ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. Ε52/2022)
31 Μαρτίου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Πρόεδρος]
1. Αγάπιος Αχιλλέως
2. Νίκη Παναγιώτου
3. Παναγιώτης Κωνσταντίνου
Εφεσείοντες
ν.
1. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας
2. Δέσποινα Χριστοδούλου
Εφεσίβλητοι
Για εφεσείοντες: κος : κ. Μιχάλης Ιωάννου για Μιχάλης Ιωάννου, Έλενα Ιωάννου και Άνθια Ιωάννου.
Για εφεσίβλητο 1: κα Δέσποινα Κουρουσίδου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Για εφεσίβλητη 2: κ. Μιχάλης Κονής για Πανίκος Λεωνίδου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Π.: Η παρούσα εκδικάζεται σε μονομελή σύνθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11.5 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964).
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι εφεσείοντες είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 573 το οποίο συνορεύει με δημόσιο αργάκι που είναι το τεμάχιο 521 και ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το εν λόγω δημόσιο αργάκι διαχωρίζει το πιο πάνω τεμάχιο με αρ. 573 των εφεσειόντων από το τεμάχιο με αρ. 574, ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης 2.
Είναι η θέση των εφεσειόντων ότι η εφεσίβλητη 2 επενέβη παράνομα στο πιο πάνω τεμάχιο τους με αρ. 573. Έτσι μετά από αίτημα τους, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού προέβηκε στις 15.12.2005 σε χωρομετρική εργασία από την οποία προέκυψε ότι υπήρχε όντως παράνομη επέμβαση στο τεμάχιο των εφεσειόντων από την εφεσίβλητη 2. Ως αποτέλεσμα το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού εξέδωσε απόφαση υπέρ των εφεσειόντων στον φάκελο ΑΧ762/2005. Η εν λόγω απόφαση του Κτηματολογίου δεν εφεσιβλήθηκε από την εφεσίβλητη 2 και ως εκ τούτου κατέστη τελεσίδικη. Ακολούθως, οι εφεσείοντες στηριζόμενοι στην πιο πάνω απόφαση, καταχώρισαν την αγωγή 4016/2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον της εφεσίβλητης 2, στηριζόμενοι στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στο ακίνητο τους.
Περαιτέρω το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με απόφαση του ημ. 10.11.2014 (ΑΧ2639/2008), στο πλαίσιο συνοριακής διαφοράς μεταξύ Δημοκρατίας και εφεσίβλητης 2, έκρινε ότι η εφεσίβλητη 2 επενέβαινε και στο πιο πάνω αργάκι, ιδιοκτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εφεσίβλητη 2 διαφώνησε με την πιο πάνω απόφαση και καταχώρησε την αίτηση - έφεση 740/14, ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του Κτηματολογίου. Τελικώς, η εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε εκ συμφώνου στις 11.05.2018 με κοινή δήλωση των διαδίκων, ήτοι της Κυπριακής Δημοκρατίας και της εφεσίβλητης 2. Σημειώνεται ότι στην εν λόγω διαδικασία δεν κλήθηκαν οι εφεσείοντες προκειμένου να εκφέρουν τις απόψεις τους, αφού η υπόθεση αφορούσε μόνο, την συνοριακή διαφορά μεταξύ της Δημοκρατίας και της εφεσίβλητης 2.
Οι εφεσείοντες καταχώρισαν στην συνέχεια αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ζητώντας την ακύρωση της πιο πάνω εκ συμφώνου απόφασης στην αίτηση – έφεση 740/14, υποστηρίζοντας ότι εκδόθηκε χωρίς να κληθούν οι ίδιοι να εμφανιστούν ως ενδιαφερόμενα μέρη στην διαδικασία. Οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν ένσταση στο αίτημα των εφεσειόντων υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι οι εφεσείοντες δεν ήταν επηρεαζόμενα μέρη στην αίτηση – έφεση 740/14 με την οποία εκ συμφώνου κηρύχθηκε άκυρη η απόφαση του Κτηματολογίου ημ. 10.11.2014 με αριθμό φακέλου ΑΧ2639/2008 και επιμένοντας ότι η ακυρωθείσα απόφαση δεν επηρέαζε τα δικαιώματα των εφεσειόντων.
Η Κυπριακή Δημοκρατία ισχυρίστηκε επιπλέον ότι ο λόγος της ακύρωσης της εκ συμφώνου η απόφασης του Κτηματολογίου ημ. 10.11.2014, είναι ότι οι μετρήσεις του κλιματολογικού λειτουργού που έγιναν στον φάκελο ΑΧ762/2005, αναφορικά με την διαφορά των εφεσειόντων με την εφεσίβλητη 2, ήταν λανθασμένες. Επί του προκειμένου, οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι επειδή ο φάκελος ΑΧ762/2005 αφορούσε την δική τους συνοριακή διαφορά με την εφεσίβλητη 2, ήταν επηρεαζόμενα μέρη στην αίτηση – έφεση 740/14 που καταχώρισε η εφεσίβλητη 2 εναντίον της Δημοκρατίας και θα έπρεπε να κληθούν να εκφέρουν τις απόψεις τους πριν την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, ανέφεραν ότι οι δικηγόροι της εφεσίβλητης 2 επικαλέστηκαν με αίτημα τροποποίησης της υπεράσπισης τους, στην αγωγή 4016/2012 που οι εφεσείοντες καταχώρισαν εναντίον της εφεσίβλητης 2, την εκ συμφώνου απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού ημερ. 10.11.2014 με αριθμό φακέλου ΑΧ 2639/2008.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από ακρόαση, απέρριψε την αίτηση των εφεσειόντων για παραμερισμό της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης, στην αίτηση - έφεση 740/14. Αφού υπέδειξε ότι η αίτηση ακύρωσης στηριζόταν αποκλειστικά και μόνον στο Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), ανέφερε ότι η υπό κρίση εκ συμφώνου απόφαση θα μπορούσε να παραμεριστεί όχι μόνο μέσω αγωγής όπως συμβαίνει για λόγους που προβλέπονται στο δίκαιο των συμβάσεων αλλά και με αίτηση όταν το Δικαστήριο ασκεί σύμφυτη εξουσία. Κάτι τέτοιο ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση όπου προβάλλεται ισχυρισμός ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των εφεσειόντων από την εκ συμφώνου απόφαση χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν.
Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να ακούσει την αίτηση, παρότι δεν επιδιώχθηκε ο παραμερισμός της εκ συμφώνου απόφασης με αγωγή. Τονίζοντας πολύ ορθά κατά την κρίση μου ότι αυτό που έπρεπε να εξεταστεί ήταν αν οι εφεσείοντες ήταν επηρεαζόμενα πρόσωπα ώστε να επιβαλλόταν η συμμετοχή τους στην αίτηση – έφεση 740/14, αφού είναι κοινά αποδεκτό ότι δεν είχαν προστεθεί ως διάδικοι ούτε είχαν ειδοποιηθεί με επίδοση στην εν λόγω διαδικασία.
Επί της ουσίας το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση – έφεση δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ.224 είναι αναθεωρητικής φύσης, υπέδειξε ότι η διαφορά στην εν λόγω υπόθεση, αφορούσε το κοινό σύνορο του τεμαχίου 574 της εφεσίβλητης 2 και του δημόσιου αργακιού και όχι οποιοδήποτε σύνορο με το τεμάχιο 573 των εφεσειόντων. Δεν σχετιζόταν δηλαδή υπόθεση με διαφορά μεταξύ εφεσειόντων και εφεσίβλητης 2. Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, το γεγονός ότι το τεμάχιο 573 των εφεσειόντων συνορεύει με το ίδιο δημόσιο αργάκι, το οποίο ουσιαστικά χρησιμοποιείται ως έκταση που διαχωρίζει τα τεμάχια 573 και 574 μεταξύ τους, δεν καθιστά από μόνο του, επηρεαζόμενα πρόσωπα τους εφεσείοντες. Λέχθηκε ότι οι εφεσείοντες σε κάθε περίπτωση δεν επηρεάζονται από τη συνοριακή διαφορά της Δημοκρατίας με την εφεσίβλητη 2 ώστε να δικαιολογείτο η συμπερίληψη της εφεσίβλητης 2 στην αίτηση – έφεση 740/14.
Εντούτοις, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνωρίζει μια ιδιαιτερότητα στην όλη υπόθεση που καθιστά την επί τόπου διαφορά να είναι σχετική και με τα τρία τεμάχια. Αυτό δικαιολογείται παρά την μικρή έκταση του δημόσιου αργακιού, από το γεγονός της παράλληλης χρήσης του ως σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 573 και 574. Ανεξαρτήτως αν το δημόσιο αργάκι συνιστά ξεχωριστό τεμάχιο που καθιστά τα τεμάχια 573 και 574 μεταξύ τους τεχνικά μη συνορεύοντα, οι οποίες συνοριακές διαφορές για διαφιλονικούμενες εκτάσεις αναφορικά με τα εν λόγω τεμάχια και το αργάκι, αφορούν κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα τρία τεμάχια. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του, το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγει ότι η συνοριακή διαφορά αμφότερων των τεμαχίων 573 και 574 με το δημόσιο αργάκι θα μπορούσε να επιλυθεί από τον Διευθυντή σε κοινή διαδικασία, με βάση το γεγονός ότι η επί τόπου διαφιλονικούμενη έκταση αφορά και στα τρία τεμάχια. Αυτό δεν συνέβη ούτε στην ΑΧ/762/2005 ούτε στην ΑΧ/2639/2008 και το γεγονός ότι δεν συνέβη, φαίνεται κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι είναι και η πηγή όλων των μετέπειτα προβλημάτων.
Παρά τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέμενε ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην διαδικασία της αίτησης – έφεσης 740/14 στην οποία διάδικοι ήταν η Δημοκρατία και η εφεσίβλητη 2. Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, η απλή εκφρασμένη γνώμη του κτηματολογικού λειτουργού για λάθος στις κτηματολογικές μετρήσεις στην κτηματική διαφορά των εφεσειόντων με την εφεσίβλητη 2, δεν δημιουργεί αυτοτελή λόγο νομιμοποίησης των εφεσειόντων να συμμετάσχουν στην αίτηση - έφεση740/14.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οποιοιδήποτε κι αν ήταν οι λόγοι που οδήγησαν την εφεσίβλητη 2 και την Δημοκρατία να συνάψουν συμφωνία μεταξύ τους, δεν ερμηνεύονται με τρόπο που επηρεάζει και νομικά τα συμφέροντα των εφεσειόντων. Στήριξε την εν λόγω κρίση του στο ότι η εν λόγω συμφωνία δεν αποκλείει ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, κατά την επανεξέταση, να καταλήξει σε απόφαση ίδιου αποτελέσματος και στο ότι το Δικαστήριο, ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση δυνάμει της συμφωνίας των μερών, δεν αναγνώρισε ούτε υιοθέτησε το περιεχόμενο της συμφωνίας τους, ως να ήταν δικά του αναθεωρητικά ευρήματα. Ούτε το περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών έχει ισχύ δικαστικής απόφασης και που να δεσμεύει τους εφεσείοντες.
Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αίτηση – έφεση 740/14 της εφεσίβλητης 2, το Δικαστήριο δεν θα προέβαινε σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της διαφοράς των εφεσειόντων με την εφεσίβλητη 2 ούτε η έκδοση εκ συμφώνου διαταγμάτων στην διαφορά της εφεσίβλητης 2 με την Δημοκρατία, σημαίνει τέτοιο παρεμπίπτοντα έλεγχο της ΑΧ/762/2Ο05 χωρίς την συμμετοχή των εφεσειόντων. Και αυτό, ασχέτως της όποιας εκφρασμένης γνώμης ή πεποίθησης του κτηματολογικού λειτουργού. Η εν λόγω αίτηση – έφεση δεν συνιστά το δικαστικό μέσο με το οποίο θα επιλυθούν οι διαφορές των εφεσειόντων με την εφεσίβλητη 2. Λέχθηκε επίσης ότι οι εφεσείοντες εάν θεωρούν ότι έχουν συμφέρον, μπορούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία της επανεξέτασης της αίτησης της εφεσίβλητης 2 ενώπιον του Διευθυντή.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στηριζόμενο στις πιο πάνω διαπιστώσεις του, απέρριψε την αίτηση των εφεσειόντων, καταδικάζοντας τους και στα έξοδα.
Οι εφεσείοντες προσβάλλουν την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση με τέσσερις λόγους έφεσης.
Με τον 1ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αίτηση για ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης, εφόσον το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το αίτημα, αναφέροντας επίσης ότι η επίλυση του προβλήματος με τα σύνορα αμφότερων των τεμαχίων 574 και 573 με το δημόσιο αργάκι ή άλλως πως ο καθορισμός της θέσης του δημόσιου αργακιού, επιδρά στο περιουσιακό δικαίωμα των εφεσειόντων αλλά και της εφεσίβλητης 2. Με αυτήν την έννοια, οι εφεσείοντες ήταν επηρεαζόμενα πρόσωπα στην διαδικασία.
Με το 2ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 18.10.2021 απέρριψε το αίτημα τους ημερ. 03.12.2020 για αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων στις ενστάσεις των εφεσιβλήτων. Υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνοντας ότι η αντεξέταση δεν ήταν αναγκαία δεν έλαβε υπόψη του, τους λόγους για τους οποίους ζητείτο η αντεξέταση, οι οποίοι παρουσιάστηκαν λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση αντεξέτασης.
Με τον 3ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι τόσον η ενδιάμεση απόφαση για απόρριψη του αιτήματος αντεξέτασης όσον και η απόφαση για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού της πιο πάνω εκ συμφώνου απόφασης στην αίτηση – έφεση 740/14 είναι αναιτιολόγητες. Αυτό γιατί δεν δικαιολογούνταν με βάση τα γεγονότα και συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης και επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε αναφορά και ανάλυση των επιχειρημάτων του, στην βάση των οποίων κατέληξε στην απόρριψη των πιο πάνω αιτημάτων.
Με τον 4ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα άσκησε την διακριτική του εξουσία ως προς τα έξοδα. Υποστηρίζεται ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συνοριακή διαφορά των εφεσιβλήτων αφορούσε και τους εφεσείοντες, δεν θα έπρεπε να καταδικάσει τους εφεσείοντες στα έξοδα της αίτησης με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό του εκ συμφώνου διατάγματος. Το ίδιο ισχύει κατά τους εφεσείοντες και για τα έξοδα της αίτησης για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στις ενστάσεις των εφεσιβλήτων.
Θα εξετάσω αρχικά τον 2ο λόγο έφεσης που αφορά το ενδιάμεσο αίτημα για αντεξετάσεις των ενόρκων δηλούντων στις εντάσεις των εφεσιβλήτων. Το παράπονο των εφεσειόντων ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι λόγοι που προέβαλαν για την αντεξέταση, δεν ευσταθεί. Στην ενδιάμεση του απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο υποδεικνύει ότι με την κυρίως αίτηση οι εφεσείοντες επιδιώκουν την ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης, υποστηρίζοντας ότι επηρεάζονται τα συμφέροντα τους από αυτήν. Η αντεξέταση που επιζητούσαν όμως δεν εξυπηρετούσε αυτό τον σκοπό, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για να προχωρήσει με την εξέταση της κυρίως ενδιάμεσης αίτησης για παραμερισμό της εκ συμφώνου απόφασης. Πόσο μάλλον από τους δικηγόρους που ορκίστηκαν στις διαδικαστικές ένορκες δηλώσεις και της μετατροπής τους με την αντεξέταση σε μάρτυρες ουσιαστικών γεγονότων για το εάν υπήρξε ή όχι επέμβαση στο ακίνητο των εφεσειόντων.
Είναι σαφές από την νομολογία ότι τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος εάν και εφόσον δικαιολογείται διάταγμα αντεξέτασης, θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου (βλ. μεταξύ άλλων Rana Wahed Ali (αρ.1) (2004) 1Γ Α.Α.Δ 1660 και Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014).
Ούτε βέβαια είναι επιτρεπτή η αντεξέταση επί θεμάτων που εκφεύγουν της κύριας ενδιάμεσης αίτησης και επεκτείνονται σε ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαφοράς. Ειδικά στην παρούσα υπόθεση που η ενδιάμεση αίτηση αφορούσε αποκλειστικά την εξέταση του κατά πόσον επηρεάζονταν οι εφεσείοντες από την εκ σύμφωνου απόφαση και όχι την ουσία της διαφοράς αν δηλαδή υπήρχε ή όχι παράνομη επέμβαση στο ακίνητο των εφεσειόντων.
Είναι προφανές ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχαν όλα εκείνα τα στοιχεία, ώστε να αποφασίσει το κύριο επίδικο γεγονός της ενδιάμεσης αίτησης, κατά πόσον δηλαδή επηρεάζονταν τα δικαιώματα των εφεσειόντων από την εκ συμφώνου απόφαση. Η επιδιωκόμενη αντεξέταση όχι μόνον δεν θα βοηθούσε τον σκοπό αυτό αλλά θα περιέπλεκε την διαδικασία, σε ζητήματα άσχετα με την αίτηση ακύρωσης της εκ συμφώνου απόφασης.
Είναι ως εκ των πιο πάνω ορθή η πρωτόδικη κρίση ότι η προτεινόμενη αντεξέταση δεν δικαιολογείτο ούτε ήταν αναγκαία υπό τας περιστάσεις, για τους σκοπούς εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης.
Ο λόγος έφεσης 2 κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον 1ο λόγο έφεσης αμφισβητείται η πρωτόδικη κατάληξη για την επί της ουσίας απόρριψη της αίτησης παραμερισμού της εκ συμφώνου απόφασης.
Η κύρια επιχειρηματολογία των εφεσειόντων στον 1ο λόγο έφεσης είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ αναγνώρισε ότι οι εφεσείοντες ήταν επηρεαζόμενα πρόσωπα στην αίτηση – έφεση 740/14, στην συνέχεια εντελώς αντιφατικά και αναιτιολόγητα, αποφάσισε ότι η εν λόγω διαδικασία δεν αφορά την συνοριακή διαφορά που έχουν με την εφεσίβλητη 2, ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση τους στην πρωτόδικη διαδικασία.
Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στην απόφαση του ότι οι όποιες συνοριακές διαφορές για διαφιλονικούμενες εκτάσεις αναφορικά με τα τεμάχια των εφεσειόντων και της εφεσίβλητης 2 με το αργάκι που τα διαχωρίζει, αφορούν και τα τρία τεμάχια και ότι η εξέταση αυτών των διαφορών θα ήταν πρέπον να γίνει από κοινού από το Κτηματολόγιο προς αποφυγή πολλαπλών διαδικασιών. Η δήλωση όμως αυτή έγινε υπό την μορφή παρεμπίπτοντος σχολίου και δεν συνιστά μέρος της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης (βλ. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1811). Στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης οτιδήποτε που να υποδηλώνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την θέση των εφεσειόντων ότι από την εκ συμφώνου απόφαση, επηρεάστηκαν άμεσα τα συμφέροντα τους ώστε να δικαιολογείται η συμμετοχή τους στην διαδικασία της αίτησης – έφεσης 740-14.
Αντιθέτως, στην αιτιολόγηση της απόρριψης της αίτησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ρητά ότι η εκ συμφώνου απόφαση και οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν, δεν επηρεάζουν τα νομικά συμφέροντα των εφεσειόντων. Υπέδειξε ακόμα ότι το Δικαστήριο, ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση δυνάμει της συμφωνίας των μερών, δεν αναγνώρισε ούτε υιοθέτησε το περιεχόμενο της συμφωνίας τους, ως να ήταν δικά του αναθεωρητικά ευρήματα. Ούτε αυτό το περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών, έχει ισχύ δικαστικής απόφασης και που να δεσμεύει τους εφεσείοντες. Ανέφερε ακόμα ότι η εν λόγω συμφωνία δεν αποκλείει ο Διευθυντής του Κτηματολογίου κατά την επανεξέταση, να καταλήξει σε απόφαση με το ίδιο αποτέλεσμα.
Κρίνω ότι η πιο πάνω πρωτόδικη κρίση είναι ορθή. Εν πρώτοις είναι σαφές ότι η διαδικασία στην αίτηση – έφεση 740/14 αφορούσε αποκλειστικά στην συνοριακή διαφορά της εφεσίβλητης 2 με την Δημοκρατία ως προς τα σύνορα του τεμαχίου της με το δημόσιο αργάκι και όχι την συνοριακή διαφορά των εφεσειόντων με την εφεσίβλητη 2. Ανεξαρτήτως της εγγύτητας του τεμαχίου των εφεσειόντων με τα υπό εξέταση τεμάχια στην αίτηση – έφεση 740/14, αλλά ακόμα και της δήλωσης του κτηματολογικού λειτουργού ως προς την ορθότητα των μετρήσεων στην συνοριακή διαφορά των εφεσειόντων με την εφεσίβλητη 2 που οδήγησε στην εκ συμφώνου απόφαση, είναι σαφές ότι η διαδικασία στην εν λόγω αίτηση – έφεση 740/14 δεν αφορούσε ούτε μπορούσε να επηρεάσει την συνοριακή διαφορά της εφεσίβλητης 2 με τους εφεσείοντες. Υπενθυμίζεται ότι αυτή η διαφορά επιλύθηκε με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου στον φάκελο ΑΧ762/2005, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε από την εφεσίβλητη 2 και ως εκ τούτου κατέστη και παραμένει τελεσίδικη.
Ειδικότερα ως προς την γνώμη του κτηματολογικού λειτουργού, είναι ορθή η πρωτόδικη κρίση ότι από μόνη της δεν δημιουργεί αυτοτελή λόγο νομιμοποίησης των εφεσειόντων να συμμετάσχουν στην διαδικασία της αίτησης – έφεσης 740/14. Είναι επίσης ορθή η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι παρόμοιοι ισχυρισμοί που προβάλλονται συχνά σε τέτοιες διαδικασίες ότι μια προηγούμενη χωρομετρική εργασία είναι λανθασμένη δεν καθιστούν πρόσωπα, άλλα από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων της υπό αναθεώρηση συνοριακής διαφοράς ενδιαφερόμενα ως επηρεαζόμενα, ούτε τους δίδουν δικαίωμα συμμετοχής, απλώς για να αντικρούσουν τέτοιους ισχυρισμούς και θέσεις, και να υποστηρίξουν την ορθότητα των διαδικασιών, στις οποίες οι ίδιοι είχαν προηγουμένως εμπλακεί.
Σημαντικό είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως πολύ ορθά υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, η εκ συμφώνου απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Κτηματολογίου, ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των διαδίκων, ήτοι της Δημοκρατίας και της εφεσίβλητης 2. Το Δικαστήριο όμως δεν αναγνώρισε ούτε υιοθέτησε το περιεχόμενο της συμφωνίας τους, ως να ήταν δικά του αναθεωρητικά ευρήματα στην συνοριακή διαφορά. Ως αποτέλεσμα, το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων στην αίτηση - έφεση 740/14, δεν έχει ισχύ δικαστικής απόφασης που να δεσμεύει τους εφεσείοντες ως προς τις συνοριακές τους διαφορές με την εφεσίβλητη 2.
Είναι σαφές ότι στην αίτηση - έφεση 740/14 το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα προέβαινε σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνοριακής διαφοράς ΑΧ762/2005 των εφεσειόντων με την εφεσίβλητη 2, ούτε η έκδοση εκ συμφώνου απόφασης σημαίνει ότι θα γινόταν τέτοιος παρεμπίπτων έλεγχος χωρίς την συμμετοχή των εφεσειόντων, ασχέτως της όποιας δήλωσης ή άποψης του κτηματολογικού λειτουργού. Η νομολογία που επικαλούνται οι εφεσείοντες δεν βοηθά την υπόθεση τους αφού αφορά πολύ διαφορετικές περιπτώσεις που δεν εφαρμόζονται στα γεγονότα της παρούσας. Η απόφαση στην υπόθεση (2001) 3 ΑΑΔ 1060, αφορούσε μη επίδοση σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο έφεσης και αντέφεσης σε σχέση με προσφυγή εναντίον της προαγωγής του. Στην (2011) 1 Α.Α.Δ 1506 έλαβε χώρα δικαστική κρίση για ένα επίδικο θέμα, το κατά πόσο δηλαδή υπήρχε «εργατική διαφορά» στην απουσία του ενός διαδίκου ενώ στην (2013) 1 Α.Α.Δ 1263, υπήρξε αποστολή εγγράφων στο Δικαστήριο από ένα διάδικο, χωρίς αυτό να κοινοποιηθεί στην αντίδικη πλευρά με αποτέλεσμα να προβληθούν επιχειρήματα για διασάλευση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης.
Εντοπίζω και την πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Πολ. Έφεση 182/18 ημ. 17.05.2024, στην οποία το Εφετείο αποφάσισε ότι ήταν λανθασμένη η ακύρωση από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως καταδολιευτικής, της μεταβίβασης στην εγγονή του εφεσείοντα 2 ενός αυτοκινήτου βάσει του Κεφ.62 όσον και βάσει του Κεφ.6. Λέχθηκε πρωτοδίκως ότι η μεταβίβαση από τον εφεσείοντα 2 του οχήματος στην εγγονή του, συμπαρασύρεται από την ακύρωση της μεταβίβασης του προς αυτόν ως καταδολιευτικής, ανεξαρτήτως αν η αίτηση ακύρωσης δεν επιδόθηκε στην εγγονή του εφεσείοντα 2, η οποία δεν ήταν μέρος της διαδικασίας. Η πιο πάνω πρωτόδικη προσέγγιση ανατράπηκε από το Εφετείο με το αιτιολογικό ότι επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της ενδιαφερομένης από την απόφαση ακύρωσης της μεταβίβασης του αυτοκινήτου σε αυτήν χωρίς να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί. Διατάχθηκε επανεκδίκαση της αίτησης ακύρωσης της μεταβίβασης με οδηγίες επίδοσης της, στο ενδιαφερόμενο μέρος.
Τα γεγονότα της παρούσας όμως, διαφέρουν από τα γεγονότα της υπόθεσης (ανωτέρω). Σε εκείνη την περίπτωση, η ακύρωση μεταβίβασης στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στο Άρθρο 91Γ του Κεφ.6, στο οποίο αναφέρεται ρητώς ότι το διάταγμα εκδίδεται αφού ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα οιουδήποτε τρίτου, στους οποίους το Δικαστήριο δύναται να διατάξει επίδοση της αίτησης. Ανεξαρτήτως τούτου η πιο σημαντική διαφοροποίηση έγκειται στο ότι όπως προαναφέρθηκε, η εκ συμφώνου απόφαση στην παρούσα δεν επηρεάζει τα συμφέροντα των εφεσειόντων με την έννοια ότι δεν αποτελείται από δικαστικά αναθεωρητικά ευρήματα και δεν συνιστά δικαστική κρίση επί της συνοριακής διαφοράς των εφεσειόντων με την εφεσίβλητη 2. Κάτι που ίσχυε την υπόθεση (ανωτέρω) αφού η ακύρωση της μεταβίβασης του αυτοκινήτου στην εγγονή του εφεσείοντα 2, επηρέαζε άμεσα τα συμφέροντα της.
Καταλήγοντας, κρίνω ότι είναι ορθή η πρωτόδικη κατάληξη ότι οι εφεσείοντες δεν νομιμοποιούνταν να ζητούν παρέμβαση στη αίτηση – έφεση 740/14 καθότι η εν λόγω διαδικασία αλλά και η εκ συμφώνου απόφαση σε αυτήν, δεν τους αφορούσε και δεν επηρέαζε τα δικαιώματα τους.
Αλλά ανεξάρτητα αν επηρεάζονταν και σε ποιο βαθμό τα συμφέροντα των εφεσειόντων, είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή η αίτηση είναι γιατί η απόφαση του Κτηματολογίου στην συνοριακή διαφορά της Δημοκρατίας με την εφεσίβλητη 2 (ΑΧ/2639/2008) έχει πλέον ακυρωθεί, προκειμένου ο Διευθυντής να επανεξετάσει τα δεδομένα. Δεν υφίσταται δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση για να επηρεάζει οποιονδήποτε, και δεν μπορεί να αναβιώσει με ενέργεια του Δικαστηρίου, είτε για να προσβληθεί είτε για να τύχει υποστήριξης από τους εφεσείοντες στο πλαίσιο δικαστικής αναθεώρησής της. Είναι επιπλέον ορθή η πρωτόδικη διαπίστωση ότι εάν θεωρούν οι εφεσείοντες ότι έχουν έννομο συμφέρον, μπορούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία της επανεξέτασης της αίτησης της εφεσίβλητης 2 ενώπιον του Διευθυντή.
Ως αποτέλεσμα και ο 2ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Για τους ίδιους λόγους, δεν ευσταθεί και ο 3ος λόγος έφεσης που αφορά ισχυρισμούς για μη αιτιολόγηση της ενδιάμεσης απόφασης αντεξέτασης αλλά και της απόφασης επί της αίτησης παραμερισμού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εκτενή ανάλυση και προέβαλε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους δεν δικαιολογείτο η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης αλλά και επί της ουσίας γιατί δεν δικαιολογείτο διάταγμα παραμερισμού της υπό κρίση απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση παραμερισμού της εκ συμφώνου απόφασης.
Απομένει ο 4ος λόγος έφεσης που αφορά την επιδίκαση των εξόδων της πρωτόδικης διαδικασίας εναντίον των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επί του προκειμένου ότι δεν έχει υποδειχθεί και δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα όσον αφορά τα έξοδα, ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία προέκυψαν.
Η επιδίκαση των εξόδων της πολιτικής δίκης επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει ως ακολούθως:
43. Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιονδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιονδήποτε εκάστοτε ισχύovτoς νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τινος και κατά τινα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.
Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η γενική αρχή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, αποτελεί τον βασικό γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1566). Αν και υπάρχουν εξαιρέσεις του κανόνα αυτού, δεν είναι παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου, χωρίς αποχρόντα λόγο (βλ. (1993) 1 A.A.Δ. 12).
Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με αναφορά σε εσωγενείς παράγοντες της δίκης που αφορούν όχι μόνο το αποτέλεσμα αλλά και την εν γένει συμπεριφορά και τους χειρισμούς των διαδίκων. Έπεται, ότι το Δικαστήριο μπορεί κατ’ εξαίρεση να στερήσει ή ακόμα και να καταδικάσει τον επιτυχόντα διάδικο στα έξοδα, αν κρίνει ότι η συμπεριφορά και οι χειρισμοί του στην υπόθεση, συνέτειναν στην δημιουργία των εξόδων. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση (1999) 1 Α.Α.Δ 360:
«Η ευχέρεια αυτή ασκείται δικαστικά με αναφορά στους εσωγενείς παράγοντες της δίκης που περιλαμβάνουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης και κάθε γεγονός που άπτεται του χειρισμού της από τους διαδίκους, όπως εξηγείται στη Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12.»
Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρχαν άλλοι εσωγενείς παράγοντες στην υπόθεση πλην της αποτυχίας της αίτησης, που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ώστε να μην ακολουθηθεί ο βασικός κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ούτε εντοπίζεται οιαδήποτε συμπεριφορά των εφεσιβλήτων που να συνέτεινε στην δημιουργία αδικαιολόγητων εξόδων. Αντιθέτως, κρίνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης με κυρίαρχο το δεδομένο της έκβασης της αίτησης, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία δικαστικά, όπως απαιτείται από τον Νόμο και τη νομολογία. Η προσέγγιση του ως προς τα έξοδα δεν δημιουργεί έδαφος για επέμβαση του Εφετείου ως προς την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.
Επομένως, και ο 4ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί κανένας από τους λόγους έφεσης. Η έφεση απορρίπτεται. Οι εφεσείοντες να πληρώσουν επίσης €1.500,00 έξοδα της παρούσας έφεσης πλέον ΦΠΑ (αν υπάρχει) σε έκαστο των εφεσιβλήτων.
Αλέξανδρος Παναγιώτου
Πρόεδρος Εφετείου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο