ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 218/22)
31 Μαρτίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ
Εφεσείων
v.
ΙΩΑΝΝΗ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ
Εφεσιβλήτου
(Ποινική Έφεση Αρ.: 219/22)
ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
Εφεσείων
v.
ΙΩΑΝΝΗ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ
Εφεσιβλήτου
‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑
Χ. Χριστοφόρου, για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα στην 218/22 και προσωπικά στην 219/22
Χ. Φιλίππου (κα), για Λ. Λουκαΐδου - Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι Εφεσείοντες, Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 πρωτόδικα (και εφεξής «Εφεσείουσα αρ. 1» και «Εφεσείων αρ. 2»), κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας βρέθηκαν ένοχοι, η μεν Εφεσείουσα αρ. 1 για την πρόκληση μη εξόφλησης 26 επιταγών χωρίς εύλογη αιτία, ο δε Εφεσείων αρ. 2 για το ότι παρείχε συνδρομή στην Εφεσείουσα αρ. 1 στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, κατά παράβαση των Άρθρων 305Α(2) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (εφεξής «Π.Κ.»). Επιβλήθηκε πρόστιμο €1.000 σε κάθε Κατηγορία, ήτοι συνολική ποινή €26.000 για έκαστο Κατηγορούμενο. Με τις Εφέσεις προσβάλλεται τόσο η καταδίκη όσο και το ύψος της ποινής ως υπερβολικό.
Σημειώνουμε, εν πρώτοις, ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση της πλευράς του Εφεσίβλητου, η οποία προβάλλεται ως «προδικαστική ένσταση» στο διάγραμμα τους, ότι τα όσα δηλώθηκαν ως Κανόνας Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 2943/15 του Ε.Δ. Λεμεσού και ειδικότερα δεν συμφωνούμε ότι, επειδή οι Εφεσείοντες, μετά την ποινική καταδίκη τους (στις 9.7.21), κατέβαλαν το ποσό των €260.000 και αργότερα (στις 23.1.23) παραιτήθηκαν του δικαιώματος να διεκδικήσουν την επιστροφή του εν λόγω ποσού σε περίπτωση ακύρωσης της ποινικής καταδίκης τους, κωλύονται στην προώθηση των κρινόμενων εδώ ποινικών Εφέσεων ή ότι αυτές καθίστανται άνευ αντικειμένου. Πρόκειται για ποινική καταδίκη και επιβολή ποινής συνεπεία αυτής, η οποία ουδόλως καθίσταται άνευ αντικειμένου ένεκα καταβολής του ποσού των επιταγών. Αρκεί να υπενθυμίσουμε μόνο, αφενός ότι η ποινική καταδίκη αμαυρώνει το ποινικό μητρώο κάποιου πολίτη και αφετέρου ότι η εξόφληση των επιταγών συνιστά την αστική πτυχή του θέματος.
Έφεση κατά της καταδίκης
Όπως προκύπτει από την πρωτόδικη Απόφαση και δεν αμφισβητείται, ο λογαριασμός με αρ. …951 στην Τράπεζα Κύπρου ανήκε και ανήκει στην Εφεσείουσα αρ. 1 εταιρεία και ο Εφεσείων αρ. 2 ήταν το μοναδικό άτομο εξουσιοδοτημένο να υπογράφει τις επιταγές αυτής. Όλες οι επίδικες επιταγές αφορούσαν στον προαναφερόμενο λογαριασμό και είχαν υπογραφεί από τον Εφεσείοντα αρ. 2. Ο Εφεσείων αρ. 2 στις 9.3.2015 έδωσε εντολή στην Τράπεζα για ανάκληση της πληρωμής των επιταγών, δηλώνοντας ως αιτία «Lost Cheque».
Εκεί που εδράζετο η βασική διαφορά των διαδίκων ήταν ως προς τις συνθήκες έκδοσης των επιταγών. Θέση του Εφεσίβλητου ήταν ότι είχε δανείσει στον Εφεσείοντα αρ. 2 το ποσό των €260.000, ο δε Εφεσείων αρ. 2 είχε υπογράψει γραμμάτιο προς όφελος του Εφεσίβλητου για το ποσό αυτό πληρωτέο στις 10.10.2014 (Τεκμήριο 3). Στις 17.10.2014 ο Εφεσείων αρ. 2 εξέδωσε στο όνομα του Εφεσίβλητου την επιταγή Τεκμήριο 4 για το ίδιο ποσό, την οποία όμως μετέπειτα του ζήτησε να μην καταθέσει λόγω του ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο το ποσό στο λογαριασμό του. Παρά τις υποσχέσεις του Εφεσείοντος αρ. 2, το χρέος δεν αποπληρώθηκε και στις 5.3.2015, μετά από λογομαχία μεταξύ των δύο, ο Εφεσείων αρ. 2 εξέδωσε 30 επιταγές της Εφεσείουσας αρ. 1 προς €10.000 έκαστη, τις οποίες παρέδωσε στον Εφεσίβλητο. Ο Εφεσίβλητος προχώρησε στην κατάθεση τους στις 4.6.2015 και στις 11.6.2015, αλλά αυτές επεστράφησαν με την ένδειξη ότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη. Στις 19.7.2016 ο Εφεσείων αρ. 2 υπέγραψε και την Υπεύθυνη Δήλωση Τεκμήριο 6.
Η εκδοχή του Εφεσείοντος αρ. 2 ήταν ότι η σύζυγος του Εφεσίβλητου, η Μ.Κ.2, επιθυμούσε να επενδύσει χρήματα στην εταιρεία ιδιοκτησίας του Εφεσείοντος αρ. 2, την CYAKAM Ltd, η οποία ασχολείτο με την επεξεργασία διαμαντιών. Πέραν τούτου, τον Αύγουστο του 2014 άλλη εταιρεία πελάτης των Εφεσειόντων είχε συνάψει συμφωνία για δανεισμό $6.600.000 στο Χονγκ Κονγκ και χρειάζετο να εμβάσει ποσό €160.000 στην προαναφερόμενη χώρα. Το ποσό έδωσε η Μ.Κ.2 και ο Εφεσείων αρ. 2 υπέγραψε προσωπικό γραμμάτιο προς όφελος του Εφεσίβλητου για ποσό €210.000 (Τεκμήριο 20) και επιταγή για το ισόποσο (Τεκμήριο 21). Ακολούθως η Μ.Κ.2 έδωσε στην ίδια εταιρεία μέσω του Εφεσείοντος αρ. 2 επιπλέον ποσό €40.000. Στις 3.10.2014 τα χρήματα δεν είχαν επιστραφεί από την εν λόγω εταιρεία και ο Εφεσείων αρ. 2 έδωσε στον Εφεσίβλητο προσωπικό γραμμάτιο για ποσό €260.000. Στις 25.1.2015 ο Εφεσίβλητος πήγε στο γραφείο των Εφεσειόντων και έσπασε γυαλιά, ενώ πήγε και στην οικία του Εφεσείοντος αρ. 1 και απείλησε τη σύζυγο του ότι θα κάψει το σπίτι τους. Στις 10.2.2015 ο Εφεσίβλητος προκάλεσε και πάλι ζημιές στο γραφείο των Εφεσειόντων. Στις 5.3.2015 ο Εφεσίβλητος μπήκε ξανά στο γραφείο των Εφεσειόντων, απείλησε τον Εφεσείοντα αρ. 2, ο οποίος λόγω φόβου εξέδωσε τις επιταγές καθώς και πληρεξούσιο για μεταβίβαση περιουσίας του. Κατόπιν παράκλησης της Μ.Κ.2 δεν προέβη σε επίσημη καταγγελία στην Αστυνομία για οποιοδήποτε από τα πιο πάνω επεισόδια και έδωσε οδηγίες στη σύζυγο του να προβεί σε ανάκληση πληρωμής των επιταγών.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέκτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου και των μαρτύρων κατηγορίας, και απέρριψε ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Εφεσείοντος αρ. 2 και των Μ.Υ.1 και 2. Αυτή η αξιολόγηση είναι που προσβάλλεται με τους Λόγους Έφεσης 1 και 2, σε συνάρτηση με το κατά πόσο αποδείχτηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.
Επαναλαμβάνουμε την καλά εδραιωμένη στη νομολογία αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 705:
«Είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι κατ' εξοχήν έργο του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο στη ζωντανή ατμόσφαιρα του Δικαστηρίου παρακολούθησε τους μάρτυρες και συνεπώς είναι σε καλύτερη θέση να σταθμίσει και να κρίνει την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει και πράττει αυτό μόνο στις περιπτώσεις όπου τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή όταν αυτά αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή όταν τα συμπεράσματα του είναι εξ αντικειμένου παράλογα ή αυθαίρετα (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, Πισιάρας κ.ά. ν. Μιχαηλίδη κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 817, R.K.B. Leathergoods Ltd v. Αγγελίδη (2004) 1 Α.Α.Δ. 1071, Zevkas Bros (Fig Tree Bay) Restaurant Ltd v. Αναστασίου κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 822).
Το Εφετείο δύναται βέβαια πάντοτε να επέμβει όπου η αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή συγκρούονται με την αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία ή ακόμη και όπου τα ευρήματα παρουσιάζονται προβληματικά υπό το φως λογικής ανακολουθίας ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων, (Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41, Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου (2006) 1 Α.Α.Δ., 236 και Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρία Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ. 705). Χρειάζονται πάντως ιδιαίτερα πειστικοί λόγοι προς αναίρεση των ευρημάτων αξιοπιστίας, (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, 822 και Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 409), με το Εφετείο να επεμβαίνει όταν οι αντιφάσεις ή οι αδυναμίες στη μαρτυρία είναι τόσο σημαντικές ώστε να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή της μαρτυρίας ως αξιόπιστης ήταν λανθασμένη, (Γεωργίου Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41, Constantinides v. Republic (1978) 2 C.L.R. 337 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 220) (βλ. Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 161)».
Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι στο ζήτημα των συνθηκών έκδοσης των επιταγών το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε πρώτα τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Εφεσείοντος αρ. 2 και ακολούθως τους λόγους για τους οποίους αποδέκτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2. Υπενθυμίζεται πως η ορθή πρακτική βάσει των νομολογιακών αρχών είναι να αντιπαραβάλλεται η μια μαρτυρία προς την άλλη και να κρίνονται με το ίδιο μέτρο (Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 171, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506).
Εντούτοις, παρά το εσφαλμένο της μεθόδου και της σειράς με την οποία πραγματεύεται την αξιολόγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο, διαφαίνεται ότι η αποδοχή ως αξιόπιστης της μαρτυρίας της πλευράς του Εφεσίβλητου δεν εξαρτήθηκε ή συναρτήθηκε με την απόρριψη της αξιοπιστίας της εκδοχής του Εφεσείοντος αρ. 2. Ούτε και προσβάλλεται αυτή η πτυχή της Απόφασης με τις Εφέσεις. Ως εκ τούτου, εφόσον το σφάλμα εν προκειμένω δεν είχε καθοριστικές συνέπειες επί της ορθότητας της Απόφασης, θα προχωρήσουμε στην εξέταση των Λόγων Έφεσης.
Με τους Λόγους Έφεσης 1 και 2 οι Εφεσείοντες παραθέτουν αριθμό ζητημάτων τα οποία κατά την εισήγηση τους θα έπρεπε να οδηγήσουν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην κατάληξη ότι η έκδοση των επιταγών ήταν αποτέλεσμα απόσπασης και εκβιασμού.
Μελέτη της πρωτόδικης Απόφασης καταδεικνύει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι οι ισχυρισμοί των Μ.Κ.1 και 2 επιβεβαιώνονταν και από τεκμήρια τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον του. Όσον αφορά στη θέση των Μ.Κ.1 και 2 περί δανεισμού του Εφεσείοντος αρ. 2, το Δικαστήριο παρέπεμψε στην επιταγή ημερ. 17.10.2014, που ο Εφεσείων αρ. 2 εξέδωσε προς όφελος του Εφεσίβλητου για ποσό €260.000 (Τεκμήριο 4), καθώς και στο γραμμάτιο Τεκμήριο 3 όπου ο ίδιος ο Εφεσείων αρ. 2 δηλώνει ενυπόγραφα ότι έλαβε από τον Εφεσίβλητο το ποσό των €260.000 σε μετρητά. Επιπλέον, στην υπεύθυνη δήλωση που ο Εφεσείων αρ. 2 υπέγραψε μετά που η ποινική υπόθεση είχε ήδη καταχωριστεί, γίνεται επίσης αναφορά σε υποχρέωση του Εφεσείοντος αρ. 2 να καταβάλει το ποσό των €260.000 στον Εφεσίβλητο μέχρι τις 15.9.2016. Δεδομένης αυτής της μαρτυρίας, θεωρούμε ότι η αποδοχή της εκδοχής των Μ.Κ.1 και 2, περί δανεισμού του Εφεσείοντα αρ. 2, ως αξιόπιστης, ήταν καθόλα εύλογη.
Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέκτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Υ.8 ότι κατά την παρέλαση στις 25.3.2015 ο Εφεσίβλητος αφαίρεσε το μπερέ από τον Εφεσείοντα αρ. 2 ο οποίος παρήλαυνε ως εθνοφρουρός και τον εξύβρισε. Ο Εφεσίβλητος αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι κάτι τέτοιο είχε λάβει χώρα. Παρά ταύτα, δεν θεωρούμε ότι η άρνηση του αυτή επί ζητήματος άσχετου ήταν τέτοιας σοβαρότητας που να επηρεάζει τη γενική εικόνα αξιοπιστίας που έκρινε το Δικαστήριο ότι ο Εφεσίβλητος είχε σε σχέση με τα ουσιώδη επίδικα για την υπόθεση γεγονότα.
Ταυτόχρονα, με περισσή λεπτομέρεια το πρωτόδικο Δικαστήριο επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να γίνει δεκτή η εκδοχή του Εφεσείοντος αρ. 2 περί έκδοσης των επιταγών κάτω από εκφοβισμό και απειλές από μέρους του Εφεσίβλητου. Ουσιαστικό παράγοντα αποτέλεσε το ότι ο λόγος που οι Εφεσείοντες δήλωσαν στην τράπεζα για την ανάκληση της πληρωμής των επιταγών ήταν «Lost Cheque».
Το Άρθρο 305Α (2) του Π.Κ. αναφέρει τα εξής:
«Έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα
305Α.-(1) ………………
(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
…………………………».
Η δήλωση από μέρους των Εφεσειόντων στην τράπεζα τους ότι η αιτία για ανάκληση ήταν η απώλεια των επιταγών, εμπόδιζε αυτούς από την προβολή διαφορετικής αιτίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην Ttozios Management Ltd κ.ά. v. Κυριάκου (2016) 2 Α.Α.Δ. 277:
«…Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (2) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Γεωργίου (2011) 2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής».
Τολμούμε δε, να πούμε ότι η εκδίκαση της υπόθεσης εκτροχιάστηκε με την μακρά αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και τη συνακόλουθη παρουσίαση μαρτυρίας από τους κατηγορούμενους επί ζητημάτων τα οποία δεν θα μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης. Όπως αναφέρεται και στην Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, Ποιν. Έφ. 300/18, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B147:
«…η επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας από πλευράς κατηγορούμενου ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος, ως εκδότης, γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ούτε οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων περί των ημερομηνιών που αναγράφονταν επί των επιταγών, περί παρέλευσης μεγάλου χρόνου μέχρι την ημερομηνία καταθέσεως τους στην τράπεζα ή περί της συμπλήρωσης των επιταγών με το όνομα του δικαιούχου με σφραγίδα χωρίς την εξουσιοδότηση των Εφεσειόντων, μπορούσαν να εξεταστούν. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, επισημαίνουμε ότι το Άρθρο 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 προβλέπει τα εξής:
«Ημιτελή έγγραφα
20.-(1) Όταν απλή υπογραφή σε λευκό χαρτοσημασμένο χαρτί παραδίδεται από αυτόν που υπέγραψε ούτως ώστε να δύναται να μετατραπεί σε συναλλαγματική, ισχύει ως εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση αυτής ως πλήρης συναλλαγματικής για οποιοδήποτε ποσό που καλύπτεται από το χαρτόσημο, αφού χρησιμοποιηθεί γι’ αυτό η υπογραφή του εκδότη, ή του αποδέκτη ή οπισθογράφου~ και κατά τον ίδιο τρόπο, όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο.
(2) Για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πρίν από τη συμπλήρωση του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εύλογος χρόνος για το σκοπό αυτό είναι θέμα πραγματικό:
………………..».
(έμφαση δοθείσα)
Ούτως ή άλλως ο ίδιος ο Εφεσείων αρ. 2 δέκτηκε ότι ήταν ο ίδιος που εξέδωσε τις επιταγές. Εκείνο που αμφισβητούσε ήταν τον προβαλλόμενο λόγο για τον οποίο το έπραξε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε επιπλέον ότι ο Εφεσείων αρ. 2 δεν έπεισε ότι οι 30 επιταγές ήταν ήδη υπογραμμένες προτού λάβει χώρα η συνάντηση του με τον Εφεσίβλητο, με σκοπό να διευθετηθούν την επόμενη μέρα λειτουργικά έξοδα της Εφεσείουσας αρ. 1, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του τραπεζικού υπαλλήλου Μ.Κ.3 δεν υπήρχε στις 5.3.2015 στον λογαριασμό της Εφεσείουσας αρ. 1 οποιοδήποτε διαθέσιμο ποσό. Ούτε και δέκτηκε ως αληθή τον ισχυρισμό του Εφεσείοντος αρ. 2 ότι αποφάσισε να μην προχωρήσει σε καταγγελία στην Αστυνομία μετά από διαβεβαίωση της Μ.Κ.2 ότι τα έγγραφα και οι επιταγές θα του επιστρέφονταν. Αυτό επειδή θέση του επίσης αποτέλεσε ότι είχε πει στην Μ.Κ.2 ότι, εάν οι επιταγές παρουσιάζονταν προς εξαργύρωση, θα προχωρούσε στην καταγγελία. Ούτε όμως όταν έλαβε γνώση για την παρουσίαση των επιταγών το έπραξε, παρά το ότι ισχυρίζετο ότι η επιθετική και απειλητική συμπεριφορά του Εφεσίβλητου συνεχίστηκε. Επεσήμανε περαιτέρω την αντιφατική μαρτυρία ως προς αφενός το τι έγγραφα είχε ισχυριστεί στην Αστυνομία ο Εφεσείων αρ. 2 ότι ο Εφεσίβλητος πήρε από το γραφείο του και αφετέρου το τι είχε πει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι πήρε.
Δεν διαπιστώνουμε, συναφώς, οτιδήποτε στην αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο να παρέχει πεδίο για επέμβαση μας. Οι Λόγοι Έφεσης 1 και 2 δεν μπορούν να πετύχουν.
Έφεση κατά της Ποινής
Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ποινή είναι υπερβολική ένεκα του ότι δεν επρόκειτο για 26 διαφορετικές πράξεις αλλά για μία ουσιαστικά πράξη που έλαβε χώρα στις 5.3.2015.
Τονίζουμε την πάγια αρχή ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά απλώς εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη Νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 145/22, ημερ. 31.7.2025).
Στην υπόθεση Ttozios (πιο πάνω) η εκεί εφεσείουσα είχε καταδικαστεί για την ανάκληση πληρωμής χωρίς εύλογη αιτία μίας επιταγής ύψους €3.000 και της επιβλήθηκε πρωτοδίκως ποινή φυλακίσεως ενός μηνός με αναστολή. Αφού τονίστηκε η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων ένεκα του ότι πλήττουν καίρια την ασφάλεια και εμπιστοσύνη των συναλλαγών, και επισημάνθηκε ότι το σύνηθες μέτρο ποινικής μεταχείρισης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αυτό της άμεσης φυλάκισης, λέχθηκαν τα εξής:
«Εξετάσαμε με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση και διαπιστώνουμε μια δίκαιη και καθόλα ορθή αντιμετώπιση του Εφεσείοντα 2 με αναφορά σε νομολογία που οριοθετεί ορθά το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε αυτό. Η ποινή δε που έχει επιβληθεί κρίνεται ως ορθή λαμβάνοντας υπόψιν το ανώτατο όριο που προνοείται για το αδίκημα που κρίθηκε ένοχος, αλλά και τις περιβάλλουσες των αδικημάτων συνθήκες, όπως και τις προσωπικές συνθήκες και εξασφάλιση του Εφεσίβλητου αναφορικά με οιανδήποτε οικονομική απαίτηση του που πηγάζει από την επίδικη επιταγή. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που υπήρχαν στην υπόθεση και ορθά κατέληξε τόσο στη φύση, αλλά και στο ύψος της ποινής με αναφορά στις ορθές νομικές αρχές. Δεν εντοπίσαμε λάθος στην επιβληθείσα ποινή. Όλοι οι σχετικοί παράγοντες συνεκτιμήθηκαν ορθά από το πρωτόδικο Δικαστήριο και ορθή κρίνεται και η κατάληξη του. Θα προσθέταμε στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο τον έκρινε με περισσή επιείκεια».
Στην υπό κρίση περίπτωση οι Εφεσείοντες εξέδωσαν επιταγές για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €260.000, το οποίο και κρίθηκε πρωτοδίκως πως είχαν λάβει από τον Εφεσίβλητο ως δάνειο. Παρά τις υποσχέσεις του Εφεσείοντος αρ. 2 ότι θα το επέστρεφε, αυτός προχώρησε σε ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. Προχώρησαν δε σε εκτενή και έντονη αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και αμφισβήτηση της υπόθεσης κατά την ακροαματική διαδικασία.
Θα λέγαμε ότι, παρά την καταβολή στον Εφεσίβλητο τελικώς μετά την καταδίκη του ποσού των επιταγών, θα δικαιολογείτο μέχρι και η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Υπό τις περιστάσεις δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι η ποινή που επιβλήθηκε ήταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο υπερβολική.
Οι Εφέσεις κρίνονται ανεδαφικές και απορρίπτονται. Επιδικάζονται υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον των Εφεσειόντων αρ. 1 και 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, έξοδα €4.000 πλέον Φ.Π.Α.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο