ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 226/2022)
31 Μαρτίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΛΑΣ
Εφεσείων
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Εφεσίβλητης
‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑
Π. Πιερίδης, για τον Εφεσείοντα
Α. Μιχαήλ (κα), για Γενικόν Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Διαφορές μεταξύ γειτόνων στο χωριό Λινού οδήγησαν στην καταχώριση αριθμού υποθέσεων ενώπιον των πρωτόδικων Δικαστηρίων. Στην υπό εξέταση ο Εφεσείων (Κατηγορούμενος 2 πρωτοδίκως) κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε μία κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του Άρθρου 324(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (εφεξής «Π.Κ.») και σε δύο κατηγορίες επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του Άρθρου 243 του Π.Κ.. Την καταδίκη αυτή προσβάλλει με τρεις λόγους έφεσης, ήτοι ότι: (α) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τον Εφεσείοντα για κακόβουλη ζημιά λόγω απουσίας των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και λόγω μη εφαρμογής του Άρθρου 8 του Π.Κ. (Λόγος Έφεσης 1), (β) Τα συμπεράσματα που εξήγαγε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνάδουν με τη μαρτυρία, καθώς και ότι δεν εφάρμοσε το Άρθρο 17 του Π.Κ. (Λόγος Έφεσης 2), και (γ) η απόφαση είναι αναιτιολόγητη (Λόγος Έφεσης 3).
Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ο προβληματισμός μας ως προς τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκε πρωτοδίκως η μαρτυρία. Αναφερόμενο στη Μ.Κ.4 το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε ότι την κρίνει «ως την πιο αναξιόπιστη εξ’ όλων των μαρτύρων». Για τους Μ.Κ.3 και 5 κατέγραψε ότι δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί, ενώ για τον Μ.Κ.6 έκρινε ότι δεν είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια για το περιστατικό. Αξιολογώντας τον Εφεσείοντα ανέφερε ότι «θεωρώ ότι υπήρξε κάπως πιο ειλικρινής από τους παραπονούμενους και την Κατηγορούμενη 1», ενώ για την τελευταία ανέφερε ότι δεν του έκανε καθόλου καλή εντύπωση.
Παρά τα πιο πάνω, όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και έκανε δεκτή μέρος της μαρτυρίας καθενός εκ των προαναφερόμενων μαρτύρων για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.
Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης των Ηλιάδη και Σάντη, Α’ Έκδοση, σελ. 141, τα πρωτόδικα Δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια να αποδέχονται μέρος της μαρτυρίας μάρτυρα, ο οποίος μάρτυρας όμως συγκεντρώνει «τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας». Όπως αναφέρεται και στην Ιωάννου κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 296:
«Έχουμε εκθέσει σε έκταση την προσέγγιση του Δικαστηρίου και τις παρατηρήσεις του, για να πούμε ότι με κανένα κανόνα που επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη δεν θα ήταν δυνατό για το Δικαστήριο, εφ' όσον σχημάτισε τέτοια αρνητική εντύπωση για ένα μάρτυρα, να μπορέσει με ασφάλεια πλέον να βασισθεί στην όλη μαρτυρία η οποία είχε δοθεί για σκοπούς καταδίκης. Η μαρτυρία, με τις ίδιες τις δηλώσεις του Δικαστηρίου, κατέστη ανασφαλής για να μπορεί το Δικαστήριο να βασισθεί πάνω σε αυτή και δεν ήταν δυνατό να επιλεγούν μεμονωμένα στοιχεία της μαρτυρίας, όπως έκαμε το Δικαστήριο ουσιαστικά, με την επιδίωξη να διακριβωθεί αξιοπιστία όσον αφορά το ένα στάδιο αλλά αναξιοπιστία όσον αφορά το άλλο στάδιο, είτε προηγούμενα είτε επόμενα».
Όπως αναφέρεται και στην Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 499 το Δικαστήριο δύναται να δεκτεί ως ορθή τη μαρτυρία ατόμου ως προς ένα σημείο ή πτυχή της υπόθεσης, αλλά αυτό είναι επιτρεπτό μόνον εφόσον ο μάρτυρας κριθεί γενικά αξιόπιστος. Ένας τέτοιος χειρισμός πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς και ικανοποιητικά (Αριστείδου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 32). Όπως λέχθηκε στην Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα (2011) 1 Α.Α.Δ. 1422:
«…Μόνο αφού διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στα επόμενα στάδια που αφορούν στο βάρος και στο επίπεδο απόδειξης. Στην υπόθεση Kades v. Nicolaou a.o. (1986) 1 C.L.R. 212 στη σελ. 216, το δικαστήριο διακρίνοντας τα διάφορα στάδια, ανέφερε τα εξής:
“Adjudication on the credibility of witnesses is a matter wholly separate and distinct from the balancing of the evidence in order to ascertain on which side it preponderates. If the evidence of a witness is rejected as unworthy of credit, there is nothing to weigh thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses…”».
(βλ. και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 266, Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 307, Χαράλαμπος Τσιντίδης Λτδ (Charalampos Tsintidis Ltd ) ν. Χαριδήμου (2012) 1 Α.Α.Δ. 2290).
Σημειώνουμε ότι ακόμα και ο Μ.Υ.2 (που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας τον οποίον το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστο) ανέφερε ότι άκουσε να βρίζονται όλοι μεταξύ τους. Ο ίδιος μάρτυρας, για τον Εφεσείοντα και τον Μ.Κ.5, ανέφερε ότι «πιάστηκαν και οι δύο από τον λαιμό ταυτόχρονα» ενώ καμία αναφορά δεν έκανε για κτύπημα από τον Εφεσείοντα στη Μ.Κ.3.
Κατ’ επέκταση, στη βάση της διενεργηθείσας αξιολόγησης, δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας να μπορούσαν να είχαν εξαχθεί τα ευρήματα στα οποία προέβη. Αυτό οδηγεί στο ότι ούτε και υπήρχε ενώπιον του μαρτυρία ικανή να αποδείξει τα αδικήματα που αντιμετώπιζε ο Εφεσείων.
Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μας, η εξέταση των λοιπών ζητημάτων που εγείρονται με την Έφεση παρέλκει.
Η Έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Ο Εφεσείων αθωώνεται και στις Κατηγορίες 6, 9 και 10.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο