ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 105/2023)
28 Απριλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Προσωπικά, για τον Εφεσείοντα.
Θ. Παπανικολάου με Ε. Κουμπαρή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορία παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας, κατά παράβαση, ως αναφερόταν στην έκθεση του αδικήματος, των Κανονισμών 58(2)(δ), 71 και 72 των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ 66/1984, ως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 189/2008, του Νόμου 47(I)/1997 και της ΚΔΠ 444/2010. Το τι αποδίδετο στον εφεσείοντα, ως προκύπτει να ήταν κοινώς αντιληπτό, είναι ότι, σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο συγκεκριμένου οχήματος, παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την αρμόδια Αρχή, ήτοι στάθμευσε σε χώρο στάθμευσης τροφοδοσίας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στην προσαπτόμενη κατηγορία, έχοντας αποδεχθεί ότι στάθμευσε το εν λόγω όχημα σε χώρο στάθμευσης για οχήματα τροφοδοσίας, δηλαδή δεν συμμορφώθηκε σε σήμα τροχαίας το οποίο τοποθετήθηκε από την αρμόδια Αρχή.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται, ως προς το μέρος της που αφορά την καταδίκη του εφεσείοντα, με συνολικά εννέα λόγους έφεσης.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία πρωτοδίκως, κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δύο μάρτυρες, ενώ από πλευράς Υπεράσπισης ο εφεσείων κατέθεσε ενόρκως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφασή του, συνόψισε την προσκομισθείσα μαρτυρία και ανέλυσε τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Αξιολόγησε τη μαρτυρία καθενός από τους μάρτυρες και κατέληξε, στη βάση αυτής της αξιολόγησης, στο ως άνω συμπέρασμά του επί των γεγονότων το οποίο το οδήγησε στην κατάληξη περί ενοχής του εφεσείοντα στην προσαπτόμενη κατηγορία.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.
Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα, με την ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 7.3.2023, κάλεσε τον εφεσείοντα σε απολογία. Προβάλλεται, επί τούτου, ότι το κατηγορητήριο βασιζόταν σε λανθασμένη ή ανύπαρκτη νομική βάση και το Δικαστήριο κάλεσε τον εφεσείοντα σε απολογία με βάση κανονισμό λανθασμένο ή που δεν βρισκόταν στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ο εφεσείων οδηγούσε ή και στάθμευσε ο ίδιος το όχημά του στον επίδικο χώρο.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα όσα προβάλλονται από τον εφεσείοντα. Είναι καλώς γνωστές οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την κρίση περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, χωρίς να παρίσταται ανάγκη επανάληψής τους στην παρούσα, αφού δεν προκύπτει διαφωνία επί τούτου. Στη βάση των αρχών αυτών, δεν προκύπτει σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο διαχειρίστηκε τις εισηγήσεις του εφεσείοντα, οι οποίες αφορούσαν την επάρκεια της νομικής βάσης του κατηγορητηρίου. Ήταν, υπό τις περιστάσεις, αρκετή η υπόδειξη ότι ο προβαλλόμενος στην έκθεση του αδικήματος Κανονισμός 58(2)(δ) επέβαλλε καθήκον συμμόρφωσης προς όλα τα σήματα τροχαίας τόσο στον οδηγό του οχήματος όσο και στο πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο ή την ευθύνη αυτού. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που είχε προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή, αποτελούσε επαρκές υπόβαθρο για το πρωτόδικο Δικαστήριο ώστε να διαπιστώσει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του εφεσείοντα και, συνεπώς, ορθά έπραξε καλώντας τον να προβάλει την υπεράσπισή του.
Ως αβάσιμος απορρίπτεται ο πρώτος λόγος έφεσης.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα ή και με ανεπαρκή αιτιολογία κατέληξε ότι ο εφεσείων οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Προβάλλεται, συναφώς, ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ο εφεσείων οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα, ενώ, κακώς κρίθηκε συγκεκριμένη μαρτυρία ως παραδοχή του εφεσείοντα.
Δεν συμφωνούμε με τα παράπονα του εφεσείοντα. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία ότι επρόκειτο για ένα ιδιωτικό όχημα, τύπου convertible, το οποίο ανήκε στον εφεσείοντα. Ο εφεσείων προέβαλε ως γραμμή υπεράσπισης ότι επρόκειτο για κακόβουλη καταγγελία και, κατά συνέπεια καταχρηστική διαδικασία, λόγω προηγούμενων διαφορών του με τον Μ.Κ.1 στον οποίο απέδιδε κακόβουλη αντιμετώπιση. Στο πλαίσιο, όμως, αυτό, ο ίδιος ο εφεσείων, διά υποβολών ή μαρτυρίας του, ανέδειξε τη θέση ότι ο Μ.Κ.1 έψαχνε το όχημά του για να τον καταγγείλει, θέτοντας και το ερώτημα ποιον άλλο κατήγγειλε εκείνην τη μέρα. Ειδικά, τέθηκε ως μόνος λόγος καταγγελίας του οχήματος, η γνώση του Μ.Κ.1 ότι ήταν το όχημα του εφεσείοντα.
Καμία υποβολή δεν υπήρξε αναφορικά με το κατηγορητήριο ή την κατηγορία με αυτόδηλη την αντίληψη ότι η κατηγορία αφορούσε παράνομη στάθμευση, μάλιστα με τη θέση ότι, εν όψει του ότι άλλοι δεν καταγγέλλονταν, ο εφεσείων, όταν εντόπισε το εξώδικο στο όχημά του, το θεώρησε πρόκληση, γι' αυτό και δεν το πλήρωσε. Είναι ο εφεσείων που προέβαλε τη θέση, προφανώς για να δείξει κακοπιστία του Μ.Κ.1, ότι, μετά από έρευνά του, έμαθε ότι ο Μ.Κ. 1 «καθόταν με έναν ταξιτζή σε έναν τόπο που σέρβιρε καφέ περί τα 200 μέτρα μακριά, προηγουμένως δηλαδή ενώ είχα περάσει από εκεί από το κάτω μέρος της οδού, αντιλήφθηκε το όχημα μου και σε χρόνο ρεκόρ άφησε τον ταξιτζή ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε σταθμεύσει απέναντι που ήταν γωνία και διπλή κίτρινη γραμμή και όχι μόνο δεν κατάγγειλε τον ταξιτζή, έτρεξε να δει που παρκάρει το αυτοκίνητο μου για να το λαπορτάρει. Ασφαλώς το θεώρησα εμπαιγμό της νοημοσύνης μου και δεν το πλήρωσα αυτό το εξώδικο...».
Περαιτέρω, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του εφεσείοντα, αναφορές του συνδυάστηκαν με θέση περί μη αυτοενοχοποίησής του, οπόταν δεν απαντούσε σε σχετικά ερωτήματα. Ως, όμως, αναφέρθηκε στην PRICOPI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 147/2019, ημερομηνίας 20.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:B157, στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε, τέτοιο προνόμιο «...δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση κατηγορουμένων οι οποίοι έχουν την υποχρέωση να απαντήσουν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονται κατά πόσο έχουν διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται (βλ. Σύγγραμμα «Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ, Γ. Π. Κακογιάννη, παρ. 25‑20, σελ. 664).»
Επομένως, υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα στοιχεία εκείνα μαρτυρίας τα οποία του επέτρεπαν να καταλήξει στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Αν και το σκεπτικό του θα μπορούσε να ήταν πιο αναλυτικό και εξειδικευμένο, δεν εντοπίζουμε να έχει με οποιοδήποτε τρόπο οδηγηθεί σε λανθασμένο αποτέλεσμα. Η ετυμηγορία του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνεται ορθή και εντός των πλαισίων της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ως το Δικαστήριο την αξιολόγησε και αποδέχτηκε.
Ως αβάσιμο απορρίπτουμε και τον δεύτερο λόγο έφεσης.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε στην ενοχή του εφεσείοντα ή και ότι αυτός παρέβηκε οποιοδήποτε σήμα ή πινακίδα τροχαίας. Επίκληση γίνεται του ότι η πινακίδα ή το ακριβές περιεχόμενό της δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η μαρτυρία αφορούσε προμηθευτικά οχήματα. Παράλληλα, δεν υπήρχε μαρτυρία ότι στον συγκεκριμένο χώρο επιτρεπόταν η στάθμευση μόνο για προμηθευτικά οχήματα, ενώ πουθενά στον νόμο ή τους κανονισμούς δεν ερμηνεύεται αυτός ο όρος.
Και πάλι, τα όσα προβάλλονται φαίνεται να συγκρούονται με θέσεις και μαρτυρία του εφεσείοντα, ο οποίος δεν παρουσιάστηκε να μην γνώριζε το τι απαγορευόταν ή τι κατηγορείτο. Άλλωστε, ξεκάθαρη ήταν σχετική τοποθέτησή του ως προς την απαγόρευση και ξεκάθαρη η θέση του ότι καταγγέλθηκε μόνο επειδή επρόκειτο για δικό του όχημα. Ούτε προέβαλε οποιαδήποτε θέση ότι το όχημά του χρησιμοποιείτο ως προμηθευτικό όχημα. Φυσικά, υπήρχε σαφής μαρτυρία ως προς το τι καθόριζε η εν λόγω πινακίδα, της οποίας η μόνη λογική ερμηνεία ήταν η δοθείσα πρωτοδίκως.
Αυτά, σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω σχετικά με τον δεύτερο λόγο έφεσης, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγο έφεσης και, ως τέτοιος, απορρίπτεται.
Συναφείς είναι οι λόγοι έφεσης 4, 5 και 6. Ο τέταρτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι στην κατηγορία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο το όχημα τροφοδοσίας. Ο πέμπτος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση ότι το όχημά του δεν ήταν όχημα τροφοδοσίας ή προμηθευτικό. Ο έκτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι το όχημα τροφοδοσίας και το προμηθευτικό όχημα είναι το ίδιο πράγμα.
Είναι προφανές ότι ο εφεσείων, στην προσπάθειά του να αμφισβητήσει τη νομική βάση της κατηγορίας, οδηγήθηκε σε εσφαλμένη επιχειρηματολογία. Εξ ου και επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε, ήταν σε όλους ξεκάθαρο ποια ήταν η επικαλούμενη απαγόρευση. Η διαφορά της γραμματικής ερμηνείας της «τροφοδοσίας» από την «προμήθεια» γενικά, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ουσιαστική σημασία. Η ουσία της απαγόρευσης ήταν ότι απαγορευόταν η στάθμευση σε οχήματα άλλα από προμηθευτικά οχήματα και για αυτά, πέραν του αναφερόμενου χρόνου. Το γεγονός ότι ο εφεσείων θα μπορούσε να κατηγορηθεί είτε με βάση τον Κανονισμό 58(9)(γ), είτε με βάση τον Κανονισμό 58(2)(δ), δεν καθιστά ουσιώδη την αναφορά σε οχήματα τροφοδοσίας ή σε προμηθευτικό όχημα, ιδιαιτέρως στην προκειμένη περίπτωση που το προσαφθέν αδίκημα αφορά γενικά παράβαση σήματος. Επομένως, είναι ορθή η διαπίστωση αναφορικά με τον σκοπό της στάθμευσης και όχι αποκλειστικά με τον τύπο του οχήματος. Επί τούτου δε, επαναλαμβάνουμε ότι δεν αποτέλεσε θέση της Υπεράσπισης ότι το όχημα του εφεσείοντα, του οποίου η χρήση ήταν ιδιωτική, χρησιμοποιείτο ως προμηθευτικό όχημα.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Αβάσιμοι κρίνονται και οι λόγοι έφεσης 4, 5 και 6 και, ως τέτοιοι, απορρίπτονται.
Ο έβδομος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και ότι με ανεπαρκή αιτιολογία αποδέχτηκε τη μαρτυρία του Μ.Κ.1.
Είναι γνωστές οι αρχές αναφορικά με το πότε το Εφετείο παρεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων (βλ. MESFIN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 211/2025, ημερομηνίας 12.2.2026). Αναφορικά με τον Μ.Κ.1, το πρωτόδικο Δικαστήριο με λεπτομέρεια αναφέρθηκε στις διαφορές του με τον εφεσείοντα, εντοπίζοντας μάλιστα αμηχανία και ένταση στον μάρτυρα. Έκρινε, όμως, προφανώς στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας, ότι δεν είχε διαφανεί η δίωξη να έγινε για εξυπηρέτηση άλλου σκοπού πέραν της προσαγωγής του εφεσείοντα ενώπιον της δικαιοσύνης ή ότι η δίωξή του έγινε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, ώστε να είναι κακόβουλη. Θα μπορούσε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, να ήταν πιο αναλυτικό στις αναφορές του στη μαρτυρία που το οδήγησε στα συμπεράσματά του, όμως, τα στοιχεία της μαρτυρίας είχαν καταγραφεί στην απόφαση, ώστε να είναι αντιληπτή η συλλογιστική του Δικαστηρίου. Έχουμε την άποψη ότι η ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία δικαιολογούσε την από μέρους του αξιολόγηση. Δεν εντοπίζουμε βάσιμο λόγο παρέμβασής μας στη σχετική πρωτόδικη κρίση.
Αβάσιμος κρίνεται και ο έβδομος λόγος έφεσης.
Ανάλογη είναι η κρίση μας αναφορικά με τον όγδοο λόγο έφεσης, ο οποίος αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.2. Ως ο ίδιος ο εφεσείων προβάλλει, η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε. Δεν εντοπίζουμε το πρωτόδικο Δικαστήριο να απέδωσε οποιαδήποτε βαρύτητα, ως ο λόγος έφεσης προβάλλει, πέραν των αποδεκτών αναφορών της μάρτυρος σε γεγονότα, όπως τη διαδικασία σε σχέση με την τοποθέτηση πινακίδων από τον Δήμο Λάρνακας και το τι αφορούσε η υπό κρίση πινακίδα, την οποία είδε.
Δεν βρίσκουμε έρεισμα ούτε στον όγδοο λόγο έφεσης, τον οποίο και απορρίπτουμε.
Τέλος, με τον ένατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι η επίδικη πινακίδα τοποθετήθηκε από τον Δήμο Λάρνακας ή και ότι δημιουργούσε οποιαδήποτε νομική υποχρέωση συμμόρφωσης.
Επί του προκειμένου, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τη μη αμφισβήτηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.2 και έκρινε ότι εφαρμόζεται η αρχή της Κανονικότητας. Παρέπεμψε προς τούτο στην ΓΙΩΡΓΑΛΛΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 789.
Αποτελεί γεγονός, στην προκειμένη περίπτωση, η ύπαρξη της πινακίδας στον χώρο αλλά και η μη αμφισβήτηση των όσων η Μ.Κ.2 εξήγησε ως προς την κανονικότητα των διαδικασιών που ακολουθούνται για τοποθέτηση τέτοιων απαγορευτικών πινακίδων. Δεν υφίστατο οτιδήποτε που να επιχειρούσε να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. Τεκμήριο, η εφαρμογή του οποίου ήταν δυνατή (βλέπετε επίσης, ΠΙΣΣΟΥΡΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 43/2020, ημερομηνίας 6.4.2021), ECLI:CY:AD:2021:B125.
Ούτε επί του προκειμένου εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Απορρίπτουμε και τον ένατο λόγο έφεσης, ως αβάσιμο.
Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο