ΛΑΥΡΕΝΤΗΣ ΝΤΕΜΟΥΡΤΣΙΔΗΣ v. FINANDRIA CONSTRUCTIONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 12/2019, 28/4/2026
print
Τίτλος:
ΛΑΥΡΕΝΤΗΣ ΝΤΕΜΟΥΡΤΣΙΔΗΣ v. FINANDRIA CONSTRUCTIONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 12/2019, 28/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 12/2019)

 

28 Απριλίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΛΑΥΡΕΝΤΗΣ ΝΤΕΜΟΥΡΤΣΙΔΗΣ,

Εφεσείοντας,

v.

 

FINANDRIA CONSTRUCTIONS LTD,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Α. Αλεξάνδρου για Αλέξανδρος Αλεξάνδρου & Συνεργάτες, για τον Εφεσείοντα.

Φ. Βερεσιέ (κα) για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Ο εφεσείοντας καταχώρισε αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις εναντίον των εφεσίβλητων στη βάση δικογραφημένων ισχυρισμών ότι, ενώ εργαζόταν ως οικοδόμος – υπάλληλος τους σε κάποια οικοδομή, υπέστη εργατικό ατύχημα.  Οι εφεσίβλητοι, με την υπεράσπιση τους, εκτός από το ότι ο εφεσείοντας ήταν εργοδοτούμενος τους, με συγκεκριμένο μηνιαίο μισθό, αρνήθηκαν όλους τους ουσιώδεις δικογραφημένους ισχυρισμούς του, περιλαμβανομένων των ισχυρισμών που αφορούν στο κατά πόσο συνέβη το εργατικό ατύχημα, αλλά, και, κυρίως, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό συνέβη.  Απέρριψαν, επίσης, οι εφεσίβλητοι, όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας που τους αποδόθηκαν δικογραφικά και, διαζευκτικά, ισχυρίστηκαν πως αν αποδεικνυόταν ότι επεσυνέβη οποιοδήποτε ατύχημα στον εφεσείοντα αυτό οφειλόταν σε αμέλεια δική του και/ή σε παράβαση των νομικών καθηκόντων του, προβάλλοντας, στην υπεράσπιση τους, συγκεκριμένες λεπτομέρειες.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, αφού άκουσε έξι (6) μάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν προς υποστήριξη της εκδοχής του εφεσείοντα, περιλαμβανομένου και του μέχρι ενός σταδίου του αρχικού δικηγόρου του, ο οποίος αποσύρθηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας (ΜΕ5), καθώς και πέντε (5) μάρτυρες οι οποίοι κλήθηκαν προς υπεράσπιση της εκδοχής των εφεσίβλητων, απέρριψε την αγωγή του εφεσείοντα κρίνοντας, ουσιαστικά, ότι αυτός δεν προσκόμισε αξιόπιστη μαρτυρία για την απόδειξη των ακριβών γεγονότων βάσει των οποίων επήλθε ο τραυματισμός του. Ειδικότερα, σ’ ότι αφορά στο εν λόγω ζήτημα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε αξιόπιστους τον ΜΕ1 (εφεσείοντα), τον ΜΕ3 (συνάδελφο του εφεσείοντα) και τον ΜΥ3 (επίσης συνάδελφο του εφεσείοντα), ο οποίος κηρύχθηκε εχθρικός μάρτυρας, ενώ αποδέχθηκε ως αξιόπιστο τον ΜΥ5 (Ν. Στέλικο), η εμπλοκή του οποίου αφορά στη λήψη κατάθεσης (στο γραφείο του πρώτου συνηγόρου του εφεσείοντα, ως αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο) από τον εφεσείοντα και τον ΜΥ3 για τις συνθήκες του ατυχήματος, εν’ όψει του ότι το ατύχημα κρίθηκε, από το Γραφείο Εργασίας, μη διερευνητέο.

 

Ο εφεσείοντας, διαφωνώντας με την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση, διεκδικεί την ανατροπή της με πέντε (5) λόγους έφεσης.  Σημειώνεται, ωστόσο, ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα απέσυρε τον πρώτο λόγο έφεσης ενώ, μέσω του περιγράμματος αγόρευσης του, απέσυρε και τον πέμπτο λόγο έφεσης. Παραθέτουμε, στη συνέχεια, αυτούσιους, τους εναπομείναντες λόγους έφεσης, ήτοι δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, περιλαμβανομένης και της αιτιολογίας αυτών, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως:

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης

 

«2.  Ο πρωτόδικος Δικαστής χωρίς να προσφερθεί καμία εξ’ αντιθέτου μαρτυρία από την εναγόμενη δεν κατάφερε να καταλήξει σε κανένα συμπέρασμα για τον τρόπο τραυματισμού του ενάγοντα.»

 

Αιτιολογία:

 

«Α. Μη έχοντας καμία άλλη εκδοχή ενώπιον για να την αντιπαραβάλει με την εκδοχή του ενάγοντα και των αυτοπτών μαρτύρων και στηριζόμενος σε αμφιλεγόμενα έγγραφα για τα οποία εκκρεμεί ( ακόμη και σήμερα ) αστυνομική έρευνα για την πλαστογραφία τους και μη έχοντας καμία επαφή με την πραγματικότητα ( πχ, το συμπέρασμα ότι κάποιος που κατεβαίνει από μια σκάλα δεν βρίσκεται πάνω στην σκάλα ) κατέληξε σε κανένα συμπέρασμα.  Η πιθανολόγηση ότι το τεκμήριο 32 – τεκμήριο Γ προς αναγνώριση συντάχθηκε από κάποιο φίλο του Ενάγοντα, ενώ αυτό είναι συνταγμένο με τέτοιο τρόπο και το περιεχόμενο του είναι τέτοιο που είναι φανερό ότι έχει συνταχθεί από κάποιον που είχε συμφέρον να μην διαφανούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τραυματίστηκε ο ενάγων δεν αποτελεί απλό λάθος του Πρωτόδικου Δικαστή αλλά αγγίζει τα όρια της μεροληψίας.»

 

Τρίτος Λόγος Έφεσης

 

«3.  Ο Πρωτόδικος Δικαστής χρησιμοποιώντας δικά του ( μοναδικά ) κριτήρια αξιολόγησης της μαρτυρίας απέρριψε σωρηδόν την μαρτυρία του ενάγοντα και των μαρτύρων του και αποδέχτηκε σωρηδόν την μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης εξαιρουμένου του μάρτυρα υπεράσπισης Μ.Υ 3 τον οποίο επειδή κατάθεσε την αλήθεια τον έκρινε επίσης αναξιόπιστο.»

 

Αιτιολογία:

 

«Α.  Πραγματικά είναι άξιο απορίας ( όχι μόνο στην νομική του έκφανση ) το πώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο εφηύρε αντιφάσεις στις καταθέσεις των Μ.Ε. και του Μ.Υ 3, ενώ αυτή παρουσιάζει αλληλουχία και είναι πανομοιότυπη όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι διάχυτα στην μαρτυρία και δεν είναι άλλα από το ότι ο ενάγων ενώ ήταν υπάλληλος της εναγόμενης στα πλαίσια των καθηκόντων ανέβηκε σε μια ξύλινη σκάλα και έπεσε από την σκάλα, καθότι έσπασε ένα σκαλοπάτι της, της οποίας η βάση ήταν τοποθετημένη στην βεράντα του πρώτου ορόφου κατοικίας και η κορυφή της στην ταράτσα της κατοικίας με αποτέλεσμα ο ενάγων να πέσει από ύψος 4 ( τεσσάρων ) περίπου μέτρων στο έδαφος και να υποστεί τα τραύματα που περιγράφονται στην μαρτυρία και τις συνέπειες αυτών. Καμία αντίθετη μαρτυρία δεν έχει δοθεί και καμία μαρτυρία από την εναγόμενη δεν έχει δοθεί για το αντίθετο.  Επίσης με εκκωφαντικό τρόπο κρίνει αξιόπιστο τον Μ.Υ.5 εναντίον του οποίου εκκρεμεί έρευνα για πλαστογραφία, ο οποίος υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων και ο οποίος όπως διαφάνηκε είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Melivia Investigation & security company.Ltd η οποία συνεργάζεται επαγγελματικά με ασφαλιστικές εταιρείες για σκοπούς διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και αποφυγής καταβολής αποζημιώσεων γεγονότα τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψη του ενάγοντα μετά την έκδοση της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για τα οποία θα ζητηθεί άδεια του δικαστηρίου για να προσκομιστεί περαιτέρω μαρτυρία.

 

Είναι προφανές ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει αντιληφθεί τι έχουν πει οι μάρτυρες με αποτέλεσμα να συγχυστεί και να εκδώσει μια αντιφατική απόφαση.  Π.χ. Ο Μ.Ε. 3 ουδέποτε είπε ότι αυτός η ο Μ.Υ 3 ανέβηκε μαζί με τον ενάγοντα στην ταράτσα, εντούτοις παρανοώντας πλήρως τι είπε ο ενάγων, τι είπε ο Μ.Ε. 3 και Ο Μ.Υ. 3 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Μ.Ε. 3 ανέφερε στο δικαστήριο ότι ανέβηκε μαζί μ τον ενάγοντα στην ταράτσα και μετάφεραν εργαλεία.»

 

Τέταρτος Λόγος Έφεσης

 

«4.  Το Δικαστήριο αντί να καταλήξει στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι το τεκμήριο 32 έχει συνταχθεί από κάποιο πρόσωπο που είχε συμφέρον να μην καταβάλει αποζημιώσεις στον Ενάγοντα καταλήγει σε πιθανολόγηση όχι συντάχθηκε από κάποιο φίλο του ενάγοντα χωρίς να υπάρχει καμία μαρτυρία περί τούτου.»

 

Αιτιολογία:

 

«Επειδή πολύς λόγος γίνεται στην απόφαση για το τεκμήριο 32, το Δικαστήριο ενώ από το περιεχόμενο του και τις διορθώσεις που έγιναν επί αυτού αλλά και την καταγγελία για πλαστογραφία να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι αυτό συντάχθηκα από κάποιον που δεν ήθελε να εκτεθούν τα αίτια του τραυματισμού του ενάγοντα καταλήγει σε πιθανολογήσεις και εν πάση περιπτώσει εφόσον τέθηκε ζήτημα πλαστογραφίας ( ποινικό αδίκημα ) το ίδιο το δικαστήριο έπρεπε να διατάξει έρευνα πράγμα που δεν έκανε.»

 

 

Σημειώνουμε από αυτό το στάδιο ότι ισχυρισμοί και επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο περίγραμμα αγόρευσης του εφεσείοντα περί κακοδικίας, εκτροχιασμού της διαδικασίας και άλλων συναφών θεμάτων δεν θα μας απασχολήσουν καθ’ ότι, ως γίνεται αντιληπτό, δεν καλύπτονται από τους λόγους έφεσης.

 

Έχοντας διεξέλθει το περιεχόμενο των πιο πάνω λόγων έφεσης, κρίνουμε ότι προέχει, χρονικά, η εξέταση του τρίτου λόγου,  η οποία άπτεται της αξιολόγησης των μαρτύρων, οπότε, αν προκύψει βασιμότητα του προειρημένου λόγου έφεσης, προδήλως θα επηρεασθεί το όλο ζήτημα των ευρημάτων ή συμπερασμάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των γεγονότων και, κατ’ επέκταση, η τελική κατάληξη.

 

Ως έχει υποδειχθεί, επανειλημμένα, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, από τα πρωτόδικα Δικαστήρια, είναι, νομολογιακά,  ξεκαθαρισμένη. Στην υπόθεση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Υπενθυμίζουμε, σ’ αυτό το στάδιο, ότι, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούει τους μάρτυρες και να παρακολουθεί τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.  Το Εφετείο, κατά κανόνα, σπάνια επεμβαίνει (βλέπε (1) Μιχαηλίδης v. Οικονομίδη, Πολιτική Έφεση 94/2013, ημερομηνίας 30.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288, (2) Παρσών v. M&M Decoration Centre Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 161/2015, ημερομηνίας 30.04.2015 και (3) Stark κ.α. v. Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2019, ημερομηνίας 06.05.2025).  Στην υπόθεση Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 26/2021, ημερομηνίας 28.04.2024, επαναλήφθηκε η αρχή, ως προς την επέμβαση του Εφετείου στο ζήτημα της αξιολόγησης, με το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει.»

 

Παραπέμπουμε, επίσης, ως προς το ίδιο θέμα, και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Χριστοδούλου v. MTN CYPRUS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 413/2019, ημερομηνίας 26.02.2026.

 

Σημειώνουμε ότι έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή τα πρακτικά της δίκης, ειδικότερα, των δικασίμων που αφορούν στη μαρτυρία των μαρτύρων των οποίων αμφισβητείται η ορθότητα της αξιολόγησης τους, καθώς, και τα σχετιζόμενα με τη μαρτυρία τους τεκμήρια.

 

Είναι, θεωρούμε, χρήσιμο να μνημονεύσουμε, σ’ αυτό το στάδιο, ότι η μη αποδοχή της εκδοχής του εφεσείοντα, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνίσταται σε τρεις βασικούς λόγους.  Πρώτον, ότι η μαρτυρία που ο εφεσείοντας προώθησε, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με ένορκη κατάθεση, έρχεται σε αντίθεση ή παρουσιάζει μία διαφορετική εκδοχή ως προς την εξέλιξη των γεγονότων, με τη δικογραφημένη εκδοχή του, γεγονός που ισοδυναμούσε, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναντιστοιχία μεταξύ διαφορετικών εκδοχών, ήτοι της δικογραφημένης και της προωθούμενης στο Δικαστήριο.  Δεύτερον, ότι κατ’ επανάληψη προέκυπταν στοιχεία, μέσα από τις απαντήσεις του εφεσείοντα, τα οποία καθιστούσαν τη μαρτυρία του έκδηλα εκτεθειμένη σε απόρριψη λόγω της γενικότερης εικόνας αναξιοπιστίας την οποία προκαλούσε ως μάρτυρας και, τρίτον, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε επηρεασμό του εφεσείοντα, κατά την προφορική του κατάθεση, από τις παρεμβάσεις του πρώτου συνηγόρου του, προσπαθώντας να προσαρμόσει τη μαρτυρία του ανάλογα «με ότι ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως αποτέλεσμα αυτών των παρεμβάσεων».

 

Σχετικό με την αξιοπιστία του εφεσείοντα είναι και το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστο τον ΜΥ5, ο οποίος μαρτύρησε πως, κατόπιν συνεννόησης που υπήρξε μεταξύ των συνηγόρων των δύο πλευρών, ήτοι του πρώτου συνηγόρου του εφεσείοντα και του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τους εφεσίβλητους, εκ μέρους ασφαλιστικής εταιρείας, αυτός, στις 29.07.2011, μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου συνηγόρου του εφεσείοντα και εκεί πήρε κατάθεση από τον εφεσείοντα και τον ΜΥ3 (συνάδελφο του εφεσείοντα) αναφορικά με τις συνθήκες τραυματισμού του εφεσείοντα.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τους λόγους που εξηγεί, έκρινε τον ΜΥ5 αξιόπιστο.  Σημειωτέον ότι η μαρτυρία του ΜΕ5, πρώτου συνηγόρου του εφεσείοντα, ο οποίος αρνήθηκε ότι υπήρξε τέτοια συνεννόηση ή ότι επέτρεψε οποτεδήποτε στον ΜΥ5 να μεταβεί στο γραφείο του ή ότι κάτι τέτοιο συνέβη, δεν έγινε αποδεκτή.  Παρατηρούμε ότι, ως προς τον ΜΕ5, δεν προωθείται συγκεκριμένη θέση,  και για ποιους λόγους, ότι λανθασμένα δεν έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του.  Δεν εξηγείται ή προωθείται θέση, είτε στην αιτιολογία είτε στο περίγραμμα αγόρευσης του εφεσείοντα, γιατί θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ5.  Ούτε υποδεικνύονται οποιαδήποτε κριτήρια αξιολόγησης του ως εσφαλμένα. 

 

Όσον αφορά στον ΜΥ5, είναι γεγονός ότι θίγεται το ζήτημα της αξιολόγησης του, μέσα από τη σχετική αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης, και δη ότι λανθασμένα κρίθηκε αξιόπιστος αφού (α) εκκρεμούσε έρευνα εναντίον του για πλαστογραφία, (β) παρ’ ότι έπεσε σε σωρεία αντιφάσεων και (γ) ήταν ιδιοκτήτης εταιρείας η οποία συνεργάζεται επαγγελματικά με ασφαλιστικές εταιρείες για σκοπούς διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και αποφυγής καταβολής αποζημιώσεων, γεγονότα, ως αναφέρεται, τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψη του εφεσείοντα μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, και για τα οποία θα ζητηθεί άδεια για να προσκομισθεί περεταίρω μαρτυρία.  Έχουμε εξετάσει και αξιολογήσει τις εν λόγω θέσεις.  Κρίνουμε, εν πρώτοις, ως προς το (α), το γεγονός ότι υπήρχε εναντίον του ΜΥ5 καταγγελία και έρευνα για πλαστογραφία εγγράφου, προφανώς δεν ήταν από μόνο του ικανό στοιχείο για να επηρεάσει την αξιοπιστία του επί της σχετικής μαρτυρίας του, η οποία ήταν συνυφασμένη και με την αντίθετη μαρτυρία του ΜΕ5, η οποία δεν έγινε αποδεκτή, κατόπιν ορθής αξιολόγησης και με συγκεκριμένα στοιχεία στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε. Ως προς το (β) παρατηρούμε ότι  δεν αναφέρονται ή υποδεικνύονται οποιεσδήποτε συγκεκριμένες αντιφάσεις, αλλά και ικανές, για να κλονίσουν το πρωτόδικο συμπέρασμα.  Συνεπώς, δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να ενδιατρίψουμε περαιτέρω επί της προβαλλόμενης θέσης.  Σημειώνουμε, τέλος, ως προς το (γ), ότι καμία αίτηση υποβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου για να δοθεί άδεια ώστε να παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει τον ισχυρισμό περί εμπλοκής του ΜΥ5 ή εταιρείας του σε συνεργασίες για διαστρέβλωση πραγματικών γεγονότων και αποφυγή καταβολής αποζημιώσεων σε θύματα εργατικών ατυχημάτων.

 

Συνακόλουθα η πρωτόδικη κρίση με την οποία ο ΜΥ5 κρίθηκε αξιόπιστος, παραμένει ακλόνητη και ορθή.

 

Ερχόμενοι στον πρώτο λόγο μη αποδοχής της μαρτυρίας του εφεσείοντα, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει στην απόφαση του από τη μια τη δικογραφημένη εκδοχή γεγονότων που προώθησε ο εφεσείοντας και, από την άλλη, την ουσιώδη μαρτυρία του ως προς τις συνθήκες που αυτός ισχυρίστηκε ότι τραυματίστηκε.  Κρίνεται αναγκαίο να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, επί του θέματος αυτού, και να παραθέσουμε, κατ’ αρχάς, αυτούσια, ως έπραξε άλλωστε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, και επ’ ακριβώς τη δικογραφημένη εκδοχή του εφεσείοντα, ως την προέβαλε στην έκθεση απαίτησης του, στις παραγράφους 2 και 3, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«2.    Την 3/ 7/2009 ο ενάγοντας ήταν υπάλληλος της εναγόμενης και ενώ εργαζόταν ως οικοδόμος στην εναγόμενη στα πλαίσια των καθηκόντων του τα οποία της είχαν ανατεθεί από τον προϊστάμενό του , ο οποίος τελούσε σε σχέση πρόστησης με την εναγόμενη κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, καθάριζε δοκό από σαθρό σοβά στο εξωτερικό υπό ανακαίνισης πολυκατοικίας στην Πάφο.

 

3.      Ο ενάγοντας στην προσπάθειά του να καθαρίσει το δοκό από το σαθρό σοβά και ενώ βρισκόταν πάνω στην σκάλαά, σύμφωνα με της οδηγίες και τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, η σκάλα έσπασε με αποτέλεσμα να πέσει και να τραυματιστεί σοβαρά στην σπονδυλική στήλη?»

 

(Οι υπογραμμίσεις έγιναν από το παρόν Εφετείο)

 

Ανατρέχοντας στα πρακτικά της δίκης, όντως εντοπίζουμε ορθότητα στη πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Διαφαίνεται, συνολικά, ότι ο εφεσείοντας προβάλλει διαφορετικές εκδοχές εξέλιξης των γεγονότων, ως προς τις συνθήκες τραυματισμού του, παρ’ ότι του είχε επισημανθεί, από τον τότε συνήγορο των εφεσίβλητων, ότι στην έκθεση απαίτησης του προωθούσε κάτι διαφορετικό, πλην όμως, ο εφεσείοντας απάντησε κατά τρόπο που εμφανώς αποποιήθηκε τη δικογραφημένη εκδοχή του.  Με δεδομένο τον σεβασμό μας στον ευπαίδευτο συνήγορο του εφεσείοντα, υπό το φως της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν αποδεχόμαστε τη θέση του πως η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν πως έσπασε η σκάλα και πως δεν έχει τόση σημασία τι έκανε ο εφεσείοντας εκείνη την ώρα.  Ενδεχομένως να μπορούσε να γίνει αποδεκτή τέτοια θέση αν επρόκειτο για πιο ήσσονος σημασίας ζήτημα.  Ίσως, με τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, και υπό κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις, προερχόμενες από τον τότε δικηγόρο του εφεσείοντα, είτε και από ερωτήσεις αντεξέτασης από τον τότε, επίσης, δικηγόρο των εφεσίβλητων, το ζήτημα να μην είχε τόση σημασία.  Αφήνοντας, βέβαια, στην άκρη, την αναφορά ότι ο εφεσείοντας εργαζόταν σε υπό ανακαίνιση πολυκατοικία, κάτι που δεν αποδείχθηκε, αλλά, ως ήταν κοινώς αποδεκτό στη δίκη, υποστηριζόμενου αυτού του γεγονότος και από σχετικές φωτογραφίες, επρόκειτο για έργο ανέγερσης νέων κατοικιών.  Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αυτό που  προέβαλλε ως εικόνα ενώπιον του είναι ότι στην έκθεση απαίτησης ο ισχυρισμός που προωθείται είναι πως, πρώτον, η σκάλα έσπασε ενώ αυτός εργαζόταν για αφαίρεση, από δοκό, σαθρού σοβά, και, δεύτερον ότι η σκάλα έσπασε όταν αυτός βρισκόταν πάνω σ’ αυτήν.  Στη μαρτυρία του, όμως, ο εφεσείοντας μαρτύρησε ότι η σκάλα έσπασε όταν αυτός την κατέβαινε και πως δεν υπήρχε σοβάς στον συγκεκριμένο χώρο, σε συνυφασμό με το ότι στην κατάθεση, που έδωσε στην Αστυνομία (κατά τη διερεύνηση του ισχυρισμού του περί πλαστογραφίας της υπογραφής του), ανέφερε πως ο τραυματισμός του οφειλόταν στο γεγονός ότι έσπασε ένα σκαλί της ξύλινης σκάλας, που χρησιμοποίησε για να καθαρίσει μπετόν που μπήκε σε σωλήνα, κατά την ώρα που κατέβαινε από την σκάλα, ενώ στην κατάθεση – Τεκμήριο 35 -, που έδωσε στον ΜΥ5, ανέφερε πως ο τραυματισμός του επήλθε επειδή προσπάθησε να ανέβει στη ξύλινη σκάλα και όταν πάτησε στο τρίτο σκαλί αυτό έσπασε, οπότε έπεσε στο πάτωμα.  Φρονούμε πως τέτοια μαρτυρία δεν άφηνε περιθώρια στο πρωτόδικο Δικαστήριο να μην καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ενώπιον του προωθούνταν διαφορετικές εκδοχές αλλά και αναντιστοιχία τους με την έκθεση απαίτησης.

 

Σημασία δόθηκε, προφανώς, και στο γεγονός ότι ο εφεσείοντας ήταν όχι οποιοσδήποτε μάρτυρας, αλλά ο ενάγοντας του οποίου η έκθεση απαίτησης ήταν η δικογραφημένη βάση των ισχυρισμών του.

 

Παραπέμπουμε, προς υποστήριξη των προλεγόμενων, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γαλάζης v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 405/2019, ημερομηνίας 27.02.2026, όπου το Εφετείο ασχολήθηκε με το θέμα των διαφορετικών εκδοχών, με παρεμβάλλον στοιχείο την προώθηση διαφορετικής μαρτυρίας από τη δικογραφημένη θέση, όπου καταληκτικά, επιβραβεύοντας την πρωτόδικη επιλογή να αποδώσει αρνητική εικόνα στην αξιοπιστία του εκεί εφεσείοντα, υπέδειξε ότι «Η ακρόαση είναι για τη διαβίβαση της αλήθειας.  Η αλήθεια έχει μόνον μία εκδοχή.  Δεν χωράνε επ’ αυτής διαζεύξεις. Η καταφυγή σε τέτοιες φανερώνει ανειλικρίνεια και αναξιοπιστία»

 

Επομένως, κρίνουμε ότι ήταν επιτρεπτό για το πρωτόδικο να εντάξει αυτό το γεγονός, των διαφορετικών εκδοχών που αναδυόταν ενώπιον του, στην αξιολόγηση του εφεσείοντα, δεδομένου και του γεγονότος ότι αυτό το φαινόμενο δεν έτυχε αντιμετώπισης με αίτημα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης.  Ουσιαστικά, όπως το αντιλήφθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, και ως επιβεβαιώνεται μέσα από τα πρακτικά της δίκης, ενώπιον του υπήρχαν τρεις εκδοχές, μία ότι έσπασε η ξύλινη σκάλα καθώς αυτός βρισκόταν σε αυτή και εργαζόταν, μια άλλη ότι η σκάλα έσπασε όταν αυτός κατέβαινε, αφού τελείωσε την εργασία του και, μία τρίτη, πως έσπασε το τρίτο σκαλί της σκάλας όταν αυτός πάτησε πάνω για να ανέβει στην ταράτσα και να καθαρίσει το στόμιο σωλήνας που έκλεισε από μπετόν, πρόσθετα με την, καθαρή, αποποίηση, ενόρκως, της διατυπωμένης δικογραφημένης εκδοχής του. 

 

Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο μη αποδοχής της εκδοχής του εφεσείοντα, διαπιστώνουμε ότι αποτέλεσαν βάση, προς αυτή την πρωτόδικη επιλογή, συγκεκριμένες αναφορές από τη μαρτυρία του εφεσείοντα οι οποίες, δικαιολογημένα, κατά την κρίση μας δημιούργησαν αρνητική εικόνα.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται, ενδεικτικά, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, προς επίρρωση της εικόνας που αποκόμισε.  Τέτοιες, είναι οι απαντήσεις που έδωσε ο εφεσείοντας ως προς το κατά πόσον του είχε δοθεί κάποιο επίδομα ή αν αποτάθηκε να του δοθεί τέτοιο επίδομα, απαντώντας αρχικά αρνητικά, ωστόσο, στη συνέχεια αποδέχθηκε ότι είχε παραλάβει το ποσό των €5.000,00, περίπου, από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ως επίδομα για την περίοδο που δεν εργάστηκε, λόγω του τραυματισμού του.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, θεωρούμε, υπέδειξε ότι, επ’  αυτού του θέματος, η σύζυγος του εφεσείοντα απάντησε με σαφήνεια και ευθύτητα, εξ ου και την έκρινε αξιόπιστη ως προς αυτή τη μαρτυρία της, σε αντίθεση με τον εφεσείοντα, οι απαντήσεις του οποίου ακόμη και όταν τελικά συνήδαν, μερικώς, με τις απαντήσεις της συζύγου του, προέκυψαν κατόπιν σειράς ερωτήσεων και απαντήσεων με τις οποίες, όμως, αρχικά προέβαλε αντίθετες θέσεις.

 

Ως προς τον τρίτο λόγο απόρριψης της μαρτυρίας του εφεσείοντα, όντως, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέταξε και τον τρόπο που αυτός απαντούσε, και δη ανάλογα με το περιεχόμενο παρεμβάσεων από τον πρώτο δικηγόρο του (πριν ο τελευταίος παρουσιαστεί ως ΜΕ5).  Κατ’ αρχάς, ως είναι σαφώς νομολογημένο, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε το ευεργέτημα της άμεσης παρακολούθησης και αντίληψης της εξέλιξης της διαδικασίας που προχωρούσε ενώπιον του, στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης.  Ήταν, συνεπώς, εύλογα, σε πλεονεκτική και ικανή θέση, προκειμένου να καταγράψει την εν λόγω διαπίστωση του, η οποία βεβαίως, ως επιβεβαιώνουμε, αναδύεται και μέσα από τα πρακτικά της δίκης.  Συνεπώς, δεν θεωρούμε ότι λανθασμένα συνυπολογίστηκε αυτό το στοιχείο (μαρτυρίας λόγω επηρεασμού από παρεμβάσεις του πρώτου συνηγόρου του εφεσείοντα) ως κριτήριο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εφεσείοντα. 

 

Σ’ ότι αφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΕ3 και ΜΥ3 έχουμε, επίσης, αξιολογήσει τα παράπονα του εφεσείοντα, τα οποία δεν θεωρούμε ότι ευσταθούν.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, ως κρίνουμε, επαρκείς και εύλογους λόγους που δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία τους ως αξιόπιστη, χρησιμοποιώντας αποδεκτά κριτήρια αξιολόγησης και υποδεικνύοντας συγκεκριμένες αντιφάσεις, αφορώσες σε ουσιώδες στοιχεία της εκδοχής του εφεσείοντα και ενίοτε αντιφάσεις με τη μαρτυρία του τελευταίου, τόσο στην περίπτωση του ΜΕ3 όσο και στην περίπτωση του ΜΥ3 ο οποίος είχε κηρυχθεί εχθρικός μάρτυρας, χωρίς αυτή η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να έχει εφεσιβληθεί.  Εν πάση περιπτώσει, ουδείς εξ αυτών των μαρτύρων κατέθεσε ότι είδε τον εφεσείοντα είτε να εργάζεται πάνω σε σκάλα και να πέφτει ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας από αυτή.

 

Η σαφής, κατηγορηματική και συνεπής αφήγηση μαρτυρίας, που  καλύπτεται από τη δικογραφημένη εκδοχή ενός διαδίκου, αποτελεί σταθερό οδηγό για ασφαλή εξαγωγή, όσο το δυνατόν γίνεται ανθρωπίνως, ευρημάτων επί των γεγονότων που διέπουν μία υπόθεση.  Ως φαίνεται, δεν ήταν αυτή η περίπτωση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είναι, βεβαίως, λυπηρό που επήλθε τραυματισμός σε κάποιο χώρο εργασίας και λόγω της προαναφερόμενης διαπίστωσης το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει τα ακριβή γεγονότα, ούτως ώστε να καθοριστούν με βεβαιότητα οι συνθήκες του τραυματισμού του εφεσείοντα και ο μετέπειτα καθορισμός ευθύνης.  Δεν θεωρούμε, όμως, έχοντας διεξέλθει καθετί που τέθηκε ενώπιον μας πως αυτό συνέβη λόγω παρεμβολής οποιουδήποτε νομικού σφάλματος ή λάθους, προερχόμενου από την εκκαλούμενη απόφαση.

 

Εν’ όψει των όσων έχουμε προαναφέρει, δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα αρχής στην αξιολόγηση των μαρτύρων στην οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Η σχετική, αντίθετη, εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του εφεσείοντα απορρίπτεται. 

 

Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης.  Το γεγονός ότι δεν προσφέρθηκε, εκ μέρους των εφεσίβλητων, αντίθετη μαρτυρία, ως προς τις συνθήκες τραυματισμού του εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απαλλασσόταν από το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας και εκδοχής του εφεσείοντα, ώστε να διαπιστώσει αν επρόκειτο για αξιόπιστη εκδοχή, στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί προκειμένου να προχωρήσει στην κρίση του αν υπήρξε αμέλεια, εκ μέρους των εφεσίβλητων, ή και συντρέχουσα αμέλεια, εκ μέρους του εφεσείοντα. Εξάλλου, ουδέποτε ήταν η εκδοχή των εφεσίβλητων ότι ο τραυματισμός του εφεσείοντα επήλθε στη βάση συγκεκριμένων, γνωστών σε αυτούς, συνθηκών και δεν την προώθησαν με ανάλογη μαρτυρία.  Θεωρούμε ότι η νομολογία παρέχει έρεισμα, υποστηρικτικό, στα προλεγόμενα.  Παραπέμπουμε, συναφώς, στην υπόθεση Αναστασίου, Άλλως γνωστού και ως χχχ Αναστασίου και άλλως γνωστού και ως χχχ Παφιτανή v. Ίλαρχος Υπηρεσίες Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 370/2012, ημερομηνίας 14.02.2020, ECLI:CY:AD:2020:A62 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

 «Να επαναλάβουμε επίσης το αυτονόητο, ότι η απουσία κλήσεως μαρτύρων εκ μέρους των εφεσιβλήτων, ειδικά υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν μπορεί να έχει καμία αρνητική σημασία ως προς το έργο της αξιολόγησης. (Βλ. Kades ν. Νicolaou a.a. (1986)1 CLR 212, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστωρος, (1990) 1 ΑΑΔ 41R.C.KSports Ltd vPersona Advertising Ltd (1996)1B AAΔ.1074Federal Bank of Lebanon (SALv. Σιακόλα (2011) 1Β ΑΑΔ 1422 και Χριστοφή ν. Γρηγορίου, Πολ.Εφ. 36/10, 13.10.2015), ECLI:CY:AD:2015:A674.

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η πλήρης αναξιοπιστία του εφεσείοντα δεν παρείχε δυνατότητα επιτυχίας της αξίωσης του.  Ωσαύτως, η έφεση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.»

 

Ο εφεσείοντας παραπονείται επί συγκεκριμένης αναφοράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το Τεκμήριο 32.  Στο εν λόγω Τεκμήριο, στο Μέρος ΙΙΙ, υπό την ενότητα «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ – ΛΕΠΡΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ…» αναγράφεται, χειρόγραφα, ότι «Έχασα τον βηματισμό μου πάνω στην πλάκα του ισογείου της οικοδομής με αποτέλεσμα να πέσω στο έδαφος».  Προφανώς αναμένεται ότι τέτοια στοιχεία συμπληρώνονται από τον Αιτητή – Εργοδοτούμενο.  Σημειώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση ο εφεσείοντας αρνήθηκε ότι υπέγραψε και υπέβαλε το Τεκμήριο 32 στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων.  Για ό,τι αυτό αξίζει, επί του ίδιου Τεκμηρίου, στο ΜΕΡΟΣ IV – Συμπληρώνεται από τον εργοδότη – αναγράφεται (ως αιτία ατυχήματος) ότι «Ενώ εργαζόταν στην οικοδομή έχασε τον βηματισμό του όταν βρισκόταν στην πλάκα του ισογείου με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος».

 

Το υπό συζήτηση Τεκμήριο φέρει ημερομηνία 07.07.2009.  Προφανώς, επειδή το ατύχημα είχε συμβεί στις 03.07.2009, ο εφεσείοντας, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του, αδυνατούσε να μεταβεί στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να το παραδώσει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως εκ τούτου, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 32 συντάχθηκε πιθανότατα από κάποιο φίλο του εφεσείοντα και όχι από κάποιο πρόσωπο που είχε συμφέρον να μην διαφανούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τραυματίστηκε ο εφεσείοντας, ως ήταν η θέση του τελευταίου.  Διαφωνούμε με τη θέση του εφεσείοντα πως τέτοια αναφορά αγγίζει τα όρια μεροληψίας εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Πρώτον, διότι καμία πειστική μαρτυρία προσκομίστηκε προς την απόδειξη ότι κάποιο πρόσωπο που είχε αντίθετα συμφέροντα με τον εφεσείοντα συμπλήρωσε το Τεκμήριο 32 και το παρέδωσε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων.  Δεύτερον, θεωρούμε πως ακόμη και να μην γινόταν η αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς τη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 32, η τελική κατάληξη δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική, αφού αυτή προέκυψε μέσα από την αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας στη βάση της οποίας το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε, εύλογα, στην απόρριψη της αγωγής του εφεσείοντα και δεν στηρίχθηκε στο επίμαχο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 32. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι ο πρώτος συνήγορος του εφεσείοντα είχε αποστείλει, προς το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Πάφου, επιστολή με ημερομηνία 25.01.2010 (Τεκμήριο 18) ζητώντας να τον εφοδιάσουν με αντίγραφο σχετικής έκθεσης σε περίπτωση που το εν λόγω Γραφείο είχε διερευνήσει το εργατικό ατύχημα το οποίο επικαλείτο ο εφεσείοντας και το εν λόγω Γραφείο, με επιστολή ημερομηνίας 05.02.2010 (Τεκμήριο 23), τον πληροφόρησε πως δεν μπορούσε να του αποστείλει έκθεση διερεύνησης «… γιατί το ατύχημα, βασιζόμενοι στις αρχικές πληροφορίες που μας έδωσε ο πελάτης σας, δεν κρίθηκε διερευνητέο».  Διαβλέπουμε όμως, πως, σε αυτή την επιστολή δεν υπήρξε, εκ μέρους του εφεσείοντα, αντίδραση ή οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφόρηση ή και διερεύνηση ούτως ώστε να ανατραπεί ή να διαφοροποιηθεί η θέση του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας.  Οπότε, η δίκη διεξάχθηκε χωρίς τέτοια έκθεση.

 

Επομένως, κρίνουμε ότι και ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος.

 

Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, εφόσον ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €4.000,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον του εφεσείοντα.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο