ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΟΙΒΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ v. ΗΛΙΑΝΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΟΥΡΝΑΡΗ, Ποινική Έφεση Αρ.: 187/2023, 28/4/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΟΙΒΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ v. ΗΛΙΑΝΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΟΥΡΝΑΡΗ, Ποινική Έφεση Αρ.: 187/2023, 28/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 187/2023)

 

28 Απριλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΟΙΒΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΗΛΙΑΝΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΟΥΡΝΑΡΗ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Ε. Αντωνιάδου Φράγκου (κα), για τον Εφεσείοντα.

Λ. Μουσκή (κα) για Αργεντούλα Ιωάννου, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η ιδιωτική ποινική υπόθεση 10511/2021 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από τον παραπονούμενο εναντίον τεσσάρων κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων της εφεσίβλητης, οι οποίοι αντιμετώπιζαν από κοινού δύο κατηγορίες αναφορικά με τα αδικήματα της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή την όχληση του κατόχου της κατά παράβαση των Άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα και της συνωμοσίας προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος κατά παράβαση των Άρθρων 372, 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα.

 

Ειδικότερα, αποδόθηκε στους κατηγορουμένους ότι μεταξύ 12.8.2021‑18.8.2021 κατόπιν συνωμοσίας εισήλθαν σε οικία κάτοχος της οποίας είναι ο παραπονούμενος και παρέμειναν εκεί παράνομα με σκοπό να διαπράξουν ποινικό αδίκημα ή και με σκοπό να εκφοβίσουν, να εξυβρίσουν ή να ενοχλήσουν τον παραπονούμενο. Το γεγονός καταγγέλθηκε στην Αστυνομία, χωρίς αποτέλεσμα.

 

Σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 η υπόθεση αποσύρθηκε λόγω αδυναμίας επίδοσης με αποτέλεσμα αυτή να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Οδηγήθηκε σε ακρόαση αναφορικά με τους υπόλοιπους τρεις κατηγορούμενους. Δόθηκε μαρτυρία από τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας, ειδικότερα τον παραπονούμενο, Μ.Κ.1, τον Γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου Προδρόμου, Μ.Κ.2, τον ΑΣΤ.3607, Μ.Κ.3 και τη Μαρία Χριστοφίδου, αδελφή του παραπονούμενου, Μ.Κ.4. Με ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.3.2023 η κατηγορούμενη 1-εφεσίβλητη κλήθηκε σε απολογία στην πρώτη κατηγορία, ενώ αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από τη δεύτερη κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι 3 και 4 αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν.

 

Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε εναντίον της κατηγορούμενης 1 με την ίδια να δίδει ένορκη μαρτυρία και με την κλήση ενός ακόμη μάρτυρα υπεράσπισης. Με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.6.2023 η κατηγορούμενη 1 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε επίσης όπως ο παραπονούμενος πληρώσει τα έξοδα της διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις λεπτομερείς οδηγίες του Δικαστηρίου στην απόφασή του.

 

Ο παραπονούμενος‑εφεσείων αμφισβητεί την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την υπό κρίση έφεση, την οποία καταχώρησε μετά από άδεια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία προβάλλονται τέσσερεις λόγοι έφεσης.

 

Για σκοπούς αντίληψης τόσο των λόγων έφεσης αλλά και την πραγμάτευση αυτών, κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν στο σημείο αυτό τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα από την εκκαλούμενη απόφαση. Ο παραπονούμενος και η κατηγορούμενη 1 τον επίδικο χρόνο ήταν εν διαστάσει σύζυγοι και είχαν αποκτήσει από τον γάμο τους τρία παιδιά. Η κατηγορούμενη 1 είχε καταγγείλει τον παραπονούμενο στην Αστυνομία ότι άσκησε βία προς το πρόσωπό της με αποτέλεσμα να καταχωρισθεί εναντίον του από την Αστυνομία η ποινική υπόθεση 1043/2021 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε στον παραπονούμενο να εισέρχεται στην οικογενειακή εστία στη Λεμεσό καθώς και να πλησιάζει την κατηγορούμενη 1 σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων.

 

Η επίμαχη οικία βρίσκεται στο χωριό Πρόδρομος και είχε ανεγερθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης παραπονούμενου και κατηγορούμενης 1, σε ακίνητο που μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς στον παραπονούμενο από τη μητέρα του. Ενόσω εκδικαζόταν η επίδικη υπόθεση, για την εν λόγω κατοικία δεν είχε εκδοθεί ακόμη οποιοσδήποτε τίτλος ιδιοκτησίας ενώ το οικόπεδο εντός του οποίου αυτή ανεγέρθηκε, είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του παραπονούμενου.

 

Στις 12.8.2021 η κατηγορούμενη 1 συνοδεία δύο άλλων προσώπων μετέβηκαν στην επίδικη οικία στην οποία και εισήλθαν με τη χρήση κλειδιού που η κατηγορούμενη 1 είχε στην κατοχή της και παρέμεινε εκεί τουλάχιστον μέχρι τις 15.8.2021. Η ενέργειά της αυτή προκάλεσε την αντίδραση του παραπονούμενου με τον οποίο βρισκόταν σε διάσταση από τα τέλη Ιανουαρίου του 2021, όπως έχει ήδη αναφερθεί, και διέμεναν έκτοτε σε διαφορετικές οικίες, με αποτέλεσμα αυτός να ειδοποιήσει την Αστυνομία καταγγέλλοντας παράνομη επέμβαση από πλευρά της. Μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στην επίδικη οικία στις 12.8.2021 όπου κατόπιν συζήτησης με την κατηγορούμενη αναφορικά με τις περιστάσεις εισόδου της εντός της οικίας, δεν διαπίστωσαν τη διάπραξη από μέρους της οποιουδήποτε αδικήματος.

 

Κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενης 1 εκκρεμούσε αίτηση επίλυσης περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού με την οποία η κατηγορούμενη 1 αξίωνε την απόδοση της συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας του παραπονούμενου περιλαμβανομένης και της συνεισφοράς της στην επίμαχη οικία, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στον παραπονούμενο να αποξενώσει, μεταξύ άλλων, το μισό μερίδιο της επίμαχης οικίας.

 

Το καίριο ερώτημα για το οποίο απαιτήθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, όπως προέκυψε στο πλαίσιο της εκδίκασης της ως άνω υπόθεσης, ήταν το κατά πόσο η κατηγορούμενη 1 είχε δικαίωμα εισόδου και παραμονής στην επίμαχη οικία ή το κατά πόσο προέβη στην ενέργεια αυτήν με σκοπό να οχλήσει τον παραπονούμενο.

 

Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι μετά τη διάστασή τους υπήρξε συμφωνία μεταξύ του και της κατηγορούμενης 1 ότι την αποκλειστική κατοχή και χρήση της επίδικης οικίας θα είχε ο ίδιος με αποτέλεσμα να την καταστήσει ως τη μόνιμη του κατοικία. Η κατηγορούμενη 1 υποστήριξε ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία, ο παραπονούμενος είχε τη μόνιμή του διαμονή στο κοινής ιδιοκτησίας διαμέρισμά τους στη Λεμεσό και η ίδια είχε κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιεί την εξοχική κατοικία εξίσου μαζί του, αφού διατηρεί και η ίδια ιδιοκτησιακά δικαιώματα επ' αυτής. Ήταν η θέση της ότι ο παραπονούμενος ουδέποτε μετά τη διάστασή τους διέμενε μόνιμα στην επίμαχη οικία ως υποστήριζε και ότι η ίδια μετέβηκε στην εν λόγω οικία για σκοπούς καλοκαιρινών διακοπών και σε καμία περίπτωση για να του προκαλέσει οποιαδήποτε όχληση αφού γνώριζε ότι εκείνος, την εν λόγω περίοδο, βρισκόταν και διέμενε στη Λεμεσό.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν πείστηκε για τη γνησιότητα των όσων ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) ανέφερε. Αναλώνει αρκετές σελίδες της πρωτόδικης απόφασης (σχετικές είναι οι σελίδες 24‑32) για να τεκμηριώσει την ως άνω θέση του επισημαίνοντας αντιφάσεις, υπεκφυγές, άρνηση απάντησης ερωτήσεων, παραπέμποντας σχετικά στη μαρτυρία του κατά την ακροαματική διαδικασία. Απέρριψε, συναφώς, τη μαρτυρία του ως καθ' όλα αναξιόπιστη. Αρνητική ήταν και η αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον Μ.Κ.2 για τον οποίο ανέφερε ότι ήταν εμφανές ότι επιχείρησε με κάθε τρόπο να υποστηρίξει την εκδοχή του παραπονούμενου περί μόνιμης διαμονής του στην επίμαχη οικία, ακόμα και εάν αυτή η εκδοχή δεν υποστηρίχθηκε από την πραγματική αλλά και άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι ένας από τους λόγους που το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση του παραπονούμενου ότι αυτός διέμενε μόνιμα στην επίμαχη οικία μετά τη διάσταση των μερών, ήταν το τεκμήριο 18 (λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος για την επίδικη οικία) σύμφωνα με τον οποίο από τις 7.12.2020 μέχρι τις 7.12.2021 ουδεμία κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος καταγράφηκε.

 

Ο Μ.Κ.3 που ήταν ο αστυνομικός που ανέλαβε να εξετάσει την καταγγελία του παραπονούμενου περί παράνομης επέμβασης της κατηγορούμενης στην επίμαχη οικία, έκανε άριστη εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας και, όπως σημειώνει, δεν έχει διαπιστώσει πρόθεση εκ μέρους του να παραποιήσει τα γεγονότα. Ήταν το πρόσωπο που μετέβη στην επίδικη οικία για σκοπούς διερεύνησης του παραπόνου του παραπονούμενου στις 12.8.2021 και συνομίλησε με την κατηγορούμενη. Στη βάση των όσων του αναφέρθηκαν από την κατηγορούμενη, έκρινε ότι ουδέν ποινικό αδίκημα στοιχειοθετείτο, αρχειοθετώντας την υπόθεση ως μη ποινικής φύσεως υπόθεση και προέβηκε σε συστάσεις στον παραπονούμενο να προβεί στη λήψη άλλων μέτρων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφορικά με τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, σημειώνει ότι πέραν της θετικής εικόνας που άφησε ο εν λόγω μάρτυρας, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε καθόλου κατά την αντεξέτασή του, αλλά αντίθετα αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των μερών.

 

Τέλος, αρνητική ήταν η αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, αδελφής του παραπονούμενου, για την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς κανένα ενδοιασμό, κατέληξε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον αδελφό της, Μ.Κ.1, χωρίς να προκύπτει ότι η ίδια είχε προσωπική γνώση των όσων ανέφερε, με αποτέλεσμα αρκετές θέσεις της να μη συνάδουν αλλά αντίθετα να συγκρούονται με τα όσα ο Μ.Κ.1  ανέφερε στη δική του μαρτυρία. Όπως επίσης ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η εν λόγω μάρτυρας απέφευγε τεχνηέντως να απαντά σε ερωτήματα που τις ετίθεντο, ενώ προσπαθούσε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως γνώστη πρωτογενών γεγονότων όταν εμφανώς η ίδια καμία προσωπική γνώση δεν είχε για τα όσα ανέφερε.

 

Επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο σχολίασε ότι η Μ.Κ.4 προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως εμπειρογνώμονα νομικών ζητημάτων προχωρώντας μάλιστα σε σχετική ερμηνεία του όρου «κατοχή» καθώς και σε νομική ανάλυση για το πότε μπορεί να συναφθεί μια έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία στη βάση του περί Συμβάσεων Νόμου. Ανέφερε, τέλος, για την εν λόγω μάρτυρα ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της δεν στηρίχτηκε σε γεγονότα που η ίδια αντιλήφθηκε, αλλά στηρίχτηκε σε συμπεράσματα που εξήγαγε στη βάση των όσων της ανέφερε ο παραπονούμενος αδελφός της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι «ούτε η μαρτυρία της Μ.Κ.4 μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για εξαγωγές συμπερασμάτων και ως εκ τούτου την απορρίπτω και αυτήν στο σύνολό της».

 

Αντίθετα με τη μαρτυρία που προσάχθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, στο Δικαστήριο έκαμε πολύ καλή εντύπωση η Μ.Υ.1, κατηγορούμενη, και έκρινε ότι αυτή υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος στις σελίδες 40‑44 της απόφασής του και εξηγεί με αναφορά τόσο στην προφορική της μαρτυρία αλλά και σε τεκμήρια που έχουν καταχωρηθεί, από όλα όσα έχει αναφέρει και κατέληξε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχτεί στη μαρτυρία της. Σημείωσε δε ότι συνεπεία της αποδοχής της μαρτυρίας της αποδέχτηκε τους ισχυρισμούς της ότι όταν η ίδια μετέβηκε στην επίδικη οικία στις 12.8.2021, αυτή ήταν κοινής κατοχής σημειώνοντας ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο παραπονούμενος βρισκόταν κατά τον εν λόγω χρόνο στη Λεμεσό.

 

Θετική ήταν η αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και για τον Μ.Υ.2, πρόσωπο που διαμένει στο χωριό Πρόδρομος, η οικία του οποίου βρίσκεται σε απόσταση από την οποία η επίμαχη οικία είναι ορατή σε αυτόν, ο οποίος αναφέρθηκε στο ότι η παραπονούμενη, την οποία γνωρίζει προσωπικά, είχε επισκεφθεί το χωριό Πρόδρομος τουλάχιστον 2‑3 φορές μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου του 2021 αφού τον επισκέφθηκε στην οικία του.

 

Η θέση του παραπονούμενου ‑ εφεσείοντα ότι γενικά αυτός είχε την κατοχή της επίδικης οικίας στη βάση της ισχυριζόμενης συμφωνίας των μερών, έχει απορριφθεί.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε επίσης τη θέση της κατηγορούμενης ότι δεν είχε καμία πρόθεση να οχλήσει τον παραπονούμενο αφού γνώριζε ότι αυτός βρισκόταν στη Λεμεσό και όχι στην επίμαχη οικία και η ίδια εξάσκησε καλόπιστα το δικαίωμα που είχε να χρησιμοποιεί την οικία. Αποδέχτηκε, επίσης, τη θέση της ότι η ίδια μετά τη διάσταση επισκέφθηκε την επίμαχη οικία αρκετές φορές χωρίς προηγουμένως να αντιδράσει ο παραπονούμενος και ότι διατηρούσε και η ίδια όπως και ο παραπονούμενος προσωπικά αντικείμενα, είδη ένδυσης και υπόδησης, στην επίδικη οικία.

 

Αν και το κατηγορητήριο δεν εξειδικεύει την πρώτη κατηγορία δηλαδή κατά πόσο αποδόθηκε στην κατηγορούμενη 1 ότι εισήχθη σε ξένη περιουσία με σκοπό είτε τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, είτε με σκοπό τον εκφοβισμό, είτε με σκοπό την εξύβριση, είτε με σκοπό την όχληση του κατόχου της περιουσίας αυτής, φάνηκε, από την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας ότι αυτό που ουσιαστικά αποδόθηκε στην κατηγορούμενη 1 ήταν ότι εισήλθε σε ξένη περιουσία με σκοπό την όχληση του κατόχου της περιουσίας αυτής. Η θέση της κατηγορούμενης 1 είναι ότι ουδέποτε είχε σκοπό να προκαλέσει οποιαδήποτε όχληση στον παραπονούμενο, η ίδια διατηρεί ιδιοκτησιακά συμφέροντα επί της επίμαχης οικίας τα οποία σαφώς αναγνωρίζει και ο ίδιος ο παραπονούμενος, αφού ουδέποτε προηγουμένως διαμαρτυρήθηκε για τις επισκέψεις της στην οικία. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που μετέβηκε στην επίμαχη οικία, η οποία ανέκαθεν χρησιμοποιείτο ως εξοχική κατοικία από την οικογένεια, ήταν για να προβεί σε προετοιμασίες για να έρθουν τα παιδιά της τον Δεκαπενταύγουστο για το εορταστικό τραπέζι με άλλα μέλη της οικογένειάς της.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο Άρθρο 280 του Κεφ.154 και σε εκτενή νομολογία για τη νομική ανάλυσή του. Με αναφορά ειδικότερα στις υποθέσεις ΧΧΧΧ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B474 και E.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, το πρωτόδικο Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται ασφαλής ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογικής αμφιβολίας δικανική πεποίθηση. Το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία οφείλει να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση ΛΟΪΖΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1989) 2 Α.Α.Δ. 363:

 

«Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι  αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.»

 

Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«280. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.»

 

          Ως προκύπτει από το λεκτικό του Άρθρου 280 τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

α) Παράνομη είσοδος ή παράνομη παραμονή σε περιουσία που κατέχει άλλος

β) Με σκοπό (πρόθεση) τη διάπραξη αδικήματος ή εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας.

 

          Συνεπώς, θα πρέπει να αποδειχθεί το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της «πρόθεσης για διάπραξη αδικήματος ή εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας». Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να θεωρηθεί αξιόποινη, για σκοπούς του Άρθρου 280, η όποια τυχόν «επέμβαση» από πλευράς κατηγορούμενου.

 

          Σημειώνεται ότι στην παρούσα υπόθεση με την υπό κρίση κατηγορία, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αυτό το οποίο καταλογίστηκε στους κατηγορούμενους είναι πρόθεση «όχλησης» του παραπονούμενου. Στην ΑΝΘΙΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (Αρ. 1) (1999) 2 Α.Α.Δ. 404, τονίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή φέρει, σε όλα τα στάδια της δίκης, το βάρος απόδειξης της ύπαρξης της πρόθεσης που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο. Παρά το ότι η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις της υπόθεσης, το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα, το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην Αγγλική υπόθεση REX v. STEANE [1947] 1 K.B. 997, στην οποία, μεταξύ άλλων, τονίζεται ότι «where an intent is charged in an indictment, the burden of proving that intent remains throughout on the prosecution».

 

          Η δε πρόθεση για διάπραξη αδικήματος ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας, πρέπει να αποτελεί και την πραγματική και κυρίαρχη πρόθεση του κατηγορούμενου κατά τον χρόνο που ο τελευταίος εισήλθε ή αποφάσισε να παραμείνει στο ακίνητο. Η απλή διαμονή ή κατοχή του ακινήτου, έστω και παράνομη, δεν μπορεί να αναχθεί σε ποινική επέμβαση, χωρίς την ύπαρξη της αναγκαίας πρόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μάλιστα δε, ακόμα και αν ο κατηγορούμενος διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα ή ενοχλήσει τον κατηγορούμενο, ενώ είναι στο ακίνητο, χωρίς όμως ποτέ να είχε αυτή την πρόθεση όταν εισέρχετο ή όταν αποφάσισε να μείνει, τότε αν και μπορεί να είναι ξεχωριστά ένοχος για το εν λόγω αδίκημα, εντούτοις δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της ποινικής επέμβασης (βλ. BABY RAM v. STATE 1971 ALJ 4 και ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟ κ.α. v. ΚΥΠΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Ποινική Έφεση 167/2013, 18.1.2017). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το αδίκημα του Άρθρου 280 του Κεφ. 154 μπορεί να διαπραχθεί ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε νόμιμα στην περιουσία και ανεξαρτήτως αν κατά τον χρόνο που εισήλθε εντός αυτής ο παραπονούμενος απουσίαζε προσωρινά από αυτή.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι, συνεπεία απόρριψης της μαρτυρίας και εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής και δη των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 ότι ο παραπονούμενος είχε τη μόνιμη διαμονή του στην επίμαχη οικία και ότι η κατοχή ήταν στον ίδιο και μάλιστα κατά αποκλειστικότητα δυνάμει συμφωνίας μεταξύ του και της κατηγορούμενης‑εφεσίβλητης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιόν του για να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν και να καταδικάσει την κατηγορούμενη 1 για το αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Δέχτηκε επίσης ότι την επίδικη χρονική περίοδο ο παραπονούμενος δεν είχε τη φυσική κατοχή της επίμαχης οικίας, δεν βρισκόταν εντός αυτής αλλά αντίθετα βρισκόταν στο διαμέρισμα στη Λεμεσό όπου είχε συνάντηση με τα παιδιά του. Επίσης, ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι εφόσον αμφότεροι οι διάδικοι (παραπονούμενος και κατηγορούμενη 1) ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου επικαλούνται ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επίδικης κατοικίας και χωρίς μέχρι τη στιγμή που εκδικάζετο η υπόθεση να είχε επιλυθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικίας αυτής «καθίσταται εμφανές ότι εν τη απουσία οιασδήποτε συμφωνίας στη βάση της οποίας να έχει δοθεί η αποκλειστική κατοχή και χρήση αυτής σε ένα εκ των δύο μερών, αμφότεροι διατηρούν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν από κοινού την εν λόγω οικία». Κατέληξε δε ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν στα πλαίσια άσκησης του εν λόγω δικαιώματος που εισήλθε εντός της επίμαχης οικίας, όταν μάλιστα αυτή ήτο κενή φυσικής κατοχής, και προχώρησε και αθώωσε και την απάλλαξε από την κατηγορία που αντιμετώπιζε.

 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αμφισβητείται από τον παραπονούμενο με τέσσερεις λόγους έφεσης. Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 αφορούν κατ' ισχυρισμόν εφαρμογή πλημμελώς του νόμου επί των πραγματικών γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης με αποτέλεσμα να καταλήξει λανθασμένα στο συμπέρασμα ότι, στις 12.8.2021 ο Μ.Κ.1 δεν είχε φυσική κατοχή της επίμαχης οικίας και δεν βρισκόταν εντός αυτής αλλά αντίθετα βρισκόταν στο διαμέρισμά του στη Λεμεσό όπου είχε συνάντηση με τα τέκνα του. Εξειδικεύει δε ο λόγος έφεσης ότι με δεδομένο ότι η επίδικη οικία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εφεσείοντα και ότι είχε δηλωθεί ως η μόνιμη διαμονή του, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο εφεσείων είχε παραχωρήσει ή εκχωρήσει την κατοχή της επίδικης οικίας σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Αναφέρει δε περαιτέρω ότι ο ιδιοκτήτης είναι και κάτοχος της οικίας και ότι πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε την έννοια της κατοχής αντικρίζοντας την ως διαχωρισμένη από την ιδιοκτησία παραγνωρίζοντας την πρόθεση του νομοθέτη αναφορικά με το Άρθρο 280 του Κεφ. 154 που δεν ήταν άλλη από το να προστατεύσει και τον απλό ενοικιαστή που δεν είναι ιδιοκτήτης.  

 

Με τον λόγο έφεσης 2 αμφισβητείται το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου «το εάν η ενέργεια αυτής της κατηγορούμενης 1 όχλησε τον Μ.Κ.1 ο οποίος θεωρεί ότι δικαιωματικά του ανήκει η επίμαχη κατοικία ποσώς μπορεί να αναγάγει τη συμπεριφορά της σε ποινική επέμβαση». Προβάλλεται η θέση ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αντίκρισε το συστατικό στοιχείο του Άρθρου 280 του Κεφ. 154 της όχλησης του κατόχου και εσφαλμένα δεν εξέτασε καθόλου το ζήτημα αυτό (της όχλησης).

 

Με τον λόγο έφεσης 3 προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε πλημμελώς δεκτή και ταυτόχρονα απέκλεισε άλλη απόδειξη που τέθηκε ενώπιόν του η οποία στοιχειοθετούσε το αδίκημα του Άρθρου 280 του Κεφ. 154 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Βάση για τον τρίτο λόγο έφεσης είναι, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, το τεκμήριο 12 που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μήνυμα το οποίο η εφεσίβλητη έστειλε στα παιδιά της στα οποία αναφέρει ότι ο εφεσείων είχε κλείσει το internet, πήγε και έκλεισε και το νερό, κάτι που δείχνει ότι η είσοδος στην επίμαχη οικία είχε απαγορευτεί στην εφεσίβλητη από τον εφεσείοντα και όλες οι ενέργειες του εφεσείοντα δήλωναν τούτο. Επίσης, αναφέρεται και σε άλλα ηλεκτρονικά μηνύματα όπως π.χ. το τεκμήριο 11 που ήταν επικοινωνία μεταξύ του εφεσείοντα και του γιου των διαδίκων Μιχάλη Χριστοφίδη, σύμφωνα με την οποία προκύπτει ότι όταν ο γιος Μιχάλης ζήτησε από τη μητέρα του τα κλειδιά του Προδρόμου πριν πάει τον Αύγουστο, αυτή του είχε αναφέρει ότι δεν έχει τα κλειδιά του Προδρόμου.

 

Με τον λόγο έφεσης 4, αναφέρεται ως λανθασμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την έγερση διαδικασιών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου δημιουργούνται αυτόματα δικαιώματα επί των περιουσιακών δικαιωμάτων στα οποία υπάρχει διεκδίκηση. Ο εφεσείων θεωρεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο τελώντας σε πλάνη περί τον νόμο και καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας, αναγνώρισε ουσιαστικά δικαιώματα στην εφεσίβλητη, εισόδου και επέμβασης στην επίδικη οικία, παραγνωρίζοντας ότι με βάση το ισχύον δίκαιο ο εφεσείων ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης και κάτοχος της επίδικης κατοικίας και ότι μόνο με την έκδοση δικαστικής απόφασης από το Οικογενειακό Δικαστήριο η εφεσίβλητη θα μπορούσε να αποκτήσει οποιονδήποτε δικαίωμα επί της επίδικης κατοικίας.

 

Καθοριστικής σημασίας για το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εξαγωγή συμπερασμάτων και την υπαγωγή τους στη σχετική νομοθετική πρόνοια που δημιουργεί το αδίκημα υπό εξέταση, ήταν η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του. Έχει ήδη αναφερθεί ότι κατέρριψε τη μαρτυρία του εφεσείοντα αλλά και των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας πλην του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.3, ως πλήρως αναξιόπιστη παραθέτοντας και συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας τους με τα οποία δικαιολογεί την κρίση του. Αντίθετα, θεώρησε ως πλήρως αξιόπιστη τόσο τη Μ.Υ.1 κατηγορούμενη, αλλά και τον Μ.Υ.2 και πάλι για λόγους που με λεπτομέρεια αναφέρει στην απόφασή του. Είναι με βάση την εν λόγω αξιολόγηση της μαρτυρίας που προχώρησε και κατέληξε σε ευρήματα τα οποία ακολούθως υπήγαγε στο σχετικό άρθρο του Ποινικού Κώδικα, το Άρθρο 280, επί του οποίου στηρίχθηκε το κατηγορητήριο σε ό,τι αφορά την πρώτη κατηγορία η οποία τελικά παρέμεινε ενώπιόν του μετά την έκδοση της ενδιάμεσής του απόφασης στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Σημειώνουμε ότι δεν υπάρχει λόγος έφεσης που να αφορά την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγαγε τα ευρήματά του αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ένα από αυτά, το κυριότερο, ήταν ότι ουδέποτε η επίδικη οικία υπήρξε αποκλειστικής ιδιοκτησίας και κατοχής του παραπονούμενου‑εφεσείοντα δυνάμει συμφωνίας ως ο ίδιος έχει αναφέρει πλειστάκις.

 

Όπως είναι νομολογημένο το δικαίωμα υποβολής έφεσης σε αθωωτική απόφαση περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και δεν επεκτείνεται σε ζητήματα αξιολόγησης της μαρτυρίας αλλά ούτε και στην προσβολή των ευρημάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Σχετικές είναι οι αποφάσεις CORINA SNACKS LIMITED v. ΟΡΦΑΝΙΔΗ, Ποινική Έφεση 212/2015, ημερομηνίας 29.5.2018 και NOSKOV SERGEI κ.α. v. OLGA VASILYEVA, Ποινική Έφεση 244/2019, ημερομηνίας 31.10.2023.

 

Στον πρώτο λόγο έφεσης η συνήγορος του εφεσείοντα αναφέρει ότι ήταν παραδεκτό γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της επίδικης οικίας η οποία είχε δηλωθεί ως η μόνιμη διαμονή του «γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε». Είναι λανθασμένη αυτή η εισήγηση της συνηγόρου. Από την αρχή της ακρόασης της υπό κρίση υπόθεσης και σε ολόκληρη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν διάχυτη η θέση της εφεσίβλητης ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία για αποκλειστική παραχώρηση της εν λόγω οικίας στον παραπονούμενο, ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος διέμενε μόνιμα εκεί, αντίθετα διέμενε σε άλλο διαμέρισμα στη Λεμεσό ιδιοκτησίας των διαδίκων μετά από συμφωνία και μάλιστα, προσκομίζοντας μαρτυρία, η εφεσίβλητη έπεισε το Δικαστήριο το οποίο και στα ευρήματά του καθορίζει ότι η επίδικη οικία δεν ήταν το μέρος όπου ο εφεσείων διέμενε μόνιμα. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται λόγω αυτής της λανθασμένης αντίληψης που αφορά τη βάση του.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης αφορά εισήγηση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το θέμα της όχλησης. Προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης ότι το γεγονός ότι ο εφεσείων με την είσοδο της εφεσίβλητης στην επίδικη οικία κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία ενώ καταχώρισε τόσο αστική όσο και ποινική υπόθεση εναντίον της για το αδίκημα της παράνομης εισόδου στην επίδικη οικία είναι ενέργειες που δηλώνουν σαφώς την ενόχλησή του από την πράξη της εφεσίβλητης. Το αδίκημα όπως αναφέρεται στο Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα για να αποδειχθεί πρέπει να πειστεί το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη στη συγκεκριμένη υπόθεση εισήλθε σε περιουσία που είναι στην κατοχή του παραπονούμενου με σκοπό να οχλήσει τον κάτοχο τέτοιας περιουσίας. Ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι η είσοδος της εφεσίβλητης στην επίδικη οικία εξαρτάτο από την προγενέστερη συγκατάθεση του εφεσείοντα και ότι η ενέργειά της χωρίς τη συγκατάθεσή του προφανώς και θα τον ενοχλούσε. Προβάλλει δε τη θέση ότι το γεγονός και μόνο ότι η εφεσίβλητη εισήλθε στην οικία χωρίς τη συγκατάθεση του εφεσείοντα, προκάλεσε σε αυτόν ενόχληση ανεξαρτήτως των δικών της προθέσεων. Ισχυρίζεται συναφώς ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε τον λόγο της υπόθεσης LAMBIDES v. THE POLICE, (1967) 2 C.L.R. 142 στην οποία λέχθηκε ότι «εκεί που ο πραγματικός ή κύριος σκοπός της εισόδου ενός είναι να διαπραχθεί ένα αδίκημα ή να εκφοβίσει ή ενοχλήσει τον κάτοχο και όταν η διεκδίκηση δικαιώματος είναι απλώς ένας μανδύας για να συγκαλύψει τον πραγματικό σκοπό του, το αδίκημα της παράνομης εισόδου έχει διαπραχθεί».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού απέρριψε τη μαρτυρία και εκδοχή των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να δεχτεί τη θέση του παραπονούμενου ότι είχε τη μόνιμη διαμονή του στην επίμαχη οικία και κατ' επέκταση η κατοχή αυτής ήταν στον ίδιο και μάλιστα κατ' αποκλειστικότητα δυνάμει συμφωνίας που υπήρξε μεταξύ του και της κατηγορούμενης. Το γεγονός αυτό μαζί με το παραδεκτό γεγονός ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία ο παραπονούμενος δεν είχε τη φυσική κατοχή της επίμαχης οικίας και δεν βρισκόταν εντός αυτής, του επέτρεπε, ορθά να καταλήξει ότι δεν μπορούσε να συντελεστεί το αδίκημα του Άρθρου 280 του Κεφ. 154. Σε αντίθεση με την υπόθεση LAMBIDES (ανωτέρω), φάνηκε και αποδείχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη επικαλείται ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επίδικης οικίας, μέχρι τη μέρα που εκδικαζόταν η υπόθεση, το καθεστώς δεν έχει επιλυθεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ήταν εύλογα επιτρεπτό το συμπέρασμά του ότι στην απουσία οποιασδήποτε συμφωνίας στη βάση της οποίας να έχει δοθεί η αποκλειστική κατοχή και χρήση αυτής σε ένα εκ των μερών, αμφότεροι διατηρούν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν από κοινού την εν λόγω οικία.

 

Το μήνυμα του συνηγόρου της κατηγορούμενης με την οποία ζητούσε διευθέτηση των ημερομηνιών εισόδου της στην επίμαχη οικία, μετά το επίδικο συμβάν όχι μόνο δεν καταδεικνύει ότι αποκλειστικό δικαίωμα σε αυτήν είχε ο παραπονούμενος, αντίθετα δείχνει ότι αυτή επιθυμεί να συνεχίζει να ασκεί το δικαίωμά της να διαμένει στην εν λόγω οικία με τρόπο που να μην δημιουργηθούν άλλα νομικά ζητήματα όπως αυτό που δημιουργήθηκε την επίδικη ημερομηνία.

 

Και ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά το τεκμήριο 12, μήνυμα το οποίο η εφεσίβλητη απέστειλε στα παιδιά της, περιγράφοντας τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τη θέση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέκλεισε αυτό το τεκμήριο ως απόδειξη της απαγόρευσης στην ίδια να εισέρχεται εντός της επίμαχης οικίας. Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 11, επικοινωνία μεταξύ του εφεσείοντα και του γιου των διαδίκων, στην οποία επιβεβαιώνει ο γιος των διαδίκων ότι όταν ζήτησε από τη μητέρα του τα κλειδιά του Προδρόμου πριν πάει τον Αύγουστο, του ανέφερε ότι δεν έχει τα κλειδιά αλλά προφανώς τα έχει.

 

Είναι η θέση της συνηγόρου του εφεσείοντα ότι από τα εν λόγω τεκμήρια προκύπτει σαφώς ότι η εφεσίβλητη γνώριζε ότι η παραμονή της στην οικία θα ενοχλούσε τον εφεσείοντα και ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέκλεισε την απόδειξη αυτή.

 

Λανθασμένα η συνήγορος του εφεσείοντα αναφέρεται σε αποκλεισμό αυτής της μαρτυρίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε, εξέτασε τα εν λόγω τεκμήρια και εξήξε τα δικά του συμπεράσματα για το περιεχόμενό τους στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην οποία προέβηκε ανωτέρω. Σε καμία περίπτωση δεν τα απέκλεισε. Η εξήγηση μάλιστα που έδωσε σε αυτά, συνάδει πλήρως με τα ευρήματά του συνεπεία της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ούτε και ο τρίτος λόγος έφεσης έχει έρεισμα.

 

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την έγερση διαδικασιών περιουσιακών διεκδικήσεων ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου δημιουργούνται δικαιώματα της εφεσίβλητης επί της οικίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξομοίωσε την έγερση διαδικασιών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου με δημιουργία δικαιωμάτων επί της οικίας. Έχοντας δεχτεί τη μαρτυρία της εφεσίβλητης για τη δική της χρηματική συμβολή στην ανέγερση της οικίας κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε από την έγερση των δικαστικών διαδικασιών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το τι ανέφερε είναι ότι διεκδικούσε δικαιώματα εισόδου, κατοχής και χρήσης της επίδικης ιδιοκτησίας.

 

Επομένως, και ο τέταρτος λόγος έφεσης είναι καταδικασμένος σε απόρριψη και απορρίπτεται.

 

Η υπό κρίση έφεση απορρίπτεται. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.

 

Τα έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον του εφεσείοντα, όπως αυτά υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο