Α. Χ. v. Γ. Χ., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε73/2025, 31/3/2026
print
Τίτλος:
Α. Χ. v. Γ. Χ., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε73/2025, 31/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε73/2025)

 

31 Μαρτίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

Α. Χ.

Εφεσείουσα

v.

 

Γ. Χ.

Εφεσιβλήτου

 

--------------------

 

 

Σ. Δράκος και Κ. Δράκου (ασκούμενη δικηγόρος), για Σωτήρης Δράκος Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Κ. Γεωργίου (κα), για Κάλια Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.


 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Η Εφεσείουσα προσβάλλει την ενδιάμεση απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερ. 30.5.25, με την οποία απέρριψε αίτηση για διαγραφή τροποποιημένης εναρκτήριας Αίτησης περιουσιακών διαφορών.

 

Θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε στο ιστορικό της υπόθεσης, για καλύτερη κατανόηση των εγερθέντων ζητημάτων.

 

Η Εφεσείουσα καταχώρισε, στις 21.12.21, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού εναρκτήρια Αίτηση με την οποία ήγειρε περιουσιακές αξιώσεις εναντίον του Εφεσίβλητου, πρώην συζύγου της και τριών εταιρειών, επ’ ονόματι των οποίων, κατ’ ισχυρισμόν, ευρίσκετο εγγεγραμμένη κάποια διαφιλονικούμενη περιουσία. Μέχρι και την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η κυρίως Αίτηση δεν είχε επιδοθεί στις εν λόγω Καθ’ ων 2, 3 και 4 εταιρείες, ούτε και είχε καταχωριστεί Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του Εφεσιβλήτου.

 

Στις 28.3.24, η Εφεσείουσα καταχώρισε αίτηση τροποποίησης, με την οποία αξίωνε την τροποποίηση της εναρκτήριας Αίτησης. Μετά από ακρόαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 4.9.24, επέτρεψε σε περιορισμένο βαθμό την αίτηση τροποποίησης και καταδίκασε την Εφεσείουσα στα έξοδα. Έδωσε, επίσης, οδηγίες όπως καταχωριστεί η τροποποιημένη κυρίως Αίτηση εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του εκδοθέντος διατάγματος. Παρόλα αυτά, η προθεσμία παρήλθε και δεν καταχωρίστηκε τροποποιημένη κυρίως Αίτηση.

 

Στις 2.10.24, η Εφεσείουσα καταχώρισε τροποποιημένη κυρίως Αίτηση, βασιζόμενη τώρα στη Δ.25 θ.1(2) των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία ουσιαστικά συμπεριέλαβε και όλες τις τροποποιήσεις που αξίωνε με την αίτηση της ημερ. 28.3.24, οι οποίες όμως είχαν απορριφθεί με την παλαιότερη ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ημερ. 4.9.24.

 

Στις 11.10.24, ο Εφεσίβλητος καταχώρισε αίτηση με την οποία ζήτησε τη διαγραφή της τροποποιημένης Αίτησης την οποία καταχώρισε η Εφεσείουσα στις 2.10.24, στηριζόμενος, μεταξύ άλλων, στη Δ.19 θ.26 και στη Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης, εξέδωσε στις 30.5.25 ενδιάμεση απόφαση με την οποία διέταξε τη διαγραφή της τροποποιημένης Αίτησης, ημερ. 2.10.24, ως καταχρηστικής, με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 εδ. 2 ένας διάδικος ενδέχεται να τροποποιήσει το δικόγραφο του άπαξ χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και πριν την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες. Εκ πρώτης όψεως, διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια επέλεξε να προβεί στην πιο πάνω ενέργεια, εφαρμόζοντας ρητά την προαναφερόμενη Διαταγή και υποστηρίζοντας ότι σε κάθε περίπτωση είχε το δικαίωμα να το πράξει, επικαλούμενη μεταξύ άλλων ότι το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 04/09/2024 κατέστη άκυρο (ipso facto), αφού είχε παρέλθει η προθεσμία συμμόρφωσης με αυτό και δεν είχε παραταθεί όπως ακριβώς προνοεί η Δ.25 θ.2.

 

[…]

 

Εν τούτοις, στην υπό εξέταση περίπτωση είναι η θέση μου ότι η πιο πάνω δικονομική συμπεριφορά που ακολούθησε η πλευρά της Αιτήτριας αποτελεί μία ευρηματική μεν, αλλά απαράδεκτη δε, μορφή κατάχρησης και υπονόμευσης της δικαστικής διαδικασίας, αφού υιοθετώντας νομότυπα μέσα και δικονομικές πρόνοιες, επιχείρησε να παρακάμψει την εκδοθείσα δικαστική απόφαση η οποία την δεσμεύει, για να πετύχει αυτό που επιθυμούσε εξ' (sic) αρχής, ήτοι την εκτεταμένη τροποποίηση του δικογράφου της, την οποία μάλιστα το Δικαστήριο είχε ήδη απορρίψει. Ένα τροποποιημένο δικόγραφο το οποίο ουσιαστικά μπορεί να θεωρηθεί ως ενοχλητικό (vexatious) διότι στερείται καλής πίστης και το οποίο προωθήθηκε στην βάση της χρήσης των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς.

 

[…]

 

Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι η πιο πάνω δικονομική συμπεριφορά της Αιτήτριας, ενεργοποιεί ουσιαστικά την συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction) προς αποτροπή κατάχρησης της διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιον του.

 

Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι η καταχώρηση της τροποποιημένης αίτησης από την πλευρά της Αιτήτριας, συνιστά κατάφωρη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού οδηγεί σε περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση μίας υπόθεσης του 2021 η οποία εμπίπτει στις υποθέσεις backlog και που θα οδηγούσε σε ατέρμονες διαδικασίες αλλά και οδηγίες για περαιτέρω συμπλήρωση των δικογράφων. Τούτο θα προκαλούσε ανεπανόρθωτες δυσμενείς συνέπειες στην ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης και δεν θα εξυπηρετούσε το γνήσιο συμφέρον του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 για την αποτελεσματική και έγκαιρη διάγνωση των δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρόνου».

  

Η Εφεσείουσα, με έντεκα λόγους έφεσης, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: έκρινε ότι η δικονομική συμπεριφορά της Αιτήτριας με την καταχώριση τροποποιημένης Αίτησης, ημερ. 2.10.24 δυνάμει της Δ.25 συνιστά ξεκάθαρη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (πρώτος λόγος), εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε τη διαγραφή της τροποποιημένης Αίτησης ημερ. 2.10.24 που καταχωρίστηκε βάσει της Δ.25 θ.1(2) (δεύτερος λόγος), αυτεπάγγελτα παρέτεινε την προθεσμία της ισχύος του διατάγματος τροποποίησης μέχρι τις 27.6.25, δηλαδή ορίζοντας την κυρίως Αίτηση για Οδηγίες στις 27.6.25 με οδηγίες για συμπλήρωση των δικογράφων μέχρι τότε (τρίτος λόγος), ερμήνευσε τη Δ.19 θ.26 για να συμπεριλάβει περιπτώσεις κατάχρησης διαδικασίας (τέταρτος λόγος), ερμήνευσε τη Δ.27 θ.3 (πέμπτος λόγος), ενεργοποίησε τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου προς αποτροπή κατάχρησης της διαδικασίας (έκτος λόγος), ερμήνευσε τη Δ.25 και παρέτεινε το χρόνο ισχύος του διατάγματος τροποποίησης αυτεπάγγελτα (έβδομος λόγος), θεώρησε ότι οι νόμιμες ενέργειες της Εφεσείουσας ήταν ενδεδυμένες με το πέπλο της νομιμότητας (όγδοος λόγος), αποφάσισε ότι η διαγραφή του δικογράφου θα οδηγήσει στην επιτάχυνση της διαδικασίας και όχι στην καθυστέρηση (ένατος λόγος), η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης (δέκατος λόγος) και ενέκρινε την αίτηση διαγραφής του δικογράφου της Εφεσείουσας (ενδέκατος λόγος).

 

Κρίνουμε ότι και οι έντεκα λόγοι έφεσης χρήζουν ενιαίας αντιμετώπισης, λόγω της συνάφειας τους.

 

Στο σημείο αυτό θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε τη Δ.25 θ.1(2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής:

 

«1. (1) […]

 

(2) Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη:

 

Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται.

 

Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών».

 

Βασικό επιχείρημα της Εφεσείουσας, ως αναπτύχθηκε στο περίγραμμα αγόρευσης της, αλλά και προφορικά ενώπιον μας, ήταν ότι η προθεσμία καταχώρισης της τροποποιημένης Αίτησης με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 4.9.24 παρήλθε, εφόσον δεν ζητήθηκε παράταση και ως αποτέλεσμα, με βάση τη Δ.25 θ.3, το διάταγμα κατέστη ipso facto άκυρο. Στη συνέχεια, νομότυπα η Εφεσείουσα καταχώρισε την τροποποιημένη Αίτηση, ασκώντας το δικαίωμα που της έδιδε η Δ.25 θ.1(2) να καταχωρίσει πριν την Κλήση Οδηγιών, μια τουλάχιστον τροποποίηση, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.

 

Αντιθέτως, ο Εφεσίβλητος, μέσω του περιγράμματος αγόρευσης του, αλλά και προφορικά ενώπιον μας, υπεραμύνθηκε της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης και προέβαλε πως ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε, στο πλαίσιο της σύμφυτης του εξουσίας, ότι υπήρξε κατάχρηση. Σύμφωνα με τη θέση του, η Εφεσείουσα παρήκουσε, στην ουσία, το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 4.9.24, με το οποίο όφειλε να συμμορφωθεί αφού η ίδια έθεσε τον εαυτό της στην εξουσία του Δικαστηρίου. Η μεταγενέστερη καταχώριση της τροποποιημένης Αίτησης χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου συνιστά, πάντα σύμφωνα με τον Εφεσίβλητο, κατάχρηση της διαδικασίας, παραβίαση των δικαιωμάτων του, αλλά και καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.

 

Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου διατυπώθηκαν στη θεμελιακή απόφαση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:

 

“Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.

 

[…] η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου».

 

Στην Περέλλα (ανωτέρω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd (1983) 1 C.L.R 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για παρεμπόδιση της.

 

Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 226 επισημάνθηκε ότι οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι:

 

«το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς».

 

Στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο», 2021 αναφέρονται τα εξής (σελ. 45):

 

«Σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου (Inherent power of the Court)

 

Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διακόψει ή να αναστείλει αγωγή για άλλη διαδικασία για κατάχρηση διαδικασίας έχει σαν πηγή τη «σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου» (inherent power of the Court). Με άλλα λόγια, η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο της κατάχρησης της διαδικασίας είναι σύμφυτη, έστω και αν σε κάποιο χρονικό διάστημα ενσωματώνεται σε Κανόνες ή Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Όπως ανέφερε η Δικαστής Δημητριάδου-Ανδρέου στην υπόθεση Aqua Sol Hotels Public Co Limited κ.ά. ν. Δημήτρης Μαρίνος κ.ά., Αρ. Αγωγής 2736/2014, Απόφαση ημερ. 11.12.2018, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν αποτελεί «ανεξάρτητη πηγή εξουσίας» αλλά εξουσία «η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη και η αναγνώριση της εν λόγω εξουσίας ή δικαιοδοσίας βασίζονται στο ότι η εν λόγω δικαιοδοσία είναι «αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου». Η επίκληση όμως της εν λόγω εξουσίας, ιδιαίτερα για αναστολή ή διακοπή κάποιας κατά τα άλλα νομότυπης διαδικασίας, «πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ».

 

Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις, υπό το φως της σχετικής νομολογίας και κρίνουμε ότι η ενέργεια της Εφεσείουσας να καταχωρίσει τροποποιημένη κυρίως Αίτηση περιουσιακών διαφορών, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου δεν συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η οποία να έπρεπε να αποτραπεί και να παρεμποδιστεί. Η Εφεσείουσα άσκησε το δικαίωμα που της παρείχε η Δ.25 θ.1(2) και καταχώρισε, μετά την επίδοση και πριν την Κλήση για Οδηγίες, την τροποποιημένη Αίτηση. Άσκησε, δηλαδή νομικά, ένα προβλεπόμενο και σωστό δικονομικό μέτρο. Εξάλλου, ούτε ο Εφεσίβλητος αμφισβητεί ότι το διαδικαστικό διάβημα στο οποίο προέβη η Εφεσείουσα ήταν νόμιμο. Δεν πρόκειται για παράλληλο ένδικο μέσο, για την επιδίωξη όμοιου σκοπού με κάποιο άλλο μέσο, εφόσον το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 4.9.24, το οποίο επέτρεπε την τροποποίηση, κατέστη ipso facto άκυρο, λόγω του ότι δεν καταχωρίστηκε η τροποποιημένη Αίτηση εντός της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο. Μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, το παλαιό διάταγμα ήταν ανύπαρκτο πλέον και δη όταν η Εφεσείουσα προέβη στην καταχώριση της τροποποιημένης Αίτησης. Ούτε έχει καταδειχθεί αλλότριος σκοπός της Εφεσείουσας είτε κατά την καταχώριση πιο παλιά της (αχρείαστης κατά τα άλλα) αίτησης τροποποίησης δικογράφου είτε κατά την καταχώριση της τροποποιημένης Αίτησης, αναγκαίο στοιχείο για την απόδειξη της κατάχρησης. Σημειώνουμε, επίσης, ότι ο Εφεσίβλητος, κατά την ακρόαση της αίτησης τροποποίησης, δεν προέβαλε θέση ότι η Εφεσείουσα είχε δικαίωμα με βάση τους Θεσμούς να προβεί άπαξ σε τροποποίηση, χωρίς να χρειάζεται η εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου. Βέβαια, ούτε και το Δικαστήριο που είχε εκδικάσει την αίτηση τροποποίησης, ήγειρε οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα είτε κατά την ακρόαση της αίτησης είτε στην απόφαση που εξέδωσε. Διαφαίνεται πως το ζήτημα αυτό είχε διαφύγει την προσοχή όλων των παραγόντων της διαδικασίας.

 

Ούτε πρόκειται για διαδοχικές αιτήσεις, χωρίς σοβαρή μεταβολή των δεδομένων, ώστε να τίθεται θέμα κατάχρησης διαδικασίας. Εδώ η Εφεσείουσα είχε ούτως ή άλλως δικαίωμα με βάση τους Κανονισμούς να καταχωρίσει την τροποποιημένη Αίτηση απευθείας, χωρίς να χρειάζεται να υποβάλει αίτηση, με την οποία να ζητά άδεια από το Δικαστήριο για τροποποίηση.    

 

Ούτε προκλήθηκε οποιαδήποτε ουσιαστική καθυστέρηση από την μεταγενέστερη άσκηση ενός υφιστάμενου ακόμα δικονομικού δικαιώματος, ήτοι την απευθείας καταχώριση της τροποποιημένης Αίτησης, εφόσον το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο επέτρεπε τη μερική τροποποίηση της Αίτησης συντάχθηκε στις 9.9.24, η Εφεσείουσα είχε χρόνο 10 ημερών για να καταχωρίσει το τροποποιημένο δικόγραφο της, το οποίο, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν καταχώρισε και προχώρησε με την καταχώριση τροποποιημένης Αίτησης στις 2.10.24, σε σύντομο δηλαδή χρόνο. Ούτε και προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στον Εφεσίβλητο από τις εν λόγω ενέργειες της Εφεσείουσας, εφόσον τα έξοδα με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση τροποποίησης, επιδικάστηκαν υπέρ του και σε βάρος της Εφεσείουσας, η δε μεταγενέστερη απευθείας καταχώριση της τροποποιημένης Αίτησης δεν δημιούργησε οποιαδήποτε έξοδα.

 

Περαιτέρω, υπενθυμίζουμε ότι ο Εφεσίβλητος είχε το δικαίωμα να υπερασπιστεί και να προωθήσει τις δικές του θέσεις. Επομένως, δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε αδικία στον Εφεσίβλητο. Η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου η ενέργεια ενός διαδίκου είναι μεν νόμιμη, αλλά προκαλεί σαφή αδικία στην άλλη πλευρά, ώστε να ενεργοποιείται η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για να εμποδίσει την αδικία.

 

Καταλήγουμε πως η Εφεσείουσα άσκησε ένα νόμιμο δικαίωμα της και ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε κατάχρηση στην ενέργεια της αυτή.

 

Συνακόλουθα, η έφεση επιτρέπεται. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και η ενδιάμεση αίτηση για διαγραφή ημερ. 11.10.24 απορρίπτεται. Η διαταγή για έξοδα ακυρώνεται και αντικαθίσταται με έξοδα εναντίον του Εφεσίβλητου – Αιτητή στην πρωτόδικη διαδικασία και υπέρ της Εφεσείουσας – Καθ’ ης η αίτηση στην πρωτόδικη διαδικασία, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και θα εγκριθούν από αρμόδιο Δικαστή του εν λόγω Δικαστηρίου.    

  

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης €3.100 πλέον Φ.Π.Α. (αν υπάρχει), προς όφελος της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

 

 

 

                                                                                                                     Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

                                                                                                                     Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

                                                                                                                      Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο