ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ MUNUSE (Ή MINOUSE) REDJEP v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 32/2019, 31/3/2026
print
Τίτλος:
ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ MUNUSE (Ή MINOUSE) REDJEP v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 32/2019, 31/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Πολιτική Έφεση Αρ.: 32/2019

 

31 Μαρτίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΜΑΡΙΟΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ MUNUSEMINOUSE) REDJEP,

Εφεσείοντας,

 

v.

 

1.  ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ,

2.  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ,

Εφεσίβλητοι.

 

___________________

 

Κ. Καλυφόμματος για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Ε. Φλωρέντζου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η ορθότητα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (στο εξής θα αναφέρεται ως «το πρωτόδικο Δικαστήριο»), ημερομηνίας 30.11.2018. 

 

Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο εφεσείοντας είναι διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης MunuseMinouse) Redjep (στο εξής θα αναφέρεται ως αποβιώσασα), τέως από το Καντού, η οποία απεβίωσε στις 09.04.1948.  Η αποβιώσασα ήταν, και εξακολουθεί να είναι, η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου στην Επισκοπή της Επαρχίας Λεμεσού, (στο εξής θα αναφέρεται ως το ακίνητο).

 

Ο εφεσείοντας υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής, προχώρησε στην πώληση του ακινήτου της αποβιωσάσης και ζήτησε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού να δεχθεί το αγοραπωλητήριο έγγραφο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.  Ο επαρχιακός κτηματολογικός λειτουργός, πριν προχωρήσει στη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου, ζήτησε συγκατάθεση από τον εφεσίβλητο 2.  Ο  εφεσίβλητος 2 δεν έδωσε την συγκατάθεση, με αποτέλεσμα να μην προχωρήσει η ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας.  

 

Σύμφωνα με παραδεκτά γεγονότα, ο εφεσείοντας «χορήγησε στο Δικαστήριο έγγραφα διαχείρισης της Munuse Redjep για να ξεκινήσει η διαδικασία διαχείρισης, με αρ. 660/07».  Προς τον σκοπό αυτό κατατέθηκε δήλωση της Vijdan Hassan (Τεκμήριο 3), εγγονής της αποβιωσάσης, που έγινε ενώπιον Πρωτοκολλητή με την οποία η ίδια δηλώνει ότι «είναι η μοναδική νόμιμη κληρονόμος», χωρίς να γίνει οποιαδήποτε προς τούτο έρευνα από μέρους του Πρωτοκολλητείου, όπως δεν γίνεται έρευνα για καμιά άλλη περίπτωση διαχείρισης. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού άκουσε τον μοναδικό μάρτυρα γι’ αυτή την υπόθεση, ο οποίος ήταν ο εφεσείοντας, κατέληξε ότι η αποβιώσασα, το 1948, Munuse Redjep είναι «τουρκοκύπρια» εν τη εννοία του Νόμου 139/1991 και το ακίνητο της, το οποίο περιγράφεται ανωτέρω, είναι «τουρκοκυπριακή περιουσία» στο πλαίσιο του ίδιου Νόμου και, συνεπώς, ορθά ετέθη υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ο οποίος θα πρέπει να συναινέσει για την μεταβίβαση του.

 

Ο εφεσείοντας αντιδρώντας στην πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου καταχώρησε την παρούσα έφεση και με τέσσερεις λόγους έφεσης προσβάλλει την ορθότητα της.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στο συμπέρασμα ότι η αποβιώσασα ήταν «τουρκοκύπρια», με την έννοια που αποδίδεται στο Νόμο 139/1991 και ότι το ακίνητο της είναι «τουρκοκυπριακή περιουσία» στο πλαίσιο του ίδιου Νόμου.  Ειδικότερα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα εισηγείται ότι η αποβιώσασα δεν μπορούσε να θεωρηθεί  «τουρκοκύπρια», με την έννοια που του αποδίδεται στο Νόμο 139/1991, καθότι αυτή είχε αποβιώσει το 1948, ήτοι 12 χρόνια πριν από την υπογραφή της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι συνεπεία αυτού του δεδομένου η περιουσία της, η οποία βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί «τουρκοκυπριακή περιουσία» και να τεθεί υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών, σύμφωνα με το Νόμο 139/1991.  Παρέπεμψε στην Raymond Riza v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 82/2016, ημερομηνίας 29.01.2025.

 

Αντίθετη προσέγγιση επί του θέματος εκφράσθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εφεσίβλητων, η οποία ανέφερε ότι ορθά ζητήθηκε η συγκατάθεση του Κηδεμόνα, αφού η περιουσία ήταν εγκαταλειμμένη και δεν υπήρχε φυσική κατοχή της από κληρονόμους της αποβιωσάσης.  Ανέφερε, επίσης, ότι, πέραν από την Vijdan η οποία παρουσιάζεται ως η μοναδική κληρονόμος, υπάρχουν κληρονόμοι της αποβιωσάσης που διαμένουν στα κατεχόμενα και κατέχουν ελληνοκυπριακή περιουσία.  Παρέπεμψε δε, το Δικαστήριο, στην υπόθεση Μιχάλη Κασή Κτηματική Λτδ κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 462/2013, (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), ημερομηνίας 15.07.2015

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο εφεσείοντας διατείνεται πως το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η αποβιώσασα δεν είχε αφήσει μόνο μία κληρονόμο, αλλά περισσότερους, και ότι ο αριθμός κληρονόμων που άφησε η αποβιώσασα είχε ή θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε σημασία στην άρνηση του εφεσίβλητου 2 να συγκατατεθεί στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, είναι λανθασμένο.  Στην αιτιολογία του συγκεκριμένου λόγου αναφέρεται ότι δεν υπήρξε μαρτυρία με την οποία οι εφεσίβλητοι να αποδείξουν ότι υπάρχουν άλλοι κληρονόμοι και ότι ο αριθμός των κληρονόμων ήταν θέμα εντελώς άσχετο με την άρνηση του εφεσίβλητου 2 να συναινέσει στη μεταβίβαση του ακινήτου. 

 

Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα τόνισε ότι εναπόκειτο στους εφεσίβλητους να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, για ύπαρξη άλλων κληρονόμων, με κατάλληλη μαρτυρία, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχουν άλλοι κληρονόμοι δεν θα μπορούσε να αλλάξει οτιδήποτε, καθότι η αποβιώσασα δεν μπορεί να θεωρηθεί «τουρκοκύπρια».

 

Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εφεσιβλήτων η οποία ανάφερε ότι αποτελεί ευθύνη του εφεσείοντα να αποδείξει τον βασικό ισχυρισμό του ότι η μοναδική κληρονόμος είναι η Vidjan.  Εκφράστηκε, επίσης, η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στάθμισε τα δεδομένα και έκρινε ότι ο εφεσείοντας δεν κατάφερε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του.

 

Μέσα από την αιτιολογία του πρώτου και δεύτερου λόγου έφεσης δεν προσβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του μόνου μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του και αυτός είναι ο εφεσείοντας.  Αυτό που προσβάλλεται είναι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αποβιώσασα είναι «τουρκοκύπρια» και το ακίνητο της είναι «τουρκοκυπριακή περιουσία»

 

Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του Άρθρου 2 του Νόμου 139/1991:

 

«“τουρκοκυπριακή περιουσία” περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακουφική περιουσία·

 

“Τουρκοκύπριος” σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκαφ·»

 

Στο προοίμιο του πιο πάνω Νόμου, αναφέρονται τα εξής:

 

«Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία,

 

Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων,

 

Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις,

 

Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία.»

 

Σύμφωνα δε με το Άρθρο 2 του Συντάγματος προνοείται ότι:

 

«Δια τους σκοπούς του παρόντος Συντάγματος:

……………………………………………………………………………………………

2. Την τουρκικήν κοινότητα αποτελούσιν άπαντες οι πολίται της Δημοκρατίας, οίτινες είναι τουρκικής καταγωγής και έχουσιν ως μητρικήν γλώσσαν την τουρκικήν ή μετέχουσι των τουρκικών πολιτιστικών παραδόσεων ή είναι μωαμεθανοί.»

 

Το Άρθρο 2.1 του Παραρτήματος Δ της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας προνοεί ότι οποιοσδήποτε υπήκοος του Ηνωμένου Βασιλείου ή των Αποικιών, ο οποίος κατά την ημέρα της Συμφωνίας (1960) έχει τα προσδιοριζόμενα στην παράγραφο 2 προαπαιτούμενα, θα καταστεί (shall on that date become), υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας αν ήταν μόνιμος/κανονικός κάτοικος της νήσου Κύπρου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα της περιόδου των 5 χρόνων αμέσως πριν την ημερομηνία της Συμφωνίας. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αποβιώσασα μπορεί να θεωρηθεί «τουρκοκύπρια» για το λόγο και μόνο ότι δεν είχε μεταναστεύσει στο εξωτερικό, και ήταν μόνιμος κάτοικος της Κύπρου προ του θανάτου της. 

 

Έχουμε εξετάσει το προαναφερόμενο πρωτόδικο συμπέρασμα, λαμβανομένων υπόψιν των θέσεων όπως αυτές αναλύονται με λεπτομέρεια στα περιγράμματα και των δύο πλευρών, αλλά, και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά παρουσιάζονται μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, συγκεκριμένα, ότι η αποβιώσασα έχει πεθάνει το 1948, ήτοι πριν από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι η περιουσία της παρέμεινε άνευ σχετικής διαχείρισης μέχρι και το 2007 που καταχωρήθηκε σχετική Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, και στις 12.12.2007 χορηγήθηκαν από το Δικαστήριο έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας της στον εφεσείοντα.

 

Στην υπόθεση Riza (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «το επίδικο μερίδιο δεν θεωρείται Τουρκοκυπριακή περιουσία εντός της έννοιας των περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμων του 1991 μέχρι 2012. Προς τούτο άντλησε καθοδήγηση από σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία Τουρκοκύπριος θα πρέπει να ανήκει στην Τουρκική κοινότητα της Κύπρου και επομένως να θεωρείται πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Fikret δεν ήταν Τουρκοκύπριος εφόσον είχε εγκαταλείψει την Κύπρο από το 1951 και έκτοτε διέμενε μόνιμα στο Λονδίνο μέχρι και τον θάνατο του και ήταν πάντοτε Βρετανός υπήκοος, όπως και ο Εφεσείων.».  

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αποβιώσασα δεν είχε τα προσδιοριζόμενα, στο Άρθρο 2.1 του Παραρτήματος Δ της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, προαπαιτούμενα να καταστεί (shall on that date become) υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού απεβίωσε το 1948, δηλαδή 12 και πλέον χρόνια πριν την έναρξη της εν λόγω Συνθήκης.  Η διαμονή της αποβιωσάσης στην Κύπρο πριν τον χρόνο που προσδιορίζεται στο Άρθρο 2.1. της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, ήτοι το χρονικό διάστημα των πέντε χρόνων που προηγήθηκαν της ημερομηνίας της εν λόγω Συνθήκης, δεν την καθιστά υπήκοο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αποβιώσασα ουδέποτε πολιτογραφήθηκε ως κύπρια πολίτης η οποία να ανήκει στην τουρκική κοινότητα σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Συντάγματος

 

Το επόμενο που θα πρέπει να εξετασθεί είναι εάν η περιουσία της μπορεί να θεωρηθεί «τουρκοκυπριακή περιουσία» εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου 139/1991 και κατ’ επέκταση να μπορεί να θεωρηθεί εγκαταλειφθείσα και να τεθεί υπό την προστασία του Κηδεμόνα σύμφωνα με το Άρθρο 5 του ίδιου Νόμου.  Το Άρθρο 2 του Νόμου προσδιορίζει ως «τουρκοκυπριακή περιουσία» κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε «τουρκοκύπριο» και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.  Κρίνουμε ότι, στην παρούσα υπόθεση, από την στιγμή που η ιδιοκτήτρια της περιουσίας δεν ήταν ποτέ «τουρκοκύπρια», σύμφωνα με το Σύνταγμα, ούτε η περιουσία της θα μπορούσε να θεωρηθεί «τουρκοκυπριακή». 

 

Σ’ ότι αφορά στην  υπόθεση Μιχάλη Κασή Κτηματική Λτδ (ανωτέρω), στην οποία μας έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσίβλητων, θεωρούμε ότι, κατ’ αρχάς, εν’ όψει του ότι πρόκειται για απόφαση σε προσφυγή που δόθηκε κατά την πρωτόδικη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν μας δεσμεύει, σε αντίθεση με την υπόθεση Riza (ανωτέρω), η οποία είναι απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό την εφετειακή του δικαιοδοσία, η οποία μας δεσμεύει. Κατά δεύτερο λόγο, τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δεν εντάσσονται, κατά την κρίση μας, για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, στις πρόνοιες του Νόμου 139/1991 λόγω του Άρθρου 2.1 του Παραρτήματος Δ της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Άρθρου 2 του Συντάγματος.

 

Συνεπεία όλων των πιο πάνω, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως η αποβιώσασα ήταν «τουρκοκύπρια» σύμφωνα με το Σύνταγμα και το Νόμο.  Ως εκ τούτου, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης κρίνονται επιτυχείς.

 

Η εξέταση του τρίτου λόγου έφεσης, η οποία αφορά στο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αγωγή ήταν πρόωρη, καθότι ο εφεσίβλητος 2 δεν είχε αρνηθεί να δώσει την συγκατάθεση του, κρίνεται βάσιμος, λόγω του σκεπτικού της επιτυχίας των λόγων έφεσης 1 και 2, οπόταν δεν τίθεται θέμα πρόωρης ή μη αγωγής υπό αυτές τις περιστάσεις.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει και να αποφασίσει κατά πόσο η άρνηση των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας παραβιάζει τα δικαιώματα του εφεσείοντα, όπως αυτά διασφαλίζονται από το Άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών καθώς και των Άρθρων 6, 13, 23, 26 και 28 του Συντάγματος.

 

Αξιολογήσαμε τις θέσεις και τα επιχειρήματα του εφεσείοντα.  Κρίνουμε, στην συγκεκριμένη υπόθεση, ότι ο εφεσείοντας, ως διαχειριστής της περιουσίας αποβιώσαντος, δεν έχει δικαίωμα διεκδίκησης αποζημίωσης λόγω παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθ’ ότι αυτός δεν είναι το θύμα της κατ’ ισχυρισμόν παραβίασης.  Η αξίωση για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος είναι κατά κανόνα προσωποπαγής και δεν μπορεί να μετακυληθεί σε οποιονδήποτε τρίτο ή σε περιουσία αποβιώσαντα.  Δεν εμπίπτει, άλλωστε, στις εξαιρέσεις όπου στενοί συγγενείς νομιμοποιούνται να συνεχίσουν ή καταχωρίσουν προσφυγή για παραβίαση δικαιώματος θανόντος (π.χ. παραβίαση δικαιώματος στη ζωή ή για ηθική βλάβη).  Παραπέμπουμε, ως περαιτέρω ανάλυση του όρου «άμεσο θύμα παραβίασης», στα γραφόμενα επί του συγγράμματος ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Διεύθυνση Έκδοσης Λίνος – Αλέξανδρος Σισιλιάνος, 3η Έκδοση, 2025, σελίδες 797 και επόμενες, όπου γίνονται αναφορές σε σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ. Εν πάση περιπτώσει, για ό,τι αυτό αξίζει, παρατηρούμε ότι ο εφεσείοντας δεν μπορεί να υποστηρίζει από τη μια ότι η αποβιώσασα δεν κατέστη ποτέ «τουρκοκύπρια», εν τη εννοία του Νόμου, εξ ου και η επιτυχία των λόγων έφεσης 1, 2 και 3, και από την άλλη να ισχυρίζεται και να αναπτύσσει επιχειρήματα ότι υπήρξαν παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων της, ως «τουρκοκύπρια», με αναφορά στον Νόμο 139/1991.

 

Συνακόλουθα των πιο πάνω, ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Ως διαπιστώνεται, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι έφεσης έχουν κριθεί επιτυχείς, συνεπεία του γεγονότος αυτού η πρωτόδικη Απόφαση παραμερίζεται. 

 

Έχοντας κατά νου την πρόνοια του Άρθρου 25(3) του Ν. 14/1960, τις πρόνοιες του Μέρους 41.12(1) και 41.13(4) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, αλλά και το γεγονός ότι οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν τοποθετηθεί, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον μας, για τα επίδικα θέματα της έφεσης, θεωρούμε ότι νομιμοποιούμαστε να προβούμε σε δικά μας συμπεράσματα, δεδομένου και του γεγονότος ότι το εύρημα, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι ως προς τα ουσιώδη γεγονότα δεν υπάρχει διάσταση, δεν εφεσιβάλλεται.

 

Έχοντας λάβει υπόψη μας όλα τα προλεχθέντα, κρίνουμε ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχαν όλα τα δεδομένα τα οποία δικαιολογούσαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, για άρση της μη συγκατάθεσης εκ μέρους του εφεσίβλητου 2 στην μη μεταβίβαση του ακινήτου επ’ ονόματι του αγοραστή.  Ως εκ τούτου εκδίδεται ανάλογο διάταγμα.

 

Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού όπως εγγράψει και/ή μεταβιβάσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/9445, Φύλλο/Σχέδιο 53/61, τεμάχιο 750, στην Επισκοπή της επαρχίας Λεμεσού, στο όνομα της Αικατερίνης Ευσταθίου, από τη Λεμεσό, σύμφωνα με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.04.2009. 

 

Ενόψει της επιτυχίας της έφεσης, επιδικάζονται €4.200,00 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον των εφεσίβλητων.

 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο