ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
26 Μαρτίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ.: 24/2023)
ΦΛΩΡΗΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 25/2023)
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 26/2023)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΗΛΙΑ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Δ. Τσολακίδης για Δ. Τσολακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα στην 24/2023.
Γ. Πολυχρόνης με Γ. Εφφέ για Γ. Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε. και Λ. Μάρκου για Αιμιλιανίδης & Κατσαρός Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα στην 25/2023.
Σ. Χριστοδούλου για Χρίστος Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα στην 26/2023.
Χ. Κυθραιώτου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη στις 24/2023, 25/2023 και 26/2023.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η πρωτόδικη διαδικασία αφορούσε ποινική υπόθεση, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, εναντίον τεσσάρων προσώπων. Αντιμετώπιζαν από κοινού κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1) και κατηγορίες κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (κατηγορίες 2 και 3). Με εξαίρεση τον κατηγορούμενο 2, οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν επιπρόσθετες κατηγορίες, τις οποίες δεν αφορά η παρούσα έφεση.
Ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση 25/2023 είναι ο κατηγορούμενος 1 πρωτοδίκως, ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση 26/2023 είναι ο κατηγορούμενος 2 πρωτοδίκως και ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση 24/2023 είναι ο κατηγορούμενος 3 πρωτοδίκως. Οι κατηγορούμενοι αυτοί αρνήθηκαν τις κατηγορίες 1, 2 και 3, ενώ ο κατηγορούμενος 4 πρωτοδίκως παραδέχτηκε ενοχή σε αυτές καθώς και στην κατηγορία 9 που αντιμετώπιζε ξεχωριστά. Ο κατηγορούμενος 3 παραδέχτηκε τις κατηγορίες 4 και 8 που αντιμετώπιζε ξεχωριστά ενώ ο κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε την κατηγορία 7 που, επίσης, αντιμετώπιζε ξεχωριστά.
Το τι αποδίδετο στους κατηγορουμένους όλους πρωτοδίκως ήταν ότι, μεταξύ 1.3.2020 και 9.4.2020, συνωμότησαν μεταξύ τους όπως διαπράξουν τα κακουργήματα της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α (κατηγορία 1) και, στις 9.4.2020, είχαν στην κατοχή τους και κατείχαν με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα κοκαΐνη συνολικού βάρους 510,56 γραμμαρίων (κατηγορίες 2 και 3).
Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν συνολικά εννέα μάρτυρες εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Οι εφεσείοντες στις παρούσες εφέσεις επέλεξαν, ο καθένας, να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, με τον κατηγορούμενο 2 να παρουσιάζει τη μαρτυρία ενός μάρτυρα προς υπεράσπισή του.
Το Κακουργιοδικείο, έχοντας συνοψίσει την ενώπιόν του μαρτυρία, προχώρησε με την αξιολόγηση αυτής και κατέληξε, εφαρμόζοντας και τη νομική πτυχή της υπόθεσης, στην ενοχή των εφεσειόντων στις κατηγορίες 1, 2 και 3. Μετά δε από ανάλυση της σχετικής με την επιβολή ποινής νομολογίας, συνεκτίμησε τα επιβαρυντικά αλλά και ελαφρυντικά στοιχεία στην υπόθεση, τα οποία αφορούσαν τους εφεσείοντες, και κατέληξε στην κατ’ αυτό κρινόμενη ως ορθή για τον κάθε κατηγορούμενο ποινή. Στον κατηγορούμενο 1, επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών στην κατηγορία 1, 5 ετών στην κατηγορία 2 και 8 ετών στην κατηγορία 3 και διέταξε όπως οι ποινές μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος 1 τέλεσε σε προφυλάκιση για την υπόθεση, από τις 27.4.2020 μέχρι 2.6.2020 και από 5.10.2022 μέχρι την ημερομηνία επιβολής της ποινής. Στους κατηγορούμενους 2 και 3, το Κακουργιοδικείο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στην κατηγορία 1, 6 ετών στην κατηγορία 2 και 10 ετών στην κατηγορία 3 και διέταξε μείωση της ποινής κατά το χρονικό διάστημα προφυλάκισης των κατηγορουμένων 2 και 3, ήτοι από 5.10.2022 μέχρι την ημερομηνία επιβολής της ποινής.
Ο κατηγορούμενος 1, με την έφεση 25/2023, προσβάλλει τόσο την καταδίκη, όσο και την ποινή που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο. Εννέα λόγοι έφεσης αφορούν την καταδίκη και τρεις λόγοι έφεσης την ποινή.
Ο κατηγορούμενος 2, με την έφεση 26/2023, αρχικά προέβαλε τέσσερεις λόγους έφεσης αναφορικά με την καταδίκη και δύο λόγους έφεσης αναφορικά με την ποινή. Σε μεταγενέστερο στάδιο, εγκατέλειψε τον δεύτερο λόγο έφεσης, επομένως, όσον αφορά την καταδίκη, παραμένουν προς εξέταση οι λόγοι έφεσης 1, 3 και 4, ενώ, αναφορικά με την ποινή, παραμένουν οι λόγοι έφεσης 5 και 6.
Ο κατηγορούμενος 3, με την έφεση 24/2023, αρχικά προέβαλε τέσσερεις λόγους έφεσης αναφορικά με την καταδίκη και δύο λόγους έφεσης αναφορικά με την ποινή. Σε μεταγενέστερο στάδιο, εγκατέλειψε τους λόγους έφεσης που αφορούν την καταδίκη και, κατά συνέπεια, παραμένουν προς εξέταση οι λόγοι έφεσης 5 και 6 οι οποίοι αφορούν την επιβληθείσα ποινή.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.
Κρίνουμε λογικό να εξετάσουμε πρώτα τους λόγους έφεσης που αφορούν καταδίκη και ακολούθως αυτούς που αφορούν την ποινή. Ως αποτέλεσμα, ορθό είναι να ξεκινήσουμε με την εξέταση των σχετικών λόγων έφεσης της 25/2023 του κατηγορουμένου 1 και αυτών της 26/2023 του κατηγορουμένου 2. Ακολούθως, θα εξεταστούν οι λόγοι έφεσης που αφορούν την ποινή.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι το Κακουργιοδικείο, στο πλαίσιο της απόφασής του, κατέγραψε τα συμπεράσματά του επί των γεγονότων, ως προέκυπταν από τα όσα είχαν τεθεί ενώπιόν του και ως αποτέλεσμα της από μέρους του αξιολόγησης της μαρτυρίας. Κατέγραψε, συναφώς, τη λήψη πληροφορίας ότι ο κατηγορούμενος 1 θα παραλάμβανε ποσότητα κοκαΐνης και αφού θα συναντιόταν με στενούς του συνεργάτες, τους κατηγορουμένους 2‑4, σε συγκεκριμένο χώρο θα τους διαμοίραζε την εν λόγω ποσότητα με σκοπό να την αποθηκεύσουν και να την διακινήσουν σύμφωνα με τις οδηγίες του.
Κατέγραψε, επίσης, μεταξύ άλλων, ότι:
«Οι κατηγορούμενοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Κατά την πιο πάνω ημέρα κατευθύνθηκαν όλοι τους με την σειρά στην επίδικη σκηνή δηλαδή στο τέλος του αδιεξόδου της οδού Ιάκωβου Καμπανέλλη, η οποία βρίσκεται σε λόφο βορειοδυτικά του γηπέδου του Αγίου Αθανασίου. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (τεκμήριο 53) χρονικά πρώτος (με βάση την ώρα καταγραφής του κυκλώματος η οποία είναι 7 λεπτά μπροστά από την πραγματική) προσέγγισε την σκηνή ο κατηγορούμενος 1 στις 12:17:17, ακολούθως ο κατηγορούμενος 4 στις 12:17:32, στις 12:21:25 ο κατηγορούμενος 3 και τέλος στις 12:23:31 ο κατηγορούμενος 2. Όλοι τους κατέληξαν και στάθμευσαν τα οχήματα τους (οι κατηγορούμενοι 1, 3 και 4 οδηγούσαν αυτοκίνητα ενώ ο κατηγορούμενος 2 μοτοσικλέτα) στο τέλος του προαναφερόμενου αδιεξόδου, όπου τελειώνει η άσφαλτος και πριν αρχίσει χωμάτινος δρόμος, ο οποίος από ένα σημείο και μετά καταλαμβανόταν από θαμνώδη άγρια βλάστηση. Η εν λόγω οδός είναι ανηφορική με την κλίση του δρόμου να είναι 12% και τότε δεν υπήρχαν εκεί οποιεσδήποτε κατοικίες ούτε και τροχαία κίνηση. Ο Μ.Κ.6, ο οποίος παρακολουθούσε την σκηνή από απόσταση (περίπου 345 μέτρων), με την χρήση διόπτρας υψηλής ευκρίνειας, είδε μετά την άφιξη των κατηγορουμένων στην σκηνή, αυτούς να συνομιλούν μεταξύ τους και να κινούνται μεταξύ των οχημάτων τους και έναν εξ αυτών, που δεν ήταν ο κατηγορούμενος 1, να κατευθύνεται στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 4, να ανοίγει την πίσω πόρτα (χώρο αποσκευών) και να παίρνει μια νάιλον τσάντα. Ακολούθως ο Μ.Κ.6 είδε αυτό το πρόσωπο να περνά, μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, μπροστά από τα σταθμευμένα οχήματα και αφού προχώρησαν λίγο, περίπου 17 μέτρα από το τέλος της ασφάλτου, να σκύβουν όλοι στο έδαφος, σε σημείο όπου υπήρχε θαμνώδης άγρια βλάστηση και να επεξεργάζονται κάτι, χωρίς να μπορεί να δει τι ακριβώς έκαναν.
Εν τω μεταξύ οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.3 και Μ.Κ. 4, αφού έλαβαν οδηγίες από τον Μ.Κ.6, προσέγγισαν τον χώρο και αφού στάθμευσαν τα οχήματα στα οποία επέβαιναν, κατέβηκαν και διέκριναν τους κατηγορούμενους να είναι γονατιστοί στο ως άνω σημείο. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1 ‑ 4 ήταν γονατιστοί και είχαν μπροστά τους στο έδαφος, πάνω σε ένα λαστιχένιο τεμάχιο δαπέδου χρώματος βυσσινί (τεκμήριο 18 ‑ στο οποίο εντοπίστηκαν ίχνη κοκαΐνης), ένα καφέ σακούλι σκουπιδιών (τεκμήριο 17 στο οποίο εντοπίστηκαν διασκορπισμένα ίχνη κοκαΐνης), πάνω στο οποίο υπήρχε άσπρη συμπαγής ουσία - κοκαΐνη (τεκμήριο 31 - πλάτους 13,5 εκατοστών, ύψους 3,5 εκατοστών, βάρους 498,7 γραμμαρίων, με ποσοστό καθαρότητας 98,6% και η οποία έφερε ανάγλυφο (logo)), μια ζυγαριά ακριβείας (τεκμήριο 14 ‑ πάνω στην οποία εντοπίστηκε άσπρη συμπαγής ουσία-κοκαΐνη βάρους 8,24 γραμμαρίων ‑ τεκμήριο 13), ένα μαχαίρι (τεκμήριο 15 ‑ στο οποίο εντοπίστηκαν ίχνη κοκαΐνης) καθώς και μια διαφημιστική κάρτα (τεκμήριο 16 ‑ στην οποία εντοπίστηκαν ίχνη κοκαΐνης).
Ακριβώς δίπλα και περιμετρικά του ως άνω αναφερόμενου καφέ σακουλιού, υπήρχε ένα τεμάχιο διαφανούς νάιλον σακουλιού (τεκμήριο 19), δύο τεμάχια διαφανών νάιλον σακουλιών μαζί με κολλητική ταινία χρώματος καφέ (τεκμήριο 20 πάνω στα οποία εντοπίστηκαν ίχνη κοκαΐνης), 12 τεμάχια διαφανών νάιλον σακουλιών (τεκμήριο 21), ένα ρολό από διαφανή νάιλον σακούλια (τεκμήριο 22 ‑ στο οποίο εντοπίστηκε, στην εσωτερική επιφάνεια του ρολού μέχρι την σχισμή του πρώτου σακουλιού, γενετικό υλικό του κατηγορουμένου 3), καφέ κολλητική ταινία (τεκμήριο 23), δύο τεμάχια διαφανών νάιλον σακουλιών μαζί με κολλητική ταινία (τεκμήριο 24), ένα λαστιχένιο περιτύλιγμα και κολλημένα σε αυτό δύο τεμάχια αυτοκόλλητου (τεκμήριο 25), ένα λαστιχένιο γάντι μιας χρήσης χρώματος μπλε (τεκμήριο 26) και δύο πλαστικά μπουκάλια με την επιγραφή «Lordos» με μπλε πώμα (τεκμήριο 27 ‑ στο ένα εξ αυτών εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου 4).
Όταν οι κατηγορούμενοι αντιλήφθηκαν την παρουσία των αστυνομικών στο μέρος στάθηκαν όρθιοι. Όταν δε οι αστυνομικοί φώναξαν «Αστυνομία» οι κατηγορούμενοι αντέδρασαν ως ακολούθως:
Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, τρέχοντας, τράπηκαν σε φυγή και καταδιώχθηκαν από τους αστυνομικούς. Συγκεκριμένα:
Ο κατηγορούμενος 4 αρχικά ακολούθησε ίδια πορεία με τον κατηγορούμενο 2 δηλαδή πέρασαν το καφέ σακούλι που ήταν στα δεξιά τους και μετά πήγαν αριστερά αλλά στην συνέχεια σε κάποιο σημείο ο κατηγορούμενος 2 συνέχισε προς τα κάτω στη πλαγιά του λόφου (καθοδικά) ενώ ο κατηγορούμενος 4 συνέχισε λίγο πιο δεξιά.
Πριν τραπεί σε φυγή, ο κατηγορούμενος 2, έσκυψε και πήρε το ως άνω αναφερόμενο τεμάχιο άσπρης συμπαγούς ουσίας - κοκαΐνη (τεκμήριο 31) και μετά άρχισε να τρέχει. Καταδιώχθηκε αμέσως από τους Μ.Κ.1 και 4. Κατά την διάρκεια της καταδίωξης του κατηγορούμενου 2 όσο και του κατηγορούμενου 4, οι αστυνομικοί φώναζαν «Αστυνομία, σταμάτα» ενώ ρίφθηκαν στον αέρα και δύο προειδοποιητικοί πυροβολισμοί από τον Μ.Κ.1 με σκοπό την ανακοπή και σύλληψη τους, όμως οι κατηγορούμενοι 2 και 4 συνέχισαν να τρέχουν. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής που ακολούθησε ο κατηγορούμενος 2, αυτός πέταξε το τεκμήριο 31 σε παρακείμενο θάμνο. Αμέσως ο Μ.Κ.1 σταμάτησε στο σημείο για να διαφυλάξει το εν λόγω τεκμήριο ενώ ο Μ.Κ.4 συνέχισε την καταδίωξη του κατηγορούμενου 2, ο οποίος αφού διένυσε περίπου 150 ‑ 200 μέτρα από το σημείο που έριξε το τεκμήριο 31 , ελάττωσε ταχύτητα και σταμάτησε, οπόταν ο Μ.Κ.4 κατόρθωσε να τον φτάσει και να τον ακινητοποιήσει. Αφού του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τον ενημέρωσε για τον λόγο της παρουσίας του στο μέρος, τον πληροφόρησε ότι η ποσότητα άσπρης σκόνης που ήταν στο νάιλον σακούλι και η συμπαγής ουσία που θεάθηκε να παίρνει από το σακούλι είναι κοκαΐνη, του επέστησε την προσοχή στο νόμο αλλά εκείνος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως ο Μ.Κ.4 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 για αυτόφωρο αδίκημα, του εξήγησε τους λόγους σύλληψης, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και εκείνος δεν απάντησε.»
Το Κακουργιοδικείο κατέγραψε, επίσης, τα υπόλοιπα συμπεράσματά του επί των γεγονότων.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης στην 25/2023, προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι από το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας αποδείχθηκε το αδίκημα της κοινής κατοχής της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 και ότι η περιστατική μαρτυρία αποδείκνυε ότι υπήρχε κοινή συμμετοχή ή κοινή παρακαταθήκη της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών. Συναφής με τον πρώτο λόγο έφεσης είναι και ο δεύτερος λόγος έφεσης του κατηγορουμένου 1, με τον οποίο προβάλλεται ότι λανθασμένα το Κακουργιοδικείο προσέγγισε και εφάρμοσε τις αρχές που διέπουν την περιστατική μαρτυρία. Προβάλλεται, συναφώς, ότι, από τη μαρτυρία, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε υπό τη φυσική του φύλαξη ή τον έλεγχό του την επίδικη ποσότητα ναρκωτικών, ούτε αποδείχθηκε δικαίωμα ή ευχέρεια ανάληψης κατά βούληση από τα ναρκωτικά ή κοινός σκοπός, προσχεδιασμός, υποκίνηση ή παροχή βοήθειας. Προβάλλεται, επίσης, ότι δεν υφίσταται τέτοια σύνδεση στα στοιχεία της μαρτυρίας ώστε να αποτελούν ένα αδιάσπαστο σύνολο, ούτε αντιπαραβλήθηκε η μαρτυρία με την εκδοχή του εφεσείοντα, ώστε να κριθεί κατά πόσο η περιστατική μαρτυρία δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα εκτός από την ενοχή του κατηγορουμένου 1.
Συνεξετάζουμε, παράλληλα, τον τρίτο λόγο έφεσης της 26/2023 του κατηγορουμένου 2, ο οποίος αποδίδει σφάλμα στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι είχε αποδειχθεί το στοιχείο της κοινής κατοχής των ναρκωτικών. Προβάλλεται, ως και από τον κατηγορούμενο 1 ανωτέρω, ότι καμία μαρτυρία δεν τέθηκε που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι υπήρχε δικαίωμα ανάληψης κατά βούληση, ενώ η ενστικτώδης ενέργεια του κατηγορουμένου 2 να πιάσει τα ναρκωτικά και να τα απορρίψει ουδόλως φανερώνουν σκοπό προμήθειας των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι εισηγήσεις των συνηγόρων. Το Κακουργιοδικείο με λεπτομέρεια κατέγραψε τη νομική πτυχή του θέματος που αφορά την κοινή κατοχή από δύο ή περισσότερα πρόσωπα, με αναφορά στην HISCOCK v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 183/2015, ημερομηνίας 19.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:B362 και άλλες. Ως εξηγήθηκε «η γνώση και συγκατάθεση της ύπαρξης ναρκωτικών ουσιών σε κάποιον χώρο δεν μπορεί να οδηγήσει αυτόματα σε συμπέρασμα κατοχής δηλαδή με την έννοια της άσκησης φυσικού ελέγχου. Το γεγονός και μόνο πως ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά σε κάποιο χώρο όπου βρίσκονται μαζί δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει κατοχή από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει, περιπλέον της γνώσης, ότι υφίσταται «κοινή κατοχή» («joint possession»). Κοινή θεωρείται η κατοχή όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν, έκαστος, κάποιο βαθμό ελέγχου επί των ναρκωτικών (R v. Irala‑Prevost [1965] Crim. L.R.606). Ως προς την έννοια του ελέγχου, στην R. v. Searle [1971] Crim. L.R. 592, τέθηκε ως κριτήριο της κοινής κατοχής, η στοιχειοθέτηση «κοινής παρακαταθήκης» («common pool») εκ της οποίας κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. και Σίφουνας v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 91 και Πιτσιλλίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 662). Η κοινή κατοχή υπό την παραπάνω έννοια καθιστά κάθε συμμετέχοντα σ' αυτήν (πρωτογενώς) αυτουργό (principal offender) και όλους μαζί συναυτουργούς (joint principals)». Η κάθε περίπτωση κρίνεται δε υπό το φως των δικών της γεγονότων (βλ. και Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 187/2019, ημερ. 15/10/2020), ECLI:CY:AD:2020:B349».
Αναλόγως το Κακουργιοδικείο έπραξε και σε σχέση με το θέμα της περιστατικής μαρτυρίας παραθέτοντας σχετική νομολογία και εξηγώντας ότι το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί σε καταδίκη ενός κατηγορουμένου όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής. Εξήγησε, επίσης, ότι αναφορικά με διαζευκτικές πιθανότητες που δίδουν μία άλλη αθώα λογική εξήγηση, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η Υπεράσπιση και τα οποία μένουν στη σφαίρα της εικασίας, εφόσον δεν δίδεται κάποια μαρτυρία προς τούτο.
Είναι με λεπτομέρεια που το Κακουργιοδικείο κατέγραψε κάθε στοιχείο της μαρτυρίας, ως προέκυπτε από τα συμπεράσματά του, σε σχέση με τη συνάντηση των κατηγορουμένων, τις ενέργειές τους, την ενασχόλησή τους με τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν, τα υπόλοιπα στοιχεία και αντικείμενα που διαπιστώθηκαν και ανευρέθηκαν στη σκηνή και τις ενέργειες των κατηγορουμένων όταν έγινε αντιληπτή η παρουσία της Αστυνομίας. Είναι με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, τη δύναμή της και τη συνοχή της, τη σειρά και χρονική αλληλουχία των γεγονότων, τις ενέργειες και την όλη δράση των κατηγορουμένων, καθώς επίσης και όσα λογικά και χωρίς αμφιβολία συνάγονται από τη μαρτυρία, ελλείψει κάποιας άλλης λογικής εξήγησης που να προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας, που κρίθηκε ότι το Κακουργιοδικείο δεν μπορούσε να καταλήξει «σε οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα παρά μόνο στο αναμφίβολο ότι η όλη ποσότητα κοκαΐνης που εντοπίστηκε στη σκηνή αποτελούσε κοινή παρακαταθήκη εκ της οποίας καθένας εκ των κατηγορουμένων 1‑4 είχε το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση και ότι ως εκ τούτου ασκούσε σε κάποιο βαθμό έλεγχο επί των ναρκωτικών καθώς και ότι έκαστος των κατηγορουμένων 1‑ 4 είχε γνώση της φύσης του αντικειμένου δηλαδή ότι επρόκειτο για κοκαΐνη».
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα, ούτε στην προσέγγιση, ούτε στην κατάληξη του Κακουργιοδικείου. Ως εξηγήσαμε, εξέτασε καθετί σχετικό, αντιπαραβάλλοντας τα διάφορα, ενώπιόν του, στοιχεία μαρτυρίας και εξήγησε τα συμπεράσματά του. Δεν βρίσκουμε έρεισμα σε οποιαδήποτε εισήγηση από πλευράς των ευπαιδεύτων συνηγόρων των κατηγορουμένων 1 και 2. Μελέτη της πρωτόδικης απόφασης φανερώνει το ανεδαφικό των σχετικών εισηγήσεων, περιλαμβανομένης και αυτής από πλευράς κατηγορουμένου 2 ότι η ανάληψη των ναρκωτικών από αυτόν κατά την προσπάθεια διαφυγής του και απόρριψής της σε συγκεκριμένο σημείο αποτελούσε ένδειξη απουσίας σκοπού προμήθειας ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Κάτι τέτοιο, θεωρούμε, αντιστρατεύεται την κοινή λογική ως επιχείρημα.
Κρίνουμε ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε βάση επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση και κατά συνέπεια οι λόγοι έφεσης 1 και 2 στην έφεση 25/2023 και ο λόγος έφεσης 3 στην έφεση 26/2023 απορρίπτονται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης στην 25/2023, ο κατηγορούμενος 1 προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τη μαρτυρία του Μ.Κ.6 και αποδέχθηκε λανθασμένα και αντινομικά γνώμη ή εικασίες του μάρτυρα αναγάγοντας τις σε άγραφους κανόνες του εμπορίου ναρκωτικών και επί τούτου, λανθασμένα δέχτηκε τη μαρτυρία του ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα, μαρτυρία γεμάτη εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματα χωρίς να αποδειχθούν σχετικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα του κατηγορουμένου 1. Το Κακουργιοδικείο παρέθεσε και εξέτασε τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα στην ολότητά της και εξήγησε τον λόγο που αποδέχτηκε τη μαρτυρία του ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, ήτοι την πολυετή εμπειρία του κατά την επί 18ετία εκτέλεση των καθηκόντων του σε θέματα δίωξης ναρκωτικών. Δεν προκύπτει να αγνόησε οποιαδήποτε ουσιαστική πτυχή της μαρτυρίας αυτής, ούτε διαπιστώνεται να προέβηκε σε οποιεσδήποτε εικασίες. Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης εξετάστηκε σε πληθώρα αποφάσεων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, αναφερθήκαμε στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B154. Ήταν επιτρεπτό, για το πρωτόδικο Δικαστήριο, να θεωρήσει, λόγω της εμπειρίας του, τον συγκεκριμένο μάρτυρα ως πραγματογνώμονα επί του δεδομένου επί του οποίου κατέθετε τη γνώμη του. Επιτρεπτή, επίσης, ήταν και η αποδοχή της συγκεκριμένης μαρτυρίας, στο ευρύτερο πλαίσιο της υπόθεσης και των όλων στοιχείων αυτής.
Αβάσιμος κρίνεται, εκ των πραγμάτων, και ο τρίτος λόγος έφεσης.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης στην 25/2023 του κατηγορουμένου 1 αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα στην αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου 1, αφού δεν αντιπαρέβαλε την εκδοχή του με την ολότητα της μαρτυρίας. Προβάλλεται η γραμμή υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος 1 πήγε στη σκηνή για να αγοράσει τη δόση του, κατόπιν οδηγιών συγκεκριμένου προσώπου και υπήρχαν εξηγήσεις για τα όσα προέκυπταν από τη μαρτυρία.
Συνάφεια με τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης προκύπτει αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης στην 26/2023 του κατηγορουμένου 2, με τον οποίο προβάλλεται σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την απόρριψη της θέσης του εφεσείοντα ως προς τον λόγο της παρουσίας του στο μέρος. Προβάλλεται ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε το οποίο να αντικρούει και ή να δικαιολογεί την απόρριψη της εκδοχής του κατηγορουμένου 2.
Ούτε με τους ως άνω λόγους έφεσης και θέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 συμφωνούμε. Αναφορικά με κάθε έναν από τους κατηγορουμένους 1, 2 και 3, το Κακουργιοδικείο κατέγραψε με λεπτομέρεια τις εν λόγω θέσεις τους, ως προβάλλονταν στις ανώμοτες τους δηλώσεις. Είχε προηγηθεί η παράθεση της νομολογίας όσον αφορά την αποδεικτική αξία ανώμοτης δήλωσης. Στην όλη διεργασία του Κακουργιοδικείου, αυτό αντιπαρέβαλε το τι προβαλλόταν από τους κατηγορουμένους με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία και, με επάρκεια, θεωρούμε, εξήγησε τη θεώρησή του επ' αυτού. Ούτε ο τρόπος που το Κακουργιοδικείο προσέγγισε τα θέματα αυτά, ούτε και η κατάληξή του κρίνεται λανθασμένη. Χωρίς να θεωρούμε σκόπιμη την επανάληψη των στοιχείων της μαρτυρίας, κρίνουμε ότι καθ' όλα επιτρεπτή και ορθή μπορεί να χαρακτηριστεί η πρωτόδικη κρίση. Τα στοιχεία της υπόθεσης, ως διαπιστώθηκαν στην ολότητά τους, είναι που καθιστούσαν την εκδοχή των κατηγορουμένων απορριπτέα. Οι ενέργειες των κατηγορουμένων δεν άφηναν οποιαδήποτε αμφιβολία για την ορθότητα της συγκεκριμένης πρωτόδικης κατάληξης.
Ως αποτέλεσμα, αβάσιμοι κρίνονται και οι λόγοι έφεσης 4 στην 25/2023 και 1 στην 26/2023.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης στην 25/2023 του κατηγορουμένου 1, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα έκρινε ότι από το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας αποδείχθηκε το αδίκημα της συνωμοσίας για κατοχή με σκοπό την προμήθεια των επίδικων ναρκωτικών σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1. Επίκληση γίνεται απουσίας μαρτυρίας, άμεσης ή περιστατικής, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα.
Συναφής με τον πιο πάνω λόγο έφεσης είναι και ο τελευταίος λόγος έφεσης που αφορά το θέμα της καταδίκης (λόγος έφεσης 4) στην 26/2023 του κατηγορουμένου 2, ο οποίος προβάλλει ανάλογο σφάλμα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2.
Ούτε επί του προκειμένου συμφωνούμε. Η νομική πτυχή του αδικήματος της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος αναλύθηκε με επάρκεια από το Κακουργιοδικείο (GANI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 134 κ.α.), το οποίο εξήγησε ότι «η συμφωνία αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Είναι δυνατόν να υπάρξει συνωμοσία ακόμη και όταν κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιο κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt (1996) Crim. L. R. 495 και Blackstone's, Criminal Practice, (2016) παρ. Α5.49 σελ.101)». Εξηγήθηκε, επίσης, ότι για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπέθετε τη διάπραξη από έναν ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος (R v. ANDERSON (1986) Α.C 27, H.L).
Και επί του προκειμένου, οι περιστάσεις της υπόθεσης, ως αναδύονται από τα συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου επί των γεγονότων και ιδιαίτερα ο συντονισμός, οι ενέργειες και η όλη δράση των κατηγορουμένων είναι που οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα συγκεκριμένα αδικήματα και ότι ο καθένας εξ αυτών είχε την πρόθεση να διαπράξει αυτά. Δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όντως, η όλη δράση και συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ως έγινε αποδεκτή, οδηγεί, ως λογική απόρροια, στην υπό κρίση πρωτόδικη κατάληξη, την οποία επαρκώς το Κακουργιοδικείο εξήγησε.
Ως αποτέλεσμα αβάσιμοι κρίνονται και οι λόγοι έφεσης 5 στην 25/2023 και 4 στην 26/2023.
Οι λόγοι έφεσης 6 και 7 στην 25/2023 του κατηγορουμένου 1 αφορούν θέμα κατάχρησης. Με τον έκτο λόγο προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως μαρτυρία πληροφορίες που αφορούσαν τον κατηγορούμενο 1, ασχέτως ότι στην τελική απόφαση αναφέρεται ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψιν. Ο έβδομος λόγος έφεσης προβάλλει ότι λανθασμένα απορρίφθηκε η θέση του κατηγορουμένου 1 ότι υπήρχε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με την προσκόμιση άσχετης, μη αποδεκτής και άκρως επιζήμιας για την εικόνα του κατηγορουμένου 1 μαρτυρίας.
Κρίνουμε τον εν λόγω λόγο έφεσης ανεδαφικό στη βάση των πραγματικοτήτων της υπόθεσης, χωρίς να εξετάζουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κατατέθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου τα συγκεκριμένα στοιχεία μαρτυρίας, επίκληση των οποίων συνθηκών γίνεται από την πλευρά της εφεσίβλητης. Είναι ξεκάθαρο, από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης ότι το Κακουργιοδικείο αποφάσισε τα ουσιώδη με την υπόθεση γεγονότα στη βάση ανεξάρτητης αποδεκτής μαρτυρίας η οποία σε καμία περίπτωση δεν συνδέεται με οτιδήποτε σχετικό προβάλλεται με τους παρόντες λόγους έφεσης. Ουδόλως διαπιστώνεται οποιοσδήποτε ανεπίτρεπτος επηρεασμός του Κακουργιοδικείου στις διαπιστώσεις του από οποιοδήποτε τέτοιο στοιχείο μαρτυρίας, το οποίο άλλωστε δεν λήφθηκε υπ' όψιν, ως το Κακουργιοδικείο υπέδειξε.
Δεν διακρίνουμε την ύπαρξη οποιασδήποτε κατάχρησης, καθ' όσον αφορά την προσαγωγή μαρτυρίας, ούτε οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου 1, ώστε να μπορούσε να προκύπτει μη δίκαιη δίκη του.
Ως αβάσιμους απορρίπτουμε και τους λόγους έφεσης 6 και 7 στην 25/2023 του κατηγορουμένου 1.
Ο όγδοος λόγος έφεσης προβάλλει παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου 1 για δίκαιη δίκη λόγω παγίδευσής του από τον πληροφοριοδότη της Αστυνομίας και λόγω της μη παροχής ίσης και δίκαιης ευκαιρίας στον κατηγορούμενο 1 να το αποδείξει ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου με άρση του προνομίου. Επίκληση γίνεται της θέσης ότι ο κατηγορούμενος 1 πήγε στη σκηνή κατόπιν οδηγιών συγκεκριμένου κατονομαζόμενου προσώπου σε συνεργασία με την Αστυνομία. Επίκληση, περαιτέρω, γίνεται τοποθετήσεων των συγκεκριμένων μαρτύρων κατηγορίας και της μη απόδοσης ευκαιρίας στην Υπεράσπιση να αποδείξει ή να αμφισβητήσει τις θέσεις του Μ.Κ.9, υπεύθυνου του Τμήματος Επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ, ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν ήταν ο πληροφοριοδότης. Προβάλλονται, συναφώς, σφάλματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Τα παράπονα του κατηγορουμένου 1, ως προβάλλονται στον υπό κρίση λόγο έφεσης, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως δικαιολογημένα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το εγειρόμενο ζήτημα και εξήγησε τους λόγους που αυτό δεν ευσταθεί. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Αφήνοντας κατά μέρος τη σαφή τοποθέτηση του συγκεκριμένου μάρτυρα ότι ο πληροφοριοδότης δεν ήταν το πρόσωπο που ο κατηγορούμενος 1 κατονόμαζε, είναι γεγονός ότι το τι ο κατηγορούμενος 1 προέβαλε είναι ότι πήγε στη σκηνή, παροτρυνόμενος από το συγκεκριμένο πρόσωπο για να λάβει τη δόση του από καλής ποιότητας ναρκωτικά. Κάτι τέτοιο διαφέρει ολοκληρωτικά από την περίπτωση κατά την οποία διαπράττεται αδίκημα από κάποιον, αδίκημα το οποίο δεν θα διαπραττόταν υπό άλλες συνθήκες, παρά μόνο κατόπιν υποκίνησης από τις Αρχές (ΣΥΖΙΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 174/2017, ημερομηνίας 19.7.2019), ECLI:CY:AD:2019:B330. Δεν είναι αυτή η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 1 ούτε καν έθεσε σε μαρτυρία τη θέση ότι διέπραξε τα αποδιδόμενα σε αυτόν αδικήματα κατόπιν παράνομης υποκίνησης, ώστε η περίπτωση να αφορούσε περίπτωση παράνομης παγίδευσης.
Επομένως, κρίνουμε ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε σφάλμα είτε στη διαχείριση του θέματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είτε στην κατάληξή του.
Αβάσιμος κρίνεται και ο όγδοος λόγος έφεσης.
Τέλος, με τον ένατο λόγο έφεσης στην 25/2023 του κατηγορουμένου 1 αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 9. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι το Κακουργιοδικείο έκρινε τον μάρτυρα αυτό πλήρως αξιόπιστο ενώ δεν απάντησε σε σωρεία ερωτήσεων που τέθηκαν κατά την αντεξέταση.
Ούτε το υπό κρίση παράπονο του κατηγορουμένου 1 στοιχειοθετείται. Ως υποδεικνύει το Κακουργιοδικείο, το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα αφορούσε αντεξέτασή του σε σχέση με την ταυτότητα του πληροφοριοδότη. Έχοντας κριθεί ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν επιτρεπτό και καλυπτόταν από προνόμιο, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε βάση στο τι προβάλλεται με τον λόγο έφεσης. Δεν εντοπίζουμε από τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα παραλείψεις για απάντηση σε ερωτήματα που να δικαιολογούν το τι του αποδίδεται και, κατ' επέκταση, να προκύπτει βάση για κρίση του ως αναξιόπιστου. Ούτε εντοπίζουμε ουσιαστική συσχέτιση της παρούσας περίπτωσης με τη νομολογία που επικαλείται η πλευρά του κατηγορουμένου 1.
Δεν δικαιολογείται διαπίστωσή μας ως η εισήγηση της πλευράς του κατηγορουμένου 1, ούτε προκύπτει οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση επί του προκειμένου.
Αβάσιμος κρίνεται και ο ένατος λόγος έφεσης στην 25/2023 του κατηγορουμένου 1.
Παραμένουν προς εξέταση οι λόγοι έφεσης που αφορούν την ποινή. Και πάλι, προκύπτει αναγκαιότητα εξέτασης πρώτα λόγων έφεσης που αφορούν τον κατηγορούμενο 1, αφού λόγος έφεσης που προβάλλεται από τους κατηγορουμένους 2 και 3 συναρτάται με προβαλλόμενο θέμα από τον κατηγορούμενο 1.
Επομένως, εξετάζουμε πρώτα τον δέκατο λόγο έφεσης στην 25/2023 του κατηγορουμένου 1. Προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε διαδικασία Newton Hearing σε σχέση με τα προβλήματα υγείας ή και ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε ο εφεσείων κατά το στάδιο μετριασμού της ποινής, ενώ αντιστράφηκε το βάρος απόδειξης στους ώμους του κατά παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας ή του Άρθρου 12 του Συντάγματος ή του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αιτιολογικά προβάλλεται ότι αμφισβητήθηκαν θέσεις, προβλήματα υγείας και θέσεις από ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε ο εφεσείων, τα πλείστα εκ των οποίων ήταν από κρατικούς ιατρούς, επομένως λανθασμένα διατάχθηκε η συγκεκριμένη διαδικασία. Αναφορά γίνεται και σε εσφαλμένη αξιολόγηση των προβλημάτων υγείας του εφεσείοντα.
Κατά πρώτον, το μέρος που αναφέρεται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των προβλημάτων υγείας του κατηγορουμένου 1 παρέμεινε τόσο αιτιολογικά όσο και επί του διαγράμματος αγόρευσης σε καθαρά γενικό και αόριστο επίπεδο. Επομένως, ουδόλως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω εξέτασης.
Επί του θέματος της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από το Κακουργιοδικείο για να διαπιστωθούν τα γεγονότα που αφορούσαν την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου 1, ως πρώτη παρατήρηση θεωρούμε απαραίτητη την υπόδειξη ότι η παρούσα περίπτωση δεν έχει σχέση με την περίπτωση κατά την οποία κατά την παράθεση γεγονότων της υπόθεσης μετά από παραδοχή του κατηγορουμένου, υφίσταται διαφωνία επί αυτών. Στην περίπτωση εκείνη, σαφώς και προσκομίζεται μαρτυρία προς απόδειξη των ορθών γεγονότων. Στην παρούσα περίπτωση, είναι γνωστό ότι στοιχεία που η Υπεράσπιση επιθυμεί να προβάλει προς μετριασμό της ποινής θα πρέπει να αποδεικνύονται. Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται αμφισβήτηση μίας προβαλλόμενης κατάστασης, η ορθή διαδικασία είναι και πάλι να ακουστεί σχετική μαρτυρία προς απόδειξη των προβαλλόμενων. Δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε μεμπτό στη διαδικασία που ακολούθησε το Κακουργιοδικείο επί του προκειμένου. Ούτε αντιλαμβανόμαστε τη συσχέτιση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου 1, όταν το τι απασχολεί αφορά διαδικασία μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου 1 στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
Επομένως, δεν διαπιστώνουμε έρεισμα στον προβαλλόμενο λόγο έφεσης.
Ο ενδέκατος λόγος έφεσης αποδίδει στο Κακουργιοδικείο σφάλμα εις το ότι δεν προσμέτρησε και δεν αφαίρεσε από τον χρόνο της φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 τον χρόνο κράτησης ως περιορισμένος κατ' οίκον με ηλεκτρονική παρακολούθηση και δεν έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, ισοδυναμούσε με αποστέρηση της ελευθερίας και όχι με απλό περιορισμό.
Επί του προκειμένου, σημειώνουμε ότι το ζήτημα ηγέρθη και πρωτοδίκως, μάλιστα ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 προέβαλε διαζευκτική εισήγηση όπως η περίοδος που ο κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό κατ' οίκον περιορισμό ληφθεί υπ' όψιν ως μετριαστικός παράγοντας με αισθητή και ανάλογη μείωση στην ποινή που θα του επιβληθεί. Το ζήτημα εξετάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και με αναφορά στη νομολογία (ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΒΟΥΡΚΑ, Ποινική Έφεση 43/2021, ημερομηνίας 17.6.2021) υπεδείχθη η απουσία νομοθετικής πρόνοιας ώστε να προβλέπεται κατ' οίκον περιορισμός υποδίκου. Αναφέρθηκε, επίσης, στην ΥΨΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 101/2022, ημερομηνίας 31.5.2022. Κατέληξε στη διαπίστωση ότι, όσον αφορά τον κατ' οίκον περιορισμό, δεν επεκτείνεται σε υποδίκους και, κατ' επέκταση, ο κατ' οίκον περιορισμός του κατηγορουμένου 1 δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με προφυλάκιση. Παράλληλα, όμως, το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι η εν λόγω περίοδος, υπό τις περιστάσεις, συνιστούσε και θα λαμβανόταν υπ' όψιν ως μετριαστικός παράγοντας, αφού για μεγάλη περίοδο (δύο ετών και τεσσάρων μηνών) υπήρχε περιορισμός στις μετακινήσεις του κατηγορουμένου 1 ο οποίος δεν μπορούσε να απολαύσει όλες τις ελευθερίες που μπορούσε να απολαύσει ο κάθε άλλος πολίτης που δεν βρισκόταν έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές.
Είναι ορθή, θεωρούμε, η κρίση του Κακουργιοδικείου. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά, αφού επαρκώς το Κακουργιοδικείο ανέλυσε και εξήγησε τη νομική πτυχή του θέματος. Κατ' οίκον περιορισμός, νομοθετικά, εξακολουθεί να μην προβλέπεται σε σχέση με υποδίκους. Όπως διαπιστώνεται, δεν θα μπορούσε, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, να εξομοιωθεί με προφυλάκιση του κατηγορουμένου 1 εκκρεμούσης της δίκης του. Επομένως, ορθή κρίνεται και η απόφαση του Κακουργιοδικείου όπως μη ληφθεί υπ' όψιν ως τέτοια.
Αν είναι κάτι που θα μπορούσε, περαιτέρω, να λεχθεί είναι ότι το Κακουργιοδικείο ικανοποίησε την πλευρά του κατηγορουμένου 1 λαμβάνοντας υπ' όψιν το γεγονός αυτό ως μετριαστικό για την ποινή παράγοντα.
Αβάσιμος, συνεπώς, κρίνεται και ο εντέκατος λόγος έφεσης στην 25/2023 του κατηγορουμένου 1.
Προχωρούμε με την εξέταση του πέμπτου λόγου έφεσης στην 24/2023 του κατηγορουμένου 3 και του συναφούς πέμπτου λόγου έφεσης της 26/2023 του κατηγορουμένου 2. Ο λόγος έφεσης από πλευράς κατηγορουμένου 3 προβάλλει ότι η επιβολή φυλάκισης, έκτασης 10 ετών, σε αυτόν, σε αντίθεση με την ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών και προκαλεί συναίσθημα αδικίας στον κατηγορούμενο 3. Προβάλλεται, συναφώς, ότι τα γεγονότα καταδεικνύουν ουσιαστικότερο ρόλο του κατηγορουμένου 1 και δεν δικαιολογείτο επιεικέστερη μεταχείριση αυτού. Από πλευράς κατηγορούμενου 2, ο πέμπτος λόγος έφεσης προβάλλει με ανάλογο τρόπο άνιση μεταχείρισή του. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 προβάλλουν, επίσης, ως βάση του λόγου έφεσής τους την περίπτωση επιτυχίας του λόγου έφεσης του κατηγορουμένου 1 που αφορά τον κατ' οίκον περιορισμό του.
Δεν συμφωνούμε με τις θέσεις των κατηγορουμένων 2 και 3. Είναι καλώς γνωστό ότι άνιση μεταχείριση των ίσων ή ίση μεταχείριση των άνισων δεν είναι ανεκτή (GAGLOSVILI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 33/2021, ημερομηνίας 21.12.2021), ECLI:CY:AD:2021:D575. Για να διαπιστωθεί, όμως, τέτοια μεμπτή μεταχείριση, η διαφορά στις επιβληθείσες ποινές θα πρέπει να είναι ουσιαστική και να προκαλείται, λόγω της μεγάλης ομοιότητας της θέσης των κατηγορουμένων, η αίσθηση ότι δεν απονέμεται δικαιοσύνη (βλ. σχετικά KOUKOS v. POLICE (1986) 2 C.L.R. 1, ΣΙΔΕΡΕΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2010) 2 Α.Α.Δ. 190). Επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης το τι μπορεί να διαπιστωθεί από την απόφαση του Κακουργιοδικείου είναι ότι στους κατηγορουμένους 1, 2 και 3 αποδίδεται όμοιας φύσης συμμετοχή. Δεν υφίσταται οτιδήποτε που να καταδεικνύει διαφορετικό ρόλο των κατηγορουμένων 2 και 3 από αυτόν του κατηγορουμένου 1 ώστε να δικαιολογείται διαφοροποίηση στην ποινή. Το τι, όμως, επίσης μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί από την απόφαση του Κακουργιοδικείου επί της ποινής είναι ότι η διαφοροποίηση στην ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 προκύπτει ως αποτέλεσμα των προβλημάτων υγείας του που το Κακουργιοδικείο αποδέχτηκε ότι επηρεάζουν δυσμενώς το προσδόκιμο της ζωής του. Επομένως, κρίνουμε ότι τέτοιες συνθήκες επέτρεπαν στο Κακουργιοδικείο να επιβάλει διαφοροποιημένη ποινή στον κατηγορούμενο 1, σε συνδυασμό και με τον κατ' οίκον περιορισμό του που το Κακουργιοδικείο δέχτηκε ως επιπρόσθετο μετριαστικό παράγοντα.
Δεν εντοπίζουμε, συνεπώς, σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση, η οποία εντάσσεται στα επιτρεπτά πλαίσια, χωρίς να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας.
Το μόνο που εντοπίζουμε ως βάσιμο παράπονο του κατηγορουμένου 2 είναι ότι το τι προβάλλεται αναφορικά με περίοδο που και αυτός τελούσε σε προφυλάκιση. Αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος 2, από 27.4.2020 μέχρι 17.6.2020 τελούσε σε προφυλάκιση στο πλαίσιο της υπόθεσης, χωρίς το χρονικό αυτό διάστημα να αποδοθεί ως έκπτωση στην επιβληθείσα ποινή. Αφενός δεν υπήρξε αμφισβήτηση τέτοιας θέσης, ενώ από τα πρακτικά του πρωτόδικου φακέλου μπορεί να διαπιστωθεί το ότι ο κατηγορούμενος 2 αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους στις 17.6.2020. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφασή του, εξετάζοντας θέμα καθυστέρησης στη διαδικασία, σημείωσε ότι ο χρόνος θα πρέπει να υπολογιστεί από τη μέρα σύλληψης εκάστου των κατηγορουμένων. Σε αυτό προφανώς εντάσσεται και η μείωση της περιόδου φυλάκισης του κατηγορουμένου 1 από τις 27.4.2020 μέχρι τις 2.6.2020. Επομένως, ενδεχομένως από παράβλεψη, το Κακουργιοδικείο, με αναφορά στον κατηγορούμενο 2, δεν μείωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης και για το χρονικό διάστημα μεταξύ 27.4.2020 μέχρι 17.6.2020 που τελούσε σε προφυλάκιση. Φρονούμε ότι αυτό το διάστημα θα πρέπει να αποδοθεί στον κατηγορούμενο 2.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω, τηρουμένης της πιο πάνω διαφοροποίησης σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, ο πέμπτος λόγος έφεσης των 24/2023 και 26/2023 των κατηγορουμένων 2 και 3 κρίνεται αβάσιμος.
Παραμένει προς εξέταση ο δωδέκατος λόγος έφεσης στην 25/2023 και ο έκτος λόγος έφεσης σε κάθε μία από τις 24/2023 και 26/2023. Οι λόγοι έφεσης αυτοί προβάλλουν ότι η επιβληθείσα ποινή είναι υπερβολική.
Αναφορικά με την ποινή που επιβλήθηκε στους κατηγορουμένους 1, 2 και 3, έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό στη συλλογιστική του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»
Όπως υποδείξαμε και στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΠΟΙΡΑΤΖΙΔΗ, Ποινική Έφεση 60/2023, ημερομηνίας 28.1.2016:
«Είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορά η παρούσα έφεση και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Ως υποδείξαμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. SUTTON, Ποινική Έφεση 199/2024, ημερομηνίας 8.12.2025:
«Αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά έχουν επανειλημμένως χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα, θέτοντας σε κίνδυνο, τόσο τη φυσική όσο και την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η δε έξαρση, η οποία παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, καθιστά την αποτροπή, κυρίαρχο στοιχείο στην ποινή που θα πρέπει να επιβάλλεται. Όπως λέχθηκε στην BEYKI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 60:
«Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.»
Εις δε την VALDEZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 144/2016, ημερομηνίας 21.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:B57, λέχθηκε ότι:
«Διαχρονικά έχουμε τονίσει τη σημασία του ρόλου του Δικαστηρίου ως προς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε συνάρτηση με αδικήματα ναρκωτικών, ειδικά όταν αφορούν την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ (όπως εδώ, κοκαϊνης) με σκοπό την προμήθεια. Είναι φανερό ότι τέτοιες ενέργειες, ως των εφεσειόντων, δίδουν τη δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό. Γι' αυτό το λόγο, όπως επίσης έχει νομολογηθεί, οι προσωπικές περιστάσεις αν και δεν ατονούν, έχουν σαφώς μειωμένη σημασία αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου για προστασία του κοινωνικού συνόλου».»
Ανάλογες διατυπώσεις γίνονται και στην XHAFERI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 207/2021, ημερομηνίας 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, όπου λέχθηκε ότι:
«Όπως σημειώσαμε στην Ελενόδωρου Κυριάκου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 68/2020, ημερ. 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B180, η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναρζίπ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, ημερ. 21/11/2014, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, λέχθηκε ότι:
«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».»
(βλ. επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ANGELOV, Ποινική Έφεση 38/2023, ημερομηνίας 16.12.2025).»
Το Κακουργιοδικείο, έχοντας καταγράψει τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και όλα όσα αφορούσαν τους κατηγορουμένους, τόσο ως επιβαρυντικά στοιχεία όσο και ως ελαφρυντικά στοιχεία, κατέληξε στις ποινές που επιβλήθηκαν.
Δεν θεωρούμε δικαιολογημένα τα όποια παράπονα προβάλλουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3. Πρόκειται για μία υπόθεση μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης με τον ρόλο των κατηγορουμένων να εξηγείται από το Κακουργιοδικείο με λεπτομέρεια, ώστε να καταδεικνύεται η σοβαρότητα της υπόθεσης. Παράλληλα, όμως, το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε να ασχοληθεί με το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής και την εξέταση των ελαφρυντικών στοιχείων που θα μπορούσαν, υπό τις περιστάσεις μίας τέτοιας υπόθεσης, και υπό το φως της νομολογίας, να αποδοθούν στους κατηγορουμένους.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα, ούτε στη διεργασία του Κακουργιοδικείου αναφορικά με την ποινή, ούτε στο ύψος αυτής στο οποίο κατέληξε. Θεωρούμε ότι με σφαιρικό και δίκαιο τρόπο εξέτασε και έλαβε υπ' όψιν καθετί σχετικό ως προς το θέμα της ποινής, καταλήγοντας στην ποινή που αυτό έκρινε ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Δεν εντοπίζουμε πεδίο επέμβασής μας στην επιβληθείσα ποινή, αφού σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε η επιβληθείσα αυτή ποινή να χαρακτηριστεί υπερβολική και εκτός του επιτρεπτού πλαισίου.
Κατά συνέπεια, αβάσιμοι κρίνονται και αυτοί οι λόγοι έφεσης.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω, τηρουμένης της ως άνω κατάληξής μας σε σχέση με την έφεση 26/2023 του κατηγορουμένου 2 ως προς τον χρόνο προφυλάκισής του, κατά τα λοιπά η έφεση 26/2023 και οι εφέσεις 24/2023 και 25/2023 στο σύνολό τους, απορρίπτονται.
Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται με μόνη διαφοροποίηση αυτής ως προς το ότι από τον χρόνο φυλάκισης του κατηγορουμένου 2 να αφαιρεθεί χρονικό διάστημα ανάλογο της περιόδου 27.4.2020‑17.6.2020 για το οποίο αυτός τελούσε υπό προφυλάκιση.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο