ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε91/2020)
27 Μαρτίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ,
2. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ,
3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ,
4. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ,
5. ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ,
6. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΕΦΑΛΑ,
7. ΜΑΙΡΗ ΛΑΖΟΥ,
8. ΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ,
9. ΕΡΜΟΥΛΛΑ ΘΕΟΚΛΕΟΥΣ,
10. ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ,
11. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ,
12. ΤΑΤΙΑ ΚΛΕΙΤΟΥ,
13. ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΟΛΑΚΗ,
14. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΤΣΟΛΑΚΗ,
Εφεσείοντες,
v.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΨΑΛΗ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΠΑΦΙΤΗ,
Εφεσίβλητος.
Α. Γιωρκάτζης για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.
Π. Σπανός για Μάρκος Σπανός & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο αγωγής που καταχώρισαν οι εφεσείοντες ως κληρονόμοι του αποβιώσαντα Χ. Χ. Παφίτη εναντίον του εφεσίβλητου, ως εκτελεστή της διαθήκης του, εξέδωσε μονομερώς, το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα.
«Ενδιάμεσο Προστακτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση να αποξενώσει κάθε ποσό που βρίσκεται στην κατοχή του Καθ’ ου η Αίτηση και αφορά την διαχείριση του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Χριστοφή Παφίτη, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.»
Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, δεδομένου ότι ο εφεσίβλητος είχε καταχωρίσει ένσταση στο πιο πάνω προσωρινό διάταγμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε στην οριστικοποίηση του, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960, και δη, ότι οι εφεσείοντες δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν, αν πετύχουν στην αγωγή τους, χωρίς την οριστικοποίηση του εκδοθέντος, μονομερώς, προσωρινού διατάγματος.
Οι μαρτυρίες των δύο πλευρών καταγράφονται, στην ουσιαστική τους έκφανση, λεπτομερώς στην πρωτόδικη απόφαση, προερχόμενες από ένορκη, γραπτή, δήλωση στην οποία προέβη ο εφεσείοντας αρ. 10, εκπροσωπώντας όλους τους εφεσείοντες, και από, γραπτή, ένορκη δήλωση του εφεσίβλητου.
Συνοπτικά και σε αδρές γραμμές, η μαρτυρία των εφεσειόντων αφορά σε ισχυρισμούς περί του ότι ο εφεσίβλητος, ως εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντα Χ. Χ. Παφίτη, δεν έδιδε, στους εφεσείοντες, στοιχεία της περιουσίας του αποβιώσαντα, στοιχεία για τα έσοδα της περιουσίας, προερχόμενα από ενοίκια, αλλά, και για τα έξοδα που ο εφεσίβλητος έκανε. Ακόμη, ότι οι εφεσείοντες δεν γνώριζαν για την τύχη τραπεζικού λογαριασμού, ο οποίος είχε καταθέσεις ύψους €11.000,00, ότι ο εφεσίβλητος πώλησε ένα εκ των ακινήτων του αποβιώσαντα για το ποσό των €2.000,000,00 ενώ σ’ αυτούς είχε αναφέρει ότι η πώληση έγινε στην τιμή των €1.700.000,00. Γενικότερα, όλοι οι ισχυρισμοί κατέληγαν στη θέση ότι ο εφεσίβλητος λειτουργούσε κατά τρόπο ο οποίος συνιστούσε καταδολίευση των συμφερόντων των εφεσειόντων.
Από πλευράς του εφεσίβλητου, η μαρτυρία του, συνοπτικά, συνίστατο στο ότι δεν αποδεχόταν τον ισχυρισμό περί καταδολίευσης, ως επίσης, αρνήθηκε πως ανέφερε οποτεδήποτε στον εφεσείοντα αρ. 10 ότι πώλησε το ακίνητο στην τιμή των €1.700.000,00, αλλά, ως ισχυρίστηκε, του ανέφερε πως η τιμή πώλησης ήταν €2.000.000,00, ως δηλώθηκε, άλλωστε, στις φορολογικές αρχές και στο Κτηματολόγιο, πλην, όμως, με την καταβολή προμηθειών και άλλων εξόδων θα παρέμενε το ποσό των €1.700.000,00, η δε πώληση του προαναφερόμενου ακινήτου έγινε με τις οδηγίες και την έγκριση όλων των κληρονόμων. Ισχυρίστηκε ακόμη, ο εφεσίβλητος, ότι πάντοτε ενημέρωνε τους εφεσείοντες για τις ενέργειες του, παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι αρνήθηκε να παραδώσει, στον εφεσείοντα αρ. 10, λογαριασμούς της διαχείρισης, διότι, υπό την ιδιότητα του εκτελεστή της διαθήκης του αποβιώσαντα, δεν είχε νομική υποχρέωση να λαμβάνει εντολές από τους κληρονόμους ή τον δικηγόρο τους. Θα κατέθετε, όμως, ενδιάμεσους και τελικούς λογαριασμούς στο Δικαστήριο. Επικαλέστηκε, βέβαια, προβλήματα υγείας τα οποία δεν του επέτρεψαν να διεκπεραιώσει τη διαχείριση, πρόθεση του, ήταν, μόλις θα ξεπερνιόντουσαν τα προβλήματα υγείας του, τάχιστα, να μεταβίβαζε την περιουσία του αποβιώσαντα στους κληρονόμους. Επισύναψε δε και επιστολή που στάλθηκε στον δικηγόρο των εφεσειόντων, όπου τον ενημέρωσε για την πρόθεση του να ολοκληρώσει τη διαδικασία της διαχείρισης το συντομότερο, και, αν ήταν δυνατόν, εντός του επόμενου μήνα. Σε περίπτωση, ως λέγει, που το προσωρινό διάταγμα καθίστατο οριστικό, αυτός δεν θα μπορούσε να προβεί σε διαμοιρασμό της περιουσίας στους κληρονόμους ή να πληρώσει φόρους και τέλη για μεταβίβαση των ακινήτων ή να διανέμει ποσά της διαχείρισης στους κληρονόμους. Πρόβαλε, τέλος, τον ισχυρισμό πως τυχόν πρόκληση ζημιάς στους εφεσείοντες, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, αυτή μπορεί να αποδοθεί σε χρήμα και αυτός έχει τη δυνατότητα να τους αποζημιώσει.
Κρίνουμε χρήσιμο να αναφέρουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε, στην απόφαση του, ότι μέσα από τον φάκελο που τηρείται από τον Πρωτοκολλητή Επικύρωσης Διαθηκών του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προέκυπτε ότι:
«(α) Η αίτηση για επικύρωση της διαθήκης του αποβιώσαντος κατατέθηκε στις 09/07/2015 και στις 21/09/2015 η Διαθήκη επικυρώθηκε από το Δικαστήριο και η Διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος παραχωρήθηκε στον Καθ’ ου η Αίτηση ως ο κατονομαζόμενος εκτελεστής της Διαθήκης του αποβιώσαντος,
(β) Ο Καθ’ ου η Αίτηση στην αίτηση που καταχώρησε δήλωσε ότι η εκτιμημένη περιουσία του αποβιώσαντος είναι €50.000 σε ακίνητα ενώ η περιουσία που κατέλειπε σε ακίνητα ξεπερνά τα €3.000.000 και όσο αφορά κινητή περιουσία δεν δήλωσε οτιδήποτε,
(γ) δεν προχώρησε ως όφειλε δυνάμει του Άρθρου 40 (I) και 40(2) του Κεφ. 189 στην ετοιμασία και καταχώρηση Απογραφής της Κληρονομιάς συνοδευόμενης από Ένορκη Δήλωση μέσα σε ένα μήνα (μέχρι σήμερα δεν το έχει πράξει) και
(δ) ενώ το σχετικό διάταγμα Τεκμήριο 2 και ο σχετικός Νόμος ρητά προβλέπουν ότι θα έπρεπε εντός δύο ετών από την ημερομηνία που εκδόθηκε το διάταγμα που τον διόρισε, να καταχωρήσει με Ένορκη Δήλωση τους λογαριασμούς της διαχείρισης μαζί με τις σχετικές αποδείξεις πέραν των τεσσάρων ετών, δεν έχει πράξει οτιδήποτε.»
Οι εφεσείοντες, με την παρούσα έφεση, στρέφονται ενάντια στην πρωτόδικη απόφαση, δια της οποίας δεν οριστικοποιήθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχαν, μονομερώς, εξασφαλίσει. Προβάλλουν δύο λόγους έφεσης. Με τον πρώτο θεωρούν ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την Ενδιάμεση Απόφαση του ημερομηνίας 06/03/2020 λανθασμένα δεν οριστικοποίησε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 09.05.2019» και, με τον δεύτερο, αμφισβητούν την πρωτόδικη κατάληξη «ότι υπό τας περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60)» «χωρίς να παρίσταται η ανάγκη (το Δικαστήριο) να επικαλεστεί την διακριτική του ευχέρεια για την έκδοση του».
Σημειώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, στην απόφαση του, αρχικά στη νομολογία η οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960, με σημείο αναφοράς τις τρεις βασικές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Έκρινε, εν πρώτοις, ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, ήτοι (α) έγερση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και (β) ορατή προοπτική ή πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται θεραπείας στην αγωγή του, συνέτρεχαν, ωστόσο, αποφάνθηκε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι, ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επί της τρίτης προϋπόθεσης, έχει ως ακολούθως:
«Έχω εξετάσει τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων και συμφωνώ με το συνήγορο του Καθ’ ου η Αίτηση ότι σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν Διάταγμα, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι Αιτητές, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Τούτο γιατί όπως είναι προφανές από την Έκθεση Απαίτησης που έχουν καταχωρήσει οι Αιτητές στις 27.1.2020, η ζημιά τους έχει ήδη υπολογισθεί και καθοριστεί στο ποσό των €1.205.000 – όπως αναλυτικά προσδιορίζεται στην παρ. 24(Α) της Έκθεσης Απαίτησης – ως και στο ποσό των €60.000 και €119.000, όπως προσδιορίζεται στην παρ. 24(Β) της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, η διαζευκτική αξίωση των Αιτητών για αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή αμέλεια και/ή παράβαση των καθηκόντων του Καθ’ ου η αίτηση ως εκτελεστή της διαθήκης του αποβιώσαντος, ως και οποιαδήποτε αξίωση τους τυχόν προκύψει μετά τη συμμόρφωση του Καθ’ ου η Αίτηση με τα αιτούμενα Διατάγματα υπό παρ. 24(Δ) και (Ε) της Έκθεσης Απαίτησης, επίσης μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Ως εκ τούτου είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων.
Τονίζεται περαιτέρω ότι οι Αιτητές ουδόλως αμφισβήτησαν την δεδηλωμένη ικανότητα του Καθ’ ου η Αίτηση να αποζημιώσει τους Αιτητές εάν ήθελε επιδικασθούν προς όφελος τους αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Ούτε και έχουν τεθεί από τους Αιτητές τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση του Καθ’ ου η Αίτηση, που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστούν από το να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση προς όφελος τους, ως και ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι αφερέγγυος (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. 152, 155 και Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ.2) (2008) 1 Α.Α.Δ. 626). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Μαυρονικόλα Ιωάννης, ως κατονομαζόμενος εκτελεστής της διαθήκης της Βασιλείας Γεωργίου Καθητζιώτη ή Θράκκα και άλλος ν. Κικής Φοινιώτη κ.ά (1997) 1 Α.Α.Δ. 1659:
«Το άλλο μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπου κρίθηκε ότι δεν θεμελιώθηκαν (από τον εφεσείοντα) οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας είναι ορθό. Τόσο το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όσο και η επιφύλαξη του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, συναρτούν την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος με το δύσκολο ή το αδύνατο απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι εφεσίβλητοι αμφισβήτησαν, με την ένστασή τους στην αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα, τον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι αν δεν εκδιδόταν το διάταγμα θα καθίστατο δύσκολη ή αδύνατη η ικανοποίηση απόφασης η οποία θα μπορούσε να εκδοθεί υπέρ του εφεσείοντα. Πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι ήταν ιδιοκτήτες άλλης περιουσίας αξίας τέτοιας που θα μπορούσε ευχερώς να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Ενόψει της αμφισβήτησης ήταν υποχρέωση των εναγόντων να αποδείξουν το βάσιμο των ισχυρισμών τους όπως προβλέπει η Δ.48 θ.4. (Krashias v. Adidas (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 750, Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και Άλλης (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453). Αυτό δεν το έπραξαν, αφήνοντας ουσιώδες κενό στη θεμελίωση του αιτήματός τους, το οποίο καθιστούσε την αίτησή τους απορριπτέα.»
Στα πιο πάνω συνυπολογίζεται και η παράλειψη των Αιτητών, να αιτηθούν μέχρι την καταχώριση της παρούσας Αίτησης στις 7.5.2019, ως και την καταχώριση της Ένστασης του Καθ’ ου η Αίτηση στις 11.9.2019, την αντικατάσταση του Καθ’ ου η Αίτηση από τα καθήκοντα του εκτελεστή της διαθήκης του αποβιώσαντος, στη βάση των ισχυρισμών τους περί καταδολίευσης τους εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση. Η αναφορά του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ’ ου η Αίτηση κατά το στάδιο των αγορεύσεων στις 18.2.2020, ότι τέτοιο αίτημα για αντικατάσταση του Καθ’ ου η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 27.1.2020 δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον σχετική μαρτυρία που να τεκμηριώνει τέτοιο γεγονός ουδέποτε προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι η εκ των υστέρων καταχώριση τέτοιου αιτήματος στις 27.1.2020 και μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής και την έκδοση του επίδικου Προσωρινού Διατάγματος στις 9.5.2019, ουδόλως συνάδει με τον επιδιωκόμενο σκοπό των Αιτητών να εμποδίσουν με τη παρούσα διαδικασία τον Καθ’ ου η Αίτηση να εκτελέσει τα καθήκοντα του ως εκτελεστής της περιουσίας του αποβιώσαντος, όταν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του Διατάγματος, συναινούσαν στην παραμονή του ως εκτελεστής και στην άσκηση των σχετικών καθηκόντων του.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές, χωρίς την οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος, εάν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο.»
Μέσα από τα περιγράμματα αγόρευσης των διαδίκων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους, με παραπομπή σε νομολογία, προώθησαν εναργώς τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους, τα οποία διατηρούμε κατά νου και θα αξιολογήσουμε στη συνέχεια. Θα αναφερθούμε δε σ’ αυτά στον βαθμό που θεωρούμε ότι είναι αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασης μας.
Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο έφεσης, διαπιστώνουμε ότι οι εφεσείοντες διατυπώνουν δύο παράπονα. Πρώτον, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα λανθασμένα και όχι κατά τρόπο δικαστικό και (β) διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η επιδιωκόμενη δέσμευση αφορούσε το αντικείμενο της αγωγής, παρ’ ότι η νομική βάση της Αίτησης δεν στηρίχθηκε μόνο στο Άρθρο 32 του Ν. 14/1960, αλλά και στα Άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6. Ειδικότερα, οι εφεσείοντες θεωρούν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το γεγονός πως η δέσμευση αφορούσε το αντικείμενο της αγωγής, υπό το πρίσμα της νομολογίας στην οποία παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος τους (δέστε υποθέσεις (1) Σταυράκης κ.α. v. Δήμος Λευκωσίας (2015) 1 Α.Α.Δ. 731, (2) Papastratis v. Pedrides (1979) 1 Α.Α.Δ. 231 και (3) Κυρίσσαβα κ.α. v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245), οπότε, λανθασμένα δεν οριστικοποίησε το εκδοθέν διάταγμα. Και οι δύο λόγοι έφεσης αναπτύσσονται ενιαία στο περίγραμμα αγόρευσης των εφεσειόντων, διότι, ως αναφέρεται, τους θεωρούν συνδεδεμένους. Συμφωνούμε ότι οι δύο λόγοι έφεσης είναι συνυφασμένοι μεταξύ τους.
Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση της ουσίας των λόγων έφεσης, επιβάλλεται να τοποθετηθούμε επί του ζητήματος που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, ζητώντας από το Εφετείο να απορρίψει την έφεση καθ’ ότι είναι, σύμφωνα με τη θέση του, άνευ αντικειμένου. Η εν λόγω θέση υποστηρίζεται από το επιχείρημα ότι οι εφεσείοντες επιζητούν την οριστικοποίηση, αν επιτύχει η έφεση τους, ενός διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στον εφεσίβλητο να αποξενώσει οποιοδήποτε ποσό της διαχείρισης του αποβιώσαντα Χ. Χ. Παφίτη, πλην, όμως, στις 28.09.2020, κατόπιν αίτησης που καταχωρίστηκε και προωθήθηκε από τους κληρονόμους, εκδόθηκε, εκ συμφώνου, διάταγμα δια του οποίου ο εφεσείοντας αρ. 13 διορίστηκε συνδιαχειριστής της περιουσίας του προαναφερόμενου αποβιώσαντα, οπότε, οι δύο συνδιαχειριστές ολοκλήρωσαν τη μεταβίβαση όλης της εναπομείνασας ακίνητης περιουσίας στους κληρονόμους, καθώς, επίσης, και το μεγαλύτερο μέρος της κινητής περιουσίας. Έχουμε δε παραπεμφθεί, συναφώς, σε σχετική νομολογία.
Εξετάσαμε την πιο πάνω θέση και τις σχετικές αρχές της νομολογίας, στις οποίες δεν θεωρούμε ότι είναι αναγκαίο να ενδιατρίψουμε, στο πλαίσιο του εγερθέντος ζητήματος. Τούτο επειδή, ως κρίνουμε, ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο το οποίο θα ήταν ικανό να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η παρούσα έφεση κατέστη άνευ αντικειμένου, καθ’ ότι δεν προκύπτει ενώπιον μας, είτε με μαρτυρία είτε με παραδεκτό γεγονός, ότι με τον διορισμό του συνδιαχειριστή της περιουσίας έγιναν οι προαναφερόμενες μεταβιβάσεις, ως είναι ο ισχυρισμός ή σε ποιο στάδιο βρίσκεται η διαχείριση.
Συνακόλουθα, η θέση ότι η έφεση κατέστη άνευ αντικειμένου δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται.
Αναφορικά με την ουσία της έφεσης, προωθείται η θέση ότι διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το προσωρινό διάταγμα αφορούσε στο αντικείμενο της αγωγής, σημειώνουμε κατ’ αρχάς, ότι η εξέταση των προϋποθέσεων των Άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, ως είναι νομολογημένο (δέστε υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694), διενεργείται όχι ανεξάρτητα από την πλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) «Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.». Κρίνουμε, κατά δεύτερο λόγο, ότι το περιεχόμενο του προσωρινού διατάγματος, αν και σχετιζόταν, δεν αφορούσε στο αντικείμενο της αγωγής. Το αντικείμενο της αγωγής δεν ήταν αυτό καθ’ αυτό όλη η περιουσία, ως αφορούσε το «πάγωμα» της διαχείρισης, δια του επίδικου διατάγματος. Συνεπώς, προκύπτει ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο διερεύνησε την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, του Ν. 14/1960, χωρίς να αναφερθεί ειδικά στις πρόνοιες των Άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6. Τούτο διότι, ως προαναφέρθηκε, αν και το περιεχόμενο του διατάγματος σχετιζόταν με το αντικείμενο της αγωγής, κατέληγε έμμεσα στην παύση ή ακύρωση των εξουσιών του διορισμένου διαχειριστή μέχρι το τέλος της αγωγής, η οποία αφορούσε αποζημιώσεις για ζημιά στους εφεσείοντες, λόγω κακής και/ή μη ορθής διαχείρισης, η οποία, όμως, ζημιά ήταν καθορισμένη χρηματικά, και για την οποία ο εφεσίβλητος δήλωσε ενόρκως ότι, αν ήθελε αποδειχθεί, ήταν ικανός οικονομικά να την αποκαταστήσει – αποζημιώσει. Ως προς τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι υπήρχε συναισθηματική αξία στα ακίνητα, πέραν του ότι για το ένα ακίνητο συναίνεσαν να πωληθεί, δεν θεωρούμε ότι αποδείχθηκε πως υπήρχε ιδιαίτερος χαρακτήρας στο έτερο ακίνητο ή ακίνητα και ότι ένα τέτοιο στοιχείο θα απέκλειε ή θα δυσκόλευε την απονομή της δικαιοσύνης με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης (δέστε Κατσελλή κ.α. v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε66/2022, ημερομηνίας 17.11.2023). Τέλος, σ’ ότι αφορά στις υποθέσεις που επικαλείται η πλευρά των εφεσειόντων (Σταυράκης και Κυρίσαββα, ανωτέρω), συμφωνούμε με τη θέση του συνηγόρου του εφεσίβλητου ότι αυτές κρίθηκαν στη βάση διαφορετικών δεδομένων, κυρίως της παρανομίας που υπήρχε. Ειδικότερα, όμως, στην υπόθεση Σταυράκης κρίθηκε ότι η χρηματική αποζημίωση θα ήταν αρκετή, επομένως ορθά δεν εκδόθηκε διάταγμα, ως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση.
Είναι περαιτέρω σημαντικό, θεωρούμε, να επισημάνουμε ότι, ανεξάρτητα αν το αντικείμενο της δέσμευσης δια του προσωρινού διατάγματος ήταν το αντικείμενο της αγωγής, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η οικονομική δυνατότητα του εφεσίβλητου δεν αμφισβητήθηκε από τους εφεσείοντες, στηρίχθηκε στα νομολογηθέντα στην υπόθεση Μαυρονικόλα κ.α. v. Φοινιώτη κ.α. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1659 παραθέτοντας σχετικό απόσπασμα, ως εμφαίνεται ανωτέρω. Διαπιστώνουμε ότι όσον αφορά σε αυτό το ζήτημα η μαρτυρία που τέθηκε στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα αρ. 10, και η οποία υποστήριξε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, ήταν πως θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο επειδή «… υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος η όποια απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου να παραμείνει ανικανοποίητη σε περίπτωση αποξένωσης των ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό της Διαχείρισης του αποβιώσαντα ή σε άλλο λογαριασμό του Εναγόμενου.». Πρόκειται για ανησυχία η οποία δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία, η οποία να δικαιολογεί συμπέρασμα περί πραγματικού κινδύνου αποξένωσης οποιουδήποτε ποσού από την περιουσία του αποβιώσαντα. Παράλληλα, δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι ο εφεσίβλητος είναι αφερέγγυος και δεν θα ήταν σε θέση, αν ήθελε αποδειχθεί ζημιά στους εφεσείοντες, να την αποζημιώσει. Κατά τη μελέτη της μαρτυρίας, επίσης, διαπιστώνουμε ότι όντως η μαρτυρία του εφεσίβλητου ήταν πως αυτός έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει τους εφεσείοντες σε περίπτωση που αυτοί πετύχουν στην αγωγή τους. Ο εφεσίβλητος δεν αντεξετάστηκε, επρόκειτο, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία (δέστε και υπόθεση Μαυρονικόλα v. Φοινιώτη κ.α. ανωτέρω), για σημαντικό παράγοντα στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συνεπώς, φρονούμε ότι η πρωτόδικη κρίση ήταν, υπό τις περιστάσεις που βρίσκονταν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εύλογη και επιτρεπτή, κατ’ εφαρμογή της σχετικής νομολογίας.
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται πως προσμέτρησε στην κρίση του και το γεγονός ότι, αν και επρόκειτο για ένα αυστηρό διάταγμα, το οποίο θα «πάγωνε» τη διαδικασία της διαχείρισης, για τέσσερα χρόνια από τον χρόνο που άρχισαν τα παράπονα των εφεσειόντων, αυτοί δεν είχαν αποταθεί, πριν την αίτηση με την οποία εξασφάλισαν το προσωρινό διάταγμα, με αίτηση προς αντικατάσταση του εκτελεστή, ο οποίος ως νόμιμα διορισμένος είχε τον μανδύα της εγκυρότητας, και ήταν ταυτόχρονα υπόλογος, για τη διενέργεια πράξεων διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα. Για ό,τι αυτό αξίζει, σημειώνουμε ότι εν τέλει, ως ήταν ενώπιον μας αποδεκτό, κατά την ακρόαση, διορίστηκε το 2020 συνδιαχειριστής, όχι όμως αντικατάσταση του εφεσίβλητου.
Κλείνοντας, το ζήτημα που αφορά στον πρώτο λόγο έφεσης, παρατηρούμε ότι το περιεχόμενο του διατάγματος είχε σκοπό την καθολική αναστολή των όποιων πράξεων διαχείρισης. Ζητήθηκε, το «πάγωμα» της διαχείρισης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, χωρίς να είχε αποφασισθεί η αίτηση για αντικατάσταση του εφεσίβλητου, η οποία καταχωρίστηκε προς τούτο, μετά την αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα, και δεν είχε ακόμη ακουσθεί αλλά εκκρεμούσε.
Συνακόλουθα με τα προλεγόμενα, κρίνουμε ότι ο πρώτος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος.
Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης, ομοίως, κρίνεται αβάσιμος. Διαπιστώνουμε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως, εφ’ όσον δεν στοιχειοθετήθηκε η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, του Ν. 14/1960, δεν υπήρχε ανάγκη να εξεταστεί κατά πόσον το Δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος ή ενάντια στην έκδοση – οριστικοποίηση του διατάγματος, είναι βασισμένη στη νομολογία (δέστε υποθέσεις (1) Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. v. Adeona Holdings Ltd (2015) 1 Α.Α.Δ. 386, (2) Σταυράκης κ.α. v. Δήμος Λευκωσίας (2015) 1 Α.Α.Δ. 731 και (3) Αναφορικά με την Αίτηση χχχχχ Παναγιώτου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 123/2018, ημερομηνίας 11.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:D439).
Εν’ όψει του ότι ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση αποτυγχάνει και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα έφεσης για το ποσό των €5.100,00, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο