ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 4/2026)
i-justice
26 Μαρτίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσείων
και
ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Εφεσίβλητος
---------------------------------------------------------------
Πέτρος Βαρνάβας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον εφεσείοντα
Ευανθία Κωνσταντίνου και Μαρία Γεωργίου, για τον εφεσίβλητο
Ο εφεσίβλητος είναι παρών
--------------------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με απόφαση του ημερομηνίας 9.2.2026, μετά από ακροαματική διαδικασία, απέρριψε αίτημα για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (εφεξής «το ΕΕΣ») το οποίο εκδόθηκε από τις Γερμανικές Αρχές στις 25.8.2025 εναντίον του εκζητούμενου/εφεσίβλητου.
Όπως καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, τα πρακτικά, το φάκελο της πρωτόδικης διαδικασίας και το περιεχόμενο του ΕΕΣ, ο εφεσίβλητος φέρεται να διέπραξε, το έτος 2023, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής κατονομαζόμενου νομικού προσώπου, αδικήματα φοροδιαφυγής ύψους €1.796.689,12, αλλά και να συμμετείχε σε κύκλωμα φορολογικής απάτης, που κόστισε στο Γερμανικό δημόσιο €12.736.196,74, αδικήματα που τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 15 ετών.
Ο εφεσίβλητος συνελήφθη στις 25.9.2025 και παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 29.10.2025 διέταξε την εκτέλεση του ΕΕΣ και παράδοση του στις Γερμανικές Αρχές. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε. Το Εφετείο με απόφαση του ημερομηνίας 24.11.2025, στο πλαίσιο της Έφεσης ΕΕΣ Αρ. 3/2025 (Κωνσταντίνου ν. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας), διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης.
Στις 26.11.2025 ο εφεσίβλητος παρουσιάστηκε και πάλι ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με άλλη σύνθεση. Δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του και η διαδικασία οδηγήθηκε, μετά από αριθμό αναβολών, σε ακρόαση. Διευκρινίζουμε ότι ο εφεσίβλητος ο οποίος τελούσε υπό κράτηση από τη σύλληψη του μέχρι και την 26.11.2025, αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους.
Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής ο ΜΑ1, αστυφύλακας ο οποίος αναφέρθηκε στη σύλληψη του εφεσίβλητου και ο ΜΑ2 ο οποίος εργάζεται στη Μονάδα Διεθνούς Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και αναφέρθηκε κυρίως στην αλληλογραφία που υπήρξε με τις Αρχές του κράτους μέλους έκδοσης την οποία και κατέθεσε. Εκ μέρους του εφεσίβλητου προσέφερε μαρτυρία ο ίδιος (ΜΥ1) και η ΜΥ2, λειτουργός του Πρωτοκολλητείου.
Κατά την πρωτόδικη ακροαματική διαδικασία η πλευρά του εφεσίβλητου προώθησε τις ακόλουθες υπερασπίσεις:
(α) Καθ' όλον τον χρόνο που εκκρεμούσε η διαδικασία εκδίκασης του ΕΕΣ και μέχρι την ακροαματική διαδικασία, δεν είχε ουσιαστική εκπροσώπηση από δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης, ζήτημα που συνυφαίνεται με τη δίκαιη δίκη.
(β) Δεν υφίσταται εθνικό ένταλμα σύλληψης, αλλά ό,τι υφίσταται, είναι εθνικό ένταλμα έρευνας, γεγονός που καθιστά το ΕΕΣ μη έγκυρο, αλλά και που καταδεικνύει ότι δεν εκδόθηκε για την άσκηση ποινικής δίωξης.
(γ) Συνδυαστικά με τα προαναφερόμενα, παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του στο κράτος μέλος έκδοσης όπως και η αρχή της αναλογικότητας, με δεδομένο ότι υφίσταντο λιγότερο επαχθή μέτρα, περιλαμβανομένης της βούλησης του εφεσίβλητου να συνεργαστεί και να παράσχει όλα τα στοιχεία που τυχόν χρειάζονται οι Γερμανικές Ανακριτικές Αρχές.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγεί, αποδέχθηκε τη μαρτυρία των ΜΑ1 και ΜΑ2. Όσον αφορά τη μαρτυρία του εφεσίβλητου το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι αυτή δεν πρόσφερε οτιδήποτε στη διαδικασία αφού αρνήθηκε ενοχή σε ότι του καταλογίζουν οι Γερμανικές Αρχές δίδοντας την εκδοχή του για την ουσία της υπόθεσης, την οποία όμως δεν εξετάζει το Δικαστήριο. Τέλος, όσον αφορά τη ΜΥ2, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία της, η οποία περιστράφηκε γύρω από το Τεκμήριο 27, αφού δεν αμφισβητήθηκε ότι το έγγραφο αυτό είχε όντως κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου κατά την πρώτη ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με άλλη σύνθεση.
Το πρώτο ζήτημα που απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πολυσέλιδη απόφαση του, ήταν τα ζητήματα που σχετίζονται με το διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης.
Απολύτως σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι τα όσα καταγράφει το πρωτόδικο Δικαστήριο από τη μαρτυρία του ΜΑ1 αναφορικά με την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε με τις Αρχές του κράτους μέλους έκδοσης. Τα παραθέτουμε αυτούσια:
«. Ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 30.9.2025 από τους δικηγόρους του
Καθ' ου η αίτηση προς την Κεντρική Αρχή, δια της οποίας εκφράζεται η επιθυμία του να ανακριθεί στην Κύπρο και να συνεργαστεί, καθότι θεωρεί ότι είναι θύμα επιτήδειων και ότι δεν ήταν πράγματι ο διαχειριστής της εταιρείας, η οποία αναφέρεται στο ΕΕΣ. Ο λόγος που ζητήθηκε η συγκεκριμένη διευκόλυνση ήταν γιατί χρειαζόταν την παρουσία των Κύπριων δικηγόρων του, ενώ δεν είχε χρήματα για να διορίσει δικηγόρο στη Γερμανία (Τ5).
· Επιστολή ημερομηνίας 2.10.2025 και ηλεκτρονικό μήνυμα ίδιας ημερομηνίας, δια των οποίων η Κεντρική Αρχή διαβίβασε το ως άνω αίτημα των δικηγόρων του καθ’ ου η αίτηση. Με την ίδια επιστολή ζητήθηκαν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο διορισμού δικηγόρου στη Γερμανία και κατά πόσον είναι εφικτή η χρήση του θεσμού της νομικής αρωγής βάσει της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919. Παράλληλα, ζητήθηκαν διευκρινίσεις ως προς τον σκοπό της έκδοσης του ΕΕΣ, εάν είναι για σκοπούς ποινικής δίωξης, ενώ, με δεδομένο ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι Κύπριος, ζητήθηκαν εγγυήσεις βάσει του άρθρου 5 § 3 της Απόφασης - Πλαισίου, για έκτιση τυχόν ποινής στην Κύπρο. Ζητήθηκε απάντηση πριν από την 8.10.2025, που η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, για να αποφασίσει σχετικά με την εκτέλεση του ΕΕΣ (Τ6).
· Την 6.10.2025, το κράτος έκδοσης απάντησε ότι δεν είναι εφικτό ο Καθ' ου η αίτηση να ανακριθεί στην Κύπρο, και ότι με βάση τον εγχώριο κώδικα ποινικής δικονομίας θα του διορίσει δικηγόρο υπεράσπισης το κράτος. Απαντήθηκε, επίσης, πως το ΕΕΣ εκδόθηκε με σκοπό την ποινική δίωξη του Καθ' ου η αίτηση, εκκρεμούσης και της απόφασης μετά την ακρόασή του και την ολοκλήρωση της έρευνας. Δόθηκαν οι εγγυήσεις που ζητήθηκαν (Τ7).
· Την 7.10.2025, η Κεντρική Αρχή ευχαρίστησε το κράτος έκδοσης για την απάντηση και επανέλαβε την ερώτηση που δεν είχε απαντηθεί, ως προς τον τρόπο διορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης σε αυτό το στάδιο, καθώς εκκρεμεί η διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ στην Κύπρο (Τ8).
· Την ίδια ημέρα, 7.10.2025, με διακριτό ηλεκτρονικό μήνυμα, η Κεντρική Αρχή παρέθεσε στο κράτος έκδοσης την πρόνοια του άρθρου 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο διορισμού δικηγόρου με νομική αρωγή, εάν ήταν δυνατόν εντός της ημέρας, ενόψει της επικείμενης ακρόασης (Τ9).
· Την ίδια ημέρα, 7.10.2025, το κράτος έκδοσης απάντησε πως ο Καθ' ου η αίτηση μπορεί να επιλέξει δικηγόρο μέσα από έναν κατάλογο και, εάν δεν επιθυμεί να επιλέξει, το Δικαστήριο θα του ορίσει έναν. Εάν γνωρίζει ήδη τον δικηγόρο, μπορεί να τον επιλέξει, εάν δεν μπορεί να πληρώσει τον δικηγόρο, τα έξοδά του θα καταβληθούν από το κράτος (Τ10).
· Την 8.10.2025, η Κεντρική Αρχή ζήτησε τον κατάλογο των δικηγόρων και επιβεβαίωση κατά πόσον τα έξοδά του θα καταβάλει το γερμανικό κράτος, και την ίδια ημέρα, το κράτος έκδοσης, με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα, απέστειλε τον κατάλογο των δικηγόρων και ενημέρωσε πως ο ευκολότερος τρόπος είναι ο Καθ' ου η αίτηση να επιλέξει πέντε δικηγόρους, για να υπάρχουν διαθέσιμες επιλογές, καθώς υπάρχει δυνατότητα μη αποδοχής της εντολής από κάποιον επιλεγόμενο/διοριζόμενο δικηγόρο. Κατόπιν της επιλογής, θα ενημερωθεί ο δικηγόρος της επιλογής του Καθ' ου η αίτηση με τα στοιχεία της υπόθεσης. Έγινε εισήγηση να επιλεγεί δικηγόρος που να εξυπηρετεί την περιφέρεια στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο (Τ11, Τ12).
· Την 9.10.2025, οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση στην Κύπρο, ανταποκρινόμενοι άμεσα, έδωσαν τα ονόματα πέντε δικηγόρων στην περιφέρεια που αναφέρθηκε. Ζητήθηκε, μόλις γίνει ο διορισμός, να υπάρξει η ανταλλαγή των στοιχείων, για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν σχετικά με την υπόθεση (Τ13).
· Την 10.10.2025, η επιλογή του Καθ' ου η αίτηση διαβιβάστηκε μέσω της Κεντρικής Αρχής στο κράτος έκδοσης, ζητώντας όπως η σχετική πληροφόρηση ληφθεί πριν από την 16.10.2025, που η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, για να αποφασίσει εάν θα εκτελεστεί ή όχι το ΕΕΣ (Τ14).
· Την 14.10.2025, έγινε υπόμνηση από την Κεντρική Αρχή ότι αναμένεται απάντηση, ενόψει της επικείμενης ακρόασης, ωστόσο την 15.10.2025 η ενημέρωση ήταν ότι δεν υπήρχε κάτι νεότερο. Ήταν την 20.10.2025 που υπήρξε πληροφόρηση πως διορίστηκε ως δικηγόρος ο Μ.Α. (Τ15).
· Την 29.10.2025, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (άλλη σύνθεση) αποφάσισε την εκτέλεση του ΕΕΣ και την έκδοση του Καθ' ου η αίτηση στη Γερμανία, προωθήθηκαν οι σχετικές διαδικασίες (Τ16), ωστόσο τα ταξιδιωτικά πλάνα ματαιώθηκαν, λόγω του ότι εφεσιβλήθηκε η εν λόγω απόφαση (Τ17). Όταν το Εφετείο, την 24.11.2025, αποφάσισε την επανεκδίκαση της υπόθεσης, την 25.11.2025 ενημερώθηκε, μέσω της Κεντρικής Αρχής, το κράτος έκδοσης, ζητώντας εκ νέου ενημέρωση για το θέμα του διορισμού του δικηγόρου στο κράτος έκδοσης (Τ18).
· Την 25.11.2025, το κράτος έκδοσης ανέφερε πως την 13.10.2025 είχε γίνει ο διορισμός του Μ.Α. ως δικηγόρου, ο οποίος, όμως, εφεσίβαλε τον διορισμό του, και ότι πρέπει να αποφασίσει το γερμανικό Δικαστήριο σχετικά (Τ19).
· Την 26.11.2025, η Κεντρική Αρχή ενημέρωσε το κράτος έκδοσης πως το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχε τεθεί η υπόθεση για επανεκδίκαση την 26.11.2025, μετά την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 24.11.2025, όρισε την υπόθεση για επανεκδίκαση την 9.12.2025, επομένως η παράκληση ήταν να υπάρξει ενημέρωση σε σχέση με τις εξελίξεις στο θέμα του δικηγόρου μέχρι τότε (Τ20).
· Την 8.12.2025, η Κεντρική Αρχή προέβη σε σχετική υπενθύμιση για την αναμενόμενη απάντηση, ενόψει της επικείμενης ακρόασης την επομένη (Τ21).
· Την 9.12.2025, το κράτος έκδοσης απάντησε «The Court will appoint a new lawyer. Hope this happens this week» (Τ22), ενώ το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση για την 22.12.2025, για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία.
· Την 18.12.2025, έγινε υπόμνηση από την Κεντρική Αρχή ότι αναμένεται απάντηση για το θέμα του δικηγόρου, ενόψει της επικείμενης ακρόασης την 22.12.2025 (Τ23). Την 22.12.2025 η ακρόαση της υπόθεσης είχε αναβληθεί, για διάφορο λόγο, και εκ των πραγμάτων, με τον ορισμό της, εκ νέου, την 9.1.2026, είχε δοθεί περαιτέρω χρόνος για την επίλυση αυτού του ζητήματος. Την 7.1.2026, η Κεντρική Αρχή ζήτησε από το κράτος έκδοσης πληροφόρηση, επισημαίνοντας ρητά τον κίνδυνο, εάν δεν υπάρξει πρόοδος, να μην εκτελεστεί το ΕΕΣ (Τ24), με δε πλήρη επιστολή της, η Κεντρική Αρχή, εξέθεσε το ιστορικό της όλης υπόθεσης, επισημαίνοντας την πολύμηνη εκκρεμότητα (Τ25).
· Την 8.1.2026, το κράτος έκδοσης απάντησε «Sorry for the late response. The lawyer A. withdraw his appeal, but asked the local court to assign another lawyer. Up to now Mr. A is still the appointed lawyer for Mr K.» (Τ26).»
To πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε το νομικό πλαίσιο που διέπει, κατά την κρίση του, το όλο θέμα δίδοντας ιδιαίτερη σημασία στις πρόνοιες της Απόφασης - Πλαίσιο του Συμβουλίου της 13.6.2002 η οποία εισήγαγε την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης στον τομέα του Ποινικού Δικαίου, στις πρόνοιες των Οδηγιών 2013/48/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/1919, στα άρθρα 47 και 48(2) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Προέβη σε ανάλυση των άρθρων 3 παρ. 1 και 10 παρ. 4, 5 και 6 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ ως επίσης των αιτιολογικών σκέψεων 4, 5, 6, 12, 28 και 42 - 47 αυτής και των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 2, 6 παρ. 1 και 7 παρ. 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919, των άρθρων 17, 20 και 23 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν.133(Ι)/2004 όπως έχει τροποποιηθεί και νομολογίας.
Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε σύνοψη των δεδομένων και αξιολόγηση τους με βάση την αποδεκτή μαρτυρία ως ακολούθως:
«Ως προς τη χρονική διάσταση, που είναι κρίσιμη για την εκτίμηση του «εύλογου χρόνου» και της θεραπευσιμότητας, από τη σύλληψη (25.9.2025) μέχρι την ενημέρωση ότι ο διορισθείς δικηγόρος παρέμενε τυπικά διορισμένος, αλλά ζήτησε διορισμό άλλου (8.1.2026), παρήλθαν 105 ημέρες. Από τη γνωστοποίηση πρόθεσης συντονισμού υπεράσπισης και ανάγκης νομικής αρωγής (30.9.2025) μέχρι το ίδιο σημείο, παρήλθαν 100 ημέρες. Από την αποστολή των πέντε προτεινόμενων δικηγόρων (9.10.2025) μέχρι την 8.1.2026, παρήλθαν 91 ημέρες. Οι εν λόγω διάρκειες υπερβαίνουν το πλαίσιο μιας πρόσκαιρης καθυστέρησης και επηρεάζουν ουσιωδώς την πρακτική αξία του δικαιώματος του άρθρου 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ εντός της διαδικασίας ΕΕΣ.
Ο Καθ' ου η αίτηση συνελήφθη βάσει του ΕΕΣ την 25.9.2025 και τελούσε υπό κράτηση μέχρι την 26.11.2025. Οι επίμαχες ενέργειες εκτυλίχθηκαν ενόσω ο Καθ' ου η αίτηση στερείτο της προσωπικής ελευθερίας του, στοιχείο που εντείνει την υποχρέωση επιμέλειας.
Ήδη, από την 30.9.2025, οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση στην Κύπρο γνωστοποίησαν στην Κεντρική Αρχή την πρόθεσή του να συνεργαστεί με τις αρχές του κράτους έκδοσης, ζητώντας όπως εξεταστεί στην Κύπρο, λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας διορισμού δικηγόρου στη Γερμανία και της ανάγκης παρουσίας των Κύπριων συνηγόρων του. Η Κεντρική Αρχή, ενεργώντας άμεσα, διαβίβασε το αίτημα στο κράτος έκδοσης και, με την ίδια επικοινωνία της 2.10.2025, ζήτησε ρητώς πληροφορίες για τον τρόπο διορισμού δικηγόρου στη Γερμανία και τη δυνατότητα εφαρμογής της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 περί δικαστικής αρωγής, επισημαίνοντας την επικείμενη ακρόαση για την εκτέλεση του ΕΕΣ. Το κράτος έκδοσης απάντησε την 6.10.2025 ότι θα διοριστεί δικηγόρος υπεράσπισης από το κράτος, χωρίς, ωστόσο, να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τη διαδικασία, το χρονικό πλαίσιο ή τη διασφάλιση αποδοχής της εντολής από τον διοριζόμενο δικηγόρο.
Ακολούθησε εκτενής και επαναλαμβανόμενη αλληλογραφία, ιδίως στις 7.10.2025 και 8.10.2025, κατά την οποία η Κεντρική Αρχή ζήτησε διευκρινίσεις βάσει του άρθρου 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Το κράτος έκδοσης υπέδειξε τη διαδικασία επιλογής δικηγόρου από κατάλογο, αναγνωρίζοντας ρητώς τη δυνατότητα μη αποδοχής της εντολής από επιλεγόμενο ή διοριζόμενο δικηγόρο. Οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση ανταποκρίθηκαν άμεσα, προτείνοντας πέντε δικηγόρους εντός της αρμόδιας περιφέρειας ήδη από την 9.10.2025, γεγονός που καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση που ακολούθησε δεν οφείλεται σε αδράνεια ή απροθυμία της πλευράς του Καθ' ου η αίτηση. Παρά ταύτα, μέχρι και την 20.10.2025, δεν υπήρξε σαφής ενημέρωση για τον διορισμό, οπότε και γνωστοποιήθηκε ότι είχε διοριστεί δικηγόρος (Μ.Α.).
Μεταγενέστερα, και δη μετά την απόφαση του Εφετείου για επανεκδίκαση, κατέστη σαφές ότι ο εν λόγω δικηγόρος είχε ασκήσει έφεση κατά του διορισμού του, με αποτέλεσμα η νομική κατάσταση να παραμένει αβέβαιη. Από την 25.11.2025 έως και την 8.1.2026, η Κεντρική Αρχή προέβη σε αλλεπάλληλες οχλήσεις και υπομνήσεις, επισημαίνοντας ρητώς τον κίνδυνο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ λόγω της πολύμηνης εκκρεμότητας. Οι απαντήσεις του κράτους έκδοσης παρέμεναν γενικές και μη δεσμευτικές, περιοριζόμενες σε εκφράσεις προσδοκίας («Hope this happens this week»). Τελικώς, στις 8.1.2026, το κράτος έκδοσης ενημέρωσε ότι ο αρχικά διορισθείς δικηγόρος είχε αποσύρει την έφεσή του, αλλά ταυτόχρονα είχε ζητήσει τον διορισμό άλλου δικηγόρου, παραμένοντας τυπικώς διορισμένος μέχρι τότε, γεγονός που παγίωσε την παρατεταμένη αβεβαιότητα ως προς την εκπροσώπηση.
Παρεμβάλλεται πως, μέχρι και την ολοκλήρωση της ακρόασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (παρούσα σύνθεση), και μετά την πάροδο των προβλεπόμενων προθεσμιών, η εν λόγω αμφισημία είχε παραμείνει.
Από το σύνολο των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι, παρά τις επανειλημμένες και έγκαιρες ενέργειες της Κεντρικής Αρχής του κράτους εκτέλεσης, καθώς και την άμεση συνεργασία της υπεράσπισης του Καθ' ου η αίτηση, δεν κατέστη δυνατό να διασφαλιστεί εντός εύλογου χρόνου η ύπαρξη σαφούς, ενεργής και αποδεκτής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης. Η έλλειψη αυτή στέρησε την πρακτική δυνατότητα έγκαιρης συλλογής και διαβίβασης πληροφοριών ή συμβουλών προς τον συνήγορο στο κράτος εκτέλεσης για την προβολή και τεκμηρίωση των σχετικών ισχυρισμών κατά την ακρόαση εκτέλεσης, όπως ακριβώς προϋποθέτει ο ρόλος του άρθρου 10 § 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ.
Η αδυναμία αυτή δεν συνδέεται με μεμονωμένο περιστατικό ή παροδική καθυστέρηση, αλλά με τον τρόπο με τον οποίον, στην παρούσα υπόθεση, οργανώθηκε και εξελίχθηκε η διαδικασία διορισμού δικηγόρου νομικής αρωγής στο κράτος έκδοσης. Ειδικότερα, ζητήθηκε εξαρχής από τον Καθ' ου η αίτηση η υποβολή καταλόγου πέντε δικηγόρων, με ρητή επισήμανση ότι υφίστατο το ενδεχόμενο οι προτεινόμενοι δικηγόροι να μην αποδεχθούν την εντολή, γεγονός που προδιέγραφε την πιθανότητα μη άμεσης ανάληψης εκπροσώπησης και, συνακόλουθα, την εκ των υστέρων αμφισβήτηση ή αποποίηση του διορισμού, και την ανάγκη περαιτέρω δικαστικής παρέμβασης. Στην πράξη, η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση αποδείχθηκε ιδιαίτερα περίπλοκη και πολυεπίπεδη. Ο αρχικός διορισμός του δικηγόρου Α.Μ. ακολουθήθηκε από άσκηση έφεσης εκ μέρους του ίδιου, η οποία δημιούργησε εκκρεμότητα ως προς την οριστικοποίηση της εκπροσώπησης εν αναμονή απόφασης του αρμόδιου τοπικού δικαστηρίου. Μεταγενέστερα, και ενώ η έφεση αυτή ήρθη, ο ίδιος πρότεινε τον διορισμό άλλου δικηγόρου, χωρίς να υπάρξει σαφής και άμεση οριστικοποίηση. Περαιτέρω, τέθηκε υπόψη, επικουρικά, πληροφορία περί ενδεχόμενου διορισμού έτερης δικηγόρου, η οποία, σύμφωνα με τα γνωστοποιηθέντα, επίσης δεν επρόκειτο να αποδεχθεί την εντολή. Η αλληλουχία αυτή των γεγονότων κατέδειξε ότι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η ύπαρξη ενεργού και αποδεχθέντος την εντολή δικηγόρου στο κράτος έκδοσης παρέμενε αβέβαιη επί μακρόν, χωρίς συγκεκριμένο και δεσμευτικό χρονικό ορίζοντα επίλυσης, παρά τις επανειλημμένες και επιμελείς οχλήσεις της Κεντρικής Αρχής. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική δυνατότητα να συντονίσει την υπεράσπισή του μεταξύ κράτους εκτέλεσης και κράτους έκδοσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παρ. 4 και 5 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ και στο άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919. Η κατάσταση αυτή, λαμβανομένης υπόψη της πολύμηνης διάρκειας, της στέρησης της ελευθερίας του Καθ' ου η αίτηση κατά κρίσιμο χρονικό διάστημα και της εξάντλησης των προβλεπόμενων προθεσμιών του ν. 133(Ι)/2004, υπερβαίνει το επίπεδο μιας θεραπεύσιμης δικονομικής πλημμέλειας και αναδεικνύεται σε ουσιώδη αποδυνάμωση του πυρήνα των άρθρων 47-48 ΧΘΔΕΕ εντός της ίδιας της διαδικασίας ΕΕΣ, δεδομένου ότι ο μηχανισμός «διπλού δικηγόρου» καθίσταται πρακτικά ανενεργός. Το μη θεραπεύσιμο δεν στηρίζεται στον χρόνο καθαυτό, αλλά στη δομική αδυναμία του μηχανισμού στο κράτος έκδοσης να παράξει λειτουργικό αποτέλεσμα, εντός του θεσμικού χρόνου του ΕΕΣ.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον, ενόψει της παρατεταμένης και μη θεραπεύσιμης αβεβαιότητας ως προς την ύπαρξη αποτελεσματικής νομικής εκπροσώπησης στο κράτος έκδοσης, δύναται να διατηρηθεί το τεκμήριο αμοιβαίας εμπιστοσύνης που διέπει το σύστημα του ΕΕΣ ή αν, αντιθέτως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης, κατά την έννοια που εξηγήθηκε προηγουμένως.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος ο εφεσίβλητος «να παραδοθεί στο κράτος έκδοσης χωρίς να έχει διασφαλιστεί εκ των προτέρων η ύπαρξη ενεργού και λειτουργικής υπεράσπισης» και ότι η άρνηση εκτέλεσης συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο, προς αποτροπή ουσιώδους προσβολής του πυρήνα των δικαιωμάτων Υπεράσπισης εντός της διαδικασίας του ΕΕΣ, χωρίς περαιτέρω παράταση της υφιστάμενης αβεβαιότητας.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα ζητήματα που τέθηκαν από την υπεράσπιση το πρωτόδικο Δικαστήριο, για σκοπούς πληρότητας, τα εξέτασε και τα απέρριψε για τους λόγους που εξηγεί. Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται μέσω της Ειδοποίησης Εφεσίβλητου.
Συνεπεία των πιο πάνω το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη του αιτήματος εκτέλεσης του ΕΕΣ κρίνοντας ότι υπάρχει πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος προσβολής των άρθρων 47 και 48 του ΧΘΔΕΕ και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Η πλευρά του εφεσείοντος προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με δύο λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τις πρόνοιες της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ ώστε αυτές να επεκτείνονται στο δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι στο πλαίσιο της πιο πάνω Οδηγίας η υποχρέωση του κράτους μέλους έκδοσης του ΕΕΣ επεκτείνεται πέραν του διορισμού δικηγόρου, καθήκον που εν προκειμένω είχε εκπληρώσει στο πλαίσιο νομικής αρωγής, στην παροχή αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικηγόρο. Με τον τρόπο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε υπέρμετρο βάρος και υποχρέωση στο κράτος μέλος έκδοσης.
Η πλευρά του εφεσείοντος υποστηρίζει ότι, έχοντας υπόψη το άρθρο 2 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ που αφορά το πεδίο εφαρμογής της, δηλαδή αφορά τόσο τους ύποπτους ή κατηγορούμενους στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας όσο και πρόσωπα που υπάγονται στη διαδικασία του ΕΕΣ, τις παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 10 της ίδιας Οδηγίας αλλά και το άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919, τόσο το κράτος μέλος έκδοσης όσο και το κράτος μέλος εκτέλεσης του ΕΕΣ, εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους ως αυτές προκύπτουν συνδυαστικά από το περιεχόμενο των Οδηγιών 2013/48/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/1919.
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης συνεχίζει η πλευρά του εφεσείοντος, η Κεντρική Αρχή είχε ενημερώσει αμέσως τις Γερμανικές Αρχές για το αίτημα του εφεσίβλητου να διορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης και το κράτος μέλος έκδοσης επίσης διέθεσε αμέσως προς την Κεντρική Αρχή κατάλογο δικηγόρων από τους οποίους ο εφεσίβλητος επέλεξε δικηγόρους της επιλογής του. Έγινε ακόμα σαφές ότι εάν δεν μπορούσε ο εφεσίβλητος να καλύψει τα έξοδα του δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης, τότε τα έξοδα του δικηγόρου θα καταβάλλονταν από το κράτος μέλος έκδοσης. Στις 20.10.2025 διορίστηκε δικηγόρος για τον εφεσίβλητο με έξοδα του κράτους μέλους έκδοσης. Κατά την επανεκδίκαση της υπόθεσης, υπήρξε ενημέρωση ότι ο εν λόγω δικηγόρος εφεσίβαλε τον διορισμό του και ότι θα έπρεπε να αποφασίσει για το ζήτημα αυτό Δικαστήριο του κράτους μέλους έκδοσης. Στις 8.1.2026 υπήρξε ενημέρωση από το κράτος μέλος έκδοσης ότι ο δικηγόρος που είχε διοριστεί, απέσυρε την έφεση που εκκρεμούσε για τον διορισμό του, αλλά ζήτησε από το Δικαστήριο όπως διοριστεί άλλος δικηγόρος για την εκπροσώπηση του εφεσίβλητου με τη διευκρίνηση πως μέχρι και την πιο πάνω ημερομηνία ο δικηγόρος παρέμενε διορισμένος για την εκπροσώπηση του εφεσίβλητου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνεχίζει η πλευρά του εφεσείοντος, λανθασμένα θεώρησε ότι το άρθρο 3, παρ. 1 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ ορίζει το δικαίωμα εκζητουμένων για σκοπούς ΕΕΣ να έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο εντός προθεσμίας κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να ασκούν τα δικαιώματα τους αποτελεσματικά δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναγκαιότητα της αποτελεσματικότητας της ενάσκησης των δικαιωμάτων από τους εκζητούμενους. Λανθασμένα επίσης θεώρησε ότι ένας απλός ή τυπικός διορισμός δεν ικανοποιούσε το δικαίωμα ως αυτό τίθεται στο άρθρο 10 της πιο πάνω Οδηγίας.
Προς στοιχειοθέτηση των θέσεων της η πλευρά του εφεσείοντος υποστηρίζει ότι στο άρθρο 3 της Οδηγίας στο οποίο βασίστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, το δικαίωμα αποτελεσματικής και πρακτικής ενάσκησης δικαιωμάτων αφορά αφενός το διορισμό δικηγόρου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας σε κράτος μέλος και όχι το δικαίωμα διορισμού δικηγόρου στο πλαίσιο ΕΕΣ, αφετέρου δε δεν αφορά την περίπτωση διορισμού δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ που γίνεται παράλληλα με τον διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος εκτέλεσης του ΕΕΣ. Επομένως, προκύπτει τόσο από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας όσο και από τον τίτλο του άρθρου 10 ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 3 της Οδηγίας αλλά αυτές του άρθρου 10. Υποστηρίζει επίσης ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 4 - 6 της Οδηγίας στις οποίες παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διαφοροποιούν την εφαρμογή του άρθρου 10 στις περιπτώσεις που αφορούν πρόσωπα που υπάγονται στη διαδικασία του ΕΕΣ. Είναι ακόμα η θέση της ότι η αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας που αναφέρεται σε πλήρες φάσμα υπηρεσιών δικηγόρου, στην οποία επίσης παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφορά τις περιπτώσεις υπόπτου ή κατηγορουμένου και όχι εκζητούμενου στο πλαίσιο ΕΕΣ. Περαιτέρω, σε σχέση με τις αιτιολογικές σκέψεις 42 - 47 στις οποίες παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο, η πλευρά του εφεσείοντος υποστηρίζει ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 42 - 45 αφορούν την ουσιαστική ενάσκηση δικαιωμάτων που αφορούν την περίπτωση πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης και όχι στο κράτος μέλος έκδοσης.
Η πλευρά του εφεσείοντος επισημαίνει ότι ο εφεσίβλητος έτυχε νομικής εκπροσώπησης στο κράτος μέλος εκτέλεσης καθόλη τη διαδικασία του ΕΕΣ, γεγονός που συνάδει με το περιεχόμενο της αιτιολογικής σκέψης 46 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Η εν λόγω αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ρητά σε δικαίωμα ορισμού και όχι σε δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης, ώστε να υπάρχει ουσιαστική ενάσκηση δικαιωμάτων, ως λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να ερμήνευσε τη συγκεκριμένη αιτιολογική σκέψη. Επομένως η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το άρθρο 5, παρ. 2[1] της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 προσδίδει κανονιστικό περιεχόμενο στο ρόλο του δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 10, παρ. 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, δεν είναι ορθή αφού παραγνωρίζει την ορθή ερμηνεία των διατάξεων της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Έχοντας υπόψη ότι υπήρχε διορισμός δικηγόρου για τον εφεσίβλητο τόσο στο κράτος μέλος έκδοσης πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας όσο και στο κράτος εκτέλεσης οι υποχρεώσεις αυτές έχουν εκπληρωθεί από τα δυο κράτη μέλη συμφώνως του περιεχομένου των Οδηγιών 2013/48/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/1919. Οποιαδήποτε ερμηνεία των ως άνω οδηγιών, καταλήγει η πλευρά του εφεσείοντος, ώστε να απαιτείται όπως πέραν του διορισμού δικηγόρου, ο διορισμός δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης να είναι τέτοιος ώστε να επιφέρει πρακτικά αποτελέσματα, βρίσκεται εκτός του περιεχομένου των ως άνω οδηγιών και θέτει υπέρμετρο βάρος στο κράτος μέλος έκδοσης για ζητήματα τα οποία βρίσκονται εκτός του ελέγχου του. Αποδοχή της συλλογιστικής που υιοθέτησε το επαρχιακό Δικαστήριο θα έχει ως αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία του μηχανισμού εκτέλεσης ΕΕΣ και την κατά συρροή απόρριψη αιτημάτων από τα κράτη μέλη.
Αντίθετα η πλευρά του εφεσίβλητου υποστηρίζει ότι η Οδηγία 2013/48/ΕΕ εισάγει τον μηχανισμό του «dual representation» ακριβώς για να διασφαλίσει ότι ο εκζητούμενος απολαμβάνει παράλληλης νομικής εκπροσώπησης τόσο στο κράτος μέλος εκτέλεσης όσο και στο κράτος μέλος έκδοσης ήδη πριν από τη παράδοση του, προβλέπει ότι ο δικηγόρος στο κράτος μέλος έκδοσης έχει ως ρόλο να βοηθά τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης με την παροχή πληροφοριών και συμβουλών ως επίσης ότι ο σκοπός και το πνεύμα της πρόνοιας του άρθρου 10, παρ. 4 είναι να εξασφαλίζει ότι ο εκζητούμενος θα έχει πραγματική δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι του ΕΕΣ. Εάν η υποχρέωση του κράτους μέλους έκδοσης περιοριζόταν σε έναν απλό τυπικό διορισμό δικηγόρου, χωρίς να διασφαλίζεται οποιαδήποτε ουσιαστική συνεργασία και επικοινωνία με τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης, το δικαίωμα αυτό θα καθίστατο κενό περιεχομένου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την πλευρά του εφεσίβλητου, η Οδηγία 2013/48/ΕΕ κατοχυρώνει στο άρθρο 3 το θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Παράλληλα, το άρθρο 10 της Οδηγίας ρυθμίζει ειδικά την εφαρμογή του δικαιώματος αυτού στις διαδικασίες εκτέλεσης ΕΕΣ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το άρθρο 3 αυτοτελώς, αλλά χρησιμοποίησε τις αρχές του για να ερμηνεύσει το περιεχόμενο του δικαιώματος που προβλέπει το άρθρο 10. Επομένως η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις αρχές που απορρέουν από το άρθρο 3, δεν συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης, αλλά ερμηνευτική προσέγγιση του περιεχομένου του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο, όπως αυτό κατοχυρώνεται και εξειδικεύεται στο άρθρο 10.
Έχουμε μελετήσει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις των δύο πλευρών.
Σημειώνουμε καταρχάς ότι συμφωνούμε με την πλευρά του εφεσείοντα ότι το άρθρο 2 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ αφορά το πεδίο εφαρμογής της και περιλαμβάνει τόσο υπόπτους ή κατηγορούμενους στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας όσο και πρόσωπα που υπάγονται στη διαδικασία του ΕΕΣ (βλ. άρθρο 2, παρ. 2[2]). Συμφωνούμε επίσης ότι το άρθρο 3 της Οδηγίας προνοεί για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας σε κράτος μέλος και δεν αφορά την περίπτωση διορισμού δικηγόρου στο πλαίσιο ΕΕΣ ή την περίπτωση διορισμού δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ που γίνεται παράλληλα με τον διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος εκτέλεσης του ΕΕΣ. Αυτό προκύπτει τόσο από την επικεφαλίδα όσο και από την παρ. 1 αυτού, στην οποία κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο που έχουν ως ακολούθως:
«Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν το δικαίωμα των υπόπτων και κατηγορουμένων να έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο εντός προθεσμίας και κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να ασκούν τα δικαιώματα υπεράσπισής τους πρακτικά και αποτελεσματικά.»
Παρατηρούμε επίσης ότι όντως στην αιτιολογική σκέψη 12[3] η αναφορά σε πλήρες φάσμα υπηρεσιών, σχετίζεται με τις περιπτώσεις υπόπτου ή κατηγορουμένου και όχι εκζητουμένου στο πλαίσιο ΕΕΣ. Περαιτέρω σε σχέση με τις αιτιολογικές σκέψεις 42 - 45[4], αυτές αφορούν την περίπτωση πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης ΕΕΣ και όχι στο κράτος μέλος έκδοσης.
Οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 10 της Οδηγίας έχουν ως ακολούθως:
«4. Η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος εκτέλεσης ενημερώνει τον εκζητούμενο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη στέρηση της ελευθερίας, ότι έχει δικαίωμα να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης. Ο ρόλος του εν λόγω δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης είναι να βοηθά τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης με την παροχή πληροφοριών και συμβουλών στον εν λόγω δικηγόρο, ώστε ο εκζητούμενος να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ.
5. Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης και δεν έχει ήδη τέτοιο δικηγόρο, η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος εκτέλεσης ενημερώνει ταχέως την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος έκδοσης. Η αρμόδια αρχή στο εν λόγω κράτος μέλος παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον εκζητούμενο πληροφορίες που τον διευκολύνουν να ορίσει εκεί δικηγόρο.»
(έμφαση δική μας)
Η αναφορά στην παρ. 4 σε αποτελεσματική άσκηση δικαιωμάτων εκ μέρους του εκζητούμενου είναι ασυμβίβαστη με τη θέση της πλευράς του εφεσείοντος ότι η υποχρέωση του κράτους μέλους έκδοσης αφορά μόνον τον απλό διορισμό δικηγόρου, δηλαδή τυπική συμμόρφωση με τις επιταγές της Οδηγίας. Σε αυτό συνηγορούν και οι αιτιολογικές σκέψεις 46 και 47 της Οδηγίας, τις οποίες μνημονεύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, και έχουν ως ακολούθως:
«(46) Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους έκδοσης, μόλις ενημερωθεί ότι ο εκζητούμενος επιθυμεί να ορίσει δικηγόρο σε αυτό το κράτος μέλος, θα πρέπει να παρέχει στον εκζητούμενο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση πληροφορίες για να τον διευκολύνει να ορίσει δικηγόρο στο εν λόγω κράτος μέλος. Αυτές οι πληροφορίες μπορούν, λόγου χάρη, να περιλαμβάνουν ισχύοντα κατάλογο δικηγόρων ή το όνομα δικηγόρου που ασκεί καθήκοντα στο κράτος έκδοσης, που να μπορεί να παράσχει πληροφόρηση και συμβουλές σε υποθέσεις ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από τον κατάλληλο δικηγορικό σύλλογο να καταρτίσει αυτόν τον κατάλογο.
(47) Η διαδικασία παράδοσης είναι ζωτικής σημασίας για τη συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών. Η τήρηση των προθεσμιών που καθορίζονται στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ είναι πολύ σημαντική για τη συνεργασία αυτή. Για τον λόγο αυτό, ενώ οι εκζητούμενοι θα πρέπει να μπορούν να ασκούν πλήρως τα δικαιώματά τους βάσει της παρούσας οδηγίας σε διαδικασίες εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, οι εν λόγω προθεσμίες θα πρέπει να τηρούνται.»
(έμφαση δική μας)
Εκατόν πέντε (105) μέρες μετά την σύλληψη του εφεσίβλητου και εκατόν (100) μέρες από τη γνωστοποίηση πρόθεσης συντονισμού υπεράσπισης και ανάγκης νομικής αρωγής κάθε άλλο παρά υπήρξε συμμόρφωση με τις επιταγές της Οδηγίας. Στις 8.1.2026 υπήρξε ενημέρωση ότι ο διορισθείς δικηγόρος στο κράτος μέλος έκδοσης παρέμενε τυπικά διορισμένος και ζήτησε μάλιστα τον διορισμό άλλου δικηγόρου, κατάσταση που υφίστατο μέχρι και την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τούτο, με κάθε εκτίμηση, καταδεικνύει ότι δεν υπήρξε ουσιαστική εκπλήρωση του καθήκοντος του κράτους μέλους έκδοσης. Όπως υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ. 24 της απόφασης του (εύρημα/συμπέρασμα το οποίο δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης):
«Στην υπό αναφορά υπόθεση, ο προσφεύγων δεν έτυχε, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο των υπηρεσιών του δικηγόρου που διορίστηκε. Από την αρχή, ο δικηγόρος δήλωσε ότι αδυνατούσε να ενεργήσει. Επικαλέστηκε αρχικά την ύπαρξη άλλων υποχρεώσεων και στη συνέχεια την κατάσταση της υγείας του.»
Με βάση τα πιο πάνω και χωρίς να υιοθετούμε στην ολότητα της τη συλλογιστική του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καταλήγουμε ότι ο πρώτος λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι, άνευ επηρεασμού του πρώτου λόγου έφεσης και ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το δικαίωμα του εκζητούμενου σε διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης εμπεριέχει δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικηγόρο, η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού δεν επενεργεί καταλυτικά στην εκτέλεση του ΕΕΣ δεδομένης της πρόνοιας του άρθρου 10, παρ. 6 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα παραγνώρισε πως παρά την σημασία ενάσκησης του δικαιώματος διορισμού δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης, η ταχύτητα στην ολοκλήρωση της διαδικασίας παράδοσης εκζητούμενου, διά των θεσμοθετημένων προθεσμιών υπερτερεί εάν ο χρόνος εξαντλείται. Η ενάσκηση του δικαιώματος διορισμού δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης δεν μπορεί να επενεργεί καταλυτικά στην εκτέλεση του ΕΕΣ εφόσον οι άλλες προϋποθέσεις πληρούνται, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 10, παρ. 6 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει.
Η παρ. 6 του άρθρου 10 της Οδηγίας έχει ως ακολούθως:
«6. Το δικαίωμα του εκζητούμενου να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης δεν θίγει τις προθεσμίες της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ ή την υποχρέωση της δικαστικής αρχής εκτέλεσης να αποφασίσει, εντός των εν λόγω προθεσμιών και των όρων που τίθενται από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, αν το πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί.»
Στα αγγλικά:
«6. The right of a requested person to appoint a lawyer in the issuing Member State is without prejudice to the time-limits set out in Framework Decision 2002/584/JHA or the obligation on the executing judicial authority to decide, within those time- limits and the conditions defined under that Framework Decision, whether the person is to be surrendered.»
Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση της πλευράς του εφεσείοντος ότι η έννοια της πιο πάνω Οδηγίας είναι ότι η ταχύτητα στην ολοκλήρωση της διαδικασίας παράδοσης εκζητουμένου, διά των θεσμοθετημένων προθεσμιών, υπερτερεί της ενάσκησης του δικαιώματος διορισμού δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης. Δεν νοείται θεμελειώδες δικαίωμα όπως το υπό συζήτηση να εξασθενεί ή να εξαντλείται στο όνομα της ταχείας παράδοσης.
Η ορθή, κατά την κρίση μας, ερμηνεία της εν λόγω διάταξης είναι ότι στο πλαίσιο των προθεσμιών της απόφασης - πλαισίου 2202/584/ΔΕΥ, θα πρέπει να ασκείται τόσο το δικαίωμα του εκζητούμενου για διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης όσο και η υποχρέωση της δικαστικής αρχής εκτέλεσης να αποφασίσει εντός των εν λόγω προθεσμιών και των όρων που τίθενται, αν αυτός θα πρέπει να παραδοθεί. Στο συμπέρασμα αυτό συνηγορεί και το περιεχόμενο της αιτιολογικής σκέψης 47 (ανωτέρω) όπου αναφέρεται ότι, αφενός μεν θα πρέπει οι εκζητούμενοι να μπορούν να ασκούν πλήρως τα δικαιώματα τους, αφετέρου δε, οι προθεσμίες θα πρέπει να τηρούνται. Κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε στη σελ. 19 της απόφασης του ότι:
«Το άρθρο 10 § 6 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ ορίζει ότι το δικαίωμα ορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης «δεν θίγει» τις προθεσμίες και την υποχρέωση του Δικαστηρίου εκτέλεσης να αποφασίσει εντός αυτών. Η διάταξη αυτή δεν αναιρεί το δικαίωμα, αλλά καθιστά επιτακτική την υλοποίησή του εντός χρονικού πλαισίου που να διατηρεί πρακτική αξία στη διαδικασία ΕΕΣ.»
Η πλευρά του εφεσείοντος επικαλείται την απόφαση του Εφετείου της 24.11.2025 στο πλαίσιο της Έφεσης ΕΕΣ Αρ. 3/2025 (ανωτέρω), όπου λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ταχύτητα στην ολοκλήρωση της διαδικασίας παράδοσης εκζητουμένου διά των θεσμοθετημένων προθεσμιών, υπερτερεί, αν ο χρόνος εξαντλείται, του διορισμού δικηγόρου στην αιτούσα χώρα. Με κάθε σεβασμό έχουμε διαφορετική θέση. Δεν θεωρούμε ότι από το περιεχόμενο της παρ. 6 του άρθρου 10 και ειδικότερα της φράσης «δεν θίγει τις προθεσμίες» (στο αγγλικό κείμενο «is without prejudice to the time-limits») της Οδηγίας προκύπτει ένα τέτοιο συμπέρασμα. Όπως αναφέρουμε πιο πάνω, η ενάσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος δεν θα πρέπει να εξασθενεί ή να εξαντλείται στο όνομα της ταχείας παράδοσης. Αυτό καταδεικνύεται από το περιεχόμενο του άρθρου 12, παρ. 1 που έχει ως ακολούθως:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι σε ποινική διαδικασία καθώς και οι εκζητούμενοι σε διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα δυνάμει του εθνικού δικαίου σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων βάσει της παρούσας οδηγίας.»
(έμφαση δική μας)
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και το περιεχόμενο της αιτιολογικής σκέψης 49 της Οδηγίας:
«Κατ’ εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν επαρκή και αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα για την προστασία των δικαιωμάτων που παρέχονται σε άτομα βάσει της παρούσας οδηγίας.»
(έμφαση δική μας)
Τονίζουμε βέβαια ότι το Εφετείο στο πλαίσιο της Έφεσης ΕΕΣ Αρ. 3/2025 (ανωτέρω) αναφέρει ότι το δικαίωμα διορισμού δικηγόρου στο κράτος έκδοσης αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Προσθέτουμε ότι η πλευρά του εκζητούμενου δεν επέδειξε κωλυσιεργεία. Αντίθετα εκδήλωσε την πρόθεση της για διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης και άσκησε το δικαίωμα της έγκαιρα, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το Εφετείο επέτρεψε την έφεση, μεταξύ άλλων, επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ενέκρινε αίτημα αναβολής που υπέβαλε ο δικηγόρος του εφεσείοντα/εκζητούμενου για να ασκηθεί το δικαίωμα του εκζητούμενου για διορισμό δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ. Από τις 24.11.2025 που εκδόθηκε η ως άνω απόφαση από το Εφετείο μέχρι τις 9.1.2026 που άρχισε η επανεκδίκαση της υπόθεσης, ακόμα και μέχρι την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, δεν υπήρξε ουσιαστική εκπλήρωση του καθήκοντος του κράτους μέλους έκδοσης για διορισμό δικηγόρου για τον εφεσίβλητο ώστε να βοηθά τον δικηγόρο του στο κράτος μέλος εκτέλεσης με την παροχή πληροφοριών και συμβουλών. Υπάρχει δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση διαφοροποίηση των γεγονότων σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούσαν τα γεγονότα της Έφεσης ΕΕΣ Αρ. 3/2025 (ανωτέρω) τα οποία δεν δικαιώνουν, αντίθετα καθιστούν τη θέση της πλευράς του εφεσείοντος άνευ ερείσματος.
Με βάση τα πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης επίσης απορρίπτεται.
Ως εκ των ανωτέρω η έφεση απορρίπτεται.
Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως κοινοποιήσει αμελλητί την παρούσα απόφαση στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, μέσω της Κεντρικής Αρχής της Δημοκρατίας.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
[1] Το κράτος μέλος έκδοσης διασφαλίζει ότι οι καταζητούμενοι τους οποίους αφορά διαδικασία εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για τον σκοπό της άσκησης ποινικής δίωξης και οι οποίοι ασκούν το δικαίωμα τους να ορίσουν δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης για να συνεπικουρεί τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 4 και 5 της οδηγίας 2013//48/ΕΕ, έχουν το δικαίωμα σε δικαστική αρωγή στο κράτος μέλος έκδοσης, για τον σκοπό της διαδικασίας αυτής στο κράτος μέλος εκτέλεσης, εφόσον η δικαστική αρωγή είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
[2] Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε πρόσωπα που υπάγονται στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (εκζητούμενου) από τον χρόνο σύλληψής τους στο κράτος μέλος εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 10.
[3] (12) Η παρούσα οδηγία θέτει τους ελάχιστους κανόνες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και της διαδικασίας για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών ( 5 ) (διαδικασία ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης) και το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας. Με τον τρόπο αυτό, η οδηγία προωθεί την εφαρμογή του Χάρτη και ιδίως των άρθρων 4, 6, 7, 47 και 48 αυτού, βάσει των άρθρων 3, 5, 6 και 8 της ΕΣΔΑ, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο, στη νομολογία του, θέτει παγίως κανόνες για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Αυτή η νομολογία προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο δίκαιος χαρακτήρας μιας διαδικασίας απαιτεί να μπορεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος να αποκτά το πλήρες φάσμα των υπηρεσιών που συνδέονται ειδικότερα με το δικαίωμα για νομική συνδρομή. Στο σημείο αυτό, οι δικηγόροι υπόπτων ή κατηγορουμένων θα πρέπει να μπορούν να εξασφαλίζουν χωρίς περιορισμό τις θεμελιώδεις πτυχές της υπεράσπισης.
[4] (42) Το πρόσωπα που υπάγονται σε διαδικασία εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης («εκζητούμενοι») θα πρέπει να έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης, ώστε να μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικά τα δικαιώματά τους που προβλέπονται από την απόφαση- πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ. Όταν ο δικηγόρος παρίσταται σε εξέταση του εκζητούμενου από δικαστική αρχή εκτέλεσης, ο εν λόγω δικηγόρος δύναται, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο διαδικασίες, να υποβάλλει ερωτήσεις, να ζητά διευκρινίσεις και να προβαίνει σε δηλώσεις. Το γεγονός της παράστασης του δικηγόρου σε αυτήν την εξέταση θα πρέπει να σημειώνεται μέσω της διαδικασίας καταγραφής σύμφωνα με το δίκαιο του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
(43) Οι εκζητούμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα της κατ’ ιδίαν συνάντησης με τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διάρκεια και τη συχνότητα αυτών των συναντήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις για την κατοχύρωση της ασφάλειας και της προστασίας, ιδίως του δικηγόρου και του εκζητούμενου, στον τόπο στον οποίο πραγματοποιείται η διαβούλευση μεταξύ του δικηγόρου και του εκζητούμενου. Αυτές οι πρακτικές ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την πραγματική άσκηση και την ουσία του δικαιώματος των υπόπτων ή κατηγορουμένων να διαβουλεύονται με τον δικηγόρο τους.
(44) Οι εκζητούμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα επικοινωνίας με τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί στο κράτος εκτέλεσης. Αυτή η επικοινωνία θα πρέπει να μπορεί να πραγματοποιείται σε οιοδήποτε στάδιο, μεταξύ άλλων πριν από κάθε άσκηση του δικαιώματος διαβούλευσης με τον δικηγόρο. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διάρκεια, τη συχνότητα και τον τρόπο της επικοινωνίας μεταξύ των εκζητούμενων και του δικηγόρου τους, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη χρήση τηλεδιάσκεψης και άλλης τεχνολογίας επικοινωνιών προς διεξαγωγή αυτής της επικοινωνίας. Αυτές οι πρακτικές ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την πραγματική άσκηση και την ουσία του δικαιώματος των εκζητούμενων να επικοινωνούν και να διαβουλεύονται με τον δικηγόρο τους.
(45) Τα κράτη μέλη εκτέλεσης θα πρέπει να καθορίζουν τις απαραίτητες ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν ότι οι εκζητούμενοι μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμά τους πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης, μεταξύ άλλων ρυθμίζοντας τη συνδρομή δικηγόρου όταν οι εκζητούμενοι δεν έχουν, εκτός αν παραιτήθηκαν από το εν λόγω δικαίωμα. Οι ρυθμίσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως των ρυθμίσεων για το ευεργέτημα της πενίας, διέπονται από το εθνικό δίκαιο. Μπορούν να προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμόδιες αρχές κανονίζουν τη συνδρομή δικηγόρου βάσει καταλόγου διαθέσιμων δικηγόρων από τον οποίον μπορούν να επιλέξουν οι εκζητούμενοι.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο