ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 114/2025)
9 Απριλίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
Εφεσείων
v.
OLEKSANDR SERGIYOVICH LAZANIUK
Εφεσιβλήτου
___________________________
Σ. Ερωτοκρίτου, για Γενικόν Εισαγγελέα, για τον Εφεσείοντα
Θ. Αδάμου για Μ. Χριστοφή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 27.6.25, απέρριψε αίτηση των Ουκρανικών Αρχών για έκδοση του Εφεσίβλητου, προκειμένου να δικαστεί στην Ουκρανία για: (α) το αδίκημα της υπεξαίρεσης ξένης περιουσίας σε ιδιαίτερα ευρεία κλίμακα από μέλη οργανωμένης ομάδας με κατάχρηση θέσης ισχύος και με προσυνεννόηση κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2015 - 2016, κατά παράβαση των Άρθρων 27(3) και 191(5) του Ουκρανικού Ποινικού Κώδικα και (β) το αδίκημα της οργάνωσης και του συντονισμού της διάπραξης του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας ή θέσης ισχύος κατά των νόμιμων συμφερόντων του κράτους από δημόσιο λειτουργό, αξιωματούχο ή εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο, για προσωπικό όφελος ή όφελος τρίτων, που προκάλεσε ουσιαστική ζημιά και σοβαρές επιπτώσεις στα νόμιμα συμφέροντα, ελευθερίες ή δικαιώματα τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων κατά την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2015, κατά παράβαση των Άρθρων 27(3), 28(2) και 364(2) του Ουκρανικού Ποινικού Κώδικα.
Κατά την ακρόαση, έδωσαν μαρτυρία για τον Εφεσείοντα ο Αστ. 709 Νικόλας Χαραλάμπους (Μ.Α.1), ο Αντρέας Κυριακίδης, Προϊστάμενος της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (Μ.Α.2) και η Γιούλικα Χατζηπροδρόμου, Ανώτερη Νομική Λειτουργός στη Μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (εφεξής «Υπουργείο Δικαιοσύνης»). Για τον Εφεσίβλητο, έδωσαν μαρτυρία εκτός από τον ίδιο, ο Κώστας Παρασκευάς, δικηγόρος, Πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου (Μ.Υ.1) και ο Vyacheslov Vinchkovsky, Ουκρανός δικηγόρος (Μ.Υ.2).
Τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης, ως καταγράφονται στην εκκαλούμενη απόφαση, είναι τα ακόλουθα:
· Ο Εφεσίβλητος εγκατέλειψε νόμιμα, μέσω του αερολιμένα της Οδησσού, την Ουκρανία, στις 15.11.17.
· Το 2018 ήρθε στην Κύπρο, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα νόμιμα, με το καθεστώς του επισκέπτη. Η σύζυγος και τα δύο ανήλικα τέκνα του εγκατέλειψαν την Ουκρανία περί τα μέσα του 2022 και έκτοτε διαμένουν μαζί του, υπό το καθεστώς προσωρινής προστασίας. Τα παιδιά του έχουν εγγραφεί και φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο.
· Το Δικαστήριο Solomyansky του Κιέβου, στις 9.10.18, αποφάσισε την προσωρινή κράτηση του Εφεσίβλητου για 48 ώρες από την ημερομηνία παράδοσης του στις Ουκρανικές Αρχές (Τεκμήριο 14).
· Στις 12.6.23 εκδόθηκε εναντίον του Εφεσίβλητου ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκτελέστηκε στις 3.7.23. Ο Εφεσίβλητος παρουσιάστηκε αυθημερόν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνία κατά την οποία αφέθηκε ελεύθερος, με όρους.
· Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουκρανίας, με απόφαση ημερ. 30.11.23, επικύρωσε την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Εφεσείοντος, οι Ουκρανικές Αρχές, με αίτημα τους ημερ. 19.2.19 προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης της Κύπρου, αιτήθηκαν την έκδοση του Εφεσίβλητου (Τεκμήριο 4), αίτημα για το οποίο, όπως καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, δεν φαίνεται να ενήργησαν οι Κυπριακές Αρχές. Ακολούθησε νέο αίτημα με επιστολή ημερ. 30.7.21 και επιπλέον δόθηκαν εγγυήσεις για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του, περιλαμβανομένου του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη και τη διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών κράτησης του, σε περίπτωση έκδοσης του (Τεκμήριο 8). Το γραπτό αίτημα προς έκδοση του Εφεσίβλητου στην Ουκρανία υποβλήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Ουκρανίας και διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο το παρέλαβε στις 9.8.21, μαζί με τα υποστηρικτικά αυτής έγγραφα.
Η Υπουργός Δικαιοσύνης, στις 3.7.23 εξουσιοδότησε την έναρξη της διαδικασίας για την έκδοση του Εφεσίβλητου. Στην εξουσιοδότηση της Υπουργού αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Όσον αφορά το πρώτο αδίκημα, σύμφωνα πάντοτε με τα έγγραφα έκδοσης ο LAZANIUK φέρεται ως ύποπτος για την οργάνωση και τον συντονισμό της υπεξαίρεσης περιουσίας που άνηκε στην κρατική εταιρεία State Enterprise Ukrainian Sea Ports Authority (USPA) (εφ’ εξής καλούμενη «USPA») συνολικής αξίας 247 834 638,25 Ουκρανικών γρίβνα (ΕΥΡ 9.000.000,00 περίπου) ήτοι ποσό σε ιδιαίτερα ευρεία κλίμακα, που διαπράχθηκε από οργανωμένη ομάδα κατονομαζόμενων στα έγγραφα έκδοσης υψηλόβαθμων στελεχών των εταιρειών «USPA», «Tekmorhidrostroi Mykolaiv» LLC και «Kleona Trade» LLP, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου της «USPA», Andrii E. Amelin, που ενεργούσαν με κατάχρηση της θέσης τους και με τα οποία ο LAZANIUK συνωμότησε προς επίτευξη των παράνομων σκοπών τους. Σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, ο ρόλος της οργάνωσης, του συντονισμού αλλά και της ανεύρεσης συνεργών είχε ανατεθεί στον LAZANIUK από τον Πρόεδρο της «USPA», Andrii E. Amelin περί τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο 2015, με τον οποίο φέρεται να συνωμότησε κατά την ίδια περίοδο.
Πιο συγκεκριμένα, στη βάση των εγγράφων έκδοσης, κατά την ως άνω περίοδο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2015, ο LAZANIUK συνωμότησε με τον Πρόεδρο της κρατικής εταιρείας «USPA», Andrii E. Amelin, με στόχο την αποξένωση περιουσίας που ανήκε στην «USPA» και με σκοπό το προσωπικό κέρδος και όφελος. Για σκοπούς διάπραξης του αδικήματος, ο Α.Μ. AMELIN έδωσε οδηγίες στον LAZANIUK να προβεί σε ανεύρεση συνεργών, δηλαδή ατόμων που θα στελέχωναν την Επιτροπή Διαγωνισμού Προσφορών της «USPA» και που, για σκοπούς εφαρμογής του σχεδίου, θα εργοδοτούσε στην «USPA», και να διοργανώσει το σχέδιο υπεξαίρεσης της ως άνω εταιρείας. Ως εκ τούτου, την περίοδο Φεβρουαρίου – Ιουλίου 2015 ο LAZANIUK που δεν ήταν εργοδοτούμενος ή στέλεχος της «USPA» αλλά τελούσε σε σχέση εμπιστοσύνης με τον Α.Μ. AMELIN και σε πλήρη γνώση των δραστηριοτήτων της «USPA», εντόπισε και υποκίνησε την εργοδότηση και, ακολούθως, την ανάμειξη και συμμετοχή στη διάπραξη του αδικήματος, της Ο.Α. Stepanova, ως Προϊσταμένη του Τμήματος Προμηθειών και Πρόεδρος της Επιτροπής Προσφορών και του A.O. Rakovych, ως Προϊστάμενος του Τμήματος Προμηθειών και Γραμματέας της Επιτροπής Προσφορών του Τμήματος Προμηθειών και του Y.V. Nakonechnyi, ως Πρώτος Αναπληρωτής Διευθυντής της «USPA». Σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης η εργοδότηση και η τοποθέτηση στις θέσεις αυτές είχε γίνει απευθείας από την «USPA».
Επιπρόσθετα, ως αναφέρεται στα έγγραφα έκδοσης, στον LAZANIUK είχε ανατεθεί ο ρόλος του εντοπισμού των κυριότερων χρεωστικών συνδιαλλαγών της «USPA», της ανεύρεσης προμηθευτών και της διαπραγμάτευσης μαζί τους για την παροχή αθέμιτου χρηματικού πλεονεκτήματος στον ίδιο και στους συνεργούς του, με αντάλλαγμα την επικύρωση των προσφορών υπέρ των προμηθευτών. Ως εκ τούτου, κατά την ίδια περίοδο Φεβρουαρίου – Ιουλίου 2015 ο LAZANIUK απέκτησε παράνομη πρόσβαση σε όλες τις εμπιστευτικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες της «USPA», συμπεριλαμβανομένων και πληροφοριών αναφορικά με τις προμήθειες. Με τον τρόπο αυτό, ο LAZANIUK εντόπισε τις μεγαλύτερες χρεωστικές συνδιαλλαγές αναφορικά με την εκβάθυνση θαλάσσιων λιμανιών της Ουκρανίας. Στη συνέχεια, κατά την περίοδο Μαρτίου – Ιουλίου 2015, ενεργώντας κατά παράβαση των σχετικών Ουκρανικών νόμων για την απαγόρευση, μεταξύ άλλων της συμπαιγνίας και του αθέμιτου ανταγωνισμού, ο LAZANIUK υπό τις οδηγίες του Α.Μ. AMELIN, προχώρησε σε διαπραγματεύσεις με τον δικαιούχο της εταιρείας «Tekmorhidrostroi Mykolaiv» LLC, Ο. V. Kucher. Κατά τις διαπραγματεύσεις ο LAZANIUK φέρεται να πληροφόρησε το εν λόγω πρόσωπο ότι ήταν σε θέση να επηρεάσει υπέρ της «Tekmorhidrostroi Mykolaiv» LLC την απόφαση της Επιτροπής Ανάθεσης Προσφορών της «USPA» και του Προέδρου της για την επιλογή του επιτυχόντα προσφοροδότη, τη σύναψη και την εκτέλεση Συμβάσεων ανάθεση έργων εκβάθυνσης καναλιών στην Ουκρανία και την πληρωμή τους, πείθοντας με τον τρόπο αυτό τον Ο. V. Kucher να του καταβάλει, ως εκπρόσωπος της «USPA» και προς όφελος των αξιωματούχων της, το 15% του ποσού που θα λάμβανε ως πληρωμή από αυτήν ως αντάλλαγμα για κατακύρωση της προσφοράς υπέρ της «Tekmorhidrostroi Mykolaiv» LLC.
Ακολούθως, ο LAZANIUK και ο Α.Μ. AMELIN έδωσαν οδηγίες στην Ο.Α. Stepanova και στον A.O. Rakovych, να κατακυρώσουν υπέρ της εταιρείας «Tekmorhidrostroi Mykolaiv» LLC δύο προσφορές για εκβάθυνση καναλιών προσέγγισης των υδάτινων περιοχών της πόλης Berdyansk και των λιμανιών θαλάσσης στην Μαριούπολη και να αποκρύψουν από τα μέλη της Επιτροπής Προσφορών πληροφορίες που αφορούσαν συμπαιγνία της «Tekmorhidrostroi Mykolaiv» LLC με άλλους προσφοροδότες και την ανεπάρκεια των εγγράφων προσφοράς της «Tekmorhidrostroi Mykolaiv» LLC.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών στις 3/8/2015 και 11/3/2016 η «USPA» σύναψε με την «Tekmorhidrostroi Mykolaiv» LLC τις σχετικές Συμβάσεις με αρ. 66-Β-ΑΜΠΥ-15 και ημερομηνίας 3/8/2015, αξίας 290.000.000 Ουκρανικών γρίβνα και αρ.14-Β-ΑΜΠΥ-16 και ημερομηνίας 11/3/2016 αξίας 712.000.000 Ουκρανικά γρίβνα, αντίστοιχα, δηλαδή κατά 40% περισσότερο από την πραγματική αξία του συμβολαίου. Η κατακύρωση της προσφοράς κατά 40% πιο πάνω από την κανονική τιμή προκάλεσε ζημιά στην κρατική εταιρεία «USPA» ύψους 247.834.638,24 Ουκρανικά Γρίβνα (ΕΥΡ 9.000.000,00 περίπου).
……
Όσον αφορά το δεύτερο αδίκημα, σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, κατά την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 2015 ο LAZANIUK, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασκούσε εξουσία και επιρροή στους αξιωματούχους της «USPA» και των Παραρτημάτων της και μπορούσε να επηρεάσει τις αποφάσεις τους για εξασφάλιση κέρδους βάσει αμοιβαίως επωφελών όρων με άλλες νομικές οντότητες, συνωμότησε με τον επικεφαλή του Παραρτήματος της «USPA» στην Οδησσό, Mykhailo Sokolov και τον Αρχιμηχανικό της «USPA» στο ίδιο Παράρτημα, Oleksii Lahutkin και ανέπτυξαν σχέδιο παράνομων ενεργειών, οι λεπτομέρειες του οποίου δίνονται στα έγγραφα έκδοσης, με στόχο την υπεξαίρεση χρημάτων της «USPA» που προέκυπταν από τις προμήθειες. Ο LAZANIUK, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του διοργανωτή, συντόνιζε και έλεγχε τις ενέργειες των συμμετεχόντων στο αδίκημα, ήτοι των Mykhailo Sokolov και Oleksii Kakiuzhnyi για την «USPA» και των Eduard Sameliuk, Διευθυντή της εταιρείας LLC «Company New Technologies Ukraine» και του Oleksii Lahutkin, Διευθυντή της εταιρείας LLC «LIGOS U.A.». Ως μέρος του παράνομου σχεδίου, στις 25.06.2015 ο Mykhailo Sokolov εκ μέρους της «USPA» και ο Oleksii Lahutkin εκ μέρους της LLC «LIGOS U.A.» υπέγραψαν στις 25.06.2015 το συμβόλαιο με αρ. 653-Β-ΟДΦ-15 ημερ. 25.06.2015 για την ανοικοδόμηση του αγκυροβολίου αρ. 1-3 στην αποβάθρα Androsivskyi, συνολικής αξίας 252.800.000,00 Ουκρανικών γρίβνα.
Για σκοπούς εφαρμογής του ως άνω συμβολαίου στις 2.10.2015 ο Eduard Sameliuk, για την εταιρεία LLC «Company New Technologies Ukraine» και ο Oleksii Lahutkin για την LLC «LIGOS U.A.», καταχρώμενοι τη θέση τους, υπέγραψαν συμφωνίες χρονοναύλωσης του σκάφους «Dunai» για τον σκοπό που αναφέρεται με λεπτομέρεια στα έγγραφα έκδοσης, σε υπερεκτιμημένες τιμές μίσθωσης ανά ώρα για κάθε υπηρεσία, συνολικού ύψους 31.488.068,40 Ουκρανικών γρίβνα. Στη συνέχεια, οι Oleksii Kakiuzhnyi για την «USPA» και Oleksii Lahutkin για την LLC «LIGOS U.A.» υπέγραψαν τα Πιστοποιητικά Αποδοχής Οικοδομικών Εργασιών Νο.1 ημερ. 10.11.2015, Νο.2/5 ημερ.21.12.2015 και Νο.7/1 ημερ. 30.12.2016, τα οποία περιλάμβαναν αναφορά στην αύξηση στο κόστος μίσθωσης και του εργατικού δυναμικού σε σχέση με τα συμφωνηθέντα δυνάμει του συμβολαίου με αρ. 653-Β-ΟДΦ-15 ημερ. 25.06.105 και ακολούθως ο Mykhailo Sokolov υπέγραψε εκ μέρους της «USPA» σχετικά τιμολόγια προς όφελος της LLC «LIGOS U.A.».
Σύμφωνα με τα έγγραφα έκδοσης, η ως άνω παράνομη υπερεκτίμηση του κόστους των εργασιών συνολικού ύψους 31.488.068,40 Ουκρανικών γρίβνα εκ των οποίων ποσό ύψους 21.360.062,64 Ουκρανικών γρίβνα καταβλήθηκε πραγματικά, προκάλεσε στην κρατική εταιρεία «USPA» ζημιά ισόποσης αξίας.»
Ο Εφεσίβλητος έδωσε τη δική του, αντίθετη εκδοχή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, κατά το έτος 2015, η εταιρεία Sirocco Invest Consulting Company, της οποίας κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν διευθυντής, έλαβε αίτημα για συμβουλευτικές υπηρεσίες αναφορικά με την εκβάθυνση λιμανιών τα οποία βρίσκονται στη Μαύρη Θάλασσα. Περί τον Ιούλιο του 2015, προκηρύχθηκαν προσφορές τις οποίες κέρδισε άλλη εταιρεία, με την οποία ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, παρόντων υψηλά ιστάμενων πολιτικών προσώπων. Από τη στιγμή, όμως, που η προαναφερόμενη εταιρεία υπέγραψε τη συμφωνία για εκβάθυνση του λιμανιού της Μαριούπολης, ξεκίνησαν οι απειλές προς το πρόσωπό του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αναγκαστεί να προσλάβει ιδιωτική ασφάλεια. Στόχος των απειλών ήταν να τον ωθήσουν εκτός των επιχειρηματικών σχεδίων εκβάθυνσης του εν λόγω λιμανιού.
Από τις αρχές του 2016, οι Ουκρανικές αρχές ξεκίνησαν έρευνες στους υπαλλήλους και στα γραφεία της εταιρείας που κέρδισε τον διαγωνισμό, αλλά και στον ίδιο προσωπικά. Μέχρι και τον Νοέμβριο του 2017 παρέμεινε στην Ουκρανία, όπου και διέμενε στη μόνιμη κατοικία του μαζί με την οικογένειά του, ενώ κατά την εν λόγω περίοδο ουδέποτε κλήθηκε από τις διωκτικές αρχές για ανάκριση, παρά το ότι οι έρευνες στην οικία του και στα γραφεία της εταιρείας του συνεχίζονταν. Ο ίδιος απευθύνθηκε στις Ουκρανικές Αρχές για να καταθέσει σε σχέση με τις απειλές που δεχόταν, πλην όμως οι καταθέσεις του όχι μόνο δεν καταγράφηκαν, αλλά με κάποιο τρόπο τα όσα σχετικά κατήγγειλε έγιναν γνωστά στα πρόσωπα τα οποία τον απειλούσαν. Αποτέλεσμα τούτου ήταν, στις 15.11.17, να λάβει την απόφαση να εγκαταλείψει την Ουκρανία, από την οποία αποχώρησε χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα, αφού δεν εκκρεμούσαν δικαστικές διαδικασίες εναντίον του, και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο, όπου και διαμένει αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα. Λίγους μήνες μετά την αναχώρησή του από την Ουκρανία, οι διωκτικές Αρχές για ακόμα μια φορά διενήργησαν έρευνα στο διαμέρισμα στο οποίο διέμενε η οικογένειά του και χρησιμοποιώντας ψυχολογική βία, ακόμα και στα ανήλικα τέκνα του, επιχείρησαν να επιδώσουν στη σύζυγό του, έγγραφα τα οποία απευθύνονταν στον ίδιο.
Κατά την περίοδο Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2018 οι Ουκρανικές αρχές πραγματοποίησαν τέσσερις έρευνες στο διαμέρισμα της οικογένειάς του στην Ουκρανία, ενώ η πίεση συνεχιζόταν με προπαγάνδα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Την 1.3.18, το Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς της Ουκρανίας, με σκοπό την έκδοση εντάλματος σύλληψής του, απευθύνθηκε με σχετικό αίτημα στο αρμόδιο Δικαστήριο της Ουκρανίας, με το Δικαστήριο όμως να απορρίπτει το εν λόγω αίτημα, ένεκα του ότι αυτός ουδέποτε είχε αποκτήσει το καθεστώς υπόπτου και δεν είχε τηρηθεί η ορθή διαδικασία επίδοσης στον ίδιο των αναγκαίων δικαστικών εγγράφων. Η εν λόγω απόφαση ουδέποτε εφεσιβλήθηκε. Στις 22.6.18, το Εθνικό Γραφείο αποτάθηκε για δεύτερη φορά στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε εκ νέου για τους λόγους που απορρίφθηκε και το αρχικό αίτημα, με την εν λόγω δεύτερη απόφαση, επίσης να μην έχει εφεσιβληθεί. Κατά τον Σεπτέμβριο του 2018, το Εθνικό Γραφείο αποτάθηκε για τρίτη φορά στο Δικαστήριο, το οποίο, παρά το ότι τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τις δύο πρώτες αιτήσεις δεν είχαν μεταβληθεί, ενέκρινε το αίτημα και εξέδωσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Η εν λόγω απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε, κατά τους εν λόγω χρόνους, δεδομένου ότι ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και ο δικηγόρος του είχαν ενημερωθεί σχετικά. Μόλις, όμως, έλαβε γνώση για την εν λόγω τρίτη απόφαση, την εφεσίβαλε μέσω δικηγόρου, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, αφού η έφεση του απορρίφθηκε.
Ήταν, περαιτέρω, η θέση του Εφεσίβλητου, στη βάση πληροφοριών που έλαβε, ότι στα κέντρα κράτησης, όπου και ο ίδιος αναμένεται να οδηγηθεί, συχνά οι κρατούμενοι υπόκεινται σε βασανιστήρια, ενώ δεν υπάρχει επαρκής προστασία από αεροπορικούς ή άλλου είδους βομβαρδισμούς. Διευκρίνισε δε, αντεξεταζόμενος, ότι το 2016 ανακρίθηκε από τις Ουκρανικές Αρχές, για άλλη υπόθεση, εντελώς ασύνδετη με τα γεγονότα της παρούσας και ότι για την παρούσα υπόθεση ουδέποτε έλαβε το καθεστώς υπόπτου. Διευκρίνισε, επίσης, ότι ο ίδιος ουδέποτε ήταν μέλος οποιασδήποτε οργάνωσης ή πολιτικού κόμματος, παρά το ότι διατηρούσε καλές σχέσεις με πρόσωπα που ήταν μέλη πολιτικών κομμάτων και ένεκα αυτής της σχέσης του θεωρούσε ότι η δίωξη του είχε πολιτικά κίνητρα.
Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι με βάση την ιδιότητα του ως εκλελεγμένο μέλος για την Κυπριακή Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόληψη των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης από τον Δεκέμβριο του 2011 μέχρι τον Μάρτιο του 2020, είχε προσωπική γνώση για την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε στην Ουκρανία, σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ανέφερε, επίσης, ότι επικρατούν στις Ουκρανικές φυλακές και ιδιαίτερα στη φυλακή για υπόδικους του Κιέβου συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ότι το σύστημα δικαιοσύνης, ιδιαίτερα σε σχέση με την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος, εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα σοβαρής ανησυχίας. Υποστήριξε ότι σε περίπτωση που ο Εφεσίβλητος εκδίδετο στην Ουκρανία, υπήρχε πολύ μεγάλη πιθανότητα να μην τύγχανε δίκαιης δίκης από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο και ότι οι συνθήκες κράτησης του θα είναι εξευτελιστικές, κατά παράβαση των Άρθρων 6 και 3 της ΕΣΔΑ.
Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι με βάση τη διαδικασία που ορίζεται από την Ουκρανική Ποινική Δικονομία, ο Εφεσίβλητος δεν μπορούσε να αποκτήσει την ιδιότητα ύποπτου προσώπου στην Ουκρανία για τα αδικήματα για τα οποία επιζητείται η έκδοσή του. Σύμφωνα με τον εν λόγω δικηγόρο, ο Εφεσίβλητος εγκατέλειψε νόμιμα τα εδάφη της Ουκρανίας στις 15.11.2017 και αφού έζησε για κάποιο διάστημα στην Αίγυπτο εγκαταστάθηκε το 2018 στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μέχρι το καλοκαίρι του 2023 αυτός δεν έλαβε οιεσδήποτε κλήσεις ή ειδοποιήσεις υποψίας (notices of suspicion), ή κατηγορίες, ενώ τον Ιούνιο του 2023 ενημερώθηκε από τις αστυνομικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι είχε ληφθεί αίτημα έκδοσής του στην Ουκρανία για τον λόγο ότι θεωρείτο ύποπτος σε υπόθεση ποινικής διαδικασίας, ημερ. 14.3.2018 και ενημερώθηκε και για την ύπαρξη της απόφασης ημερ. 9.10.2018 (Τεκμήριο 14). Επέμεινε ότι ο Εφεσίβλητος ουδέποτε χρησιμοποίησε παρελκυστικές τακτικές για να μην λάβει ειδοποιήσεις υποψίας, αφού αυτός νόμιμα εγκατέλειψε την Ουκρανία, χωρίς μέχρι τότε να είχε αποκτήσει το καθεστώς υπόπτου. Παρά ταύτα, σύμφωνα με τη θέση του, οι Ουκρανικές Αρχές, έχοντας πλήρη γνώση ότι ο Εφεσίβλητος εγκατέλειψε την Ουκρανία και ότι διέμενε στην Κύπρο, συνέχισαν να του αποστέλλουν έγγραφα ταχυδρομικώς στη διεύθυνση του στην Ουκρανία και να προσπαθούν να επιδώσουν τις ειδοποιήσεις υποψίας στην Ουκρανία στη σύζυγο του. Σε μια τέτοια προσπάθεια των Ουκρανικών Αρχών ήταν παρών και ο ίδιος (ο Μ.Υ.2).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδέχτηκε τη μαρτυρία του Μ.Α.1, ο οποίος ήταν ο αστυνομικός που προέβη στη σύλληψη του Εφεσίβλητου. Αποδέχτηκε, επίσης, τη μαρτυρία των Μ.Α.2 και Μ.Α.3, οι οποίοι κατέθεσαν τεκμήρια σχετιζόμενα με τη διαδικασία έκδοσης, εκτός από το μέρος της μαρτυρίας τους που αφορούσε ερμηνεία των σχετικών νομοθεσιών.
Ως προς τον Εφεσίβλητο, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε μέρος της μαρτυρίας του, όπως τον ισχυρισμό του ότι κατά τον χρόνο που εγκατέλειψε την Ουκρανία, δεν είχε αποκτήσει το καθεστώς υπόπτου, παρά το ότι προτού αναχωρήσει, είχαν ήδη προηγηθεί έρευνες στην οικία όπου διέμενε με την οικογένεια του. Αποδεκτοί, επίσης, έγιναν και οι ισχυρισμοί του ότι πριν την έκδοση εντάλματος σύλληψης του ημερ. 9.10.18, απορρίφθηκαν δύο αιτήματα των Ουκρανικών Αρχών για έκδοση εντάλματος σύλληψης. Απέρριψε, όμως, τους ισχυρισμούς του ότι εγκατέλειψε την Ουκρανία λόγω του ότι δεχόταν απειλές για τη ζωή του, παρατηρώντας πως ήταν άξιο απορίας αν οι απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχετο τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του ήταν τόσο έντονες, γιατί δεν πήρε μαζί και την οικογένεια του. Απέρριψε, επίσης, ως μη τεκμηριωμένη, τη θέση του ότι τα κίνητρα δίωξης του ήταν πολιτικά.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, για λόγους που λεπτομερώς επεξήγησε στην απόφαση του, απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ότι σε περίπτωση έκδοσης του Εφεσίβλητου στην Ουκρανία, θα στερείτο του δικαιώματος δίκαιης δίκης και ότι οι συνθήκες κράτησης του θα ήταν εξευτελιστικές. Περαιτέρω, αποδέχτηκε μερικώς τη μαρτυρία του Ουκρανού δικηγόρου (Μ.Υ.2), και συγκεκριμένα αποδέχτηκε τη μαρτυρία του αναφορικά με το ότι οι ειδοποιήσεις υποψίας (notices of suspicion) επιδόθηκαν σε άλλα πρόσωπα στην Ουκρανία, ενόσω ο Εφεσίβλητος βρισκόταν εκείνο το διάστημα εκτός Ουκρανίας, θέση η οποία, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε, όπως καταγράφει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Απέρριψε όμως τις θέσεις του ότι ο Εφεσίβλητος δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε αδικοπραξία, εφόσον, ως εξήγησε το Δικαστήριο, αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης και ήταν θέμα των Ουκρανικών Δικαστηρίων.
Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδέχτηκε τη θέση του Εφεσίβλητου ότι επιβαρυντική καθυστέρηση στην προώθηση και εκδίκαση υπόθεσης φυγόδικου δικαιολογεί την απόρριψη του αιτήματος για έκδοση του και κατέληξε πως οι Ουκρανικές Αρχές καθυστέρησαν πέραν από κάθε χρόνο που θα ήταν εύλογος, υπό τις περιστάσεις, να προχωρήσουν στην έκδοση εντάλματος σύλληψης του Εφεσίβλητου και στην υποβολή αιτήματος για έκδοση του. Ως αποτέλεσμα, απέρριψε το αίτημα για έκδοση του.
Ο Εφεσείων, με τρεις λόγους έφεσης, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: απέρριψε το αίτημα έκδοσης, επικαλούμενο τη μη ύπαρξη εντάλματος σύλληψης σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα για το οποίο ζητήθηκε η έκδοση του Εφεσίβλητου, ήτοι αυτό της οργάνωσης και του συντονισμού της διάπραξης του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας ή θέσης ισχύος, κατά των νόμιμων συμφερόντων του κράτους από δημόσιο λειτουργό, αξιωματούχο ή εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο για προσωπικό όφελος ή όφελος τρίτων που προκάλεσε ουσιαστική ζημιά και επιπτώσεις στα νόμιμα συμφέροντα, ελευθερίες ή δικαιώματα τρίτων φυσικών προσώπων, κατά παράβαση των Άρθρων 27(3), 28(2) και 364(2) του Ουκρανικού Ποινικού Κώδικα (πρώτος λόγος), αποφάνθηκε ότι «υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση και ολιγωρία τόσο στην έναρξη της παρούσας διαδικασίας όσο και στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση» και εσφαλμένα αποδέχθηκε τη θέση του Εφεσίβλητου ότι «η μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος για έκδοση, η οποία ποσώς μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται στον Καθ’ ου η Αίτηση, επηρεάζει το δικαίωμα υπεράσπισης και καθιστά τη δίκη μέτρο καταπιεστικό και άδικο και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί», αφού δεν τέθηκαν οι ισχυρισμοί του Εφεσίβλητου στους μάρτυρες της αιτούσας χώρας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη σωστή τους διάσταση και με ακρίβεια, ότι δηλαδή θα επηρεασθεί η υπεράσπιση του ενώπιον των Ουκρανικών Δικαστηρίων σε περίπτωση έκδοσης του, ούτως ώστε ο Εφεσείων να είχε την ευκαιρία να απαντήσει σε αυτούς (δεύτερος λόγος), αποφάνθηκε ότι για λόγους άγνωστους, οι Κυπριακές Αρχές δεν ενήργησαν σε σχέση με το αίτημα για προσωρινή σύλληψη του Εφεσίβλητου, αφού η πλευρά του Εφεσίβλητου παρέλειψε να θέσει στη σωστή τους διάσταση τη θέση της στους μάρτυρες της Αιτούσας χώρας και τους ισχυρισμούς του για την καθυστέρηση στην αποστολή του αιτήματος του Γενικού Εισαγγελέα της Ουκρανίας για την προσωρινή σύλληψη του Εφεσίβλητου από τις Κυπριακές Αρχές και επομένως οι Κυπριακές Αρχές δεν όφειλαν να αναφέρουν τους λόγους (τρίτος λόγος).
Ο Εφεσίβλητος καταχώρισε αντέφεση, με την οποία προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: δεν προέβη σε σωστή εκτίμηση των ενώπιον του στοιχείων και ή αξιολόγησε εσφαλμένα την ενώπιον του μαρτυρία προβαίνοντας σε εσφαλμένο εύρημα και ή κατάληξη πως οι συνθήκες κράτησης στην Ουκρανία δεν παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα (πρώτος λόγος) έκρινε πως ο Εφεσίβλητος θα κρατηθεί σε κέντρο κράτησης μακριά από τις εχθροπραξίες, ήτοι πως δεν κινδυνεύει η ζωή του (δεύτερος λόγος), δεν προέβη σε σωστή εκτίμηση των ενώπιον του στοιχείων και ή αξιολόγησε εσφαλμένα την ενώπιον του μαρτυρία προβαίνοντας σε εσφαλμένο εύρημα πως ο Εφεσίβλητος θα τύχει δίκαιης δίκης και αυτό του το δικαίωμα θα γίνει πλήρως σεβαστό (τρίτος λόγος).
Το αίτημα υποβλήθηκε δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (1957) και τα πρόσθετα σε αυτήν Πρωτόκολλα, η οποία κυρώθηκε στην Κύπρο με τον περί Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο 95/70 (εφεξής «η Σύμβαση»). Η Ουκρανία έχει επίσης κυρώσει τη Σύμβαση και τα Πρόσθετα Πρωτόκολλα. Εφαρμογή έχει επίσης ο περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμος 97/70. Ο εν λόγω Ν.97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων, ενώ η κυρωθείσα από τον Ν.95/70 Σύμβαση, καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν στη Σύμβαση.
Η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου ανάγεται στην πολιτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως διαπιστώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 361.
Όπως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Alekseyevich, Πολ. Έφ. Αρ. 83/20, ημερ. 17.2.21, ECLI:CY:AD:2021:A47:
«Ως γνωστό, η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκων αποσκοπεί «στον παραμερισμό των συνόρων ως φραγμού στη δίωξη του σοβαρού εγκλήματος που αποτελεί κοινή επιδίωξη των Εθνών» (Hachem (1991) 1 ΑΑΔ, 723). Κατ΄ επέκταση, οι διεθνείς συμβάσεις που αφορούν στην έκδοση φυγοδίκων, ερμηνεύονται κατά φιλελεύθερο τρόπο για να επιτευχθεί ο στόχος που επιδιώκουν, που δεν είναι άλλος από την καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνές επίπεδο (Atapina ν. Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών (2003) 1(Γ) ΑΑΔ, 1509)».
Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν στην B.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 3/23, ημερ. 22.12.23, ECLI:CY:AD:2023:D33, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Επιπρόσθετα, στο πλαίσιο που εξετάζεται το υπό κρίση ζήτημα θα πρέπει ένας να έχει κατά νου «την διακηρυγμένη φιλελεύθερη ερμηνεία διεθνών συμβάσεων αυτής της μορφής» (βλ. Mechanov Valeri (Αρ. 2) (2001) 1 Α.Α.Δ. 1228), εφόσον οι Συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου και, τούτο, προς ευόδωση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν, που δεν είναι άλλος από την καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα με την παρεμπόδιση εγκληματιών να καταφεύγουν σε άλλη χώρα για να αποφύγουν τη δίκη και την τιμωρία τους. Είναι ακριβώς αυτό που και το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε, αναφερόμενο σε «πνεύμα φιλελεύθερο και διερευνητικό» καθόσον αφορά την ερμηνεία στο πλαίσιο των Συμβάσεων Εκδόσεως Φυγοδίκων (In Re Hachem (1991) 1 Α.Α.Δ. 733, Petrov (1996) 1 Α.Α.Δ. 856 και Atapina (2003) 1 A.A.Δ. 1509)».
Όπως διατυπώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Petrov, Πολ. Έφ. 32/24, ημερ. 25.4.24:
«Υπενθυμίζουμε ότι όπως έχει αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το έργο του Δικαστηρίου στη διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου βάσει του Νόμου 97/70 είναι ανακριτικό. Έχει ως λόγο τη διαπίστωση ύπαρξης των προϋποθέσεων για την κίνηση του διεθνούς μηχανισμού του κατ' ισχυρισμό αδικοπραγήσαντα σε άλλη χώρα για να δικαστεί ή να εκτίσει την ποινή του εκεί. Η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου έχει ερευνητικό χαρακτήρα. (Βλ. Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 2261). Η έφεση κατά απόφασης έκδοσης φυγοδίκου έχει τον ίδιο σκοπό με την πρωτόδικη διαδικασία, ήτοι τη διάγνωση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Αναφορικά με την αίτηση του Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217). Η όλη διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου που διέπεται από τον Νόμο 97/1970 είναι ειδική διαδικασία, (suis generis), προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου (βλ. Λουκά ν Κυπριακή Δημοκρατία, Υπόθεση Αρ. 5956/2013, 16/10/2013).»
Πρώτος Λόγος Έφεσης - Ένταλμα Σύλληψης
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε το αίτημα έκδοσης, επικαλούμενο τη μη ύπαρξη Ουκρανικού εντάλματος σύλληψης, σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα για το οποίο ζητήθηκε η έκδοση του. Σύμφωνα με το επιχείρημα του Εφεσείοντος, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά παράβαση της νομολογίας, δεν έλαβε υπόψη ότι η ενώπιον του μαρτυρία εξετάζεται αναφορικά με τα εγκλήματα όπως περιγράφονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Για καλύτερη κατανόηση του εγερθέντος ζητήματος στον πρώτο λόγο έφεσης, παραθέτουμε το Άρθρο 12.2 της Σύμβασης, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«2. Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή:
(α) το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους.
(β) έκθεσις των πράξεων δι’ ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόµον χαρακτηρισµός και αι παραποµπαί εις τας νοµοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρµογήν και αίτινες δέον να εµφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον.
(γ) αντίγραφον των κατ’ εφαρµογήν διατάξεων ή, εφ’ όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρµογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισµός του καταζητουµένου ατόµου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναµένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου».
To πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στις διατάξεις του Άρθρου 12.2(α), κατέληξε στο εύρημα ότι το Τεκμήριο 14, το οποίο αφορά την απόφαση του Δικαστηρίου του Solomyansky του Κιέβου, ημερομηνίας 9.10.18 για την προσωρινή κράτηση του Εφεσίβλητου για 48 ώρες από την ημερομηνία παράδοσης του στις Ουκρανικές Αρχές, συνιστούσε επίσημο αντίγραφο του εν λόγω εντάλματος σύλληψης και επομένως πληρούντο οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στη συνέχεια όμως, απέρριψε το αίτημα για έκδοση σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα που περιγράφεται στην Εξουσιοδότηση, για τον λόγο ότι δεν παρουσιάστηκε από την Αιτούσα χώρα οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να συνιστά ένταλμα σύλληψης σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα. Παραθέτουμε το σκεπτικό του Δικαστηρίου:
«Από το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου Solomyansky του Κιέβου ημερομηνίας 09/10/2018 αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι η σύλληψη και η προσωρινή κράτηση του Καθ’ ου η Αίτηση διατάχθηκε μόνο σε ότι (sic) αφορά τη διερεύνηση του πρώτου αδικήματος που περιγράφεται στην Εξουσιοδότηση της Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Έγγραφο Β, ήτοι του αδικήματος της υπεξαίρεσης ξένης περιουσίας σε ιδιαίτερα ευρεία κλίμακα από μέλη οργανωμένης ομάδας με κατάχρηση θέσης ισχύος και με προσυνεννόηση, κατά παράβαση των άρθρων 27(3) και 191(5) του Ουκρανικού Ποινικού Κώδικα. Κανένα όμως έγγραφο παρουσιάστηκε από την Αιτούσα χώρα που να συνιστά ένταλμα σύλληψης σε σχέση με το αδίκημα της οργάνωσης και του συντονισμού της διάπραξης του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας ή θέσης ισχύος κατά των νόμιμων συμφερόντων του κράτους από δημόσιο λειτουργό, αξιωματούχο ή εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο, για προσωπικό όφελος ή όφελος τρίτων που προκάλεσε ουσιαστική ζημιά και επιπτώσεις στα νόμιμα συμφέροντα, ελευθερίες ή δικαιώματα τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 27(3), 28(2) και 364(2), ήτοι του δεύτερου αδικήματος για το οποίο βάσει της Εξουσιοδότησης ζητείται η έκδοση του Καθ’ ου η Αίτηση.
Το μόνο δε σχετικό έγγραφο που παρουσιάστηκε είναι το Τεκμήριο 15, ήτοι το έγγραφο τιτλοφορούμενο «Notice of new suspicion», στο οποίο γίνεται αναφορά και στο εν λόγω αδίκημα και στις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό διεπράχθη, το οποίο όμως έγγραφο παρουσιάστηκε για σκοπούς ικανοποίησης του άρθρου 12(2)(β) της Σύμβασης. Ουδείς δε προώθησε τη θέση ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί ένταλμα σύλληψης και καμία σχετική μαρτυρία προς τούτο προσκομίστηκε.
Επομένως, αν και αυτή η πτυχή δεν απασχόλησε διόλου κανένα από τα μέρη της διαδικασίας, εν τη απουσία πρωτοκόλλου ή επίσημου αντιγράφου εντάλματος σύλληψης σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα που περιγράφεται στην Εξουσιοδότηση, Έγγραφο Β, σφραγίζεται η τύχη του αιτήματος έκδοσης του Καθ’ ου η Αίτηση, όσον αφορά το σκέλος που σχετίζεται με το εν λόγω αδίκημα».
Το Άρθρο 7 της Σύμβασης καθιερώνει τον κανόνα της διπλής εγκληματικότητας (double criminality rule). Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, η έκδοση διατάσσεται για πράξεις οι οποίες ορίζονται ως ποινικά αδικήματα, τόσο από τους νόμους της αιτούσας χώρας, όσο και από τους νόμους της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση.
Στην Hachem (1991) 1 Α.Α.Δ. 723, αποφασίστηκε, σε αίτηση habeas corpus σε πρώτο βαθμό, ότι η μαρτυρία για έκδοση φυγοδίκου εξετάζεται με αναφορά στα αδικήματα που προσδιορίζονται από την εξουσιοδότηση, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης. Παραθέτουμε απόσπασμα:
«Η μαρτυρία για την έκδοση φυγοδίκου εξετάζεται με αναφορά στα εγκλήματα τα οποία προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση, τα οποία, αντίθετα με την εισήγηση του δικηγόρου του αιτητή, δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα τα οποία αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης (βλ. μεταξύ άλλων, In re Arton [1896] 1 Q.B.D. 108 βλ. επίσης R. v. Governor of Pentonville Prison, [1980] 1 All E.R. 701, Government of Denmark v. Nielsen, [1984] 2 All E.R. 81 και US Government v. Bowe, [1989] 3 All E.R. 315 στις οποίες έκαμε αναφορά η δικηγόρος της Δημοκρατίας). Όπως επισημαίνεται στην απόφαση Jennings v. United States, [1982] 3 All E.R. 104 (HL) καθοριστικό για την έκδοση φυγοδίκου είναι το δίκαιο της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοσή του, σε συσχετισμό με τα εγκλήματα που στοιχειοθετεί η μαρτυρία. Στον ίδιο το νόμο, άλλωστε, διευκρινίζεται με τις διατάξεις του Άρθρ. 9(5), ότι η έρευνα επικεντρώνεται στην αποτίμηση της μαρτυρίας με στόχο τη διαπίστωση αν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα που περιέχει η εξουσιοδότηση».
Η πιο πάνω απόφαση επικυρώθηκε από την Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών (1992) 1 Α.Α.Δ. 191.
Οι πιο πάνω αρχές επανατονίστηκαν στην Makushin (Αρ. 2) (2012) 1 Α.Α.Δ. 567, όπου λέχθηκαν τα εξής:
Το κριτήριο για την έκδοση φυγοδίκου είναι κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, όπως περιγράφεται στην Εκθεση Γεγονότων καθώς και στα όποια άλλα δικαιολογητικά έγγραφα κλπ, αναλόγως συνιστά παρόμοιο ποινικό αδίκημα με βάση τους νόμους της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση. Ο απλός χαρακτηρισμός των αδικημάτων στα έγγραφα της αιτούσας χώρας δεν έχει καθοριστική σημασία. Αυτό που απαιτείται είναι η πραγματική περιγραφή των πράξεων, των γεγονότων και γενικά της επιλήψιμης συμπεριφοράς ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αναγνωρίσεως τους ως ουσιωδώς παρόμοιων και στις δύο χώρες. Βλ. Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών ν. Golov (2001) 1 Α.Α.Δ. 1109, Mechanov (Αρ. 2) (2001) 1 Α.Α.Δ. 1228 και Δημοκρατία ν. Kolesnikov (2008) 1 Α.Α.Δ. 594».
Έχουμε μελετήσει τις θέσεις που προβλήθηκαν, σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Πράγματι, στην απόφαση του Δικαστηρίου του Solomyansky, ημερ. 9.10.18 (Τεκμήριο 14), δεν αναφέρεται ρητά ότι ο Εφεσίβλητος θα διώκετο και για το δεύτερο αδίκημα με βάση τα Άρθρα 27(3), 28(2) και 364(2) του Ουκρανικού Ποινικού Κώδικα, αλλά ούτε και υπάρχει περιγραφή των γεγονότων του δεύτερου αδικήματος. Εύλογη, επομένως, ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου να απορρίψει το αίτημα των Ουκρανικών Αρχών, αναφορικά με το δεύτερο αδίκημα, κρίνοντας πως δεν ήταν αρκετό αυτό να συμπεριλαμβάνεται στην Ειδοποίηση Υποψίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Δεύτερος Λόγος Έφεσης – Καθυστέρηση
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο Εφεσείων καταλογίζει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα έκρινε ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση και ολιγωρία, τόσο στην έναρξη της διαδικασίας όσο και στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης.
Ο Εφεσείων ισχυρίστηκε ότι η πλευρά του Εφεσίβλητου δεν υπέβαλε στους μάρτυρες της πλευράς του, στη σωστή του διάσταση, το ζήτημα της καθυστέρησης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ούτως ώστε οι τελευταίοι να τοποθετηθούν. Επομένως, σύμφωνα πάντα με τη θέση του, το Δικαστήριο, στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας από πλευράς Εφεσίβλητου, απέρριψε εσφαλμένα το αίτημα έκδοσης των Ουκρανικών Αρχών.
Αντιθέτως, ο Εφεσίβλητος υποστήριξε ότι στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, η μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος για έκδοση, η οποία δεν οφείλεται στον Εφεσίβλητο, επηρεάζει το δικαίωμα υπεράσπισης και καθιστά τη δίκη μέτρο καταπιεστικό και άδικο.
Οι αρχές ως προς τη σημασία της παρόδου χρόνου σε σχέση με την έκδοση ή μη φυγόδικου συνοψίστηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαρατσίδη (2016) 1 Α.Α.Δ. 825, ως ακολούθως:
«Η νομολογία, όπως ιδιαιτέρως την έχουν αναπτύξει και οι δύο συνήγοροι κατά τη διάρκεια της συζήτησης της έφεσης, θεωρεί τον χρόνο που έχει διαρρεύσει μεταξύ της διάπραξης ενός αδικήματος και της έκδοσης του ατόμου που εμπλέκεται στο αδίκημα ή έχει καταδικαστεί γι' αυτό, ως ιδιάζουσας σημασίας μόνο στις περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή καταδικασθείς δεν ευθύνεται καθόλου για την καθυστέρηση, ενώ από την άλλη το αιτόν (sic) κράτος είναι το ίδιο υπεύθυνο για υπαίτια καθυστέρηση στην αναζήτηση της έκδοσης του ατόμου. Μόνο όπου το κράτος είναι υπαίτιο για τέτοια καθυστέρηση, αλλά και στην περίπτωση όπου το αιτόν (sic) κράτος είχε κοινοποιήσει την πρόθεση του στο κατηγορηθέν ή καταδικασθέν άτομο ότι δεν θα προωθούσε την υπόθεση εναντίον του, ο παράγων της διέλευσης του χρόνου αποκτά σημασία. Όπου η καθυστέρηση που έχει σημειωθεί οφείλεται στον ίδιο τον φυγόδικο, τότε αυτός δεν μπορεί να επωφεληθεί από την εκ προθέσεως φυγοδικία του, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως άδικη ή καταπιεστική η εκ των υστέρων έκδοση του. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Gomes v. Government of Trinidad and Tobago [2009] 3 All E.R. 549, και Krzyzowski [2007] EWHC 2754).
Η πάροδος του χρόνου δεν αποτελεί παράγοντα παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης, (Γενικός Εισαγγελέας v. Mrwkwa (2014) 1 Α.Α.Δ. 495, ECLI:CY:AD:2014:A160), στην ίδια την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για Έκδοση Φυγοδίκων, που καταρτίστηκε στο Παρίσι στις 13.12.1957, όπως κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με το Νόμο αρ. 95/70, προνοείται όμως στο Άρθρο 10(3)(β) στον ημεδαπό Νόμο αρ. 97/1970, η περίπτωση όπου η πάροδος μακρού χρόνου θα αποτελούσε, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, «άδικο ή καταπιεστικό μέτρο». Εξυπακούεται από το λεκτικό της νομοθεσίας ότι εάν ευθύνεται ο ίδιος ο φυγόδικος για τη σημειωθείσα καθυστέρηση, το σχετικό άρθρο δεν έχει εφαρμογή. Η θέση αυτή σημειώθηκε νωρίς στη νομολογία όταν η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Kakis v. Government of the Republic of Cyprus - ανωτέρω - με αναφορά στο αντίστοιχο Άρθρο 8(3) του Fugitive Offenders Act, 1967, αποφάσισε ότι η έννοια του «άδικου» σχετίζεται πρωτίστως με τον κίνδυνο δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορουμένου κατά τη διεξαγωγή της δίκης του, το δε «καταπιεστικό» σχετίζεται με την αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις κατά την περίοδο του χρόνου που έχει διαρρεύσει. Αν η καθυστέρηση οφείλεται στον ίδιο τον φυγόδικο με το να εγκαταλείψει τη χώρα ή να αποκρύπτει τις κινήσεις του ώστε να αποφεύγει τη σύλληψη, τότε η έκδοση δεν μπορεί να θεωρείται ως άδικη και καταπιεστική. Ο λόγος αυτός της Kakis, ασχέτως του αποτελέσματος της ίδιας της υπόθεσης, υιοθετήθηκε στη Νικολαΐδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1964, την Wehbe (1985) 1 C.L.R. 56 και στις In Re Tarling [1979] 1 All E.R. 981 και Ali Secretary of State [1984] 1 All E.R. 1009».
Στην Badar (2005) 1 A.A.Δ. 1382, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος στο πλαίσιο αίτησης Habeas Corpus, διέταξε την απόλυση αλλοδαπού ο οποίος κρατείτο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, κατ’ εφαρμογή του Άρθρου 10(3)(β) του Ν.97/70, να ασκήσει κρίση με βάση το ενώπιον του υλικό, σε σχέση με το κατά πόσο, με αναφορά στον διαρρεύσαντα χρόνο, η έκδοση θα αποτελούσε άδικο ή καταπιεστικό μέτρο, χωρίς κατ’ ανάγκη να προσκομίσει ο εκζητούμενος σχετική μαρτυρία επί τούτου. Σημειώνουμε ότι η εξουσία δυνάμει του Άρθρου 10(3) ανήκει στο Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια διαδικασία Habeas Corpus.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, άντλησε καθοδήγηση ως προς το θέμα της καθυστέρησης από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sergeyevich, Πολ. Έφ. Αρ. 55/20, ημερ. 26.7.2021, όπου τονίστηκαν τα εξής:
«Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος είναι ένας ιδιαιτέρως εξέχων παράγοντας που η νομολογία μας διαχρονικά αναγνωρίζει κρίνοντας την καθυστέρηση ως ανασχετικό της έκδοσης φυγόδικου (βλ. Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας (1999)1Γ ΑΑΔ 1964).
[…]
Στην υπόθεση SERGEENVA ανωτέρω, στην οποία κρίθηκε ορθό να ενεργοποιηθεί το άρθρο 10(3)(β) είχαν παρέλθει 7 χρόνια και ως ενισχυτικό της θέσης της εφεσείουσας κρίθηκε πως η πάροδος του μεγάλου χρονικού διαστήματος «ενδέχεται να έχει επιφέρει τέτοιες διαφοροποιήσεις στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες που θα ήταν άδικο και καταπιεστικό να εκδοθεί, με επακολουθεί (sic) την πλήρη ανατροπή των δεδομένων της ζωής της και των εύλογων προσδοκιών της». Ως τέτοια δεδομένα κρίθηκαν η διαμονή της στην Κύπρο από χρόνια και η απόκτηση ενός παιδιού. Το αδίκημα δε που αντιμετώπιζε ήταν η υποκίνηση χρηματισμού δημοσίου υπαλλήλου.
Εν προκειμένω βεβαίως, δεν έχουμε τα ίδια ακριβώς δεδομένα. Όμως ο εφεσείων ζει από το 2011 στην Κύπρο με την οικογένεια του και δεν υπήρξε αντίθετη θέση περί ομαλής ένταξης του στις κοινωνικές δομές της χώρας διαμονής του. […] Περαιτέρω, σημασία έχει, η έλλειψη πρόθεσης του στην εγκατάλειψη της Ρωσίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Miroslaw Mrukwa, (2014)1Α, 495) σε συνάρτηση με την έλλειψη γνώσης για την ποινική δίωξη στη χώρα του. […]. Οι συνθήκες είναι τέτοιες ώστε να συνιστούν ανατροπή των εύλογων προσδοκιών της ζωής του εφεσείοντα, δομημένες στο μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει. […].
Όλα τα πιο πάνω εντασσόμενα στο όλο πλαίσιο των περιστάσεων της υπόθεσης, παρά το ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει μπορεί να είναι σοβαρότερα της υπόθεσης Sergeenva, παραμένουν όμως αδικήματα οικονομικής υφής και δεν έχουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων εναντίον της ανθρώπινης ζωής, ώστε συνολικά κρίνοντας την υπόθεση, πρωτογενώς και κατ΄αντίθεση της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, να θεωρούμε πως στοιχειοθετείται το εδάφιο 3(β) ανωτέρω, αφού ο χρόνος που έχει παρέλθει - 9 και πλέον έτη - σε συνδυασμό με τις ως άνω περιστάσεις καθιστούν άδικο και καταπιεστικό μέτρο την έκδοση του, κατ΄εφαρμογή του πιο πάνω εδαφίου».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, στην εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε το αίτημα για έκδοση του Εφεσίβλητου, λόγω καθυστέρησης στην προώθηση του αιτήματος, με το εξής σκεπτικό:
«Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, ως έχει προκύψει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, η οποία ουσιαστικά παρέμεινε στο μεγαλύτερο μέρος της μη αμφισβητούμενη, ο Καθ’ ου η Αίτηση εγκατέλειψε νόμιμα, μέσω του αερολιμένα της Οδησσού, τα εδάφη της Ουκρανίας με προορισμό την Τουρκία στις 15/11/2017. Ακολούθως, το 2018, χωρίς να μπορεί να καθοριστεί επακριβώς το πότε, εγκαταστάθηκε στην Κύπρο όπου διαμένει μέχρι και σήμερα μαζί με την οικογένειά του η οποία επίσης εγκατέλειψε την Ουκρανία περί τα μέσα του έτους 2022, με τα ανήλικα του τέκνα να έχουν εγγραφεί σε ιδιωτικό σχολείο στη Λεμεσό στο οποίο φοιτούν (βλ. Τεκμήρια 23 και 24). Αποτέλεσε δε εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον χρόνο που ο Καθ’ ου η Αίτηση εγκατέλειψε τα εδάφη της Ουκρανίας, παρά το ότι συμμετείχε στις έρευνες που διενεργούντο από τις Ουκρανικές αρχές σε σχέση με τα επίμαχα αδικήματα, δεν είχε αποκτήσει το καθεστώς του υπόπτου και δεν διαφάνηκε να εκκρεμούσε εναντίον του οιαδήποτε ποινική διαδικασία. Οι δε εναντίον του διαδικασίες φαίνεται να τροχοδρομήθηκαν το 2018 όταν είχε ήδη εγκαταλείψει την Ουκρανία.
Περιπλέον, από το Τεκμήριο 6 προκύπτει ότι η διαμονή του Καθ’ ου η Αίτηση στην Κύπρο ήταν εις γνώση των Ουκρανικών Αρχών αφού με επιστολή των ημερομηνίας 24/01/2019 ενημερώνουν προς τούτο τις Κυπριακές αρχές αιτούμενες την προσωρινή σύλληψή του με σκοπό την έναρξη της διαδικασίας έκδοσής του (βλ. σχετική επιστολή του Εθνικού Γραφείου Καταπολέμησης Διαφθοράς της Ουκρανίας).
Είναι επίσης δεδομένο, ως προκύπτει από τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τις Ουκρανικές αρχές, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του τον Οκτώβριο του 2018 με την απόφαση, Τεκμήριο 14, από δικηγόρο που διορίστηκε από το κράτος (state-guaranteed professional defence lawyer / βλ. Τεκμήριο 43, σελ. 3) ενώ στη συνέχεια, με τη σύλληψή του στα πλαίσια της παρούσας άσκησε μέσω του Μ.Υ.2 έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης, η οποία όμως επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουκρανίας.
Παρά δε το ότι οι Ουκρανικές αρχές γνώριζαν ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση εγκατέλειψε την Ουκρανία και ότι είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο και παρά το ότι μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες εν τέλει κατάφεραν να εξασφαλίσουν ένταλμα σύλληψης εναντίον του τον Οκτώβριο του 2018 η παρούσα διαδικασία ξεκίνησε μόλις τον Ιούνιο του 2023. Και τούτο ενώ τον Φεβρουάριο του 2019 το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα απέστειλε σχετικό αίτημα για την προσωρινή σύλληψη του Καθ’ ου η Αίτηση, Τεκμήριο 4, αίτημα επί του οποίου όμως, για λόγους που παραμένουν άγνωστοι στο Δικαστήριο, δεν φαίνεται οι Κυπριακές Αρχές να ενήργησαν. Του εν λόγω δε αιτήματος ακολούθησε νέο αίτημα ημερομηνίας 30/07/2021, Τεκμήριο 8, βάσει του οποίου ουσιαστικά ενεργοποιήθηκε η παρούσα διαδικασία οπόταν και μετά πάροδο σχεδόν 2 ετών από τη λήψη του εν λόγω αιτήματος, ήτοι μόλις τον Ιούνιο του 2023 εξεδόθη ένταλμα σύλληψης εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση το οποίο εκτελέστηκε στις 03/07/2023. Οι λόγοι δε για τους οποίους διέρρευσε άπρακτο το εν λόγω διάστημα των 2 ετών επίσης παρέμειναν άγνωστοι. Ταυτόχρονα, στο μεσοδιάστημα, οι Ουκρανικές αρχές, παρά τη γνώση τους για τον τόπο διαμονής του Καθ’ ου η Αίτηση, επεδίωξαν να επιδώσουν έγγραφα στην Ουκρανία, ήτοι τη νέα ειδοποίηση υποψίας ημερομηνίας 07/05/2020, Τεκμήριο 15, σε αυτόν μέσω της συζύγου του.
Έχοντας λοιπόν υπόψιν ότι τα αδικήματα για τα οποία επιζητείται η έκδοση του Καθ’ ου η Αίτηση αφορούν στην περίοδο 2015-2016, με τη διερεύνηση να έχει ξεκινήσει, ως προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, τουλάχιστον από το 2016, έχοντας μάλιστα εξασφαλιστεί μαρτυρία περί της εμπλοκής του Καθ’ ου η Αίτηση στην κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των από τον Αύγουστο του 2016 (βλ. Τεκμήριο 10), με την έκδοση εντάλματος σύλληψης να επιζητείται και εν τέλει να εξασφαλίζεται τον Οκτώβριο του 2018 και τη διαδικασία έκδοσής του να ξεκινά μόλις τον Ιούνιο του 2023, χωρίς επαναλαμβάνεται να δίδεται οιαδήποτε εξήγηση για τον χρόνο που παρήλθε άπρακτος, κρίνω ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση και ολιγωρία τόσο στην έναρξη της παρούσας διαδικασίας όσο και στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση.
Αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι, ως εκ της καθυστέρησης, ο Καθ’ ου η Αίτηση ενδεχομένως να επηρεασθεί στην υπεράσπιση του ενώπιον των Ουκρανικών Δικαστηρίων αν εκδοθεί, χωρίς όμως να διαφεύγει συγχρόνως και το ότι η δίκη του θα μπορεί να αρχίσει τουλάχιστον 9 και πλέον έτη μετά από την κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των επίμαχων αδικημάτων, το γεγονός παραμένει ότι οι Ουκρανικές αρχές, για λόγους που το Δικαστήριο δεν γνωρίζει, ούτε βεβαίως μπορεί να υποθέτει, και που μόνο οι ίδιες θα μπορούσαν να είχαν δώσει εξηγήσεις, καθυστέρησαν πέρα από κάθε χρόνο που θα αναμένετο να ήταν εύλογος υπό τις περιστάσεις να προχωρήσουν στην έκδοση εντάλματος συλλήψεως του Αιτητή και στην υποβολή αιτήματος προς έκδοση του. Στην καθυστέρηση αυτή προστίθεται και η περαιτέρω καθυστέρηση που προεκλήθη μετά την υποβολή του αιτήματος προς έκδοσή του μέχρι και την έναρξη της παρούσας διαδικασίας, για λόγους που επίσης παραμένουν άγνωστοι στο Δικαστήριο. Στον δε χρόνο που παρήλθε από την ισχυριζόμενη διάπραξη των επίμαχων αδικημάτων ο Καθ’ ου η Αίτηση κατοικεί και εργάζεται στην Κύπρο, ασφαλώς έχει δημιουργήσει και επενδύσει σε ένα τρόπο οικογενειακής ζωής και εργασίας χωρίς, μέχρι τον Ιούλιο του 2023, την προοπτική της έκδοσης του στην Ουκρανία.
Από δε τα ενώπιον μου γεγονότα δεν φαίνεται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι υπαίτιος για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε ενώ οι συνθήκες είναι τέτοιες ώστε να συνιστούν ανατροπή των εύλογων προσδοκιών της ζωής του, ως αυτές διαμορφώθηκαν στο μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει. Τα πιο πάνω εντασσόμενα στο όλο πλαίσιο των περιστάσεων της υπόθεσης και χωρίς σε καμία περίπτωση να υποβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Καθ’ ου η Αίτηση αντιμετωπίζει, τα οποία όμως δεν παύουν να είναι οικονομικής φύσης και σαφώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων εναντίον της ανθρώπινης ζωής, σε συνδυασμό με τον χρόνο που έχει παρέλθει, ήτοι 9 και πλέον έτη, κρίνω ότι καθιστούν άδικο και καταπιεστικό μέτρο την έκδοσή του (βλ. Sergueyevich ανωτέρω)».
Κατ’ αρχάς, να αναφέρουμε ότι με την ενδιάμεση απόφαση μας Γενικός Εισαγγελέας ν. Lazaniuk, Πολ. Έφ. Αρ. 114/25, ημερ. 16.10.25, απορρίψαμε αίτηση, που καταχώρισε ο Εφεσείων, με την οποία ζητούσε άδεια για επιπρόσθετη μαρτυρία σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης στην προώθηση του αιτήματος έκδοσης. Κρίθηκε πως, από μελέτη των πρακτικών της πρωτόδικης διαδικασίας, το ζήτημα της καθυστέρησης των Ουκρανικών Αρχών είχε τεθεί στους μάρτυρες του Εφεσείοντος για να τοποθετηθούν και πως η περί του αντιθέτου εισήγηση του Εφεσείοντος δεν είχε έρεισμα.
Δεν συμμεριζόμαστε, επομένως, την επαναφερόμενη εδώ εισήγηση του Εφεσείοντος ότι το θέμα της καθυστέρησης δεν τέθηκε στους μάρτυρες του για να τοποθετηθούν. Περαιτέρω, δεν διακρίνουμε οποιοδήποτε λάθος στη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος ήταν μακρά, ότι δεν δόθηκαν εξηγήσεις και ότι η καθυστέρηση δεν οφείλετο στον Εφεσίβλητο. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι Αρχές καθυστέρησαν πέραν από κάθε χρόνο που θα αναμένετο να ήταν εύλογος υπό τις περιστάσεις, ήταν εντός του πλαισίου της διακριτικής του ευχέρειας και εύλογη. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Ο Εφεσίβλητος εγκατέλειψε νόμιμα την Ουκρανία το 2017 και διαμένει νόμιμα στην Κύπρο από το 2018, από δε τα μέσα του 2022 ήρθε στην Κύπρο και η σύζυγος του και τα ανήλικα τέκνα του και διαμένουν μαζί του. Υπό αυτές τις συνθήκες οι εύλογες προσδοκίες του Εφεσίβλητου και η ζωή του ως διαμορφώθηκε, θα ανατρέποντο αν εκδίδετο το 2025 στην Ουκρανία για κατ’ ισχυρισμόν αδικήματα που επεσυνέβησαν το 2015 – 2016.
Επιπρόσθετα, σημειώνουμε πως το εύρημα του Δικαστηρίου ότι όταν ο Εφεσίβλητος εγκατέλειψε την Ουκρανία δεν είχε αποκτήσει το καθεστώς του υπόπτου, ούτε διαφάνηκε να εκκρεμεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, ήταν εύλογο, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία και εν πάση περιπτώσει δεν έχει εφεσιβληθεί. Εύλογο ήταν και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου πως υπήρξε καθυστέρηση από το γεγονός ότι εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης στην Ουκρανία το 2018, αίτημα για έκδοση υποβλήθηκε στις 19.2.19, ακολούθησε νέο αίτημα στις 30.7.21 και η διαδικασία ξεκίνησε στην Κύπρο με την εξουσιοδότηση της Υπουργού για έναρξη της διαδικασίας τον Ιούλιο του 2023.
Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφήρμοσε ορθά τις νομολογιακές αρχές και παρέμεινε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Υπήρξε πράγματι συνολικά μεγάλη καθυστέρηση.
Έπεται πως ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Απορριπτέος, κρίνεται για τους λόγους που έχουμε επεξηγήσει στην εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης, και ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται πως λανθασμένα το Δικαστήριο απεφάνθη ότι για λόγους άγνωστους οι Κυπριακές Αρχές δεν ενήργησαν σε σχέση με το αίτημα για προσωρινή σύλληψη.
Κατάληξη
Καταλήγουμε ότι δεν δικαιολογείται επέμβαση στην πρωτόδικη απόφαση. Η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς, είναι αχρείαστη η ενασχόληση μας με την αντέφεση.
Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται. Λόγω της φύσεως της διαδικασίας, δεν εκδίδουμε διαταγή για έξοδα.
Η αντέφεση απορρίπτεται, επίσης χωρίς έξοδα.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο