ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε19/2019)
20 Μαρτίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
MOREA INVESTMENTS LIMITED
Εφεσείουσα
v.
1. VTB DC LLC
2. VTB BANK JSC
Εφεσιβλήτων
------------------------
Μ. Δράκος για Μ. Γ. Δράκος και για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα
Μ. Τριανταφυλλίδη (κα) με Κ. Κωνσταντινίδη για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε, για τις Εφεσίβλητες
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στα πλαίσια της Αγωγής 3027/16 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, που καταχώρισαν οι Εφεσίβλητες – Ενάγουσες, εξέδωσε στις 30.1.18, μονομερώς, προσωρινό διάταγμα εναντίον της Εφεσείουσας – Εναγόμενης με το οποίο διατάχθηκε:
(α) η παγοποίηση του ποσού των St£451.741,92 σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η Εφεσείουσα σε συγκεκριμένη τράπεζα στην Κύπρο ή σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό της στην ίδια τράπεζα και η απαγόρευση στην Εφεσείουσα και ή στους διευθυντές της από του να αποξενώσουν το τελικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού και ή οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε η Εφεσείουσα στην ίδια τράπεζα και
(β) η απαγόρευση αποξένωσης όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εφεσείουσας, που κατείχε εντός και εκτός Κύπρου, πέραν του ποσού των St£451.741,92 (ή και το ισόποσο σε Ευρώ) και μέχρι του ποσού των ΗΠΑ$66.824.316,99 (ή και το ισόποσο σε Ευρώ), συμπεριλαμβανομένων και καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ώστε να παραμείνει οποιονδήποτε υπόλοιπο όχι χαμηλότερο του ποσού της απαίτησης ύψους ΗΠΑ$66.824.316,99 και όπως διατηρούν ανά πάσα στιγμή εκκρεμούσης της εκδίκασης της Αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου ποσά ύψους ΗΠΑ$66.824.316,99.
Η αξίωση των Εφεσιβλήτων στην Αγωγή εδράζεται σε τρεις συμφωνίες εγγύησης μεταξύ των Εφεσιβλήτων και της Εφεσείουσας και σε ισχυρισμούς για παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εφεσείουσας, στη βάση των εν λόγω συμφωνιών εγγύησης. Η υπεράσπιση της Εφεσείουσας εδράζεται στον ισχυρισμό ότι οι Εφεσίβλητες και κυρίως η Εφεσίβλητη 2 και η Ρωσική εταιρεία Eniseisky Plywood Ltd (στο εξής η Eniseisky), της οποίας τα χρέη εγγυήθηκε η Εφεσείουσα, προέβησαν κατά καιρούς σε διάφορες διευθετήσεις οι οποίες αποτελούσαν μέρος ενός παράνομου σχεδίου εκβιασμού, δωροδοκίας, διαφθοράς, φοροδιαφυγής και ξεπλύματος χρήματος το οποίο επινοήθηκε και υλοποιήθηκε από μέλη της ανώτατης διοίκησης της Εφεσίβλητης 2 και περιελάμβανε παράνομη χρήση χρηματοδοτικών υπηρεσιών της Εφεσίβλητης 2 για παράνομους σκοπούς. Συνεπεία αυτού, σύμφωνα με την Εφεσείουσα, η αξίωση των Εφεσιβλήτων δεν ευσταθεί διότι μολύνεται από παρανομία, η οποία καθιστά τις συμφωνίες εγγύησης παράνομες.
Το υπόβαθρο γεγονότων που οδήγησε στην έκδοση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος εκτίθεται στην ένορκη δήλωση της Τ. Χ., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τις Εφεσίβλητες, ημερ. 26.1.18. Η ενόρκως δηλούσα καταχώρισε, επίσης, συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερ. 14.9.18. Η ένσταση της Εφεσείουσας υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της Μ. Π., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε την Εφεσείουσα και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Α. Χ, επίσης δικηγόρου στο ίδιο δικηγορικό γραφείο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης, απεφάνθη ότι πληρούντο και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος και στις 20.12.18 το οριστικοποίησε.
Η Εφεσείουσα με έξι λόγους έφεσης, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: δεν παραμέρισε το μονομερές διάταγμα που εκδόθηκε στις 30.1.18 διότι λανθασμένα κατέληξε ότι οι Εφεσίβλητες δεν παραβίασαν το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων (πρώτος λόγος)
, κατέληξε ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 για την έκδοση του διατάγματος σε μονομερή βάση (δεύτερος λόγος), αποφάσισε ότι πληρούντο οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (τρίτος λόγος), αποφάσισε ότι πληρούτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (τέταρτος λόγος), αποφάσισε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της χορήγησης και ή συνέχισης του διατάγματος (πέμπτος λόγος), αποφάσισε την οριστικοποίηση του διατάγματος (έκτος λόγος).
Τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ως προέκυπταν από τις ένορκες δηλώσεις των διάδικων μερών, και τα οποία καταγράφηκαν στην εκκαλούμενη απόφαση, είναι τα ακόλουθα: Οι Εφεσίβλητες κατέχουν άδεια τραπεζικών εργασιών στη Ρωσία. Η Εφεσείουσα είναι κυπριακή εταιρεία. Βάσει των όρων τριών γραπτών συμφωνιών διευκόλυνσης (Facility Agreements), ημερ. 15.12.11, μεταξύ της Εφεσίβλητης 2 και της εταιρείας Eniseisky, η Εφεσίβλητη 2 παρείχε στην Eniseisky όριο ανάληψης δανείου ύψους Η.Π.Α. $5.000.000, $15.000.000 και $42.000.000 αντίστοιχα.
Δυνάμει τριών συμφωνιών εγγύησης ημερ. 15.12.11, η Εφεσείουσα εγγυήθηκε τα χρέη της πρωτοφειλέτιδας Eniseisky προς την Εφεσίβλητη 2, τα οποία απέρρεαν από τις τρεις συμφωνίες διευκόλυνσης. Σύμφωνα με τους όρους αποζημίωσης, η Εφεσείουσα υποχρεούτο να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό όφειλε η Eniseisky, αμέσως, σε πρώτη ζήτηση, ωσάν να ήταν ο κύριος οφειλέτης.
Στις 17.5.16, μετά δηλαδή την υπογραφή των τριών συμφωνιών εγγύησης, μέσω συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων μεταξύ των Εφεσιβλήτων, η Εφεσίβλητη 2 εκχώρησε στην Εφεσίβλητη 1 τα δικαιώματα της που απέρρεαν από τις δύο εκ των τριών συμφωνιών διευκόλυνσης και τις αντίστοιχες συμφωνίες εγγύησης.
Η Eniseisky δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά με βάση τις συμφωνίες διευκόλυνσης στις Εφεσίβλητες, παρά τις γραπτές ειδοποιήσεις παράβασης που της αποστάληκαν. Οι Εφεσίβλητες καταχώρισαν την Αγωγή 3027/16 στις 21.10.16, αξιώνοντας εναντίον της Εφεσείουσας το ποσό των ΗΠΑ$66.824.316,99, στη βάση παράβασης των συμφωνιών εγγύησης.
Πριν την καταχώριση της μονομερούς αίτησης στις 26.1.18, επεσυνέβησαν τα εξής, επίσης μη αμφισβητούμενα γεγονότα:
Στις 26.9.14, η Εφεσίβλητη 2 καταχώρισε στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (στο εξής LCIA) αίτημα διαιτησίας που αφορούσε άλλη εγγύηση της Εφεσείουσας προς την Εφεσίβλητη 2 και όχι τις προαναφερόμενες. Η απαίτηση της Εφεσίβλητης 2 εναντίον της Εφεσείουσας απορρίφθηκε προδικαστικά και με απόφαση ημερ. 13.4.17, το LCIA εξέδωσε απόφαση σε σχέση με τα έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας, με την οποία η Εφεσίβλητη 2 διατάχθηκε να καταβάλει στην Εφεσείουσα, ως έξοδα της Διαιτησίας, ποσό ύψους St£34.742,82 και αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα της Εφεσείουσας St£400.000, πλέον τόκο προς 3.5% ετησίως.
Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 13.4.17, οι Άγγλοι δικηγόροι της Εφεσείουσας ζήτησαν από τους Άγγλους δικηγόρους της Εφεσίβλητης 2 την καταβολή των δικηγορικών εξόδων σε ‘λογαριασμό πελατών’ (client account). Οι Άγγλοι δικηγόροι της Εφεσίβλητης 2 απάντησαν στις 25.4.17 πως δεν θα μπορούσε να προβεί στην εν λόγω μεταφορά, από τη στιγμή που το LCIA διέταξε την απευθείας πληρωμή στην Εφεσείουσα. Παρακάλεσαν τους Άγγλους δικηγόρους της Εφεσείουσας 2 να παράσχουν τα στοιχεία λογαριασμού της Εφεσείουσας, έτσι ώστε να προβούν σε απευθείας πληρωμή.
Ακολούθησε σωρεία αλληλογραφίας μεταξύ των Άγγλων δικηγόρων της Εφεσείουσας και των Άγγλων δικηγόρων της Εφεσίβλητης 2, στην οποία οι μεν πρώτοι αρνούνταν να παράσχουν λεπτομέρειες του λογαριασμού της Εφεσείουσας στον οποίο θα μπορούσε να γίνει η καταβολή των δικηγορικών εξόδων, και οι δεύτεροι αρνούνταν να καταβάλουν το ποσό, επεξηγώντας ότι, ως κρατική τράπεζα, η Εφεσίβλητη 2 όφειλε να συμμορφώνεται με τους ισχύοντες κανονισμούς ελέγχου συναλλάγματος, οι οποίοι δεν επέτρεπαν την πληρωμή σε τρίτο πρόσωπο.
Ακολούθως, η Εφεσείουσα εξασφάλισε, στις 15.8.17, από το High Court της Αγγλίας, μετά από μονομερή αίτηση, άδεια εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης επί των εξόδων. Στις 13.9.17, το High Court της Αγγλίας εξέδωσε απόφαση διατάσσοντας την Εφεσίβλητη 2 να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα της Διαιτησίας στην Εφεσείουσα. Ακολούθησε και πάλιν αλληλογραφία των Άγγλων δικηγόρων των δύο πλευρών και στις 24.10.17 οι Άγγλοι δικηγόροι της Εφεσίβλητης 2 ενημέρωσαν την άλλη πλευρά ότι έπαυσαν να ενεργούν για την Εφεσίβλητη 2.
Στρεφόμενοι στα αμφισβητούμενα γεγονότα, σημειώνουμε ότι οι Εφεσίβλητες ισχυρίστηκαν, μέσω της ένορκης δήλωσης Τ. Χ., ότι ο εκκαθαριστής της πρωτοφειλέτιδας, ήτοι της εταιρείας Eniseisky, ενημέρωσε την Εφεσίβλητη 2, με επιστολή του ημερ. 12.1.18, η οποία ελήφθη στις 23.1.18, ότι ανακάλυψε στα αρχεία της Eniseisky πως η Εφεσείουσα διατηρούσε συγκεκριμένο λογαριασμό σε τράπεζα στην Κύπρο [Τεκμήρια 32 και 32(α)]. Με τη λήψη της πληροφορίας αυτής, η Εφεσίβλητη 1 διευθέτησε εκ μέρους της Εφεσίβλητης 2 την πληρωμή του ποσού των St£451.741,92 στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό της Εφεσείουσας στην Κύπρο, σύμφωνα με τους όρους της Διαιτητικής Απόφασης της Αγγλίας για τα δικηγορικά έξοδα. Οι Εφεσίβλητες, περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική συμπεριφορά της Εφεσείουσας και του τελικού δικαιούχου της, ήτοι του A. Katunin και ειδικότερα την επαναλαμβανόμενη άρνηση παροχής λογαριασμού για απευθείας πληρωμή, προς ικανοποίηση της απόφασης της Διαιτησίας αναφορικά με τα έξοδα, η μόνη εξήγηση που μπορούσε να δοθεί ήταν ότι υπήρχε σχέδιο αποξένωσης και απόκρυψης όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εφεσείουσας, ώστε όλες οι συμβατικές της υποχρεώσεις να μείνουν ανεκπλήρωτες. Για τον λόγο αυτό, προέβησαν στην καταχώριση της μονομερούς αίτησης ημερ. 26.1.18, με την οποία αιτούντο την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Σύμφωνα με τη θέση τους, εάν δεν εκδίδετο το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα και η Εφεσείουσα λάμβανε τα δικηγορικά έξοδα, θα προσπαθούσαν μάταια να εκτελέσουν μια ενδεχόμενη απόφαση στα πλαίσια της Αγωγής εναντίον της Εφεσείουσας, η οποία ήταν αφερέγγυα.
Η Εφεσείουσα, μέσω των ενόρκων δηλώσεων Μ. Π. και Α. Χ. προέβαλε ότι δεν δικαιολογείτο η παγοποίηση του ποσού των δικηγορικών εξόδων, εφόσον το ποσό αυτό καταβλήθηκε στον λογαριασμό της μετά την απόφαση του LCIA και η παγοποίηση του ποσού, τής αποστερούσε τους καρπούς της επιτυχίας της. Επιπρόσθετα, προώθησε τη θέση ότι η εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος συνιστούσε μια ακόμα προσπάθεια των Εφεσιβλήτων να την εμποδίσουν να εισπράξει το ποσό των εξόδων.
Πρώτος Λόγος Έφεσης
Με τον πρώτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε ότι οι Εφεσίβλητες δεν παραβίασαν το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων.
Η υποχρέωση κάθε διαδίκου, που ζητά μονομερώς διάταγμα, να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Sobolev k.ά. ν. Weitzer, Πολ. Έφ. Αρ. Ε177/18, ημερ. 21.5.19, συνοψίζεται η προηγούμενη σχετική νομολογία, ως ακολούθως:
«Στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Βοσκού (2001)1 Α.Α.Δ. 1168 τίθεται με συμπυκνωμένο λόγο, από το Δικαστή Νικήτα, το περιεχόμενο του καθήκοντος και η συνέπεια εκ της παραβίασης του.
«Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξπάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι. Ο κανόνας αναπτύχθηκε σε σχέση με τη χορήγηση διαταγμάτων του τύπου mareva, αλλά είναι καθολικής ισχύος σε υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η πρώτη υπόθεση που κωδικοποίησε τις αρχές για τη χορήγηση διαταγμάτων mareva ήταν η Third Chandris Shipping Corporation ν. Unimarine S.A. [197 9] 1 Q.B. 645 (εφετειακή απόφαση). Η υποχρέωση αποκάλυψης ήταν η πρώτη προϋπόθεση που έθεσε. Και εναπόκειται στο δικαστή, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων.
Είναι χρήσιμη, στο σημείο αυτό, η αναφορά σε σύντομο απόσπασμα από το βιβλίο του Mark S. W. Hoyle "The Mareva Injunction and Related Orders" (1997) 3η έκδοση, στη σελ. 71 υπό τον τίτλο "Lack of full disclosure":
"There is a powerful argument in the view that if full and frank disclosure has not been made in the ex parte application, the order will be discharged because of the seriousness of the omission. This is because it is up to the judge to consider the importance of the relevant facts, so that he can exercise his discretion in the light of as much information as possible. Consequently, a lack of full and frank disclosure need not be deliberate before the injunction is discharged for that reason, but merely has to be pertinent to the issues involved, even if it does not affect the merits of the claim.
At the ex parte stage the only evidence before the court is that provided by the applicant for the injunction. It is an established part of the practice in applications for exparte orders that the applicant gives as fair a description of the case as possible. The judge should be alerted to any particular defences or problems so that his assessment of the situation is as objective as it can be at the early stage of the matter."
Έχουμε στην Κύπρο ανάλογη θεώρηση, όπως δείχνει η πλούσια περιπτωσιολογία, που εφαρμόστηκε ο κανόνας. Σχετικές είναι οι παρακάτω αποφάσεις στις οποίες επέσυρε την προσοχή μας η δικηγόρος του εφεσιβλήτου: Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.α. ν. The Timberland Co. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791, 1797».
Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (1995)1 ΑΑΔ 248, Fedossova Larissa (Αρ.2) (1997)1Γ ΑΑΔ 1333, Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2009)1A ΑΑΔ 258, Global Cruises S.A. κ.ά. v. Μetro Shipping & Τravel Ltd (1989)1E ΑΑΔ 607, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co (2002)1Β ΑΑΔ 938, Rybolovlev v. Rybolovleva (2010)1A AΔ.82, Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno ltd (2004) 1A AAΔ.557 και Σύγγραμμα Γ.Ερωτοκρίτου & Π.Αρτέμη Διατάγματα Injunctions)».
Η Εφεσείουσα, στην εκκαλούμενη απόφαση, κατ’ αρχάς προτάσσει ότι οι Εφεσίβλητες δεν αποκάλυψαν λεπτομέρειες της υπεράσπισης της και ειδικότερα τους ισχυρισμούς της ότι οι Εφεσίβλητες ενεργούσαν παράνομα και ασχολούνταν με ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε αυτούσιες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της Τ. Χ., οι οποίες φανέρωναν, όπως λέχθηκε από το Δικαστήριο, ότι δεν υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους των Εφεσιβλήτων σε σχέση με την υπεράσπιση της Εφεσείουσας. Παραθέτουμε, ενδεικτικά, τις ακόλουθες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της Τ. Χ.:
«Δεικνύω ευθύς εξαρχής στο Σεβαστό Δικαστήριο πως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της πιο πάνω αγωγής καταχωρήθηκε την 21.10.16, η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε την 27.10.17 ενώ η Απάντηση καταχωρήθηκε την 22.01.18. Συνεπώς υπάρχουν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα της αγωγής.»
«Είναι περαιτέρω πολύ σημαντικό να αναφερθεί πως δια της καταχωρηθείσας Υπεράσπισης η Εναγόμενη δεν αρνείται τη σύναψη των σχετικών συμφωνιών και απλώς προβάλλει κυρίως ισχυρισμούς παρανομίας οι οποίοι στηρίζονται σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους των Εναγουσών οι ισχυρισμοί αυτοί θα εξεταστούν και κριθούν κατά την ακροαματική διαδικασία.»
Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας, περί μη αποκάλυψης της υπεράσπισης της από τις Εφεσίβλητες, στερούνται ερείσματος, εφόσον η υπεράσπιση ήταν ήδη καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Η δε ενόρκως δηλούσα αναφέρθηκε ρητά στο γεγονός της ύπαρξης ήδη καταχωρηθείσας υπεράσπισης και ότι προβάλλονταν σε αυτήν ισχυρισμοί περί παρανομίας, ώστε το Δικαστήριο να στρέψει την προσοχή του σε αυτήν. Δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό η αναπαραγωγή όλων των ισχυρισμών της υπεράσπισης στην ένορκη δήλωση της Τ. Χ.
Περαιτέρω, η Εφεσείουσα προβάλλει αφενός ότι οι Εφεσίβλητες παρέλειψαν να αποκαλύψουν απόφαση Δικαστηρίου της Αργεντινής που έκρινε τη μαρτυρία εναντίον του τελικού δικαιούχου της Εφεσείουσας, ως ανεπαρκή και αφετέρου πως ήταν λανθασμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι διαδικασίες στην Αργεντινή ήταν «δευτερεύουσας σημασίας». Σύμφωνα με το επιχείρημα, η παράλειψη αυτή ήταν ουσιώδης, εφόσον οι Εφεσίβλητες παρουσίασαν τις εν λόγω διαδικασίες ως στοιχείο που έδειχνε κίνδυνο αποξένωσης και το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε σε αυτές ως έναν από τους λόγους που δικαιολογούσε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
Θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε στα όσα ισχυρίστηκαν οι Εφεσίβλητες, μέσω των ενόρκων δηλώσεων Τ. Χ., αναφορικά με τις διαδικασίες στην Αργεντινή.
Συγκεκριμένα, οι Εφεσίβλητες ανέφεραν ότι καταχώρισαν ποινική καταγγελία στην Αργεντινή εναντίον των μελών της οικογένειας του Katunin, τελικού δικαιούχου της Εφεσείουσας και μετόχου πλειοψηφίας της Eniseisky, με την κατηγορία του αδικήματος της νομιμοποίησης περιουσιακών στοιχείων εγκληματικής προέλευσης, μέσω τεχνητών νομικών προσώπων, εφόσον τα χρήματα τους έτυχαν κατάχρησης και στη συνέχεια έγινε ξέπλυμα στην Αργεντινή, μέσω αγοράς περιουσιακών στοιχείων. Διά της ποινικής καταγγελίας, επιζητήθηκε διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειας Katunin. Τον Μάιο του 2017, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Αργεντινής εξέδωσε διατάγματα με τα οποία διατάχθηκε έρευνα των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειας του Katunin και η δέσμευση όλων των περιουσιακών τους στοιχείων στην Αργεντινή. Οι Εφεσίβλητες υποστήριξαν πως υπήρχε μεγάλη πιθανότητα η Εφεσείουσα, κατόπιν εντολών του Katunin, να προέβαινε σε νέες συναλλαγές προς τον σκοπό μεταβίβασης του πιθανότατα μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου, δηλαδή των καταβληθέντων διαιτητικών εξόδων.
Η Εφεσείουσα, μέσω των ενόρκων δηλώσεων Μ. Π. και Α. Χ., προέβαλε πως οι Εφεσίβλητες βασίστηκαν σε αυτές τις διαδικασίες προκειμένου να τεκμηριώσουν τον κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εφεσείουσας, χωρίς να αναφερθούν στο αποτέλεσμα των εν λόγω διαδικασιών. Συγκεκριμένα, έγινε αναφορά σε απόφαση Δικαστηρίου της Αργεντινής, ημερ. 3.11.17, το οποίο πρώτον, έκρινε ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για να προσαχθούν κατηγορίες εναντίον των μελών της οικογένειας του Katunin και δεύτερον έδωσε μόνο οδηγίες για ορισμένες περαιτέρω έρευνες ενώ οι Εφεσίβλητες παρέλειψαν να την αποκαλύψουν [Τεκμήρια 32 και 32(α)]. Περαιτέρω, η Εφεσείουσα αναφέρθηκε σε δύο μεταγενέστερες αποφάσεις στην Αργεντινή, ημερ. 22.6.18 και 21.8.18, με τις οποίες, σύμφωνα με τη θέση της, απορρίφθηκαν πλήρως οι κατηγορίες εναντίον του Katunin και των υπόλοιπων εναγομένων.
Κατ’ αρχάς, επισημαίνουμε πως η μονομερής αίτηση καταχωρίστηκε στις 26.1.18, δηλαδή πριν την έκδοση των αποφάσεων 22.6.18 και 21.8.18. Επομένως δεν μπορεί να τίθεται θέμα μη αποκάλυψης των εν λόγω αποφάσεων, σε χρόνο που δεν είχαν εκδοθεί. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η αναφορά στην απόφαση ημερ. 3.11.17 δεν θα άλλαζε τη δική του κρίση διότι ναι μεν αποφασίστηκε η μη έκδοση των κατηγορητηρίων λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας, αλλά δόθηκαν οδηγίες για περαιτέρω έρευνες, όπως παραδέχθηκε η Εφεσείουσα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε, επίσης, την αναφορά της Εφεσείουσας πως οι δικαστικές διαδικασίες στην Αργεντινή δεν έχουν τελεσιδικήσει, εφόσον εκκρεμεί έφεση. Κατέληξε δε πως η διαδικασία στην Αργεντινή είναι δευτερεύουσας σημασίας και πως η κυριότερη ένδειξη του κινδύνου αποξένωσης ήταν η ανεξήγητη άρνηση της Εφεσείουσας να αποκαλύψει στις Εφεσίβλητες τραπεζικό λογαριασμό για την καταβολή απευθείας των εξόδων της διαιτησίας.
Κρίνουμε ως εύλογη την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η μη αναφορά στο ότι το Δικαστήριο της Αργεντινής αποφάσισε τη μη έκδοση κατηγορητηρίων, λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας δεν ήταν ουσιώδες γεγονός που θα επηρέαζε την κρίση του στη μονομερή αίτηση, για τους λόγους που επεξήγησε. Εν πάση περιπτώσει, η διαδικασία στην Αργεντινή δεν ήταν ο πρωταρχικός ή μοναδικός παράγοντας που επικαλέστηκαν οι Εφεσίβλητες και που το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
Η Εφεσείουσα, περαιτέρω, προβάλλει ότι οι Εφεσίβλητες παρέλειψαν να αποκαλύψουν επαρκώς τα περιουσιακά της στοιχεία.
Οι Εφεσίβλητες, μέσω της ένορκης δήλωσης Τ. Χ., υποστήριξαν ότι η Εφεσείουσα είχε ως περιουσιακό στοιχείο το 51% του μετοχικού κεφαλαίου στη Ρωσική εταιρεία CJSC Arena, οι μετοχές της οποίας ήδη είχαν ενεχυριαστεί προς όφελος της Εφεσίβλητης 2 και επομένως, σύμφωνα με το επιχείρημα, εξαιρουμένου του ποσού των εξόδων της Διαιτησίας, η Εφεσείουσα ήταν πλήρως αφερέγγυα.
Μέσω της ένορκης δήλωσης της η Μ. Π., προέβαλε πως η Εφεσείουσα δεν ήταν αφερέγγυα, εφόσον κατείχε ένα μη επιβαρυμένο συμφέρον ύψους 25% στην Arena, η οποία κατείχε ακίνητη περιουσία στην Αγία Πετρούπολη. Συγκεκριμένα, η Μ.Π. υποστήριξε ότι μετά από ακρόαση στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Αγίας Πετρούπολης μεταξύ των Εφεσιβλήτων και της Εφεσείουσας αναφορικά με τις εν λόγω μετοχές, το Δικαστήριο, στις 22.9.16, ακύρωσε την κατάσχεση του 25% του συμφέροντος που είχε η Εφεσείουσα στην εταιρεία Arena, το οποίο δεν είχε ενεχυριαστεί προς όφελος των Εφεσιβλήτων. Με έφεση, η απόφαση εκείνη επικυρώθηκε στις 23.1.17, και επομένως οι Εφεσίβλητες γνώριζαν ότι το 25% των μετοχών στην εταιρεία Arena δεν ήταν πλέον επιβαρυμένο. Σύμφωνα με το επιχείρημα, οι Εφεσίβλητες παρέλειψαν να αποκαλύψουν αυτό το περιουσιακό στοιχείο το οποίο ήταν ουσιώδες, εφόσον παραπλάνησε το Δικαστήριο σε σχέση με το κατεπείγον και τον κίνδυνο αποξένωσης.
Οι Εφεσίβλητες, τόσο στην αγόρευση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όσο και στο περίγραμμα αγόρευσης ενώπιον μας, παραδέχθηκαν ότι εκ παραδρομής αναφέρθηκε ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που κατείχε η Εφεσείουσα, δηλαδή το 51% του μετοχικού κεφαλαίου που κατείχε στην Arena ήταν ενεχυριασμένο προς όφελος της Εφεσίβλητης 2, ενώ στην πραγματικότητα το 25% είχε αποδεσμευθεί. Κατά τις Εφεσίβλητες, η παράλειψη αυτή ήταν επουσιώδης εφόσον ουδεμία επίπτωση επέφερε και δεν αναίρεσε την αρχική πεποίθηση που προέβαλαν περί απόλυτης αφερεγγυότητας της Εφεσείουσας, ως υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της Τ. Χ. ημερ. 26.1.18. Ως δε επιβεβαιώθηκε από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Τ. Χ. ημερ. 14.9.18, η εταιρεία Arena αναγνωρίστηκε και επίσημα ως αφερέγγυα, με απόφαση ημερ. 30.7.18 του Εμπορικού Δικαστηρίου της Αγίας Πετρούπολης, με την οποία αποκαλύπτεται ότι η εν λόγω εταιρεία είχε προβλήματα καθυστερήσεων στην αποπληρωμή σχετικού δανείου από το 2016 και ότι από το 2015 ενεχυρίασε τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα σε αναπτυξιακό έργο στην Αγία Πετρούπολη [Τεκμήρια 2 και 2(α)], προβλήματα τα οποία γνώριζε η Εφεσείουσα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε τη θέση των Εφεσιβλήτων πως η παράλειψη αναφοράς ότι η Εφεσείουσα κατείχε ένα μη επιβαρυμένο συμφέρον της τάξης του 25% στην εταιρεία Arena ήταν μη ουσιώδης. Κρίνουμε ότι η κρίση του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού ήταν εύλογη εφόσον η αρχική εικόνα που έδωσαν οι Εφεσίβλητες με την πρώτη ένορκη δήλωση της Τ. Χ., περί αφερεγγυότητας της Εφεσείουσας και ότι τα διαιτητικά έξοδα ήταν «κατά πάσα πιθανότητα» το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, δεν άλλαξε με τη μαρτυρία της Εφεσείουσας. Η Εφεσείουσα, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Α. Χ., παραδέχθηκε ότι με την απόφαση του Εμπορικού Δικαστηρίου της Αγίας Πετρούπολης ημερ. 30.7.18, η Arena τέθηκε υπό εκκαθάριση. Επομένως, το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που είχε η Εφεσείουσα, πλην του ποσού των δικηγορικών εξόδων και το οποίο δεν ήταν ενεχυριασμένο, ήταν το 25% των μετοχών σε εταιρεία υπό εκκαθάριση. Ως εκ τούτου, η εν λόγω μη αποκάλυψη δεν κρίνεται ουσιώδης.
Ακόμα, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι οι Εφεσίβλητες παρέλειψαν να αποκαλύψουν επαρκώς τους όρους της Διαιτητικής απόφασης και τις παραμέτρους της αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων, αναφορικά με την πληρωμή των εξόδων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης, επισημαίνοντας το ότι η μάρτυρας των Εφεσιβλήτων, στην ένορκη δήλωση της, έκανε ρητή αναφορά στο διατακτικό της Διαιτητικής απόφασης αναφορικά με τα έξοδα, την οποία επεσύναψε (Τεκμήριο 18), ως επίσης και το σχετικό διάταγμα (Τεκμήριο 28). Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε, επίσης, ότι η ενόρκως δηλούσα αναφέρθηκε εκτεταμένα στην ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των Άγγλων δικηγόρων των δύο πλευρών, επισυνάπτοντας τις σχετικές επιστολές, παραπέμποντας το Δικαστήριο στο περιεχόμενο τους και αναγράφοντας στην ένορκη δήλωση τις εισηγήσεις των Άγγλων δικηγόρων της Εφεσείουσας. Συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση της Τ. Χ. στη Διαιτητική απόφαση αναφορικά με τα έξοδα ήταν εκτεταμένη και λεπτομερής και συνοδεύετο από τα σχετικά τεκμήρια.
Τέλος, η Εφεσείουσα προβάλλει πως οι Εφεσίβλητες παρέλειψαν να αποκαλύψουν επαρκώς ότι υπήρχε επικαλύπτουσα θεραπεία από Δικαστήριο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων (BVI) και ότι πουθενά δεν υπήρχε ισχυρισμός ανεντιμότητας, είτε από τον εκκαθαριστή της εταιρείας Eniseisky, είτε κατά τις διαδικασίες στα BVI.
Σύμφωνα με τη θέση της Εφεσείουσας, οι Εφεσίβλητες έλαβαν τον Μάιο του 2014 παγκόσμιο διάταγμα παγοποίησης από Δικαστήριο των BVI εναντίον του τελικού δικαιούχου της Εφεσείουσας Katunin (WFO 2014), το οποίο επικάλυπτε το επίδικο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα παγοποίησης. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η μαρτυρία των Εφεσιβλήτων περιείχε και ισχυρισμούς ανεντιμότητας του Katunin. Το εν λόγω διάταγμα ακυρώθηκε με απόφαση ημερ. 7.12.16, λόγω του ότι η περίοδος για επίδοση του εντύπου απαίτησης της Εφεσίβλητης 2 έληξε, χωρίς να έχει επιδοθεί. Περαιτέρω, η Εφεσίβλητη 2 άσκησε έφεση η οποία επετράπηκε τον Απρίλιο του 2018 και όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Μ. Π. «… και, ως εκ τούτου, η αξίωση της VΤΒ και το WFO 2014 του BVI ενδέχεται να έχουν τώρα αναβιώσει, παρόλο που 4 χρόνια μετά – δεν έχουν ακόμα επιδοθεί έγκυρα». Περαιτέρω, η Μ. Π. αναφέρθηκε και σε δεύτερο διάταγμα παγοποίησης από Δικαστήριο των BVI (WFO 2016), με παρόμοιους όρους. Σύμφωνα πάντα με την Εφεσείουσα, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε την παράλειψη αναφοράς των εν λόγω διαταγμάτων των BVI ως επουσιώδη παράλειψη.
Κρίνουμε πως ήταν εύλογη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η παράλειψη αναφοράς στις διαδικασίες των BVI δεν ήταν ουσιώδης. Το διάταγμα του Μαΐου του 2014 ακυρώθηκε πριν την καταχώριση της μονομερούς αίτησης στις 26.1.18, συνεπώς δεν ήταν σε ισχύ κατά την καταχώριση της, η δε έφεση επετράπη τον Απρίλιο του 2018. Είναι δε παραδεκτό ότι μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης Μ. Π., ούτε το WFO 2014, ούτε το WFO 2016 είχαν επιδοθεί, επομένως δεν παρείχαν οποιαδήποτε προστασία στην Εφεσίβλητη 2. Εύλογη θεωρούμε, επίσης, και την κρίση του Δικαστηρίου ότι η μη αναφορά από τις Εφεσίβλητες στο ότι η διαδικασία στα BVI και η διαδικασία πτώχευσης της Eniseisky δεν στηρίζονταν σε απάτη ή ανεντιμότητα του Katunin, δεν ήταν ουσιώδης.
Εν κατακλείδι και αφού εξετάσαμε τις πιο πάνω θέσεις της Εφεσείουσας και τις εξ αντιθέτου θέσεις των Εφεσιβλήτων, οι οποίες ισχυρίζονται ότι δεν πρόκειται για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι όλα τα πιο πάνω προβαλλόμενα ως μη αποκαλυφθέντα γεγονότα δεν κρίνονται ως ουσιώδη.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Δεύτερος Λόγος Έφεσης
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι πληρούτο η προϋπόθεση του κατεπείγοντος με βάση το Άρθρο 9 του Κεφ. 6. Στην αιτιολογία αυτού προέβαλε ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την καταχώριση της Αγωγής στις 21.10.16 μέχρι την καταχώριση της μονομερούς αίτησης στις 26.1.18 ήταν μεγάλο και ότι οι Εφεσίβλητες δεν παρείχαν ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Η καθυστέρηση αυτή δεν δικαιολογούσε την έκδοση διατάγματος σε μονομερή βάση. Το μοναδικό νέο στοιχείο ήταν η ανακάλυψη, στις 23.1.2018, ενός τραπεζικού λογαριασμού στην Κύπρο που δεν αποτελούσε, σύμφωνα με το επιχείρημα, μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος.
Οι Εφεσίβλητες στήριξαν τη θέση τους ότι ήταν επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, στις ακόλουθες παραγράφους:
«44. 6 Η επαναλαμβανόμενη άρνηση της Εναγόμενης μέσω των Άγγλων δικηγόρων της να παράσχει στοιχεία λογαριασμού προς πραγματοποίηση της απευθείας πληρωμής προς ικανοποίηση της διαιτητικής απόφασης επί των Εξόδων η οποία περιγράφεται ανωτέρω είναι απολύτως αδικαιολόγητη. Δύναται να επεξηγηθεί μόνο στα πλαίσια ενός απώτερου σχεδίου αποξένωσης και απόκρυψης όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης ώστε όλες οι συμβατικές της υποχρεώσεις να παραμείνουν ανεκπλήρωτες.
44.7 Αποδεικνύεται από τα ανωτέρω πως εάν δε δοθεί η ενδιάμεση θεραπεία είναι εξαιρετικά πιθανόν η Εναγόμενη ενεργώντας κατόπιν εντολών του κου Katunin να προβεί στην εκτέλεση νέων συναλλαγών προς επίτευξη της μεταβίβασης του πιθανότατα μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου – ήτοι των καταβληθέντων Διαιτητικών Εξόδων – σε δικαιοδοσίες όπου οι Ενάγουσες δεν θα είναι σε θέση να διεκδικήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους, με αποτέλεσμα η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο να καταστεί αδύνατη.
………………………………………………………………………………………
46. Το ζήτημα είναι πολύ επείγον επειδή η επίδοση αυτής της αίτησης βρίσκεται σε εκκρεμότητα και σε περίπτωση που η Εναγομένη πληροφορηθεί για την ύπαρξη της, μπορεί να προχωρήσει στην αποξένωση ή/και μεταβίβαση του κατά πάσα πιθανότητα μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου αφήνοντας τις απαιτήσεις των Εναγουσών παντελώς ανικανοποίητες. Είναι σαφές από τα παραπάνω και ειδικότερα από τα όσα αναφέρονται στις υποπαραγράφους 44.5 - 44.7 ανωτέρω ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Εναγομένης θα μπορούσε να καταλήξει σε μια οντότητα που δε θα μπορεί να εντοπιστεί, αφήνοντας ενδεχόμενες αποφάσεις υπέρ των Εναγουσών ανικανοποίητες.
47. Οι Ενάγουσες έχουν προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση στη καταχώρηση της παρούσας αίτησης και δεν είναι υπαίτιοι για οποιαδήποτε καθυστέρηση. Η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε σχεδόν αμέσως μόλις τα γεγονότα που αποκαλύπτονται στις παραγράφους 38 της παρούσας ένορκης δήλωσης συνέβηκαν. Περιπλέον, ένας μεγάλος αριθμός έγγραφων και υλικό έπρεπε να μελετηθεί πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ιδιαίτερα, δεικνύω στο Σεβαστό Δικαστήριο πως η επιστολή του εκκαθαριστή της EFK δια της οποίας η Ενάγουσα 2 έλαβε γνώση του λογαριασμού της Εναγομένης αποστάληκε μόλις την 12.01.18 και φέρει σφραγίδα λήψης με ένδειξη την 23.01.18 – τεκμήριο 32».
Οι νομολογιακές αρχές οι οποίες ισχύουν σε σχέση με την στοιχειοθέτηση του κατεπείγοντος έχουν συνοψιστεί στην Βγενόπουλος κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank, Πολ. Έφ. Ε141/14 και Ε142/14, ημερ. 13.9.23, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd (1994) 1 Α.Α.Δ. 836 και In Re B.P. CYPRUS LTD (1996) 1(B) Α.Α.Δ. 861).
Στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι:-
«Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.»
Στην υπόθεση Aspis Liberty Insurance Co Ltd v. Ε. Σιακατίδου, (2014) 1 Α.Α.Δ. 637 υπογραμμίσθηκε ότι:
«Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2) (1994) 1. Α.Α.Δ. 836, 841, Babel Boutique Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd (2011) 1 Α.Α.Δ. 1377 και Αμβροσιάδου κ.ά. v. Coward κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 78).»
Η νομολογία καταδεικνύει ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, μπορεί να κρίνεται στο πλαίσιο έφεσης με την οποία προσβάλλεται η απόφαση οριστικοποίησης ενός διατάγματος, εφόσον είχε εγερθεί ως θέμα πρωτοδίκως και εγείρεται κατ' έφεση (βλ. Αμβροσιάδου ν. Coward (2013) 1 Α.Α.Δ. 78 και Aspis Liberty Insurance Co Ltd v. Ε. Σιακατίδου (ανωτέρω))».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία που αφορά το κατεπείγον και έλαβε καθοδήγηση από την Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Abramchyk κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 118, όπου λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με το κατεπείγον σε πολύπλοκες υποθέσεις:
«Παραπομπή στην ένορκη δήλωση φανερώνει ότι οι έλεγχοι και οι ενέργειες που έπρεπε να αναλάβει ο εφεσίβλητος/ενάγοντας, και οι διαδικαστικές ενέργειες και τα μέτρα που έλαβε στην Ελλάδα, φανερώνουν ότι η πολυπλοκότητα των καταστάσεων ήταν τέτοια ώστε ο ενάγοντας θα έπρεπε να συλλέξει όλα τα αναγκαία στοιχεία και γεγονότα, να τεκμηριώσει με σχετική μαρτυρία όλα όσα είχε συγκεντρώσει, πριν αποταθεί στο Κυπριακό Δικαστήριο για παροχή θεραπείας. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνοντας γνώση όλων των γεγονότων στη βάση της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του ορθώς διαπίστωσε ότι συντρέχει το κατεπείγον: η αναγκαιότητα έκδοσης του διέπνεε όλο το πλέγμα των περιστατικών της υπόθεσης, σε βαθμό που η όποια καθυστέρηση σημειώθηκε εκ μέρους του εφεσίβλητου πριν την έναρξη της διαδικασίας να μην έχει καταλυτικό χαρακτήρα ως προς το επείγον».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Ltd (2015) 1 A.A.Δ. 386, όπου τονίστηκαν τα εξής:
«Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 1665, ECLI:CY:AD:2014:A540, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του …»»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης, ότι είχε καταδειχθεί το επείγον και ότι δεν υπήρχε καθυστέρηση εφόσον οι Εφεσίβλητες καταχώρισαν τη μονομερή αίτηση μόλις τρεις μέρες μετά την ανακάλυψη τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα της Εφεσείουσας.
Κρίνουμε ως εύλογη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστούσε επείγον ζήτημα. Οι Εφεσίβλητες επεξήγησαν επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ήταν επείγον να εκδοθεί μονομερώς το διάταγμα, πως μόλις έλαβαν την πληροφορία για ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού στην Κύπρο, στο όνομα της Εφεσείουσας, προέβησαν στην πληρωμή των εξόδων και τρεις μέρες μετά προέβησαν στην καταχώριση της μονομερούς αίτησης. Δεν βρίσκουμε έρεισμα για παρέμβαση μας. Το Δικαστήριο αποτίμησε ορθά τις περιστάσεις της υπόθεσης και δεν παρεξέκλινε της πάγιας νομολογίας σε σχέση με το επείγον.
Ως εκ των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Τρίτος Λόγος Έφεσης
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα καταλογίζει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα αποφάσισε ότι πληρούντο οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60.
Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες:
(i) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(ii) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(iii) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του απαιτούμενου διατάγματος
(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη v. Μέζου (1994) 1 Α.Α.Δ. 201).
Το Δικαστήριο, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο δεν αποφασίζει επί της ουσίας της αγωγής, αλλά περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60 (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263).
Για σκοπούς της πρώτης προϋπόθεσης, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση (βλ Odysseos v. A. Pieris Estates (ανωτέρω), Θεοδοσιάδου κ.ά. v. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε51/2022, ημερομηνίας 3.2.2023).
Στην εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εφεσιβλήτων συνίστατο στην παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εφεσείουσας, με βάση τις συμφωνίες εγγύησης. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι πληρούτο η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή ότι υπήρχε σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.
Συμφωνούμε με την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ότι ικανοποιείτο η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Όπως λέχθηκε στη Θεοδοσιάδου κ.ά. ν. Themis Portfolio Management Holdings Limited (ανωτέρω), για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι με βάση αγωγής την παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, υπήρχε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Εξάλλου, η Εφεσείουσα στο περίγραμμα αγόρευσης παραδέχεται ότι η μαρτυρία των Εφεσιβλήτων έδειχνε εκ πρώτης όψεως παράβαση σύμβασης.
Στον τρίτο λόγο έφεσης, προβάλλεται επίσης, ως ελέχθη και πιο πάνω, ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούτο η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην αιτιολογία αυτού προβάλλεται ότι οι Εφεσίβλητες δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να αντικρούσουν τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εφεσείουσα προς υποστήριξη της θέσης της περί ακυρότητας των συμφωνιών εγγύησης, λόγω παρανομίας. Σύμφωνα με το επιχείρημα, η απλή άρνηση των ισχυρισμών της Εφεσείουσας με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Τ. Χ. - μάρτυρος των Εφεσιβλήτων, χωρίς να προσκομίσουν οι ίδιες μαρτυρία προς αντίκρουση των ισχυρισμών για την παρανομία, δεν αρκούσε και ότι αυτή η παράλειψη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Εφεσίβλητες δεν έχουν καμμιά ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή.
Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία. Όπως λέχθηκε στην Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά. (ανωτέρω):
«Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32(1) του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας».
Στην Hazlewood Investment & Finance Ltd ν.Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. Ε14/17 και Ε209/17, ημερ. 16.7.19, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd, (1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other (2002) 1Γ A.A.Δ. 2015).
Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D. (1999) 1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών και κατέληξε ότι πληρούτο η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 με το ακόλουθο σκεπτικό:
«Η Εναγομένη δεν αρνείται ούτε τη σύναψη, ούτε την παράβαση των σχετικών συμφωνιών. Αντιθέτως, δια της καταχωρηθείσας υπεράσπισης η Εναγομένη / Εγγυήτρια επιχειρεί την αποφυγή των συμβατικών της υποχρεώσεων προβάλλοντας ισχυρισμούς περί της ύπαρξης ενός περίπλοκου και δαιδαλώδες σχεδίου παρανομίας στη Ρωσία, το οποίο εμπλέκει διευθύνοντα στελέχη της Ενάγουσας / κρατικής τράπεζας και το οποία καθιστά – ως ισχυρίζεται η Εναγομένη / Εγγυήτρια – τις Συμφωνίες Διευκόλυνσης παράνομες. Οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται στην απαντητική ένορκη δήλωση της κας Χλωρακιώτου. Το Δικαστήριο όμως δεν θα υπεισέλθει και θα εξετάσει επί της ουσίας τους όλους αυτούς τους αλληλοσυγκρουόμενους αλλά και αμφισβητούμενους ισχυρισμούς στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Σχετικά είναι όσα λέχθηκαν από τον Νικολάου, Δ., ως αυτός διατυπώθηκε στην απόφαση T.A. Micrologic ν. Microsoft Corporation. Οι ισχυρισμοί αυτοί θα εξεταστούν σε όλη τους την έκταση κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής».
Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, εξέτασε το υπό κρίση ζήτημα, έχοντας υπόψη και την αντίθετη εκδοχή και ορθά ανέφερε ότι οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της αγωγής. Το Δικαστήριο ορθά επεσήμανε ότι η Εφεσείουσα δεν αρνήθηκε ούτε τη σύναψη, ούτε την παράβαση των συμφωνιών. Ως εξάλλου η Εφεσείουσα παραδέχεται στο περίγραμμα αγόρευσης της, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η μαρτυρία των Εφεσιβλήτων πράγματι κατεδείκνυε εκ πρώτης όψεως παράβαση σύμβασης εκ μέρους της Εφεσείουσας. Δεν είναι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος που αποφασίζεται κατά πόσο οι Εφεσίβλητοι εξαπάτησαν την Εφεσείουσα. Η δε ικανοποίηση ή μη της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν.14/60 βασίζεται, κυρίως, στη μαρτυρία και τις θέσεις του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία (βλ. Meridian Gaming Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου κ.ά. Πολ. Έφ. Αρ. Ε179/19, ημερ. 2.5.24). Στην προκείμενη, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κινήθηκε μέσα στα όρια που θέτει η νομολογία και ότι το συμπέρασμα του ήταν εύλογο.
Έπεται πως ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Τέταρτος Λόγος Έφεσης
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα έκρινε ότι πληρούτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60.
Σύμφωνα με το επιχείρημα της Εφεσείουσας, η βασική αιτιολογία του πρωτόδικου Δικαστηρίου για να καταλήξει στην εσφαλμένη κρίση ότι πληρούτο και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 ήταν ότι (α) είχε καταχωριστεί παράπονο εναντίον του τελικού δικαιούχου της Εφεσείουσας στην Αργεντινή και ότι (β) υπήρξε ανεξήγητη άρνηση από την Εφεσείουσα να αποκαλύψει τραπεζικό λογαριασμό για την πληρωμή των εξόδων. Όμως, σύμφωνα με το επιχείρημα, το ποινικό παράπονο είχε απορριφθεί και δεν υπήρχε συσχετισμός μεταξύ των διαδικασιών στην Αργεντινή και του κινδύνου αποξένωσης. Η Εφεσείουσα έδωσε ως εξήγηση για την άρνηση της να παρέχει τραπεζικό λογαριασμό για την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων ότι ήταν βολικό να γίνει στον λογαριασμό πελατών (client account), και ότι σε κάθε περίπτωση, η επιθυμία να πληρωθεί το ποσό των εξόδων μέσω των δικηγόρων της, δεν αποτελούσε μαρτυρία που να δικαιολογεί την κατάληξη του Δικαστηρίου περί ύπαρξης κινδύνου αποξένωσης.
Οι Εφεσίβλητες ισχυρίστηκαν, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι η Εφεσείουσα ήταν αφερέγγυα, ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των όποιων περιουσιακών στοιχείων της Εφεσίβλητης ήταν εξαιρετικά μεγάλος και ότι ήταν εξαιρετικά απίθανο η Εφεσείουσα να διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, πλην των καταβληθέντων δικηγορικών εξόδων. Η Εφεσείουσα, αντί να παράσχει λεπτομέρειες κάποιου τραπεζικού λογαριασμού της ούτως ώστε να εισπράξει άμεσα τα δικηγορικά έξοδα, προτίμησε να προχωρήσει με μέτρο εκτέλεσης στην Αγγλία για σκοπούς είσπραξης των εξόδων μέσω Δικαστηρίου, χωρίς να δώσει επεξήγηση γιατί προτίμησε την περίπλοκη, χρονοβόρα και δαπανηρή αυτή δικαστική διαδικασία.
Η τρίτη προϋπόθεση αφορά στη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Στην Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.ά. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1301, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Η απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην πρόσφατη απόφαση στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Τονίσθηκε από τον Κωνσταντινίδη, Δ.:
«Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (Βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525)...... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα 'ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων'. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος'.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, εξέτασε την τρίτη προϋπόθεση με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της μάρτυρος των Εφεσιβλήτων Τ. Χ. και εντός των ορίων που θέτει η νομολογία. Οι Εφεσίβλητες κατέδειξαν την πιθανή επίδραση που θα είχε τυχόν αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Εφεσείουσας στην ικανοποίηση απόφασης εναντίον της στα πλαίσια της Αγωγής. Δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος παρέμβασης μας.
Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Πέμπτος Λόγος Έφεσης
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα διατείνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος, χωρίς να λάβει υπόψη ότι στην ουσία, τής στερούσε την απόλαυση των καρπών της απόφασης που πέτυχε, δηλαδή τα δικηγορικά της έξοδα. Μέσω της ένορκης δήλωσης Μ. Π., η Εφεσείουσα προέβαλε πως η διαδικασία παγοποίησης των εξόδων είναι αντίθετη με τον Αγγλικό περί Διαιτησίας Νόμο 1994 και τους κανόνες του LCIA και ότι είναι καλά θεμελιωμένο ότι εναγόμενος ο οποίος υπόκειται σε διάταγμα παγοποίησης δύναται να ανακτήσει και να χρησιμοποιήσει κεφάλαια για να καταβάλει τη δικηγορική του αμοιβή.
Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο μετά τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/60, εξετάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας.
Στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/2018, ημερ. 21.3.19 τονίστηκαν τα εξής:
«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. »
Όπως λέχθηκε, επίσης, στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 A.A.Δ. 788:
«Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τις διαβλεπόμενες επιπτώσεις στους διαδίκους από την οριστικοποίηση ή μη του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, ισοζυγίζοντας τα ενώπιον του στοιχεία. Έκρινε ότι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν αποξενωνόταν το ποσό των δικηγορικών εξόδων της διαιτησίας έγερνε το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ των Εφεσιβλήτων, με το ποσό να παραμένει δεσμευμένο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Το Δικαστήριο υιοθέτησε την πορεία που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους (βλ. Ευστρατίου ν. Dikran Ouzounian and Company Ltd (2014) 1(A) A.A.Δ.212). Διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εντός των νόμιμων πλαισίων και δεν υπάρχει λόγος παρέμβασης μας.
Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Έκτος Λόγος Έφεσης
Η κατάληξη μας σε σχέση με όλους τους πιο πάνω λόγους έφεσης, σφραγίζει και την τύχη του έκτου λόγου έφεσης, με τον οποίο καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα οριστικοποίησε το προσωρινό διάταγμα. Ο έκτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Κατάληξη
Στη βάση των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα €7.400, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ των Εφεσιβλήτων και εις βάρος της Εφεσείουσας.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο