ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
30 Μαρτίου 2026
(Ποινική Έφεση Αρ.: 181/2023)
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Α. Χρίστου για Ανδρέας Χρίστου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.
Γ. Σταύρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας αντιμετώπισε πρωτόδικα τρεις κατηγορίες για το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ειδικότερα, του αποδόθηκε ότι σε τρεις ξεχωριστές ημερομηνίες τον Αύγουστο 2018 απέσπασε από την παραπονούμενη τα ποσά των €500, €1470 και €3170 αντίστοιχα, παριστάνοντας σε αυτήν ότι θα αποζημίωνε πρόσωπα από τα οποία η παραπονούμενη είχε λάβει τα ισάξια ποσά για έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων χωρίς όμως ποτέ να εκδώσει τα εισιτήρια και τα οποία της παρέστησε ότι γνώριζε, για να μην κάνουν καταγγελία στην αστυνομία, ενώ στην πραγματικότητα οικειοποιήθηκε τα ως άνω ποσά.
Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ενεργοποίησε ποινή φυλάκισης με αναστολή που του είχε επιβληθεί σε άλλη υπόθεση ενώ απέρριψε την εισήγηση της Υπεράσπισης για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί.
Ο εφεσείοντας καταχώρησε την υπό κρίση έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης επιδιώκοντας τον παραμερισμό της, προβάλλοντας έξι λόγους έφεσης. Οι πρώτοι τέσσερεις λόγοι έφεσης αφορούν την καταδίκη του ενώ οι λόγοι έφεσης 5 και 6 στρέφονται εναντίον της ποινής. Στο στάδιο ακρόασης της έφεσης απεσύρθησαν οι λόγοι έφεσης που αφορούν την ποινή και η έφεση προχώρησε μόνο σε σχέση με τους τέσσερις λόγους που αφορούν την καταδίκη.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας προβάλλοντας τη θέση ότι η μαρτυρία και τα τεκμήρια της υπόθεσης δημιουργούσαν υποβόσκουσα αμφιβολία σε σχέση με τα όσα του καταλογίστηκαν. Με τους λόγους έφεσης 2 και 3 ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε σε ευρήματα αξιοπιστίας της παραπονούμενης Μ.Κ.2 και των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, συζύγου και τέκνου της Μ.Κ.2. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, προβάλλει τη θέση ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη λόγω της πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης από τις αστυνομικές αρχές και ειδικότερα την Μ.Κ.1.
Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης πρωτόδικα δόθηκε μαρτυρία από την ανακριτή της υπόθεσης Μ.Κ.1, την παραπονούμενη Μ.Κ.2, τον σύζυγο και τον γιο της Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 ενώ ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμά του στη σιωπή και δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα.
Κρίνουμε ορθό όπως παραθέσουμε συνοπτικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση όπως προβάλλουν μέσα από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Η Μ.Κ.2 ενόψει κακής διαχείρισης της επαγγελματικής της δραστηριότητας, δημιούργησε χρέη σε έναν αριθμό πελατών της που εξυπηρετούσε λαμβάνοντας από αυτούς χρήματα για την εξασφάλιση αεροπορικών εισιτηρίων. Ο εφεσείοντας ο οποίος ήταν οικογενειακός τους φίλος, έλαβε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις το συνολικό ποσό των €5140 από την παραπονούμενη με πρόσχημα, ότι θα εξοφλούσε αριθμό ατόμων στους οποίους η παραπονούμενη όφειλε χρήματα για να μην την καταγγείλουν στην αστυνομία και/ή για να αποσύρουν καταγγελίες που είχαν υποβάλει εναντίον της στην αστυνομία.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού παρέθεσε στην απόφασή του τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του, έκρινε αξιόπιστους και τους τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας έχοντας μάλιστα, προειδοποιήσει τον εαυτό του, ότι όφειλε να είναι προσεκτικό στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, ενόψει της στενής συγγενικής σχέσης που είχαν, παραπέμποντας σχετικά στις αποφάσεις ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2011) 2 Α.Α.Δ. 385, ΣΑΒΒΑ ν. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 83. Κατέληξε ότι «το συμπαγές των θέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, η στάση τους στο Δικαστήριο και η υποστήριξη της μαρτυρίας τους από τεκμήρια και σχετικά γεγονότα, δεν δίνουν έρεισμα στην όποια αμφισβήτηση τους, λόγω της μεταξύ τους σχέσης».
Αναφερόμενο στην επιλογή του Εφεσείοντα να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής καθοδηγήθηκε από τη σχετική νομολογία, η οποία καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, ούτε να εκλάβει την επιλογή του αυτή, ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (THEMISTOCLEOUS v. THE POLICE (1981) 2 C.L.R. 200).
Σχολίασε επίσης την επιλογή του εφεσείοντα να ασκήσει το δικαίωμά του στη σιωπή αναφέροντας ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμά του αλλά έλαβε υπόψη του τον κίνδυνο ότι η εκδοχή που αυτός υπέβαλε μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής παρέμεινε χωρίς τεκμηρίωση παραπέμποντας σχετικά στην απόφαση SBAIH IM IHAB v. ΑΣΤΥΝΟΜΊΑΣ (2015) 2 ΑΑΔ 542.
Ανέφερε, ορθά, ότι ο Εφεσείων, επιλέγοντας το δικαίωμα της σιωπής - το οποίο αναμφιβόλως είχε - διέτρεχε τον κίνδυνο να παραμείνει η εκδοχή που είχε θέσει, μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, μετέωρη και ατεκμηρίωτη (NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ (Αρ. 1) (2014) 2 Α.Α.Δ. 287, και IHAB IM SBAIH v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2014, ημερ. 17/7/2015).
Προχώρησε σχετικά και ανέφερε ότι οι θέσεις του κατηγορουμένου, όπως τέθηκαν στην κατάθεσή του αλλά και μέσα από τις υποβολές του συνηγόρου του προς τους μάρτυρες κατηγορίας, ενέχουν μια σειρά αντιφάσεων τις οποίες και παραθέτει στις σελίδες 13 και 14 της απόφασής του.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης που πραγματεύεται ισχυρισμό ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη ως απόρροια της πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης από τις αστυνομικές αρχές, επίσης είχε τεθεί πρωτόδικα, και το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό ενδελεχώς.
Αρχικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά σημείωσε ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων. Παρέπεμψε δε, σε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 23/13, ημερομηνίας 22.5.2014 στην οποία αναλύθηκαν οι σχετικές αρχές:
«Είναι θέση του Εφεσείοντα ότι οι παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών ήταν ουσιώδους σημασίας για την Υπεράσπιση του, καθότι εάν δεν εμφιλοχωρούσαν θα επιβεβαίωναν ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του. Οι Ανακριτικές όμως Αρχές, επεδίωξαν να θεμελιώσουν την καταγγελία της Παραπονούμενης και όχι να παρουσιάσουν - ως είχαν καθήκον - στο Δικαστήριο το σύνολο των γεγονότων. Με επακόλουθο, ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του να μην εξεταστούν και να παραβιαστεί το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Η δικαιότητα (fairness) ή όχι της δίκης, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι, κρίνεται από το στάδιο που προηγείται της δίκης και σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών οδηγούν σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου ως μέτρο ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αυτό θα έπρεπε να γίνει και στην περίπτωση του Εφεσείοντα. Παρέπεμψαν σχετικά στην υπόθεση του ΕΔΑΔ Panovits v. Cyprus Application No. 4 268/04 ημερ. 11.13.08, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, και στην Κάππελος ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 241.
Οι Ανακριτικές Αρχές, αντέτεινε η Εφεσίβλητη, έχουν καθήκον να διερευνούν και να συλλέγουν τα απαραίτητα για τη διερευνώμενη υπόθεση τεκμήρια. Εναπόκειται όμως σ' αυτές να κρίνουν εάν ένα τεκμήριο είναι ή όχι αναγκαίο και εάν η υπόθεση οδηγηθεί στο Δικαστήριο, τότε θα κριθεί αντικειμενικά κατά πόσο έχουν εκτελέσει ή όχι το υπό αναφορά καθήκον τους.
Εξετάσαμε με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις επί του υπό συζήτηση θέματος. Δεν διαφωνούμε ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (Panovits ανωτέρω) και ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (Κάππελος, ανωτέρω). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri a.ο. v. Italy [2004] Crim. L.R. 846) και, το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v. DPP [2001] 2 Cr. App.R.23).»
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε αριθμό αποφάσεων, που καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο εξετάζει το Δικαστήριο το ζήτημα πλημμελούς διερεύνησης υπόθεσης από τις αστυνομικές αρχές, και πότε τέτοια παράλειψη μπορεί να κριθεί ότι έβλαψε τα δικαιώματα ενός κατηγορουμένου. (βλ. σχετικά TORKIAN v. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 178/2020, ημερομηνίας 19.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B463, ΣΩΚΡΑΤΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 29/2022, ημερομηνίας 23.6.2022, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΦΙΝΤΑΝΑΚΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 98/2013, ημερομηνίας 30.9.2014 και GAPRINDASHVILI MALKHAZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 424).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη μαρτυρία της Μ.Κ.1 την οποία έκρινε ως αξιόπιστη, υπενθυμίζουμε ότι δεν υπάρχει λόγος έφεσης που αφορά την αξιοπιστία της Μ.Κ.1, αναφέροντας ότι αυτή ήταν σαφής και εξήγησε κάθε ενέργεια που λήφθηκε αλλά και γιατί δεν έγιναν κάποιες ενέργειες εξηγώντας ότι τυχόν τέτοιες ενέργειες δεν αφορούσαν την ουσία των αδικημάτων ούτε καν αμφισβητούμενα γεγονότα, και τούτο ισχύει όχι μόνο για άτομα από τα οποία δεν λήφθηκαν καταθέσεις, για τα οποία η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να ληφθούν, αλλά και για αναζήτηση ατόμων που δήθεν πλήρωσε ο εφεσείοντας για τα οποία είχαν τεθεί μόνο τα μικρά τους ονόματα ή το ονοματεπώνυμό τους. Κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι δεν υπήρξε ουσιώδης παράλειψη ή πλημμελής διερεύνηση από τις αστυνομικές αρχές.
Το θέμα της δίκαιης δίκης σε συνάρτηση με πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης από τις αστυνομικές αρχές είχαμε την ευκαιρία να το πραγματευτούμε στην σχετικά πρόσφατη απόφασή μας ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΡΡΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 302/2024, ημερομηνίας 19.12.2025 στην οποία και παραπέμπουμε. Επίσης, αναδρομή της νομολογίας σε σχέση με το θέμα αυτό, έχει γίνει πρόσφατα από το Εφετείο στα πλαίσια της απόφασης Α.Ν.Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση 136/2022, 140/2022, ημερομηνίας 1.8.2025 στην οποία το Εφετείο πραγματεύτηκε πλήρως και επιμελώς το επιχείρημα της Υπεράσπισης κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης λόγω πλημμελούς διερεύνησης στην οποία και παραπέμπουμε σχετικά.
Σε ό,τι αφορά την ουσία του παραπόνου του εφεσείοντα, αναφέρουμε ότι σε σχέση με το απειλητικό μήνυμα από συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου που δέχθηκε η Μ.Κ.2 και ο εφεσείοντας, η Μ.Κ.1 μέσα από τη μαρτυρία και την αντεξέτασή της, υπέδειξε ενέργειες που έκανε προς τον πάροχο κινητής τηλεφωνίας που ήταν η CYTA. O εφεσείοντας μέσω του συνηγόρου του δεν προώθησε καμιά άλλη ερώτηση σε σχέση με το εν λόγω θέμα. Αναφορικά με το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν καταθέσεις από την κόρη και μητέρα της Μ.Κ.2 όπως ανέφερε η Μ.Κ.1 στο Δικαστήριο η εμπλοκή τους ήταν πολύ μικρή και υπήρχε η δυνατότητα αν η Υπεράσπιση ήθελε τη μαρτυρία των εν λόγω προσώπων να τους καλούσε η ίδια ως μάρτυρες. Τούτο ισχύει και για πρόσωπα από τα οποία είχαν ληφθεί καταθέσεις αλλά δεν είχαν κληθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου αφού η Υπεράσπιση είχε δικαίωμα να ζητήσει όπως παρουσιαστούν προς αντεξέταση σύμφωνα με τα όσα έχουν αναφερθεί στην ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2012) 2 ΑΑΔ 649. Σημειώνουμε επίσης το γεγονός ότι ο εφεσείοντας είχε αναφέρει στην Μ.Κ.1 ότι θα έφερνε μάρτυρες όταν είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να αλλάξει ή διαφοροποιήσει οτιδήποτε έχει πει στην κατάθεσή του, αλλά ουδέποτε άδραξε την ευκαιρία αυτή.
Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει έρεισμα σε αυτές τις θέσεις του εφεσείοντα, και σίγουρα ο εφεσείοντας σε καμία περίπτωση δεν στερήθηκε του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη σε όλες τις παραμέτρους και εκφάνσεις, που το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται. Είχε την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί από συνήγορο της επιλογής του, ο ίδιος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και να μην καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα και σημειώνουμε, ως ένδειξη που συνηγορεί υπέρ του ότι όντως αυτός έτυχε δίκαιης δίκης, την αθώωσή του από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με τις κατηγορίες 4 και 5 που αντιμετώπιζε για το αδίκημα του ότι παρέλειψε να παρουσιαστεί σε αστυνομικό σταθμό για ανάκριση κατά παράβαση Άρθρων του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, παρόλο που σε δύο περιπτώσεις του είχε ζητηθεί αυτό από τον ανακριτή της υπόθεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονός που και η Μ.Κ.1 είχε αποδεχθεί ότι τον επίδικο χρόνο ο εφεσείοντας έπασχε από καρκίνο και προέβαινε σε θεραπείες και θεώρησε ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε εύλογη αιτία για να μην παραστεί στην ανάκρισή του πέραν της μίας φοράς.
Έκθετος σε απόρριψη λοιπόν και απορρίπτεται ο τέταρτος λόγος έφεσης.
Οι λόγοι έφεσης 2 και 3 αφορούν την πρωτόδικη κρίση σε σχέση με τη διεργασία αξιολόγησης μαρτυρίας, αποδοχής μαρτυρίας και κατάληξης σε συμπεράσματα επί γεγονότων συγκεκριμένων μαρτύρων και συγκεκριμένα των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 αντίστοιχα.
Αφετηρία θα πρέπει να αποτελέσει η επανάληψη των αρχών που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Όσον αφορά την αξιολόγηση της Μ.Κ.2, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε στις σελίδες 10 και 11 της απόφασής του τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 ως αξιόπιστη και ως μαρτυρία επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια. Έδωσε επίσης πλήρη δικαιολογία για το θέμα που αποτέλεσε σημείο υποβολής πολλών θέσεων από πλευράς Υπεράσπισης, δηλαδή την λίστα των ατόμων που χρωστούσε η Μ.Κ.2 (Τεκμήρια 2 και 14). Εξήγησε γιατί δεν θεώρησε ουσιαστικής σημασίας το γεγονός ότι ενώ η Μ.Κ.2 παραδέχθηκε ότι η λίστα αυτή αποτελείτο από δύο σελίδες παρέδωσε στην Μ.Κ.1 μόνο μία σελίδα, και επίσης ορθά σημείωσε ότι όπως διαφάνηκε, κάποια από τα ονόματα που είπε ότι πλήρωσε ο κατηγορούμενος, δεν βρίσκονται στην ολοκληρωμένη λίστα. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 και στα συμπεράσματα που κατέληξε αναφορικά με την αξιοπιστία της.
Αναφορικά με τη Μ.Κ.2 σημειώνουμε επίσης ότι η λίστα με τα ονόματα είχε καταρτιστεί σε άλλο χρόνο από τον επίδικο και είναι η ίδια η Μ.Κ.2 που την κατήρτισε, και τα δύο φύλλα αυτής. Επανειλημμένα είχε αναφέρει ότι κατήρτισε τη λίστα αυτή μαζί με τον δικηγόρο της για να μπορέσει να αποπληρώσει τους οφειλέτες της. Επαναλαμβάνουμε ότι ήταν σταθερή η θέση της Μ.Κ.2 ότι δεν είχε καταγράψει όλους τους πελάτες της στη λίστα, τους γνώριζε όμως όλους, τα μόνα άτομα που δεν γνώριζε είναι αυτά που υποτίθεται εξοφλούσε ο εφεσείοντας όπως για παράδειγμα τον πελάτη από το Κολόσσι, τον Πάμπο και την Άννα. Η Μ.Κ.2 υπέστη μακράν και εξαντλητική αντεξέταση στην οποία της καταλογίστηκε μέχρι και εξωσυζυγική σχέση. Παρά την ταραχή που της προκλήθηκε, παρέμεινε σταθερή χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση και επεξήγησε πλήρως τα όσα ερωτείτο απολύτως δικαιολογημένα και με παραπομπές σε τεκμήρια, μαρτυρίες και ονόματα προσώπων.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Ανάλογη είναι και η θέση μας αναφορικά με τον τρίτο λόγο έφεσης και την αξιοπιστία του Μ.Κ.3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε από την αρχή ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέθετε με τον πιο έντονο συναισθηματισμό και έδειχνε και ένιωθε φανερά απογοητευμένος γιατί πίστευε στη φιλία του με τον εφεσείοντα και ένιωθε ότι αυτός τον πρόδωσε. Παρά την έντονη συναισθηματική του φόρτιση όμως, όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε, οι θέσεις του παρέμειναν ακλόνητες και σταθερές, δεν έπεσε σε καμία αντίφαση συγκρίνοντας τη μαρτυρία του με αυτή των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και γενικότερα η όλη του στάση δείκνυε μάρτυρα αλήθειας παρά το γεγονός ότι έφερε βαρέως ότι εξαπατήθηκε από αδελφικό του φίλο.
Όσον αφορά τον Μ.Κ.4 κρίθηκε ως αξιόπιστος αφού ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, έδιδε συγκεκριμένες λεπτομέρειες για την εμπλοκή του και σε καμία περίπτωση δεν φάνηκε ότι η μαρτυρία του είχε στόχο μόνο να βοηθήσει την οικογένειά του. Όπως επίσης αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τις αναφορές του αναφορικά με συγκεκριμένη ημερομηνία που παρέδωσε ποσό χρημάτων στον εφεσείοντα για να το παραδώσει σε παραπονούμενο πελάτη της μητέρας του. Και η αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον Μ.Κ.4 δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε σφάλμα. Συναφώς, ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται στην ολότητά του.
Ο πρώτος λόγος έφεσης, επικουρικός των λόγων έφεσης 2, 3 και 4, προβάλλει τη θέση ότι έπρεπε να υπάρχουν υποβόσκουσες αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου με τρόπο που θα έπρεπε να αθωωθεί και να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
Στην υπόθεση ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΡΡΗ (ανωτέρω), στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί, μέρος των αδικημάτων που αντιμετώπιζε ο εφεσείων αφορούσαν και πάλι απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τη νομολογία και τα συστατικά στοιχεία των εν λόγω αδικημάτων στην απόφασή μας αυτήν και παραπέμπουμε σχετικά στο πιο κάτω απόσπασμα.
«Όπως έχει αναφερθεί από το Εφετείο, στην υπόθεση Γ.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 172/2023, ημερομηνίας 26.3.2025:
«Ο ορισμός των Ψευδών Παραστάσεων παρατίθεται στο Άρθρο 197 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 15 ως εξής:
«Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή».
Όπως επεξηγήθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861:
«Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man΄s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη».
Οι παραστάσεις δεν αρκεί να είναι ψευδείς αλλά πρέπει να καταδεικνύεται και ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδείς. Πρέπει, επιπλέον, να διαφανεί ότι η απόσπαση έγινε επειδή η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του θύματος, το οποίο στηριζόμενο σε αυτήν πείστηκε να αποξενωθεί την περιουσία του (βλ. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Χρίστου Σιέγγερη κ.ά. (2016) 2 Α.Α.Δ. 1335, Mitskevich v. F & T Investments Limited κ.ά., Ποιν. Έφ. 182/18, ημερ. 20.3.2019), ECLI:CY:AD:2019:B102».»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας κατέληξε σε ευρήματα τα οποία τα αναφέρει στις σελίδες 14 και 15 της απόφασής του. Συγκεκριμένα, αποφάσισε ως ακολούθως:
«Στη βάση των ως άνω κρίνεται ότι ο Κατηγορούμενος, αδελφικός φίλος του ΜΚ3, έλαβε σε διαφορετικές περιστάσεις το ποσό των €5140, με το πρόσχημα ότι θα το κατέβαλλε σε άτομα που όφειλε η ΜΚ 2, σύζυγος του ΜΚ 3. Τελικώς οικειοποιήθηκε το εν λόγω ποσό, αφού: 1. τα όσα όφειλε η ΜΚ 2 καταβλήθηκαν από τον δικηγόρο της στη βάση της λίστας Τεκμήριο 14, 2. ο Κατηγορούμενος αναφερόταν σε άτομα που δήθεν πλήρωσε, πολλές φορές αναφέροντας μόνο το μικρό τους όνομα, ενώ αυτά δεν καταγράφονταν στο Τεκμήριο 14, όπου περιέχετο το σύνολο των ατόμων στα οποία όφειλε ποσά η ΜΚ 2, 3. ενώ είπε ότι έχει έγγραφο στο οποίο εμφαίνονται ονόματα και υπογραφές, των όσων πλήρωσε (Τεκμήριο 9), τέτοιο έγγραφο δεν παρουσιάστηκε, ούτε η όποια σχετική απόδειξη (βλ. και Τεκμήριο 3), 4. Τα ποσά που ζητούσε ο Κατηγορούμενος δεν συνάδουν με τα ποσά που τελικώς ανέφερε ότι κατέβαλε. Για παράδειγμα πουθενά δεν αναφέρεται ποιο ήταν το πρόσωπο από το Κολόσσι, στο οποίο καταβλήθηκαν τα αρχικά €500 και 5. Υπήρξε ασυνέπεια στις ενίοτε θέσεις του Κατηγορούμενου. Ενώ δηλαδή είπε στον ΜΚ 4 ότι θα κατέβαλλε το ποσό των €3170 σε άτομο του υποκόσμου στις 23:30, της 25/8/201, στις 23:00 ο Κατηγορούμενος πρότεινε στον ΜΚ 4 να τον αφήσει την σύζυγο του στον Αστρομερίτη και να πάνε για σουβλάκια. Ακόμα οι μόνες απειλές εναντίον των ΜΚ προέρχονταν από άτομα που τελικώς αναλάμβανε να πληρώσει ο Κατηγορούμενος. Αξίζει να αναφερθεί ότι αν και υποβλήθηκε στους ΜΚ ότι δεν δέχθηκαν απειλές, ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 Απάντηση 6, αναφέρεται σε απειλές που εκφράστηκαν στον ίδιο από άτομο που κάλεσε την ΜΚ 2.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελίδες 17 και 18 της απόφασής του καταλήγει ως ακολούθως:
«Στην παρούσα είναι παραδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε χρήματα από την ΜΚ 2 και την οικογένεια της, σε τρεις περιπτώσεις, όσες και οι σχετικές κατηγορίες. Παρά τις εκκλήσεις τους δεν παρουσίαζε αποδείξεις σε ποιον πληρώθηκαν. Κάποια ονόματα που απέστειλε σε μήνυμα (Τεκμήριο 5) ότι δήθεν ανήκαν σε άτομα που πλήρωσε δεν εμφαίνονται στη λίστα Τεκμήριο 14, όπου καταγράφονταν τα όσα άτομα όφειλε χρήματα η ΜΚ 2. Άλλωστε και ο Κατηγορούμενος την ίδια λίστα ατόμων είχε. Επομένως τα όποια άτομα πληρώνονταν από τον ίδιο θα έπρεπε να βρίσκονταν στη λίστα, όπως και τα άτομα που πληρώθηκαν από τον δικηγόρο της ΜΚ 2. Τουναντίον τα άτομα που ο Κατηγορούμενος έστειλε μήνυμα (Τεκμήριο 5) ότι πλήρωσε δεν τα γνώριζε καν η ΜΚ 2, ενώ τα ποσά επί του Τεκμηρίου 5 συμποσούνται σε €4640, ενώ ο Κατηγορούμενος παραδεκτά έλαβε €5140. Επιπλέον κανένα ποσό ύψους €500 ή έστω €490, που έλαβε την πρώτη φορά, την 21/8/2018 ο Κατηγορούμενος για πληρώσει πρόσωπο από το Κολόσσι, δεν αναφέρεται στο Τεκμήριο 5. Η ΜΚ 2 υπό τον φόβο των καταγγελιών σε αστυνομικά τμήματα που τις περιέγραφε ο Κατηγορούμενος, των απειλών από τηλέφωνο προπληρωμένης υπηρεσίας και λόγω της εμπιστοσύνης στον αδελφικό φίλο του συζύγου της Κατηγορούμενο, δεν ήλεγχε τη λίστα πριν του δώσει τα χρήματα που ζητούσε. Όλα τα ως άνω καταλήγουν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος δεν έλαβε τα χρήματα για τον σκοπό που είχε πει, ήτοι να πληρώσει πρόσωπα στα οποία όφειλε ποσά η ΜΚ 2, αλλά οικειοποιήθηκε. Συνεπώς πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1 έως 3, αφού ο Κατηγορούμενος ψευδώς παρέστησε στην ΜΚ 2 και την οικογένεια της ότι με τα χρήματα που θα του δοθούν θα πληρώσει άτομα στα οποία όφειλε η ΜΚ 2, και τα οικειοποιήθηκε.»
Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καθόλα εύλογη και ορθή. Με βάση τα γεγονότα στα οποία κατέληξε μετά την ορθή όπως αναφέραμε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του και αφού τα υπήγαγε στις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, ορθά κατέληξε ότι έχουν στοιχειοθετηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα τρία πρώτα αδικήματα που αυτός αντιμετώπιζε. Και ο πρώτος λόγος έφεσης είναι έκθετος σε απόρριψη και απορρίπτεται.
Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται. Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο