ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ (ΠΑΡΑΣΧΟΥ) ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E55/2020, 27/3/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ (ΠΑΡΑΣΧΟΥ) ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E55/2020, 27/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. E55/2020)

 

27 Μαρτίου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

         

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Εφεσείοντας/Ενάγοντας

 

και

 

           1.  ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ (ΠΑΡΑΣΧΟΥ) ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

           2.  ΣΑΒΒΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

           3.  ΕΥΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ

           4.  ΣΑΒΒΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ

           5.  ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΟΙ ΣΑΒΒΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ

           6.  ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ

Εφεσίβλητοι/Εναγόμενοι

 

------------------------------------------------

 

Ανδρέας Δημητριάδης για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Επαμεινώνδας Κορακίδης και Λευτέρης Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους

 

------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΚΟΝΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 6.2.2020 με την οποία απέρριψε αίτηση του εφεσείοντα/ενάγοντα ημερομηνίας 11.10.2018  για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

         Με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο ως είχε τροποποιηθεί και καταχωρισθεί την 7.9.2018 (αρχική καταχώριση 30.8.2018) ο εφεσείων αξίωνε εναντίον των εφεσίβλητων/εναγομένων:

 

            «Α.    Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιά και απώλεια που υπέστη ο Ενάγοντας και/ή η Εναγομένη 4 από αδικήματα πλαστογραφίας και/ή καταρτισμού πλαστών εγγράφων και/ή κλοπής από διευθυντές και αξιωματούχους της Εναγομένης 4 και/ή συνομωσίας για καταδολίευση και/ή καταδολίευση και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή δόλιας ιδιοποίησης και/ή τήρησης ψευδών λογαριασμών και/ή παραποίησης βιβλίων και λογαριασμών από διευθυντές και/ή αξιωματούχους της Εναγομένης 4 και/ή ετοιμασίας ψευδών εκθέσεων και ψευδών λογαριασμών με σκοπό την καταδολίευση και/ή για παραβάσεις απορρεόντων καθηκόντων και υποχρεώσεων των διευθυντών και/ή αξιωματούχων της Εναγομένης 4 προς την Εναγόμενη 4 ή/και τον Ενάγοντα και/ή για παραβίαση εμπιστευτικής σχέσης και/ή νομίμων καθηκόντων και υποχρεώσεων και/ή για στοχευμένες ενέργειες των Εναγομένων για τερματισμό των δραστηριοτήτων της Εναγομένης 4 και/ή για πληρωμές που οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 προκάλεσαν και/ή επέτρεψαν να καταβληθούν από τον τραπεζικό λογαριασμό και/ή το ταμείο και/ή για λογαριασμό της Εναγομένης 4 στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 5 και/ή 6 και/ή σε συγγενικά πρόσωπα των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή άλλα πρόσωπα, για εικονικές δοσοληψίες χωρίς αντιπαροχή και/ή μερική αντιπαροχή χωρίς να εγκριθούν από οποιοδήποτε ψήφισμα και/ή απόφαση του Νόμιμου Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 4 που συνήλθε νόμιμα και/ή για παράνομη και/ή παράτυπη παύση του Ενάγοντα από διευθυντή της Εναγομένης 4.»

 

         Αξίωνε επίσης απόφαση με την οποία να ακυρώνεται το ψήφισμα για την παύση του από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης 4, διάταγμα με το οποίο να αποκαθίσταται ο εφεσείων ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης 4,  διατάγματα με τα οποία να εμποδίζονται οι εφεσίβλητοι να χρησιμοποιούν τα περιουσιακά στοιχεία της εφεσίβλητης 4 για σκοπούς άλλους από αυτούς οι οποίοι εξυπηρετούν τους σκοπούς της ως επίσης να ακυρώνεται η μεταβίβαση ή και παράνομη ιδιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εφεσίβλητης 4 από τους εφεσίβλητους 1 ή και 2 ή και 3 ή και 5 ή και 6 και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εφεσίβλητοι 1 έως 4 όπως δώσουν πρόσβαση στον ελεγκτή-λογιστή του εφεσείοντος προς έλεγχο όλων των λογιστικών βιβλίων της εφεσίβλητης 4.

 

         Την 11.10.2018 ο εφεσείων καταχώρισε διά κλήσεως την επίδικη αίτηση («η Αίτηση») με την οποία επιδιωκόταν η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μέσω των οποίων να απαγορεύεται στους εφεσίβλητους 1, 2, 3 και 6 η αποξένωση ή και επιβάρυνση συγκεκριμένων ακινήτων, η παγοποίηση των καταθετικών λογαριασμών των εφεσίβλητων 1, 3, 5 και 6 σε δύο τραπεζικά ιδρύματα μέχρι του ποσού των €500.000 για τον κάθε εφεσίβλητο για το κάθε τραπεζικό ίδρυμα, να απαγορεύεται στην εφεσίβλητη 4 ή και τους αντιπροσώπους της να αποξενώσει ή και επιβαρύνει ή και δώσει προς χρήση τρίτων περιουσιακά της στοιχεία, να διατάζει την εφεσίβλητη 5 ή και τους αντιπροσώπους της όπως, εντός τριών ημερών από την επίδοση του αιτούμενου διατάγματος, φυλάξει σε συγκεκριμένο «ανεξάρτητο χώρο» στην Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς, συγκεκριμένα μηχανοκίνητα οχήματα, μηχανήματα και εξοπλισμό, να διατάζει την εφεσίβλητη 4 όπως, εντός τριών ημερών από την επίδοση του αιτούμενου διατάγματος, αποκαταστήσει «στο Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών» το όνομα του εφεσείοντος ως διευθυντή της εφεσίβλητης 4 και να διατάζει την τελευταία ή και τους αντιπροσώπους της όπως αμέσως από την επίδοση του αιτούμενου διατάγματος δώσει πρόσβαση στον εφεσείοντα «στα αρχεία, πληροφορίες πάσης φύσης και λογαριασμούς της» μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής.

 

         Κατά την ακρόαση της Αίτησης αποσύρθηκε το αίτημα για έκδοση διατάγματος εναντίον του εφεσίβλητου 2 λόγω του ότι αυτός απεβίωσε.

 

         Η Αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του εφεσείοντος στην οποία ανέφερε ότι η αγωγή είναι αντιπροσωπευτική και παράγωγη εναντίον των εφεσίβλητων 1 και 2, οι οποίοι ως πλειοψηφούντες μέτοχοι είχαν τον έλεγχο της εφεσίβλητης 4 και καταδολίευαν αυτήν και τον ίδιο ως μέτοχο της, με τη συνδρομή και  συνέργεια των εφεσίβλητων 3, 5 και 6.

 

         Συγκεκριμένα η εφεσίβλητη 4 συστάθηκε στις 29.1.1996 και μέχρι τη σύσταση της εφεσίβλητης 5, στις 31.8.2017, ασχολείτο με χονδρικό εμπόριο λαχανικών και φρούτων. Ο εφεσείων κατείχε το 40% του μετοχικού κεφαλαίου, ο εφεσίβλητος 1, ο οποίος είναι αδελφός του, επίσης 40% και 20% ο εφεσίβλητος 2, πατέρας του εφεσείοντος. Στις 28.2.2017 ο εφεσίβλητος 2 μεταβίβασε τις μετοχές που κατείχε στον εφεσίβλητο 1, με αποτέλεσμα αυτός να κατέχει το 60% του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά την 21.10.2015 διευθυντές της εφεσίβλητης 4 ήταν ο εφεσείων και ο εφεσίβλητος 1 ενώ οι εφεσίβλητοι 1 και 2, σε συνεδρία ημερ. 22.10.2015 που ο ίδιος θεωρούσε αντικαταστατική και παράνομη, τον έπαυσαν αναίτια και παράνομα από διευθυντή και διόρισαν ως διευθυντή τον εφεσίβλητο 2.

 

         Η εφεσίβλητη 3, σύζυγος του εφεσίβλητου 1, αυθαίρετα και χωρίς προηγούμενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα πάντα με τον εφεσείοντα, ανέλαβε με τη συνδρομή των εφεσίβλητων 1 και 2 ως εσωτερική λογιστής της εφεσίβλητης 4 ελέγχοντας και κατευθύνοντας πολλές από τις εργασίες της.

 

         Η εφεσίβλητη 5 συστάθηκε στις 31.8.2017 με μοναδικό μέτοχο, διευθυντή και γραμματέα τον εφεσίβλητο 1.

 

         Η εφεσίβλητη 4, σύμφωνα επίσης με τους ισχυρισμούς του εφεσείοντος, βρισκόταν υπό την απόλυτη διοίκηση των εφεσίβλητων 1 και 3 οι οποίοι διεύθυναν και συντόνιζαν όλες τις δραστηριότητες της συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών της. Ζητούσαν επανειλημμένα από τον εφεσείοντα  την εκ των προτέρων υπογραφή λευκών επιταγών για να μπορούν, όπως του έλεγαν, να πληρώνουν προμηθευτές, μισθούς και άλλα έξοδα της εφεσίβλητης 4 και αυτός τις υπέγραφε για όση περίοδο ήταν διευθυντής της εφεσίβλητης 4. Εκ των υστέρων, μετά από ελέγχους των συμβούλων του, διαπίστωσε ότι γινόταν σοβαρή κατάχρηση και κλοπή των πόρων και περιουσιακών στοιχείων της εφεσίβλητης 4 από τους εφεσίβλητους 1, 2, 3, 5 και 6 και προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία η οποία διερευνούσε αδικήματα πλαστογραφίας, καταρτισμού πλαστών εγγράφων, κλοπής από διευθυντές και αξιωματούχους της εφεσίβλητης 4 καθώς και άλλα αδικήματα. Από έρευνα που προέβη στο τμήμα Οδικών Μεταφορών διαπίστωσε ότι οι εφεσίβλητοι 1, 2 και 3 μεταβίβασαν στην εφεσίβλητη 5 δύο συγκεκριμένα μηχανοκίνητα οχήματα. Διαπίστωσε ακόμα ότι οι εφεσίβλητοι 1 και 5 παράνομα χρησιμοποιούσαν μηχανοκίνητα οχήματα, μηχανήματα και εξοπλισμό της εφεσίβλητης 4 αξίας αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ ενώ η εφεσίβλητη 5 χρησιμοποιούσε το λογισμικό της εφεσίβλητης 4. Αποτέλεσε επίσης θέση του εφεσείοντα ότι υπήρξε εσκεμμένη υποκλοπή των περιουσιακών στοιχείων, της πελατείας και της φήμης της εφεσίβλητης 4 από τους εφεσίβλητους 1, 3 και 5 με σκοπό τη σύγχυση και εξαπάτηση των συνεργατών της εφεσίβλητης 4 και του καταναλωτικού κοινού η οποία έγινε κακόπιστα και δόλια με αποτέλεσμα η εφεσίβλητη 4 και ο εφεσείων να υποστούν καταστροφική ζημιά.

 

         Σύμφωνα ακόμα με τον εφεσείοντα η εφεσίβλητη 6 ασχολείτο με την παραγωγή λαχανικών και φρούτων, συστάθηκε στις 16.8.2010 με ονομαστικό κεφάλαιο που κατέχετο από τους εφεσίβλητους 1 και 3 με τον πρώτο να είναι ο διευθυντής της και την δεύτερη γραμματέας της.  Περαιτέρω αποτέλεσε θέση του εφεσείοντος ότι οι εφεσίβλητοι 1, 2 και 3 ενήργησαν κατά παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων τους και κατά παράβαση των καθηκόντων καλής πίστης προέβηκαν σε πληρωμές από την εφεσίβλητη 4 προς τους εφεσίβλητους 1, 2, 3, 5 και 6 και σε συγγενικά πρόσωπα των εφεσίβλητων 1, 2 και 3 ως επίσης σε τρίτα πρόσωπα αναφέροντας συγκεκριμένες περιπτώσεις δοσοληψιών και καταχώρησης εικονικών ή και ψευδών στοιχείων στα λογιστικά βιβλία της εφεσίβλητης 4. Αναφέρεται επίσης σε διαγραφή χρέους σε τρίτη εταιρεία χωρίς αντιπαροχή.

 

         Ο εφεσείων υποστήριξε και ότι η αξία της εφεσίβλητης 4 κατά τον χρόνο/στάδιο που ιδρύθηκε η εφεσίβλητη 5 και ιδιοποιήθηκε τις εργασίες της εφεσίβλητης 4 ξεπερνούσε τις €400.000 και επομένως η αξία που αναλογούσε σ΄ αυτόν ήταν €168.000. Ο ίδιος εργαζόταν ως μισθωτός της εφεσίβλητης 4 από 29.1.1996 μέχρι 22.10.2015 όταν οι εφεσίβλητοι 1 και 2 ή και η εφεσίβλητη 4 τερμάτισαν την εργασία του ως μεταφορέα και δημοπράτη χωρίς να του δώσουν την υπό του Νόμου προβλεπόμενη προειδοποίηση και αποζημίωση ύψους €109.781,80. Η εφεσίβλητη 4 από 1.9.2009 μέχρι 1.9.2016 ενοικίαζε συγκεκριμένα υποστατικά του στην Αγία Μαρίνα Πόλης Χρυσοχούς έναντι €10.000 ετησίως και συνεπώς του όφειλε €55.200 πλέον νόμιμο τόκο από 6.9.2016 μέχρι εξοφλήσεως. Ήταν προσωπικά δικαιούχος ½ μεριδίου κοινής κατάθεσης σε λογαριασμό σε τράπεζα με τον εφεσίβλητο 1 (€10.735 πλέον τόκο με ύψος μεριδίου €5.367,50 πλέον τόκο). Ισχυρίστηκε ότι ο εφεσίβλητος 1 όφειλε στην εφεσίβλητη 4 ποσό €53.557,39 το οποίο προέκυπτε από δάνειο που έλαβε από αυτή και από υπερπληρωμή από το λογαριασμό μερισμάτων του ενώ απαιτούσε €12.161,37 για μερίσματα τα οποία του οφείλονταν.

 

         Ήταν εν κατακλείδι η θέση του ότι ο σκοπός των εφεσίβλητων ήταν να αποξενώσουν και να εκμεταλλευτούν την περιουσία της εφεσίβλητης 4 με την συνεχή χρήση της περιουσίας της και με αυτόν το τρόπο να στερήσουν την δυνατότητα της εταιρείας και του ίδιου να ικανοποιηθούν από ενδεχόμενη απόφαση του Δικαστηρίου προς όφελος τους. Γι΄ αυτό θεωρούσε αναγκαία την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

         Οι εφεσίβλητοι μέσω της ένστασης τους προέβαλαν ότι δεν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η υπόθεση που περιέγραφε ο εφεσείων δεν ήταν γνήσια και ήταν κατασκευασμένη, απέκρυπτε ουσιαστικά γεγονότα και οι ισχυρισμοί του ήταν αναληθείς και παραπλανητικοί, με την Αίτηση ο εφεσείων αποσκοπούσε στην πρόκληση ζημιάς στους εφεσίβλητους για να επωφεληθεί η επιχείρηση του, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είχε καταστρεπτικές συνέπειες και μεγάλη δυσχέρεια για τους εφεσίβλητους, καμία ζημιά θα προκαλείτο στον εφεσείοντα από τη μη έκδοση τους, ο εφεσείων κωλυόταν να αξιώνει τον διορισμό του ως διευθυντή της εφεσίβλητης 4 και η αξίωση του αυτή δεν μπορούσε να προωθηθεί μέσω της συγκεκριμένης αγωγής, η υποβολή της Αίτησης έγινε με αδικαιολόγητη και υπερβολική  καθυστέρηση και τέλος δεν ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της συζύγου του εφεσίβλητου 1 και λογίστριας της εφεσίβλητης 4 μέσω της οποίας οι εφεσίβλητοι έθεταν τη δική τους εκδοχή των γεγονότων και υποστήριζαν τις θέσεις τους.

 

         Οι δύο πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού παρέθεσε τη νομική πτυχή που διέπει το όλο θέμα, προχώρησε στην εξέταση του λόγου ένστασης της πλευράς των εφεσίβλητων περί αποσιώπησης και απόκρυψης γεγονότων εκ μέρους του εφεσείοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκανε αποδεκτό τον λόγο αυτό. Ακολούθως προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης και των υπόλοιπων λόγων ένστασης με λεπτομερή αναφορά στη σχετική νομολογία.

 

         Στο σημείο αυτό υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με τη θεμελιώδη απόφαση Odysseos ν. A. Pieris Estates Ltd and others (1982) 1 Α.Α.Δ. 557 οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος βάσει του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 συνίστανται στην σωρευτική ικανοποίηση τριών κριτηρίων προτού εξεταστεί το ισοζύγιο της ευχέρειας με την συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) να υπάρχει δυνατότητα επιτυχίας στην αγωγή και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος.

 

         Σε σχέση με το πρώτο κριτήριο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό ικανοποιείτο με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

            «Συνεπώς οι αξιώσεις του Ενάγοντα με τις οποίες διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση καθώς και ενοίκια και άλλα δεν μπορούν να ενταχθούν στα πλαίσια της αγωγής αυτής και να συζητηθούν πλην εκείνες που αφορούν παραδειγματικές αποζημιώσεις οι οποίες ενδεχομένως να αποδοθούν όπως δόθηκαν και επιδικάσθηκαν και στις υποθέσεις Θωμά κ.α. ν. Ι. Ηλιάδη (2006) 1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.α. ν. Ε. Κουή (2004) 1 Α.Α.Δ. 136.

 

            Οι λοιπές αξιώσεις οι οποίες διεκδικούνται για την Εναγόμενη 4 λόγω οικειοποίησης/αφαίρεσης περιουσιακών της στοιχείων, χρήση των εσόδων της για καταβολή εικονικών μισθών, αμοιβών κ.λ.π. χρήση πελατολογίου της, αποτελούν ικανό υπόβαθρο για αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης.»

 

         Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ικανοποιείτο σε σχέση με κάποιες πληρωμές που έγιναν προς τα παιδιά των εφεσίβλητων 1 και 3, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν, όπως και σε σχέση με την χρήση μηχανημάτων και εξοπλισμού της εφεσίβλητης 4 από την εφεσίβλητη 5, ως επίσης σε σχέση με τη μεταβίβαση μηχανοκινήτων οχημάτων και χρήση τους χωρίς πληρωμή και τη «χρήση πελατών» της εφεσίβλητης 4 από την εφεσίβλητη 5. Όλα αυτά βέβαια με τη διευκρίνηση ότι η τελική αξιολόγηση των θέσεων των δύο πλευρών θα γίνει κατά την ακρόαση της αγωγής.

 

         Τέλος σε σχέση με το τρίτο κριτήριο το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο ο εφεσείων παρουσίασε επαρκή μαρτυρία προς ικανοποίηση του. Με παραπομπή σε συγκεκριμένες παραγράφους στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα υπέδειξε πως:

 

            «Από τις ανωτέρω παραγράφους αναδύεται η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για την ανάγκη παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 3, οι οποίοι είναι κάτοικοι Κύπρου και επίσης ιδιοκτήτες ικανοποιητικής ακίνητης περιουσίας, όπως ο ίδιος ο Ενάγων τους παρουσιάζει.

 

            …………………………………………………………………………………………..

 

            Παρατηρείται από τα ανωτέρω εκτεθέντα πως αφενός δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία εκ μέρους του Αιτητή περί αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους των Εναγομένων τυχόν επιδικασθεισών αποζημιώσεων, αλλά ούτε και δήλωση εκ μέρους των Εναγομένων ότι είναι φερέγγυοι. Βεβαίως ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης της αδυναμίας εκτέλεσης απόφασης.»

 

         Ανέφερε περαιτέρω ότι απουσίαζε οποιαδήποτε σαφής μαρτυρία για κίνδυνο μη εκτέλεσης της απόφασης, εάν δεν δεσμευόταν ακίνητη περιουσία των εφεσίβλητων.

 

         Συμπλήρωσε όμως ότι:

 

         «Η αδυναμία εκτέλεσης και ικανοποίησης δικαστικής απόφασης συνδέεται με την Εναγομένη 4 για την οποία τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όσο και στη συμπληρωματικής ένορκη δήλωση καταγράφεται πως εάν αποξενωθούν τα περιουσιακά της στοιχεία δεν θα υπάρχει τρόπος εκτέλεσης της απόφασης. Διαφαίνεται δε από το όλο πλέγμα των λεπτομερειών που παρέχονται με τις δύο ένορκες δηλώσεις του Αιτητή, ότι πράγματι γίνεται προσπάθεια απομάκρυνσης και αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 4.

 

            Συνεπώς η τρίτη προϋπόθεση κρίνεται ότι πληρείται για διατάγματα τα οποία αφορούν περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 4 και κυρίως τα διατάγματα ΣΤ και Θ.»

 

         Διευκρινίζουμε ότι μέσω των πιο πάνω αιτούμενων διαταγμάτων  επιζητείτο η απαγόρευση στην εφεσίβλητη 4 να αποξενώσει ή και επιβαρύνει ή και δώσει προς χρήση τρίτων περιουσιακά της στοιχεία.

 

         Εν συνεχεία το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας («Balance of convenience») δηλαδή κατά πόσον ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διαταγμάτων (βλ. Odysseos (ανωτέρω), Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου κ.ά. ν. Χ’’ Βασίλη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 152, Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Ltd (2015) 1(Α) A.A.Δ. 386, Σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, σελ. 141 και επόμενες).

 

         Υπέδειξε ότι ένα από τα προβαλλόμενα από πλευράς εφεσίβλητων ως κρινόμενο εμπόδιο στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ήταν  και η σημειωθείσα καθυστέρηση στην επιδίωξη του εφεσείοντος και αφού κατέγραψε τη θέση του δικηγόρου του εφεσείοντος επί του θέματος αυτού ανέφερε τα ακόλουθα:

 

            «Ο χρόνος είναι σημαντικός παράγοντας και στοιχείο το οποίο προσμετρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση ή μη ενδιάμεσων διαταγμάτων.

 

            Όπως προδιαγράφηκε από διάφορες αποφάσεις (Χριστοδούλου ν. Vraets (1991) 1 Γ Α.Α.Δ. 1475, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788) και ενσωματώθηκε στο σύγγραμμα Διατάγματα του Γ. Ερωτοκρίτου (σελ. 72) ότι ο κανόνας είναι πως ο Ενάγων έχει υποχρέωση να διεκδικεί τα δικαιώματα του χωρίς καθυστέρηση. Ενδεικτικό της υποχρέωσης αυτής είναι και τα διάφορα νομοθετήματα που προβλέπουν για την παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων. Το δίκαιο της επιείκειας ανέκαθεν έθετε στον ενάγοντα, ο οποίος διεκδικούσε θεραπείες του δικαίου της επιείκειας, την υποχρέωση να διεκδικήσει τα δικαιώματα του χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή αμέλεια. Η υποχρέωση έχει ως βάση την αρχή ότι «η καθυστέρηση ματαιώνει την επιείκεια» ή ότι «η επιείκεια βοηθά τον προσεκτικό και όχι τον νωθρό».

 

            Η αρχή και ο κανόνας αυτός έχει ως λόγο αφενός την ανοχή του Ενάγοντα σε κάποιες καταστάσεις και αφετέρου και κυρίως ότι ο Εναγόμενος ενδεχομένως να αφήνεται με την εντύπωση ότι δεν θα στραφεί εναντίον του ο Ενάγων και να διαφοροποιεί τη θέση και κατάσταση πραγμάτων.

 

            Η καθυστέρηση δε, μπορεί να σχετίζεται με καθυστέρηση στην καταχώριση αγωγής ή καθυστέρηση στη διεκδίκηση παρεμπίπτοντος διατάγματος ή στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας όπως π.χ. καθυστέρηση στην καταχώριση Έκθεσης Απαίτησης.

 

            Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται η καθυστέρηση, γενικά, στη διεκδίκηση θεραπείας αφού ο Ενάγων δεν κινήθηκε δικαστικά από το 2016 που επαύθη από εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 4 ή ακόμη από το 2015 που απομακρύνθηκε από διευθυντής της Εναγομένης 4.

 

            Ο Ενάγων εξηγεί πως λόγω της συγγένειας που τον συνέδεε με τους Εναγομένους 1 και 2 άφησε την κατάσταση να προχωρά ως είχε αναμένοντας συμβιβαστική λύση. Κινήθηκε δικαστικά το 2018 όταν ολοκληρώθηκε η συλλογή, όπως αναφέρει, των απαιτούμενων στοιχείων και υπό την ιδιότητα πλέον του Ενάγοντα εξασφάλισε πληροφορίες από Δημόσιες Υπηρεσίες για τη μεταβίβαση της Εναγομένης 4 προς την Εναγόμενη 5 καθώς και την περιγραφή των ακινήτων τα οποία κάθε ένας από τους Εναγόμενους δικαιούται.

 

            Παρατηρώ ότι η συγγενική σχέση Ενάγοντα με Εναγόμενους 1, 2 και 3 δεν τον εμπόδισε από του να υποβάλει εναντίον τους καταγγελία στην Αστυνομία, στις 10.1.2017, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 το οποίο συνοδεύει την αίτηση. Επίσης, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 το οποίο συνοδεύει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή, στις 6.6.2016 απέστειλε επιστολή προς την Εναγόμενη 4 με την οποία αξιώνει όσα με την παρούσα αγωγή διεκδικεί και καταλογίζει τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων δόλου και απάτης των αξιωματούχων της για εικονικές χρεώσεις και μισθολόγια, εικονικές δοσοληψίες με σκοπό την καταδολίευση, καταχώρηση εικονικών εξόδων και άλλων δόλιων πράξεων όπως περιγράφονται στην παρούσα αγωγή.

 

            Έχοντας υπόψη ότι παύθηκε από διευθυντής στις 22.10.2015, παύθηκε από εργοδοτούμενος στις 30.11.2016 (Τεκμήριο Δ ένστασης), έλαβε επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 13.12.2016 (Τεκμήριο Ε ένστασης) και όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, εντόπισε την κλοπή των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 4 από την Εναγόμενη 5 περί το χρόνο ίδρυσης της εταιρείας του, (η οποία ίδρυση έγινε στις 27.4.2016), έχει αφήσει να παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν των δύο χρόνων κατά το οποίο φέρεται να εγνώριζε τις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες, με αποτέλεσμα η καθυστέρηση αυτή να είναι καταλυτικής σημασίας για την τύχη της αίτησης του.

 

            Το διάταγμα αρ. 1 είναι προστακτικό και το ίδιο με το επιζητούμενο ως τελικό με το γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Σε περιπτώσεις όπου η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος φαίνεται ότι επιλύει την αγωγή, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει την έκδοση του όταν αυτό ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον Εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής (Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση 85/10, ημερ. 31.1.2013).

 

            Βέβαια στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Ιωάννη Κλουκίνα, Πολ. Εφέσεις Αρ. 319/11, 320/11, ημερ. 13.1.2014, το Εφετείο έκρινε ότι: «το ζήτημα της παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται». Όπως εξήγησε το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και «αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων». Το ανεπιθύμητο πρόσθεσε, δεν μπορεί να εξισωθεί με απαγόρευση.

 

            Στην κρινόμενη περίπτωση υπάρχουν σαφώς αντικρουόμενες εκθέσεις γεγονότων και ισχυρισμών οι οποίες οδήγησαν στην παύση του Ενάγοντα από διευθυντή και συνεπώς είναι δίκαιο και εύλογο, αυτό να αποφασιστεί στο τέλος. Η έκδοση του ενδιάμεσου αυτού διατάγματος, θεωρώ ότι θα αποτελέσει κρίση επί γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται και πιθανών να αποδειχθεί στο τέλος ότι κακώς εξεδόθη.»

 

         Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση.

 

         Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με δύο λόγους έφεσης.

 

         Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι το αποτέλεσμα εσφαλμένης εκτίμησης των διάφορων παραγόντων που έπρεπε να ληφθούν υπόψη συμπεριλαμβανομένων των παραδοχών των εφεσίβλητων. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντος ότι ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ικανοποιούνταν οι τρεις  προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60, εσφαλμένα απέρριψε το αίτημα του για λόγους καθυστέρησης επιδίωξης θεραπείας. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσίβλητοι συνέχιζαν να παραβιάζουν τα δικαιώματα του εφεσείοντος ή και της εφεσίβλητης 4 και τη συνεχιζόμενη αδικία που προκαλούσαν σ’ αυτούς. Η πρωτόδικη απόφαση επιτρέπει τη συνέχιση και διαιώνιση της παρανομίας σε βάρος του εφεσείοντος ή και της εφεσίβλητης 4. Αποτελούν επίσης θέσεις της πλευράς του εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε μεγάλη και αδικαιολόγητη έμφαση στις ενδεχόμενες επιπτώσεις των αιτούμενων διαταγμάτων επί των εφεσίβλητων χωρίς να λάβει υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων εκ μέρους τους, ότι καμία αδικία προκλήθηκε στους εφεσίβλητους από την καθυστέρηση. Περαιτέρω ο εφεσείων είχε εύλογη προσδοκία για εξώδικη ενδοοικογενειακή διευθέτηση της υπόθεσης και είναι για αυτό που καθυστέρησε στην επιδίωξη θεραπείας, δεν είχε όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία για να αποταθεί για θεραπεία προγενέστερα και υπό τις περιστάσεις ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ του εφεσείοντος ενώ η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ασκήθηκε σύννομα.

 

         Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατάληξε σε εύρημα/απόφαση ότι ο εφεσείων καθυστέρησε στην διεκδίκηση θεραπείας ή και ότι η καθυστέρηση ήταν αδικαιολόγητη ή και μοιραία για την αιτούμενη θεραπεία. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντος ότι η σχετική καθυστέρηση ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις, ο εφεσείων είχε εύλογη προσδοκία για εξώδικη ενδοοικογενειακή διευθέτηση της υπόθεσης και για τους λόγους αυτούς καθυστέρησε στην επιδίωξη θεραπείας. Υποστηρίζεται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων του εφεσείοντος ήταν συνεχιζόμενη.

 

         Η πρώτη διαπίστωση στην οποία προβαίνουμε  είναι ότι υπάρχει αντίφαση τόσο  ανάμεσα στον πρώτο λόγο έφεσης με τον δεύτερο αλλά και στον ίδιο το δεύτερο λόγο έφεσης. Αυτό γιατί ενώ στον πρώτο λόγο έφεσης γίνεται παραδοχή ότι υπήρξε καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας αλλά υποστηρίζεται ότι ήταν δικαιολογημένη, στο δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων καθυστέρησε στη διεκδίκηση θεραπείας αλλά και  η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η καθυστέρηση ήταν αδικαιολόγητη ή και μοιραία για την αιτούμενη θεραπεία. Παρατηρείται δηλαδή αντίφαση μεταξύ του πρώτου μέρους του δεύτερου λόγου έφεσης με το δεύτερο μέρος του αλλά και με τον πρώτο λόγο έφεσης.

 

         Πέραν των πιο πάνω διαπιστώνουμε συνάφεια μεταξύ των δύο λόγων έφεσης γι’ αυτό και θα εξεταστούν μαζί.

 

         Οι αιτιάσεις της πλευράς του εφεσείοντος στερούνται ερείσματος.

 

         Υποδεικνύουμε καταρχάς ότι η καθυστέρηση εκ μέρους του εφεσείοντος είναι πασιφανής από τα γεγονότα της υπόθεσης, κάτι που παραδέχεται και η ίδια η πλευρά του εφεσείοντος. Ως εκ τούτου η διαπίστωση αυτή δεν χρήζει περαιτέρω ανάλυσης.

 

         Υποδεικνύουμε επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα όσα υποστηρίζει η πλευρά του εφεσείοντος για δικαιολόγηση της καθυστέρησης, ότι δηλαδή ανέμενε εξώδικη ενδοοικογενειακή διευθέτηση της υπόθεσης ως επίσης τη συλλογή των απαιτούμενων αποδεικτικών στοιχείων. Παρατήρησε ότι την 6.6.2016 απέστειλε επιστολή προς την εφεσίβλητη 4 με την οποία αξίωνε όσα διεκδικούσε με την αγωγή ως επίσης καταλόγιζε τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων στους αξιωματούχους της όπως περιγράφονται και στην αγωγή, ενώ η συγγενική σχέση του εφεσείοντος με τους εφεσίβλητους δεν τον εμπόδισε να υποβάλει εναντίον τους καταγγελία στην Αστυνομία (10.1.2017).

 

         Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν πείστηκε από τις δικαιολογίες της πλευράς του εφεσείοντος για τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση και έχοντας αυτό το στοιχείο υπόψη ως επίσης το γεγονός ότι στην υπό κρίση περίπτωση υπήρχαν αντικρουόμενες εκθέσεις γεγονότων και ισχυρισμών τα οποία ήταν εύλογο και δίκαιο να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της έγκρισης της Αίτησης.

 

         Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» (ανωτέρω), στις σελίδες 148 - 151 αναλύεται ο παράγοντας της καθυστέρησης και αναφέρεται ότι  η καθυστέρηση μπορεί να ληφθεί υπόψη σε διάφορα στάδια ανάμεσα στα οποία είναι και αυτό όπου το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει αν είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει προσωρινό διάταγμα με παραπομπή στην Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd (2010) 1(A) Α.Α.Δ. 577. Σε αυτή την περίπτωση η καθυστέρηση έχει τη δική της ιδιαιτερότητα. Η καθυστέρηση δεν πρέπει να είναι παράλογη (Syn-Hi-Tek Electronics Ltd (Αρ. 1) (1997) 1(A) A.A.Δ. 73, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 280). Αν είναι ή όχι είναι θέμα βαθμού, δηλαδή κατά πόσο ο ενάγοντας ενήργησε ή όχι εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή τους λόγους που προβάλλει ο αιτητής για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση (όπως έκανε στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο). Όπου η καθυστέρηση είναι ουσιαστική και αδικαιολόγητη, ενδεχόμενα να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ώστε να αποτρέψει την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Κρίσιμο στοιχείο για την παραχώρηση ενδιάμεσης θεραπείας είναι ο χρόνος πληροφόρησης του ενάγοντος, για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία με παραπομπή στην Χριστοδούλου v. Vraets (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1475. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπολόγισε στην προκειμένη περίπτωση αυτό τον χρόνο σε πέραν των δύο ετών. Οι επιπτώσεις από την καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που επίσης λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της σοβαρότητας της καθυστέρησης και ορισμένες φορές συνηγορεί υπέρ της μη έκδοσης του διατάγματος (Akis Εxpress v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149). Στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 788 την οποία μνημονεύει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίθηκε πρωτόδικα ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32, όμως απορρίφθηκε η αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος για απαγόρευση χρήσης εμπορικών σημάτων. Ο χρόνος καθυστέρησης ήταν δύο χρόνια και τέσσερεις μήνες και κατά την έφεση δεν υπήρξε επέμβαση στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας πρωτοδίκως. Στην Σκορδής ν. Λάντου κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 844 το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αναιτιολόγητη καθυστέρηση δύο ετών στην προώθηση της σχετικής αίτησης και αρνήθηκε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για παρεμπόδιση αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατά την έφεση κρίθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε εντός των ορθών ορίων.

 

         Όπως έχει λεχθεί στην Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 12, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται δικαστικά, δηλαδή με τη στάθμιση των σχετικών γεγονότων, των εσωγενών παραγόντων, αποκλειομένου κάθε εξωγενή παράγοντα. Κάτι τέτοιο συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

            «Η εκκαλούμενη απόφαση έχει εκδοθεί στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου. Το βάρος της απόδειξης ότι ο πρωτόδικος Δικαστής άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εσφαλμένως το φέρουν οι εφεσείοντες (Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Co (1961) C.L.R. 317, 322, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, 269, Karydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis (1975) 1 C.L.R. 321, 327 και Τσουλόφτας ν. Μιχαήλ (1992) 1 Α.Α.Δ. 228, 232).

            Είναι νομολογημένο ότι όπου η επίλυση επίδικου θέματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποκλειστικός κριτής της άσκησης της εξουσίας είναι ο δικαστής στον οποίο εναποτίθεται η δικαιοδοσία.  Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αναθεωρείται με γνώμονα την ορθότητα της απόφασης κατά την υποκειμενική κρίση των μελών του Εφετείου, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια που περιορίζουν την ευχέρεια επέμβασης σε δυο μόνο περιπτώσεις:

            (α)   Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκησή της εξωγενείς παράγοντες, και

            (β)   όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο.

            (Βλ. Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989 και Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1992) 1 Α.Α.Δ. 710, 718).

            Το Εφετείο δεν επεμβαίνει όταν η διακριτική ευχέρεια ασκείται σύμφωνα με τρόπο που δείχνει ότι όλα τα απαραίτητα στοιχεία λήφθηκαν υπόψη (Τσουλόφτας, πιο πάνω).

            Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Copinger, πιο πάνω, παρα 624).»

 

         Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη όλα τα απαραίτητα στοιχεία (μεγάλη καθυστέρηση στην αναζήτηση θεραπείας, τους λόγους που επικαλέστηκε ο εφεσείων για δικαιολόγηση της και το γεγονός ότι υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα και ισχυρισμοί) και ότι κινήθηκε μέσα στα όρια που ορίζει ο Νόμος και η νομολογία. Η κατ΄ ισχυρισμό συνεχιζόμενη αδικία σε βάρος του εφεσείοντος αποτελούσε αμφισβητούμενο ισχυρισμό.

 

         Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται.

 

         Ως εκ των ανωτέρω η έφεση απορρίπτεται με €5.100 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ των εφεσίβλητων 1, 3, 4, 5 και 6 και σε βάρος του εφεσείοντος.

 

 

 

                                                                ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο