ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 212/2018)
19 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΥΛΟΥ,
Εφεσείοντας,
v.
ΥΑΛΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΛΤΔ,
Εφεσίβλητη.
___________________
Ρ. Σχίζας για Ρένος Σχίζας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.
Μ. Χατζηδάκης για Ανδρέας Δανός & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η ορθότητα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (στο εξής θα αναφέρεται ως «το πρωτόδικο Δικαστήριο»), ημερομηνίας 18.05.2018.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε δεχτή την θέση της εφεσίβλητης, ότι ο εφεσείοντας της οφείλει το ποσό των €2.691,50 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για τις μεταξύ τους συναλλαγές.
Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η εφεσίβλητη, η οποία ασχολείτο με την εμπορία και πώληση γυαλιών, κατόπιν συμφωνίας, πωλούσε στον εφεσείοντα ή στους υπαλλήλους του διάφορα εμπορεύματα και ο μεταξύ τους λογαριασμός την 31.03.2015 παρουσίαζε υπόλοιπο €2.691,50. Ο εφεσείοντας με την Υπεράσπιση του αρνείται τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης και ισχυρίζεται ότι δεν είχαν μεταξύ τους οποιαδήποτε σχέση, ουδέποτε προέβηκε σε συμφωνία, ουδέποτε παρήγγειλε οιονδήποτε εμπόρευμα, υπέγραψε οιονδήποτε τιμολόγιο και ουδέποτε είχε προσωπικό λογαριασμό.
Η διαδικασία στο πρωτόδικο Δικαστήριο έγινε στην βάση της Διαταγής 30 Θ(6)κ(7) των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Η εκδίκαση της προχώρησε με την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων και μετά την άδεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο διευθυντής της εφεσίβλητης και το πρόσωπο που κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του για την εφεσίβλητη, κατέθεσε και προφορικά ως ΜΕ1. Η μαρτυρία του εφεσείοντα συνίστατο στη έγγραφη μαρτυρία που κατέθεσε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδεχόμενο τη μαρτυρία που προσκόμισε η εφεσίβλητη, έκδωσε απόφαση για το ποσό των €2.691,50 υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα.
Ο εφεσείοντας αντιδρώντας στην πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καταχώρησε την παρούσα έφεση και με επτά λόγους έφεσης προσβάλλει την ορθότητα της πρωτόδικης Απόφασης.
Οι λόγοι έφεσης ένα και τέσσερα αφορούν το ίδιο θέμα, το οποίο έχει να κάνει με την απόδειξη του ζητούμενου με την αγωγή ποσού και την αποδοχή των καταστάσεων λογαριασμών για τα τρία τελευταία έτη 2013-2015.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραβίασε την βασική νομολογιακή αρχή ότι είναι ο ενάγοντας που έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών και ότι έκδοσε απόφαση για το ζητούμενο ποσό χωρίς να παρουσιασθεί η αναγκαία μαρτυρία.
Γι’ αυτό το θέμα το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει τα ακόλουθα:
«Ως προκύπτει, τόσο από την ενώπιον του Δικαστηρίου μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, τις δικογραφημένες θέσεις των μερών και τις θέσεις που προβλήθηκαν από τους συνηγόρους τους κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και στα πλαίσια των αγορεύσεών τους, τα ακόλουθα αποτελούν κοινώς αποδεχτά γεγονότα.
Η Ενάγουσα αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία με την έδρα των εργασιών της να βρίσκεται στη Λευκωσία. Ασχολείται δε με την εμπορία, πώληση και κατεργασία γυαλιών, καθρεφτών και άλλων συναφών εμπορευμάτων. Στα πλαίσια των εργασιών της, κατόπιν εντολών του Εναγόμενου, η Ενάγουσα, σε διάφορες ημερομηνίες, πώλησε αριθμό εμπορευμάτων, για τα οποία παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €2.691,50 (οι σχετικές αναφορές του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς του Εναγόμενου. Η δε προβαλλόμενες σχετικές θέσεις του συνηγόρου του Εναγομένου - στην αγόρευσή του και κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 - ήταν, αφενός ότι το απαιτούμενο από την Ενάγουσα υπόλοιπο δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο «καθ' ότι δεν τον αφορούσε αλλά αφορούσε το τρίτο νομικό πρόσωπο2» και αφετέρου ότι οι εντολές του Εναγόμενου, για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών, δίδοντο εκ μέρους της εταιρείας΄Savvas Pavlou Export Agent Ltd και όχι υπό την κατ' ισχυρισμό ιδιότητα του συμβαλλομένου με την Ενάγουσα). Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.».
Έχουμε προχωρήσει και έχουμε εξετάσει τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τα πρακτικά που αφορούν το συγκεκριμένο σημείο που κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και τις αναφορές του εφεσείοντα στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο αξιούμενο ποσό θεωρώντας ότι το συγκεκριμένο ποσό δεν έχει αμφισβητηθεί από τον εφεσείοντα. Ο εφεσείοντας στην Έκθεση Υπεράσπισης του στις παραγράφους 3 και 5, αναφέρει τα ακόλουθα:
«3. Τα ισχυριζόμενα στην παράγραφο 4 της Απαιτήσεως απορρίπτονται και καλούνται οι Ενάγοντες να αποδείξουν ενδελεχώς αυτά.
……………………………………………………………………………………………
5. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η αοριστία της παραγράφου 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως δεν του επιτρέπει να υπερασπισθεί λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα και προς τούτο επιφυλάσσεται να προβεί σε αίτηση αποκάλυψης εγγράφων ή σε αίτηση για περαιτέρω λεπτομέρειες.»
Μελετώντας περαιτέρω τόσο την μαρτυρία του ΜΕ1, αλλά και την ένορκη δήλωση του εφεσείοντα, δεν διαπιστώνουμε να αποτελεί κοινό αποδεκτό γεγονός το υπόλοιπο του λογαριασμού. Ο ΜΕ1 στην προφορική κατάθεση του, μεταξύ άλλων, αναφέρει:
«Ε. Από τον προσωπικό του λογαριασμό που σας έκδωσε ή της εταιρείας;
Α. Δεν θυμούμαι. Από το λογαριασμό που μας έκδωνε πάντα. Απλώς να αναφέρω ότι από εκεί δημιουργήθηκε το θέμα για να έλθουμε στο Δικαστήριο, η επιταγή ήταν χωρίς αντίκρισμα, δεν ήλθε να μας τις αντικαταστήσει μετά από πολλές παρακλήσεις μας και αναγκαστήκαμε να πάμε δικαστικώς, τις δώσαμε του κυρίου Δανού τις επιταγές, χωρίς αντίκρισμα και προχώρησε ο κύριος Ανδρέας όταν του δώσαμε τις επιταγές που δεν μας την κάλυψε ο κύριος Σάββας, του δώσαμε και το υπόλοιπο του λογαριασμού.
Ε. Με τις ακάλυπτες επιταγές τι εκάμετε;
Α. Προχωρήσαμε ο κύριος Ανδρέας και νομίζω τις είσπραξε.
Ε. Προχώρησε στο Δικαστήριο;
Α. Μάλιστα.
Ε. Ποινικώς;
Α. Δεν ξέρω. Το Ποινικώς ή μη νομίζω τις είσπραξε.»
Οι πιο πάνω αναφορές του ΜΕ1 έχουν παραμείνει εντελώς ασχολίαστες από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Μιχαηλίδης v. Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 494, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την απόδειξη υπόλοιπου λογαριασμού:
««Ως προκύπτει από το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης και ως επιβεβαίωσε ο κ. Μπρούντζος κατά την αγόρευση του, η αγωγή της Ενάγουσας στηρίζεται σε 'υπόλοιπο λογαριασμού' και όχι σε 'πώληση εμπορευμάτων βάσει τιμολογίων'. Αυστηρώς ομιλούντες τέτοια βάση αγωγής δεν υπάρχει. Μια κατάσταση λογαριασμού που φέρεται να αντικατοπτρίζει τον ίδιο τον λογαριασμό, δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφει. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 156 και Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 734)....»
Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία πέραν της κατάθεσης μιας σειράς τιμολογίων και αντίγραφο του λογαριασμού. Δεν δόθηκαν λεπτομέρειες και τα συγκεκριμένα τιμολόγια αφορούν μια πολύ μικρή περίοδο σε σχέση με την περίοδο που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης τους. Ο εφεσείοντας στην ένορκη του δήλωση, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η κατάσταση λογαριασμού, που οι εφεσίβλητοι παρουσίασαν, αποτελεί δικό τους κατασκεύασμα. Συνεπώς, οι εφεσίβλητοι όφειλαν με μαρτυρία να αποδείξουν το οφειλόμενο ποσό.
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι ο ΜΕ1 δεν έχει δώσει εξηγήσεις γιατί η παρουσίαση των τιμολογίων περιορίσθηκε στα έτη 2013-2015, ενώ στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά, και στην γραπτή του κατάθεση ο ΜΕ1 αναφέρεται σε συνεργασία από το 2000. Το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει το συγκεκριμένο θέμα προτού καταλήξει ότι «Ουδέποτε κατέστη επίδικο ζήτημα η χρονική διάρκεια που συναλλάσσονται τα μέρη».
Η θέση του εφεσείοντα ήταν ότι δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό. Συνεπώς οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι είχαν το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους, θα έπρεπε για τις καταγραφές στο λογαριασμό που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 1, να παρουσιάσουν μαρτυρία. Ο ΜΕ1 στην γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι ο λογαριασμός του εφεσείοντα παρουσιάζει υπόλοιπο το ποσό των €2.691,50 και ότι πλήρεις λεπτομέρειες ευρίσκονται στη διάθεση του εφεσείοντα και θα αναφερθούν κατά την δικάσιμο. Τέτοιες λεπτομέρειες δεν διαπιστώνουμε να έχει δώσει ο ΜΕ1 κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, έχει αναφερθεί ότι «η δικογραφία ως γνωστό αποτελεί το μέσο καταγραφής των εκατέρωθεν ουσιωδών και κατά συνοπτικό τρόπο ισχυρισμών, αλλά δεν ισοδυναμεί βέβαια με μαρτυρικό υλικό. (Δ.19, θ.4 και Odgers’ Principles of Pleadings and Practice 21η έκδ. σελ. 77). Ο διάδικος οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του».
Με βάση τα όσα έχουμε αναφέρει, οι λόγοι έφεσης ένα και τέσσερα κρίνονται επιτυχείς.
Οι λόγοι έφεσης δύο, τρία, πέντε, έξι και επτά, θα πρέπει να συνεξετασθούν καθ’ ότι κρίνονται συναφείς μεταξύ τους και απολήγουν σ’ ένα και μόνο σημείο, στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην βάση της αξιολόγησης του ΜΕ1.
Ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Mocassino Shoes Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 294 «Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ― Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αντίθετα με την κοινή λογική ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που αυτό έχει αποδεχτεί ως αξιόπιστη.». Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025.
Ο εφεσείοντας με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε λανθασμένη διαπίστωση ότι ο εφεσείων προσωπικά ευθύνεται για το αξιούμενο ποσό. Αιτιάται ότι λανθασμένα εκδόθηκε απόφαση προσωπικά εναντίον του χωρίς να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να τον καθιστούν υπεύθυνο.
Ο τρίτος λόγος έφεσης συνίσταται στο ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν υποστηρίζονται από αντικειμενική μαρτυρία αλλά από ένα ισχυρισμό του ΜΕ1. Στην αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης αναφέρεται ότι πέραν του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε στον ισχυρισμό του ΜΕ1, κατέληξε στο οφειλόμενο ποσό χωρίς να προσκομισθεί σχετική μαρτυρία.
Με τους λόγους έφεσης πέντε, έξι και επτά, ο εφεσείοντας αιτιάται ότι τα γεγονότα και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και τα οποία στηρίζονται στην αξιοπιστία του ΜΕ1, έγιναν χωρίς να ληφθούν υπόψη γεγονότα, αποδείξεις και τιμολόγια που είναι είτε παραδεκτά είτε έχουν αποδειχθεί, (λόγος έφεσης πέντε). Χωρίς μαρτυρικό υλικό εδέχθη ότι οι αποδείξεις που εκδίδοντο μετά την διακοπή της συνεργασίας στο όνομα της εταιρείας οφείλονται στο ότι η εταιρεία πλήρωνε για λογαριασμό του εφεσείοντα (λόγος έφεσης έξι). Ότι λανθασμένα αποδέχθηκε την μη δικογραφημένη θέση της εφεσίβλητης ότι είναι ο εφεσείων που ζήτησε να αναγράφεται στα τιμολόγια η λέξη «SPEAL» (λόγος έφεσης επτά).
Για τα πιο πάνω ζητήματα το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει τα ακόλουθα:
«…Πιο συγκεκριμένα, ο συνήγορος του Εναγόμενου, υποδεικνύοντας προς τον ΜΕ1 ότι όλα ανεξαιρέτως τα τιμολόγια (Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου) και η κατάσταση λογαριασμού (επισυναπτόμενο Τεκμήριο επί της ενόρκου δηλώσεως του ΜΕ1 ημερομηνίας 14/10/16) εκδόθηκαν στο όνομα Speal, καθώς επίσης και ότι τέσσερις αποδείξεις πληρωμών εκδόθηκαν στο όνομα SPEAL Ltd, μια στο όνομα Savvas Pavlou Export Agent Ltd και οι λοιπές οκτώ στο όνομα Speal (13 αποδείξεις πληρωμών που εξέδωσε η Ενάγουσα, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου ημερομηνίας 28/02/17), υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι, κατά τις συναλλαγές του με τον Εναγόμενο για σκοπούς πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων, γνώριζε ότι ο τελευταίος δεν συναλλασσόταν προσωπικώς αλλά διά λογαριασμό της εταιρείας του Savvas Pavlou Export Agent Ltd, της οποίας εταιρείας η λέξη SPEAL αποτελεί ακρωνύμιο και για αυτό το λόγο τα τιμολόγια εκδόθηκαν, και η κατάσταση λογαριασμού τηρείτο, στο Speal.
Η υποβολή, όμως, αυτή του συνηγόρου του Εναγόμενου που θέλει το τελευταίο να δίνει εντολές προς την Ενάγουσα υπό την ιδιότητά του ως εκπρόσωπος της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας, παρέμεινε εντελώς μετέωρη, μιας και καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς του Εναγομένου προς υποστήριξή της.
…………………………………………………………………………………………
Όσον δε αφορά στο όνομα στο οποίο εκδόθηκαν τα διάφορα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια (κατάσταση λογαριασμού, τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμών), ο ΜΕ1, με κάθε πειστικότητα, εξήγησε γιατί τούτο συμβαίνει. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ως προς το τιμολόγια και την κατάσταση λογαριασμού, τούτα εκδόθηκαν στο όνομα SPEAL καθ' υπόδειξη του ιδίου του Εναγόμενου, χωρίς ποτέ ο τελευταίος να συσχετίσει το όνομα αυτό με οποιανδήποτε εταιρεία και χωρίς να αποκαλύψει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να ισχυριστεί προς αυτόν ότι ενεργεί ως αξιωματούχος και/ή αντιπρόσωπος κάποιου νομικού προσώπου.
Όσον δε αφορά στο γεγονός ότι πέντε από τις αποδείξεις πληρωμών εκδόθηκαν στο όνομα νομικού προσώπου (τέσσερις στο όνομα SPEAL Ltd και μια στο όνομα Savvas Pavlou Export Agent Ltd), ο ΜΕ1, πάντα με πλήρη πειστικότητα, εξήγησε ότι ο ίδιος ουδεμία ανάμειξη είχε στην έκδοση των ρηθέντων αποδείξεων, οι οποίες εκδόθηκαν από υπαλλήλους του, στη βάση, προφανώς, της ταυτότητας του προσώπου που κατέβαλε τα χρήματα έναντι της οφειλής του Εναγόμενου.
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι ο ίδιος, προσωπικά, έλαβε γνώση περί της ύπαρξης της εταιρείας του Εναγόμενου μετά τη διακοπή της μεταξύ των μερών συνεργασίας, δεν συγκρούεται ούτε και ελέγχεται από το γεγονός ότι επί πέντε αποδείξεων πληρωμής που εκδόθηκαν από υπαλλήλους της Ενάγουσας σε προγενέστερο χρόνο (κατά τον χρόνο συνεργασίας των μερών) αναφέρεται το όνομα νομικού προσώπου.
Υπενθυμίζεται, στο σημείο αυτό, ότι, η θέση του ΜΕ1 ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος του αποκάλυψε την όποια σχέση του με την εταιρεία Savvas Pavlou Export Agent Ltd ή την όποια άλλη εταιρεία, δεν αμφισβητήθηκε. Ενδεικτική της μη αμφισβήτησης της, είναι και η εξής αναφορά του συνηγόρου του Εναγομένου από τη τελική του αγόρευση. «Ο Εναγόμενος σίγουρα βλέποντας τα τιμολόγια που εκδίδοντο στο όνομα της Εταιρείας, τον αριθμό λογαριασμού αυτής, το τηλέφωνο της εταιρείας σίγουρα δεν του δημιούργησε την ανάγκη να διευκρινισθεί ή να ζητήσει να συμπληρωθεί το όνομα αυτή3».
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, τη σχετική με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα μαρτυρία του ΜΕ1 την αποδέχομαι στο σύνολό της και επ' αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.»
Διαφαίνεται, από την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντα, ότι βασικό παράπονο του εφεσείοντα είναι πώς γίνεται τα 15 τιμολόγια να αναγράφουν την λέξη «SPEAL» και «ο ΜΕ1 να μην διερωτηθεί». Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στην απόφαση του ότι έχει αποδεχτεί τη θέση του ΜΕ1, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για την ύπαρξη κάποιας νομικής οντότητας αφού δεν ετέθηκε καμία μαρτυρία από τον εφεσείοντα ότι του γνωστοποίησε, ότι συναλλάσσεται για λογαριασμό νομικού προσώπου και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Την ίδια στιγμή καταλήγει ότι αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι σε όλα τα τιμολόγια αναγράφετο η λέξη «SPEAL» και όχι οτιδήποτε άλλο το οποίο να προσδιορίζει ξεκάθαρα το ακριβές όνομα της εταιρείας. Με παραπομπή στην υπόθεση NASER EL DIN v. FEREOS LTD (1983) 1 CLR, σελίδα 298. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι οι εφεσίβλητοι ουδέποτε ενημερώθηκαν από τον εφεσείοντα ότι οι συναλλαγές δεν γίνονταν από τον ίδιο αλλά από νομικό πρόσωπο και από την στιγμή που τα τιμολόγια δεν εκδόθηκαν «επί του ακριβούς ονόματος της ρηθείσας εταιρείας, θα ήταν αντίθετη με κάθε έννοια του περί Εταιρειών Νόμου». Διαφωνούμε με αυτή την θέση, καθότι τέτοιο συμπέρασμα δεν δικαιολογείται μέσα από την μαρτυρία του ΜΕ1 και τα τεκμήρια που έχει καταθέσει και εξηγούμε.
Διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 1, που είναι τα τιμολόγια και η κατάσταση του λογαριασμού, να αναγράφεται η λέξη «SPEAL» και όχι οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο να προσδιορίζει τον εφεσείοντα. Ο ΜΕ1 δεν δίδει καμία ουσιαστική εκδοχή για τις αποδείξεις πληρωμών που κατέθεσε ο εφεσείοντας και συγκεκριμένα όπως αναφέρεται και στην πρωτόδικη Απόφαση, τέσσερεις αποδείξεις πληρωμών εκδόθηκαν στο όνομα «SPEAL LTD», μία στο όνομα «Savvas Pavlou Export Agent Ltd» και οι λοιπές οκτώ στο όνομα «SPEAL». Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι από την στιγμή που ο εφεσείοντας δεν πρόσφερε μαρτυρία ότι ενημέρωσε τους εφεσίβλητους ότι δεν συναλλασσόταν προσωπικώς αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, η συγκεκριμένη υποβολή παρέμεινε ατεκμηρίωτη. Ο εφεσείοντας μπορεί να μην έχει προσκομίσει άλλη μαρτυρία, αλλά αποτελεί γεγονός ότι ο εφεσείοντας αρνούμενος οποιεσδήποτε συναλλαγές με την εφεσίβλητη, προχώρησε και καταχώρησε με την ένορκη του δήλωση τις συγκεκριμένες αποδείξεις οι οποίες δεν έτυχαν καμίας απάντησης από τον ΜΕ1. Ο ΜΕ1 σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του και σε ερωτήσεις αν γνώριζε ή όχι η λέξη «SPEAL» τι ήταν, μεταξύ άλλων απάντησε ότι «κύριε γκάφες εφάαμεν πάρα πολλές και τρώμε ακόμα. Είμαστε όμως σοφότεροι.». Σε άλλο σημείο ότι «οι συναλλαγές μας ήταν με τον ίδιο και η παραγγελία του και οι πληρωμές του». Ενώ αναφέρει ότι του εδόθηκαν και επιταγές, δεν δίδει καμία εξήγηση ποιος έκδωσε τις επιταγές για τις οποίες ως αναφέρει κινήθηκε και ποινική διαδικασία και δεν ήταν βέβαιος αν εισπράχθηκαν ή όχι.
Ο εφεσείοντας στην ένορκη του δήλωση αναφέρει «ότι ουδέποτε αγόρασα ή μου παρέδωσαν οιαδήποτε εμπορεύματα ή υπέγραψα οιονδήποτε τιμολόγιο ή εξεδόθη οιαδήποτε απόδειξη πληρωμής επ’ ονόματι μου αλλά εκδίδοντο επ’ ονόματι τρίτου προσώπου» και επισύναψε μέρος των αποδείξεων, οι οποίοι ως ανωτέρω αναφέρονται, φέρουν το όνομα «SPEAL», «SPEAL LTD» και «SAVVAS PAVLOU EXPORT AGENT LTD» καθώς και αριθμό τιμολογίων τα οποία φέρουν το όνομα πελάτη ως «400687-SPEAL». Επίσης ο εφεσείοντας στην ένορκη του δήλωση του ανέφερε ότι η λέξη «SPEAL» που αναγράφεται ως πελάτης, είναι τα αρχικά του νομικού προσώπου «SAVVAS PAVLOU EXPORT AGENT LTD», μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε, αφού οι εφεσίβλητοι δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν τον εφεσείοντα γι’ αυτές τις θέσεις.
Ο ΜΕ1 τόσο με την γραπτή του κατάθεση όσο και προφορική, αυτό που αναφέρει είναι ότι δεν γνώριζε ότι το «SPEAL» ήταν τα αρχικά εταιρείας του εφεσείοντα και ότι τις αποδείξεις πληρωμών τις έκδιδαν οι υπάλληλοι των εφεσίβλητων και όχι ο ίδιος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει ότι ο ΜΕ1 με πειστικότητα εξήγησε γιατί τα τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομα «SPEAL» και με πειστικότητα εξήγησε γιατί οι αποδείξεις πληρωμών εκδίδονταν σε όνομα εταιρείας και ότι ο ίδιος έλαβε γνώση περί της ύπαρξης της εταιρείας μετά την διακοπή της συνεργασίας.
Αυτά τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά που ο ΜΕ1 αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση ότι οι συναλλαγές των εφεσίβλητων εγίνοντο πάντοτε με τον εφεσείοντα καθότι οι οδηγίες των δικηγόρων τους ήταν να συμβάλλονται με φυσικά πρόσωπα και όχι με εταιρείες, όμως πουθενά δεν εξηγεί γιατί στα τιμολόγια που εκδίδει αναφέρετο ένα απροσδιόριστο όνομα και η αιτιολογία που δίδει είναι ότι αυτό έγινε κατόπιν οδηγιών του εφεσείοντα. Για τις αποδείξεις που εκδίδοντο σε όνομα εταιρείας μετέφερε την ευθύνη στους υπαλλήλους των εφεσιβλήτων, αλλά ο ίδιος δεν διερωτήθηκε γιατί οι αποδείξεις εκδίδοντο στο όνομα εταιρείας. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι ο εφεσείοντας «έκδωσε κάποιες επιταγές χωρίς αντίκρισμα» χωρίς να αναφέρει ποιος έκδωσε αυτές τις επιταγές και από ποιο λογαριασμό έχουν εκδοθεί. Γνώριζε ότι ο δικηγόρος των εφεσίβλητων προχώρησε για την είσπραξη αυτών των επιταγών και μπορεί αυτές οι επιταγές να έχουν εισπραχθεί χωρίς αυτός να είναι βέβαιος.
Έχοντας υπόψιν μας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την πειστικότητα των όσων ο ΜΕ1 έχει αναφέρει, αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα καθότι τέτοια γεγονότα δεν μπορούν να αντληθούν από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί και από μόνες τους οι προφορικές αναφορές του ΜΕ1 δεν μπορούν να ανατρέψουν το περιεχόμενο τόσο των τιμολογίων που περιέχονται στο Τεκμήριο 1 όσο και των αποδείξεων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο περιόρισε την αξιολόγηση του ΜΕ1 απομονωμένα στο ότι είναι με τον εφεσείοντα που συναλλάχθηκαν οι εφεσίβλητοι, χωρίς να επεκτείνει τον προβληματισμό του για την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αποδώσει οποιαδήποτε σημασία στο γεγονός που ο ίδιος ΜΕ1 ανέφερε, ότι από τον εφεσείοντα δόθηκαν επιταγές χωρίς να τις προσδιορίσει αλλά και την αναφορά ότι μπορεί αυτές οι επιταγές να έχουν εξοφληθεί. Παρέλειψε να δώσει σημασία στις αναφορές του ΜΕ1 για τις συμβουλές που ο ΜΕ1 έλαβε από δικηγόρο σε σχέση με τις συναλλαγές της εφεσίβλητης με εταιρείες και περιορίστηκε μόνο στην αναφορά του ΜΕ1 ότι η οποιαδήποτε συναλλαγή γινόταν μόνο με τον εφεσείοντα προσωπικά. Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης δύο, τρία, πέντε έξι και επτά, κρίνονται επιτυχείς.
Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση και η διαταγή για έξοδα παραμερίζονται. Η αγωγή απορρίπτεται.
Οι εφεσίβλητοι να καταβάλουν τα έξοδα του εφεσείοντα που αφορούν την παρούσα διαδικασία, €1.900,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, καθώς και τα πρωτόδικα, ως θα υπολογισθούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο