ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ.: 244/2019
19 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
YIANNA MARIE HOTELS LTD,
Εφεσείοντες,
v.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΒΑΚΑΛΑΚΗ,
Εφεσίβλητου.
___________________
Μ. Χατζήκωνσταντη (κα) με Ι. Ανδρέου (κα) για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.
Χρ. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε, για τους Εφεσίβλητους.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΙΚΗΣ, Δ.: Η παρούσα έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 5.6.2019, με την οποία εκρίθη παράνομη η απόλυση του Εφεσίβλητου από τους Εφεσείοντες με αποτέλεσμα να του επιδικασθούν νόμιμες αποζημιώσεις. Ο Εφεσίβλητος βρισκόταν στην εργοδοσία των Εφεσειόντων ως νυχτερινός υπάλληλος υποδοχής, από την 1.11.2003 μέχρι τις 27.6.2012, που οι Εφεσείοντες τερμάτισαν τις υπηρεσίες του. Ως λόγο απόλυσης οι Εφεσίβλητοι προέβαλαν ότι κοιμόταν εν ώρα εργασίας, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το δικάζον Δικαστήριο. Εκρίθη ότι οι Εφεσείοντες δεν ενήργησαν ως λογικός εργοδότης, και δεν απέδειξαν οποιοδήποτε λόγο βάσει του οποίου θα δικαιολογείτο η άμεση απόλυση του Εφεσίβλητου χωρίς αποζημίωση, σύμφωνα με το Άρθρο 5(ε) και (στ), του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (24/1967).
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με τρείς λόγους έφεσης, οι οποίοι θα εξεταστούν με τη σειρά που προβάλλονται.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε την κάτωθι Αγγλική αυθεντία από την οποία άντλησε καθοδήγηση, καταλήγοντας σε λανθασμένο εύρημα ότι οι Εφεσείοντες όφειλαν να γνωστοποιήσουν στον Εφεσίβλητο συγκεκριμένο όρο εργοδότησης ότι απαγορεύεται να κοιμάται εν ώρα εργασίας, και κατ’ επέκταση ότι ουδέποτε προειδοποίησαν τον Εφεσίβλητο. Ειδικότερα, στο σύγγραμμα του Michael Duggan, Unfair Dismissal, Law, Practice & Guidance 1999, αναφέρεται ότι:
“… the offence of sleeping is more likely to attract a warning in the first instance (see McDonagh v Johnson & Nephew (Manchester) Limited [EAT140/78]. It will be important for employees to apply a rule against sleeping on duty consistently, taking into account the employee’s length of service, work record and the effect of the employer’s business and safety”.
H παρερμηνεία έγκειται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμποντας στο ανωτέρω απόσπασμα (σελ. 22), αναφέρει «Στην Αγγλία, ο εργοδότης οφείλει να γνωστοποιήσει στον εργοδοτούμενο συγκεκριμένο όρο που να απαγορεύει ρητά τον ύπνο εν ώρα εργασίας και να του αναφέρει τυχόν συνέπειες». Το κατ΄ισχυρισμό σφάλμα είχε ως αποτέλεσμα:
(α) Η επιστολή των Εφεσειόντων ημερομηνίας 31.10.2011 (Τεκμήριο 2), εσφαλμένα να μην θεωρηθεί ως νόμιμη προειδοποίηση προς τον Εφεσίβλητο. Το κείμενο της εν λόγω επιστολής έχει ως εξής:
«Μετά από επανειλημμένες προφορικές παρατηρήσεις για μη εκτέλεση των καθηκόντων σου κοιμόσουν καθημερινά σε ώρα εργασίας. Η εταιρεία βρίσκεται σε δυσάρεστη θέση να σε προειδοποιήσει για τελευταία φορά για να μην επαναληφθεί ξανά το γεγονός. Αντιλαμβάνεσαι τη σοβαρότητα του παραπτώματος σου και τυχόν επανάληψη θα τιμωρηθεί με άμεση απόλυση χωρίς άλλη προειδοποίηση».
(β) Η επιστολή ημερομηνίας 26.6.2012 (Τεκμήριο 3) με την οποία οι Εφεσείοντες απέλυσαν άμεσα τον Εφεσίβλητο επειδή κοιμόταν εν ώρα εργασίας, εσφαλμένα δεν θεωρήθηκε ως νόμιμος τερματισμός εργοδότησης ένεκα της απουσίας προειδοποίησης.
Περιπλέον, στο περίγραμμα αγόρευσης αναφέρεται ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν δόθηκε νόμιμη προειδοποίηση πριν την επιστολή τερματισμού εργοδότησης, αντιστρατεύεται την ενώπιον του αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, βάσει της οποίας δεν επιτρεπόταν στον Εφεσίβλητο να κοιμάται εν ώρα εργασίας. Επίσης, γίνεται αναφορά στην απαντητική επιστολή του Εφεσίβλητου ημερομηνίας 3.11.2011 (Τεκμήριο 11), στην οποία, κατ΄ισχυρισμό, ανέφερε ότι οι νυχτοφύλακες έχουν δικαίωμα να κοιμούνται δια νόμου και παραδέχτηκε ότι χαλάρωνε, ενώ αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι έβγαζε τα παπούτσια και χαλάρωνε στον καναπέ. Είμαστε της γνώμης ότι τα όσα αναφέρονται εν σχέσει με την απαντητική επιστολή εκφεύγουν του πλαισίου του πρώτου λόγου έφεσης, ο οποίος περιορίζεται στην παρερμηνεία της προαναφερθείσας Αγγλικής αυθεντίας και το εύρημα ότι δεν γνωστοποιήθηκε στον Εφεσίβλητο ο συγκεκριμένος όρος εργοδότησης, περί απαγορεύσεως του ύπνου εν ώρα εργασίας, με αποτέλεσμα η επιστολή ημερομηνίας 31.10.2011, να μην θεωρηθεί ως νόμιμη προειδοποίηση.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσίβλητου αντιτείνει ότι ο υπό εξέταση λόγος έφεσης δεν εγείρει νομικό σημείο, καθότι στρέφεται κατά ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Αντωνάκης Λοϊζου ν Stylson Engineering Ltd (1998) 1 AAΔ 2077). Ως εκ τούτου, με αναφορά στην υπόθεση Αντένα Λτδ ν Κωνσταντίνου (2010) 1 ΑΑΔ 392, υποστηρίζει ότι η έφεση εκφεύγει του περιοριστικού πλαισίου του Άρθρου 12(11Α) του περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου (Ν. 8/1967), δυνάμει του οποίου η άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών περιορίζεται αποκλειστικά σε νομικό σημείο. Περιπλέον, είναι η θέση του ότι, σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση, υπήρχαν και άλλοι πρόσθετοι λόγοι που καθιστούσαν παράνομη την άμεση απόλυση του Εφεσίβλητου, όπως για παράδειγμα η μη παροχή του δικαιώματος ακρόασης.
Με κάθε σεβασμό ο πρώτος λόγος έφεσης είναι προδήλως αβάσιμος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ενδελεχούς ανάλυσης και εξέτασης της ενώπιον του μαρτυρίας, απέρριψε ως αναξιόπιστη την εκδοχή των Εφεσειόντων ότι ο Εφεσίβλητος κοιμόταν εν ώρα εργασίας, αποδεχόμενο ως αξιόπιστη την περί αντιθέτου μαρτυρία του Εφεσίβλητου. Τα όσα αναφέρονται στην απόφαση σχετικά με την παράλειψη γνωστοποίησης του όρου εργοδότησης περί απαγόρευσης του ύπνου εν ώρα εργασίας και τυχόν συνέπειες, με παραπομπή στο προαναφερθέν Αγγλικό σύγγραμμα, καθώς και η αναφορά σε δικαίωμα ακρόασης πριν την απόλυση (σελ. 23), συνιστούν παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις (obiter dicta) του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι ο Εφεσίβλητος κοιμόταν εν ώρα εργασίας. Συνακόλουθα, τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στο κείμενο της κατ’ ισχυρισμό προειδοποιητικής επιστολής ημερομηνίας 3.10.2011, δεν έγιναν αποδεκτά από το δικάζον Δικαστήριο, όπως και αυτά τα οποία αναφέρονται στην επιστολή απόλυσης ημερομηνίας 26.6.2012, πράγμα το οποίο καθιστά εξ αντικειμένου αλυσιτελή τον πρώτο λόγο έφεσης. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με τις συναφείς αιτιάσεις των Εφεσειόντων θα συνιστούσε ακαδημαϊκό εγχείρημα.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Εφεσίβλητου ήταν παράνομος, καθότι αγνόησε την ομολογία και παραδοχή του ότι κοιμόταν εν ώρα εργασίας, η οποία προκύπτει από το κείμενο της επιστολής του ημερομηνίας 3.11.2011, όπου αναφέρει (σελ. 2, 18η γραμμή) «αν κάποια φορά δεν αντέχω τα ξημερώματα είναι από την προσπάθεια και την υπευθυνότητα και μόνο», και ότι οι νυχτοφύλακες έχουν δικαίωμα να κοιμούνται δια νόμου. Περαιτέρω, οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι αγνοήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο Εφεσίβλητος εν ώρα εργασίας έβγαζε τα παπούτσια για να χαλαρώσει. Από την άλλη, διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι ο Εφεσίβλητος κοιμόταν ή χαλάρωνε κατά το χρόνο εργασίας του. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι στους λόγους οι οποίοι προβάλλονται προς αιτιολόγηση της απόλυσης, πέραν του κατ’ ισχυρισμό ύπνου εν ώρα εργασίας, προστίθεται πλέον και η πράξη της χαλάρωσης σε καναπέ παρακείμενου του χώρου υποδοχής με αφαίρεση των υποδημάτων.
Με κάθε σεβασμό πρόκειται για ετεροχρονισμένη συμπερίληψη της χαλάρωσης ως πρόσθετου λόγου απόλυσης, ενώ ο μοναδικός λόγος απόλυσης του Εφεσίβλητου, ως επιμαρτυρείται από την επιστολή ημερομηνίας 26.6.2012, είναι ότι κοιμόταν εν ώρα εργασίας. Όπως πολύ ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση (σελ. 20), ως απόρροια βασικών αρχών του εργατικού δικαίου, ο λόγος απόλυσης καθώς και το εύλογο της απόλυσης εργοδοτούμενου, κρίνεται και περιορίζεται στη βάση των τιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, επί των οποίων ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο στήριξε την απόφασή του. Συνεπώς, η μεταγενέστερη προσθήκη νέων αιτιάσεων ή η αναδρομική επίκληση γεγονότων που δεν αποτέλεσαν λόγο απόλυσης, κρίνονται νομικά απαράδεκτες και δεν λαμβάνονται υπόψη.
Εις απάντηση, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσίβλητου αντιτείνει ότι: (α) Ο δεύτερος λόγος έφεσης, όπως και ο πρώτος, αφορά αμφισβήτηση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επομένως δεν άπτεται νομικού σημείου. (β) Δεν αγνοήθηκε κανένα μέρος της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου. Αντιθέτως, επί του συγκεκριμένου σημείου αναφέρεται στη σελ. 23 της εκκαλούμενης απόφασης, ότι ο Εφεσίβλητος ενημέρωνε του Εφεσείοντες «ότι χαλάρωνε κάποιες φορές τα ξημερώματα και ζητούσε περισσότερη κατανόηση και εμπιστοσύνη και δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση».
Το πρώτο κατά λογική σειρά ζήτημα προς εξέταση είναι το κατά πόσο ο δεύτερος λόγος έφεσης άπτεται νομικού σημείου, το οποίο συνιστά προϋπόθεση για το παραδεκτό έφεσης κατά απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, σύμφωνα με το Άρθρο 12(11Α) του περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου (Ν. 8/1967). Στην υπόθεση Terra Santa College v Παπαπαρασκευά, Πολ. Εφ. 93/2013, ημερ. 21.12.2020, λέχθηκαν τα εξής:
«Το τι συνθέτει νομικό σημείο, δεν είναι πάντα εύκολο να οριστεί και να προσδιοριστεί. Κατά τη νομολογία δεν φαίνεται να εντάσσονται στον όρο νομικό σημείο δικαστικά ευρήματα πρωτογενών γεγονότων (Παναγιώτης Κουντουρίδης Λτδ ν Γεωργίου (2003) 1(Β) ΑΑΔ 980, 983), σε αντίθεση με τα δικαστικά συμπεράσματα που βασίζονται επί των ευρημάτων αυτών (In Re HadjiCostas (1984) 1 CLR 513, 519). Ως εξάγεται και από την Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν Παπαχριστοδούλου (2006) 1(Α) ΑΑΔ 625, 629, δεν υπάρχει εξαντλητικός ορισμός του όρου νομικό σημείο. Ωστόσο, ο περί ου ο λόγος όρος εμφανίζεται να περιλαμβάνει, εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα, ερμηνεία και οριοθέτηση του νομοθετικού σκοπού, λανθασμένη άσκηση δικαστικής διακριτικής ευχέρειας ή διακριτικής εξουσίας με βάση λανθασμένες νομικές αρχές, δικαστική ενέργεια χωρίς μαρτυρία, συμπεράσματα που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αλλά και η άποψη του Δικαστηρίου επί πρωτογενών γεγονότων που δεν μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί. Κατ' ακολουθίαν, είναι σημαντικό να κατορθώνεται στην κάθε περίπτωση η διαφοροποίηση μεταξύ δικαστικού ευρήματος και δικαστικού συμπεράσματος, με το πεδίο πάντως να μην προσφέρεται για δογματικές προσεγγίσεις (βλ. γενικώς, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου: Θεωρία και Πράξη, 2018, σελ. 780-785)».
(βλ. και Vourros Health Care Ltd v Ανδρέου, Πολ. Εφ. 196/2018, ημερ. 20.5.2024)
Υπό το φως των ανωτέρω, είμαστε της γνώμης ότι ο δεύτερος λόγος έφεσης άπτεται νομικού σημείου, καθότι αφορά κατ΄ισχυρισμό «συμπεράσματα που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αλλά και η άποψη του Δικαστηρίου επί πρωτογενών γεγονότων που δεν μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί».
Επί της ουσίας, έχοντας εξετάσει προσεκτικά το περιεχόμενο της περί ης ο λόγος επιστολής του Εφεσίβλητου, κρίνουμε ότι συνιστά πλήρη άρνηση των ισχυρισμών οι οποίοι προβάλλονται στην επιστολή ημερομηνίας 31.10.2011, ως ορθά διαπιστώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο (σελ. 23). Με κάθε σεβασμό, η προμνησθείσα φράση την οποία επικαλούνται οι Εφεσείοντες, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα του συνόλου του περιεχομένου της επιστολής, δεν υποστηρίζει την προβαλλόμενη θέση. Ειδικότερα, ενώ ο Εφεσίβλητος δέχεται ότι ήταν ανθρώπινο να κουραστεί ή να νυστάξει (2η σελ., 7η – 8η γραμμή) και ότι «σε νεκρή από κίνηση ώρα, χαλάρωνα κάποιες φορές τα ξημερώματα» (1η σελ., 15η – 16η γραμμή) – στοιχεία τα οποία αποσαφηνίζουν το αληθές νόημα της επικαλούμενης φράσης - από το κείμενο της ειρημένης επιστολής, το οποίο δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε, προκύπτει σαφής άρνηση και διάψευση τόσο του ισχυρισμού ότι κοιμόταν εν ώρα εργασίας, όσο και του ισχυρισμού ότι του έγιναν οι οποιεσδήποτε σχετικές παρατηρήσεις. Περαιτέρω, απορρίπτουμε τη θέση ότι στην επίδικη επιστολή του Εφεσίβλητου περιέχεται παραδοχή περί νόμιμου δικαιώματος των νυχτοφυλάκων να κοιμούνται εν ώρα εργασίας. Μια προσεκτική ανάγνωση της σχετικής αναφοράς - «…σε νεκρή από κίνηση ώρα χαλάρωνα κάποιες φορές τα ξημερώματα, όταν όλοι οι νυχτερινοί κοιμούνται και με το "νόμο", δηλαδή εν γνώσει των διευθυντών τους» - καταδεικνύει ότι ο Εφεσίβλητος προβαίνει σε μια σαφή λεκτική διάκριση. Συγκεκριμένα, αντιπαραβάλλει τη δική του κατάσταση («χαλάρωνα») προς τη συνήθη πρακτική των λοιπών υπαλλήλων («κοιμούνται»), ενώ η αναφορά στον «νόμο» χρησιμοποιείται εμφανώς μεταφορικά, επεξηγούμενη αμέσως μετά από τη φράση «εν γνώσει των διευθυντών τους».
Ένα άλλο σημείο το οποίο θίγουν οι Εφεσείοντες είναι ο μη σχολιασμός της παραδοχής του Εφεσίβλητου κατά την αντεξέταση, ότι εν ώρα εργασίας έβγαζε τα παπούτσια για να χαλαρώσει. Πρόκειται για άνευ σημασίας παραδοχή καθότι δεν άπτεται του προρρηθέντος λόγου απόλυσης. Σε κάθε περίπτωση η χαλάρωση του Εφεσίβλητου κάποιες φορές τα ξημερώματα αναφέρεται στην επιστολή του ημερομηνίας 3.11.2011, και σχολιάζεται στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υπογραμμίζοντας, ταυτόχρονα, ότι αρνήθηκε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 31.10.2011.
Υπό το φως των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγος έφεσης προβάλλεται ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα των Εφεσειόντων σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου που κατοχυρώνει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, εφόσον χρειάστηκαν επτά σχεδόν χρόνια να εκδικασθεί η υπόθεση από την καταχώρηση της αίτησης (18.9.2012) ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης (5.6.2019), ενώ η ακροαματική διαδικασία με τρείς μόνο μάρτυρες, η οποία άρχισε στις 26.4.2017, διήρκησε δυο σχεδόν χρόνια. Από μελέτη του πρωτόδικου φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι μερικές εκ των αναβολών ακροάσεως της υπόθεσης ζητήθηκαν από τους συνηγόρους των Εφεσειόντων (18.6.2014, 14.1.2015, 27.6.2015, 22.5.2017, 19.6.2016), καθώς και από το συνήγορο των Εφεσιβλήτων (17.6.2013), δυο φορές το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν απασχολημένο με την ακρόαση παλαιότερης υπόθεσης (8.10.2014, 26.6.2015), δυο φορές η υπόθεση παρέμεινε για οδηγίες προς εξέταση της πιθανότητας συμβιβασμού (29.6.2016, 7.10.2016), ενώ κατά τη διάρκεια της ακρόασης μεσολάβησε άδεια μητρότητας της δικαστού. Με βάση τη νομολογία, για τον καθορισμό του εύλογου χρόνου, λαμβάνονται υπόψη η περιπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του προσφεύγοντος, η συμπεριφορά των δικαστικών Αρχών, και το διακύβευμα για τον προσφεύγοντα (βλ. μεταξύ άλλων, Καυκαρής ν Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 203, Γενικός Εισαγγελέας ν Μενελάου (2004) 2 ΑΑΔ 223, Harris, O’Boyle and Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, 5th edn. (2023) σελ. 445). Το καθήκον για έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης βαρύνει κατ’ εξοχήν τις δικαστικές Αρχές (βλ. Agapiou v. Panayiotou (1988) 1 CLR 257).
Στην προκείμενη περίπτωση, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η πάροδος ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος για τη διεκπεραίωση μια απλής υπόθεσης εργατικής διαφοράς δεν συνάδει με την ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από το Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης (Grand Chamber) του ΕΔΑΔ, στην υπόθεση Fryndlender v France, Application No 30979/96, ημερ. 27.6.2000:
«43. … the “reasonableness” of the length of proceedings must be assessed in the light of the circumstances of the case and with reference to the following criteria: the complexity of the case, the conduct of the applicant and of the relevant authorities and what was at stake for the applicant in the dispute (see, among other authorities, Comingersoll S.A. v. Portugal [GC], no. 35382/97, § 19, ECHR 2000-IV).
44. ……………………………………………………………………..
45. The Court reiterates that it is for the Contracting States to organise their legal systems in such a way that their courts can guarantee to everyone the right to a final decision within a reasonable time in the determination of his civil rights and obligations (see Caillot v. France, no. 36932/97, § 27, 4 June 1999, unreported). It further reiterates that an employee who considers that he has been wrongly suspended or dismissed by his employer has an important personal interest in securing a judicial decision on the lawfulness of that measure promptly, since employment disputes by their nature call for expeditious decision, in view of what is at stake for the
person concerned, who through dismissal loses his means of subsistence (see the Obermeier v. Austria judgment of 28 June 1990, Series A no. 179, pp. 23-24, § 72, and the Caleffi v. Italy judgment of 24 May 1991, Series A no. 206-B, p. 20, § 17)».
[Ιδία υπογράμμιση]
(βλ. και Δημητρίου ν Γενικού Εισαγγελέα (Αρ.1) (2014) 1 ΑΑΔ 716, Προκοπίου ν Γενικού Εισαγγελέα (2015) 1 ΑΑΔ 2609)
Από την άλλη, η καθυστέρηση στη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δεν οδηγεί εκ προοιμίου σε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Όπως έχει επανειλημμένως αποφασιστεί, ο ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται κατά τρόπο αφηρημένο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα (in concreto), υπό το φως των περιστάσεων της κάθε δεδομένης υπόθεσης, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της δικαστικής διαδικασίας. Η πλευρά η οποία επικαλείται την παραβίαση θα πρέπει να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Η ίδια αρχή εφαρμόζεται σε αστικές και ποινικές υποθέσεις (βλ. Κρίνος Θεοχάρους ν Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 22, Γενικός Εισαγγελέας ν Ευσταθίου (2009) 2 ΑΑΔ 376, Κυπρίζογλου κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 53/2017 κ.ά., ημερ. 15.12.2017, «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν Thamira Food Manufacturers Ltd (2012) 1(Γ) ΑΑΔ 2276, Αριστοτέλους ν Καλλίκα, Πολ. Εφ. 135/2018, ημερ. 28.11.2024, Χριστοδούλου ν ΜΤΝ Cyprus Ltd κ.ά., Πολ. Εφ. 413/2018, ημερ. 26.2.2026).
Εν προκειμένω, οι Εφεσείοντες περιορίστηκαν σε μια γενική και αόριστη επίκληση του χρόνου που παρήλθε, χωρίς να προσδιορίσουν ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη. Συνακόλουθα δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο καταδειχθεί ότι η καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της υπόθεσης έπληξε το δικαίωμα δίκαιης δίκης.
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται, επίσης, έξοδα έφεσης ύψους €2.400,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος του Εφεσίβλητου και εναντίον των Εφεσειόντων.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο