ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΝΑΓΗ v. ΑΔΩΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 297/20, 332/20, 9/4/2026
print
Τίτλος:
ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΝΑΓΗ v. ΑΔΩΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 297/20, 332/20, 9/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 297/20

σχ. με 332/20)

 

9 Απριλίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 297/20)

 

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΝΑΓΗ

Εφεσείων  

v.

 

 

1.     ΑΔΩΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

2.     ΣΤΕΛΛΑΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

3.     ΣΩΤΗΡΗ ΑΓΓΕΛΗ

Εφεσιβλήτων

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 332/20)

 

1.     ΑΔΩΝΗΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

2.     ΣΤΕΛΛΑ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ

 

Εφεσείοντες

v.

 

1.    ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΝΑΓΗ

2.     ΣΩΤΗΡΗ ΑΓΓΕΛΗ

 

Εφεσιβλήτων

 

------------------------

 

Σ. Σωφρονίου, για Εφεσείοντα στην 297/20 και Εφεσίβλητο 1 στην 332/20

Α. Κόνιας, για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.ΕΠ.Ε., για Εφεσίβλητους 1 και 2 στην 297/20 και Εφεσείοντες στην 332/20  

Α. Προδρόμου, για Εφεσίβλητο 3 στην 297/20 και Εφεσίβλητο 2 στην 332/20  

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με την εκκαλούμενη απόφαση ημερ. 11.9.20 το Ε.Δ. Λεμεσού απέρριψε την αγωγή υπ’ αρ. 4289/13, με την οποία ο Ενάγων αξίωνε αποζημιώσεις, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος και στην οποία προέβαλε ότι ο Εναγόμενος 1 υπήρξε αμελής κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2, μητέρας του. Μη ευρίσκοντας ευθύνη για τον Εναγόμενο 1, η πρωτόδικη Δικαστής, εκ των πραγμάτων, απέρριψε και την αξίωση των Εναγομένων 1 και 2 κατά του Τριτοδιαδίκου.

 

Ο Ενάγων καταχώρισε εναντίον των υπολοίπων την έφεση υπ’ αρ. 297/20, παραθέτοντας έξι λόγους έφεσης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν την έφεση υπ’ αρ. 332/20 και με ένα λόγο έφεσης προσβάλλουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εν σχέσει με τον Τριτοδιάδικο, ο οποίος με τρεις λόγους αντέφεσης προσβάλλει συμπέρασμα που αφορά τον ίδιο, καθώς και την πρωτόδικη διαταγή εξόδων. Προς διευκόλυνση της ανάγνωσης, κρίνουμε ορθότερο όπως αναφερόμαστε στους διαδίκους με τις ιδιότητες που είχαν πρωτοδίκως.

 

Στις 24.1.11 το βράδυ, ο 17ετής (τότε) Ενάγων, όντας επιβάτης σε αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο γείτονας και φίλος του, Εναγόμενος 1, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2, τραυματίστηκε μετά από σύγκρουση με άλογο, στον δρόμο Πλατρών προς Ερήμη. Ήγειρε αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1 ως οδηγού και εναντίον της Εναγόμενης 2 ως εκ προστήσεως υπεύθυνης. Οι εν λόγω εναγόμενοι αρνήθηκαν ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο και ή ότι έλαβε χώραν υπό το κράτος αγωνίας της στιγμής και ή ότι οφείλετο σε αμέλεια του ιδιοκτήτη και ή του κατόχου και ή του υπευθύνου του αλόγου, τον οποίο προσεπικάλεσαν ως Τριτοδιάδικο.

 

Ο εν λόγω Τριτοδιάδικος αρνήθηκε ειδικά ότι ήταν ο ιδιοκτήτης και ή ο κάτοχος και ή ο υπεύθυνος του εμπλεκόμενου αλόγου. Άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης, προέβαλε ότι ουδέποτε κατέλιπε ανεπιτήρητο το δικό του άλογο και ή ότι επέτρεψε την περιφορά του στον δρόμο, καθώς και ότι πιθανόν αυτό να είχε κλαπεί από την περίκλειστη μάντρα στην οποία ευρίσκετο δεμένο ή κάποιο άγνωστο τρίτο πρόσωπο να το άφησε ελεύθερο.

 

Πρωτόδικη Διαδικασία

 

Κατά την πρωτόδικη διαδικασία κατέθεσαν εκ μέρους του Ενάγοντος, ο αστυνομικός εξεταστής (Μ.Ε.1), ο ίδιος ο Ενάγων (Μ.Ε.2), ο οδοντίατρος Σ. Σταύρου (Μ.Ε.3) και ο πλαστικός χειρουργός                     Χ. Μερέζας (Μ.Ε.4). Εκ μέρους των Εναγομένων κατέθεσαν ο αυτόπτης Λ. Πέτρου (Μ.Υ.1) και ο οδηγός Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.2). Για τον Τριτοδιάδικο κατέθεσε μόνον ο ίδιος (Μ.Τ.).

 

Αμφισβητούμενα στην αγωγή παρέμεναν μόνο δύο ζητήματα και δη πρώτον, η τυχόν ευθύνη του Εναγομένου 1 οδηγού και δεύτερον, η έκταση των δυσμενών επιπτώσεων στην καθημερινότητα του Ενάγοντος, εξαιτίας των τραυμάτων τα οποία υπέστη. Δεν αμφισβητείτο η εκ προστήσεως ευθύνη της ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου, Εναγομένης 2 και τα τραύματα του Ενάγοντος.

 

Η πρωτόδικη Δικαστής δέχθηκε αφενός, πλήρως τη μαρτυρία του εξεταστή (Μ.Ε.1), του οδοντίατρου (Μ.Ε.3), του πλαστικού χειρουργού (Μ.Ε.4), του αυτόπτη μάρτυρος (Μ.Υ.1) και του Τριτοδιάδικου και αφετέρου, εν μέρει τη μαρτυρία του Ενάγοντος και του Εναγομένου 1, απορρίπτοντας μέρος της μαρτυρίας εκάστου. Ειδικότερα, σε σχέση με τον Ενάγοντα δεν δέχθηκε τη θέση του για ψυχολογικά κατάλοιπα λόγω των τραυμάτων στα δόντια του, καθώς και τα κονδύλια για μεταφορικά και φάρμακα. Από τη μαρτυρία του Εναγομένου 1 απέρριψε τις θέσεις του πρώτον, ότι η ταχύτητα του ήταν 50 χ.α.ώ, και αυτό ως θέμα κοινής λογικής, «λόγω της βιαιότητας της σύγκρουσης αλλά και με βάση το γεγονός ότι το αυτοκίνητο σύρθηκε και ακινητοποιήθηκε 30 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης» και δεύτερον, ότι «εντόπισε το άλογο σε απόσταση 5 – 6 μέτρων προ της σύγκρουσης». Τα ουσιώδη ευρήματα της πρωτόδικης Δικαστού ήταν ότι:

 

«2) Κατά ή περί τις 20:00 παρα το χωριό Κυβίδες στο δρόμο Πλατρών-Ερήμης, διπλής κατεύθυνσης , μετα από μία στροφή του δρόμου ο εναγόμενος 1 ξαφνικά σε απόσταση 20-30 μέτρων πρόσεξε ένα άλογο να καλπάζει απέναντι του με αντίθετη από το όχημα που οδηγούσε κατεύθυνση. Το άλογο αρχικά κάλπαζε στη μέση του δρόμου, ακολούθως κινήθηκε δεξιότερα και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 με αποτέλεσμα να επέλθει μετωπική και βίαιη σύγκρουση μεταξύ τους. Το άλογο έσπασε τον υαλοθώρακα στη θέση του συνοδηγού και εισήλθε εντός του αυτοκινήτου. Η κατάληξη ήταν ότι ο ενάγοντας υπέστη κακώσεις προσώπου και στόματος και το αυτοκίνητο να (sic) υποστεί υλικές ζημιές. Ο ενάγοντας μεταφέρθηκε στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου και του έγινε συρραφή τραυμάτων. Ο εναγόμενος 1 δεν είχε ιδιαίτερους τραυματισμούς αλλά υπέστη σοκ. Ο εναγόντας επίσης υπέστη βλάβες σε δύο δόντια. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για 3 μέρες. […].

3) Το αυτοκίνητο μετα την πρόσκρουση σύρθηκε και ακινητοποιήθηκε στα 30 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. […].  

4) Ήταν βράδυ και υπήρχε ελαφριά βροχόπτωση. Ο φωτισμός στο σημείο της σύγκρουσης ήταν καλός χωρίς να είναι ιδιαίτερα δυνατός, διότι πλησίον υπήρχε ο σταθμός της Αγγελικής και ο σταθμός βενζίνης.

5) Αυτόπτης μάρτυρας που κατά το χρόνο σύγκρουσης κινείτο στην ίδια κατεύθυνση με το άλογο εντόπισε αυτό στα 20 μέτρα μπροστά του και αναβόσβησε τα φώτα του αυτοκινήτου του προς το εξ αντιθέτου επερχόμενο όχημα του εναγόμενου 1 σε μια προσπάθεια να τον προειδοποιήσει  για τον κίνδυνο. Το όχημα του εναγόμενου 1 βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή 40 μέτρα μακριά από το όχημα του αυτόπτη μάρτυρα.

6) O εναγόμενος έστριψε το τιμόνι δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση χωρίς αποτέλεσμα.

7) Η ταχύτητα του οχήματος με αριθμό KHD 774 ήταν μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων».

(έμφαση δοθείσα)

 

Σε σχέση με τον Τριτοδιάδικο η πρωτόδικη Δικαστής ανέφερε:

 

«Αναφορικά με την ευθύνη του τριτοδιάδικου καταλήγω ότι ο ίδιος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του αλόγου. Αν η πιο πάνω κατάληξη μου ήθελε κριθεί εσφαλμένη  προβαίνω στα κάτωθι ευρήματα:

 

Ο τριτοδιάδικος κατά την 23/1/11 που προηγείτο του δυστυχήματος είχε δέσει το άλογο του με αλυσίδα 5-6 μέτρων έξω από τη μάντρα του σε χώρο έξω από το υπόστεγο όπου διατηρούσε τη μάντρα του. Η μάντρα του βρισκόταν 1.5-2 χιλιόμετρα από το δρόμο όπου επήλθε η σύγκρουση. Στη μάντρα δεν υπήρχε περίφραξη για ασφαλή φύλαξη του αλόγου».

 

Όσον αφορά τη νομική πτυχή, εξετάζοντας το κατά πόσον υπήρξε αμελής ο Εναγόμενος 1, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι:

 

«Με βάση τα πιο πάνω και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ο εναγόμενος 1 δεν ήταν αμελής. Η συμπεριφορά του κατά τη γνώμη μου δεν υπολείπεται σε οτιδήποτε από τη συμπεριφορά ενός επιμελούς συνετού οδηγού. Η απόσταση από την οποία εντοπίστηκε το άλογο δηλαδή στα 20-30 μέτρα σε συνδυασμό με την κατεύθυνση αυτού μετωπικά και στη λωρίδα που βρισκόταν το αυτοκίνητο κρίνω ότι δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης στον εναγόμενο. Είναι αποδεκτό δε από τις δύο πλευρές ότι το άλογο κάλπαζε στη λωρίδα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος 1. Από την άλλη η ταχύτητα του εναγόμενου από μόνη της δεν μπορεί κατά τη γνώμη να αποδώσει ευθύνη στον ίδιο εκτός εάν και άλλοι παράγοντες συνηγορούν προς τούτο».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Ειδικότερα, σε σχέση με το ζήτημα της ταχύτητας, προσέθεσε ότι αυτή δεν είχε ελεγχθεί από τον εξεταστή και ούτε παρουσιάστηκε εμπειρογνώμονη μαρτυρία ότι η ταχύτητα ήταν η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Ούτε η ελαφρά βροχόπτωση ή οι συνθήκες φωτισμού στη σκηνή κρίθηκε ότι μπορούσαν να υποστηρίξουν την ύπαρξη αμέλειας, όπως ούτε και το γεγονός ότι ο εξ αντιθέτου ερχόμενος Μ.Υ.1 αναβόσβησε τα φώτα στον Εναγόμενο 1, αποτελούσε επαρκή προειδοποίηση. Η εμφάνιση ενός αλόγου σε λωρίδα πορείας επερχόμενου αυτοκινήτου, κρίθηκε πως δεν συνιστά προβλεπτό κίνδυνο. Η δε κίνηση του Εναγομένου 1 να στρίψει το τιμόνι προς τα δεξιά αποτελούσε τη στιγμιαία αντίδραση του απέναντι σε κίνδυνο ο οποίος εμφανίστηκε εξ απροόπτου. Κρίθηκε έτσι ότι η σύγκρουση δεν μπορούσε να αποφευχθεί, καθιστώντας βάσιμη την υπεράσπιση του αναπόφευκτου δυστυχήματος στη βάση των λεχθέντων στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 7/19, ημερ. 20.1.20, ECLI:CY:AD:2020:B25 και ως εκ τούτου την αγωγή υποκείμενη σε απόρριψη, όπως και την απαίτηση κατά τριτοδιαδίκου.

 

Καθηκόντως, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και στον υπολογισμό των αποζημιώσεων, καθώς και στην εξέταση της τυχόν ευθύνης Τριτοδιαδίκου, για την περίπτωση στην οποία κριθεί κατ’ έφεσιν ότι έσφαλε στην κρίση του για την ευθύνη του Εναγομένου 1. Ως ειδικές ζημιές καθόρισε διάφορα κονδύλια, συμποσούμενα σε €880,11 και ως γενικές αποζημιώσεις, δήλωσε ότι θα απέδιδε ποσόν €15.000. Σε σχέση με την πιθανή ευθύνη του Τριτοδιάδικου, καθοδηγήθηκε από νομολογία, σχετική με την κατοχή ήμερου ζώου και κατέληξε ότι συνιστούσαν προβλεπτούς κινδύνους τόσον η διαφυγή του αλόγου από μη ενδεδειγμένως περιφραγμένο χώρο όσον και το να οδηγηθεί προς τον δρόμο, ο οποίος απείχε περί τα δύο χιλιόμετρα (Πολυμέταλ ν. Κωνσταντίνου (1998) 1 Α.Α.Δ. 393, Κωνσταντινίδη ν. Χαραλάμπους (2000) 1 Α.Α.Δ. 1299). Η πρωτόδικη Δικαστής έκρινε ότι ο Τριτοδιάδικος παρέλειψε να προβλέψει τους πιο πάνω κινδύνους και να μεριμνήσει ότι το άλογο θα έμενε δεμένο υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, οι δε παραλείψεις του Τριτοδιαδίκου και η είσοδος του αλόγου στον δρόμο αποτέλεσαν την αιτία του δυστυχήματος. Στη βάση αυτή, κατέληξε ότι η διαδικασία εναντίον του Τριτοδιαδίκου θα είχε, υπό άλλες περιστάσεις, επιτυχή κατάληξη.

 

Έφεση Ενάγοντος (Αρ. 297/20)

 

Στη δική του έφεση ο Ενάγων προβάλλει κατά σειράν πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (1) Αποφάσισε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έφεραν ευθύνη και ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν αμελής,              (2) Έκρινε ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο, (3) Καθόρισε τις γενικές αποζημιώσεις σε €15.000, (4) Επιδίκασε τόσο τα έξοδα της αγωγής όσο και αυτά της διαδικασίας τριτοδιαδίκου, εις βάρος του Ενάγοντος, (5) Αμφισβήτησε τον αρνητικό επηρεασμό του Ενάγοντος ως προς την ψυχολογική και κοινωνική έκταση των τραυμάτων,                  (6) Προέβη σε ευρήματα ως προς την ευθύνη του Εναγόμενου 1 και εξ αυτού σχολίασε και έκρινε εναντίον του Ενάγοντος και συγχυστικά κατέληξε στην καθόλα λάθος απόφαση του.

 

Εννοείται βέβαια ότι προέχει η εξέταση των λόγων οι οποίοι σχετίζονται με την ευθύνη, δεδομένου ότι η κατάληξη σε σχέση με αυτούς ενδέχεται να καταστήσει αχρείαστη την εξέταση των υπολοίπων λόγων έφεσης ή ακόμα και την έφεση των Εναγομένων ή την αντέφεση του Τριτοδιαδίκου.

 

Λόγοι Έφεσης αρ. 1, 2 και 6 – Αμέλεια Οδηγού

 

Οι τρεις πιο πάνω λόγοι έφεσης, όντως αφορούν όλοι το ζήτημα της τυχόν ευθύνης του Εναγομένου 1 και για αυτό ορθώς συνεξετάζονται και στα περιγράμματα αγορεύσεων. Θα πρέπει όμως εξαρχής να διευκρινίσουμε ότι με κανέναν εξ αυτών των λόγων έφεσης δεν προσβάλλεται κάποιο ζήτημα είτε αξιολόγησης είτε εξαγωγής ευρήματος επί γεγονότων. Αντιθέτως η καταγραφείσα, στον έκτο λόγο έφεσης, θέση του Ενάγοντος είναι πως τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν σωστά αιτιολογημένα ενώ γενικά, στους κρινόμενους λόγους έφεσης, τα επιχειρήματα του Ενάγοντος στηρίζονται στα πρωτόδικα ευρήματα. Κατά συνέπειαν οποιεσδήποτε διαφορετικές αναφορές έχουν παρεισφρήσει στο περίγραμμα του Ενάγοντος δεν μπορούν και δεν θα ληφθούν υπ’ όψιν, δεδομένου ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος έφεσης ο οποίος να προσβάλλει τα ευρήματα ως εσφαλμένα (Νεοφύτου ν. Τταβά (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1352).

 

Στην ίδια κατηγορία εμπίπτει και το, διατυπωθέν στο περίγραμμα, παράπονο του Ενάγοντος πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ’ όψιν του τη μαρτυρία ότι ο ίδιος, όντας συνοδηγός, είχε λίγο πριν την σύγκρουση προειδοποιήσει τον Εναγόμενο 1 να ελαττώσει ταχύτητα για να μην τους συμβεί οποιοδήποτε κακό και ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε. Πρόκειται για μαρτυρία την οποία όντως κατέγραψε η πρωτόδικη Δικαστής αλλά τούτο μόνο στο εισαγωγικό μέρος της απόφασης της, ήτοι κατά την παράθεση της μαρτυρίας. Από εκεί εξάλλου, έλαβε και ο Ενάγων το απόσπασμα που παραθέτει στο περίγραμμα του. Πλην όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συμπεριέλαβε κάτι σχετικό στα ευρήματα του, με τα οποία όμως ο Ενάγων, συμφωνεί και δεν έχει προσβάλει. Ούτε πρόκειται εδώ για περίπτωση κατά την οποία το εκδικάζον Δικαστήριο έχει κατόπιν αξιολόγησης δηλώσει ότι δέχεται εν όλω τη μαρτυρία κάποιου, ούτως ώστε να εκληφθεί ότι έχει δεχθεί και τη συγκεκριμένη αναφορά. Κατά την αξιολόγηση του Ενάγοντος, η πρωτόδικη Δικαστής κατέγραψε για τον ίδιο ότι «[Τ[α όσα ανέφερε σε σχέση με τα γεγονότα της νύχτας εκείνης στην πλειονότητα τους συνάδουν με όσα ανέφερε ο εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του σε αυτά τα σημεία γίνεται πιστευτή από το Δικαστήριο». Συνεπώς, αφού το συγκεκριμένο σημείο δεν είχε αναφερθεί και δεν είχε συμπεριληφθεί στα ευρήματα, δεν μπορεί ούτε να ληφθεί υπ’ όψιν, χωρίς λόγο έφεσης σε σχέση με την παράλειψη αξιολόγησης του.

 

Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μας, θα πρέπει να προβούμε σε δύο σχετικές επισημάνσεις.

 

Η πρώτη αφορά το θέμα του φωτισμού, των καιρικών συνθηκών και της κατάστασης του δρόμου. Η πραγματικότητα είναι ότι τα ζητήματα αυτά καλύπτοντο από παραδοχές στα δικόγραφα. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων είχε προβάλει, στην Έκθεση Απαίτησης του (§4), εξειδικευμένους ισχυρισμούς και αντιστοίχως, στην Υπεράσπιση τους (§4), οι Εναγόμενοι είχαν δηλώσει ότι «[Π]λην του ότι ήτο σκοτεινά χωρίς οδικό φωτισμό, ο καιρός βροχερός, ο δρόμος βρεγμένος, οι εναγόμενοι αρνούνται τους λοιπούς ισχυρισμούς της παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης». Έπεται πως τα εν λόγω ζητήματα δεν ήταν επίδικα στην υπόθεση. Σύμφωνα με την υπόθεση Love Birds Pet Shop Ltd v. Griva, Πολ. Έφ. 133/2014, ημερ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A335, όπως η δίκη, έτσι και η έφεση «… δεν μπορεί να προεκταθεί πέραν και έξω από τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία». Το πρωτόδικο Δικαστήριο ώφειλε να εκλάβει τα εν λόγω γεγονότα ως παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων, όπως οφείλει και το παρόν Εφετείο.

 

Η δεύτερη μας επισήμανση αφορά την απόσταση από την οποία ο Εναγόμενος 1 αντιλήφθηκε το άλογο. Η πρωτόδικη Δικαστής απέρριψε την εκδοχή του Εναγόμενου 1, ο οποίος υποστήριξε ότι το είχε δει από απόσταση 5 – 6 μέτρων και δέχθηκε ρητώς τη θέση του Μ.Υ.1, η οποία βασικά αφορά την απόσταση από την οποία ο ίδιος ο Μ.Υ.1 είδε το άλογο και προειδοποίησε τον Εναγόμενο 1. Ουσιαστικά, το σχετικό εύρημα ήταν ότι ο αυτόπτης Μ.Υ.1, ευρισκόμενος εξ αντιθέτου και σε απόσταση 40 μέτρων από τον Εναγόμενο 1, είδε το άλογο να ευρίσκεται στα 20 μέτρα πιο μπροστά του. Εκείνη τη στιγμή ήταν που αναβόσβησε τα φώτα του προς τον Εναγόμενο 1, προειδοποιώντας τον για τον κίνδυνο. Συνεπώς, η αναφορά της πρωτόδικης Δικαστού ότι αποδέχεται επ’ αυτού τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να σημαίνει ότι ο Εναγόμενος 1 είδε το άλογο σε απόσταση 30 μέτρων, δηλαδή πριν την προειδοποίηση που έδωσε ο Μ.Υ.1. Δεδομένου ότι έγινε αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος 1 είδε το άλογο όταν αυτό ευρίσκετο στο μέσον της απόστασης μεταξύ των δύο οδηγών, τότε σημαίνει πως το εύρημα ήταν ότι το είδε από απόσταση 20 μέτρων.     

 

Όσον αφορά την ουσία της έφεσης η βασική θέση την οποία προωθεί ο Ενάγων είναι ότι τα γεγονότα, τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απεδέχθη, δεν συνιστούν αναπόφευκτο ατύχημα αλλά αμέλεια του Εναγομένου 1.

 

Είναι γεγονός ότι η πρωτόδικη Δικαστής, ενώ εισερχόμενη στη νομική πτυχή ανέφερε ότι θα πρέπει κατ’ αρχάς να διαπιστωθεί κατά πόσο με βάση τα ευρήματα διαπιστώνεται αμέλεια του Εναγόμενου 1, στη συνέχεια κατέγραψε την προβληθείσα εισήγηση ότι αυτός «ουδεμία ευθύνη φέρει ένεκα του αναπόφευκτου του δυστυχήματος», βάσει της Χριστοδούλου (ανωτέρω). Προχώρησε δε, να εξετάσει «κατά πόσο το εν λόγω δυστύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας και προσοχής».

 

Εν σχέσει με την αποκαλούμενη ως «υπεράσπιση του αναπόφευκτου ατυχήματος» (inevitable accident), θα πρέπει κατ’ αρχάς να σημειώσουμε πως από πλευράς νομολογίας, γινόταν δεκτό από παλιά αφενός ότι αποτελεί μια εξειδικευμένη περίπτωση, η οποία όμως εμπίπτει στις γενικότερες αρχές που αφορούν το αστικό αδίκημα της αμέλειας και αφετέρου ότι σχετίζεται βασικά με το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου ισχυρισμού, το οποίο ανήκει στον διάδικο, ο οποίος τον προβάλλει. Όπως αναφέρεται στην Καμπέρης ν. Σουλή κ.ά. (1990) 1(Β) Α.Α.Δ. 880:

 

«Η ειδική αναφορά σε "αναπόφευκτο δυστύχημα", δεν διαφοροποιεί τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται όταν αιτία της αγωγής είναι η αμέλεια. Υποδεικνύει όμως τα στοιχεία της μαρτυρίας που έχει την ευθύνη να προσκομίσει ο εναγόμενος για να αποδείξει τον ισχυρισμό του για αναπόφευκτο δυστύχημα. Αυτός δε ο ισχυρισμός ουσιαστικά ισοδυναμεί με άρνηση για αμέλεια με την εισήγηση ότι δεν μπορούσε να αποφευχθεί το δυστύχημα με την επίδειξη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής από τον μέσο άνθρωπο».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Στη μεταγενέστερη υπόθεση Σολέας ν. Σολέα (1999) 1 Α.Α.Δ. 904, τονίστηκε ότι η υπεράσπιση του αναπόφευκτου ατυχήματος, σπάνια πετυγχαίνει και ότι παραμένει σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό (ζήτημα γεγονότων).

 

Στην πραγματικότητα, η πιο σύγχρονη αντίληψη είναι ότι ο ισχυρισμός περί αναπόφευκτου ατυχήματος δεν συνιστά ξεχωριστή υπεράσπιση. Σχετικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, Τόμος 97Α (2021), §67 (LexisNexis) ότι: “Inevitable accident no longer exists as a separate defence. A person is not liable in negligence unless the claimant proves that the defendant failed to take reasonable care”. Στη δε επόμενη έκδοση, Halsburys Laws of England, Τόμος 94 (2022), §761 (LexisNexis) αναφέρεται ότι:

 

A collision is said to be the result of an inevitable accident if it could not have been prevented by the exercise of reasonable care and ordinary skill.

 

It was once thought that where the defendant has prima facie caused the collision, the burden lay on him to prove that the collision was an inevitable accident by showing that its occurrence was consistent with the exercise on his part of reasonable care and skill, and that he exercised reasonable care and skill. But the better view today is that in cases of inevitable accident, as in the rest of the law of collisions, the burden of proving negligence remains always on the claimant, though in a suitable case the court may regard the facts of a collision that prima facie indicate negligence as adequate proof of fault in the absence of further explanation”.

(έμφαση δοθείσα)

 

Καθίσταται λοιπόν σαφές από τα πιο πάνω ότι το ουσιώδες ζητούμενο είναι το κατά πόσον απεδείχθη ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν αμελής. Ασχέτως δηλαδή αναφοράς στον όρο «αναπόφευκτο ατύχημα» για τον οποίο και παραπονείται ο Ενάγων. Ουσιαστικά δεν υπήρχε καμμιά ιδιαίτερη ανάγκη ενασχόλησης με τον πιο πάνω όρο, υπό την ειδική έννοια που έχει καθιερωθεί στη νομολογία. Ούτως ή άλλως η υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), στην οποία βασίστηκε εδώ η τελική κατάληξη, δεν ήταν κατ’ ακρίβειαν άμεσα σχετική. Εκεί ο οδηγός κτυπήθηκε στο μάτι από σφήκα ενώ οδηγούσε, με αποτέλεσμα, μόνο στη συνέχεια να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και να καταλήξει στη δεξιά λωρίδα, όπου και επήλθε η σύγκρουση. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση, η μετακίνηση του αυτοκινήτου προς τη δεξιά λωρίδα ήταν «συνέπεια της εισδοχής της σφήκας και κτυπήματος στο δεξί μάτι του οδηγού». 

 

Στην παρούσα περίπτωση υπήρξε μεν απρόοπτο γεγονός, ήτοι η εμφάνιση αλόγου στον δρόμο, πλην όμως αυτό το γεγονός δεν επέφερε αιφνιδίως την απώλεια ελέγχου του αυτοκινήτου, όπως έγινε στη Χριστοδούλου (ανωτέρω). Η πρωτόδικη εδώ αναφορά ότι «[Η] σύγκρουση δεν μπορούσε να αποφευχθεί αφού το άλογο όδευε κατά πάνω του» δεν εκφράζει κάποιο γενικό και απόλυτο κανόνα πως οποτεδήποτε κάποιος εμφανισθείς «κίνδυνος» (όχημα, άνθρωπος, ζώο κ.λπ.) οδεύει κατά οδηγού, τότε αυτομάτως δεν υπάρχει ευθύνη. Εδώ η ειδοποιός διαφορά είναι ότι ο Εναγόμενος 1 είχε δει το άλογο από απόσταση 20 μέτρων και, όπως προαναφέραμε, το ουσιώδες ερώτημα ήταν κατά πόσον είχε αποδειχθεί πως οδηγούσε χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, οπότε και θα ευθύνεται για τη σύγκρουση που ακολούθησε.

 

Κατά τη δική μας κρίση θα ήταν αρκετή η αναφορά στις γενικές αρχές περί αμέλειας και η υπαγωγή των γεγονότων σε αυτές, διεργασία στην οποία δύναται να προβεί το παρόν Εφετείο, δεδομένου ότι όντως έχει στη διάθεση του το υπόβαθρο γεγονότων. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα δικαιολογείτο διαφορετική κατάληξη όσον αφορά την ευθύνη. Σημειώνουμε, από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 453, τη βασική αρχή ότι αμέλεια είναι η παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και ότι:

 

«Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος.

Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του "μέσου συνετού ανθρώπου" και του "πλησίον" διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας της οποίας (sic) όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. H έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Όπως περαιτέρω εξηγείται στην Κώστα ν. Χρυσοστομίδης (1991) 1 Α.Α.Δ. 271, εάν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι λογικά εμφανής, τότε, το να μην λάβει κάποιος τις αναγκαίες προφυλάξεις συνιστά αμέλεια αλλά εάν η δυνατότητα να εμφανιστεί κίνδυνος είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγείρετο στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια στην περίπτωση κατά την οποία δεν λάβει κάποιος ασυνήθεις προφυλάξεις.

 

Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν, το πρώτο που θα πρέπει να επισημανθεί είναι πως κατά την οδήγηση δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι προχωρώντας ο Εναγόμενος 1 ήταν πιθανό να συναντήσει άλογο στην πορεία του. Ούτε βέβαια οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα σκεφτόταν ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Επ’ αυτού είχε δίκαιο το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η ξαφνική εμφάνιση ενός αλόγου στην πορεία οδεύοντος αυτοκινήτου δεν μπορεί να αποτελέσει προβλεπτό κίνδυνο.

 

Εν πάση περιπτώσει όμως, γεγονός παραμένει ότι ο Εναγόμενος 1 είτε αφ’ εαυτού είτε επειδή ενεργοποιήθηκε από την προειδοποίηση υπό του εξ αντιθέτου ερχόμενου οχήματος (του Μ.Υ.1), αντιλήφθηκε το άλογο να καλπάζει σε απόσταση 20 μέτρων, μπροστά του, κατά πάνω του και μέσα στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος 1, μόλις αντίκρυσε το άλογο, βρέθηκε σε μια αγωνιώδη κατάσταση για την προφανώς επερχόμενη σύγκρουση (agony of the collision).  

 

Η υποχρέωση του Εναγομένου 1 για λήψη προληπτικών μέτρων εκ μέρους του δημιουργήθηκε αυτήν ακριβώς τη στιγμή που είδε το άλογο. Υπενθυμίζουμε ότι ο δρόμος ήταν σκοτεινός και βρεγμένος, καθώς και ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε με ταχύτητα η οποία υπερέβαινε μεν το όριο των 50 χ.α.ώ, χωρίς όμως να έχει προσδιοριστεί το ύψος της υπέρβασης. Στο δε πλαίσιο της έφεσης, ο ίδιος ο Ενάγων δήλωσε ότι η ταχύτητα του Εναγομένου 1 ήταν 50 χ.α.ώ και ορισμένες φορές μεγαλύτερη.

 

Όπως προστίθεται στη Νικολαΐδης κ.ά. ν. Κλεοβούλου (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 422 «… οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κυριάκου ν. Φιλίππου (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 642 τονίστηκε πως «… οι αντιδράσεις οδηγού ο οποίος ευρίσκεται αντιμέτωπος με εμφανή κίνδυνο σύγκρουσης κρίνεται (sic) υπό το πρίσμα της αγωνίας της στιγμής και του διλήμματος με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος να επιλέξει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης […]. Η πιεστικότητα του διλήμματος δεν παρέχει ευχέρεια για ψύχραιμο αναλογισμό».

 

Αποτέλεσε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να προσβάλλεται, πως ο Εναγόμενος 1 έστριψε το τιμόνι δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Ο Ενάγων, στο περίγραμμα του, εισηγείται άλλα μέτρα ως αποτελεσματικότερα. Ειδικότερα προβάλλει ότι εάν ο Εναγόμενος 1 είχε ελαττώσει ταχύτητα και χρησιμοποιούσε τα φρένα, τότε θα σταματούσε το αυτοκίνητο του έγκαιρα και με ασφάλεια. Πρόκειται για την ενέργεια την οποία είχε επιλέξει ο εφεσείων οδηγός στην προαναφερθείσα υπόθεση Κυριάκου ν. Φιλίππου (ανωτέρω). Εκεί υπεβλήθη η αντίθετη εισήγηση, ήτοι ότι αντί της γενόμενης χρήσης φρένων, η πλέον ενδεδειγμένη πορεία θα ήταν ο ελιγμός προς τα αριστερά. Τα όσα ανέφερε τότε το Εφετείο ισχύουν και στην παρούσα και έχουν ως εξής:

 

«Πρώτο, κάτω από την πίεση της αγωνίας για αποφυγή της σύγκρουσης δεν κρίνεται εσφαλμένη η επιλογή του εφεσείοντα, ούτε υπάρχει εύρημα ότι ήταν εσφαλμένη. Δεύτερο η μαρτυρία δεν καταδεικνύει ότι η σύγκρουση θα αποφεύγετο έστω και αν ακολουθούσε εκείνη την θεωρητική επιλογή».

 

Κατ’ ανάλογον τρόπο και στην παρούσα, η εισήγηση ότι «εύκολα ή με μικρή προσπάθεια» και «ιδιαίτερα ο οδηγός με χρήση των φρένων θα σταματούσε το αυτοκίνητο του έγκαιρα και με ασφάλεια», δεν υπερέβη το επίπεδο της εικασίας ή θεωρίας. Ιδίως αν ληφθεί υπ’ όψιν το παραδεκτό γεγονός του βρεγμένου δρόμου. Ας σημειωθεί ότι στην Κυριάκου ν. Φιλίππου (ανωτέρω), ακυρώθηκε η απόδοση ευθύνης κατά 20% στον εφεσείοντα.

 

Ο Ενάγων εμπλέκει στα πιο πάνω και την ταχύτητα του Εναγόμενου 1. Όπως έχουμε ήδη πει, ο Ενάγων αναφέρει ειδικότερα ότι η ταχύτητα του Εναγομένου 1 ήταν 50 χ.α.ώ και (αναφερόμενος γενικότερα) «ορισμένες φορές μεγαλύτερη», ότι υπό τις περιστάσεις, η ταχύτητα του ήταν «έστω και στα 50 χ.α.ώ υπερβολική και επικίνδυνη» και ότι ήταν ένεκα αυτής που προκάλεσε το επίδικο ατύχημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει την εισήγηση, με αναφορά στην υπόθεση Savencu ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/19, ημερ. 9.7.20, ECLI:CY:AD:2020:B236.

 

Η σχετική νομική αρχή είναι όντως καλώς γνωστή. Η υπέρβαση ορίου ταχύτητας δεν αποτελεί από μόνη της αμέλεια, ούτε δύναται αυτομάτως, χωρίς δηλαδή συνεκτίμηση των συγκεκριμένων συνθηκών, να χαρακτηριστεί ως επικίνδυνη. Αυτά βέβαια έχουν την έννοια ότι, κατά κανόνα, από την υπέρβαση ορίου ταχύτητας μόνο, χωρίς δηλαδή να συνυπάρξει ή και μεσολαβήσει κάτι άλλο, δεν προκύπτει ατύχημα. Εξ ου και το ότι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάζονται όλες οι ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης και το κατά πόσον το δυστύχημα, είναι απόρροια της ταχύτητας, ή εάν συνέτεινε σε αυτό, οπότε υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ταχύτητας και της σύγκρουσης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Panayiotou v. Christofi a.o (1983) 1 C.L.R. 143… it is only when all circumstances of the case are taken into consideration that speed alone can be a decisive factor”. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 178 κρίθηκε πως η αλόγιστη ταχύτητα περιόριζε εκ προοιμίου τη λήψη μέτρων για την αποτροπή οποιασδήποτε σύγκρουσης και συνιστούσε το μοναδικό στοιχείο αμέλειας του οδηγού.

 

Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του Εναγόμενου 1 ότι οδηγούσε με ταχύτητα εντός του ορίου. Εξ αυτού κατέληξε σε συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του ήταν μεγαλύτερη των 50 χ.α.ώ. Δεν είχε βεβαίως μαρτυρία άλλη ενώπιον του και ούτε μπορούσε κατ’ άλλον τρόπο να προβεί το ίδιο σε υπολογισμούς για την ακριβή ταχύτητα (Ioakim v. Soteriades (1984) 1 C.L.R. 175).

 

Την άγνοια του για το ακριβές ύψος της ταχύτητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο την αποτύπωσε λέγοντας ότι «… το ζήτημα της ταχύτητας δεν ελέγχθηκε καθόλου από τον εξεταστή και ούτε μπορεί να λεχθεί πόση ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου εκείνο το βράδυ». Αυτό ήταν ορθό. Προχώρησε όμως το Δικαστήριο να προσθέσει ότι «… δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία και ή μαρτυρία εμπειρογνώμονα που να υποστηρίζει ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου για την οποία δεν μπορεί να γίνει εύρημα». Επ’ αυτού και με κάθε σεβασμό θα πρέπει να πούμε πως είναι δυνατόν όντως να προσφερθεί και εμπειρογνώμονη μαρτυρία σχετικά με τη συμβολή ή όχι της ταχύτητας στο ατύχημα και δη στη σύγκρουση. Όμως αυτή η δυνατότητα δεν εμποδίζει το ίδιο το Δικαστήριο στη βάση των ευρημάτων του, να εξετάσει κατά πόσον η όποια ταχύτητα του οδηγού, υπό τις περιστάσεις και υπό την προαναφερθείσα έννοια συνέβαλε στη σύγκρουση (βλ. Χριστοδούλου, ανωτέρω).

 

Η σχετική εισήγηση του Ενάγοντος προβάλλεται και ενώπιον μας. Εκτός από κάποια ζητήματα για τα οποία δεν απασχόλησαν πρωτοδίκως και δεν έχει προσβληθεί η μη αξιολόγηση τους (κατηφορικότητα, προειδοποίηση από Ενάγοντα-συνοδηγό), υποστηρίζεται ουσιαστικά ότι ήταν λόγω της ταχύτητας του σε τέτοιες συνθήκες που δεν μπόρεσε ο Εναγόμενος 1 να λάβει ικανοποιητικά μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης με το άλογο. Η ανασκόπηση της νομολογίας μας καταδεικνύει όντως ότι σε οδηγό που λόγω ταχύτητας δεν μπόρεσε να λάβει ικανοποιητικά μέτρα προς αποφυγή ατυχήματος, αποδόθηκε μερίδιο ευθύνης, με χαμηλότερο το 20% (βλ. Kythreotis v. Constantinou (1984) 1 C.L.R. 811, Kassinou v. Efstathiou (1984) 1 C.L.R. 77, Tranta v. Boyadjis (1984) 1 C.L.R. 213, Φελλάς ν. Στυλιανού κ.ά. (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 595, Πουρίκκος ν. Βασιλείου (1993) 1 Α.Α.Δ. 256).

 

Σε σχέση με την παρούσα όμως, δεν συμφωνούμε με την προβληθείσα εισήγηση. Όπως έχουμε σημειώσει, υπό την πίεση της αγωνιώδους κατάστασης ο Εναγόμενος 1 επέλεξε να προβεί σε ελιγμό προς τα δεξιά. Ασφαλώς δεν ήταν μια επιλογή στη βάση ενός ψύχραιμου αναλογισμού, ιδίως έχοντας απέναντι του ένα άλογο να καλπάζει κατά πάνω του. Σε αντίθεση με αυτό το στοιχείο (ξαφνική εμφάνιση αλόγου), για το οποίο κρίνουμε ότι υπό τις περιστάσεις ήταν καθοριστικό στην επιλογή από τον ίδιο του εν λόγω αποτρεπτικού μέτρου, δεν συμφωνούμε ότι σε αυτή την περίπτωση η ταχύτητα του επηρέασε την επιλογή στην οποία προέβη. Δεν κρίνουμε δηλαδή πως απεδείχθη στον απαιτούμενο βαθμό ότι η ταχύτητα του περιόρισε την ικανότητα του να λάβει μέτρα προς αποφυγή. Υπό αυτή την έννοια καταλήγουμε πως η ταχύτητα του δεν συνέβαλε στη σύγκρουση με το άλογο.

 

Στη βάση των ανωτέρω οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 6 υπόκεινται σε απόρριψη. Παρέλκει επίσης η εξέταση των λόγων έφεσης 3 και 5, οι οποίοι άπτονται ζητημάτων του ύψους των αποζημιώσεων στην περίπτωση κατά την οποία θα επιτύγχανε η αξίωση του Ενάγοντος. Ο δε λόγος έφεσης 4 συσχετίζεται με τον λόγο έφεσης 2 στην Αντέφεση του Τριτοδιαδίκου και κρίνεται σκοπιμότερη η συνεξέταση τους κατωτέρω.   

 

Έφεση αρ. 332/20 – Ιδιοκτησία Αλόγου

 

Με τον μοναδικό λόγο έφεσης στην πιο πάνω έφεση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 προσβάλλουν το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν απεδείχθη πως ο Τριτοδιάδικος ήταν ιδιοκτήτης του (συγκεκριμένου) αλόγου. Αναφέρεται ξεκάθαρα στο Annual Practice 1958, σ. 393, ότι εάν ο Ενάγων επιθυμεί να λάβει απόφαση εναντίον του τριτοδιαδίκου, θα πρέπει να ζητήσει όπως ο τριτοδιάδικος προστεθεί ως εναγόμενος στην αγωγή (If the plaintiff wishes to obtain judgment against the third party he must apply under O.16 r.11 to add the latter as defendant). Στη βάση αυτή θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να λεχθεί ότι η ως άνω έφεση των Εναγομένων 1 και 2 κατέστη επίσης άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η αγωγή απέτυχε, όπως και η έφεση εναντίον της απορριπτικής απόφασης για το θέμα της ευθύνης (Έφεση Αρ. 297/20). Πλην όμως το ζήτημα, το οποίο εγείρουν οι Εναγόμενοι 1 και 2, σχετίζεται με την εκδοθείσα πρωτόδικη διαταγή εξόδων και για αυτό κρίνουμε αναγκαία την εξέταση του.

 

Έχουμε παραθέσει πιο πριν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Τριτοδιάδικος «δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του αλόγου». Του ευρήματος αυτού είχε πρωτοδίκως προηγηθεί η εξής αξιολόγηση:

 

«Αναφορικά με τη μαρτυρία Τριτοδιαδίκου σημειώνω τα εξής : Από πλευράς εναγόμενου δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την ιδιοκτησία του αλόγου , ζήτημα το οποίο αμφισβήτησε ο τριτοδιάδικος τόσο με το δικόγραφο του όσο και με τη μαρτυρία του. Η μόνη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ήταν αυτή του εξεταστή της υπόθεσης ο οποίος ανέφερε ότι από κάποιες πληροφορίες ο τριτοδιάδικος φαίνεται να ήταν ο ιδιοκτήτης του αλόγου και το άλογο που είχε φάνηκε ότι δεν το είχε τελικά. Από την άλλη ο τριτοδιάδικος επεξήγησε το λόγο για τον οποίο το άλογο που ενεπλάκη στο δυστύχημα δεν ήταν δικό του. Κρίνω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για να αποδείξει την ιδιοκτησία του αλόγου ήταν υπο τις περιστάσεις αδύναμη. Η βάση της ήταν πιθανότητες και εικασίες ότι το άλογο ανήκε στον τριτοδιάδικο. Από την άλλη ο ίδιος έδωσε πειστικές εξηγήσεις αναφορικά με το ζήτημα τουτο, τις οποίες και αποδέχομαι. Προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία του αναφορικά με τα μετρα φύλαξης του αλόγου αν ήθελε η πιο πάνω διαπίστωση μου αναφορικά με την ιδιοκτησία του αλόγου κριθεί εσφαλμένη ώστε να διατυπωθούν τα αντίστοιχα ευρήματα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε όλα τα μέτρα φύλαξης και φροντίδας του αλόγου. Αποδέχομαι ότι ο ίδιος είχε δεμένο/παλουκομένο (sic) το άλογο  έξω από τη μάντρα του με αλυσίδα 5-6 μέτρων. Δεν αποδέχομαι τη θέση ότι ο χώρος που ήταν το άλογο ήταν τελειασμένος (sic), διότι κατι τέτοιο δεν τέθηκε από τον μάρτυρα κατά την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία αλλά αποτέλεσε θέση που υποστηρίχθηκε μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής εκδίκασης της υπόθεσης. Eπίσης δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι μπορεί κάποιοι τρίτοι να ξέδεσαν επι σκοπού το άλογο, θέση παντελώς αυθαίρετη».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Κατ’ αρχάς να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι ευλόγως αντιληπτό για ποιο λόγο θεωρήθηκε πρωτοδίκως τόσο ουσιώδες το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Η θέση των Εναγομένων δικογραφικά ήταν πως ο Τριτοδιάδικος ήταν «ιδιοκτήτης και ή κάτοχος και ή υπεύθυνος του αλόγου», το οποίο ενεπλάκη στο ατύχημα. Προέβαλαν δηλαδή, τουλάχιστον δικογραφικά, διαζευκτικές θέσεις. Το Άρθρο 54 του περί Αστικών Αδικημάτων, Κεφ. 148, το οποίο και παρέθεσε αργότερα η πρωτόδικη Δικαστής, ως δεύτερη προϋπόθεση για απόδοση ευθύνης, προνοεί όπως ο εναγόμενος ήταν «… ο ιδιοκτήτης ή είχε την ευθύνη του ζώου» (“…that the defendant was the owner or the person in charge of such animal). Η ίδια η νομολογία, την οποία επίσης αργότερα παρέθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφέρεται στο καθήκον επιμέλειας, το οποίο υπέχουν προς τρίτους οι κάτοχοι και ή οι φροντιστές ήμερων ζώων (Κωνσταντινίδη ν. Χαραλάμπους (2000) 1 Α.Α.Δ. 1299). Δεν φαίνεται να δόθηκε η πρέπουσα σημασία στα ζητήματα αυτά.

 

Στην παρούσα περίπτωση ο Τριτοδιάδικος στη μαρτυρία του δεχόταν ότι είχε κάποιο άλογο, υπό την κατοχή και την ευθύνη του σε μάντρα (που απείχε 1,5 – 2 χλμ), το οποίο ο ίδιος είχε φροντίσει το πρωί της ημέρας του ατυχήματος ενώ την επομένη το πρωί διαπίστωσε ότι το άλογο αυτό έλειπε από τη μάντρα.

 

Δεν θα μας απασχολήσει η εισήγηση ότι υπήρχε πληθώρα στοιχείων για να κατέληγε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε εύρημα ότι αυτό το συγκεκριμένο ήταν το άλογο που είχε εμπλακεί στο ατύχημα. Ως τέτοια προβάλλονται η εγγύτητα της μάντρας, το χρώμα του, η αλυσίδα που έφερε το εμπλεκόμενο άλογο, το μήκος και είδος της αλυσίδας, η δυνατότητα (που ο ίδιος ο Τριτοδιάδικος ανέφερε) λόγω της βροχόπτωσης να μαλάκωσε το χώμα, πράγμα που επέφερε εύκολη αφαίρεση του παλουκιού και τέλος το ότι το άλογο του δεν βρέθηκε ποτέ, ακόμα και μέχρι την ακρόαση κατά το 2020.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είδε το ζήτημα από την πλευρά αυτή και δεν εξήγαγε το προβαλλόμενο ενώπιον μας ως το εύλογο συμπέρασμα, ήτοι ότι το άλογο το οποίο είχε στην κατοχή του ο Τριτοδιάδικος ήταν αυτό το οποίο κτυπήθηκε κατά το επίδικο ατύχημα, με αποτέλεσμα τον ακαριαίο θάνατο του.

 

Οι Εναγόμενοι 1 και 2 όμως δεν προσβάλλουν αυτό τον χειρισμό από το πρωτόδικο Δικαστήριο και δεν μας φαίνεται ότι πρόκειται για εσφαλμένο ή ατυχές λεκτικό. Ο λόγος έφεσης αφορά μόνο το ζήτημα της «ιδιοκτησίας» και στην αιτιολογία υποστηρίζεται ότι η μαρτυρία στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, «θα έπρεπε να οδηγήσει […] στο συμπέρασμα ότι ο Τριτοδιάδικος ήταν ο ιδιοκτήτης του αλόγου …».

 

Με κάθε σεβασμό, δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση. Δεν είχε προσκομιστεί καμμιά μαρτυρία σχετική με το θέμα της ιδιοκτησίας του αλόγου. Η μόνη σχετική αναφορά ήταν αυτή του εξεταστή (Μ.Ε.1) ο οποίος είπε πως υπάρχουν «ενδείξεις» ότι ιδιοκτήτης ήταν ο Τριτοδιάδικος, πράγμα το οποίο ο τελευταίος αρνείτο. Όπως εξήγησε μάλιστα, ελλείψει άλλης μαρτυρίας για την ιδιοκτησία, δεν προχώρησε ούτε ποινική υπόθεση εναντίον του Τριτοδιαδίκου (Π.Κ.236).

 

Για τους πιο πάνω λόγους η έφεση αρ. 332/20 υπόκειται σε απόρριψη.

 

Αντέφεση στην 332/20

 

Στην αντέφεση του ο Τριτοδιάδικος προβάλλει με τον πρώτο λόγο ότι είναι εσφαλμένο το συμπέρασμα περί δικής του ευθύνης για το ατύχημα και με τον τρίτο λόγο ότι το εν λόγω συμπέρασμα είναι αναιτιολόγητο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της αγωγής και το προαναφερθέν συμπέρασμα του για τη μη απόδειξη ιδιοκτησίας, ανέφερε πως προχωρεί να εξετάσει την ευθύνη του Τριτοδιαδίκου «αν ήθελε ανατραπεί η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν είναι ο ιδιοκτήτης του αλόγου». Κατέληξε σε κάποιες διαπιστώσεις με βάση την προαναφερθείσα νομολογία (Κωνσταντινίδης, ανωτέρω).

 

Έχουμε ήδη αναφέρει ότι χωρίς απόφαση εις βάρος του Εναγομένου 1, δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης ούτε κατά του Τριτοδιαδίκου (Annual Practice, ανωτέρω). Με προδιαγεγραμμένη ήδη την απόρριψη της έφεσης του Ενάγοντος, έπεται πως δεν υπάρχει δυνατότητα έκδοσης απόφασης εις βάρος του Τριτοδιαδίκου ούτε κατ’ έφεσιν. Κρίνουμε συνεπώς ότι οι λόγοι αντέφεσης 1 και 3 καθίστανται άνευ αντικειμένου και υπόκεινται σε απόρριψη για αυτόν τον λόγο.


 

Λόγος Έφεσης 4 στην 297/20

Λόγος Αντέφεσης 2 στην 332/20

 

Οι δύο πιο πάνω λόγοι έφεσης αφορούν την πρωτόδικη διαταγή εξόδων. Ο Ενάγων παραπονείται για το ότι ο ίδιος καταδικάστηκε στα έξοδα τόσο της αγωγής όσο και σε αυτά της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Ο Τριτοδιάδικος παραπονείται μόνο για το δεύτερο σκέλος εκ των πιο πάνω, ήτοι για το ότι καταδικάστηκε ο Ενάγων να πληρώσει στον ίδιο τα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου και όχι οι Εναγόμενοι 1 και 2.

 

Δεν κρίνουμε ότι χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη ενασχόληση μας όσον αφορά το πρώτο σκέλος, ήτοι τα έξοδα της αγωγής. Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, πράγμα που ισχύει σε σχέση με την αγωγή στην παρούσα, χωρίς να απαιτείτο κάποια ειδική αιτιολογία (Soprina Trading Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 87). Δεν εντοπίζουμε λόγο παρέμβασης μας στο μέρος αυτό της πρωτόδικης διαταγής εξόδων.

 

Δεν ισχύει όμως το ίδιο για το άλλο μέρος της πρωτόδικης διαταγής. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία τριτοδιαδίκου «είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα  αγωγή» (βλ. Νικήτα ν. Medcon Construction Ltd κ.ά. (1997)                  1(Β) Α.Α.Δ. 643). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 σε αυτή τη διαδικασία τριτοδιαδίκου ήταν αποτυχόντες διάδικοι. Η πρωτόδικη κατάληξη μάλιστα ήταν ότι δεν είχαν καταφέρει να αποδείξουν ότι ο Τριτοδιάδικος ήταν ιδιοκτήτης του αλόγου το οποίο ενεπλάκη στο ατύχημα, εύρημα το οποίο επικυρώθηκε πιο πάνω. Παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα του επιτυχόντος διαδίκου δικαιολογείται μόνον όταν συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση, η οποία και πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση (βλ. Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477).

 

Στην παρούσα περίπτωση όμως δεν δόθηκε κάποια εξήγηση για την επιλογή που έγινε. Το μόνο που ανέφερε η πρωτόδικη Δικαστής είναι ότι «[Τ]α έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (βλ. Sir Rentals Co. Ltd v. Κυριάκου Χαραλάμπους κ.ά. (2003) 1 Α.Α.Δ. 1498)».

 

Η υπόθεση Sir Rentals (ανωτέρω) στην οποία παρέπεμψε, δεν δικαιολογεί την πορεία που ακολούθησε η πρωτόδικη Δικαστής. Εκεί η αγωγή είχε μεν, όπως και εδώ, απορριφθεί πρωτοδίκως, πλην όμως η απόφαση ακυρώθηκε κατ’ έφεσιν. Ήταν στη βάση αυτή και αναλόγως του διαπιστωθέντος κατ’ έφεσιν μεριδίου ευθύνης του τριτοδιαδίκου (70%), που το Εφετείο τον καταδίκασε και σε συνεισφορά σε ανάλογο μερίδιο των εξόδων, για τα οποία είχε καταδικαστεί ο εναγόμενος (όχι απευθείας απόφαση). Κρίνουμε πως το συγκεκριμένο μέρος της κρινόμενης εδώ διαταγής εξόδων ήταν αναιτιολόγητο και θα πρέπει να ακυρωθεί.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση των πιο πάνω επιτυγχάνουν ο λόγος έφεσης αρ. 4 στην έφεση 297/20 και ο λόγος αντέφεσης αρ. 2 στην 332/20, κατά το μέρος που αφορούν τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Η σχετική πρωτόδικη διαταγή ακυρώνεται.

 

Η έφεση αρ. 332/20 απορρίπτεται, όπως και οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης στην έφεση 297/20 και της αντέφεσης στην 332/20.

 

Οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατάσσονται όπως καταβάλουν αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως τα έξοδα του Τριτοδιαδίκου, στην πρωτόδικη διαδικασία τριτοδιαδίκου, ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο (αν δεν έγινε ήδη).

 

Σε σχέση με τα έξοδα ενώπιον του Εφετείου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι οι δύο εφέσεις και η αντέφεση έχουν συνεκδικαστεί, καθώς και ότι το ουσιώδες μέρος σε καθεμιά έχει απορριφθεί, κρίνουμε δικαιότερο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα.

 

 

 

 

                                                                    Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο