ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 212/2025, 28/4/2026
print
Τίτλος:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 212/2025, 28/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 212/2025)

 

28 Απριλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Η. Στεφάνου για Ηλία Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Π. Ευριπίδου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Με δύο λόγους έφεσης ο εφεσείων προσβάλλει απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 24 μηνών καθώς και στέρηση του δικαιώματός του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών μετά την αποφυλάκισή του, κατόπιν παραδοχής του για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης ή απερίσκεπτης συμπεριφοράς, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η επιβληθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή είναι αποτέλεσμα νομικού σφάλματος και σφάλματος αρχής επειδή βασίστηκε σε ευρήματα γεγονότων τα οποία δεν στηρίζονταν από την προσκομισθείσα μαρτυρία και/ή ήταν αντίθετα με τις θέσεις των δύο πλευρών.

 

Στις υποθέσεις ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ZΑΝΕΤΤΟΥ ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 304, HARRINGTON JULIAN ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2007) 2 Α.Α.Δ. 531 και JOANNOU & PARASKEVAIDES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2009) 2 Α.Α.Δ. 435  έγινε παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία αναφορικά με τους λόγους που μπορούν να καταδείξουν ανεπάρκεια της ποινής, συμπεριλαμβανομένης και της εσφαλμένης καθοδήγησης του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα. Χαρακτηριστικά, στην ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι στην παλαιότερη PHILIPPOU v. REPUBLIC, (1983) 2 C.L.R. 245  «γίνεται ριζική ανάλυση των παραγόντων που επενεργούν στον καθορισμό της επάρκειας της ποινής». Στην PHILIPPOU (ανωτέρω), η λανθασμένη καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα θεωρήθηκε ως αυτοτελής λόγος ο οποίος δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου στον καθορισμό της ποινής.

 

Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, στρεφόμαστε στις αιτιάσεις του εφεσείοντα. Ειδικότερα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα υποστήριξε ενώπιον του Εφετείου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε σε δύο σφάλματα αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Το πρώτο αφορά τη θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων οδηγούσε με ταχύτητα περί των 98 χιλιομέτρων κατά τη σύγκρουση, λόγω του ότι σύμφωνα με το Δικαστήριο αυτό προέκυπτε από φωτογραφία του σχετικού δείκτη του αυτοκινήτου η οποία είχε ληφθεί μετά τη σύγκρουση. Προβάλλεται με την αιτιολογία, ότι πρωτοδίκως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, όπως τέθηκε με τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του εφεσείοντα, πως ο εφεσείων οδηγούσε με ταχύτητα περί των 80 χιλιομέτρων, (πέραν δηλαδή του επιτρεπόμενου ορίου των 65 χιλιομέτρων). Υποστηρίζεται ότι διαφάνηκε από τη δικάσιμο κατά την οποία η Κατηγορούσα Αρχή παρέθετε τα γεγονότα διά της κατάθεσης διαφόρων εγγράφων, πως ο συνήγορος υπεράσπισης είχε εκφράσει τη διάσταση των θέσεων των διαδίκων επί του σημείου, υπήρξε μία συζήτηση επί του θέματος κατά την οποία το Δικαστήριο έθεσε ερωτήματα στις δύο πλευρές, όμως το ζήτημα παρέμεινε «ανοιχτό». Εν όψει δε της διάστασης που πρόκυπτε από τις δύο θέσεις, και του ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε διαδικασία τύπου Newton Hearing, τότε βάσει των λεχθέντων στην LANDAU v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1991) 2 Α.Α.Δ. 178, θα έπρεπε να στηριχθεί στην εκδοχή του εφεσείοντα όπως αυτή τέθηκε δια της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου για μετριασμό της ποινής.

 

Επισημαίνουμε πρώτα τα πιο κάτω σε σχέση με την ορθή διαδικασία αναφορικά με την παράθεση των γεγονότων για τον σκοπό της επιβολής ποινής μετά από παραδοχή.

 

Στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης και Σάντης, 2014, στη σελίδα 1014, αναφέρονται τα εξής:

 

«Ως θέμα γενικής αρχής, εκεί όπου υπάρχει διάσταση γεγονότων ή εκδοχών σε σημείο που έχει σημασία για την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο διατάζει συνήθως τη διεξαγωγή ακρόασης τύπου Newton (Newton Hearing) ή, κατά τη Χ’’ Πέτρου v Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 468, τη διεξαγωγή δίκης τύπου Newton (Newton Trial), ή ακόμη, σύμφωνα με την Αριστείδου v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 53/12, ημ. 10.4.12, τη διενέργεια περιορισμένης δίκης (Newton Hearing), με σκοπό να καταλήξει επί των γεγονότων για τα οποία υπάρχει η διχογνωμία και να προχωρήσει με ασφάλεια στην επιβολή της αρμόζουσας ποινής».

 

Στην ΕΙΡΗΝΑΣ ΚΡΥΒΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2023, ημερομηνίας 21.7.2023, λέχθηκαν από το Εφετείο τα εξής:

 

«Ασφαλώς η υποχρέωση ενός κατηγόρου ως προς την έκταση και λεπτομέρεια των παρατιθέμενων γεγονότων είναι ευθέως ανάλογη της σοβαρότητας των εκδικαζομένων αδικημάτων. Σε υποθέσεις σοβαρής μορφής θα πρέπει ο κατήγορος με σαφήνεια να εκθέτει τα γεγονότα επαρκώς στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και να μην περιορίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ (1989) 2 Α.Α.Δ. 274, Χρίστου ν. Ιατρικών Υπηρεσιών (1998) 2 Α.Α.Δ. 52, Ioannou & Paraskevaides Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέa (2009) 2 Α.Α.Δ. 435).

Εννοείται ότι υπό την ιδιότητα του συλλειτουργού της δικαιοσύνης υπέχει καθήκον συνεργασίας και ο συνήγορος υπεράσπισης ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η παρουσίαση της σωστής και πλήρους εικόνας για να μπορέσει το δικαστήριο να καταλήξει στην ορθότερη και δικαιότερη υπό τις περιστάσεις ποινή (βλ. «Ο ρόλος του δικηγόρου υπεράσπισης στον καθορισμό της ποινής», Ν.Γ. Σάντη, Ε.Κ. & Ε.Δ., 2013, σ. 9).

Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 243 το καθήκον για πληροφόρηση του Δικαστηρίου περί των πραγματικών γεγονότων τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν τον καθορισμό της ποινής «το έχει τόσο η πλευρά του κατηγορουμένου, όσο και της Κατηγορούσας Αρχής». Ως προς το καθήκον και των δύο πλευρών να ενημερώσουν το Δικαστήριο είτε για διαπραχθέν είτε για επικείμενο σφάλμα αρχής σχετική είναι η υπόθεση Hartrey (1993) 14 Cr. App. R. (S) 507, CA.»

 

Εν προκειμένω, προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας ότι υπήρξε η εξής στιχομυθία:

 

«Δικαστήριο:

Διαφωνείτε ότι, υπήρχε ταχύτητα η οποία επιβεβαιώνεται μέσα από τις ζημιές;

κ. Στεφάνου:

Συμφωνώ απολύτως όπως το είπατε, δεν μπορεί να καθοριστεί και είναι κατά το χρόνο που σταμάτησε μετά τη σύγκρουση πέριξ των 90.»

 

Θα συμφωνήσουμε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του εφεσείοντα ότι η υπεράσπιση δεν συμφώνησε ότι το τι φαινόταν στη φωτογραφία του δείχτη ταχύτητας του επίδικου οχήματος αποτελούσε την ταχύτητα κατά τη σύγκρουση. Εντούτοις, απορρίπτουμε τη θέση του ότι το θέμα της ταχύτητας κατά τη σύγκρουση παρέμεινε «ανοιχτό», έτσι ώστε με την παράδοση στο Δικαστήριο της γραπτής αγόρευσης μετριασμού, στην οποία υποστηρίχθηκε ότι ο εφεσείων οδηγούσε το όχημα με ταχύτητα 80 χιλιομέτρων, επέβαλλε είτε τη διεξαγωγή Newton Hearing, είτε την υιοθέτηση από το Δικαστήριο της θέσης αυτής. Κατέστη σαφές από τις πιο πάνω δηλώσεις του συνηγόρου του εφεσείοντα, ότι η Υπεράσπιση δέχτηκε ως γεγονός, ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ταχύτητα ήταν κατά τη σύγκρουση πέριξ των 90 χιλιομέτρων.  

 

Υπό το φως των ανωτέρω, δεν διαπιστώνεται διχογνωμία,  μεταξύ των διαδίκων ώστε να τυγχάνει εφαρμογής ο γενικός κανόνας για τη διεξαγωγή δίκης τύπου Newton Hearing.

 

Εξ’ ου και οι δηλώσεις αμφότερων των συνηγόρων κατά την επόμενη δικάσιμο εστιάζονταν στο ότι εν όψει της πρόθεσής τους να προβούν σε δήλωση ως προς το ζήτημα της επήρειας των ναρκωτικών,  από τις οποίες σαφώς προκύπτει ότι δεν είχε μείνει ανοικτό το ζήτημα της ταχύτητας. Διαφαίνεται αβίαστα από ενδελεχή μελέτη των πρακτικών της διαδικασίας ότι εν όψει των όσων είχαν λεχθεί από αμφότερους τους συνηγόρους και δη τον συνήγορο του εφεσείοντα, το Δικαστήριο, κατά την επόμενη δικάσιμο, σημείωσε ότι το μόνο ζήτημα το οποίο παρέμεινε να εξεταστεί με διαδικασία Newton Hearing ήταν το ζήτημα της επίδρασης των ναρκωτικών.

 

Το τελευταίο δε σημείο είναι κρίσιμο, δεδομένης της νομολογίας που αναφέρεται στη σελίδα 1017 του πιο πάνω συγγράμματος, ως ακολούθως:

 

«… Κατά κανόνα όμως, το Εφετείο δεν υπεισέρχεται στο αν έπρεπε να είχε διαταχθεί η διενέργεια διαδικασίας τύπου Newton, εκτός και αν τέτοιο θέμα ηγέρθη εναργώς κατά την πρωτόδικη διαδικασία (R v Hughes (2011) EWCA Crim 556, Attorney Generals References (Nos 3 and 4 of 1996) (1997) 1 Cr App R(S) 29).»

 

Περαιτέρω, υιοθετούμε τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice, 2023, Oxford University Press, σελίδα 2232, παράγραφος D20.9, ήτοι ότι το ιδανικό θα ήταν όπως η υπεράσπιση ενημερώσει εκ των προτέρων το Δικαστήριο ως προς την επιθυμία της όπως αμφισβητούμενο ζήτημα επιλυθεί διά Newton Hearing. Παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα:

 

«The court should thereby be informed, ideally in advance of the hearing and at the latest during mitigation, not merely that there is a dispute but that the defence wish to see it resolved in a Newton hearing. The Court of Appeal would not normally consider an argument that the sentencer had failed to order a hearing unless the possibility of such a hearing was raised unequivocally and expressly in the Crown Court (see also A-G’s Refs (Nos. 3 and 4 of 1996) [1997] 1 Cr App R (S) 29)».

 

Με δεδομένο τον θεσμικό ρόλο των δικηγόρων στις δικαστικές διαδικασίες και το συνακόλουθο δεσμευτικό χαρακτήρα των δηλώσεων τους, στο πλαίσιο αυτών, (βλ. SELMANI MWINYI HAMISI ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2015) 2 Α.Α.Δ. 411), σε συνδυασμό με τον ιδιάζοντα και σημαντικό ρόλο του δικηγόρου υπεράσπισης στο στάδιο της επιβολής ποινής όπως περιγράφεται στην ΚΡΥΒΟΥΣ (ανωτέρω), καθώς και στο πιο πάνω σύγγραμμα στη σελίδα 1014, καταλήγουμε ότι η εισήγηση του  εφεσείοντα ότι θα έπρεπε να αγνοηθούν τα λεχθέντα από τον συνήγορο υπεράσπισης κατά τη διαδικασία και το Δικαστήριο αντ’ αυτού να δεσμεύεται από τη μεταγενέστερη θέση του εφεσείοντα όπως τέθηκε στην τελική αγόρευση για μετριασμό της ποινής, δεν βρίσκει έρεισμα και απορρίπτεται.

 

Εν κατακλείδι, υπό το φως όλων των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την PHILIPPOU (ανωτέρω), θεωρούμε ότι, εν προκειμένω η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε ταχύτητα 98 χιλιομέτρων αντί «πέριξ 90» δεν αποτελεί σφάλμα επί των γεγονότων το οποίο να δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου. Εν ολίγοις, θεωρούμε ότι η απόκλιση μεταξύ της θέσης του εφεσείοντα και της θεώρησης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ταχύτητα δεν καθιστά την επιβληθείσα ποινή ακροσφαλή ή έκδηλα υπερβολική, ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου. Τούτο ενόψει και του ότι το όριο ταχύτητας ήταν 65 χιλιόμετρα που καθιστά την υπέρβαση και των 90 χιλιομέτρων υπερβολική.

 

Στρεφόμαστε στο δεύτερο, κατά τον εφεσείοντα, σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Αναφέρει συναφώς ο εφεσείων, ότι έγινε από κοινού δήλωση ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών δύναται να επηρεάσει την οδηγική ικανότητα ενός οδηγού, αλλά εν προκειμένω η χρήση από μέρους του εφεσείοντα ναρκωτικών ουσιών 1-2 ημέρες πριν την επίδικη σύγκρουση «δεν ήταν η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Πιθανόν όμως να συνέβαλε».

 

Ο συνήγορος του εφεσείοντα υποστήριξε ενώπιόν μας ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η χρήση κάνναβης από τον εφεσείοντα σε προηγούμενο χρόνο συνέβαλε ουσιαστικά, μαζί με άλλους παράγοντες στην εκτροπή του οχήματος. Εξετάσαμε με προσοχή την εκκαλούμενη απόφαση. Με κάθε σεβασμό, η εισήγησή του αυτή αποτελεί μικροσκοπική θεώρηση του όλου σκεπτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Απορρίπτουμε το επιχείρημα αυτό, επειδή παραγνωρίζει τη συνολική ανάπτυξη του σκεπτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει ξεκάθαρα ότι αναφέρθηκε στο εν λόγω ζήτημα κατά την αποτίμηση των γεγονότων της υπόθεσης, τα οποία προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Η δε απόφαση του εφεσείοντα να οδηγήσει ενώ είχε κάνει χρήση ναρκωτικών έστω και 1-2 ημέρες πριν το επίδικο συμβάν, (σε βαθμό που εντοπίστηκε από εξετάσεις μετά το ατύχημα) σαφώς και αποτελεί παράγοντα, που ορθά λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, όταν εξέταζε τη συμπεριφορά του εφεσείοντα κατά τον επίδικο χρόνο. Συνεπώς, δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε, ως εισηγείται ο εφεσείων.

 

Εν όψει των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα υπερβολική καθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα σε συγκεκριμένους επιβαρυντικούς παράγοντες, ενώ παράλληλα δεν απέδωσε την αρμόζουσα βαρύτητα σε ουσιώδεις μετριαστικούς παράγοντες.

 

Στην αιτιολογία του υπό εξέταση λόγου έφεσης προβάλλεται ότι δόθηκε υπερβολική βαρύτητα στην ταχύτητα και τη χρήση ναρκωτικών, ενώ δεν δόθηκε βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο ότι, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, δεν προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η επιβολή πολύμηνης ποινής φυλάκισης θα είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η συχνή επαφή του εφεσείοντα με την ανήλικη θυγατέρα του, η οποία είχε ήδη χάσει τη μητέρα της συνεπεία της επίδικης σύγκρουσης. Σημειώνεται ότι η ανήλικη πριν το ατύχημα δεν διέμενε με τον εφεσείοντα, αλλά στην πατρική οικία της μητέρας της. Μετά τον ακαριαίο θάνατο της μητέρας της, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, η ανήλικη τέθηκε υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας δυνάμει του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 και τοποθετήθηκε με τους γονείς του εφεσείοντα, οι οποίοι εγκρίθηκαν προσωρινά, από το Οικογενειακό Δικαστήριο, ως ανάδοχοι γονείς της. Στο πλαίσιο αυτό, ο εφεσείων διατηρούσε καθημερινή επαφή μαζί της.

 

Μελέτη της εκκαλούμενης απόφασης δεικνύει, ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις του εφεσείοντα δεν ευσταθούν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και προσμέτρησε όλους τους επιβαρυντικούς και μετριαστικούς  παράγοντες με τρόπο ισορροπημένο και σφαιρικό, ασκώντας αιτιολογημένα τη διακριτική του ευχέρεια. Ειδικότερα, σημειώνουμε ότι με ρητή αναφορά ανέδειξε τη σημασία του να είναι παρών ο εφεσείων στο μεγάλωμα της ανήλικης θυγατέρας του, όπως άλλωστε ήταν και η επιθυμία του. Δεν συμφωνούμε με την ερμηνεία που δίδει ο συνήγορος του εφεσείοντα στο σχετικό λεκτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού, σύμφωνα με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα όχι υπό το πρίσμα της επίδρασης της φυλάκισης του εφεσείοντα στο ανήλικό του τέκνο, αλλά ωσάν να προσμετρούσε την επιθυμία του εφεσείοντα να είναι παρών κατά την ανατροφή του.

 

Αντίθετα με τη θέση του εφεσείοντα, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποτιμώντας ως προβλέπεται από τη νομολογία, από τη μία τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, και από την άλλη όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος της σημασίας της παρουσίας του εφεσείοντα στο μεγάλωμα της ανήλικης θυγατέρας του, κατέληξε στην επιβολή ποινής φυλάκισης 24 μηνών.

 

Σχετικά με τη διεργασία της επιβολής της ποινής, στην πρόσφατη ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. IVAN ZHEL YAZKOV, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2025, ημερομηνίας 9.10.2025, υπογραμμίστηκαν τα εξής:

 

«Οι αρχές της νομολογίας προνοούν ότι η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης, από τη μια, και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη, από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Σχετική είναι η υπόθεση ΠΙΣΚΟΠΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 342

 

Ειδικότερα, σε σχέση με το αδίκημα στη βάση του Άρθρου 210 του Κεφ. 156, στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. MANRAJ SINGH SIDHU, Ποινική Έφεση Αρ. 152/2022, ημερομηνίας 1.12.2022, λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά με το ζήτημα της αποτίμησης των σχετικών παραγόντων, τα εξής:

 

«Η νομολογία μας πάντως, ακολουθώντας τις κατευθυντήριες αρχές στις αγγλικές υποθέσεις R. v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 και R. v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, κρίνει με μεγαλύτερη αυστηρότητα τις περιπτώσεις εκείνες όπου η επιλήψιμη συμπεριφορά του παραβάτη εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, όπως εν προκειμένω.

Περαιτέρω ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη σε μεταγενέστερες υποθέσεις που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων, είναι κατά πόσο το συγκεκριμένο αδίκημα παρουσιάζει έξαρση. Αν παρουσιάζει, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών.

Δεν χρειάζεται να παραπέμψουμε σε όλες τις προηγούμενες αποφάσεις. Ενδεικτικά και μόνο θα πούμε πως στην Σάββα ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 242 ποινή φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον Εφεσείοντα, κατόπιν άμεσης παραδοχής του, για πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, μειώθηκε σε 2 ½ έτη για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Εφεσείοντα. Συγκεκριμένα, αυτός ήταν τακτικός δότης αιμοπεταλίων, κάτι για το οποίο το Εφετείο έκρινε πως θα έπρεπε να του δοθεί περαιτέρω έκπτωση στην ποινή.

Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543, η οποία αφορούσε σε διπλό τροχαίο θανατηφόρο δυστύχημα, ο Εφεσίβλητος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα των θυμάτων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη την παραδοχή του Εφεσίβλητου, την συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, το λευκό του ποινικό μητρώο, τις προσωπικές-οικογενειακές του συνθήκες, και τέλος την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης (τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 18.11.2006, η υπόθεση καταχωρίστηκε 12.9.2007 και οι ποινές επιβλήθηκαν στις 11.5.2009), επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε στην έξαρση των εν λόγω αδικημάτων και στις τραγικές συνέπειες τους, αύξησε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης σε 2 έτη.

Δυστυχώς, χρόνια μετά, τα θανατηφόρα δυστυχήματα συνεχίζουν να συνιστούν κοινωνική μάστιγα ή όπως τέθηκε στην υπόθεση Μενελάου (πιο πάνω) «χαίνουσα πληγή για την Κυπριακή κοινωνία». Η συμπεριφορά μας κατά την οδήγηση δεν βελτιώνεται (Μακρής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 49/21, ημερ. 21.12.2021). Δικαιολογείται λοιπόν η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών (Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, 557-558).»

 

Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία, καταλήγουμε ότι η διεργασία του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την επιβολή της ποινής, έγινε εντός του ορθού πλαισίου όπως περιγράφεται ανωτέρω από τη νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσμέτρησε και απέδωσε την αρμόζουσα βαρύτητα στους ελαφρυντικούς παράγοντες τους οποίους επικαλέστηκε ενώπιόν του ο εφεσείων, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται η παρέμβασή μας.

 

Περαιτέρω, ο συνήγορος του εφεσείοντα μας παρέπεμψε σε υποθέσεις στις οποίες επικυρώθηκαν για το υπό κρίση αδίκημα, ποινές φυλάκισης ελαφρύτερες από την επιβληθείσα στην παρούσα, υποστηρίζοντας ότι προκύπτει από την εν λόγω νομολογία ότι η επιβληθείσα ποινή είναι εν προκειμένω έκδηλα υπερβολική.

 

Κατ’ αρχάς υπενθυμίζουμε τα πιο κάτω λεχθέντα στην ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΧΑΤΖΗΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 20/2021, ημερομηνίας 19.10.2021:

 

«Οι προηγούμενες αποφάσεις είναι, βεβαίως, ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, χωρίς, όμως, να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα που ο καθορισμός αρχών ενέχει, εφόσον η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123.»

 

Επίσης, παραπέμπουμε συναφώς ενδεικτικά, στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1991) 2 ΑΑΔ 525 στην οποία λέχθηκε ότι η επιτυχία ισχυρισμού περί υπερβολικής ποινής, απαιτεί ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις.  

 

Υπό το φως των ανωτέρω καταλήγουμε ότι η επιβληθείσα ποινή δεν αποκλίνει ουσιωδώς από τις ενδεικτικές ποινές που έχουν διαχρονικά επικυρωθεί. Συνακόλουθα, δεν χωρεί επέμβαση του Εφετείου.

 

Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι ο δεύτερος λόγος έφεσης, στον βαθμό που προσβάλλει το ύψος της ποινής φυλάκισης, δεν ευσταθεί.

 

Στρεφόμαστε στη δεύτερη θέση που προωθείται με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ήτοι ότι εσφαλμένα ο εφεσείων στερήθηκε το δικαίωμα να λαμβάνει άδεια ως ανωτέρω, εφόσον η περίοδος αυτή αποτελεί τη μέγιστη προβλεπόμενη και ενόψει της παραδοχής το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να επιβάλει μικρότερο διάστημα στέρησης.

 

Παρατηρούμε ότι όσον αφορά τη στέρηση του πιο πάνω δικαιώματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν εκτέθηκε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί τη μη στέρηση. Εν προκειμένω, η στέρηση άδειας διατάχθηκε δυνάμει του Άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972), όπως έχει τροποποιηθεί.

 

Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ότι πρόβλεψη για στέρηση άδειας οδήγησης απαντάται σε σειρά νόμων, εξ’ ου και η νομολογία επί του ζητήματος στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους νόμους. Πρόκειται για τις πιο κάτω αποφάσεις ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΝΘΙΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερομηνίας 5.7.2022, ΠΟΥΛΛΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 57, ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1992) 2 Α.Α.Δ. 300, STYLIANOU v. THE POLICE, (1962) 2 CLR 152, MILTIADOUS v. THE POLICE, (1970) 2 CLR 81, ΠΑΝΑΓΙΔΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1991) 2 Α.Α.Δ. 448, ΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1991) 2 Α.Α.Δ. 465, NICOSIA POLICE v. DJEMAL AHMED, 3 RSCC 50, ΕΥΘΥΜΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1989) 2 Α.Α.Δ. 327, 329, KOUMAS GEORGHIOU v. THE POLICE, (1967) 2 C.L.R. 290, GEORGHIOU v. THE POLICE, (1967) 2 CLR 290, SPIRITOS v. THE POLICE, (1967) 2 CLR 230 και SHERIF v. THE POLICE, (1974) 2 CLR 16.

 

Χρήσιμη επίσης είναι και η παραπομπή στα πιο κάτω λεχθέντα στην ΠΑΜΠΑΚΑ & ΑΛΛΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1990) 2 Α.Α.Δ. 487:

 

«Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο εφεσειόντων κατέβαλαν μια αξιόλογη προσπάθεια να πείσουν το Δικαστήριο ότι η επιβληθείσα ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική, περιορίζοντας την εισήγησή των στο σκέλος της ποινής που αναφέρετο στη δεκαοχτάμηνη στέρηση άδειας οδηγού και όχι στο σκέλος της τριμήνου φυλακίσεως. Μας ανέφεραν και οι δύο μια σειρά υποθέσεων, Kiamil v. The Police (1974) 2 C.L.R., 16, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police (1969) 2 C.L.R. 36, Mylordis v. The Police (1981) 2 C.L.R. 219, Argyrou v. The Police (1979) 2 C.L.R. 254, Georghiou v. The Police (1978) 2 C.L.R. 108, Georghiades v. The Police (1980) 2 C.L.R. 199, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιακωβίδη (1973) 2 C.L.R., 344, και πράγματι η ομοιότητα όλων αυτών των υποθέσεων και σωρείας άλλων που βρίσκονται στους Τόμους των Αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δείχνουν ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη διατίμηση. Δείχνουν ότι η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορούμενου που οδήγησαν στην διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, και βέβαια, στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, οι οποίες ασφαλώς και σαν καθιερωμένη αρχή δικαίου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Είναι γεγονός ότι μια ποινή στερητική της ελευθερίας ενός ατόμου εκτός του ότι επηρεάζει και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, έχει κατά προέκταση σοβαρά επακόλουθα στο άμεσα οικογενειακό του περιβάλλον και τους εξαρτώμενους από αυτόν. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ποινή στερητική άδειας οδηγού όταν μάλιστα η οδήγηση είναι το επάγγελμα του ατόμου. Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να αγνοείται το γεγονός ότι το αμελές οδήγημα και η πρόκληση θανάτου ενός ατόμου έχει πολύ σοβαρότερα επακόλουθα και μάλιστα ολέθρια στο θύμα και το άμεσο του περιβάλλον. Γι' αυτό σε μια εποχή που η πρόκληση θανατηφόρων δυστυχημάτων και γενικά δυστυχημάτων κατάντησε μέρος της καθημερινής μας ζωής, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον, λαμβάνοντας υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, να επιβάλλουν ποινές που να είναι αποτρεπτικές επανάληψης τόσο από τους ίδιους όσο και από άλλους και θα τόνιζαν έτσι τη σοβαρότητα των τροχαίων παραπτωμάτων αυτής της φύσης.»

 

Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση καθώς και από το σύνολο της σχετικής νομολογίας, ότι η παραδοχή του κατηγορουμένου δεν αποτελεί καθοριστικής σημασία μετριαστικό παράγοντα. Στην υπό κρίση υπόθεση, εν πάση περιπτώσει, η παραδοχή του εφεσείοντα δεν ήταν άμεση. Συγκεκριμένα ενώ η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση την 19.2.2024 κατόπιν αιτήματος του εφεσείοντα, η υπόθεση αναβλήθηκε και κατά την επόμενη δικάσιμο στις 11.3.2024 απάντησε μη παραδοχή. Ακολούθησε αίτημα του εφεσείοντα για αναβολή εν όψει αιτήματός του για αναστολή της ποινικής δίωξης σε κάποιες από τις κατηγορίες, μέχρι εν τέλει, μετά τη σχετική διακοπή, προέβη σε παραδοχή την 28.2.2025. Μεσολάβησε δηλαδή περίπου ένα έτος μέχρι την παραδοχή του. Δεν θεωρούμε ότι αυτή, αποτελεί παράγοντα που θα έπρεπε αναπόδραστα να ληφθεί υπόψη σε σχέση με το ζήτημα της στέρησης. Αντιθέτως, διαχρονικά, καθοριστικής σημασίας σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί η επίδραση της στέρησης, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου, στην άσκηση του επαγγέλματός του. Σχετικοί επίσης είναι και άλλοι προσωπικοί λόγοι που ενδεχομένως να δημιουργούν υπέρμετρα, δυσχέρεια στον κατηγορούμενο, εάν στερηθεί την άδεια οδήγησης. Καμία τέτοια μορφής περίσταση δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο, με δεδομένη την έκταση της αμέλειας του εφεσείοντα και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εντός του ορθού πλαισίου που ορίζει η νομολογία, χωρίς να χωρεί επέμβαση του Εφετείου.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω η έφεση αποτυγχάνει στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο