ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε72/2025)
(i-justice)
30 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ALEXEY KUZOVKIN,
Εφεσείοντας/Aιτητής,
v.
ARMADA OJSC,
Εφεσίβλητοι/Καθ’ ων η Αίτηση.
___________________
Αίτηση ημερομηνίας 31.10.2025 για αναστολή εκτέλεσης
___________________
Α. Νικολάου με Μ. Κίτσιου (κα) για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα/Αιτητή.
Χ. Παπαχριστοδούλου με Μ. Ολυμπίου (κα) (ασκούμενη δικηγόρο) για Παπαδόπουλος Λυκούργος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητους/Καθ’ ων η Αίτηση.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Στο πλαίσιο Απαίτησης που καταχώρισαν οι εφεσίβλητοι ενώπιον πρωτόδικου Δικαστηρίου, ζήτησαν και εξασφάλισαν, εναντίον τριών, αρχικά, εναγόμενων, διάταγμα φίμωσης (gagging order) και μη καταστροφής εγγράφων. Ζητήθηκε, επίσης, διάταγμα αποκάλυψης. Οι εναγόμενοι 1 – 3, όταν τους επιδόθηκε η αίτηση, αποδέχθηκαν το διάταγμα αποκάλυψης, ενώ ο εφεσείοντας, ο οποίος κατέστη εναγόμενος 4 κατόπιν αίτησης του για παρέμβαση στη διαδικασία, ήγειρε ένσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο που εκδίκασε την αίτηση, μεταξύ άλλων, στις 30.06.2025 εξέδωσε διάταγμα «…το οποίο εξουσιοδοτείται η Αιτήτρια (που είναι οι εφεσίβλητοι) να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία ή και έγγραφο που θα λάβει δυνάμει της συμμόρφωσης με τα διατάγματα προς υποστήριξη αγωγής ή και λήψης νομικών μέτρων εναντίον οποιουδήποτε αδικοπραγούντα. Δεν επιτρέπεται η χρήση οποιασδήποτε πληροφορίας ληφθεί, συνεπεία της έκδοσης των διαταγμάτων, στο πλαίσιο των διαδικασιών που εκκρεμούν στην Αυστρία και ΗΠΑ μεταξύ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και του ΑΚ. (που είναι ο εφεσείοντας)».
Εναντίον της πιο πάνω απόφασης και/ή διατάγματος ο εφεσείοντας καταχώρισε, στις 07.07.2025, έφεση και με δεκατέσσερεις (14) λόγους επιδιώκει την ανατροπή τους.
Ακολούθως, με Αίτηση του, ημερομηνίας 31.10.2025 – στο εξής η Αίτηση – ο εφεσείοντας – στο εξής ο Αιτητής – ζητά, ενώπιον μας, την έκδοση διατάγματος για αναστολή της εκκαλούμενης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας έφεσης.
Τη νομική βάση της Αίτησης αποτελούν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023, Μέρη 20, 22, 23, 25, 32 και 41.7(1), 12, τα Άρθρα 15, 17, 28, 29 και 30.2 του Συντάγματος, τα Άρθρα 21, 29(1)(γ), 31, 32, 42, 47 και 48 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), η ΕΣΔΑ, ο Περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1, οι Γενικές Αρχές της Νομολογίας, το Δίκαιο της επιείκειας, καθώς, και οι συμφυείς εξουσίες και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου.
Η Αίτηση υποστηρίζεται από δήλωση του δικηγόρου Σ. Π., ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Ως αναφέρει ο δηλών, έχει γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, λόγω μελέτης των εγγράφων του σχετικού φακέλου και από πληροφορίες που έλαβε από τον Αιτητή, καθώς, και από τους δικηγόρους του τελευταίου, ειδικότερα, ρώσο δικηγόρο, αυστριακούς δικηγόρους, αμερικανούς και κύπριους δικηγόρους, τους οποίους, όλους, κατονομάζει. Προκύπτει, από τη δήλωση, ότι γίνεται αναφορά στο πρωτόδικο ιστορικό της καταχώρισης της Απαίτησης, της ενδιάμεσης αίτησης για εξασφάλιση διαταγμάτων φίμωσης και άλλων διαταγμάτων, καθώς, και στην αίτηση που καταχώρισε ο Αιτητής ώστε να καταστεί διάδικος στη διαδικασία, όπως, επίσης, αναφορά γίνεται και στην ενδιάμεση, εκκαλούμενη, απόφαση ημερομηνίας 30.06.2025, και ειδικότερα στο περιεχόμενο του διατάγματος του οποίου ζητείται η αναστολή. Με βάση συμβουλή που έχει από τους κύπριους δικηγόρους του Αιτητή, ο δηλών αναφέρει, επίσης, ότι η έφεση παρουσιάζει σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας. Μερικοί από τους πολλούς λόγους επιτυχίας συνίστανται στο ότι (i) το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε πως δεν είχε εφαρμογή ο Κανονισμός 864/2007/ΕΚ, με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι στοιχειοθετήθηκαν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960 και, ενώ δεν εξέτασε την τρίτη προϋπόθεση, αποφάσισε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal, (ii) με την ενδιάμεση αίτηση των εφεσίβλητων διαφαινόταν ότι επρόκειτο για εκστρατεία αλίευσης μαρτυρίας, καθ’ ότι είχαν ήδη στην κατοχή τους πλήθος πληροφοριών για στοιχειοθέτηση τυχόν Απαίτησης, αλλά, και για τους πιθανούς αδικοπραγήσαντες, συνεπώς δεν είχαν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, (iii) το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια δεν σχολιάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ, αυτό, αγνόησε ότι το διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων θα επηρέαζε δυσμενώς το δικαίωμα του Αιτητή ως προς τον σεβασμό του απορρήτου της αλληλογραφίας και επικοινωνίας στην ιδιωτική ζωή, (iv) το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθά το γεγονός ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ του Αιτητή, και άρα δεν ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα διατάγματα, και (v) η εκκαλούμενη απόφαση παραβιάζει ουσιώδεις νομοθετικές πρόνοιες, Ευρωπαϊκό Κανονισμό και το Σύνταγμα.
Ως περαιτέρω δηλώνεται, ο Αιτητής αποτάθηκε, σε πρωτόδικο Δικαστήριο, μονομερώς, για αναστολή των εκδοθέντων διαταγμάτων, το οποίο διέταξε την επίδοση της εν λόγω αίτησης στους εφεσίβλητους. Υπήρξε, ωστόσο, εν τω μεταξύ, συμμόρφωση, κατ’ επιταγήν του διατάγματος αποκάλυψης, εντός 30 ημερών, εκ μέρους των εναγομένων 1 – 3, οπότε ο Αιτητής περιόρισε την αίτηση του για αναστολή στη μη χρήση των οποιονδήποτε εγγράφων ή πληροφοριών που δόθηκαν από τους εναγόμενους 1 - 3. Πρωτόδικο Δικαστήριο που εκδίκασε την αίτηση αναστολής την απέρριψε. Είναι όμως αναγκαίο, σύμφωνα με τον δηλούντα, να διασφαλιστεί η προοπτική επιτυχίας της έφεσης του Αιτητή, γεγονός που θα συμβεί, ιδιαίτερα, αν απαγορευθεί στους εφεσίβλητους να συλλέγουν, στη βάση του διατάγματος ημερομηνίας 30.06.2025, οποιαδήποτε στοιχεία τον αφορούν, παραβιάζοντας έτσι συνταγματικά του δικαιώματα, όπως συνέβη και με τη χρήση κάποιων εγγράφων σε ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή στην Αυστρία. Ουδείς κίνδυνος συντρέχει, εν πάση περιπτώσει, για καταστροφή, εκ μέρους του Αιτητή, οποιωνδήποτε εγγράφων. Στη δήλωση, βέβαια, παρατίθενται και αναπτύσσονται επιχειρήματα προς υποστήριξη της ουσίας της έφεσης, στα οποία όμως δεν θα αναφερθούμε, αφού δεν πρόκειται για γεγονότα ή μαρτυρία. Αναμένεται πως τέτοια ζητήματα, που είναι νομικά, να προωθούνται στις αγορεύσεις.
Οι εφεσίβλητοι – στο εξής Καθ’ ων η Αίτηση – καταχώρισαν Ένσταση ενάντια στην Αίτηση. Προβάλλουν δεκατέσσερεις (14) λόγους ένστασης για τους οποίους θεωρούν ότι δεν είναι ορθό να εγκριθεί η Αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 30.06.2025. Συνοπτικά, οι λόγοι συνίστανται στο ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και/ή εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, ότι είναι θνησιγενής και/ή άκυρη εξ αρχής, ότι δεν καταδεικνύονται βάσιμοι λόγοι οι οποίοι να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι οι λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι και αόριστοι, ο δε Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι η δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκής, ότι δια της Αίτησης σκοπείται η εξασφάλιση δικονομικών πλεονεκτημάτων έναντι των Καθ’ ων η Αίτηση, ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι εσφαλμένη και ότι, γενικότερα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Π. Χ., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ’ ων η Αίτηση, ο οποίος εξηγεί, κατ’ αρχάς, τον λόγο που προβαίνει αυτός στη δήλωση και όχι κάποιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου των Καθ’ ων η Αίτηση. Προβαίνει, επίσης, σε αναφορά περί του ότι, από την ανάγνωση των δικογράφων, είναι πρόδηλο πως τα θέματα που άπτονται της Αίτησης είναι πρωτίστως νομικά, ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι στο μεγαλύτερο μέρος της δήλωσης του αναλώνεται σε παράθεση επιχειρημάτων και δικανικών συλλογισμών προς υποστήριξη των λόγων ένστασης. Παρατίθενται, επίσης, και έγγραφα – τεκμήρια προς τον ίδιο σκοπό.
Ως προκύπτει από τη νομολογία, στην οποία θα αναφερθούμε, το αντικείμενο αίτησης αναστολής εκτέλεσης είναι πολύ συγκεκριμένο και διέπεται από καθορισμένες προϋποθέσεις, τα δε γεγονότα που είναι ικανά να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου είναι συνήθως λιγοστά.
Κύρια νομική βάση της Αίτησης αποτελεί το Άρθρο 47 του Ν. 14/1960, το οποίο προνοεί περί της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά, και του Εφετείου, αν θεωρήσουν πρέπον, να αναστείλουν την εκτέλεση απόφασης, καθώς, και το Μέρος 41.7(1)(α) και (β) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«(1) (α) Εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου δικαστηρίου.
(β) Αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.»
Σημειώνουμε στο παρόν στάδιο ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο Αιτητής, πριν την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, αποτάθηκε για εξασφάλιση διατάγματος αναστολής στο πρωτόδικο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Μαρία – Ραφαέλα Θεοφάνους v. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 207/2021, σχετική με Πολιτική Έφεση Αρ. 206/2021, ημερ. 06.09.2023, σε σχέση με το Μέρος 41.7 των νέων Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, αναφέρθηκαν τα εξής,:
«Ως διαφαίνεται η ουσία της ρύθμισης της αναστολής δεν άλλαξε. Δεν παραγνωρίζεται ότι στο Μέρος 41.7 δεν γίνεται πρόνοια για εξουσία του Εφετείου να θέσει όρους κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής, ωστόσο παρέχεται τέτοια εξουσία δυνάμει του Μέρους 41.12 (1) όπου προνοείται πως «Σε σχέση με έφεση το Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου δικαστηρίου» παραπέμποντας έτσι, σ’ ό,τι αφορά το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος υπό όρους, στο Μέρος 3.1 (3) όπου κατώτερο δικαστήριο δύναται να θέτει όρους κατά την έκδοση διατάγματος. Κατ’ επέκταση η μέχρι σήμερα σχετική, επί του θέματος της αναστολής εκτέλεσης αποφάσεων, νομολογία εξακολουθεί να ισχύει και να αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο.»
Τα προλεχθέντα υιοθετήθηκαν και σε πιο πρόσφατη υπόθεση, στην Ι.Η. v. Δ.Β., Έφεση Αρ. 6/2023 (i-justice), ημερομηνίας 07.03.2024, στην οποία γίνεται παραπομπή σε παλαιότερη υπόθεση, την Penderhill Holdings Limited και Άλλοι v. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων (2011) 1 Α.Α.Δ. 1921, στην οποία λέχθηκαν τ’ ακόλουθα:
«Με βάση τη νομολογία που ερμήνευσε την πιο πάνω διάταξη (βλ. μεταξύ άλλων Katarina Shipping Inc. v. The Cargo on Board the Ship "Poly" (1978) 1 C.L.R. 355, Essex Overseas Trade Services Ltd v. Legend Shipping Co. Ltd. a.o. (1981) 1 C.L.R. 263, "Phoenix" Greek General Insurance Co. S.A. v. Al Khalaf Exhibition (1981) 1 C.L.R. 673, Μavrochanna a.o. v. Μichael (1984) 1 C.L.R. 760, Αristidou v. Αristidou (1985) 1 C.L.R. 649, Ε.Y.R.I.K. a.o. v. Κotsonis (1986) 1 C.L.R. 617, , Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου (1990) 1 Α.Α.Δ. 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147, A.B.P. Holdings Ltd. κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Aρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 287, Θωμά v. Γενικού Εισαγγελέα (1997) 1 Α.Α.Δ. 797 και Σάββα v. Υπουργού Δικαιοσύνης (αρ. 1) (2002) 1 Α.Α.Δ. 195) το όλο θέμα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση τους εξής παράγοντες που θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης:
(α) Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεση του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
(β) Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του.
Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης αλλά αυτές είναι μόνο οριακής σημασίας. (Bλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου, πιο πάνω). Στην υπόθεση Ιωσηφάκη v. Αριστοδήμου, πιο πάνω σελ. 288, ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Πικής διατύπωσε τους πιο πάνω παράγοντες ως εξής:
«Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτο, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου δικαστηρίου και την παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διάδικου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και δεύτερο, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι δυο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.»».
(δέστε επίσης, Σάββα v. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (2002) 1 Α.Α.Δ. 195, Βλάχου v. Οικονόμου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1520, Χ’’Ιωάννου v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2019, ημερομηνίας 08.09.2020, ECLI:CY:AD:2020:A298, DB Technologies BV κ.ά. v. Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors and Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε7/2023, ημερομηνίας 15.01.2024).
Έχουμε μελετήσει με κάθε δυνατή προσοχή την πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση ημερομηνίας 30.06.2025, την Αίτηση και την Ένσταση, περιλαμβανομένων των μαρτυριών που τις υποστηρίζουν, καθώς, και τις εκτενείς και πολύ λεπτομερείς αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Μέσα από τα προειρηθέντα έγγραφα θεωρούμε ότι αναδεικνύεται η ανάγκη προθύστερης τοποθέτησης μας επί του λόγου ένστασης αρ. 14, με τον οποίο προωθείται η θέση πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, σε συνυφασμό, βέβαια, με τον ισχυρισμό των Καθ’ ων η Αίτηση ότι με την εκκαλούμενη απόφαση, ημερομηνίας 30.06.2025, της οποίας ζητείται η αναστολή, δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε θετική υποχρέωση, ενέργεια ή καθήκον προς τον Αιτητή ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ό,τι επιβάλλεται, κατά τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση, είναι θετική υποχρέωση για συμμόρφωση προς τους υπόλοιπους εναγόμενους 1 – 3, οι οποίοι, όμως, αποδέχθηκαν την έκδοση, εκ συμφώνου, διατάγματος για αποκάλυψη εγγράφων και συμμορφώθηκαν.
Μελετώντας τις θέσεις που προωθήθηκαν εκ μέρους των διαδίκων, επί του προαναφερόμενου ζητήματος, φρονούμε, με οδηγό τις αρχές που έχει καθορίσει η σχετική νομολογία, και για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, ότι ο λόγος ένστασης 14 είναι βάσιμος. Κρίνουμε πως το επίμαχο περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης, ως το έχουμε παραθέσει πιο πάνω, δεν επιβάλλει οποιαδήποτε θετική υποχρέωση ή καθήκον στον Αιτητή, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης ή να επιδέχεται τέτοιας διαδικασίας, αφού εξουσιοδοτεί τους εφεσίβλητους – Καθ’ ων η Αίτηση να χρησιμοποιήσουν πληροφορίες ή έγγραφα τα οποία θα περιέλθουν ή περιήλθαν ήδη στην κατοχή τους, ως αποτέλεσμα της συμμόρφωσης, εκ μέρους των εναγομένων 1 – 3, με το διάταγμα αποκάλυψης. Πρόκειται για στοιχειώδη προϋπόθεση, η οποία αν δεν πληρείται δεν εξετάζονται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία.
Στην υπόθεση DB TECHNOLOGIES BV κ.α. v. MILDIADES NEOPHYTOY CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD (ανωτέρω), με αναφορά και παραπομπή σε προγενέστερη νομολογία, επαναλήφθηκε η αρχή ότι το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε και με την υπόθεση Νικολάου v. Διαχειριστική Επιτροπή Άγιος Παύλος Μπλοκ Β, Πολιτική Έφεση 53/2022, ημερομηνίας 10.03.2025. Και στις δύο υποθέσεις απορρίφθηκαν αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης αποφάσεων ή διαταγών που δεν επέβαλλαν θετική υποχρέωση ή καθήκον στον αιτούντα την αναστολή.
Ομοίως, και στην παρούσα περίπτωση, ως έχουμε ήδη αποφανθεί, ουδέν καθήκον ή θετική υποχρέωση επιβλήθηκε στον Αιτητή. Άλλωστε η εξουσιοδοτημένη χρήση είναι καθορισμένη, μόνο για τους σκοπούς υποστήριξης «αγωγής ή και λήψης νομικών μέτρων εναντίον οποιουδήποτε αδικοπραγούντα». Συνεπώς, τυχόν αναστολή στην εκκαλούμενη απόφαση θα επέφερε το «πάγωμα» και την αναστολή μιας άλλης διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη, ήτοι της προσπάθειας των Καθ’ ων η Αίτηση να αξιοποιήσουν ή να χρησιμοποιήσουν κάθε στοιχείο ή πληροφορία προκειμένου να προωθήσουν Απαίτηση τους εναντίον οποιουδήποτε αδικοπραγήσαντα. Συναφώς, η εξουσία του Εφετείου, βάσει του Μέρους 47.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, κατ’ εφαρμογήν και των μέχρι το 2023 νομολογηθέντων, αλλά και έπειτα, δεν προσφέρεται ως μέσο για την αναστολή διαδικασίας ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης (δέστε, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Λύρα κ.α. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1384).
Θεωρούμε ότι τα προλεχθέντα είναι αρκούντως ικανοποιητικά για να καθορίσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης, κατά τρόπον, δε, που καθιστούν αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση μας και την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης, καθώς, και με τις όσες δικανικές σκέψεις ή επιχειρήματα ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προς υποστήριξη της εκδοχής των εκπροσωπούντων από αυτούς διαδίκων, αφορώντα στην ύπαρξη βεβαιότητας για επιτυχία της έφεσης ή τυχόν παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του Αιτητή ή και κατά πόσον θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή, αν δεν εκδοθεί διάταγμα αναστολής ή θα προκληθεί τέτοια ζημιά στους Καθ’ ων η Αίτηση, αν εκδοθεί τέτοιο διάταγμα.
Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση αποτυγχάνει και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Κατ’ επέκταση των πιο πάνω, δεν βλέπουμε λόγο, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδικάσουμε έξοδα προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση, οι οποίοι είναι οι επιτυχόντες διάδικοι στην Αίτηση. Συνεπώς, τα έξοδα της Αίτησης ύψους €3.100,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, επιδικάζονται προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση – εφεσίβλητων και εναντίον του Αιτητή – εφεσείοντα.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο