ΡΕΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ v. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 164/2019, 9/4/2026
print
Τίτλος:
ΡΕΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ v. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 164/2019, 9/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 164/2019)

9 Απριλίου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΡΕΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Εφεσείοντας

 

και

 

                            1.    ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ

                            2.    ΚΥΠΡΟΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΡΗΣ

Εφεσίβλητοι

 

-------------------------------------------

 

Αντρέας Ευτυχίου, για τον Εφεσείοντα

Γιώργος Χριστοφίδης για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους

 

-------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Στις 4.1.2013, σε συσχέτιση με κατ’ ισχυρισμό ατασθαλίες στη διαχείριση του ιδρύματος «Γεώργιου Γρίβα Διγενή» στην Αθήνα δημοσιεύτηκε άρθρο στην εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ, μέρος του οποίου, αναφερόταν και στον Ρένο Κυριακίδη. Το παραθέτουμε αυτούσιο.

 

         «Ο Νικόλαος Καψωμενάκης ουδέποτε υπήρξε μέλος της δ.ε. του Ιδρύματος Γρίβα Διγενή στην Αθήνα. Μοναδικό προσόν του εκτός του ότι ήταν δικηγόρος, οι στενές του σχέσεις με το σκληρό πυρήνα της ΕΟΚΑ Β' στην Κύπρο και ονομαστικά με τους Ρένο Κυριακίδη και Θάσο Σοφοκλέους των οποίων ασφαλώς και ήταν επιλογή. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η προσθήκη αυτή έγινε από λειτουργό της υπηρεσίας, μετά από παρεμβάσεις των συνδέσμων αγωνιστών από την Κύπρο. Είναι γι' αυτό που εισαγωγικά αναφερθήκαμε σε πλοκάμια του κατεστημένου που είναι βαθιά ακόμη και στην Ελλάδα».

 

         Ο Ρένος Κυριακίδης, ενοχλημένος και θιγμένος από την αναφορά στο πρόσωπο του, καταχώρισε αγωγή λιβέλου αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.

 

         Στη δίκη που ακολούθησε κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες. Ο ίδιος ο ενάγοντας (ΜΕ1), ο φίλος του από τα μαθητικά τους χρόνια ΠΣ (ΜΕ2), ο πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λευκωσίας (ΜΕ3) και ο εναγόμενος 2 (ΜΥ1). Κάποια γεγονότα αποτέλεσαν κοινό έδαφος ενώ από πλευράς αξιολόγησης, όλοι οι μάρτυρες κρίθηκαν κατά βάση αξιόπιστοι. Επισήμανε βέβαια το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 27.3.2019, ότι η αξιολόγηση δεν αφορούσε το κατά πόσο το δημοσίευμα ήταν ή όχι δυσφημιστικό. Τούτο, σημείωσε, μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από τις μαρτυρίες, από το ίδιο το Δικαστήριο.

 

         Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε δομημένη αναδρομή στα γεγονότα, σε κατάληξη ευρημάτων και σε λεπτομερή στάθμιση των εφαρμοστέων νομικών αρχών, αποφαινόμενο τελικά, επί της ουσίας, ότι (1) δημοσιεύτηκε το δημοσίευμα, αφορούσε τον ενάγοντα και ήταν δυσφημιστικό (σελίδες 21 και 22) και (2) παρόλα ταύτα τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του άρθρου 21(1)(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ήτοι του προνομίου υπό επιφύλαξη. Άλλα παρεμπίπτοντα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν (α) ότι οι αναφορές (τις οποίες καταγράφει) «μπορεί να μην επαρκούν για την επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης της αλήθειας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος [2] γνώριζε ότι αυτό που δημοσίευσε ήταν αναληθές» (σελίδα 28) (β) δεν τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου και (γ) σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ο λίβελος και θα πετύχαινε η αγωγή, θα επιδίκαζε αποζημίωση ύψους €3.000.

 

         Δυσαρεστημένος με την πιο πάνω κατάληξη, ο ενάγοντας/εφεσείοντας καταχώρισε έφεση προβάλλοντας αρχικά τέσσερις λόγους έφεσης. Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορούσε τον καθορισμό των αποζημιώσεων στο εναλλακτικό σενάριο που θα αποδεικνυόταν ο λίβελος και θα πετύχαινε η αγωγή. Κατόπιν όμως της ενώπιον μας κοινής δήλωσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών, ότι το ποσό που καθορίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι €3.000, γίνεται αποδεκτό ως εύλογο και μπορεί να επιδικαστεί χωρίς περαιτέρω εξέταση σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ο τρίτος λόγος έφεσης αποσύρθηκε.

 

         Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης είναι οι εξής:

 

            «Πρώτος Λόγος Έφεσης

            Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λαθεμένα αποδέχτηκε ότι το δυσφημιστικό δημοσίευμα αναφορικά με τον Εφεσείοντα είναι προνομιούχο υπό επιφύλαξη και έγινε καλή τη πίστει».

 

            Στην αιτιολογία εξηγείται ότι «(α) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρ [όλ]’ ότι αποφάνθηκε ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι αναληθές, δυσφημιστικό και δεν αποτελεί έντιμο σχόλιο για τον Εφεσείοντα, δεν θεώρησε ότι οι Εφεσίβλητοι έπρεπε πριν δημοσιεύσουν τούτο να φροντίσουν να εξακριβώσουν την αλήθεια ή αναλήθεια τούτου (β) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λαθεμένα δεν εξέτασε κατά πόσο οι Εφεσίβλητοι πίστευαν ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν αναληθές αλλά λαθεμένα θεώρησε ότι με βάση το ιστορικό υλικό που είχαν ενώπιον τους καθιστούσε δικαιολογημένο ή ουσιωδώς αληθές τούτο (γ) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε καθόλου και/ή επαρκώς αν το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύτηκε καλή τη πίστει (δ) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε εάν το επίδικο δημοσίευμα συνιστούσε ανεύθυνη δημοσιογραφία (ε) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε ότι οι Εφεσίβλητοι με το επίδικο δημοσίευμα προκάλεσαν μεγαλύτερη βλάβη στον Εφεσείοντα από ότι ήταν εύλογα αναγκαία για το κοινό συμφέρον παραγνωρίζοντας εντελώς το ιδιωτικό δικαίωμα του Εφεσείοντα για προστασία της καλής φήμης και υπόληψης του».

 

            «Δεύτερος Λόγος Έφεσης

            Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λαθεμένα αποφάσισε ότι εν όψει του μεγέθους και της έκτασης του επίδικου δημοσιεύματος σε συνδυασμό με τον Εφεσείοντα ο Εφεσείοντας δεν αποτελούσε το υποκείμενο του δημοσιεύματος».

 

            Στην αιτιολογία υποστηρίζεται ότι δεν εκτιμήθηκε σωστά ότι «(α) Το επίδικο Δημοσίευμα αναφέρετο σε έκταση στον Εφεσείοντα (β) Το επίδικο δημοσίευμα αναφέρετο ονομαστικά στον Εφεσείοντα».

 

            «Τέταρτος Λόγος Έφεσης

            Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λαθεμένα καταδίκασε τον Εφεσείοντα να πληρώσει τα έξοδα της απορριφθείσας αγωγής του».

 

            Στην αιτιολογία αυτού του λόγου έφεσης υποστηρίζεται ότι δεν σταθμίστηκε ότι «(α)…το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για τον Εφεσείοντα (β) Το επίδικο δημοσίευμα ήταν αναληθές (γ) Αποδέχτηκε ως αξιόπιστες την μαρτυρία του Εφεσείοντα και των μαρτύρων του (δ)…το επίδικο δημοσίευμα δεν αποτελούσε έντιμο σχόλιο δημόσιου συμφέροντος (ε) Οι περιστάσεις δεν δικαιολογούσαν την καταδίκη του Εφεσείοντα να πληρώσει τα έξοδα της αγωγής».

 

            Σε ό,τι αφορά τον πρώτο λόγο έφεσης να σημειώσουμε κατ’ αρχάς ότι η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη ενυπάρχει τόσο στο Κοινοδίκαιο όσο και στο άρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Σχετικό στην παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 21(1) το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

            «21.-(1) Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι πρovoμιoύχα, υπό τηv επιφύλαξη ότι έγιvε καλή τη πίστει, στις ακόλoυθες περιπτώσεις, δηλαδή-

           

            (α) αv η σχέση μεταξύ τoυ πρoσώπoυ από τo οπoίo και τoυ πρoσώπoυ πρoς τo οπoίo έγιvε η δημoσίευση είvαι τέτoια ώστε τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε vα τελεί υπό voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα δημoσιεύσει αυτό πρoς τo πρόσωπo πρoς τo οπoίo έγιvε η δημoσίευση και o τελευταίoς έχει αvτίστoιχo συμφέρov στη λήψη τoυ δημoσιεύματoς ή τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε έχει έvvoμo πρoσωπικό συμφέρov πoυ χρειάζεται πρoστασία, και τo πρόσωπo πρoς τo οπoίo έγιvε η δημoσίευση τελεί υπό αvτίστoιχo voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα πρoστατεύσει τo εv λόγω συμφέρov:

           

            Νoείται ότι η δημoσίευση δεv υπερβαίvει είτε κατ' έκταση είτε κατ' oυσία τo εύλoγα επαρκές υπό τις περιστάσεις».

                     

         Στην πορεία του χρόνου έχει διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω υπεράσπισης, ως απότοκο της καθιέρωσης της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης στο στερέωμα των συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. v. Αλωνεύτη (2002) 1 Α.Α.Δ. 1863 η οποία υιοθέτησε τις αρχές της θεμελιακής υπόθεσης Reynolds v. Times Newspapers Ltd [1999] 4 All E.R. 609 επισημάνθηκαν σχετικά τα εξής:

 

         «Προέχει η ελευθερία του λόγου και το δικαστήριο δεν πρέπει εύκολα να άγεται σε απόφαση ότι το δημόσιο δεν είχε συμφέρον να πληροφορηθεί περί του αντικειμένου του δημοσιεύματος σε περίπτωση αμφιβολίας, η πλάστιγγα πρέπει να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου».

 

          Η υπεράσπιση δύναται να τύχει εφαρμογής ακόμα και όταν ο αποδέκτης του δημοσιεύματος δεν είναι συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά το κοινό γενικά. Με άλλα λόγια, καλύπτει άρθρα και δημοσιεύματα στον  παραδοσιακό έντυπο και σύγχρονο ηλεκτρονικό Τύπο, περιλαμβανομένης αρχικής αναφοράς ή αναπαραγωγής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτού λεχθέντος, στη Reynolds τονίστηκαν τα ακόλουθα: (σε μετάφραση από την Αλωνεύτη [ανωτέρω]):

 

            «(α)   Η πολιτική πληροφόρηση δεν προσελκύει, αφ' εαυτής, την υπεράσπιση του προνομίου υπό όρους. Είναι το αντικείμενο της πληροφόρησης που μπορεί να έχει τέτοιο αποτέλεσμα, ανάλογα με τη σημασία του για το δημόσιο και το αντίστοιχο συμφέρον του κοινού να πληροφορηθεί περί αυτού.

            (β)     Η έννοια του προνομίου υπό όρους είναι ελαστική και τυγχάνει εφαρμογής υπό το φως των πραγματικοτήτων εκάστης εποχής. Η σημασία των πραγμάτων και, ανάλογα, το ενδιαφέρον του κοινού γι' αυτά μεταβάλλονται από καιρού εις καιρόν.

            (γ)     Η απόδοση προνομιακού χαρακτήρα σε δημοσίευμα, συναρτάται με σειρά παραγόντων, που έχουν στο επίκεντρο το καθήκον του τύπου να διερευνά την αλήθεια εκείνων τα οποία δημοσιεύει και να προβάλλει με δίκαιο τρόπο διιστάμενες εκδοχές γι' αυτά».

 

         Στην προκειμένη περίπτωση, το δημοσίευμα, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφορούσε, πρωτευόντως, κατ’ ισχυρισμό ατασθαλίες, αλλά και καταγγελίες για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων στη διαχείριση του ιδρύματος «Γεώργιου Γρίβα Διγενή» στην Αθήνα. Στο πλαίσιο τούτο γινόταν αναφορά σε ανάμειξη κάποιου προσώπου ονόματι Νικόλαου Καψωμενάκη και των στενών σχέσεων που φερόταν να είχε με τον σκληρό πυρήνα της παράνομης οργάνωσης ΕΟΚΑ Β, στον οποίο, παρουσιαζόταν να ανήκε και ο εφεσείων.

 

         Δεν αμφισβητείται με τον λόγο έφεσης ότι το συγκεκριμένο ζήτημα, ως σύνολο, ήταν ζήτημα στο οποίο η εφεσίβλητη 1 είχε υποχρέωση ή καθήκον να προβεί στη δημοσίευση και το κοινό, συμφέρον στη λήψη της πληροφόρησης, αμφοτέρων των στοιχείων τούτων, υπό την έννοια του Νόμου. Με άλλα λόγια, δυνητικά ήταν διαθέσιμη η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Εκείνο το οποίο αμφισβητείται είναι η εφαρμογή της υπεράσπισης επί των ειδικών γεγονότων της υπόθεσης.

 

         Στη σελίδα 28 της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου  καταγράφονται τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τύγχανε εφαρμογής η εν λόγω υπεράσπιση.

 

         Τα παραθέτουμε αυτούσια:

 

         «Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει μαρτυρία από άμεσες πηγές, η οποία χαρακτηρίζει τον Ενάγοντα ως μέλος της ΕΟΚΑ Β και ήταν υπόψιν του Εναγομένου 2.

 

            Συγκεκριμένα στην ίδια σειρά δημοσιευμάτων δημοσιεύτηκε η επιστολή του Αδάμου Χαρίτωνος μέσω της οποίας ο Ενάγοντας κατηγοριοποιείται ως αγωνιστής της περιόδου 1971-1974 και η εν λόγω επιστολή ήταν υπόψιν του Εναγομένου 2 κατά τον χρόνο συγγραφής του επίδικου δημοσιεύματος. Ο όρος αγωνιστής 1971-1974 παραπέμπει σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2 στην οργάνωση ΕΟΚΑ Β. Επίσης, προκύπτει μέσα από τον τύπο της εποχής, ήτοι το Τεκμήριο 21, και  αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι ο Ενάγοντας συνελήφθη ως ύποπτος για την απαγωγή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Χρίστου Βάκη. Η πιο πάνω ενέργεια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, οργανώθηκε και εκτελέστηκε από την ΕΟΚΑ Β. Η  θέση ότι η πιο πάνω απαγωγή οργανώθηκε και εκτελέστηκε από την ΕΟΚΑ Β καταγράφεται και στο Τεκμήριο 20 σελ. 283.

 

            Παράλληλα υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία μέσα από ιστορικά συγγράμματα, η οποία χαρακτηρίζει  τον Ενάγοντα ως πρόσωπο που πρόσκειται στην ΕΟΚΑ Β.  Ενδεικτικά στο Τεκμήριο 19 στη σελίδα 248, ο συγγραφέας καταγράφει τη συνάντηση του Στρατιωτικού ακολούθου των ΗΠΑ με παράγοντες της Δεξιάς, οι οποίοι προσκείντο στην ΕΟΚΑ Β, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγοντας. Στο Τεκμήριο 19 με αναφορά σε πρωτογενή ιστορική πηγή, ήτοι σχετικό  σημείωμα της ΕΛΔΥΚ, παρουσιάζεται ο Ενάγοντας να μεσολαβεί και να συζητά με αντιπροσώπους ξένων πρεσβειών και να ενημερώνει σχετικά την ΕΛΔΥΚ».

 

            Όπως ορθά σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το σημαντικό δεν ήταν να διαπιστωθεί η ιστορική αλήθεια της αναφοράς, αλλά κατά πόσο αυτή ήταν δικαιολογημένη ή ουσιωδώς αληθής υπό το φως της ενώπιον του μαρτυρίας.

 

         Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Hλιάδης ν. Bενιζέλου κ.ά. (2009) 1 Α.Α.Δ. 960 όπου στις σελ. 966-967 μνημονεύονται οι υποθέσεις R. v. Zandel [1992] 75 C.C.C. (3d) 449 και Irving v. Penguin Books Ltd & Another [2001] EWCA Civ. 1197 και επισημαίνονται τα ακόλουθα:

 

            «Έτσι και εδώ, το Δικαστήριο δε θα προβεί σε ευρήματα για το κατά πόσον ο ενάγων διέπραξε αυτά που του καταλογίζονται στο δημοσίευμα παρά μόνον για το αν με βάση την ιστορική (και άλλη) μαρτυρία που δόθηκε η ουσία του δημοσιεύματος (σχολίων και γεγονότων), θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη ή ακόμη και ουσιωδώς αληθής (substantially true), ενταγμένου βεβαίως του ανάλογου σκεπτικού στα πλαίσια των αρχών που διέπουν την απόδειξη υπερασπίσεων που προβάλλουν οι εναγόμενοι».

 

         Έχοντας υπόψη το πιο πάνω υπόβαθρο, θεωρούμε ότι ήταν δικαιολογημένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Ο εφεσίβλητος 2 κατά τον χρόνο του δημοσιεύματος είχε στην κατοχή του μαρτυρία ότι ο εφεσείων «ήταν αγωνιστής της περιόδου 1971 - 1974» δηλαδή «αγωνιστής» της ΕΟΚΑ Β, μιας παράνομης παραστρατιωτικής οργάνωσης, ότι η ΕΟΚΑ Β οργάνωσε και εκτέλεσε την απαγωγή του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης και για την απαγωγή αυτή είχε συλληφθεί ο εφεσείων. Περαιτέρω, ότι άτομα που πρόσκειντο στην ΕΟΚΑ Β, μεταξύ των οποίων και ο εφεσείων, είχαν συνάντηση με τον στρατιωτικό ακόλουθο των ΗΠΑ. Επιπρόσθετα, ότι ο εφεσείων μεσολαβούσε και συζητούσε με αντιπροσώπους ξένων πρεσβειών και ενημέρωνε σχετικά την ΕΛΔΥΚ. Τέλος, ότι ο εφεσείων συνελήφθη ως ύποπτος για την απόπειρα δολοφονίας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ (σελίδα 14 της πρωτόδικης απόφασης). Συνεπώς η αναφορά ότι ανήκε στον σκληρό πυρήνα της ΕΟΚΑ Β, μολονότι ήταν δυσφημιστική για το πρόσωπο του εφεσείοντος, τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Επαναλαμβάνουμε επί του προκειμένου ότι κάποιο περιθώριο για υπερβολή, ακόμα και για ανακρίβεια παρέχεται στο πλαίσιο της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος v. Γεωργιάδη (2011) 1 Α.Α.Δ. 407).

 

         Η θέση του εφεσείοντος ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν αναληθές δεν συνάδει με οποιοδήποτε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εκείνο το οποίο επισήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελίδα 28 της απόφασης του είναι ότι τα ενώπιον του στοιχεία, δεν επαρκούσαν για επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης της αλήθειας, αλλά τούτο σε καμία περίπτωση μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος 2 γνώριζε ότι αυτό που δημοσίευσε ήταν αναληθές. Το συμπέρασμα αυτό απαντά ουσιαστικά και στη θέση του εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε αν οι εφεσίβλητοι πίστευαν ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν αναληθές. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το εν λόγω θέμα και έκρινε ότι δεν προέκυπτε μια τέτοια πεποίθηση. Την κατάληξη αυτή την επαναλαμβάνει και στη σελίδα 29 το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνοντας ότι «Επιπρόσθετα, δεν διαφαίνεται από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 2 όταν κατέγραψε την πιο πάνω αναφορά γνώριζε ότι αυτή ήταν αναληθής».

 

         Σε σχέση με το θέμα της κακής πίστης που επίσης αναδεικνύεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, ακόμα και αν αποδεικνυόταν ότι η αναφορά ήταν αναληθής και οι εφεσίβλητοι δεν πίστευαν ότι ήταν αληθής, το βάρος απόδειξης κακής πίστης το είχε ο εφεσείων και δεν προκύπτει να το απέσεισε ποτέ. Σχετικές οι παράγραφοι (2) και (3) του άρθρου 21 που προβλέπουν ότι:

 

            «(2) Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς δεv θεωρείται ότι έγιvε καλή τη πίστει από πρόσωπo εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ (1), τoυ άρθρoυ αυτoύ, αv καταδειχθεί ότι-

            (α) Τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός δεv πίστευε αυτό ως αληθές͘ ή

                      (β) τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός πρoέβηκε στη δημoσίευση χωρίς vα καταβάλει εύλoγη φρovτίδα για τηv εξακρίβωση τoυ αληθoύς ή τoυ αvαληθoύς αυτoύ͘  ή

            (γ) πρoβαίvovτας στη δημoσίευση, εvήργησε με σκoπό βλάβης τoυ πρoσώπoυ πoυ δυσφημείται σε βαθμό σημαvτικά μεγαλύτερo ή κατά τρόπo σημαvτικά διαφoρετικό τoυ εύλoγα αvαγκαίoυ για τo κoιvό συμφέρov ή για τηv πρoστασία τoυ ιδιωτικoύ δικαιώματoς ή συμφέρovτoς σε σχέση με τoπoίo αξιώvει πρovόμιo.

           

            (3) Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς, αv η δημoσίευση αυτή θα μπoρoύσε vα θεωρηθεί πρovoμιoύχα βάσει τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ (1), και εγερθεί η υπεράσπιση τoυ πρovoμίoυ, τo βάρoς της απόδειξης ότι η δημoσίευση αυτή δεv έγιvε καλή τη πίστει φέρει o εvάγovτας».

 

         (η υπογράμμιση είναι δική μας)

 

         Στην προκειμένη περίπτωση, ως πιο πάνω επισημάναμε, είναι το αντίθετο που καταδείχθηκε κατά την ακρόαση. Ούτε, οι επιπρόσθετες αιτιάσεις της πλευράς του εφεσείοντος, δηλαδή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το δημοσίευμα δεν αποτελούσε έντιμο σχόλιο (αλλά στην πράξη δεν το έλαβε υπόψη), ότι παρέλειψε να εξετάσει αν το επίδικο δημοσίευμα αποτελούσε ανεύθυνη δημοσιογραφία και ότι παρέλειψε να σταθμίσει τη βλάβη στο πρόσωπο του εφεσείοντος σε αντιπαραβολή του κοινού συμφέροντος, είναι βάσιμες. Το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε (ίσως εκ του περισσού) ότι δεν τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου, ουδόλως αποδυναμώνει την κατάληξη του ότι τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Πρόκειται για δυο διακριτές υπερασπίσεις. Σε σχέση με την «ανεύθυνη δημοσιογραφία» και την υποχρέωση επικοινωνίας παραθέτουμε πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Η ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ στο Κυπριακό & Ευρωπαϊκό Δίκαιο του Πόλυ Γ. Πολυβίου (έκδοση 2019), (σελ. 241-242):

 

            «Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ιδιαίτερης σημασίας είναι το κατά πόσον οι δημοσιογράφοι έχουν ελέγξει και διασταυρώσει τις πληροφορίες τους. Εάν πρόκειται να κυκλοφορήσει ένα άρθρο στο οποίο περιέχονται σοβαροί δυσφημιστικοί ισχυρισμοί για κάποιο δημόσιο πρόσωπο, υπάρχει βασική (αλλά όχι ανελαστική) υποχρέωση να ελεγχθεί το αξιόπιστο των πληροφοριών, κατά προτίμηση με διασταύρωση των πληροφοριών με το ίδιο το πρόσωπο οι δραστηριότητες του οποίου είναι το αντικείμενο του δημοσιεύματος. Εάν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, π.χ. διότι το θέμα είναι κατεπείγον, τότε ο δημοσιογράφος θα πρέπει να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να βεβαιωθεί ότι η πληροφόρηση του είναι αξιόπιστη, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, είτε μέσω αξιόπιστων πηγών είτε με άλλο δημοσιογραφικά παραδεκτό τρόπο. Εάν ούτε αυτό μπορεί να γίνει, και ο δημοσιογράφος προχωρεί με το επίδικο δημοσίευμα παρά το ότι δεν έχει ελέγξει τις πληροφορίες που δημοσιεύει, τότε αναλαμβάνει τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι δεν έχει συμπεριφερθεί υπεύθυνα, με συνεπακόλουθο τόσο ο ίδιος όσο και ο εργοδότης του να καταδικαστούν σε σοβαρές αποζημιώσεις.

 

            Τα πιο πάνω θέματα έχουν απασχολήσει και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Κατά κανόνα, η Κυπριακή νομολογία θεωρεί ως συστατικό στοιχείο της υπεύθυνης δημοσιογραφίας ή της συγγραφής κάποιου βιβλίου για τη σύγχρονη ιστορία που περιέχει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς την επικοινωνία με το άτομο που αποτελεί το αντικείμενο του δημοσιεύματος ή τη διασταύρωση των επίδικων πληροφοριών με το εν λόγω άτομο. Όπως ανέφερε ο Δικαστής Σάντης στην απόφασή του στην υπόθεση Σωκράτης Z. Ηλιάδης ν. Κώστα Βενιζέλου κ.ά., που επικυρώθηκε κατ' έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο,

 

                     «Είναι επίσης γεγονός, όπως σωστά επεσήμανε ο δικηγόρος του ενάγοντα, ότι η νομολογία αναγνωρίζει κάποια υποχρέωση επικοινωνίας των συγγραφέων ενός βιβλίου ή των συντακτών ενός κειμένου προς δημοσίευση στα ΜΜΕ, με το άτομο το οποίο σκοπείται να αποτελέσει το αντικείμενο του δημοσιεύματος, για να εκφράσει τις δικές του θέσεις, οι οποίες θα πρέπει, μάλιστα, με κάποιο τρόπο, να μνημονευθούν στο γραπτό».

 

            Η πιο πάνω θέση όμως δεν δημιουργεί «νομική υποχρέωση» που θα πρέπει πάντα να τηρείται, αν και είναι πολύ επιθυμητό να υπάρχει προηγούμενη επικοινωνία με το αντικείμενο του δυσφημιστικού δημοσιεύματος, εκεί τουλάχιστον που υπάρχει χρόνος να γίνει τούτο. Όπως και πάλι σημειώθηκε από τον Δικαστή Σάντη στην υπόθεση Σωκράτης Ζ. Ηλιάδης,

 

                     «Η άποψη όμως αυτή, που αναλύθηκε στη Reynolds ν. Times Newspapers Ltd, δε δημιουργεί ανελαστική υποχρέωση εκ πλευράς δημοσιογράφου ή συγγραφέα, να προβαίνει στο διάβημα αυτό, στην κάθε περίπτωση. Η κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται αναλόγως των δικών της γεγονότων»».

 

         Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως σωστά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, το κεντρικό ζήτημα του δημοσιεύματος ήταν άλλο, ήτοι οι κατ’ ισχυρισμό ατασθαλίες στο ίδρυμα «Γεώργιου Γρίβα Διγενή» στην Αθήνα. Η αναφορά στο πρόσωπο του εφεσείοντος έγινε παρεμφερώς και δευτερευόντως, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται η σημασία της. Η αναφορά δεν αφορούσε κάποιο πρόσφατο συμβάν ή περιστατικό, ώστε απαρεγκλίτως και απαραιτήτως να απαιτείτο η θέση του εφεσείοντος επί του προκειμένου. Αφορούσε κάποια παγιωμένη αντίληψη σε σχέση με τη συμμετοχή του σε παραστρατιωτική οργάνωση του μακρινού παρελθόντος. Ως εκ τούτου, κατ’ εξαίρεση, δοθέντος των στοιχείων που είχε στην κατοχή του ο εφεσίβλητος 2, αλλά και της λακωνικότητας της αναφοράς, εντασσόμενη ως προαναφέραμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που είχε στον πυρήνα του, διαφορετικό αντικείμενο, η μη επικοινωνία με τον εφεσείοντα, δεν συνιστούσε, υπό τις περιστάσεις, ανεύθυνη δημοσιογραφία, ούτε έπληττε την εφαρμογή της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

         Τα πιο πάνω απαντούν φρονούμε και στα περί στάθμισης της βλάβης στο πρόσωπο του εφεσείοντος συγκριτικά με το κοινό συμφέρον στην πληροφόρηση. Η διαφορετική θεματολογία του άρθρου σε συνάρτηση με τη λακωνικότητα της αναφοράς στο πρόσωπο του εφεσείοντος, αλλά και του χρονικού χάσματος μεταξύ τέλεσης του δυσφημιστικού συμβάντος και του επίδικου δημοσιεύματος, καθιστούσε την όποια βλάβη στο πρόσωπο του εφεσείοντος, υποδεέστερη του κοινού συμφέροντος στην πληροφόρηση.

 

         Ως εκ των ανωτέρω ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Η πιο πάνω κατάληξη, συμπαρασύρει και τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος συνακόλουθα απορρίπτεται. Ο εφεσείοντας δεν ήταν υποκείμενο του δημοσιεύματος.

 

         Ο τέταρτος και τελευταίος λόγος έφεσης αφορά τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας, τα οποία, επιδικάστηκαν σε βάρος του εφεσείοντος.

 

         Πέραν του γεγονότος ότι δεν ισχύουν ή δεν έχουν βαρύνουσα σημασία τα όσα υπoστηρίζει στην αιτιολογία του λόγου έφεσης ο εφεσείοντας, να υπενθυμίσουμε ότι η επιδίκαση των εξόδων μιας υπόθεσης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, η οποία βέβαια ασκείται δικαστικά, με αναφορά στους ενδογενείς παράγοντες της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της απαίτησης, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια και εφαρμόζοντας τον γενικό κανόνα ότι «τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα» καταδίκασε τον αποτυχόντα διάδικο στα έξοδα της διαδικασίας που ο ίδιος ενεργοποίησε. Μια συνήθης και καθόλα αποδεκτή πρακτική (βλ. Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2221, See You Travel Ltd v. Χρυσοστόμου, Πολιτική Έφεση 118/24, ημερ. 28.3.2022 και Κτενά v. CNP Cyprialife Ltd, Πολιτική Έφεση 386/2019, ημερ. 18.3.2025). Ανάλογες αρχές προβλέπονται στο Μέρος 39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

         Απορρίπτεται επομένως και ο τέταρτος λόγος έφεσης.

 

         Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.900 έξοδα έφεσης πλέον ΦΠΑ υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον του εφεσείοντος.

 

         Σημειώνεται, ότι τα έξοδα καθορίστηκαν στην κλίμακα €2.000 - €10.000, στην οποία εμπίπτει το ποσό των €3.000, το οποίο δηλώθηκε από τα μέρη ως η εύλογη αποζημίωση που θα δικαιούτο ο εφεσείοντας σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης.

 

 

 

 

                                                                    ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                    Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                    Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο