεσίες του εφεσείοντα, επρόκειτο για εργαζόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η δε περίοδος 01.06.2011 μέχρι 07.09.2011, που αυτός εργάστηκε, ήταν από την αρχή γνωστή και την αποδέχθηκε.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, έκρινε ότι η προαναφερόμενη, αποδεκτή, μείωση του χρόνου εργασίας του εφεσείοντα συνιστούσε, εκ μέρους των εφεσίβλητων, μονομερή τροποποίηση ουσιώδους όρου της σύμβασης απασχόλησης, ωστόσο, κατέληξε ότι ο εφεσείοντας, με τη συμπεριφορά του, και δη, να μην καταγγείλει αμέσως ή εντός εύλογου χρόνου την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας του, την αποδέχθηκε, και, ως εκ τούτου, απώλεσε το δικαίωμα του να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση, αφού παρέμεινε στην υπηρεσία των εφεσίβλητων και εργάστηκε καθ’ όλη την τροποποιημένη περίοδο της απασχόλησης του.  Κατ’ επέκταση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, απέρριψε την Αίτηση του εφεσείοντα και δεν του επιδίκασε  οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης.

 

Ο εφεσείοντας, με τρεις λόγους έφεσης, δηλώνει τη διαφωνία του με την πιο πάνω πρωτόδικη κατάληξη και διεκδικεί την ανατροπή της.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προωθεί τη θέση ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι ο Αιτητής γνώριζε από τον Απρίλιο του 2011 ότι η περίοδος απασχόλησης του είχε συρρικνωθεί», με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλει τη θέση ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα καταλήγει ότι ο Αιτητής με την συμπεριφορά του αποδέχθηκε και επιβεβαίωσε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας του και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα του προς τερματισμό των υπηρεσιών του» και, με τον τρίτο λόγο έφεσης, θεωρεί ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα (προφανώς εννοείται ότι «έκρινε πως ο εφεσείοντας») δεν έχει γνωστοποιήσει οποιαδήποτε διαμαρτυρία, επιφύλαξη και αμφισβήτηση της τροποποίησης της σύμβασης απασχόλησης του».

 

Με την πρωτόδικη κατάληξη, η οποία αφορά μόνο στα συμπεράσματα (α) ότι ο εφεσείοντας κατέστη «ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου», και (β) ότι η σύμβαση εργασίας του εφεσείοντα τροποποιήθηκε μονομερώς, διαφωνούν και οι εφεσίβλητοι, εξ ου και, με την Ειδοποίηση Εφεσίβλητου, ήγειραν αντέφεση. 

 

Με τους δύο λόγους αντέφεσης προκρίνονται οι θέσεις ότι «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα έκρινε ότι ο Εφεσείων – Αιτητής, δι’ Αντεφέσεως Αντεφεσίβλητος, κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, προβαίνοντας σε εσφαλμένη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και των συναφών νομολογιακών κανόνων….» (πρώτος λόγος αντέφεσης), καθώς, και ότι «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα έκρινε ότι ο Αντεφεσείων τροποποίησε μονομερώς ουσιώδη όρο της σύμβασης απασχόλησης του Αντεφεσίβλητου» (δεύτερος λόγος αντέφεσης). 

 

Έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή το περιεχόμενο των λόγων έφεσης και αντέφεσης, ως επίσης, και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν, ως θέσεις και επιχειρήματα τους, μέσα από τα περιγράμματα αγόρευσης.  Φρονούμε ότι προέχει η τοποθέτηση μας επί του πρώτου λόγου αντέφεσης, ο οποίος αν κριθεί βάσιμος, πιθανότατα, θα καταστήσει αχρείαστη την εξέταση των λόγων έφεσης, αλλά, και του δεύτερου λόγου αντέφεσης.   

 

Κρίνουμε χρήσιμο να παραθέσουμε, κατ’ αρχάς, αυτούσια αποσπάσματα από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σχετιζόμενα με την κρίση του ότι ο εφεσείοντας κατέση «εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου», τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, ο Αιτητής εργοδοτείτο στον Καθ’ ου η αίτηση από το 1992 για κάποιους μήνες,  ήτοι για συνολική περίοδο περί τους 110 ½ μήνες.  Ακόμη και μετά το 2003 ο Αιτητής εργάστηκε περί τους 49 μήνες.

 

Ο Αιτητής, ως η θέση όλων εργάστηκε για όλη την περίοδο που απασχολήθηκε στον Καθ’ ου η αίτηση στην ίδια θέση και είχε τα ίδια καθήκοντα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με ενδιάμεσες διακοπές.  Συνεπώς, ο Αιτητής πληροί τα χρονικά πλαίσια που του επιτρέπουν να θεωρηθεί εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου.  Το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν εργαζόταν τους χειμερινούς μήνες λόγω μη ύπαρξης σχετικής ανάγκης δεν διακόπτει το συνεχές της απασχόλησής του.  Όπως αναφέρεται στο Μέρος II του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου:

 

«To συνεχές απασχολήσεως δεν διακόπτεται λόγω οιουδήποτε των ακολούθων:

 

(α) ……………………………….

(β) ………………………………. 

(γ) ……………………………….

(δ) ……………………………….

(ε) απουσίας εκ της εργασίας λόγω προσωρινής διακοπής εργασίων

(στ) ………………………………..

(ζ) ………………………………….

(η) …………………………………

(θ) ………………………………….»

 

          Εν όψει των πιο πάνω, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον Καθ’ ου η αίτηση να αποδείξει ότι η σύμβαση εργασίας του Αιτητή δεν μπορούσε να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου λόγω της ύπαρξης αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούσαν την απασχόληση του Αιτητή με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.»

 

Κύρια θέση, η οποία αναπτύσσεται μέσα από την αιτιολογία του πρώτου λόγου αντέφεσης, είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι οι ενδιάμεσες διακοπές στην απασχόληση του εφεσείοντα, συνιστούσαν «απουσία εκ της εργασίας λόγω προσωρινής διακοπής εργασιών», ως προνοείται στο Μέρος ΙΙ του Δεύτερου Πίνακα του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν. 24/1967, καθ’ ότι πρόκειται για εποχιακή απασχόληση, περιορισμένης διάρκειας, γεγονός που ήταν  εκ των προτέρων γνωστό και αποδεκτό από τα συμβαλλόμενα μέρη.  Προωθείται δε το επιχείρημα πως δεν πρόκειται για μία κατάσταση διαρκούς λειτουργίας των εργασιών κάποιας επιχείρησης, η οποία διακόπηκε προσωρινά, για οποιουσδήποτε λόγους.  Αντίθετα, πρόκειται για έκτακτη εποχιακή απασχόληση, ο δε εφεσείοντας κάθε χρόνο, μετά τη λήξη της περιόδου που αφορούσε η σύμβαση του, εγγραφόταν ως άνεργος και λάμβανε ανεργιακό επίδομα.  Για τον χαρακτήρα της εποχιακής απασχόλησης κατέθεσαν και συμφώνησαν ουσιαστικά όλοι οι μάρτυρες.  Οι εν λόγω αιτιάσεις υποστηρίχθηκαν με ανάλογα επιχειρήματα, διατυπωθέντα στο περίγραμμα αγόρευσης των εφεσίβλητων.

 

Το Άρθρο 7 του Ν. 98(Ι)/2003 προβλέπει τα ακόλουθα:

 

«7.(1) Όπου:

 

(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως·

 

(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου,

 

η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.

 

 

(2) Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν:

 

(α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές.

 

(β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο.

 

(γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας, η φύση των καθηκόντων και ο χαρακτήρας της απασχόλησης ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργοδοτουμένων δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.

 

(δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία.

 

(ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ΄ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.

 

(στ) Η  εργοδότηση  με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά συμβάσεις για την απασχόληση προσώπων τα οποία για την άσκηση των σχετικών με την εν λόγω απασχόληση καθηκόντων τους απαιτείται να έχουν άρτια φυσική και ψυχική κατάσταση, καθώς και ακμαίες φυσικές και σωματικές δυνάμεις.

 

(2Α) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την απασχόληση Σ.ΥΠ. και ΣΥ.ΟΠ. εμπίπτει στους αντικειμενικούς λόγους που προβλέπονται στις παραγράφους (γ) και (στ) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου.

 

(3) Κατά την εφαρμογή του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, αναφορικά με εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.»

 

(Η υπογράμμιση ανωτέρω έγινε από το Εφετείο)

 

Ό,τι θεωρούμε, εν πρώτοις, σημαντικό να διατυπώσουμε είναι πως ουδεμία νομοθεσία ή νομολογία ή γενικότερα αυθεντία προτάθηκε προς υποστήριξη της προαναφερόμενης θέσης των εφεσίβλητων, η οποία να δίδει ερμηνεία ότι συνθήκες εργοδότησης, όπως του εφεσείοντα, έστω 5 ή 6 μήνες το χρόνο, δεν επιτρέπουν όπως οι εργοδοτούμενοι ορισμένου χρόνου ενταχθούν και να κριθούν ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου.

 

Διαπιστώνεται, μέσα από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, πριν καταλήξει ότι ο εφεσείοντας κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, αναφέρθηκε στο Άρθρο 7 του Ν. 98(Ι)/2003 και στη νομολογία (δέστε υποθέσεις (1) Αβραάμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49, (2) Παναγίδης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2012) 1Β Α.Α.Δ. 1641, (3) C-313/2010 Land NordrheinWestFalen v. Jansen, και (4) συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/2013, C-61/2013, έως C63-2013 και C-418/2013, Mascolo κ.α. v. Ministero dellIstruzione κ.α., ημερομηνίας 26.11.2014).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε πως το γεγονός ότι ο εφεσείοντας δεν εργαζόταν τους χειμερινούς μήνες, λόγω μη ύπαρξης αναγκών που σχετίζονται με τα καθήκοντα του, δεν διακοπτόταν το συνεχές της απασχόλησης του.  Δεν θεωρούμε ότι για την εξέταση του υπό συζήτηση ζητήματος εφαρμόζεται η πρόνοια του Μέρους ΙΙ του Δεύτερου Πίνακα του Ν. 24/1967 στην οποία παρέπεμψε.  Άλλωστε, το συνεχές και η διάρκεια της απασχόλησης, ως προσδιορίζεται στον προαναφερόμενο πίνακα, είναι συνηρτημένα με τον τερματισμό της απασχόλησης και τον καθορισμό αποζημίωσης (δέστε Άρθρα 13 και 16 του Ν. 24/1967) και όχι με τη θεώρηση μίας σύμβασης ορισμένου χρόνου ως σύμβαση αορίστου χρόνου, ως υπαγορεύει το Άρθρο 7 του Ν. 98(Ι)/2003.  Απορρίπτουμε, βέβαια, τη θέση των εφεσίβλητων, πως όταν έληγε η σύμβαση του εφεσείοντα κάθε έτος αυτός δεν είχε συμβατική σχέση στο υπόλοιπο του έτους και άρα αυτό ήταν εμπόδιο να θεωρηθεί αορίστου χρόνου.  Ακριβώς αυτό το φαινόμενο είναι που ο νομοθέτης, με το Άρθρο 7 του Ν. 98(Ι)/2003, εναρμονιστικού της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, είχε στόχο να αποτρέψει.  Επρόκειτο για προσωρινή διακοπή, έστω επαναλαμβανόμενη, κάθε έτος.  Ακόμη και στην περίπτωση όπου η σύμβαση εργασίας διακόπτεται για πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα, πάλι, σ’ αυτό το διάστημα, δεν υπάρχει συμβατική σχέση, όμως δεν προκύπτει εμπόδιο, αν οι περιστάσεις το επιτρέπουν, μία σύμβαση ορισμένου χρόνου να κριθεί ότι κατέστη αορίστου χρόνου.  Συνεπώς, η διακοπή ή ο χρόνος διακοπής δεν αποτελούν εμπόδιο στην θεώρηση μίας σύμβασης ορισμένου χρόνου ως σύμβασης  αορίστου χρόνου.  

 

Ως γίνεται κατανοητό η κατάταξη μίας σύμβασης ως αορίστου χρόνου, μεταξύ άλλων αποτελεσμάτων, επιφέρει ουσιαστικά «μόνιμη» απασχόληση, επί του ίδιου βέβαια καθεστώτος και χρόνου που ορίζεται στη σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης της εργοδότησης.  Ωστόσο, αυτό το αποτέλεσμα, ήτοι η μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου, δεν επέρχεται αν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του Άρθρου 7(1) και (2) του Ν. 98(Ι)/2003 (ανωτέρω). 

 

Ό,τι ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι είναι πως η πραναφερόμενη διάταξη τυγχάνει εφαρμογής, και δη ότι υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι ώστε να μην ήταν επιτρεπτό η σύμβαση του εφεσείοντα να κριθεί, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 

 

Η υποπαράγραφος (2)(γ) του Άρθρου 7 προβλέπει πως «Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν –

(α)… (β)… (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας, η φύση των καθηκόντων και ο χαρακτήρας της απασχόλησης ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργοδοτουμένων, δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης»

 

Αναφορικά με την ύπαρξη ή μη αντικειμενικών λόγων, εκ μέρους των εφεσίβλητων, το πρωτόδικο Δικαστήριο τοποθετήθηκε, ως εξής:

 

«Στην προκειμένη περίπτωση, ο Καθ’ ου η αίτηση δεν ισχυρίστηκε ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί την απασχόληση του Αιτητή με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και συνεπώς ο Καθ’ ου η αίτηση απέτυχε να αποδείξει ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή.  Είναι φανερό ότι οι συγκεκριμένες ανάγκες του Καθ’ ου η αίτηση δεν ήταν παροδικές αλλά είχαν μόνιμο χαρακτήρα και συνεπώς η απασχόληση του Αιτητή δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη προσωρινών αναγκών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών του Καθ’ ου η αίτηση κατά την καλοκαιρινή περίοδο. 

 

Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου και συνεπώς θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το κατά πόσο αυτός εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση λόγω μονομερούς τροποποίησης των όρων εργασίας του.»

 

Θεωρούμε ότι η πιο πάνω αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου, και δη ότι οι εφεσίβλητοι δεν ισχυρίστηκαν ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί την απασχόληση του εφεσείοντα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δημιουργεί εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ότι δεν ηγέρθηκε τέτοιο ζήτημα από τους εφεσίβλητους.  Στη συνέχεια, χωρίς βέβαια ειδική αναφορά στην υποπαράγραφο 2(γ) του Άρθρου 7, του Ν. 98(Ι)/2003,  φαίνεται ότι το Δικαστήριο θεωρεί πως ηγέρθηκε τέτοιος ισχυρισμός και τοποθετείται επί της ουσίας.  Η εξέταση τέτοιου ισχυρισμού ήταν επιτρεπτή καθώς (α) οι εφεσίβλητοι στο τροποποιημένο έγγραφο εμφανίσεως, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι «Ο Καθ’ ου η Αίτηση …. ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε ως έκτακτος εποχιακός βοηθός ναυαγοσώστης και όχι ως ναυαγοσώστης με βάση το άρθρο 56 του περί Δήμων Νόμου, …. Ισχυρίζεται δε ο Καθ’ ου η Αίτηση ότι η πρακτική που εφαρμόζετο ήτο οι προσλήψεις να γίνονται αναλόγως των αναγκών του Καθ’ ου η Αίτηση κάθε έτος …. Ο Καθ’ ου η Αίτηση …. ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής εγνώριζε εξ αρχής ότι προσελήφθη κατά την καλοκαιρινή περίοδο του 2011 για τρεις (3) περίπου μήνες, καθ’ ότι αυτό επέβαλλαν οι ανάγκες του Καθ’ ου η Αίτηση …. Ο Καθ’ ου η Αίτηση προσελάμβανε κάθε έτος συμφώνως των αναγκών του αλλά και των πόρων και προϋπολογισμών του και για καθορισμένες ημερομηνίες πρόσληψης και τερματισμού της εργασίας τους εξ’ αρχής …. ο ίδιος (ο εφεσείοντας) αποδεχόμενος την πρόσληψη του κατά την καλοκαιρινή περίοδο του 2011 αποδέχτηκε και την περίοδο των τριών περίπου μηνών εργασίας του, αφού αυτό επέβαλλαν οι ανάγκες του Καθ’ ου η Αίτηση κατ’ αυτή την περίοδο», (β) επί του ίδιου θέματος, φαίνεται πως και η μαρτυρία, στην οποία αναφέρεται το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσφερθείσα από τους δύο μάρτυρες των εφεσίβλητων, αντανακλά στους πιο πάνω ισχυρισμούς, αφού συνίσταται στο ότι οι εν λόγω μάρτυρες  προώθησαν τη θέση πως η περίπτωση του εφεσείοντα αφορά έκτακτη εποχιακή εργασία και πως γινόταν σύμφωνα με τις ανάγκες των εφεσίβλητων, αλλά, και του ετήσιου προϋπολογισμού, των πόρων και οικονομικών δυνατοτήτων τους και (γ) διαπιστώνουμε ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης αντικειμενικών λόγων που, κατά την εισήγηση της συνηγόρου των εφεσίβλητων, απέκλειαν την μετατροπή της σύμβασης ορισμένου χρόνου, που είχε ο εφεσείοντας, σε σύμβαση αορίστου χρόνου, στη βάση της πιο πάνω δικογράφησης, αλλά και της μαρτυρίας που οι εφεσίβλητοι προσκόμισαν, προωθήθηκε μέσα από το γραπτό κείμενο αγόρευσης των εφεσίβλητων, κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Επομένως, ο υπό συζήτηση ισχυρισμός, προωθήθηκε δεόντως, και, άρα, υπήρχε το υπόβαθρο για την εξέταση του.

 

Καταλήγουμε, συνεπώς, ότι η προαναφερόμενη διατύπωση, επί της ουσίας, δεν προκάλεσε οποιοδήποτε νομικό σφάλμα.

 

Συνεπώς, εξετάζουμε, στη συνέχεια, κατά πόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ορθά, στη βάση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, εκ μέρους των εφεσίβλητων, και η οποία αποτέλεσε μέρος των ευρημάτων του, πως αυτοί δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που έφεραν, ήτοι την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων οι οποίοι να τους επέτρεπαν ή να δικαιολογούσαν τη συνέχιση της εργοδότησης του εφεσείοντα με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

 

Είναι χρήσιμο, κατ’ αρχάς, να παρατεθούν, αυτούσια, τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Εν όψει των πιο πάνω, αποδεχόμαστε ότι τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ότι ο Αιτητής εργαζόταν στην υπηρεσία του Καθ’ ου η αίτηση κάθε καλοκαιρινή περίοδο από το 1992, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, ότι από το 1992 ο Αιτητής κάθε χρόνο υπέβαλλε αίτηση για πρόσληψη στην υπηρεσία του Καθ’ ου η αίτηση, ότι μετά τη λήξη της τουριστικής περιόδου ο Αιτητής υπέβαλλε αίτηση στις σχετικές υπηρεσίες του κράτους για πληρωμή ανεργιακού επιδόματος, ότι ο Αιτητής γνώριζε από τον Απρίλιο του 2011 την περίοδο που θα εργαζόταν, ότι δεν διαμαρτυρήθηκε σχετικά, ότι ο Αιτητής το 2011 δεν πληρούσε τα κριτήρια για πληρωμή ανεργιακού επιδόματος λόγω του περιορισμένου χρόνου που εργάστηκε και ότι ο Αιτητής δεν υπέβαλε έκτοτε αίτηση για να εργαστεί ξανά στην υπηρεσία του Καθ’ ου η αίτηση.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, πριν καταλήξει ότι οι εφεσίβλητοι δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που είχαν, στηρίχθηκε στις πρόνοιες του Άρθρου 7 του Ν. 98(Ι)/2003, καθώς, και στη κυπριακή νομολογία και νομολογία του ΔΕΕ, που ήδη σημειώθηκε πιο πάνω, παραθέτοντας σχετικά αποσπάσματα, σ’ ότι αφορά στον σκοπό και στο πνεύμα του Άρθρου 7 του Ν. 98(Ι)/2003, ο οποίος, ως έχει προαναφερθεί, είναι εναρμονιστικός με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ

 

Είναι, δε, χρήσιμο να αναφέρουμε ότι εντοπίζουμε μεταγενέστερη, της έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, νομολογία, σχετική με την ερμηνεία και εφαρμογή του Άρθρου 7 του Ν. 98(Ι)/2003.  Πρόκειται για τις υποθέσεις (1) Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου v. Φιλιππίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2014, ημερομηνίας 30.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:A537 και (2) Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. v. Λοϊζου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 297/2022, ημερομηνίας 15.07.2025.

 

Στην υπόθεση Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (ανωτέρω), επιβεβαιώθηκε πρωτόδικη απόφαση με την οποία συνεργάτιδα του ΡΙΚ, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, κρίθηκε ως εργαζόμενη με σύμβαση αορίστου χρόνου.  Παραθέτουμε αποσπάσματα στη συνέχεια, αρκούντως διαφωτιστικά, τα οποία έχουν ως εξής:

 

«Δεν συμμεριζόμαστε τις επί τούτω απόψεις των Εφεσειόντων.

 

Εξηγούμε.

 

Σύμφωνα με τα απρόσβλητα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου η περίοδος απασχόλησης της Εφεσίβλητης στους Εφεσείοντες υπερέβη τους 44 μήνες καθότι άρχισε την 6.10.03 και τερματίστηκε την 16.7.07. Κατά την εργοδότηση, η Εφεσίβλητη παρουσίαζε το πρόγραμμα «Ώρα Κύπρου», και την περίοδο 2006-2007 το πρόγραμμα «Ανθρώπινα και Απλά», ενώ σε όλη την απασχόληση της παρουσίαζε δελτία ειδήσεων και άλλα προγράμματα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο πραγματευόμενο τον Περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμο 98(Ι)/2003 ο Ν.98(Ι)/03») έκρινε, ορθώς, πως τούτος εκδόθηκε με σκοπό την προσαρμογή της κυπριακής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 Σχετικά με τη Συμφωνία Πλαίσιο για την Εργασία Ορισμένου Χρόνου που Συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP («η Οδηγία 1999/70/EK»). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε προσέτι - σωστά και πάλι - ότι ως προκύπτει από το Άρθρο 3, Ν.98(Ι)/03, στόχος της αφορώσας ρύθμισης είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση εφαρμογής της αρχής που απαγορεύει τις διακρίσεις εν σχέσει προς την εργασία ορισμένου χρόνου. Επιπλέον, με αναφορά και στο Άρθρο 7, Ν.98(Ι)/03 το Πρωτόδικο Δικαστήριο διατύπωσε πως με τα εκεί διαλαμβανόμενα θεσπίζονται μέτρα αποφυγής κατάχρησης από τον κίνδυνο προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο 30 μηνών για μια τέτοια σύμβαση (προκειμένου να θεωρείται ως σύμβαση αορίστου χρόνου), εκτός εάν ο εργοδότης (εδώ οι Εφεσείοντες), αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου (εδώ της Εφεσίβλητης) με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους που υφίστανται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 7(2), Ν.98(Ι)/03.

 

Επομένως, στη βάση αναντίλεκτων γεγονότων αλλά και σαφών προνοιών της κρίσιμης νομοθεσίας, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε κατ' ουσίαν άλλη λελογισμένη επιλογή παρά να καταλήξει στα επίδικα ευρήματα, με αποτέλεσμα, ως εξ αυτών, το βάρος απόδειξης να μετατεθεί στους Εφεσείοντες για να αποδείξουν ότι η επίμαχη σύμβαση δεν μπορούσε να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου, εξαιτίας αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούσαν απασχόληση ορισμένης διάρκειας (βλ. Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ν. Σοφοκλέους, Π.Ε. 513/12, ημ. 18.1.16, ECLI:CY:AD:2016:A20).

 

Σε ό,τι αφορά στο παράπονο των Εφεσειόντων πως κακώς αποφασίστηκε ότι δεν συνέτρεχαν αντικειμενικοί λόγοι κατά τα ανωτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε κατόπιν προσεκτικής αξιολόγησης της μαρτυρίας αλλά και ερμηνείας των αφορώντων νομοθετικών προβλέψεων πως η απασχόληση της Εφεσίβλητης δεν σχετιζόταν ως επί το πλείστον με την παρουσίαση μιας συγκεκριμένης εκπομπής, μήτε και υπήρχαν ιδιαιτερότητες που θα δικαιολογούσαν κατάταξη της συμβατικής σχέσης ως ορισμένης διάρκειας. Τούτο, επειδή, με τη μείωση των εβδομαδιαίων ημερών παρουσίασης του τηλεοπτικού προγράμματος που ανέλαβε η Εφεσίβλητη, της ανατέθηκαν και διάφορες άλλες εργασίες τις οποίες όφειλε να διεκπεραιώνει καθημερινώς και όχι μονάχα κατά την καλοκαιρινή περίοδο (ως προέβλεπε το συμβόλαιο της). Για επίρρωση της συλλογιστικής αυτής το Πρωτόδικο Δικαστήριο, διαφοροποιώντας ευστόχως νομολογία και συγγράμματα στα οποία παραπέμφθηκε από τους Εφεσείοντες πρωτοδίκως (για τον λόγο ότι ήσαν και πολύ προγενέστερα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ), βασίστηκε και στο σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης και στα αναντίρρητα από τους Εφεσείοντες προσόντα, γνώσεις και καταλληλότητα της Εφεσίβλητης, κρίνοντας πως κατά την αξιόπιστη μαρτυρία είχαν ανατεθεί σε αυτήν κατά καιρούς (ως πλέον κατάλληλης για ανάληψη τους), η επιμέλεια και παρουσίαση διαφόρων προγραμμάτων.

 

Τίποτα από όσα υποβλήθηκαν από τους Εφεσείοντες δεν δικαιολογούν την επί τούτω παρέμβαση μας.

 

Οι λόγοι έφεσης 1, 2 και απορρίπτονται.

 

Σε σχέση προς τους λόγους έφεσης 4 και 5, η κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η απόλυση της Εφεσίβλητης υπήρξε αδικαιολόγητη συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε τη μαρτυρία με αναφορά και στο Άρθρο 5 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/67 ο Ν.24/67»), αποφαινόμενο πως, παρά την επίκληση εκ πλευράς Εφεσειόντων της λήξης της σύμβασης απασχόλησης της Εφεσίβλητης, η σύμβαση είχε καταστεί ως αορίστου χρόνου, με τους Εφεσείοντες να μην κατορθώνουν να δείξουν τη συνδρομή των λόγων που επικαλέστηκαν, με συνεπόμενο η απόλυση της Εφεσίβλητης να κριθεί ως αδικαιολόγητη κατά τις προβλέψεις του Άρθρου 5(δ), Ν.24/67

 

Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. v. Λοϊζου κ.α. (ανωτέρω), κρίθηκε, πρωτοδίκως, ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου, δύο πτυχιούχων εκπαιδευτικών μουσικής, οι οποίοι σύναπταν με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού διαδοχικές, ετήσιες, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, παροχής υπηρεσιών, οι οποίες διαρκούσαν από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιούνιο του επόμενου έτους, μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου.  Το Εφετείο, το οποίο επιβεβαίωσε την πρωτόδικη απόφαση, με αναφορά στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις του ΔΕΕ C-22/13, C61-13, C-62/13, C-36-13 και C-63/13 (ανωτέρω), στις οποίες είχε παραπεμφθεί, από την πλευρά των εκεί εφεσειόντων, αποφάνθηκε ως ακολούθως:

 

«Παρά τα πιο πάνω λεχθέντα, τονίζουμε ότι το ΔΕΕ στην εν λόγω απόφαση, επανέλαβε και υιοθέτησε τις αρχές της Αγγελιδάκη, ανωτέρω, όπως υπενθυμίστηκαν από το ΔΕΕ και στην υπόθεση C-586/10, Kücük, ημερομηνίας 26/1/2012, αναφορικά με περιπτώσεις όπου οι ανάγκες οι οποίες καλύπτονται δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές, αλλά πάγιες και διαρκείς, όπως κρίθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση. Λέχθηκαν τα εξής:

 

«100    Πάντως, όπως έχει επανειλημμένως αποφανθεί το Δικαστήριο, η ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές, αλλά πάγιες και διαρκείς, δεν δικαιολογείται βάσει της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου. Ειδικότερα, μια τέτοια χρήση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου θα ήταν ευθέως αντίθετη προς την παραδοχή επί της οποίας βασίζεται η συμφωνία-πλαίσιο για τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ότι δηλαδή οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου συνιστούν τη γενική μορφή των σχέσεων εργασίας, έστω και αν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχολήσεως σε ορισμένους τομείς ή για ορισμένα επαγγέλματα και δραστηριότητες (απόφαση Kücük, EU:C:2012:39, σκέψεις 36 και 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).»

 

Το ΔΕΕ επεσήμανε στην σκέψη 102,  ότι για να διαπιστωθεί κατά πόσον η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι δεν χρησιμοποιείται, στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό, εξετάζονται τα κατωτέρω:

 

«102    Προς τούτο, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες (βλ., συναφώς, απόφαση Kücük, EU:C:2012:39, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).»

 

Δεν διαπιστώνουμε, στην παρούσα υπόθεση, εξειδίκευση, από πλευράς εφεσειόντων, ιδιαίτερων περιστάσεων οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης αντικειμενικών λόγων οι οποίοι να οδηγούσαν, υπό τις περιστάσεις σε διαφορετική πρωτόδικη κατάληξη, σύμφωνα με την πιο πάνω ανάλυση από το ΔΕΕ. Τονίζουμε εντούτοις, ότι προκύπτει από τα πιο πάνω λεχθέντα από το ΔΕΕ, ότι η κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται με τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά.»

 

Εξετάζοντας το περιεχόμενο των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, και με επίγνωση της καθοδήγησης που προκύπτει από τη σχετική επί του θέματος νομολογία, φρονούμε ότι ορθά κρίθηκε πως (α) οι εφεσίβλητοι δεν απέδειξαν ότι υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.  Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι ανάγκες για ναυαγοσώστη ή βοηθό ναυαγοσώστη δεν ήταν παροδικές, αλλά, είχαν μόνιμο χαρακτήρα, συνεπώς, ορθά αυτό έκρινε ότι η απασχόληση του εφεσείοντα δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη προσωρινών αναγκών, αλλά, πάγιων και διαρκών αναγκών, κατά την καλοκαιρινή περίοδο.  Τούτο καθότι (1) αν και πρόκειται για περιορισμένης χρονικής διάρκειας η ανάγκη αυτή αφορά πάγια εργασία, συνυφασμένη με διαρκή χαρακτήρα, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων υπηρεσιών, σημειωτέον, ως είναι πασίδηλο γεγονός, σ’ έναν καθόλα τουριστικό Δήμο.  Καμία μαρτυρία ή εύρημα υπήρξε για αβεβαιότητα στην ύπαρξη σταθερής εργασίας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, και (2) η συνεχής, κάθε έτος, εργασία του εφεσείοντα για περίοδο δεκαεννέα (19) ετών (1992-2011), έστω και αν αυτή δεν υπολογίζεται ολόκληρη ως προς την περίοδο των 30 μηνών (δέστε Άρθρο 7(3) του Ν. 98(Ι)/2003), συνιστά μεγάλο χρονικό δεδομένο που δεν συνηγορεί στην ύπαρξη οποιασδήποτε αβεβαιότητας για τη συνέχιση των αναγκών της απασχόλησης του εφεσείοντα, και δεν θα ήταν εύλογο ή δίκαιο να παραγνωριστεί.  Στην υπόθεση C-586/10 Kucuk (ανωτέρω), υποδείχθηκε πως τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο των οικείων αρμοδιοτήτων τους «…οφείλουν να λάβουν υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, περιλαμβανομένου του αριθμού και της συνολικής διάρκειας των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί στο παρελθόν με τον ίδιο εργοδότη»

 

Συνακόλουθα των πιο πάνω, ο πρώτος λόγος αντέφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Στη συνέχεια προχωρούμε με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης όπου ο εφεσείοντας θεωρεί πως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα αποφάσισε ότι αυτός γνώριζε από τον Απρίλιο του 2011 ότι η περίοδος απασχόλησης του θα μειωνόταν σε τρεις (3) μήνες, αντί πέντε (5) που εργαζόταν κάθε χρόνο, (πρώτος λόγος) και ότι, εσφαλμένα κατέληξε πως ο εφεσείοντας με τη συμπεριφορά του αποδέχθηκε και επιβεβαίωσε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας και, άρα, παραιτήθηκε από το δικαίωμα τερματισμού των υπηρεσιών του.

 

Είναι νομολογιακά καθιερωμένο (δέστε πρόσφατη υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. v. Λοϊζου κ.α. – ανωτέρω) ότι έφεση σε απόφαση Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών χωρεί μόνον επί νομικών θεμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκανε αποδεκτή τη μαρτυρία του εφεσείοντα και του μάρτυρα που αυτός παρουσίασε.  Με βάση τα ευρήματα, όπως διατυπώθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκύπτει ότι ο εφεσείοντας εργάστηκε καθ’ όλη την χρονική περίοδο της τροποποιημένης (σ’ ότι αφορά στον χρόνο) σύμβασης εργασίας του, χωρίς οποιαδήποτε επίσημη διαμαρτυρία προς τους εφεσίβλητους, γεγονός που κρίθηκε καθοριστικό, ως αντιλαμβανόμαστε, για την πρωτόδικη κρίση.  Η εν λόγω κρίση ήταν εύλογη με έρεισμα στη νομολογία (δέστε (1) Χριστοφίδη v. Deloite & Touche κα. (2009) 1Β Α.Α.Δ. 1241 και (2) Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ v. Αντωνίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 101/2013, ημερομηνίας 16.07.2019) στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε.  Σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσιας Λτδ (ανωτέρω) είναι χρήσιμο να παρατεθεί στη συνέχεια, το οποίο έχει ως εξής:

 

«Στην πρόσφατη απόφαση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολ. Εφ. 101/2013, ημερ. 16/7/19 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Σύμφωνα με καλά θεμελιωμένες αρχές αφ΄ ης στιγμής εκδηλωθεί επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, τέτοιας μορφής και έκτασης που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου, ο τελευταίος θα πρέπει να εγκαταλείψει την εργοδότησή του χωρίς καθυστέρηση ή τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου. Το δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν παραμένει ανοικτό επ’ αόριστο και τυχόν υπέρμετρη, υπό τις συνθήκες, καθυστέρηση εγκατάλειψης της εργασίας του μπορεί να θεωρηθεί και να εκληφθεί ως επιβεβαίωση της σύμβασης εργασίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του εργοδότη και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του προς τερματισμό και αξίωση αποζημιώσεων. Η συνεχιζόμενη προσφορά εργασίας από εργοδοτούμενο είναι δυνατόν, συνυπολογιζομένων όλων των σχετικών παραγόντων - μεταξύ των οποίων το διάστημα εργοδότησης και την απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης - να κριθεί ως εγκατάλειψη της δυνατότητας επίκλησης των δικαιωμάτων του, μεταξύ των οποίων της καταγγελίας της σύμβασης. Προβάλλει, λοιπόν, ως πάγια αρχή ότι η αποδοχή τροποποίησης σύμβασης εργασίας από εργοδοτούμενο μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς. Όπου ο εργοδοτούμενος συνεχίσει να εργάζεται επί μακρό χρονικό διάστημα παρά τη διαφοροποίηση των όρων εργασίας του από τον εργοδότη, ανεπιφύλακτα και χωρίς να διαμαρτυρηθεί ως προς τις συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδότη και τη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, τεκμαίρεται ότι σιωπηρώς προκύπτει η βούλησή του για αποδοχή της τροποποιητικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, ακριβώς λόγω της, έστω και σιωπηρής, αποδοχής τους από τον εργοδοτούμενο. Εντέλει, κρίσιμος παράγοντας ως προς το τι συνιστά σημαντικό χρονικό διάστημα είναι τα ίδια τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Ως εκ τούτου, η περίοδος που μεσολαβεί μεταξύ της εκδήλωσης της συμπεριφοράς από τον εργοδότη που δίδει το δικαίωμα παραίτησης στον εργοδοτούμενο και της χρονικής στιγμής της παραίτησης από αυτόν, δεν θα πρέπει να αντικρίζεται αποσπασματικά και από την άποψη της χρονικής και μόνο διάρκειας, αλλά υπό το φως των όλων περιστάσεων της υπόθεσης.»»

 

Ερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέταξε δικαιολογημένα και ορθά τη συμπεριφορά του εφεσείοντα στην αρχή ότι η αποδοχή τροποποίησης σύμβασης εργασίας, από εργοδοτούμενο, μπορεί να γίνει εκτός από ρητώς, και σιωπηρώς, ως ήταν η παρούσα περίπτωση, αφού εργάστηκε όλη την περίοδο της τροποποιημένης σύμβασης χωρίς διαμαρτυρία.  Ως εκ τούτου, δεν παρέχονται περιθώρια επέμβασης μας στην υπό συζήτηση πρωτόδικη κρίση.

 

Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Δεδομένης της αβασιμότητας του δεύτερου λόγου έφεσης, και εξ αιτίας του λόγου που αυτός κρίθηκε αβάσιμος, αλλά, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει εύρημα ότι ο εφεσείοντας είναι μετά την έναρξη ή στην πορεία της τελευταίας σύμβασης που έμαθε για τη μείωση του χρόνου εργασίας του, κρίνουμε ότι, είτε ο εφεσείοντας έμαθε για την τροποποίηση της σύμβασης του τον Απρίλιο του 2011, είτε αμέσως πριν την έναρξη της εργοδότησης του, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, καθ’ ότι, έστω ότι αναφέρθηκε, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, πως αυτός έλαβε γνώση από τον Απρίλιο του 2011, διαφαίνεται πως το σημαντικό γεγονός που λήφθηκε υπόψη στην κρίση του είναι η συνέχιση της απασχόλησης του μέχρι το τέλος χωρίς να καταγγείλει τη σύμβαση ή να διαμαρτυρηθεί δεόντως.  Εν πάση περιπτώσει, έστω ότι ο εφεσείοντας δεν κρίθηκε αξιόπιστος, η θέση του, ως υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν, άλλοτε, πως έμαθε για την περίοδο απασχόλησης του μία εβδομάδα πριν ξεκινήσει εργασία και, σε άλλο στάδιο, της αντεξέτασης του, ότι το έμαθε την πρώτη ημέρα. Συνεπώς δεν ήταν επιτρεπτό υπό αυτή τη μαρτυρία να δεχθεί το Δικαστήριο ότι είναι στο τέλος της περιόδου που αυτός έμαθε για τη μείωση του χρόνου, ιδιαίτερα όταν ο ένας εκ των δύο μαρτύρων των εφεσίβλητων (Πετεινός), ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, μαρτύρησε ότι ο εφεσείοντας υπέβαλε αίτηση εργοδότησης και, αφού έλαβε γνώση της συγκεκριμένης περιόδου που θα εργαζόταν, προσήλθε στην εργασία του από 01.06.2011 μέχρι 07.09.2011.

 

Όσον αφορά στη θέση που προωθήθηκε, από τον εφεσείοντα, με αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ (ανωτέρω) και πως το πρωτόδικο Δικαστήριο την ερμήνευσε αποσπασματικά, δεν συμφωνούμε και την απορρίπτουμε.  Υπήρξε ορθή ένταξη των γεγονότων στα νομολογηθέντα.

 

Επομένως και ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Αναφορικά δε με τον τρίτο λόγο έφεσης, προκρίνεται η θέση ότι αφ’ ης στιγμής ο εφεσείοντας επέδειξε πως η μείωση του χρόνου εργασίας του έδωσε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, το βάρος απόδειξης, ότι ο εφεσείοντας αποποιήθηκε του εν λόγω δικαιώματος, με τη συμπεριφορά του, το φέρουν οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι δεν προσκόμισαν ικανοποιητική μαρτυρία.  Συνεπώς, κατά τη θέση του εφεσείοντα, η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας δεν είχε γνωστοποιήσει οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη ως προς την τροποποίηση της σύμβασης απασχόλησης του, είναι αυθαίρετο.  Ειδικότερα, ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι ουδείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν για τους εφεσίβλητους, λόγω της θέσης τους, γνώριζαν προσωπικά κατά πόσον αυτός είχε διαμαρτυρηθεί, αφού αν, αυτός, υπέβαλλε οποιοδήποτε παράπονο θα το υπέβαλλε στον προσωπάρχη του ή άλλο αρμόδιο άτομο.

 

Κρίνουμε πως η πιο πάνω θέση δεν έχει τη δυναμική που προωθείται μέσα από τα επιχειρήματα του εφεσείοντα.  Κατ’ αρχάς, λησμονείται ότι ο ίδιος δεν κρίθηκε αξιόπιστος, άρα δεν παρεχόταν περιθώριο για να εξαχθεί εύρημα ότι αυτός παραπονέθηκε ή διαμαρτυρήθηκε δεόντως, ή ότι παρ’ ότι εργάστηκε την περίοδο που αφορούσε η τροποποιημένη σύμβαση εργασίας του αυτό έγινε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του.  Κατά δεύτερο λόγο η μάρτυρας των εφεσίβλητων (Κυριάκου), η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, μαρτύρησε ότι ο εφεσείοντας προσήλθε στην εργασία του και εργάστηκε για όλη την περίοδο χωρίς να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα ή παράπονο.  Το στοιχείο αυτό είναι συνυφασμένο με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην οποία κατέληξε βάσει της μαρτυρίας των εφεσίβλητων.  Συνεπώς, υπό τα δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η κατάληξη του ήταν επιτρεπτή, εύλογη και όχι αυθαίρετη, ως ισχυρίζεται ο εφεσείοντας.

 

Καταλήγουμε, εν όψει των πιο πάνω, πως ούτε ο τρίτος λόγος έφεσης είναι βάσιμος.

 

Τέλος, όσον αφορά στον δεύτερο λόγο αντέφεσης, και δη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα πως οι εφεσίβλητοι τροποποίησαν, μονομερώς, ουσιώδη όρο της σύμβασης του εφεσείοντα, κρίνουμε ότι αυτός καλύπτεται, εν μέρει, από τα προλεγόμενα, αφορώντα στους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης, εν’ όψει της κρίσης μας πως ορθά η σύμβαση ορισμένου χρόνου, του εφεσείοντα, κατέστη σύμβαση αορίστου χρόνου, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει.  Περαιτέρω, θεωρούμε ορθό το πρωτόδικο συμπέρασμα πως η μείωση του χρόνου εργασίας από πέντε (5) μήνες σε τρεις (3) μήνες ήταν ικανή για να θεωρηθεί ως μονομερής, ουσιαστική, τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του, αφού υπήρξε, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, ζημιά – μείωση στα εισοδήματα του εφεσείοντα.  Επρόκειτο για ουσιαστική παράβαση των όρων εργασίας η οποία αντανακλά σε μείωση του εισοδήματος του κατά 2/5 περίπου.  Επομένως, η πρωτόδικη κρίση ότι ο εφεσείοντας εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ήταν ορθή. Εξαντλητικός κατάλογος της μεμπτής διαγωγής του εργοδότη στο Άρθρο 7(1) του Ν. 24/1967 δεν προσδιορίζεται. Στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 5η Έκδοση (Volume 41, 2021), σελ. 59, παράγραφος 770, προκύπτει ότι μεταξύ των στοιχείων τα οποία προκαλούν διάρρηξη της σύμβασης εργασίας, από τον εργοδότη, και τα οποία μπορούν να υποστηρίξουν εύρημα για εξαναγκασμό σε παραίτηση, είναι και η μονομερής αποκοπή πληρωμής ή αλλαγή των ωρών εργασίας.  Θεωρούμε ότι η αλλαγή ωρών μπορεί να συνδέεται με τη μείωση των ωρών εργασίας που θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αμοιβής.    Παραπέμπουμε επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1Β Α.Α.Δ. 98, όπου αναφέρθηκε μεταξύ άλλων, πως «…Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη – εργοδοτουμένου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη – εργοδοτουμένου…».   Η παρούσα περίπτωση αφορά γεγονότα τα οποία μονομερώς οδήγησαν, τόσο στην παραβίαση ουσιώδους όρου όσο και σε διαγωγή ασυμβίβαστη με το μέχρι τότε παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη – εργοδοτούμενου και, έμμεσα, σε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εφεσείοντα, αφού μείωσαν τις απολαβές του, κλονίζοντας, υπό τις περιστάσεις, το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη – εργοδοτουμένου.

 

Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος αντέφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Δεδομένου ότι ουδείς εκ των λόγων έφεσης και αντέφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση και η αντέφεση απορρίπτονται.  Η πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση επικυρώνεται.

 

Όσον αφορά στα έξοδα, ενόψει της κατάληξης μας, η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της.

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο