ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
30 Μαρτίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ.: 157/2023)
ΙΔΡΥΜΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Γ. ΛΕΒΕΝΤΗΣ (ΛΕΒΕΝΤΕΙΟΣ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ),
Εφεσείοντες,
v.
ΔΙΕΥΘΥΝΘΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,
Εφεσίβλητου.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 158/2023)
ΛΟΥΚΙΑ ΛΟΪΖΟΥ ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ,
Εφεσείουσα,
v.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,
Εφεσίβλητου.
________________________
Κ. Μασούρης με Χ. Μεττή (κα) για Κλεόπας & Κλεόπας Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντες στην 157/2023.
Η. Στεφάνου για Ηλίας Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείουσα στην 158/2023.
Γ. Προδρόμου με Σ. Παπουή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητο στις 157/2023 και 158/2023.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η εφεσείουσα στην ποινική έφεση αρ. 157/2023 είναι το νομικό πρόσωπο στο οποίο υπάγεται η Λεβέντειος Πινακοθήκη, το οποίο είναι νομότυπα εγγεγραμμένο στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Η εφεσείουσα στην ποινική έφεση αρ. 158/2023 κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα υπόθεση χρόνο, ήταν Διευθύντρια στη Λεβέντειο Πινακοθήκη. Στις 16.3.2015 έλαβε χώραν ατύχημα στη Λεβέντειο Πινακοθήκη ως αποτέλεσμα του οποίου τραυματίστηκε η κυρία Θέμιδα Ανθοπούλου, η οποία, κατά τον χρόνο του αδικήματος, εργοδοτείτο από την εφεσείουσα στην Ποινική Έφεση 157/2023 και εργαζόταν στη Λεβέντειο Πινακοθήκη. Συγκεκριμένα, την εν λόγω ημερομηνία, επεσυνέβη πτώση θυρίδας ψευδοροφής πάνω στον ώμο της κυρίας Ανθοπούλου.
Σε σχέση με το εν λόγω ατύχημα οι εφεσείουσες αντιμετώπισαν πρωτόδικα τρεις κατηγορίες έκαστη μία που αφορούν ισχυριζόμενες παραβάσεις του Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου του 1996, Ν.89(Ι)/1996 και των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (Γνωστοποίηση Ατυχημάτων και Επικίνδυνων Συμβάντων) Κανονισμών του 2007, Κ.Δ.Π. 531/2007.
Ειδικότερα, κάθε μία από τις εφεσείουσες αντιμετώπισε την κατηγορία της παράλειψης να διασφαλίσει την ασφάλεια, την υγεία και την ευημερία των εργοδοτουμένων της με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της εργοδοτούμενης Θ. Ανθοπούλου από πτώση θυρίδας πρόσβασης από τη ψευδοροφή της αίθουσας στην οποία εργαζόταν, σχετικές είναι οι κατηγορίες 1 και 4. Αντιμετώπισαν επίσης την κατηγορία της παράλειψης άμεσης πληροφόρησης του αρμοδίου γραφείου επιθεώρησης εργασίας για το επίδικο ατύχημα, κατηγορίες 2 και 5, και την κατηγορία της παράλειψης διασφάλισης μη αλλοίωσης της σκηνής όπου συνέβη το ατύχημα, κατηγορίες 3 και 6.
Οι εφεσείουσες δεν παραδέχτηκαν τις κατηγορίες που αντιμετώπισαν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Δόθηκε μαρτυρία εκ πλευράς Κατηγορούσας Αρχής από τον Επιθεωρητή στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας του Επαρχιακού Γραφείου Λευκωσίας κύριο Σταύρο Κατσάρη και τη Θέμιδα Ανθοπούλου ενώ εκ πλευράς των εφεσειουσών δόθηκε μαρτυρία από την εφεσείουσα στην Ποινική Έφεση 158/2023.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ένοχες τις εφεσείουσες σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπισαν και τους επέβαλε χρηματικές ποινές. Ειδικότερα, στις κατηγορίες 1, 3, 4 και 6 επιβλήθηκαν σε κάθε μία από τις εφεσείουσες χρηματικά πρόστιμα €5.000 σε κάθε κατηγορία που αντιμετώπισαν αντίστοιχα, ενώ στις κατηγορίες 2 και 5 επιβλήθηκε σε κάθε μία από τις εφεσείουσες ποινή χρηματικού προστίμου €500.
Οι εφεσείουσες με πανομοιότυπες εφέσεις προσβάλλουν, με οκτώ λόγους έφεσης η κάθε μία, την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την καταδίκη τους σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 3, 4 και 6. Η καταδίκη τους στις κατηγορίες 2 και 5 δεν έχει αμφισβητηθεί με τις υπό κρίση εφέσεις.
Οι εφέσεις, οι οποίες αφορούν την ίδια απόφαση, ακούστηκαν μαζί.
Κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί, σε συντομία η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
O MK1 είναι ο επιθεωρητής εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ο οποίος χειρίστηκε το επίδικο συμβάν εκ μέρους του Τμήματος. Όπως αναφέρει στη σχετική έκθεση διερεύνησης ατυχήματος που συνέταξε, ειδοποιήθηκε στις 23.3.2015 από τον Επικεφαλής Λειτουργό Πληροφοριών και Συντήρησης της Λεβέντειου Πινακοθήκης για το ατύχημα που συνέβηκε 16.3.2015. Όπως πληροφορήθηκε, για το περιστατικό είχε ενημερωθεί ο εξωτερικός σύμβουλος της Λεβέντειου Πινακοθήκης όπως και η εταιρεία που τοποθέτησε τις ψευδοροφές η οποία και είχε προβεί στον έλεγχο ολόκληρης της κατασκευής, την ίδια μέρα του ατυχήματος. Του ανέφερε επίσης ότι τοποθετήθηκαν σε όλες τις θυρίδες αλυσίδες συγκράτησης μετά από δική του εισήγηση, παρότι η εταιρεία που τοποθέτησε τις ψευδοροφές ισχυριζόταν ότι δεν ήταν απαραίτητο αφού οι θυρίδες διέθεταν τους δικούς τους μηχανισμούς ασφαλείας. Ο ΜΚ1 ενημέρωσε την προϊσταμένη του αμέσως για το περιστατικό και μετά από διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ τους δεν κρίθηκε απαραίτητη η επίσκεψη στον χώρο του ατυχήματος, τόσο επειδή η σκηνή του ατυχήματος είχε αλλοιωθεί, αλλά και επειδή η Λεβέντειος Πινακοθήκη είχε προβεί σε ενέργειες τόσο για τη διερεύνηση του περιστατικού όσο και για λήψη μέτρων για αποφυγή παρόμοιου περιστατικού.
Ήταν περαιτέρω η θέση του ΜΚ1 ότι οι δικηγόροι της Ανθοπούλου τους ενημέρωσαν στις 24.11.2016 ότι πριν από το επίδικο περιστατικό είχαν πέσει και άλλες δύο κατασκευές από την οροφή. Επίσης, η Ανθοπούλου τον ενημέρωσε ότι ο τραυματισμός της ήταν πολύ σοβαρός. Στις 28.3.2017, μετά από οδηγίες που έλαβε από την προϊσταμένη του μετέβη στη Λεβέντειο Πινακοθήκη για σκοπούς διερεύνησης του ατυχήματος. Του υπεδείχθη ο χώρος που συνέβη το ατύχημα και έλαβε σχετικές φωτογραφίες. Όπως καταγράφει στην έκθεσή του, η οροφή της αίθουσας στην οποία επεσυνέβη το ατύχημα καλύπτεται με ψευδοτάβανο από γυψοσανίδα πάνω στην οποία υπάρχουν θυρίδες πρόσβασης για σκοπούς συντήρησης του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού. Η Ανθοπούλου σε τηλεφωνική τους επικοινωνία του ανέφερε ότι ενώ καθόταν στο γραφείο της έπεσε πάνελ θυρίδας ψευδοροφής πάνω της με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στην πλάτη και στον αυχένα. Ο τραυματισμός της, όπως του ανέφερε, ήταν πολύ σοβαρός και αντιμετωπίζει προβλήματα κίνησης του χεριού της.
Στην έκθεσή του αναφέρει ακόμη ότι η θυρίδα που αντικατέστησε αυτή που έπεσε πάνω στην Ανθοπούλου διέθετε άλλο μηχανισμό. Κατά την περίοδο πριν το επίδικο αδίκημα εκτελούνταν στη Λεβέντειο Πινακοθήκη εργασίες συντήρησης συστημάτων κλιματισμού από συνεργείο της εταιρείας που εγκατέστησε τα συστήματα κλιματισμού, στο πλαίσιο των οποίων ανοίχτηκαν οι θυρίδες πρόσβασης. Όπως επίσης καταγράφει στην έκθεσή του, από πληροφορίες που έλαβε, τον Φεβρουάριο του 2015 έπεσε πάνελ από την οροφή της κουζίνας.
Επικοινώνησε με τον διευθυντή της εταιρείας που τοποθέτησε τις θυρίδες ο οποίος του ανέφερε ότι η επίδικη θυρίδα δεν χρειαζόταν επιπλέον αλυσίδα ασφαλείας αφού έχει το δικό της σύστημα ασφαλείας και ότι κάποιος θα μπορούσε να την τοποθετήσει λανθασμένα. Μίλησε επίσης με τους υπαλλήλους της εταιρείας που ανέλαβαν τις εργασίες συντήρησης των συστημάτων κλιματισμού οι οποίοι του ανέφεραν ότι γνώριζαν πως πρέπει αυτές να τοποθετούνται και πως δεν ήταν η πρώτη φορά που εργάζονταν με τέτοιες θυρίδες. Του δόθηκαν φωτογραφίες της θυρίδας που ενεπλάκη στον τραυματισμό της Ανθοπούλου και φωτογραφίες που απεικονίζουν τη θυρίδα που αντικαταστάθηκε.
Αναφορικά με το γεγονός ότι το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας δεν είχε μεταβεί στον χώρο του αδικήματος όταν πληροφορήθηκε για το ατύχημα, ήταν η θέση του ότι αφού από την ενημέρωση που είχε από τον υπεύθυνο συντήρησης της Λεβέντειου Πινακοθήκης, είχε αποκατασταθεί η θυρίδα και είχε γίνει έλεγχος σε όλα τα ψευδοτάβανα, κρίθηκε από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ότι δεν υπήρχε κάτι για να επιθεωρήσουν γι’ αυτό και δεν μετέβηκαν άμεσα στον χώρο του ατυχήματος. Όταν όμως ενημερώθηκαν ως Τμήμα ότι ήταν πιο σοβαρός ο τραυματισμός της Ανθοπούλου, ζήτησαν να τους σταλούν φωτογραφίες από τον υπεύθυνο συντήρησης και μετέβηκε ο ίδιος στον χώρο στις 27.3.2017, όπου και έβγαλε φωτογραφίες.
Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο ο ίδιος κατέληξε στην αιτία πτώσης της θυρίδας, είπε ότι δεν θεωρεί ότι είναι εύκολο να πέσει μία θυρίδα αναφέροντας ότι ίσως να μην τοποθετήθηκε σωστά, όμως κάτι τέτοιο είπε θα φαινόταν οπτικά. Από τη στιγμή που εκτελούνταν εργασίες συντήρησης των συστημάτων κλιματισμού, θα μπορούσε μόλις αυτές είχαν ολοκληρωθεί, να γίνει έλεγχος ότι έχουν τοποθετηθεί στη θέση τους και να γίνεται και κάποιος περιοδικός έλεγχος. Το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ενημερώθηκε μετά για το περιστατικό, όταν ήδη είχε αλλαχθεί η θυρίδα, οπόταν δεν υπήρχε κάτι που μπορούσαν να ελέγξουν. Ήταν η θέση του, αφού, όπως προέκυψε από μαρτυρίες, υπήρξε και άλλη πτώση θυρίδας, ότι θα έπρεπε να γίνουν περισσότεροι έλεγχοι και ότι δεν έπρεπε να αλλαχθεί η θυρίδα προτού ενημερωθεί το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας αναφέροντας ότι δεν μπορεί να γνωρίζει την αιτία της πτώσης της θυρίδας, από τη στιγμή που δεν μπόρεσαν να εξετάσουν τη θυρίδα την ώρα του αδικήματος και υπήρξε αλλοίωση της σκηνής του ατυχήματος. Το γεγονός ότι υπήρχαν άλλα δύο περιστατικά που αναφέρθηκαν για πτώση θυρίδας δείχνει ότι κάτι δεν γινόταν καλά και ότι θα έπρεπε ο εργοδότης να ορίσει κάποιο πρόσωπο το οποίο να προβαίνει σε έλεγχο όταν γίνονταν διάφορες εργασίες και μετά που αυτές τέλειωναν, ότι μπορούσαν οι υπάλληλοι να δουλέψουν.
Η ΜΚ2 ανέφερε τα γεγονότα του ατυχήματος, εξηγώντας ότι ενώ βρισκόταν καθήμενη στο γραφείο της άκουσε κάποιο πρόσωπο να της φωνάζει «πρόσεχε», ενστικτωδώς έσκυψε και γύρισε προς τα δεξιά την καρέκλα της, αλλά μια βαριά θυρίδα οροφής με μεταλλικές γωνιές που βρισκόταν στην οροφή πάνω από το κεφάλι της, έπεσε απευθείας στην αριστερή της ωμοπλάτη, στο ύψος του βραχιόνιου πλέγματος. Ένιωσε καταλυτικό, συντριπτικό και αφόρητο πόνο και ήταν μουδιασμένη η αριστερή της πλευρά από το πρόσωπο μέχρι τον θώρακα και δεν ένιωθε το χέρι της.
Η ΜΚ2 αναφέρθηκε επίσης, σε δύο άλλα περιστατικά πτώσης θυρίδας πριν το επίδικο. Συγκεκριμένα είχε πέσει μία θυρίδα στην κουζίνα του εστιατορίου της πινακοθήκης, δίπλα από έναν εργαζόμενο. Υπήρχε τότε έντονη ανησυχία στη διεύθυνση της Πινακοθήκης μήπως διαδοθεί το περιστατικό και δυσφημιστεί η Πινακοθήκη και όταν η ίδια ρώτησε τι ακριβώς είχε συμβεί, της είχαν αναφέρει ότι οι θυρίδες είναι μια χαρά και ότι έφτιαχναν τα ηχεία που βρίσκονταν στην οροφή και γι’ αυτό έπεσε η θυρίδα. Όλοι οι υπάλληλοι είχαν εφησυχαστεί. Όσον αφορά το επίδικο περιστατικό, είπε ότι κοιτώντας τυχαία την οροφή, ανέφερε στον υπεύθυνο συντήρησης της πινακοθήκης ότι στη θυρίδα που βρισκόταν πάνω από το κεφάλι της φαινόταν κάτι μαύρο σε μία από τις γωνιές της. Ο Λειτουργός Συντήρησης της ανέφερε ότι οι θυρίδες είναι μία χαρά και να μην ανησυχεί. Όπως ακόμα ανέφερε, λίγες βδομάδες μετά τον τραυματισμό της έμαθε ότι υπήρξε πτώση ακόμα μίας θυρίδας, εκτός από εκείνης του εστιατορίου και εκείνης που κτύπησε την ίδια, η οποία έπεσε δίπλα από μία καθαρίστρια. Της αναφέρθηκε ότι κλήθηκε η αρμόδια εταιρεία και μαζί με τον τεχνικό της Πινακοθήκης έλεγξαν όλες τις θυρίδες και αποφάσισαν ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ήταν η θέση της ότι η ίδια καθόταν κάτω από θυρίδες, «ωρολογιακές βόμβες», που επρόκειτο να εκραγούν και υπήρχε ο χρόνος και ο τόπος να αποφευχθεί το δικό της ατύχημα, είτε μετακινώντας το γραφείο της, είτε με την τοποθέτηση των επιπρόσθετων δικλείδων ασφαλείας, οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω τοποθετήθηκαν σε όλες τις θυρίδες μετά το ατύχημα. Ήταν η θέση της ότι από τη στιγμή που μετά που μπήκαν οι επιπρόσθετες αλυσίδες ασφαλείας, οι θυρίδες δεν ξαναέπεσαν, έπρεπε να είχαν ληφθεί εκ των προτέρων μέτρα ώστε να μην κινδυνέψει οποιοδήποτε πρόσωπο.
Η εφεσείουσα στην έφεση 158/2023, ανέφερε ότι τον Απρίλιο του 2014 βρέθηκε στο πάτωμα από την καθαρίστρια της πινακοθήκης ένα πάνελ. Ο υπεύθυνος συντήρησης της Πινακοθήκης κάλεσε τους εργολάβους και τον υπεύθυνο επιστάτη του έργου οι οποίοι εξέτασαν τις θυρίδες, τις έλεγξαν, και τους διαβεβαίωσαν ότι είναι όλες εντάξει και ότι πιθανόν αυτή που βρήκαν στο έδαφος να την είχε αφήσει εκεί ο ηλεκτρολόγος ο οποίος τις ημέρες εκείνες εκτελούσε έργα ελέγχου καλωδίων. Ανέφερε επίσης ότι την ίδια περίοδο είχε πέσει ένα τετράγωνο μεταλλικό κομμάτι από το ψευδοτάβανο στην κουζίνα του εστιατορίου της πινακοθήκης για το οποίο και πάλι οι εργολάβοι τους διαβεβαίωσαν ότι δεν είχε επανατοποθετηθεί σωστά μετά που έγιναν κάποια έργα. Όπως ανέφερε, το συγκεκριμένο κομμάτι από ψευδοτάβανο ήταν σιδερένιο και δεν ήταν όπως τη θυρίδα που εντοπίστηκε στο έδαφος τον Απρίλιο του 2014.
Όπως περαιτέρω ανέφερε το 2015 λόγω προβλημάτων στον εξαερισμό των γραφείων και της βιβλιοθήκης της Πινακοθήκης, έγινε καθαρισμός των φίλτρων και έλεγχος των σημείων εξαερισμού στις 14.3.2015, ημέρα Σάββατο. Κατά το στάδιο των εργασιών αποκαλύφθηκε κακοτεχνία και λανθασμένη τοποθέτηση των θυρίδων οι οποίες δεν εξυπηρετούσαν τα μηχανήματα και η αλλαγή φίλτρων ήταν αδύνατη. Έτσι, τα έκλεισαν για να ενημερώσουν τους τεχνικούς τους καθώς και τους εργολάβους του έργου για να γίνει επανεξέταση του θέματος και άνοιγμα νέων θυρίδων τη Δευτέρα 16.3.2015.
Αναφορικά με την ημέρα του ατυχήματος ήταν η θέση της ότι ο υπεύθυνος για τα μηχανολογικά θέματα της Πινακοθήκης είχε μιλήσει με όλους τους εμπλεκόμενους εργολάβους αλλά και τον εξωτερικό σύμβουλο της Πινακοθήκης για θέματα ασφάλειας και υγείας, έγινε έλεγχος στη θυρίδα που έπεσε και η ίδια ζήτησε και πάλι να γίνει έλεγχος σε όλες τις θυρίδες του κτιρίου, διαδικασία που κράτησε μέχρι αργά το βράδυ. Δεν προχώρησε σε ενημέρωση του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας αφού με τα δεδομένα που είχαν ενώπιόν τους και στη βάση όσων τους είπε ο γιατρός που εξέτασε την Ανθοπούλου, δεν ήταν σοβαρό το ατύχημά της. Την επόμενη μέρα ξανασυναντήθηκαν με τους εργολάβους και όλες τις εμπλεκόμενες εταιρείες που εγκατέστησαν μηχανήματα κλιματιστικά και τις θυρίδες, και συζητήθηκε η τοποθέτηση ακόμα μίας δικλείδας ασφαλείας με τοποθέτηση αλυσίδας εσωτερικά των θυρίδων. Η επίδικη θυρίδα επανατοποθετήθηκε την ίδια μέρα. Η τοποθέτηση των επιπρόσθετων αλυσίδων έγινε μία βδομάδα μετά το ατύχημα. Παρόλο που όλοι οι εμπλεκόμενοι εργολάβοι διαβεβαίωναν τους αρμόδιους υπεύθυνους της Πινακοθήκης ότι δεν χρειαζόταν, οι υπεύθυνοι επέμεναν και με επιπρόσθετα έξοδα μπήκαν σε όλες τις θυρίδες μικρές και μεγάλες αλυσίδες. Ήταν η θέση της ότι λήφθηκαν όλα τα μέτρα που έπρεπε προκειμένου να μην υπάρχει κίνδυνος πτώσης της θυρίδας και ότι είχαν προσλάβει ειδικούς που πληρώνονταν αρκετά χρήματα για να ελέγχουν αν κάτι πάει λάθος σε ό,τι αφορά τα τεχνικά και μηχανολογικά θέματα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε θετικά τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως ειλικρινή και αξιόπιστη την οποία αποδέχθηκε στην ολότητά της. Όπως ανέφερε, η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτήν για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε θετικά και τη μαρτυρία της Μ.Κ.2. Τη χαρακτήρισε ως ειλικρινή και την αποδέχτηκε στο σύνολό της τονίζοντας ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας και της αντεξέτασής της παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι οι ενέργειες οι οποίες έγιναν εκ πλευράς της διεύθυνσης της Λεβέντειου Πινακοθήκης δεν μπόρεσαν να διασφαλίσουν την ασφάλεια των εργαζομένων.
Σε ό,τι αφορά την εφεσείουσα στην 158/2023 το πρωτόδικο Δικαστήριο επίσης τη χαρακτήρισε ως ειλικρινή και αξιόπιστη, για λόγους όμως που καταγράφει στην απόφασή του δεν αποδέχτηκε μέρος της μαρτυρίας της που αφορά το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στη Λεβέντειο Πινακοθήκη. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τη νομολογία είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο αφού εξηγήσει τους λόγους που το οδήγησαν σε αυτήν την κατάληξη (FRANGOUS P.S. LIMITED Κ.Α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ημερομηνίας 4.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B277, ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2002) 2 Α.Α.Δ. 499).
Ο λόγος που έχει αναφερθεί η σύνοψη της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο κείμενο της παρούσας απόφασης είναι για να μπορέσει να γίνει αντιληπτή τόσο η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και η αμφισβήτησή της από τις εφεσείουσες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφει στην απόφασή του σε 19 παραγράφους τα ευρήματά του με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει γίνει ως ανωτέρω. Ενδιαφέρουν τα ευρήματά του στις παραγράφους 9‑15 τα οποία παραθέτουμε αυτούσια:
«9. Πριν το επίδικο ατύχημα και συγκεκριμένα στις 14/3/2015, εκτελούντο στη Λεβέντειο Πινακοθήκη εργασίες συντήρησης των συστημάτων κλιματισμού μετά από παράπονα των εργαζομένων για την ποιότητα του αέρα στον χώρο από συνεργείο της εταιρείας CARAMONDANI BROS PUBLIC CO LTD (εν τοις εφεξής CARAMONDANI). Στο πλαίσιο των εν λόγω εργασιών, ανοίχθηκαν και έκλεισαν οι θυρίδες πρόσβασης που βρίσκονται στην ψευδοροφή της αίθουσας στην οποία επισυνέβη το επίδικο ατύχημα.
10. Η θυρίδα που έπεσε επανατοποθετήθηκε την επόμενη μέρα του ατυχήματος από την εταιρεία CARAMONDANI. Στη θυρίδα προστέθηκαν επιπρόσθετες δικλείδες ασφαλείας, ήτοι επιπρόσθετες αλυσίδες συγκράτησης για σκοπούς συγκράτησης της σε περίπτωση πτώσης προς αποφυγή παρόμοιου περιστατικού στο μέλλον.
11. Πριν το επίδικο ατύχημα σημειώθηκαν δύο άλλα περιστατικά με την ψευδοροφή της Πινακοθήκης. Ειδικότερα, τον Απρίλιο του 2014 εντοπίστηκε στο πάτωμα έξω από την αίθουσα της κυπριακής συλλογής μία θυρίδα ίδιου τύπου με την επίδικη θυρίδα που έπεσε στην ωμοπλάτη της ΘΑ. Σε ότι αφορά τη συγκεκριμένη θυρίδα παρέμεινε άγνωστο από την πλευρά των Κατηγορουμένων κατά πόσο έπεσε η εν λόγω θυρίδα ή κατά πόσο αφέθηκε στο πάτωμα από τον ηλεκτρολόγο που εκείνες τις ημέρες έκανε έργα ελέγχου καλωδίων.
12. Όταν σημειώθηκε το περιστατικό με την εν λόγω θυρίδα, ο υπεύθυνος για μηχανολογικά και τεχνικά θέματα της Πινακοθήκης κ. Μ. Μορφίτης κάλεσε τους εργολάβους και ειδικότερα τον υπεύθυνο επιστάτη του έργου και τον υπεύθυνο εκ μέρους των εργολάβων οι οποίοι αφού εξέτασαν τις θυρίδες τους διαβεβαίωσαν ότι τις έλεγξαν και ότι είναι όλες εντάξει.
13. Την ίδια περίοδο, έπεσε ένα κομμάτι από το ψευδοτάβανο στην κουζίνα του εστιατορίου, το οποίο ήταν ένα τετράγωνο μεταλλικό κομμάτι το οποίο οι εργολάβοι τους ανέφεραν ότι είχε κακά τοποθετηθεί όταν γίνονταν κάποια έργα στο πλαίσιο των οποίων ανοίχθηκαν και έκλεισαν τα συγκεκριμένα πάνελ και ότι δεν επανατοποθετήθηκε σωστά. Το συγκεκριμένο κομμάτι ήταν σιδερένιο και δεν ήταν θυρίδα όπως αυτή που εντοπίστηκε στο έδαφος τον Απρίλιο του 2014.
14. Η αιτία της πτώσης της επίδικης θυρίδας παρέμεινε άγνωστη τόσο από πλευράς Κατηγορουμένων όσο και από πλευράς του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο ΜΚ1 με τον διευθυντή της εταιρείας LIMA που τοποθέτησε τις θυρίδες, εκφράσθηκε η άποψη του διευθυντή της εν λόγω εταιρείας ότι θα μπορούσε κάποιος να τοποθετήσει λανθασμένα τη θυρίδα.
15. Μετά το επίδικο ατύχημα με πρωτοβουλία του κ. Μορφίτη εκ μέρους της Πινακοθήκης την οποία αποδέχθηκε η Κατηγορούμενη 2, τοποθετήθηκαν επιπρόσθετες δικλείδες ασφαλείας σε όλες τις θυρίδες με τοποθέτηση αλυσίδας εσωτερικά των θυρίδων. Οι ειδικές αυτές αλυσίδες συνδέονται με το μπετόν έτσι ώστε σε περίπτωση που πέσουν να μπορούν να τις κρατήσουν.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε τόσο με τις κατηγορίες που αφορούν παράβαση Άρθρων του Νόμου 189 (I)/1996 όσο και αυτές που αφορούν παράβαση των σχετικών Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 531/2007, τονίζοντας ότι μέσα από το όλο πνεύμα του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών, προκύπτει σαφώς η βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει ένα αυστηρό σύστημα για την προαγωγή της ασφάλειας και της υγείας τόσο των εργαζομένων στους χώρους εργασίας τους όσο και τρίτων προσώπων που μπορεί να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες των εργοδοτών. Σημείωσε επίσης ότι αυτό φαίνεται και από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές.
Αναφέρθηκε επίσης στην ευθύνη νομικού προσώπου καθώς και του φυσικού προσώπου που κατέχει ηγετική θέση σε νομικό πρόσωπο βάση της εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου, στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφεσείουσα στην 158/2023, για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον νόμο. Σχετικό είναι το Άρθρο 53(6) του Νόμου. Η Αρχή αυτή αναλύεται στη νομολογία. Σχετικές είναι οι αποφάσεις MASS PACK TRADING LTD v. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΑΦΟΥ (1996) 2 Α.Α.Δ. 142, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΑΣ ΛΤΔ (2004) 2 Α.Α.Δ. 573 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. P. PASTELLIS ENGINEERING WORKS LTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ (2001) 2 Α.Α.Δ. 90.
Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει στην απόφασή του, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, η ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη εφόσον παρέχεται σε αυτόν μέσα από τον ίδιο τον Νόμο υπεράσπιση, προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης. Τα Άρθρα 13(1) όπως και 54 του Νόμου διαλαμβάνουν υπερασπίσεις όπου σε περίπτωση που αποδειχθεί η παράβαση καθήκοντος ο κατηγορούμενος μπορεί να ισχυριστεί ότι υπήρξαν ανωμαλίες ή απρόβλεπτες συνθήκες ή έκτακτα περιστατικά τα οποία τον εμπόδισαν να συμμορφωθεί με τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις του ή ότι δεν ήταν ούτε πρακτικά, ούτε εύλογα εφικτό να πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για να εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του. Εξέταση των υπερασπίσεων αυτών έγινε στη νομολογία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις ΛΙΓΓΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 48/2011 και 49/22, ημερομηνίας 30.9.2014 και η ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ v. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 261.
Σημείωσε επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα αδικήματα που αντιμετώπισαν οι κατηγορούμενες στην υπό κρίση υπόθεση είναι αυστηρής ευθύνης, δηλαδή συντελούνται με την εκδήλωση της αξιόποινης συμπεριφοράς χωρίς να απαιτείται η συνδρομή της ένοχης διάνοιας (mens rea).
Όπως προκύπτει από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, ιδιαίτερη βαρύτητα στην κατάληξη του Δικαστηρίου για ενοχή των εφεσειουσών και απόδειξη των αδικημάτων εναντίον τους, είχε το γεγονός ότι πριν από το επίδικο ατύχημα υπήρξαν δύο άλλα περιστατικά με θυρίδες, ως αυτά καταγράφονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημασία είχε επίσης το γεγονός ότι μετά το επίδικο περιστατικό, λήφθηκαν από τις εφεσείουσες περαιτέρω μέτρα ασφαλείας και σχολιάζει ιδιαίτερα την τοποθέτηση, σε όλες τις θυρίδες, επιπρόσθετων δικλείδων ασφαλείας και ειδικότερα επιπρόσθετων αλυσίδων συγκράτησης των θυρίδων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι αυτό το μέτρο έπρεπε να ληφθεί, και μπορούσε και πρακτικά και λογικά να ληφθεί, πριν το επίδικο ατύχημα, προκειμένου να αντισταθμίσει τον κίνδυνο ή το ενδεχόμενο πτώσης για την ύπαρξη του οποίου οι κατηγορούμενες είχαν ενδείξεις και προειδοποιήσεις σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις στο παρελθόν που προηγήθηκαν του επίδικου περιστατικού. Όπως επίσης σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία περί ύπαρξης οποιασδήποτε πτώσης άλλης θυρίδας μετά την τοποθέτηση των επιπρόσθετων δικλείδων ασφαλείας.
Αναφέρει επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι πρακτική και εύλογα εφικτή θα ήταν επίσης η μετακίνηση των γραφείων έτσι ώστε αυτά να μην ήταν κάτω από τις θυρίδες. Δεν τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου καμία μαρτυρία ότι δεν μπορούσε να λάβει χώρα τέτοια μετακίνηση ή τοποθέτηση των γραφείων σε άλλο χώρο, ιδιαίτερα μάλιστα αφού η εφεσείουσα στην 158/2023, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μετά την επάνοδο της Ανθοπούλου στην εργασία της, έγινε μετακίνηση γραφείων ούτως ώστε το γραφείο της να μην είναι κάτω από θυρίδα.
Σε σχέση με τα προηγούμενα περιστατικά, οι εφεσείουσες είχαν ισχυριστεί πρωτόδικα ότι ο εξωτερικός σύμβουλός τους για θέματα ασφάλειας και υγείας ουδέποτε τους είπε ότι δεν έπρεπε να υπάρχουν γραφεία κάτω από τις θυρίδες όταν ετοιμάστηκε η γραπτή εκτίμηση κινδύνων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν τέθηκε ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο εν λόγω σύμβουλος είχε ειδοποιηθεί ή ενημερωθεί όταν έγιναν τα δύο προηγούμενα περιστατικά με τις θυρίδες, όπως φαίνεται να ενημερώθηκε όταν έγινε το τρίτο και επίδικο περιστατικό. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτήν την «υπεράσπιση» των εφεσειουσών εφόσον παρέμεινε άγνωστο για το Δικαστήριο πώς θα τοποθετείτο ο εν λόγω εξωτερικός σύμβουλος και τι παρατηρήσεις θα έκανε σε σχέση με το θέμα της τοποθέτησης των γραφείων, αν γνώριζε για τα δύο περιστατικά που προηγήθηκαν του επίδικου ατυχήματος.
Άλλο μέρος της μαρτυρίας που συνέτεινε σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο στη στοιχειοθέτηση των κατηγοριών 1 και 3, ήταν οι αναφορές ότι επειδή υπήρχαν πολλά κτιριακά προβλήματα στην πινακοθήκη (το γεγονός αυτό αποτελεί μέρος των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου) η διοίκηση της Πινακοθήκης θεωρούσε όλους τους εμπλεκόμενους κατασκευαστές της αναξιόπιστους. Επομένως, αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά λογική προέκταση, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει στην απόφασή του, θα έπρεπε οι κατηγορούμενες να ήταν πιο επιφυλακτικές και φειδωλές σε σχέση με τις όποιες διαβεβαιώσεις φαίνεται να έλαβαν σε σχέση με τα δύο περιστατικά που προηγήθηκαν του επίδικου ατυχήματος από τα πρόσωπα τα οποία οι ίδιες δεν θεωρούσαν αξιόπιστα.
Το κυριότερο παράπονο των εφεσειουσών με τις ξεχωριστές τους εφέσεις, που στο συγκεκριμένο ζήτημα υπάρχει κοινή τοποθέτησή τους, είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έλαβε υπ' όψιν του τα δύο προηγούμενα περιστατικά πτώσης θυρίδων για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι επειδή αυτά είχαν προηγηθεί θα έπρεπε να οδηγήσουν τις εφεσείουσες να λάβουν περισσότερα μέτρα ασφαλείας. Σημειώνουν ότι με βάση τη μαρτυρία που έκανε αποδεκτή το πρωτόδικο Δικαστήριο, το ένα περιστατικό, της θυρίδας στην κουζίνα, αφορούσε πτώση θυρίδας άλλου τύπου από την επίδικη η οποία οφειλόταν σε κακή τοποθέτηση και το άλλο περιστατικό αφορούσε μεν θυρίδα όμοιου τύπου με την επίδικη η οποία βρέθηκε στο πάτωμα χωρίς όμως να έχει τεθεί μαρτυρία ότι αυτή έπεσε, αντίθετα υπήρξε η θέση των εφεσειουσών (σημειώνουμε ότι η εφεσείουσα στην 158/2023 κρίθηκε ως αξιόπιστη) ότι πιθανόν να αφέθηκε στο πάτωμα από τον ηλεκτρολόγο αφού γίνονταν ηλεκτρολογικές εργασίες για τις οποίες χρειαζόταν η αφαίρεση κάποιων θυρίδων. Είναι ο ισχυρισμός τους ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως δεδομένο ότι και η θυρίδα παρόμοιου τύπου με την επίδικη που βρέθηκε στο πάτωμα είχε πέσει, χωρίς να υπάρχει θετική μαρτυρία επί του γεγονότος αυτού.
Δεν είναι όμως ορθή αυτή η θέση των εφεσειουσών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θεώρησε ως δεδομένο ότι η θυρίδα όμοιου τύπου με την επίδικη είχε πέσει από τη ψευδοροφή. Αναφέρει σχετικά στην απόφασή του ότι οι κατηγορούμενες δεν έκαναν οποιαδήποτε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσουν τι ακριβώς έγινε με εκείνη τη θυρίδα, ούτε και δόθηκε εξήγηση ως προς το γιατί δεν έγινε τέτοια έρευνα αλλά και ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία ότι τέτοια έρευνα δεν ήταν δυνατόν ή εφικτό να γίνει. Θεώρησε ότι θα έπρεπε να γίνει αυτή η διερεύνηση αφού, αν κατεδείκνυε ότι επρόκειτο περί πτώσης της θυρίδας, θα έπρεπε να ληφθούν περαιτέρω μέτρα. Επίσης, καταλήγει ότι η έρευνα που έγινε από τις εφεσείουσες σε σχέση με την εν λόγω θυρίδα, δεν ήταν ικανοποιητική. Είναι αυτά τα στοιχεία που είχε το Δικαστήριο στο μυαλό του σε σχέση με το περιστατικό με την παρόμοιου τύπου θυρίδα που βρέθηκε στο πάτωμα, που το βοήθησαν να καταλήξει στο συμπέρασμα ενοχής των εφεσειουσών.
Επίσης οι εφεσείουσες αναφέρουν ότι όχι μόνο δεν υπήρξε μαρτυρία για τον λόγο πτώσης της επίδικης θυρίδας αλλά και ότι ο Μ.Κ.1 (εξεταστής του ατυχήματος από το Τμήμα Εργασίας) του οποίου η μαρτυρία κρίθηκε ως αξιόπιστη, ανέφερε ότι θυρίδες αυτού του τύπου δύσκολα πέφτουν και μάλιστα ανέφερε ότι δεν θεωρεί ότι η επίδικη θυρίδα είχε τοποθετηθεί λανθασμένα καθ' ότι κάτι τέτοιο θα φαινόταν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να έδωσε βαρύτητα σε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1.
Είναι ορθή η θέση των εφεσειουσών ότι από τα δεδομένα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα συμπεράσματα και τα ευρήματά του, δεν υπήρχε προηγούμενο πτώσης του ιδίου τύπου θυρίδας πριν από την επίδικη που να δικαιολογεί την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο κίνδυνος ήταν προβλέψιμος και λογικά αναμενόμενος. Ορθή είναι επίσης η θέση τους ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η θυρίδα που εντοπίστηκε στο πάτωμα, που ήταν ιδίου τύπου με τη θυρίδα που έπεσε στον ώμο της Ανθοπούλου, είχε όντως πέσει, αφού υπήρξε η θέση ότι μπορεί να είχε αφεθεί εκεί από ηλεκτρολόγο και η σχετική μαρτυρία έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Είναι επίσης ορθή η θέση των εφεσειουσών ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για τον λόγο που οδήγησε στην πτώση της επίδικης θυρίδας εφόσον φαίνεται να έχει αποκλειστεί η λανθασμένη τοποθέτησή της. Και τις τρεις φορές που έλαβαν χώρα περιστατικά με θυρίδες, οι εφεσείουσες κάλεσαν όλους τους εμπειρογνώμονες ειδικούς με τους οποίους συνεργάζονταν για να συζητηθούν τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν και να εξεταστούν τα ζητήματα. Έπραξαν ό,τι θα έπραττε ένας υπεύθυνος εργοδότης σχετικά.
Ούτε ήταν ορθό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει τη μεταγενέστερη και επιπρόσθετη ενέργεια που έγινε από πλευράς εφεσειουσών να τοποθετηθούν αλυσίδες σε όλες τις θυρίδες για να καταδείξει ότι υπήρχε δυνατότητα λήψης εύλογων μέτρων για να αποτραπεί το επίδικο ατύχημα.
Η μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν ότι οι θυρίδες είχαν ελεγχθεί και πριν το επίδικο περιστατικό και ότι ειδικοί σύμβουλοι τον εφεσειουσών επέμεναν ότι δεν χρειάζεται η τοποθέτηση αλυσίδων. Είναι ορθή η θέση που προβάλλουν οι εφεσείουσες ότι δεν μπορεί το πρωτόδικο Δικαστήριο να χρησιμοποιεί ενέργεια που έχει γίνει από τις εφεσείουσες, εκ του περισσού, ως ήταν η ενώπιόν του αποδεκτή μαρτυρία, για να ερμηνεύσει μετέπειτα πράξεις ή συμπεριφορές τους. Θεωρούμε ότι οι λόγοι έφεσης 1 και 2 έχουν έρεισμα.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης αμφισβητείται η απόφαση του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία της εφεσείουσας στην 158/2023 για το ζήτημα που αφορά το σύστημα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης.
Το πώς το Εφετείο αντιμετωπίζει θέματα αξιολόγησης που έγιναν από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι καλά θεμελιωμένο στη νομολογία. Αναφέρουμε ενδεικτικά την πρόσφατη απόφασή μας FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2023, ημερομηνίας 25.2.2026 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:
«Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έκρινε την εφεσείουσα στην 158/2023 ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Δεν αποδέχτηκε όμως το μέρος της μαρτυρίας της σε ό,τι αφορά το ζήτημα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης στη Λεβέντειο Πινακοθήκη. Ανέφερε ότι σε σχέση με αυτό αναδύθηκε αστάθεια στις τοποθετήσεις της. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι οι κάμερες δεν δούλευαν και στη συνέχεια διαφοροποίησε αυτή της τη θέση αναφέροντας ότι κάποιες κάμερες δεν δούλευαν αλλά όχι όλες, χωρίς να ισχυριστεί είτε ότι δεν υπήρχε κάμερα στο επίμαχο σημείο είτε ότι υπήρχε κάμερα η οποία δεν ήταν σε λειτουργία. Είναι για τον λόγο αυτό που το μέρος της μαρτυρίας της ότι δεν λειτουργούσαν οι κάμερες δεν έγινε αποδεκτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο θεώρησε ότι υπήρξε αστάθεια από την ίδια ως προς το κατά πόσο λειτουργούσαν οι κάμερες ή όχι.
Έχουμε διεξέλθει των πρακτικών σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Η μάρτυρας είχε απαντήσει θετικά στο ερώτημα ότι η Πινακοθήκη, λόγω των έργων που φιλοξενεί που είναι μεγάλης αξίας, φυλάττεται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. Όταν της υπεβλήθη ότι θα μπορούσε μέσω του κλειστού κυκλώματος να διαπιστωθεί εάν η θυρίδα που βρέθηκε είχε αφεθεί ή πέσει, η μάρτυρας απάντησε τα εξής: «Όχι, διότι εκείνες τις μέρες διόρθωναν τούτα τα καλώδια που περνούσαν. Ήταν για καλύτερο έλεγχο των καμερών διότι δεν δούλευαν γι' αυτό είχαμε και περισσότερους φύλακες εντός της πινακοθήκης και εκτός... Δούλευαν κάποιες κάμερες, κάποιες στους κοινόχρηστους χώρους, είχε γίνει επιθεώρηση και έπρεπε να αλλάξει ο τρόπος που έβλεπαν, οδηγούσαν σε τουαλέτες και χώρους που δεν έπρεπε να παρακολουθούνται, δούλευαν γι' αυτό τον σκοπό οπόταν κάποιες από τις κάμερες ήταν κλειστές, όχι όλες αλλά κάποιες». Θεωρούμε ότι δεν είναι ορθό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε αστάθεια από πλευράς της εφεσείουσας στην υπόθεση 158/2023. Η μάρτυρας, όπως φαίνεται από το εν λόγω απόσπασμα, εξήγησε τι ήθελε να πει τεκμηριώνοντας τη θέση της οπόταν και θεωρούμε άστοχη τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί αστάθειας και απόρριψης μέρους της μαρτυρίας της.
Και ο τρίτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης υποστηρίζεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι η Υπεράσπιση είχε την υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία ότι όσα πρόσωπα είχαν εμπλακεί με την τοποθέτηση των θυρίδων/πάνελ, είχαν την τεχνογνωσία να το κάνουν. Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδίδει στις εφεσείουσες ότι λανθασμένα δεν έκαναν οποιαδήποτε έρευνα προκειμένου να διαπιστώσουν τι ακριβώς έγινε με την άλλη θυρίδα, αυτή του ίδιου τύπου με αυτήν που έπεσε στον ώμο της Ανθοπούλου, αν δηλαδή πράγματι είχε αφεθεί στο έδαφος ενδεχόμενα από τον ηλεκτρολόγο που έκανε εργασίες ελέγχου καλωδίων στην οροφή ή αν είχε πέσει. Παραθέτει τα πιο κάτω γεγονότα που το οδήγησαν στην απόφαση ότι είχαν υποπέσει του καθήκοντος που είχαν για να διασφαλίσουν ασφάλεια στην εργασία για τους εργοδοτούμενους τους:
- Αναφέρει ότι οι εφεσείουσες περιορίστηκαν στην κλήση των εργολάβων οι οποίοι αφού εξέτασαν τις θυρίδες τις διαβεβαίωσαν ότι τις έλεγξαν και ότι είναι όλες εντάξει.
- Επίσης αναφέρει ότι δημιουργείται εύλογο ερωτηματικό γιατί ενώ οι θυρίδες είχαν τοποθετηθεί από συγκεκριμένη εταιρεία, κλήθηκαν στην Πινακοθήκη οι εργολάβοι, που ήταν άλλη εταιρεία, για να ελέγξουν τις θυρίδες οι οποίοι δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ενώπιόν του ότι είχαν ανάμιξη στην τοποθέτηση των θυρίδων αλλά ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι αυτοί είχαν την τεχνογνωσία να προβούν στη διαβεβαίωση στην οποία είχαν προβεί.
- Αντιπαραβάλει δε το τι είχε γίνει σε σχέση με το επίδικο περιστατικό όπου μετά την πτώση της θυρίδας στον ώμο της Ανθοπούλου, οι εφεσείουσες είχαν καλέσει και έγινε σχετική συνάντηση με όλους τους εμπλεκόμενους, δηλαδή εργολάβους, την εταιρεία που τοποθέτησε τις θυρίδες, την εταιρεία που διεξήγαγε εργασίες στα συστήματα κλιματισμού, τους αρχιτέκτονες και τους μηχανολόγους του έργου.
- Στην περίπτωση της πτώσης της θυρίδας που έγινε πριν την πτώση της επίδικης θυρίδας, του μεταλλικού πάνελ από τη ψευδοροφή του εστιατορίου της πινακοθήκης, κλήθηκαν οι εργολάβοι οι οποίοι υπέδειξαν ως αιτία πτώσης την κακή τοποθέτηση του πάνελ στο πλαίσιο εργασιών που γίνονταν στην οροφή μετά το τέλος των οποίων δεν επανατοποθετήθηκε το πάνελ σωστά.
- Από αυτό το περιστατικό, το οποίο επαναλαμβάνουμε προηγήθηκε του επίδικου περιστατικού, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι καθίσταται σαφές ότι οι εφεσείουσες είχαν ένδειξη περί κακών επανατοποθετήσεων κομματιών και πάνελ στη ψευδοροφή στο πλαίσιο εργασιών που ανέθεσαν σε τρίτους, κάτι το οποίο θα έπρεπε να τις κάνει πιο επιφυλακτικές και πιο προσεκτικές στο πώς έπρεπε να χειριστούν τρίτα πρόσωπα στα οποία ανέθεσαν εργασίες και οι οποίοι χρειαζόταν να ανοιγοκλείνουν και να επανατοποθετούν θυρίδες και πάνελ ψευδοροφής ώστε να αντισταθμίσουν τους κινδύνους που ενείχαν οι χειρισμοί των τρίτων αυτών προσώπων.
- Αναφέρει δε περαιτέρω ότι οι κατηγορούμενες δεν φαίνεται να είχαν διασφαλίσει ότι μετά το πέρας των εργασιών που γίνονταν από τρίτους, έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος σε σχέση με τη σωστή επανατοποθέτηση ή κλείσιμο των θυρίδων για να διασφαλίσουν την ασφάλεια του προσωπικού.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επίσης αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να δώσει βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία που υπάρχει στην έκθεση διερεύνησης ατυχήματος του Μ.Κ.1, ότι δηλαδή είχε αναφερθεί από υπαλλήλους της εταιρείας που είχαν αναλάβει να ασχοληθούν με τα συστήματα αερισμού και εξαερισμού ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που εργαζόταν με τέτοιες θυρίδες και ότι γνώριζαν πως αυτές έπρεπε να τοποθετούνται. Το Δικαστήριο αποφασίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ανέφερε ότι οι υπάλληλοι που ανέφεραν αυτά τα θέματα στον Μ.Κ.1 δεν κατονομάστηκαν, ούτε προσήλθαν στο Δικαστήριο να εξηγήσουν την αναφορά τους για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβειά της και η ύπαρξη άλλης εξ ακοής μαρτυρίας ότι θα μπορούσε να είχε τοποθετηθεί λανθασμένα η θυρίδα αποφάσισε να μην αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής αναφορά ότι οι υπάλληλοι της εταιρείας γνώριζαν πώς να επανατοποθετήσουν τις θυρίδες.
Παραπονούνται, συναφώς, οι εφεσείουσες ότι ουδέποτε η Κατηγορούσα Αρχή προέβαλε τη θέση ότι επειδή υπήρχαν προβλήματα με το κτήριο δεν έπρεπε οι εφεσείουσες να εμπιστευτούν τους διάφορους τρίτους ειδικούς με τους οποίους είχαν συμβατική σχέση αναφορικά με εργασίες που αφορούσαν το συγκεκριμένο κτήριο.
Είναι ορθή η θέση των εφεσειουσών ότι αυτή η κατάληξη αποτελεί συλλογισμό και συμπέρασμα από πλευράς Δικαστηρίου που δεν προβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και ούτε η Υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί αυτού, κάτι που οδηγεί και τον τέταρτο λόγο έφεσης σε επιτυχία.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης πραγματεύεται τη θέση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε εύρημα ότι οι εφεσείουσες δεν κατάφεραν να αποδείξουν την ύπαρξη υπεράσπισης στα πλαίσια του Νόμου. Είναι ειδικότερα η θέση τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πράξη δεν έλαβε υπ' όψιν του στον βαθμό που έπρεπε την αναντίλεκτη μαρτυρία που υπήρχε ενώπιόν του για τις ενέργειες των εφεσειόντων, ούτε και προσμέτρησε το γεγονός ότι το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των εφεσειουσών είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και όχι του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Προβάλλουν ειδικότερα τη θέση ότι με την αναντίλεκτη μαρτυρία ότι όλες οι θυρίδες είχαν ελεγχθεί πριν το επίδικο συμβάν, ότι θυρίδες αυτού του τύπου είναι σπάνιο να πέσουν, λανθασμένα κατά τη θέση τους το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξίσωσε την πτώση της συγκεκριμένης θυρίδας με αυτόματη ευθύνη. Ειδικά αφού το Δικαστήριο είχε επηρεαστεί από το γεγονός ότι υπήρχε και στο έδαφος η θυρίδα διαδρόμου για την οποία δεν είχε εξεταστεί εάν είχε πέσει ή αφέθηκε στο πάτωμα.
Συναφής είναι και ο έκτος λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται η θέση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο συνέδεσε το περιστατικό της προηγούμενης θυρίδας διαδρόμου με την πτώση της επίδικης θυρίδας. Προβάλλουν ειδικά τη θέση ότι το ζήτημα διερεύνησης του πρώτου συμβάντος κατά το οποίο βρέθηκε θυρίδα ιδίου τύπου με αυτήν που τραυμάτισε την Ανθοπούλου στο έδαφος όταν οι μετέπειτα πράξεις των εφεσειουσών ήταν να καλέσουν τους αρμόδιους για να ελέγξουν όλες τις θυρίδες πράγμα που έγινε για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των υπαλλήλων.
Είναι γεγονός ότι όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, επηρέασε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην κατάληξή του το γεγονός ότι μετά την πτώση της επίδικης θυρίδας οι εφεσείουσες απαίτησαν την τοποθέτηση επιπρόσθετων δικλείδων ασφαλείας, ειδικότερα επιπρόσθετων αλυσίδων συγκράτησης των θυρίδων για να καταλήξει στην ποινική ευθύνη των εφεσειουσών. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι αυτό το μέτρο μπορούσε πρακτικά και εύλογα να ληφθεί πριν το επίδικο ατύχημα προκειμένου να σταθμίσει τον κίνδυνο ή το ενδεχόμενο πτώσης θυρίδας αφού είχαν ενδείξεις και προειδοποιήσεις οι εφεσείουσες σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις στο παρελθόν οι οποίες προηγήθηκαν της επίδικης πτώσης.
Παρατηρείται δηλαδή και πάλι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποιεί την ανεύρεση θυρίδας στον διάδρομο, για την οποία επαναλαμβάνουμε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία κατά πόσο είχε πέσει ή αφεθεί εκεί, και της πτώσης πάνελ στην κουζίνα του εστιατορίου της Πινακοθήκης διαφορετικού τύπου από αυτό που κτύπησε την Ανθοπούλου, για να θεωρήσει ότι υπήρχαν τέτοιες ενδείξεις που θα έπρεπε οι εφεσείουσες να αντιδράσουν με πιο έντονο τρόπο. Λειτούργησε επίσης καταλυτικά, από το ό,τι φαίνεται από το κείμενο της απόφασης, ότι δεν υπήρξε πτώση άλλης θυρίδας μετά την τοποθέτηση των επιπρόσθετων δικλείδων ασφαλείας, όπως επίσης και το γεγονός ότι δεν έγινε έγκαιρα η μετακίνηση των γραφείων, κάτι που φαίνεται να έλαβε χώρα μετά την επάνοδο της Ανθοπούλου στην Πινακοθήκη.
Στο μυαλό του Δικαστηρίου επίσης λειτούργησε το γεγονός ότι ο εξωτερικός σύμβουλος των εφεσειουσών για θέματα ασφάλειας δεν φαίνεται να ενημερώθηκε για τα προηγούμενα δύο περιστατικά, για να υπάρχουν οι θέσεις του επί της έκθεσής του μιας που ανανεωνόταν η σύμβασή του κάθε χρόνο.
Τα πιο πάνω επέδρασαν κατά τρόπο καταλυτικό στην κρίση του Δικαστηρίου μαζί με το γεγονός ότι υπήρξαν στη μαρτυρία της εφεσείουσας στην έφεση 158/2023 αρκετά κτιριακά προβλήματα στην Πινακοθήκη και ότι η διοίκηση της Πινακοθήκης θεωρούσε τους εμπλεκόμενους κατασκευαστές αναξιόπιστους για να καταλήξει ότι θα έπρεπε οι εφεσείουσες να ήταν πιο επιφυλακτικές σε σχέση με τις διαβεβαιώσεις που λάμβαναν.
Έχουν δίκαιο οι συνήγοροι των εφεσειουσών ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του στον βαθμό που έπρεπε την αναντίλεκτη μαρτυρία που υπήρχε ενώπιόν του και τις ενέργειες στις οποίες αυτές προέβησαν δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης που μετατίθεται στους ώμους της Υπεράσπισης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και του όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επίσης, δεν φαίνεται να έλαβε υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο την εξ ακοής μαρτυρία που τέθηκε μέσω του Μ.Κ.1 για την κατάρτιση των διαφόρων τεχνικών που ασχολήθηκαν με επιδιορθώσεις και έλεγχο των κλιματιστικών ότι γνωρίζουν πως ανοίγουν και πως κλείνουν τέτοια πάνελ.
Όλα τα πιο πάνω είχαν ως αποτέλεσμα την απόδειξη κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο των κατηγοριών 1 και 4. Είναι η θέση μας ότι λόγω της εσφαλμένης συλλογιστικής του πρωτόδικου Δικαστηρίου και των λαθών που έχουν επισημανθεί πιο πάνω, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τις δύο αυτές κατηγορίες είναι ακροσφαλής και η καταδίκη των εφεσειουσών σε αυτές παραμερίζεται με αποτέλεσμα οι εφεσείουσες να αθωωθούν και να απαλλαγούν από αυτές.
Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες 3 και 6 που αφορούν παράλειψη διασφάλισης ότι δεν θα υπάρχουν οποιεσδήποτε αλλοιώσεις της σκηνής όπου συνέβηκε το ατύχημα, σύμφωνα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το ατύχημα ήταν γνωστοποιήσιμο και η θυρίδα είχε επανατοποθετηθεί στη θέση της πριν την ενημέρωση του Επαρχιακού Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας. Δεν δέχτηκε τη θέση της Υπεράσπισης ότι απαιτείται απόδειξη ότι η αλλοίωση έγινε επί σκοπού αφού, κατά την άποψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κάτι τέτοιο δεν βρίσκει έρεισμα στη σχετική πρόνοια των κανονισμών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το ατύχημα συνέβηκε στις 16.3.2015. Η γνωστοποίηση έγινε στις 23.3.2015. Στις 28.4.2015 το επίδικο ατύχημα γνωστοποιήθηκε και ως επικίνδυνο συμβάν.
Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1 την οποία αποδέχτηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ειδοποιήθηκε από τον λειτουργό συντήρησης της Πινακοθήκης στις 23.3.2015 για το ατύχημα που συνέβηκε στις 16.3.2015. Με τη γνωστοποίηση του ατυχήματος είχε αναφερθεί στον Μ.Κ.1 ότι την ίδια μέρα του ατυχήματος η εταιρεία που τοποθέτησε τις ψευδοροφές είχε ενημερωθεί και είχε προβεί στον έλεγχο ολοκλήρωσης της κατασκευής. Του αναφέρθηκε επίσης ότι είχαν τοποθετηθεί σε όλες τις θυρίδες αλυσίδες συγκράτησης παρότι η εταιρεία που τοποθέτησε τα ψευδοτάβανα ισχυριζόταν ότι δεν ήταν απαραίτητο. Ο Μ.Κ.1 ενημέρωσε στις 23.3.2015 την προϊστάμενή του για το περιστατικό και μετά από διαβεβαιώσεις που είχαν μεταξύ τους, αποφάσισαν ότι δεν ήταν απαραίτητη η επίσκεψη στον χώρο του ατυχήματος επειδή η σκηνή του ατυχήματος είχε αλλοιωθεί αλλά και επειδή ο εργοδότης είχε προβεί σε ενέργειες τόσο για τη διερεύνηση του περιστατικού όσο και για τη λήψη μέτρων για αποφυγή παρόμοιου περιστατικού. Μόνο μετά που πληροφορίες ότι είχαν παρουσιαστεί άλλα δύο περιστατικά πριν από το επίδικο και ότι ο τραυματισμός της κυρίας Ανθοπούλου ήταν πολύ σοβαρός, στις 27.3.2017 πήγαν για επιτόπου διερεύνηση του ατυχήματος.
Συμφωνούμε με τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν απαιτείται απόδειξή του ότι η αλλοίωση έγινε επί σκοπού ως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης, αφού κάτι τέτοιο δεν βρίσκει έρεισμα στη σχετική πρόνοια των Κανονισμών. Η οποιαδήποτε αλλοίωση της σκηνής του δυστυχήματος σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό δεν επιτρέπεται. Με δεδομένο δε ότι υπάρχει καταδίκη των εφεσειουσών στις κατηγορίες 2 και 5, παράλειψη άμεσης πληροφόρησης για το συγκεκριμένο ατύχημα, κατά λογική προέκταση ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι κατηγορίες 3 και 6 που είναι αυστηρής ευθύνης έχουν αποδειχθεί. Η επανατοποθέτηση της επίδικης θυρίδας που είχε πέσει αλλά και η τοποθέτηση αλυσίδων ασφαλείας σε όλες τις θυρίδες παρόμοιου τύπου, σαφέστατα αποτελούν αλλοιώσεις της σκηνής του δυστυχήματος.
Είναι ορθή, επομένως, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου για το ότι έχουν αποδειχθεί τα αδικήματα που αποδίδονται στις εφεσείουσες με τις κατηγορίες 3 και 4.
Εν κατακλείδι, η καταδίκη των εφεσειουσών στις κατηγορίες 1 και 4 παραμερίζεται και αυτές αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις εν λόγω κατηγορίες. Ακυρώνεται, ως αποτέλεσμα και η επιβληθείσα στις κατηγορίες αυτές ποινή. Επικυρώνεται η καταδίκη τους αναφορικά με τις κατηγορίες 3 και 6. Επαναλαμβάνουμε ότι η καταδίκη των εφεσειουσών για τις κατηγορίες 2 και 5 δεν αποτέλεσε αντικείμενο της έφεσης.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο