ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 320/2019)
22 Απριλίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ERB ASFALISTIKI LIMITED
Εφεσείουσα/Ενάγουσα
και
ΕΙΡΗΝΗ ΝΙΚΟΛΑ ΓΕΡΙΜΟΥ
Εφεσίβλητη/Εναγόμενη
-------------------------------------------
Έλενα Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα
Μαρία Χατζηκωνσταντή για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
-------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Στις 21.9.2010, ο ανήλικος τότε Κωνσταντίνος Γέριμος (εφεξής ΚΓ) πήρε τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας της μητέρας του, την οδήγησε στο Παραλίμνι χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης και ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, κτυπώντας και τραυματίζοντας τον πεζό, επίσης ανήλικο, Damian Adamczyk (εφεξής DA). Κατά τον ουσιώδη χρόνο, για την εν λόγω μοτοσυκλέτα υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης για την κάλυψη ευθύνης έναντι τρίτου, αλλά εξουσιοδοτημένοι οδηγοί ήταν μόνον η ιδιοκτήτρια και μητέρα του ανήλικου Ειρήνη Γέριμου (εφεξής ΕΓ), ο σύζυγος της, Νικόλας Γέριμος και ο μεγαλύτερος τους γιος Θεόδωρος Γέριμος.
Στην πορεία, ο DA, μέσω του δικηγόρου του, υπέβαλε απαίτηση προς την ασφαλιστική εταιρεία που εξέδωσε το πιστοποιητικό ασφάλισης για την εν λόγω μοτοσυκλέτα. Η ασφαλιστική εταιρεία, θεωρώντας ότι είχε συμβατικό δικαίωμα ή και καθήκον ή και νομική υποχρέωση βάσει του άρθρου 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000 να καλύψει την απαίτηση του DA (την ευθύνη έναντι τρίτου δηλαδή), προχώρησε στην αξιολόγηση της απαίτησης, διατηρώντας το δικαίωμα που θεωρούσε πως είχε, να ζητήσει ανάκτηση από την ΕΓ του όποιου ποσού αποζημίωσης κατέβαλλε. Υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του δικηγόρου της ΕΓ, από την οποία προέκυπτε ότι η ΕΓ δεν συναινούσε στη διευθέτηση της απαίτησης του DA, ούτε εξουσιοδοτούσε την ασφαλιστική εταιρεία να ενεργήσει εκ μέρους της σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Τούτο, αφού η ΕΓ και ο γιος της ΚΓ, σταθερά και αδιάλειπτα, αρνούνταν έντονα την όποια ευθύνη του τελευταίου για την πρόκληση του ατυχήματος, ενώ η ΕΓ επιπρόσθετα αρνείτο ότι επέτρεψε ή ευθυνόταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο για το ότι ο ΚΓ πήρε τα κλειδιά και οδήγησε τη μοτοσυκλέτα. Ο ΚΓ επιπρόσθετα αρνήθηκε ενοχή και στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης που καταχωρίστηκε εναντίον του, στην οποία όμως τελικά καταδικάστηκε.
Παρόλα ταύτα, η ασφαλιστική εταιρεία προχώρησε στην αξιολόγηση της απαίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα στοιχεία που είχε ενώπιον της. Τελικώς, κρίνοντας ότι ήταν προς το συμφέρον τόσο της ιδίας όσο και της ασφαλισμένης της ΕΓ, διευθέτησε την απαίτηση εξώδικα, καταβάλλοντας στον DA το ποσό των €18.521,00, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγορικών εξόδων. Επισημαίνεται, ότι η ασφαλιστική εταιρεία, θεώρησε ότι βάσει Νόμου αλλά και της ασφαλιστικής σύμβασης που συνομολογήθηκε με την ΕΓ, είχε το απόλυτο δικαίωμα να αναλάβει τις όποιες διαπραγματεύσεις και να προχωρήσει στη διευθέτηση της απαίτησης, ασχέτως συναίνεσης ή μη της ΕΓ. Ομοίως, θεώρησε ότι βάσει Νόμου αλλά και της ασφαλιστικής σύμβασης, είχε δικαίωμα ανάκτησης του καταβληθέντος ποσού από την ΕΓ, το οποίο όμως η ΕΓ αρνήθηκε να πληρώσει.
Συνεπεία της άρνησης, η ασφαλιστική εταιρεία, ενάγουσα πλέον, καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου την αγωγή 126/2012 διεκδικώντας από την ΕΓ (εναγόμενη) ανάκτηση του καταβληθέντος ποσού των €18.521,00. Η ΕΓ αρνήθηκε και πάλι ευθύνη με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση έδωσαν ουσιαστική προφορική μαρτυρία πέντε πρόσωπα. Τέσσερα για λογαριασμό της ενάγουσας - οι υπάλληλοι της, ΑΠ (ΜΕ1) και ΔΔ (ΜΕ2), η πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου ΦΛ (ΜΕ3), και η δικηγόρος ΔΚ (ΜΕ6). Εκ μέρους της εναγόμενης, έδωσε προφορική μαρτυρία η ίδια (ΜΥ1). Επιπρόσθετα κατατέθηκαν πολλά έγγραφα ως τεκμήρια ενώ έγιναν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα, τα οποία καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση.
Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας επιχειρήθηκε από πλευράς ενάγουσας να προσαχθεί μαρτυρία σε σχέση (α) με τις σωματικές βλάβες του AD δια του ορθοπεδικού ιατρού Δρ. ΝΒ (ΜΕ4) και (β) σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος δια του εξεταστή της υπόθεσης Αστ. 3907 ΚΑ (ΜΕ5). Το πρωτόδικο Δικαστήριο όμως με τις ενδιάμεσες αποφάσεις του ημερ. 7.11.2017 και 23.11.2017 αντίστοιχα δεν επέτρεψε στα εν λόγω πρόσωπα να επεκταθούν, δίδοντας ουσιαστική μαρτυρία αναφορικά με τα εν λόγω θέματα. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε στη συνέχεια.
Στην πρωτόδικη απόφαση ημερ. 25.7.2019 που καταλαμβάνει 48 σελίδες, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε εκτενή καταγραφή της δοθείσας μαρτυρίας, σε αξιολόγηση, σε εξαγωγή συμπερασμάτων αλλά και σε ανάλυση διαφόρων νομικών θεμάτων που αναφύονταν. Αποφαίνεται τελικά ότι η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί για τον λόγο ότι το άρθρο 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000, που επικαλείτο η ενάγουσα στο δικόγραφο της, δεν τύγχανε εφαρμογής αφού δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση εκδοθεί δικαστική απόφαση - προϋπόθεση απαρέγκλιτη κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο - για ενεργοποίηση του. Επιπρόσθετα, το άρθρο 4(4), επί του οποίου υπήρξε επιχειρηματολογία από πλευράς της ενάγουσας, δεν προσέθετε οτιδήποτε, ούτε αναιρούσε την υποχρέωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης ως προϋπόθεση για την ικανοποίηση απαίτησης τρίτου και κατ’ επέκταση ανάκτησης από ασφαλισμένο ως προβλέπεται στο άρθρο 14. Περαιτέρω, ως απότοκο της αξιολόγησης της μαρτυρίας (σελ. 26-29 της πρωτόδικης απόφασης), έκρινε ότι ο πίνακας του ασφαλιστηρίου (τεκμήρια 13(α)) και το βιβλιάριο «ασφαλιστήριο μηχανοκινήτων οχημάτων» (τεκμήριο 13(β)), στο οποίο επίσης στηρίχθηκε η ενάγουσα για να αποδείξει την απαίτηση της, ουδέποτε δόθηκαν στην εναγόμενη και συνεπώς δεν αποτελούσαν μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης των μερών. Παρόλα ταύτα, σε περίπτωση που η εν λόγω κρίση θα ανατρεπόταν κατ’ έφεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση των επικαλούμενων όρων από πλευράς ενάγουσας ωσάν το τεκμήριο 13(β) να αποτελούσε μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης. Με εκτενή αναφορά σε κυπριακή και αγγλική νομολογία έκρινε ότι, ακόμα και με τη συμπερίληψη αυτών των όρων στη ασφαλιστική σύμβαση, η ενάγουσα δεν είχε τα απόλυτα δικαιώματα διαπραγμάτευσης, διαβούλευσης, αξιολόγησης και διευθέτησης απαιτήσεων που επικαλείτο και έτσι δεν είχε δικαίωμα ανάκτησης από την ΕΓ του καταβληθέντος ποσού. Το επί τούτου σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου έχει τη σημασία του για την περαιτέρω συζήτηση της Έφεσης και έτσι το παραθέτουμε αυτούσιο: (σελ. 42-43)
«…Κατά την κρίση μου, τέτοιοι όροι δεν εκτείνονται πέραν του ότι ο ασφαλισμένος αναγνωρίζει ότι ο ασφαλιστής, προς διασφάλιση των συμφερόντων του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πλήρη συνεργασία του ασφαλισμένου, να αναλάβει την πρωτοβουλία κινήσεων και ρόλο πρωταρχικό στη διαπραγμάτευση για επίτευξη εξωδικαστικής διευθέτησης, και να ηγηθεί της υπεράσπισης αν η υπόθεση αχθεί στο δικαστήριο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι ο ασφαλισμένος διατηρεί κι αυτός τη δυνατότητα να διορίσει πρόσθετο δικηγόρο της δικής του επιλογής για την τήρηση ισορροπίας στα συμφέροντα της κάθε πλευράς. Έχω τη γνώμη ότι αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση στο ζήτημα θα σήμαινε την εκ των προτέρων και άνευ όρων παράδοση των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή και την από μέρους του ασφαλισμένου απεμπόληση της προστασίας που του παρέχει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος όπως και το Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Ν. 39/1962), διατάξεις με τις οποίες διαφυλάσσεται η πρόσβαση σε δικαστήριο για τη διάγνωση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όπου διαπιστώνεται διαφορά αναφορικά με τα γεγονότα ή το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα ανέλαβε το ρόλο ερευνητή και κριτή (α) σε σχέση με την ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος (β) σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο οδηγός πήρε τα κλειδιά της μοτοσυκλέτας και την οδήγησε και (β) σε σχέση με το ύψος των αποζημιώσεων, δηλαδή σε όλες τις πτυχές για τις οποίες το βάρος τελικά θα το επωμιζόταν όχι η ιδία αλλά η εναγόμενη και/ή ο οδηγός.
Σε σχέση με όλα τα ανωτέρω θέματα, που συνιστούν τον πυρήνα της διαφοράς μεταξύ των μερών, παραμένει ως κρίσιμο ερώτημα το κατά πόσο η εξέταση τους μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο αγωγής όπως η παρούσα. Δεν μου είναι δυνατόν να δεχθώ ότι με βάση τους υπό συζήτηση όρους παρεχόταν στην ενάγουσα η δυνατότητα να στηριζόταν και να ενεργούσε στη βάση των όσων αυτή θεωρούσε ως αρκετά και να τα αποφάσιζε με γνώμονα, προφανώς, τη μείωση του δικού της οικονομικού κινδύνου ενώ, ένεκα των περιστάσεων, θα μετακυλούσε την ευθύνη πληρωμής στην εναγόμενη, η οποία διατηρούσε εντελώς διαφορετική άποψη για το καθετί. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ανέφικτη μια προσέγγιση που θα αναγνώριζε στην ενάγουσα την εξουσία, σε διαφορά που ανέκυψε μεταξύ της και της εναγόμενης, να επιλύει η ίδια τη διαφορά, αποφασίζοντας όλες τις πτυχές, και να επιβάλλει λύση στην εναγόμενη. Ακόμα και μια πλήρως αιτιολογημένη κρίση της ενάγουσας – που εδώ κάθε άλλο παρά αιτιολογημένη ήταν – θα παρέμενε μετέωρη, δεδομένου ότι η ενάγουσα ήταν αντίπαλο μέρος στη διαφορά. Η διαφορά θα έπρεπε να είχε υποβληθεί σε δικαστήριο που θα την εξέταζε στο πλαίσιο της δικονομικά καθορισμένης διαδικασίας όπου, για τροχαία ατυχήματα όπως το υπό αναφορά, τίθεται ως βάση αγωγής η αμέλεια και/ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Δεν υπάρχει όμως εδώ τέτοιου είδους δικογράφιση.
Συγκεφαλαιώνω, λοιπόν, ότι έξω από μια συναινετική πορεία ή διαιτησία, τέτοιοι όροι δεν θα μπορούσαν ποτέ να εκτοπίσουν τη δικαστική δικαιοδοσία και να υποτάξουν την εναγόμενη στην αποκλειστική κρίση της ενάγουσας στη μεταξύ τους διαφορά επί ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων».
Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε σε απόρριψη της αγωγής καταδικάζοντας την ενάγουσα και στα έξοδα της διαδικασίας. Προφανώς δυσαρεστημένη με την κατάληξη η ενάγουσα (εφεξής η εφεσείουσα) την προσβάλλει με εννέα λόγους έφεσης.
Συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο έφεσης υποστηρίζει ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα την αρχή σε ότι αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) σχετικά με την παραλαβή των Τεκμηρίων 11-15 που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένα συμπεράσματα». Με το δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι το «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα στη βάση των αποδεκτών γεγονότων ερμήνευσε τους όρους της σύμβασης της ασφαλιστικής κάλυψης σχετικά με το συμβατικό δικαίωμα της Εφεσείουσας-Ενάγουσας «να ενεργεί όπως κρίνει ορθό … για διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης» και κατ΄ ακολουθία λανθασμένα απέρριψε την αγωγή της Εφεσείουσας». Στην αιτιολογία του λόγου αυτού γίνεται αναφορά σε λανθασμένη ερμηνεία του όρου 4 «Διαδικασία Απαιτήσεων». Με τον τρίτο λόγο έφεσης, υποστηρίζεται συναφώς ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν εφάρμοσε τον όρο 4 του Ασφαλιστηρίου και απέρριψε την αγωγή της Εφεσείουσας ο οποίος όρος ρητά προνοούσε την υποχρέωση της Ασφαλισμένης Εφεσίβλητης την καταβολή του μη καλυπτόμενου ποσού που κατέβαλε η Εφεσείουσα στο τρίτο πρόσωπο στο οποίο ο ανήλικος υιός της Εφεσίβλητης προκάλεσε σωματική βλάβη σε τρίτο πρόσωπο και ο οποίος παραδέχθηκε την ενοχή του», (σελ. 3 της απόφασης). Ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά και πάλι τους όρους της σύμβασης. Υποστηρίζεται ειδικά ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ασφαλιστικοί όροι του Ασφαλιστηρίου εγγράφου κάλυψης της Εφεσίβλητης «δεν υπόκειται σε ιδιαίτερους ερμηνευτικούς κανόνες» (σελ. 34 της απόφασης) «και κατ΄ ακολουθία προχώρησε και ερμήνευσε τους σχετικούς όρους του Ασφαλιστηρίου εγγράφου σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία εμπορικών συμβάσεων οι οποίες συμβάσεις ουδεμία σχέση έχουν με τις ασφαλιστικές συμβάσεις όπως η παρούσα σύμβαση με αποτέλεσμα λανθασμένα να απορρίψει την αγωγή των Εφεσειόντων». Ο πέμπτος λόγος έφεσης και πάλι αφορά τους όρους της σύμβασης. Αμφισβητείται με αυτό η αντίληψη, ερμηνεία και εφαρμογή κάποιας αγγλικής νομολογίας στην οποία αναφέρεται το πρωτόδικο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα προβάλλεται η θέση ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγούμενο από τις αποφάσεις Nairm και Beacon, Σελ. 39 και 40 της απόφασης και συγκρίνοντας τα ανόμοια γεγονότα των ρηθέντων αποφάσεων με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κατάληξε στο συμπέρασμα ότι «εκεί, κατά το χρόνο που δηλώθηκε η διευθέτηση υπήρχε ταύτιση συμφερόντων ασφαλιστικής εταιρείας και ασφαλισμένου ενώ στην παρούσα διαπιστώθηκε εξ΄ αρχής οξεία διάσταση» σελ. 40 της απόφασης η οποία δεν υπήρχε στην ουσία εφ΄ όσον τόσο η Εφεσείουσα όσο και η Εφεσίβλητη είχαν το κοινό συμφέρον να επιτύχουν εξώδικο συμβιβασμό στο χαμηλότερο δυνατό ποσό αποζημίωσης δεδομένης της παραδοχής ενοχής του ανήλικου υιού της Εφεσίβλητης σε ποινική υπόθεση εναντίον του και της υποχρέωσης της Εφεσίβλητης να καταβάλει το υπό πληρωμή από την Εφεσείουσα ποσό σύμφωνα με τον όρο 4 του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου».
Οι λόγοι έφεσης 6-9 είναι συναφείς αφού άπτονται της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 7.11.2017. Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι «Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 07/11/2017 ότι δεν μπορεί να εισαχθεί η προτεινόμενη μαρτυρία δεν είναι ορθή και αντίκειται στις ρητές πρόνοιες του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, τις αρχές ερμηνείας του νομοθετήματος και/ή τη νομολογία». Συναφώς, με τον έβδομο λόγο έφεσης υποστηρίζεται ότι «Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 07/11/2017 ότι η μαρτυρία θα συνέπλεκε την παρούσα απαίτηση ασφαλιστικής εταιρείας για ανάκτηση του ποσού αποζημίωσης, με απαίτηση για αποζημιώσεις που προκύπτουν από την πρόκληση ατυχήματος αντίκειται στην ερμηνεία της νομοθεσίας και της νομολογίας και είναι λανθασμένη». Με τον όγδοο λόγο έφεσης υποστηρίζεται η θέση ότι «Η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 07/11/2017 είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του άρθρου 30.3.(γ) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και επηρεάζει συνταγματικά και θεμελιακά δικαιώματα των Αιτητών». Τέλος με τον ένατο λόγο έφεσης προωθείται η θέση ότι «Η απόφαση του Δικαστηρίου να μην δεχθεί να εισαχθεί η προτεινόμενη μαρτυρία αποτελεί υπέρβαση της δικαιοδοσίας και της εξουσίας του Δικαστηρίου και/ή λανθασμένη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου».
Κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, υιοθέτησαν τα περιγράμματα αγόρευσης και αγόρευσαν και προφορικά, εστιάζοντας σε κύρια σημεία της επιχειρηματολογίας τους. Έχουμε διεξέλθει τα περιγράμματα με κάθε προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το περιεχόμενο γενικώς, όσο και τα όσα μας υποδείχθηκαν ειδικώς κατά την ακρόαση.
Ο λόγος έφεσης 1 τείνει να συγχύσει τη διεργασία της αξιολόγησης της μαρτυρίας με το εφαρμοστέο βάρος απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός προσώπου, σταθμίζεται μια πλειάδα ζητημάτων, μεταξύ των οποίων η φυσικότητα, αρμοδιότητα, αντικειμενικότητα, εγγύτητα με τα γεγονότα, πειστικότητα, σαφήνεια των λεγομένων του, τυχόν ελατήρια, αντιφάσεις και ανακολουθίες. Πρόκειται για διακριτή διεργασία που γίνεται στη βάση των καθιερωμένων αρχών της πλούσιας επί του θέματος νομολογίας. Αφού ολοκληρωθεί η διεργασία αυτή και το Δικαστήριο καταλήξει σε ευρήματα βάσει της αποδεχθείσας μαρτυρίας (και τυχόν παραδεκτών ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων), εξαγάγει τα συμπεράσματα του και αφού πραγματευτεί τη νομική πτυχή της υπόθεσης, εξετάζει τελικώς κατά πόσο ο ενάγων έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης - κατά πόσο δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable or not) (βλ. Χαρούς ν. Χαρούς κ.ά. (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 267). Το Δικαστήριο ποτέ δεν προσεγγίζει μια μαρτυρία ή ένα σκέλος ή ισχυρισμό ενός μάρτυρα στη βάση του κατά πόσο είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αυτό αποτελεί ανεπίτρεπτη σύζευξη της αξιολόγησης της μαρτυρίας και του βάρους απόδειξης (βλ. Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614 και Κωνσταντίνου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 166/2019, ημερ. 12.2.2026). Είτε μια μαρτυρία γίνεται πιστευτή είτε δεν γίνεται. Ενίοτε ένα σκέλος της μαρτυρίας ή ένας επιμέρους ισχυρισμός ενός κατά τα άλλα αξιόπιστου μάρτυρα, διαχωρίζεται και απορρίπτεται διότι υπολείπεται πειστικότητας, ποιότητας η βεβαιότητας ή διότι συγκρούεται με κάποιο κανόνα απόδειξης (βλ. Ομήρου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 98). Αυτό ουσιαστικά συνέβη σε σχέση με τη μαρτυρία των ΜΕ1 (ΑΠ) και ΜΕ2 (ΔΔ) αναφορικά με τα τεκμήρια 13(α) και (β) και όχι κάποιο σφάλμα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ή στην εφαρμογή του βάρους απόδειξης.
Αρκούντως διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελ. 26-29 της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο συμφωνούμε:
«Το Έγγραφο ή Έγγραφα της Ασφαλιστικής Κάλυψης: τι Παρέλαβε η Εναγόμενη
Η μαρτυρία αναφορικά με το τι δόθηκε στην εναγόμενη ως έγγραφο ή έγγραφα αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Δεν υπάρχει σύγκλιση στις θέσεις των διαδίκων ως προς το κατά πόσο δόθηκαν στην εναγόμενη όλα τα έγγραφα τα οποία η ενάγουσα προβάλλει ότι συναποτελούσαν τη σύμβαση. Η ενάγουσα δεν προσήγαγε μαρτυρία που να απεικονίζει την παράδοση ή τη διαβίβαση προς την εναγόμενη δύο εκ των εγγράφων στα οποία στηρίχθηκε, ή έστω πληροφόρηση της εναγόμενης ως προς το περιεχόμενο τους. Πρόκειται αντιστοίχως για τον πίνακα (τεκμ. 13(α)) και το βιβλιαράκι (τεκμ.13(β)). Προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι η Α. Πετρίδου και η Δ. Δημητρίου, δεν συμμετείχαν σε αυτή την πτυχή. Η πρόταση της εναγόμενης για ασφάλιση προωθήθηκε στην ενάγουσα μέσω του ασφαλιστικού πράκτορα της ενάγουσας, Γ. Ρούσου, με δε την κατάρτιση της σύμβασης ασχολήθηκαν άλλοι υπάλληλοι της ενάγουσας.
Ωστόσο, η Δ. Δημητρίου και η Α. Πετρίδου κατέθεσαν για πρακτική την οποία η ενάγουσα ακολουθούσε. Παρατηρώ κατ' αρχάς ότι παρεχόταν η δυνατότητα διαφοροποίησης στην αναφερθείσα ως πρακτική, αφού καθίστατο εφικτή τόσο η δια ζώσης παράδοση όσο και η αποστολή μέσω ταχυδρομείου, αλλά δεν διευκρινίστηκε πότε γινόταν το ένα και πότε το άλλο ή τι είχε γίνει στην παρούσα περίπτωση. Πάντως, με όποιο τρόπο κι αν διεκπεραιωνόταν το ζήτημα, θα έπρεπε να διαλάμβανε καταχώριση σε βιβλίο ή την τήρηση κάποιου σημειώματος που να επιμαρτυρούσε είτε ότι τα έγγραφα αποστάληκαν ταχυδρομικώς είτε ότι παραδόθηκαν δια χειρός. Μου φαίνεται ότι οι πρόνοιες της επιφύλαξης στο άρθρο 5(1)(γ) του Νόμου, οι οποίες ορίζουν το πώς παραδίδεται το πιστοποιητικό ασφάλισης - προσωπικώς ή μέσω ταχυδρομείου - αντικατοπτρίζουν ευρύτερα τις ανάγκες τέτοιων περιπτώσεων και υποστηρίζουν την προσέγγιση μου. Σύμφωνα με την εκδοχή της ενάγουσας τα εν λόγω έγγραφα, τεκμ. 13(α) και 13(β), συνόδευαν το πιστοποιητικό ασφάλισης και, επομένως, όπως λήφθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης θα πρέπει να λήφθηκαν και εκείνα. Όμως αυτό είναι το ζητούμενο, εφόσον δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία σύνδεσης μεταξύ τους.
Η ενάγουσα επικαλέστηκε επί αυτής της πτυχής και τις γραπτές προτάσεις. Με δεδομένο ότι οι παράγραφοι 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης περιέχουν ισχυρισμούς σε σχέση με "ασφαλιστήριο συμβόλαιο", και ότι με την παράγραφο 1 της υπεράσπισης, γίνεται παραδοχή του περιεχομένου τους, η ενάγουσα εισηγήθηκε πως αυτό σήμαινε ότι η εναγόμενη δεν μπορούσε να προβάλλει ότι δεν κατείχε όλα τα έγγραφα που εξ' αντικειμένου συνέθεταν τη σύμβαση ασφάλισης. Όμως το πιστοποιητικό ασφάλισης (τεκμ. 15), που η εναγόμενη δέχεται ότι της είχε δοθεί, περιείχε όλα τα στοιχεία σε σχέση με τα οποία έγινε η παραδοχή στην παράγραφο 1. Θεωρώ ότι το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε δεν παρέχει έδαφος για πρόσθετη παραδοχή με βάση το νομικό χαρακτηρισμό των όρων που χρησιμοποιήθηκαν. Το ίδιο ισχύει και για τα δηλωθέντα ως παραδεκτά γεγονότα στη δίκη αφού και εκεί γίνεται αναφορά σε ασφαλιστική κάλυψη "δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου". Στην ίδια γραμμή βρίσκεται και η δήλωση που η εναγόμενη υπέγραψε μετά το ατύχημα (τεκμ. 25) όπου γίνεται αναφορά στο "ασφαλιστήριο" το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 2(1) του Νόμου, σημαίνει το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Θεωρώ παρακινδυνευμένη την εξαγωγή συμπερασμάτων από τη χρήση όρων, σε σχέση με τους οποίους δεν φαίνεται, τουλάχιστον από πλευράς της εναγόμενης, να κατευθύνθηκε στοχευμένα η προσοχή ως προς τη νομική τους έννοια, ώστε να θεωρηθεί ότι έγινε σχετική παραδοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση, αν τα έγγραφα δόθηκαν δια χειρός δεν υπάρχει μαρτυρία ότι δόθηκαν απευθείας από την ενάγουσα στην εναγόμενη. Ούτε προσκομίστηκε από την ενάγουσα οποιαδήποτε μαρτυρία που να αφορά συγκεκριμένα τις περιστάσεις συνομολόγησης του ασφαλιστηρίου και τους όρους του, ποια πρόσωπα μετείχαν κατά την υπογραφή, με ποιο τρόπο παραδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης και, όπως προανέφερα, αν το συνόδευαν άλλα έγγραφα. Επισημαίνω εξ' άλλου ότι η ενάγουσα δεν έχει αμφισβητήσει ότι προ του ατυχήματος η επικοινωνία της με την εναγόμενη γινόταν μέσω του ασφαλιστικού πράκτορα Γ. Ρούσου. Επομένως, οποιαδήποτε σκέψη περί δια χειρός παράδοση δεν μπορεί να σημαίνει, με βάση τη μαρτυρία της ενάγουσας, παράδοση παρά μόνο από τον πράκτορα και τίποτα δεν υπάρχει στη μαρτυρία το οποίο να επιτρέπει συμπέρασμα ότι, αν ο πράκτορας πήρε τα έγγραφα τεκμ. 13(α) και 13(β), τα παρέδωσε στην εναγόμενη. Δεν υπάρχει λοιπόν οποιαδήποτε ένδειξη στη μαρτυρία της ενάγουσας για το τι πράγματι συνέβηκε. Από την άλλη πλευρά, η εναγόμενη στη μαρτυρία της ήταν κατηγορηματική και σαφής ότι επικοινωνία είχε μόνο με τον Γ. Ρούσο, ότι μέσω αυτού ήταν που συμβλήθηκε με την ενάγουσα και ότι το μόνο έγγραφο που της παραδόθηκε ήταν το πιστοποιητικό ασφάλισης (τεκμ. 15) και όχι τα έγγραφα τεκμ. 13(α) και 13(β). Δεν διέκρινα οτιδήποτε που να αποδυναμώνει τη μαρτυρία της.
Η μαρτυρία της ενάγουσας ότι η εναγόμενη έλαβε όλα τα έγγραφα που συνέθεταν το ασφαλιστήριο είναι, όπως προανέφερα, μαρτυρία που προοριζόταν να παρουσιάσει τη γενική πρακτική της ενάγουσας. Ωστόσο, κατά την άποψη μου, αυτή η μαρτυρία δεν υπερβαίνει το όριο απόπειρας να εξηγηθεί εκείνο που η ενάγουσα συνήθιζε ως διαδικασία με εναλλακτικούς τρόπους. Εν ολίγοις, η διαδικασία που επικαλέστηκε η ενάγουσα συνίσταται σε πιθανολογήσεις, μοιάζει περισσότερο με συνήθειες στη διεξαγωγή εργασίας και δεν διέπεται από την αναγκαία βεβαιότητα. Δεν υπάρχει επομένως μαρτυρία στη βάση της οποίας να δικαιολογείται εύρημα ότι τα τεκμήρια 13(α) και 13(β) τα οποία, κατά την ενάγουσα, αποτελούσαν μέρος του ασφαλιστηρίου, παραδόθηκαν στην εναγόμενη. Αυτό αποτελεί εμπόδιο για την ενάγουσα και, όπως θα εξηγήσω, δεν είναι το μόνο».
Συμπληρώνουμε στα πιο πάνω ότι τα εν λόγω τεκμήρια και ειδικά το τεκμήριο 13(β) βρισκόταν στον πυρήνα της υπόθεσης της εφεσείουσας. Επομένως, στην Έκθεση Απαίτησης - όπως έγινε αναφορά στο άρθρο 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000, το οποίο επίσης βρισκόταν στον πυρήνα της υπόθεσης της εφεσείουσας (τουλάχιστον αρχικά) - θα ανέμενε κανείς να γινόταν ανάλογη αναφορά στο τεκμήριο 13(β), με εστίαση στον όρο ή όρους που φέρονταν να είχαν παραβιαστεί. Η απλή αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης και ειδικά στις παραγράφους 4 και 5 σε «ασφαλιστήριο συμβόλαιο» - χωρίς διασαφήνιση, αναγνώριση, παραδοχή ή έδαφος για εύλογο συμπέρασμα ότι ο όρος αυτός συμπεριλάμβανε και τα τεκμήρια 13(α) και (β) - σήμαινε, ότι η εφεσείουσα όφειλε να προσκομίσει σαφή και πειστική μαρτυρία σε σχέση με την έκταση και το ακριβές περιεχόμενο του ασφαλιστικού συμβολαίου που συνομολογήθηκε μεταξύ των μερών και που σαφώς ρύθμιζε τη συμβατική τους σχέση.
Με άλλα λόγια, όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία προερχόμενη από τον ασφαλιστικό πράκτορα με τον οποίο ήρθε σε επαφή η εφεσίβλητη ή να παρουσιάσει μάρτυρα που να είχε άμεση και προσωπική γνώση του τρόπου παράδοσης των εν λόγω τεκμηρίων στην εφεσίβλητη. Αντ’ αυτού, όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δια των ΜΕ1 και ΜΕ2 αρκέστηκε στην προβολή της ακολουθητέας πρακτικής, η οποία, συνολικά ιδωθείσα, φαίνεται να ήταν δεκτική εναλλακτικής εφαρμογής. Δηλαδή, είτε με προσωπική παράδοση είτε με ταχυδρόμηση, χωρίς να διασαφηνιστεί πότε εφαρμοζόταν η μια μέθοδος και πότε η άλλη και ακόμα πιο ουσιαστικά, χωρίς να γνωρίζουν οι μάρτυρες τι έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο διαχώρισε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 και δεν αποδέχθηκε τη θέση ότι τα τεκμήρια 13(α) και (β) παραδόθηκαν στην εφεσίβλητη. Η δε αποδοχή της αντίθετης θέσης της εφεσίβλητης, ότι δεν της παραδόθηκαν δεν αμφισβητείται με το λόγο έφεσης και παραμένει αλώβητη.
Το απότοκο της πιο πάνω ορθής κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήταν ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα τεκμήρια 13(α) και (β) αποτελούσαν μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου των μερών και επομένως - παρά το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο τους εξέτασε ωσάν να ήταν – η εφεσείουσα κωλύετο να τους επικαλείται είτε για κάλυψη της ζημιάς του AD είτε για ανάκτηση αυτής από την εφεσίβλητη. Κατά λογική και νομική απόρροια, δεν μπορεί να τους επικαλείται ούτε στην έφεση.
Εν όψει των πιο πάνω ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4 αφορούν την κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του όρου 4 που τιτλοφορείται «Διαδικασία Απαιτήσεων» και βρίσκεται στη σελ. 15 του βιβλιαρίου «Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων» (τεκμήριο 13(β)). Με δεδομένο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το τεκμήριο 13(β) συναποτελούσε μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης των μερών (βλ. λόγο έφεσης 1) , οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4, εκ προοιμίου και των πραγμάτων, είναι καταδικασμένοι σε απόρριψη.
Παρόλα ταύτα, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθούμε σε έκταση, να επισημάνουμε ότι συμφωνούμε με την πρωτόδικη προσέγγιση ότι ο όρος 4, ο οποίος κάθε άλλο παρά περιεκτικός και σαφής είναι, δεν παρείχε στην εφεσείουσα αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα ανάκτησης της καταβληθείσας στο τρίτο πρόσωπο, αποζημίωσης. Επισημαίνουμε επί του προκείμενου πως όταν προκύπτει ασάφεια στη χρησιμοποιηθείσα σε όρο σύμβασης γλώσσα, η σύμβαση ερμηνεύεται αυστηρότερα έναντι του συμβαλλόμενου μέρους που τη συνέταξε (contra proferentem rule) - στην υπό συζήτηση περίπτωση, της εφεσείουσας (βλ. Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Γλυκύ (1998) 1 Α.Α.Δ. 1639 και Αλεξάνδρου v. Eurolife Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 242). Σχετικά τα όσα καταγράφονται στις σελ. 42-43 της πρωτόδικης απόφασης, τις οποίες παραθέτουμε αυτούσιες πιο πάνω.
Ο όρος 4 προβλέπει τα εξής:
«4. Διαδικασία Απαιτήσεων
Ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) δεν θα προβαίνει σε παραδοχή, προσφορά, υπόσχεση ή πληρωμή χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Εταιρείας. Η Εταιρεία δικαιούται, αν το επιθυμεί, να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) την υπεράσπιση ή το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης ή να υποβάλει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) για δικό της όφελος οποιαδήποτε απαίτηση για κάλυψη ή αποζημιώσεις (indemnity or damages) ή άλλως πως. Η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να ενεργεί όπως κρίνει ορθό κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας και για το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης, ο δε Ασφαλισμένος και οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα παρέχει όλες τις πληροφορίες και βοήθεια που η Εταιρεία δυνατό να χρειαστεί ή ορίσει. Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφάλιστρο, ο Ασφαλισμένος ή οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) θα καταβάλλει στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο από το Ασφαλιστήριο ποσό».
Η υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Βλάχου κ.ά., Πολιτική Έφεση 194/2013, ημερ. 25.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A446 που επικαλείται η εφεσείουσα προς υποστήριξη της ως άνω θέσης, διαφέρει σε δύο πολύ ουσιαστικά σημεία. Το πρώτο, ότι στην εν λόγω υπόθεση, ο ασφαλισμένος, κατόπιν ειδοποίησης από την ασφαλιστική εταιρεία ότι προτίθετο να καλύψει τις ζημιές του τρίτου, παρέλειψε να ανταποκριθεί ή να επιδείξει οποιονδήποτε ενδιαφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητη όχι μόνον ανταποκρίθηκε, αλλά με έντονο και κατηγορηματικό τρόπο αρνήθηκε ότι ο ΚΓ έφερε οποιανδήποτε ευθύνη για το ατύχημα και δεν συναίνεσε στον διακανονισμό της απαίτησης του τρίτου προσώπου, ούτε στην καταβολή σ’ αυτόν αποζημίωσης από μέρους της εφεσείουσας. Συνεπώς, ο όρος 4 ουδόλως παρείχε στην εφεσείουσα «λευκό χαρτί» στο να ενεργεί σε αντίθεση με τη δεδηλωμένη θέση και επιθυμία του ασφαλισμένου της, ο οποίος δεν επέδειξε αδιαφορία για τη δρομολογούμενη διαδικασία, αλλά αντίθετα εξέφρασε την έντονη διαφωνία του. Δεύτερον, στην εν λόγω υπόθεση, το εκεί στοιχείο 3 της Πρότασης Ασφάλισης που ως έγινε παραδεκτό συναποτελούσε μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης των μερών, ρητά, προνοούσε ότι «σε περίπτωση που το όχημα οδηγείται από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό…είσαστε προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που θα εγερθεί.» Είναι στη βάση αυτού του στοιχείου που το Εφετείο θεώρησε ότι η εφεσείουσα μπορούσε να απαιτήσει από τον εφεσίβλητο την πληρωμή του ποσού που κατέβαλε στον τρίτο και όχι στη βάση του αντίστοιχου όπως εδώ, όρου 4 (βλ. Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ v. Πιτσιλλίδη, Πολιτική Έφεση 32/2015, ημερ. 31.5.2024, σελ. 19). Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 15 της Βλάχου:
«Η εφεσείουσα έχοντας προβεί πρώτα σε διακανονισμό της απαίτησης και στη συνέχεια σε πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού μπορούσε να απαιτήσει την πληρωμή του από τον εφεσίβλητο στη βάση του όρου στην Πρόταση Ασφάλισης περί προσωπικής του ευθύνης και δεν ήταν θέμα εφαρμογής του όρου 4...».
Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ανάλογο στοιχείο «προσωπικής ευθύνης», ακόμα και με τη συμπερίληψη του τεκμηρίου 13(β), ως μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης.
Αν είναι κάτι που επιβεβαιώνεται από την απόφαση Βλάχου (ανωτέρω), σελ. 14 είναι ότι δυνάμει του άρθρου 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000 η υποχρέωση ασφαλιστικής εταιρείας για την καταβολή αποζημίωσης για την κάλυψη ζημιάς τρίτου, ενυπάρχει όταν εξασφαλίζεται δικαστική απόφαση σε σχέση με την ευθύνη (βλ. επίσης Φωτοπούλου κ.ά. v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 1246, Πιτσιλλίδη (ανωτέρω) και Αιντινίδης ν. Άλφα Ασφαλιστική Λτδ, Πολιτική Έφεση 238/2018, ημερ. 28.6.2024).
Παρά την αναδίπλωση που υπήρξε στην πορεία, η θέση ότι και στην προκειμένη περίπτωση προέκυπτε υποχρέωση βάσει του άρθρου 14 είναι πρόδηλη από τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμούς, αλλά και από δοθείσα εκ μέρους της εφεσείουσας, μαρτυρία. Ορθά επομένως επιβεβαιώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι, ελλείψει δικαστικής απόφασης, κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Θα προσθέταμε δε, ότι ενόψει της έντονης αντίθεσης της εφεσίβλητης ήταν αδήριτη υπό τις περιστάσεις η ανάγκη δικαστικής κρίσης, όχι μόνο σε σχέση με την ευθύνη, αλλά και σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του τρίτου προσώπου αλλά ακόμα και για τη διακρίβωση των συνθήκων υπό τις οποίες, ο ανήλικος ΚΓ πήρε και οδήγησε τη μοτοσυκλέτα.
Σε σχέση ειδικά με τον λόγο έφεσης 4, να επισημάνουμε απλώς ότι δεν προέβη σε σφάλμα το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ό,τι αφορά την προσέγγιση και ερμηνεία όρων ασφαλιστικών συμβολαίων. Τα ασφαλιστικά συμβόλαια, ερμηνεύονται όπως κάθε άλλη σύμβαση εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου, με βάση τους καθιερωμένους κανόνες ερμηνείας και με γνώμονα πάντοτε την ιδιαίτερη φύση της ασφαλιστικής συναλλαγής, χωρίς τούτο να εξυπακούει την εμφιλοχώρηση της οποιασδήποτε διαφορετικής ερμηνευτικής προσέγγισης ή αρχής (βλ. Βλάχου (ανωτέρω) και CNP ASFALISTIKI LTD v. Όθωνος, Πολιτική Έφεση 10/2018 ημερ. 17.12.2025).
Εν όψει των πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4 απορρίπτονται.
Ο λόγος έφεσης 5 είναι εντελώς αβάσιμος. Βάλλει κατά της αντίληψης, ερμηνείας και εφαρμογής κάποιας αγγλικής νομολογίας στην οποία αναφέρεται το πρωτόδικο Δικαστήριο και τούτο στη βάση ενός ανυπόστατου υποβάθρου γεγονότων. Δηλαδή, προωθείται δια του λόγου έφεσης η θέση ότι η εφεσείουσα και η εφεσίβλητη είχαν κοινό συμφέρον στην επίτευξη εξώδικου συμβιβασμού, με δεδομένο ότι ο ανήλικος ΚΓ είχε παραδεχθεί ενοχή στην ποινική υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον του. Η θέση αυτή είναι αντίθετη με το παραδεκτό γεγονός που καταγράφεται στη σελ. 5 της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και άλλης μαρτυρίας που προσήχθη κατά την ακρόαση, ότι ο ΚΓ στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του ΔΕΝ παραδέχθηκε ενοχή. Γενικότερα, όπως ήδη έχει σημειωθεί, τόσο ο ΚΓ όσο και η εφεσίβλητη σταθερά και αδιάληπτα, αρνούνταν ότι ο ΚΓ είχε την οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα. Εξ αυτού και μόνον προκύπτει η αβασιμότητα του λόγου έφεσης. Εν πάση περιπτώσει, δέον να σημειωθεί, ότι κανένα σφάλμα δεν έχουμε διαπιστώσει στην παραπομπή σε αγγλική νομολογία του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ενώ για την ερμηνεία του όρου 4 που ήταν και το ζητούμενο, έχουμε ήδη αναφερθεί κατά την εξέταση των προηγούμενων λόγων έφεσης.
Εν όψει των πιο πάνω ο λόγος έφεσης 5 απορρίπτεται.
Οι λόγοι έφεσης 6-9 είναι συναφείς και θα εξεταστούν μαζί. Στρέφονται κατά της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 7.11.2017, με την οποία δεν επέτρεψε στον ιατρό ΝΒ να καταθέσει σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του τρίτου προσώπου (DA), παρ’ ότι είχε ήδη ξεκινήσει η μαρτυρία του και ενώ από προηγουμένη δικάσιμο είχε κατατεθεί η ιατρική του έκθεση ως τεκμήριο 22.
Η αξίωση της εφεσείουσας δια της καταχωρηθείσας αγωγής ήταν η ανάκτηση από την εφεσίβλητη, ενός εκκαθαρισμένου ποσού χρημάτων (€18.521,50) που είχε ήδη καταβάλει προς τρίτο πρόσωπο. Η βάση αυτής της αξίωσης ήταν διττή, από τη μια η νομοθετική υποχρέωση που κατ’ ισχυρισμό προέκυπτε από το άρθρο 14 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000 και από την άλλη η κατ’ ισχυρισμό παράβαση από μέρους της εφεσίβλητης, του ασφαλιστικού συμβολαίου μεταξύ τους. Αυτά ήταν τα δικογραφημένα και επίδικα θέματα. Η εφεσείουσα - στηριζόμενη στα στοιχεία που είχε ενώπιον της - είχε προ πολλού κρίνει ότι την ευθύνη για το ατύχημα την έφερε ο ΚΓ. Περαιτέρω, είχε κρίνει ότι ο DA υπέστη σωματικές βλάβες εξαιτίας του ατυχήματος και ότι το μοτοποδήλατο οδηγείτο από τον ΚΓ υπό περιστάσεις που καθιστούσαν την εφεσίβλητη υπεύθυνη βάσει του ασφαλιστικού συμβολαίου για αυτή την οδήγηση και άρα υπόλογη για την αποζημίωση που καταβλήθηκε στον DA. Τέλος, έκρινε ότι ήταν προς όφελος της να συμβιβάσει την απαίτηση και κατέβαλε στον DA το ποσό των €18.521,50. Αυτά τα γεγονότα ήταν τετελεσμένα. Δεν υπήρχε δικογραφημένη βάση, αλλά και γόνιμος και παραγωγικός λόγος να προσαχθεί πλέον μαρτυρία σε σχέση είτε με την ευθύνη για το ατύχημα είτε για τις σωματικές βλάβες του DA. Αυτά θα μπορούσαν να ήταν επίδικα στο πλαίσιο μια υπόθεσης όπου θα ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, με διασφαλισμένα τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης και όπου το αντικείμενο της υπόθεσης θα ήταν ακριβώς ο καθορισμός ευθύνης, αλλά και ο προσδιορισμός της όποιας αποζημίωσης. Από τη στιγμή όμως που αυτά τα ζητήματα τα αποφάσισε η εφεσείουσα, δεν τίθετο θέμα επανανοίγματος τους. Το μόνο που θα επιτύγχανε τούτο, θα ήταν την εκτροπή της υπόθεσης από τα επίδικα θέματα και την άγονη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Συνεπώς, ορθώς δια της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν επετράπη η περαιτέρω μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου, παρά την προηγούμενη κατάθεση του τεκμηρίου 22, το οποίο, ουσιαστικά, ήταν και αυτό άσχετο με τα επίδικα θέματα.
Οι λόγοι έφεσης 6, 7, 8 και 9 αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.
Κατ’ ακολουθία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται στην ολότητα της. Επιδικάζονται €2.400 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο