ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΡΦΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 92/2023, 30/3/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΡΦΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 92/2023, 30/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 92/2023)

 

30 Μαρτίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΡΦΟΥ,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Π. Βαρνάβα για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.

Ν. Κληρίδης, για τον Εφεσίβλητο.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε τέσσερεις κατηγορίες. Δύο εξ αυτών αφορούν, κατ' ισχυρισμόν, παράβαση προνοιών του περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων Παρεμπόδισης της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού Covid‑ 19) για τις συναθροίσεις πέραν των δύο ατόμων σε δημόσιους χώρους, Διατάγματος (αρ.59) ΚΔΠ 615/20, και παράβαση Άρθρων του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ. 260 και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οι άλλες δύο αφορούν κατ' ισχυρισμόν διέγερση για διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του Άρθρου 370 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, του Άρθρου 7 του Κεφ. 260 και του Διατάγματος (αρ.59) ΚΔΠ 615/20.

 

Αποδιδόταν, στον εφεσίβλητο, ότι στις 2.1.2021, κατά την ομιλία του στον Ιερό Ναό του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, παρότρυνε τους πιστούς να διαπράξουν ποινικό αδίκημα δηλαδή να συμμετάσχουν σε δημόσια συνάθροιση κατά παράβαση των μέτρων που καθορίστηκαν για παρεμπόδιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού Covid‑19, δηλαδή να μεταβούν στις 6.1.2021 στον ποταμό Καρκώτη για τον αγιασμό των υδάτων (κατηγορία 1), ενώ, στις 6.1.2021, κατά την τέλεση της λειτουργίας εντός του Ιερού Ναού της Αγίας Μαρίνας, ομοίως, παρότρυνε τους πιστούς να διαπράξουν το ίδιο αδίκημα (κατηγορία 3). Οι κατηγορίες 2 και 4 απέδιδαν στον εφεσίβλητο, στον αντίστοιχο τόπο και χρόνο των κατηγοριών 1 και 3, ότι διέγειρε άλλα πρόσωπα να διαπράξουν ποινικό αδίκημα, δηλαδή να παραβούν διάταγμα και τις κατευθυντήριες οδηγίες που εκδόθηκαν από τον Υπουργό Υγείας για τον καθορισμό μέτρων για παρεμπόδιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού Covid‑19, δηλαδή να μεταβούν στις 6.1.2021 στον ποταμό Καρκώτη για τον αγιασμό των υδάτων και να συμμετάσχουν σε δημόσια συνάθροιση.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αριθμός μαρτύρων κατηγορίας και κατατέθηκαν αριθμός τεκμηρίων. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, παρά το ότι η πλευρά του εφεσίβλητου δεν υπέβαλε σχετική εισήγηση μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το θέμα, ως άλλωστε έχει καθήκον να πράξει σε κάθε περίπτωση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη στον εφεσίβλητο παραβατική συμπεριφορά της πρόσκλησης σε δημόσια συνάθροιση ή συνάθροιση πέραν των δύο ατόμων, για τους λόγους τους οποίους εξήγησε. Έκρινε, συνεπώς, ότι απουσίαζε «συστατικό στοιχείο των λεπτομερειών της κατηγορίας 1», εφόσον «δεν έλαβε χώρα παράνομη δημόσια συνάθροιση ή προβλεπόμενη απαγορευμένη συνάθροιση πέραν των 2 ατόμων, αλλά επιτρεπόμενη άσκηση θρησκευτικής λατρείας». Ως αποτέλεσμα, αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσίβλητο στην κατηγορία 1 αλλά και στην κατηγορία 2, η οποία εκθεμελιώθηκε, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, στην απουσία του γενεσιουργού αδικήματος με το οποίο σχετίζετο. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι σχετιζόταν με λειτουργία σε ναό και έκρινε ότι «δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι κάλεσε από εκεί σε δημόσια συνάθροιση. Παρίστατο και λειτουργούσε τον Ναό σύμφωνα με την παρατεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία. Στη συνέχεια, ως μέρος του όλου τελετουργικού της ημέρας κατευθύνθηκε μια πομπή στον ποταμό Καρκώτη και ολοκληρώθηκε εκεί η θρησκευτική τελετουργία της ημέρας». Θεωρώντας ότι ισχύουν τα ίδια με τις κατηγορίες 1 και 2, το πρωτόδικο Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσίβλητο και στις κατηγορίες 3 και 4.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με την παρούσα έφεσή του, προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση και κρίση στη βάση τεσσάρων λόγων έφεσης.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων. Τίθεται, συναφώς, ότι εφαρμόστηκε λανθασμένα η ΚΔΠ 615/20 σε σχέση με την προσκομισθείσα μαρτυρία, με το πρωτόδικο Δικαστήριο να θεωρεί ότι τύγχανε εφαρμογής το εδάφιο (θ) του Άρθρου 2 (1) αντί του εδαφίου (στ). Επίκληση γίνεται της προσκομισθείσας μαρτυρίας και του λεκτικού του εδαφίου (στ) της ΚΔΠ 615/20, ώστε να καθίσταται σαφές ότι η συνάθροιση πλήθους πέραν των δύο ατόμων και η πορεία του πλήθους από την εκκλησία προς τον ποταμό και στον καθαγιασμό των υδάτων εντάσσονται στο εδάφιο (στ) και συνιστούσε παράβαση του εν λόγω διατάγματος και στοιχειοθέτηση αδικήματος.

 

Ομοίως με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα εφάρμοσε ή παρέλειψε να εφαρμόσει το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, αφού, παρά την ύπαρξη σαφούς μαρτυρίας για την παράβαση του εδαφίου (στ) ανωτέρω, εσφαλμένα κρίθηκε ότι δεν υπήρχε αυτοτελές αδίκημα παρότρυνσης σε συνάθροιση στην συγκεκριμένη ΚΔΠ, αγνοώντας το Άρθρο 20 του Κεφ. 154. Επίκληση γίνεται αναφορών και θέσεων του ιδίου του εφεσίβλητου ενάντια στην πανδημία και τα περιοριστικά μέτρα, ως είχαν τεθεί στην ανακριτική του κατάθεση, αλλά και ενεργειών του, όπως η άφεση 250 ατόμων να περάσουν και να ασπαστούν το χέρι του μετά το πέρας του καθαγιασμού των υδάτων. Περαιτέρω, επίκληση γίνεται και του συνόλου της δήλωσης στην οποία ο εφεσίβλητος προέβηκε κατά την 2.1.2021 στην εκκλησία του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ στα Κατύδατα.

 

Ανάλογη βάση προβάλλει και ο τρίτος λόγος έφεσης, ο οποίος αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα στην εφαρμογή του Άρθρου 370 (β) του Κεφ. 154. Αποδίδεται αποσπασματική και μικροσκοπική εξέταση της ομιλίας του εφεσίβλητου στις 2.1.2021 και παράλειψη εξέτασης αυτής στο σύνολό της, από το οποίο προέκυπτε η διέγερση από πλευράς εφεσίβλητου των πιστών να παραβιάσουν τα διατάγματα της πανδημίας.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, άνευ επηρεασμού των υπολοίπων λόγων έφεσης, τίθεται ότι εσφαλμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν ενήργησε με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, τροποποιώντας το κατηγορητήριο εφόσον κρινόταν ότι εφαρμογής τύγχανε το εδάφιο (θ) αντί του (στ) της ΚΔΠ 615/20, οι προϋποθέσεις του οποίου για κάτι τέτοιο πληρούνταν.

 

Έχουμε εξετάσει με λεπτομέρεια καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, περιλαμβανομένων των πρακτικών και μαρτυρίας στην πρωτόδικη διαδικασία, της πρωτόδικης απόφασης στο σύνολό της, αλλά και των εισηγήσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων κατά την ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία.

 

Αποτέλεσε θέση της πλευράς του εφεσίβλητου, ενώπιόν μας, ότι η παρούσα έφεση απολήγει να είναι καταχρηστική, εφόσον, σε περίπτωση επιτυχίας της, ενδεχομένως να οδηγούσε σε επανεκδίκαση μετά από πάροδο πέντε ετών. Επίκληση έγινε νομολογίας όπως η ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΣΙΑΜΜΑ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 416 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΨΟΥ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 127.

 

Περαιτέρω, τέθηκε εισήγηση ότι δεν είναι επιτρεπτό ο Γενικός Εισαγγελέας να θέσει θέμα ορθής αξιολόγησης μαρτυρίας από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου με βάση την οποία κατέληξε ότι επρόκειτο για επιτρεπόμενη άσκηση θρησκευτικής λατρείας.

 

Η φύση των εισηγήσεων αυτών είναι τέτοια που καθιστά απαραίτητη την ενασχόλησή μας με αυτές πρώτα.

 

Η πρώτη ως άνω εισήγηση εντάσσεται στο πλαίσιο του δικαιώματος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός προσώπου εντός ευλόγου χρόνου. Το ζήτημα αυτό, είτε εξεταστεί πριν την εξέταση της ουσίας της έφεσης, είτε μετά από διαπίστωση του βάσιμου μίας έφεσης, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται σε αριθμητική διάσταση του χρόνου από την τέλεση του αδικήματος, αλλά εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο ενός συνόλου παραγόντων που αφορούν την εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση. Επί παραδείγματι, στην ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ, Ποινική Έφεση 169/2020, ημερομηνίας 9.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:B235, είχε τεθεί, ως στην παρούσα, κατ' επίκληση της ΚΑΨΟΥ (ανωτέρω), θέμα καθυστέρησης από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων και της περαιτέρω καθυστέρησης που θα δημιουργείτο σε περίπτωση που διατασσόταν επανεκδίκαση στο πλαίσιο άσκησης διακριτικής ευχέρειας, χωρίς να εξεταστεί οποιοδήποτε άλλο θέμα. Το ζήτημα εξετάστηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να διατάξει επανεκδίκαση υπόθεσης δυνάμει του Άρθρου 145 του Κεφ. 155.

 

Στην ίδια την ΚΑΨΟΥ (ανωτέρω), πέραν της εξήγησης της σημασίας του θέματος, λέχθηκε και ότι:

 

«Η καθόλου νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποίας θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του ευλόγου χρόνου. Και δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά. Στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, το περίπλοκο και οι εγγενείς δυσκολίες της υπόθεσης, η καθόλου στάση των ανακριτικών και δικαστικών αρχών καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 203, ο Πικής, Δ. (όπως ήταν τότε) συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου, στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής:‑

«Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20(1) του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου.»»

 

Αναφέρθηκε, στην εν λόγω υπόθεση (ΚΑΨΟΥ (ανωτέρω)), χρόνος που κρίθηκε ότι παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου, με βάση επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται, από την ανάλυση της όλης υπόθεσης, ότι τα στοιχεία και παράγοντες της συγκεκριμένης υπόθεσης ήταν εκείνα που, σε συνδυασμό με τον παράγοντα χρόνο, καθόρισαν τη διαπίστωση αναφορικά με το ζήτημα στην εν λόγω υπόθεση.

 

Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. FARHAT, Ποινική Έφεση 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025, εξετάζοντας κατά πόσο θα έπρεπε να διατάξουμε επανεκδίκαση της υπόθεσης, όταν η αθώωση στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως κρίθηκε εσφαλμένη, παραπέμψαμε και στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΧΑΛΗΛ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 87, όπου λέχθηκε ότι:

 

«Σε ό,τι αφορά την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δε δικαιολογείται επανεκδίκαση της υπόθεσης, παρατηρούμε ότι γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου κατά πόσο δικαιολογείται επανεκδίκαση ή μη μιας υπόθεσης είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης ‑ (βλ. Assadourian v. Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 279).
Προκαθορισμένος χρόνος καθυστέρησης, η υπέρβαση του οποίου θα οδηγούσε μια ποινική υπόθεση έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου ολοκλήρωσής της, δεν υπάρχει. Για τη διαπίστωση εάν υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση μιας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως τα περιστατικά της, η δυσκολία της, η καθ' όλα στάση των ανακριτικών αρχών, οι χειρισμοί από πλευράς του κατηγορουμένου, καθώς και η δαπάνη, στην οποία συνολικά θα υποβληθεί ο κατηγορούμενος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κατηγορίες που εδώ αντιμετωπίζει ο εφεσίβλητος είναι σοβαρές. Ο χρόνος που παρήλθε από την, κατ' ισχυρισμό, διάπραξη των αδικημάτων, ειδικά αυτών του 2005 και του 2006, υπό τις περιστάσεις, δε βρίσκουμε ότι είναι έξω από τα αποδεκτά όρια.

Λαμβάνοντας υπόψη την πρόβλεψη επανεκδίκασης σε σύντομο χρόνο, η οποία γίνεται στη βάση του χρόνου που χρειάστηκε για την ακρόαση της υπόθεσης και την έκδοση της απόφασης ‑ (18/6/2008 ‑ 23/10/2008) ‑ πιστεύουμε ότι η απονομή της δικαιοσύνης εξυπηρετείται καλύτερα με διαταγή για επανεκδίκαση.»

 

Κατά ανάλογο τρόπο, στην ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ (ανωτέρω)  κρίθηκε ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείτο, ως προς τα γεγονότα, από την ΚΑΨΟΥ (ανωτέρω), τα γεγονότα της οποίας ήταν ιδιαίτερα.

 

Απαύγασμα της νομολογίας διαπιστώνεται να είναι ότι σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης θα πρέπει να κρίνονται ώστε να αποφασίζεται ένα τέτοιο θέμα (βλ. επίσης ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, (1990) 2 Α.Α.Δ. 133).

 

Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, εξετάζοντας τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά, διαπιστώνουμε ότι αυτά διαφοροποιούνται σημαντικά τόσο από την ΚΑΨΟΥ (ανωτέρω) όσο και από την ΣΙΑΜΜΑ (ανωτέρω) στις οποίες μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου. Παρατηρείται, επί του προκειμένου, ότι από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας διαπιστώνεται έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 24.9.2021. Είναι σημαντικό ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία η Υπεράσπιση εισηγήθηκε να δοθεί χρόνος για καταχώριση παραδεκτών γεγονότων και να ακουστούν θέματα ακυρότητας και αντισυνταγματικότητας των διαταγμάτων πριν την ακρόαση. Εφόσον κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει, ακούστηκε ο Μ.Κ.1, ο οποίος δεν έτυχε αντεξέτασης. Προς αποφυγή αχρείαστης παράθεσης λεπτομέρειας, αναφέρουμε ότι ακολούθησε μεγάλος αριθμός αναβολών, συγκεκριμένα 15 ορισμοί για προγραμματισμό ακρόασης ή συνέχιση ακρόασης, μέχρι την ολοκλήρωση της παράθεσης μαρτυρίας και άλλοι τρεις ορισμοί που αφορούσαν το θέμα της διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρά τη θέση της Υπεράσπισης ότι δεν είχε πρόθεση να υποβάλει εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του εφεσίβλητου. Ακούστηκαν συνολικά 12 μάρτυρες κατηγορίας, από τους οποίους έτυχαν αντεξέτασης (σύντομης) μόνο τρεις. Η μαρτυρία που δόθηκε, δόθηκε σε έξι δικασίμους, ενώ παρατηρούμε ότι θα μπορούσε να είχε δοθεί σε λιγότερες δικασίμους με βάση τον όγκο της μαρτυρίας που δόθηκε. Η μαρτυρία που δόθηκε δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεγάλου όγκου. Από τους 15 ορισμούς, ανωτέρω, μόνο τρεις δεν οφείλονταν στον εφεσίβλητο, οι δε ορισμοί που οφείλονταν σε αυτόν αφορούσαν είτε αναφερόμενη πρόθεση για καταχώριση παραδεκτών γεγονότων, είτε πρόθεση διαβούλευσης με τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για αναστολή της ποινικής δίωξης, είτε απουσία ή και  αδυναμία του συνηγόρου του προς τούτα. Αφενός ο εφεσίβλητος δεν μπορεί να παραπονείται για τον χρόνο που παρήλθε εξ υπαιτιότητας της δικής του πλευράς (ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ (ανωτέρω)). Αφετέρου δε, προκύπτει ότι δεν πρόκειται για ιδιαίτερα πολύπλοκη υπόθεση με βάση τα γεγονότα αυτής, τα οποία σε περίπτωση ανάγκης επανεκδίκασης, θα μπορούσαν κατά το πλείστον να αποτελέσουν αντικείμενο δήλωσης παραδεκτών γεγονότων. Παράλληλα, προκύπτει η υπόθεση να αφορά σοβαρά αδικήματα υπό την έννοια του ότι αφορούσαν κατ' ισχυρισμό ενέργειες ενός προσώπου στη θέση του εφεσίβλητου, για θέματα σοβαρά δημόσιας υγείας. Σε μία περίοδο, τότε, που ο κάθε πολίτης δοκιμαζόταν στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της πανδημίας, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης ως ανωτέρω τίθενται, θα κρίναμε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης θα επέβαλλε την επανεκδίκαση της υπόθεσης χωρίς το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την κατ' ισχυρισμό τέλεση των αδικημάτων να κρίνεται ότι, υπό τας περιστάσεις της παρούσας, ως αναλύονται ανωτέρω, υπερβαίνει του εύλογου χρόνου για τη διακρίβωση της ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης του εφεσίβλητου.

 

Ως αποτέλεσμα των ως άνω, καταλήγουμε ότι η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσίβλητου δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη.

 

Χωρίς έρεισμα κρίνουμε ότι είναι και η έτερη εισήγηση του συνηγόρου. Είναι γνωστόν το τι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει δικαίωμα να προσβάλλει σε αθωωτική πρωτόδικη απόφαση. Όμως στην παρούσα περίπτωση δεν προσβάλλεται η αξιολόγηση μαρτυρίας και τα σχετικά συμπεράσματα πρωτόδικου Δικαστηρίου αφού η ακροαματική διαδικασία δεν είχε φτάσει σε στάδιο που να επέτρεπε τέτοια διεργασία. Από μόνη της η θεώρηση από το Δικαστήριο ισχυρισμών ως αποδεδειγμένων γεγονότων εκφεύγει του επιτρεπτού και αποτελεί νομικό σφάλμα. Επομένως, δεν κρίνουμε ότι υφίσταται οποιοδήποτε πρόβλημα στους εγειρόμενους λόγους έφεσης.

  

Προχωρούμε με την εξέταση της ουσίας της έφεσης. Η συνάφεια των λόγων έφεσης, ως παρατίθενται ανωτέρω, είναι τέτοια που επιτρέπει την παράλληλη εξέτασή τους μέσω μίας συνολικής εξέτασης της πρωτόδικης κρίσης.

 

Ως υποδεικνύεται, για πολλοστή φορά, στην ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ (ανωτέρω):

 

«Η νομολογία, ως προς το πότε δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ΄ αυτό το στάδιο, είναι ευθυγραμμισμένη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 ΑΑΔ 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250.

To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police, (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

(α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

(β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (Α) Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045. (B) Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1. (C) Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893. (D) R. V. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061. (E) R. V. Barker (Note [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.»

Είναι, λοιπόν, σαφές από τη νομολογία πως, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, παρά μόνο εξετάζει κατά πόσο αυτή, αντικειμενικά κρινόμενη, υποστηρίζει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.»

 

(Βλ. επίσης FARHAT (ανωτέρω)).

 

Θεωρούμε δικαιολογημένα τα παράπονα του Γενικού Εισαγγελέα στην παρούσα υπόθεση, και εξηγούμε.

 

Με αναφορά στην παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ελλείπει ο συγκεκριμένος κανονισμός της ΚΔΠ 615/2020 επί του οποίου βασίζονται οι κατηγορίες 1 και 3, παρατηρούμε ότι οι ίδιες οι λεπτομέρειες και έκθεση των αδικημάτων καθιστούσαν ξεκάθαρο σε ποια πρόνοια της συγκεκριμένης ΚΔΠ αναφέρονταν οι κατηγορίες. Ούτε ηγέρθη από την Υπεράσπιση θέμα σύγχυσής της αναφορικά με το τι αντιμετωπίζει, ή θέμα αντικανονικότητας του κατηγορητηρίου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ούτε ηγέρθη θέμα αναζήτησης περαιτέρω λεπτομερειών ως προς το τι απέδιδαν οι κατηγορίες. Παράλληλα δε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προφανώς, αντιλήφθηκε τι είναι που προνοούσε η ΚΔΠ και τι αφορούσε η υπόθεση.

 

Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι, με βάση το εδάφιο (στ) της εν λόγω ΚΔΠ απαγορεύονταν οι συναθροίσεις πέραν των δύο ατόμων, εξαιρουμένων ανηλίκων τέκνων που συνόδευαν τους γονείς τους σε ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους συνάθροισης, όπως πάρκα, πλατείες, προαύλια εκκλησιών και άλλων θρησκευτικών χώρων, φράγματα, εκδρομικούς χώρους, παραλίες, πεζόδρομους και μαρίνες, κ.λπ.

 

Το εδάφιο (η) απαγόρευε την παρουσία πιστών κατά τον εκκλησιασμό ή και άλλων μορφών θρησκευτικής λατρείας, ενώ το εδάφιο (θ), ανεξάρτητα της απαγόρευσης του εδαφίου (η), επέτρεψε, στις 25.12.2020 και 6.1.2021, τον εκκλησιασμό ή και τις άλλες μορφές θρησκευτικής λατρείας με μέγιστο αριθμό 75 προσώπων. Και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι τηρείτο το μέτρο του ενός προσώπου ανά τρία τετραγωνικά μέτρα κατ' ελάχιστον και, τηρουμένων των κατευθυντήριων οδηγιών του Υπουργείου Υγείας. Απέδιδε την ευθύνη για συμμόρφωση προς τούτα στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία, με βάση το εσωτερικό θεσμικό πλαίσιο της θρησκείας και ή του δόγματος, ήταν υπεύθυνα του συγκεκριμένου χώρου λατρείας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεωρώντας το τι ακολούθησε του εκκλησιασμού της εορτής των Φώτων ως μέρος της τελετουργίας, ενέταξε αυτό στο εδάφιο (θ) της ΚΔΠ. Θεώρησε επίσης προκύψαν κενό τη μη ύπαρξη μαρτυρίας αναφορικά με τον αριθμό των προσώπων που άκουσαν τον εφεσίβλητο να λέει αυτά που είπε στην ομιλία του κατά την 2.1.2021.

 

Για ευνόητους λόγους, θα αποφύγουμε αχρείαστη ενασχόλησή μας με μαρτυρία και ισχυρισμούς που τέθηκαν, πέραν του τι είναι απαραίτητο για να αποφασίσουμε το αντικείμενο της έφεσης, ώστε να αποφύγουμε ενδεχόμενο επηρεασμού του τι θα ακολουθήσει στη διαδικασία.

 

Το σχετικό απόσπασμα από την επίδικη ομιλία του εφεσίβλητου κατά την 2.1.2021 τέθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και ήταν υπ' όψιν του. Από το κείμενό του, προβάλλει εμφανώς, ως στοιχείο μαρτυρίας, η αντίληψη του εφεσίβλητου ότι επρόκειτο για ενέργεια μη επιτρεπτή η οποία επέφερε ποινή. «Όταν ακούς τι μας περιμένει πρέπει να είσαι χαζός δηλαδή. Να μην προτιμήσεις και λίγο πρόστιμο και κανένα ονειδισμό και περίγελο κανενός δημοσιογράφου να γίνεις. Χίλιες φορές να γίνω και φυλακή να πάω, αλλά να είμαι μαζί με τον Μέγα Βασίλειο να λειτουργώ... Χίλιες φορές χίλιες φυλακές όχι μια, χίλιες.... τα Φώτα. Κανένας να μην λείψει από τη λειτουργία των Φώτων όπου γίνει και όπως γίνει. Κανείς σας... Και βεβαίως θα πάμε εμείς που έχουμε την ευλογία του ποταμού του Κλάριου, πρώτα ο Θεός, να κάνουμε και τον αγιασμό των ιδρυτών στον Κλάριο τον ποταμό». Εμφανώς προκύπτει η προτίμηση να γίνει η πράξη και εμφανώς προκύπτει η παρότρυνση, κατά τη φυσική έννοια του λόγου, ώστε κανείς να μην λείψει. Πουθενά δεν υφίσταται αναφορά σε ανάγκη για τήρηση των προνοιών των νομοθεσιών ή των διαταγμάτων που θα επέτρεπαν, ακόμη και εάν κρινόταν ότι εμπίπτει στο μέρος της τελετουργίας, ως καθοδήγηση προς αποφυγή παράβασης των επιβληθέντων μέτρων. Αντιθέτως, ξεκάθαρα θεωρείτο ότι το τι ο εφεσίβλητος αναφερόταν θα επέφερε ποινή.

 

Αναφορικά δε με τον αριθμό που άκουσε την παρότρυνση, μέρος της μαρτυρίας αποτέλεσε και η ευρύτητα της δημοσίευσης της ομιλίας, ενώ από την ίδια την ομιλία, επίσης εμφανής προβάλλει η πρόθεση και η γνώση ότι θα απευθυνόταν στο ευρύ κοινό. Η ευρύτητα των δημοσιεύσεων σε συνδυασμό με τη μαρτυρία σε σχέση με τον αριθμό των προσώπων που παρευρίσκονταν στον χώρο και ο αριθμός αυτών που ασπάστηκαν το χέρι του εφεσίβλητου, προσθέτει στοιχεία μαρτυρίας προς απόδειξη των υπό κρίση κατηγοριών. Και πάλι ελλείπει οτιδήποτε που να φανερώνει αντίθετη άποψη του εφεσίβλητου ή ενέργειά του προς αποτροπή των διαδραματισθέντων.

 

Στο σύνολό τους, τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως άλλωστε καταγράφηκαν από αυτό, κρίνονται ότι επέτρεπαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο αντίθετη θεώρηση αναφορικά με τις κατηγορίες.

 

Ούτε όμως και η νομική ανάλυση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τη βάση των κατηγοριών κρίνεται ορθή. Δεν έχουμε εντοπίσει από πού αντλεί έρεισμα το σκεπτικό με βάση το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο καθόρισε ότι η δραστηριότητα την οποία αφορούσε η υπό κρίση υπόθεση ενέπιπτε σε άσκηση θρησκευτικής λατρείας. Φυσικά, ακόμη και σε τέτοια περίπτωση, θεωρούμε σφάλμα την πρωτόδικη κρίση να μην προβεί σε ανάλογη ενέργεια δυνάμει του Άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ουδείς δυσμενής επηρεασμός φαίνεται να προέκυπτε, σε τέτοια περίπτωση, εν όψει του τι ο εφεσίβλητος αμφισβητούσε, το οποίο ήταν η συνταγματικότητα και εγκυρότητα των υπό κρίση διαταγμάτων. Εξ ου και επί των γεγονότων, στο στάδιο της διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, η Υπεράσπιση δεν προέβηκε σε εισήγηση ότι δεν αποδεικνύετο εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του εφεσίβλητου.

 

Τέλος, αναφορικά με το ζήτημα της παρότρυνσης από μέρους του εφεσίβλητου και της σύνδεσης τέτοιας ενέργειας με τα αδικήματα και τις πρόνοιες του υπό κρίση διατάγματος, είναι προφανές ότι η επίκληση του Άρθρου 20 του Κεφ. 154 επέτρεπε τη δίωξη του εφεσίβλητου.

 

Καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε στην κρίση του ότι απουσίαζε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 1 και 3 και ότι απουσίαζε γενεσιουργό αδίκημα στις κατηγορίες 2 και 4. Η Κατηγορούσα Αρχή είχε τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του εφεσίβλητου, ο οποίος θα έπρεπε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπισή του, αφού του εξηγηθούν τα δικαιώματά του.

 

Η ως άνω κρίση μας, υπό άλλες συνθήκες, θα μας οδηγούσε στην εξέταση του ενδεχόμενου επανεκδίκασης της υπόθεσης, αφού, ως έχει εξηγηθεί πιο πάνω, η διαπίστωση αναφορικά με την τεκμηρίωση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν δικαιολογεί αυτομάτως την έκδοση διαταγής για επανεκδίκαση της υπόθεσης, με το θέμα να ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Εφετείου.

 

Ως αποτέλεσμα της έγερσης της πιο πάνω εισήγησης από την πλευρά του εφεσίβλητου, την οποία εξετάσαμε πριν την εξέταση της ουσίας της έφεσης, έχουμε ανωτέρω καταγράψει τη θεώρηση και κρίση μας επί του προκειμένου. Κρίνοντας ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης και η ορθή απονομή αυτής, στην προκειμένη περίπτωση επιτυγχάνεται με διαταγή επανεκδίκασης, ανάλογη θα είναι και η διαταγή μας.

 

Συνακόλουθα των ως άνω, η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση ακυρώνεται. Διατάσσεται η επανεκδίκαση της υπόθεσης από άλλο Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το συντομότερο δυνατόν.

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο