ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 135/2023)
28 Απριλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΦΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Μ. Μικελλίδου (κα) μαζί με Γ. Χαραλάμπους (κα), για τον Εφεσείοντα
Α. Γιάλλουρου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ο εφεσείων αντιμετώπιζε τέσσερεις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, αποδίδετο στον εφεσείοντα ότι στις 10.2.2020 επιτέθηκε στην πρώην σύζυγό του (κατηγορία 1), ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης (κατηγορία 2), ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο, συμπεριφέρθηκε σε δημόσιο μέρος κατά τρόπο που προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης (κατηγορία 3) και ότι, στις 9.2.2020, προκάλεσε τρόμο στην πρώην σύζυγό του απειλώντας ότι με παράνομη πράξη θα της κάνει κακό, λέγοντας της «και που να φκω από τη φυλακή ένα σε κανονίσω όπως ηξέρω».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στις κατηγορίες 1, 2 και 4, ενώ αθώωσε και απάλλαξε αυτόν στην κατηγορία 3. Του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην πρώτη κατηγορία και 5 μηνών στην τέταρτη κατηγορία, ενώ στη δεύτερη κατηγορία του επέβαλε χρηματική ποινή ύψους €100. Κρίνοντας την περίπτωση ως κατάλληλη, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέστειλε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης για περίοδο 3 ετών.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται, ως προς το μέρος της που αφορά την καταδίκη του εφεσείοντα, με συνολικά οκτώ λόγους έφεσης.
Κατά την ακροαματική διαδικασία πρωτοδίκως, κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής τρεις μάρτυρες, ήτοι η παραπονούμενη, ο αστυφύλακας που έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον εφεσείοντα και ο αστυφύλακας που έλαβε το γραπτό παράπονο της παραπονούμενης. Ο εφεσείων κατέθεσε ενόρκως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφασή του, συνόψισε την προσκομισθείσα ενώπιόν του μαρτυρία και προχώρησε σε αξιολόγηση της. Ως αποτέλεσμα αυτής, κατέληξε στα τελικά του συμπεράσματα επί των γεγονότων και, στη βάση της νομικής πτυχής της κάθε κατηγορίας, κατέληξε στο πιο πάνω αναφερόμενο αποτέλεσμα.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά στην υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.
Παρατηρείται συνάφεια στους εγειρόμενους λόγους έφεσης οι οποίοι αμφισβητούν την επάρκεια της πρωτόδικης κρίσης όσον αφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ιδιαιτέρως της παραπονούμενης αλλά και αυτής του εφεσείοντα. Συναφώς αμφισβητούνται τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Ο πρώτος λόγος έφεσης προβάλλει την καταδίκη του εφεσείοντα ως ακροσφαλή λόγω της λανθασμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο δεν έλαβε υπ' όψιν του ότι αυτή θα μπορούσε να δώσει τεκμήρια, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Παράλληλα δε, ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά οι θέσεις της Υπεράσπισης, ούτε λήφθηκαν υπ' όψιν τεκμήρια που παρουσιάστηκαν από αυτήν. Ο δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλει ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψιν και δεν αξιολογήθηκαν σωστά τα όσα αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας και τον κατηγορούμενο, με αναφορά σε θέματα πληρωμών διατροφών ή τρόπου οδήγησης του οχήματος του εφεσείοντα. Ο τρίτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι εσφαλμένη καθότι δεν υποστηρίχθηκε ούτε από τις θέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ενώ ο τέταρτος λόγος έφεσης αναφέρεται στην πρωτόδικη κρίση αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 3. Προβάλλεται ότι η μόνη μαρτυρία ως προς το ότι ο εφεσείων της φώναζε, προήλθε από την ίδια την παραπονούμενη χωρίς οποιαδήποτε υποστήριξη από άλλη μαρτυρία. Ο πέμπτος λόγος έφεσης αφορά το περιεχόμενο της κατ' ισχυρισμόν απειλής από μέρους του εφεσείοντα και το εύλογο μίας τέτοιας αναφοράς, ενώ ο έκτος λόγος έφεσης αναφέρεται στη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας και την επίδραση αυτής στη μαρτυρία της παραπονούμενης. Ο έβδομος λόγος έφεσης αμφισβητεί τη μη αποδοχή των θέσεων της Υπεράσπισης στη βάση του τρόπου που το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε τη μαρτυρία του εφεσείοντα και αξιολόγησε αυτήν. Ο όγδοος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν αναζήτησε ενισχυτική μαρτυρία και ότι πίστεψε την παραπονούμενη.
Η συνάφεια των λόγων έφεσης καθ' όσον αφορούν το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι τέτοια που επιτρέπει την παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι κοινό έδαφος στην παρούσα υπόθεση αποτελεί το ότι ο γάμος των εφεσείοντα και παραπονούμενης είχε τερματιστεί περί τους 10 μήνες προηγουμένως και ότι αυτοί είχαν δύο παιδιά, ένα αγόρι 4 ετών και ένα κορίτσι ηλικίας 2 ετών. Είχαν δε καθοριστεί συγκεκριμένες μέρες και ώρες κατά τις οποίες ο εφεσείων είχε δικαίωμα να παραλαμβάνει τα παιδιά. Ως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, η παραπονούμενη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα υπήρχαν μικροεπεισόδια με τον εφεσείοντα για διάφορες διαφωνίες τους τα οποία απασχόλησαν και την Αστυνομία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφει επίσης στην απόφασή του τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης σε σχέση με το επίδικο συμβάν της απειλής, καταγράφοντας επίσης ότι η αρχική στάση της παραπονούμενης ήταν να αναζητήσει παρέμβαση της Αστυνομίας προς παρατήρηση του εφεσείοντα, ενώ αφότου ακολούθησαν τα υπόλοιπα συμβάντα, αυτή προέβηκε σε καταγγελία.
Καταγράφηκε, συναφώς, η από μέρους της παραπονούμενης περιγραφή των όσων αφορούν οι κατηγορίες, καθώς επίσης, η μαρτυρία των δύο αστυφυλάκων σε σχέση με το έργο το οποίο εκείνοι τέλεσαν. Καταγράφηκε, επίσης, η εκδοχή του εφεσείοντα ως προς τα επίδικα θέματα και τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης. Στο πλαίσιο αυτό, ο εφεσείων κατέθεσε φωτογραφία του οχήματος στο οποίο αναφερόταν η παραπονούμενη, παρά τη δική του θέση ότι κατά την επίδικη ημερομηνία χρησιμοποιούσε άλλο όχημα, για να καταδείξει το ανέφικτο, κατά τον ίδιο, των εναντίον του ισχυρισμών, καθώς επίσης και αποδείξεις πληρωμής διατροφών, για να καταδείξει την ακρίβεια δικού του ισχυρισμού σε σχέση με τις πληρωμές διατροφής στις οποίες προέβαινε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε τη θετική αξιολόγηση της παραπονούμενης ως μάρτυρα, καταγράφοντας ότι:
«Η ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Αυτό γιατί η εκδοχή της ήταν λογική και είχε συνέπεια ως προς τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τα περιστατικά που έλαβαν χώρα με τον κατηγορούμενο από τις 9/2/2020 μέχρι και τις 12/2/2020 που προέβηκε σε γραπτό παράπονο. Η εκδοχή της παρέμεινε συμπαγής ακόμη και μετά την αντεξέταση. Τα μέρη είχαν μεταξύ τους διαφορές και τούτο αποδεικνύεται από την εξέλιξη των γεγονότων. Οι διαφορές προέκυπταν σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ1 από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου είτε προς την ίδια στην οποία φώναζε είτε προς τα παιδιά τους είτε από τη διατροφή που είχε υποχρέωση να καταβάλει και ενίοτε είτε καθυστερούσε να καταβάλει είτε δεν κατέβαλε. Συνακόλουθα υπήρχε λόγος διαφωνίας και προστριβής μεταξύ των μερών και ταυτόχρονα υπήρχε και αιτία ο κατηγορούμενος να είναι έντονος με την ΜΚ1. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της.»
Αναφορικά με τους άλλους δύο μάρτυρες κατηγορίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε την καλή εντύπωση που του προκάλεσαν, έστω και αν ο ρόλος τους ήταν, ως τον χαρακτήρισε, περισσότερο διαδικαστικός παρά ουσιαστικός. Συνεπώς, έγινε αποδεκτό ότι οι δύο μάρτυρες προέβηκαν στις ενέργειες τις οποίες ανέφεραν.
Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε ότι:
«Ο κατηγορούμενος από την άλλη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε με μια γενική άρνηση να πείσει ότι τα γεγονότα δεν έγιναν όπως τα ανέφερε η ΜΚ1. Επίσης προσπάθησε να πείσει ανεπιτυχώς το Δικαστήριο ότι θα ήταν αδύνατο τα γεγονότα να έγιναν με τον τρόπο που περιέγραψε η μάρτυρας καθότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν τέτοιο που το χέρι του δεν θα έφτανε το χέρι της ΜΚ1. Δεν μπορούν να σταθούν στη βάσανο της λογικής οι εισηγήσεις της υπεράσπισης. Το γεγονός ότι λόγω του μεγέθους του για παράδειγμα το αυτοκίνητο δεν μπορούσε να ξερογυρίζει δεν μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής. Όπως απάντησε ο ΜΚ2 το κατά ποσό θα μπορεί να ξεγυρίσει το αυτοκίνητο εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι αυτή η ουσία. Η ουσία έγκειται στο γεγονός πως τα μέρη είχαν διαφορές λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου τόσο όσον αφορά τη διατροφή όσο και στις σχέσεις με την ίδια και τη συμπεριφορά του προς τα τέκνα του. Ο κατηγορούμενος ενίοτε γινόταν εριστικός και επιθετικός. Δεν αποδέχομαι σε κανένα σημείο τη μαρτυρία του. Το γεγονός ότι παρουσίασε κάποιες αποδείξεις καταβολής διατροφών δεν διαφοροποιεί την κατάσταση ότι εκείνη τη μέρα φώναζε και προκαλούσε ένταση με αποτέλεσμα να προκληθεί επεισόδιο μεταξύ της ΜΚ1 και του ιδίου μπροστά στα ανήλικα τέκνα τους. Μάλιστα το ένα εξ αυτών ξεκίνησε να κλαίει. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε κανένα σημείο αυτής.»
Δεδομένης της αμφισβήτησης της από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αξιολόγησης της μαρτυρίας, καθίσταται βοηθητικό να επαναλάβουμε τις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα της πλευράς του εφεσείοντα. Έχοντας διεξέλθει των όσων ο εφεσείων επικαλείται, σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία στο σύνολό της και την πρωτόδικη απόφαση, έχουμε την άποψη ότι αυτά τα παράπονα είναι αβάσιμα. Έχουμε δε την εντύπωση ότι επιχειρείται η απόδοση σφαλμάτων στο πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα από μία αποσπασματική θεώρηση της απόφασης, με αναγωγή μη ουσιωδών στοιχείων σε ουσιώδη και απομόνωση αναφορών του πρωτόδικου Δικαστηρίου που δεν αποδίδουν την ορθή θεώρηση της πρωτόδικης απόφασης. Είχαμε την ευκαιρία να ανατρέξουμε στα πρακτικά της υπόθεσης προς τον σκοπό διαπίστωσης του συνόλου της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσκομισθείσας μαρτυρίας και η συνολική εικόνα που προκύπτει στερεί έρεισμα από τα παράπονα που προβάλλονται.
Επίκληση γίνεται, από την πλευρά του εφεσείοντα, μη προσαγωγής μαρτυρίας αναφορικά με τηλεφωνήματα και μηνύματα που προηγήθηκαν των επίδικων γεγονότων. Είναι όμως ορθή η διαπίστωση ότι αυτά τα στοιχεία αφορούσαν άλλη υπόθεση και δεν είχαν ουσιαστική σχέση με την υπό κρίση υπόθεση. Είναι καλώς γνωστόν ότι η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται επί των επίδικων θεμάτων. Προφανές είναι ότι τα στοιχεία αυτά δεν θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης.
Επίκληση, επίσης, γίνεται της μη παρουσίας της μητέρας της παραπονούμενης για να καταθέσει. Όμως, το τι προκύπτει από το τι αναφέρθηκε στη μαρτυρία είναι ότι η μητέρα της παραπονούμενης ήταν εντός της οικίας. Επομένως, δεν θα μπορούσε να προσδώσει οποιαδήποτε αξία στο επιχείρημα της πλευράς του εφεσείοντα η μη προσκόμιση μαρτυρίας από αυτήν αφού παραμένει άγνωστο κατά πόσο είχε αντίληψη των επίδικων γεγονότων. Εν πάση περιπτώσει, το ποιοι μάρτυρες θα κληθούν να καταθέσουν προς υποστήριξη μίας υπόθεσης αποτελεί ζήτημα επιλογής της Κατηγορούσας Αρχής, με δεδομένα παράλληλα τα δικαιώματα που η Υπεράσπιση έχει ως προς την από μέρους της προσκόμιση μαρτυρίας. Σύνθετα θέματα που αφορούν μάρτυρες και μαρτυρία δεν φαίνεται να αφορούν το τι απασχόλησε στην παρούσα υπόθεση.
Η πλευρά του εφεσείοντα ανέδειξε, επίσης, ως ουσιαστικό ζήτημα την αναφορά της παραπονούμενης περί αποτροπής της να προβεί σε καταγγελία. Όμως, από το σχετικό πρακτικό της υπόθεσης προκύπτει ότι η παραπονούμενη εξήγησε την αναφορά της αυτήν, λέγοντας ότι της πρότειναν να ησυχάσει, να ηρεμήσει και αν θέλει να πάει για καταγγελία. Ως εξήγησε, άφησε χρόνο για να ηρεμήσει λίγο αλλά ακολούθησαν τα άλλα συμβάντα.
Η παραπονούμενη, επίσης, είχε την ευκαιρία στη μαρτυρία της να εξηγήσει και το πώς διαδραματίστηκε το συμβάν της επίθεσης που δέχτηκε, το οποίο είχε αποτέλεσμα να πέσει και το τηλέφωνό της στο έδαφος. Οι ισχυρισμοί της ήταν τέτοιοι που επέτρεπαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο να αποδεχθεί αυτούς, κρίνοντας παράλληλα τις σχετικές αμφισβητήσεις και θέσεις από πλευράς εφεσείοντα, ότι ήταν ανέφικτο να διαδραματιστούν με αυτόν τον τρόπο τα γεγονότα, ως ανεδαφικούς.
Ούτε, όμως, και τα όσα αφορούσαν τον τρόπο που ο εφεσείων οδήγησε το όχημά του φεύγοντας, λόγω του τύπου, του βάρους και της ηλικίας του οχήματος έτυχαν λανθασμένου χειρισμού από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το στοιχείο αυτό μαρτυρίας, επίσης, δεν θα μπορούσε να είναι ουσιώδες ως προς τα επίδικα θέματα. Παράλληλα, όμως, η μαρτυρία που επί τούτου προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, δηλαδή ο απλός ισχυρισμός του εφεσείοντα σε συνδυασμό με τη μαρτυρία άλλου μάρτυρα, ο οποίος δεν είχε απόλυτη θέση επί του θέματος, αμφότερων μη ειδικών επί του θέματος, ουδόλως καθιστούν ανεπίτρεπτη την πρωτόδικη κρίση.
Δεν είναι, επίσης, ορθή η απόδοση στο πρωτόδικο Δικαστήριο παράλειψης εξέτασης των αποδείξεων που ο εφεσείων προσκόμισε σε σχέση με τις πληρωμές διατροφής από μέρους του. Σαφώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε αυτό το στοιχείο μαρτυρίας και καθ' όλα επιτρεπτός είναι ο τρόπος διαχείρισης του θέματος από μέρους του. Άλλωστε, ως προκύπτει από τα πρακτικά της υπόθεσης, είναι η ίδια η πλευρά του εφεσείοντα που απέδωσε στην παραπονούμενη ότι ο εφεσείων της είχε πει ότι δεν είχε να της δώσει τα χρήματα και αυτός ήταν ο λόγος που αυτή πήγε να κάνει την καταγγελία, δηλαδή επειδή δεν πήρε τη διατροφή. Επομένως, δεν προκύπτει να υφίσταται βάση στα όσα η πλευρά του εφεσείοντα υποστηρίζει σχετικά με αυτό το ζήτημα.
Κατά ανάλογο τρόπο, η αναφορά της πλευράς του εφεσείοντα στη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για κλάμα ενός από τα παιδιά της παραπονούμενης κατά τον επίδικο χρόνο, διαπιστώνεται ότι το συμπέρασμα αυτό δικαιολογείται στη βάση αναφοράς περί τούτου από την παραπονούμενη, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, μάλιστα μετά από σχετική ερώτηση της συνηγόρου του εφεσείοντα.
Επίκληση γίνεται από την πλευρά του εφεσείοντα στο παράλογο ο εφεσείων να προέβηκε σε τέτοια απειλή, ως του αποδίδεται, και για τον λόγο ότι δεν ήταν στη φυλακή, ούτε κινδύνευε να πάει φυλακή λόγω απλήρωτων διατροφών. Δεν είναι εύκολα αντιληπτή αυτή η θέση του εφεσείοντα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, η παραπονούμενη είπε στον εφεσείοντα ότι αν συνεχίσει, αυτό που θα έκανε θα ήταν να απαιτήσει τις διατροφές που της χρωστούσε και αν δεν τις πλήρωνε θα πήγαινε φυλακή. Υπό αυτά τα δεδομένα, ο εφεσείων της απάντησε «και που να φκω που την φυλακή ένα σε κανονίσω όπως ηξέρω». Καθ' όλα επιτρεπτά είναι τα σχετικά συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί τούτου. Αν είναι κάτι που θα μπορούσε να λεχθεί επί του προκειμένου, είναι ότι παράλογη προβάλλει να είναι η θέση ότι το τι ο εφεσείων είπε στην παραπονούμενη, μέσα στην έντονη αντιπαράθεση μεταξύ τους, ήταν ότι όταν θα έβγαινε από τη φυλακή θα την κανόνιζε, δηλαδή θα της έδιδε τα χρήματα μετά.
Επομένως, μέσα από την ως άνω ανάλυση, προβάλλει ότι τόσο η διεργασία από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσο και τα συμπεράσματά του αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν καθ' όλα επιτρεπτά. Στη βάση δε των νομολογιακών αρχών που έχουμε παραθέσει ανωτέρω, ουδόλως προκύπτει να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Η διαπίστωση αυτή αφορά όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Για σκοπούς πληρότητας, με αναφορά στον εφεσείοντα, προβάλλεται, επίσης, ότι κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ήταν εριστικός και επιθετικός. Προφανώς, η συνήγορος του εφεσείοντα θεώρησε ότι η αναφορά αφορούσε τον τρόπο που αυτός κατέθετε ως μάρτυρας. Όμως, εμφανώς η αναφορά αυτή αναφέρεται στον τρόπο συμπεριφοράς του εφεσείοντα έναντι στην παραπονούμενη και τα παιδιά τους, με αναφορά ότι «ενίοτε γινόταν εριστικός και επιθετικός».
Ως τελευταίο ζήτημα προς εξέταση παραμένει η προβαλλόμενη από την πλευρά του εφεσείοντα παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία διότι πίστεψε την παραπονούμενη. Δεν ευσταθεί κάτι τέτοιο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέδειξε την αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, παραπέμποντας σε νομολογία (ΓΙΩΡΚΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16.3.2022) και στο Άρθρο 16 του Ν.119(I)/2000, το οποίο προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο με μόνη την κατάθεση του θύματος, εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία. Διαπίστωσε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η μόνη μαρτυρία που υπήρχε ήταν αυτή της παραπονούμενης και είναι στη βάση της κρίσης της μαρτυρίας της ως αποδεκτής και αξιόπιστης που προχώρησε στην κατάληξη ότι θα μπορούσε να καταδικάσει τον εφεσείοντα με βάση μόνο τη μαρτυρία αυτής. Δεν υφίσταται σφάλμα από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην ως άνω διεργασία και κρίση.
Συνακόλουθα των ως άνω, κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Ως αβάσιμοι απορρίπτονται στο σύνολό τους οι λόγοι έφεσης.
Έπεται ότι η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο