ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 374/2019)
23 Απριλίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΔΩΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΥΣΣΑΝΔΡΟΥ
Εφεσείουσα/Εναγόμενη
και
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΦΡΑΓΚΟΥ
Εφεσίβλητος/Ενάγοντας
------------------------------------------------
Μιχάλης Αναστασίου για Ευαγόρας Αναστασίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα/Εναγόμενη
Φιόνα Νικολάου για Φιόνα Νικολάου και Ζέτα Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο/Ενάγοντα
------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 4.9.2019 με την οποία επεδίκασε υπέρ του εφεσίβλητου/ενάγοντα και σε βάρος της εφεσείουσας/εναγόμενης €1.900 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής, πλέον έξοδα. Περαιτέρω, απέρριψε την ανταπαίτηση χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Με την αγωγή του ο εφεσίβλητος αξίωνε το ποσό των €1.900 δυνάμει τιμολογίου ή και υπηρεσιών ή και εμπορευμάτων διακόσμησης που παρείχε προς την εφεσίβλητη. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες του θέσεις ο εφεσίβλητος ασκούσε το επάγγελμα του διακοσμητή και προς το σκοπό αυτό διατηρούσε κατάστημα στο οποίο εμπορευόταν και πωλούσε διάφορα είδη ή και αντικείμενα διακόσμησης. Κατά τον Απρίλιο του έτους 2015 ο εφεσίβλητος συμφώνησε με την εφεσείουσα όπως της παρέχει υπηρεσίες διακόσμησης ή και είδη διακόσμησης ή και τέχνης. Η εφεσείουσα κατά παράβαση της συμφωνίας όφειλε σε αυτόν το ποσό των €1.900, ήτοι €1.000 ως υπόλοιπο των υπηρεσιών που παρείχε προς αυτήν ο εφεσίβλητος, πλέον το ποσό των €900 ως οφειλόμενο δυνάμει πώλησης προς την τελευταία ειδών τέχνης.
Η εφεσείουσα στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της παραδεχόταν πως με έγγραφη συμφωνία ανέθεσε στον εφεσίβλητο την εκπλήρωση ορισμένων εργασιών έναντι του ποσού των €2.500. Κατέβαλε σ΄ αυτόν ως προκαταβολή, δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας, το ποσό των €1.500. Αποτέλεσε θέση της ότι η παροχή των υπηρεσιών του εφεσίβλητου τερματίστηκε κατά τον Αύγουστο του έτους 2015 λόγω υπαιτιότητας του τελευταίου. Οι υπηρεσίες που προσέφερε ο εφεσίβλητος μέχρι τον τερματισμό των υπηρεσιών του δεν υπερέβαιναν το ποσό των €500. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση της εφεσείουσας ότι ο εφεσίβλητος παρέβηκε ουσιώδεις όρους της επίδικης συμφωνίας με αποτέλεσμα να καθυστερήσει κατά δυο μήνες η έναρξη λειτουργίας του εστιατορίου ή και κέντρου αναψυχής για τη διακόσμηση του οποίου ο εφεσίβλητος θα πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Αρνήθηκε ότι όφειλε οποιοδήποτε ποσό στον εφεσείοντα και αξίωνε ανταπαιτητικώς το ποσό των €1.000 το οποίο ο τελευταίος έλαβε επιπλέον των εργασιών ή και υπηρεσιών που πρόσφερε προς αυτήν.
Ο εφεσίβλητος στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνήθηκε ότι όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην εφεσείουσα και ισχυρίστηκε ότι εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς του που περιλαμβάνονταν στην Έκθεση Απαίτησης διεκδικώντας το ποσό των €1.900.
Ενόψει του ύψους των αξιούμενων ποσών στην Απαίτηση και στην Ανταπαίτηση η αγωγή εκδικάστηκε με βάση τις πρόνοιες της διαδικασίας ταχείας εκδίκασης συμφώνως της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε). Αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν εγγράφως τη μαρτυρία τους και μετά από ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επιτράπηκε η αντεξέταση της εφεσείουσας και του Μ.Υ.2.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου αξιόπιστη. Όσον αφορά τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 (επιπλοποιός) και Μ.Ε.3 (σιδηρουργός), η οποία ήταν σε αρμονία με τη μαρτυρία του εφεσίβλητου, επίσης την έκρινε αξιόπιστη και αποδεκτή. Αντίθετα έκρινε ότι η μαρτυρία της εφεσείουσας παρουσίαζε κενά σε ουσιώδη σημεία της, με αποτέλεσμα να στερείται πειστικότητας και την απέρριψε. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.3, ηλεκτρολόγου, και Μ.Υ.4 που ασχολείτο με την κατασκευή γυψοσανίδων, το πρωτόδικο Δικαστήριο την έκρινε ως ουδέτερη σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Τέλος, ως ουδέτερη κατά το μεγαλύτερο μέρος της, χαρακτήρισε και τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, αρχιτέκτονα.
Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην παράθεση των ευρημάτων του ως ακολούθως:
«Ο Ενάγων είναι επαγγελματίας διακοσμητής και για την παροχή των υπηρεσιών του διατηρεί κατάστημα στο οποίο εκθέτει προς πώληση διάφορα διακοσμητικά είδη, καθώς επίσης και πίνακες ζωγραφικής.
Στις 18.04.15 ο Ενάγων και η Εναγόμενη συνήψαν συμφωνία με την οποία ο πρώτος ανέλαβε τη διακόσμηση υποστατικού της δεύτερης το οποίο θα λειτουργούσε ως εστιατόριο/μπαρ. Για τις υπηρεσίες του Ενάγοντα συμφωνήθηκε ότι η Εναγόμενη θα του κατέβαλλε το συνολικό ποσό των €2.500. Η Εναγόμενη κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των €1.500 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό των €1000 συμφωνήθηκε ότι θα εξοφλείτο με την αποπεράτωση των εργασιών στο υποστατικό.
Ο Ενάγων εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις αναφορικά με τη διακόσμηση του υποστατικού προς πλήρη ικανοποίηση της Εναγόμενης. Πέραν των διακοσμητικών υπηρεσιών που προσέφερε ο Ενάγων, η Εναγόμενη αγόρασε από τον τελευταίο δύο πίνακες ζωγραφικής οι οποίοι διατίθονταν προς πώληση στο κατάστημα του Ενάγοντα. Οι εν λόγω πίνακες πωλούνταν προς €500 έκαστος, ωστόσο ο Ενάγων παραχώρησε έκπτωση €50 για κάθε πίνακα και ως εκ τούτου η τιμή που συμφωνήθηκε με την Εναγόμενη για την πώληση τους ήταν €900 και για τους δύο πίνακες. Οι υπό αναφορά πίνακες τοποθετήθηκαν στο υποστατικό στις 14.10.15.
Ο Ενάγων με την ολοκλήρωση των εργασιών στο υποστατικό στις 14.10.15 απαίτησε κατ' επανάληψη την πληρωμή του συνολικά οφειλόμενου προς αυτόν ποσού εκ €1.900. Η Εναγόμενη αρχικά ζήτησε παράταση χρόνου για την πληρωμή, την οποία ο Ενάγων παραχώρησε.
Στη συνέχεια με επιστολή των δικηγόρων της ημερ.11.01.16 υποστήριξε ότι ο Ενάγων την δυσφημεί και τον κάλεσε να προβεί σε γραπτή απολογία. Ο Ενάγων με επιστολή των δικηγόρων του ημερ.14.01.16 απέρριψε τον ισχυρισμό της Εναγόμενης, υποστήριξε ότι είναι η τελευταία που τον δυσφημεί και την κάλεσε να καταβάλει το ποσό των €1.900 προς εξόφληση των υπηρεσιών του και της αξίας των πινάκων ζωγραφικής.
Η Εναγόμενη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει στον Ενάγοντα το ποσό των €1.900.»
Εν συνεχεία το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα ως επίσης τα συμπεράσματα του. Εντόπισε δυο βασικά επίδικα ζητήματα. Το πρώτο αφορούσε τη συμφωνία παροχής υπηρεσιών διακόσμησης και το δεύτερο τη συμφωνία πώλησης των δυο πινάκων ζωγραφικής. Σε σχέση με την πρώτη συμφωνία υπέδειξε ότι αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Ό,τι αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ήταν η εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας από πλευράς εφεσίβλητου. Όσον αφορά τη δεύτερη συμφωνία υπέδειξε ότι η εφεσείουσα αμφισβήτησε τη συμφωνία ως συμβαλλόμενο μέρος ισχυριζόμενη ότι αντισυμβαλλόμενος του εφεσίβλητου ήταν ο σύζυγος της ο οποίος και εξόφλησε το τίμημα για την αγορά τους. Σημείωσε ότι σε σχέση με τη δεύτερη συμφωνία αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι οι πίνακες ζωγραφικής πωλήθηκαν από τον εφεσίβλητο και παραδόθηκαν στο υποστατικό.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμποντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στο γεγονός ότι η εκδοχή του εφεσίβλητου κρίθηκε αξιόπιστη σε αντίθεση με αυτή της εφεσείουσας, κατέληξε ότι ο εφεσίβλητος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων απέδειξε ότι και στις δυο προαναφερόμενες περιπτώσεις καταρτίστηκαν έγκυρες συμβάσεις και ότι αυτός εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Εξέτασε στη συνέχεια το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούτο να λάβει ο εφεσίβλητος και προχώρησε στην έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον της εφεσείουσας ως ανωτέρω αναφέρεται ως επίσης στην απόρριψη της ανταπαίτησης.
Η εφεσείουσα προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με 10 λόγους έφεσης.
Η συντριπτική πλειοψηφία των λόγων έφεσης δηλαδή οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 2 έως 9 προσβάλλουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο λόγος έφεσης υπ΄ αρ. 10 προσβάλλει την ανάλυση από το πρωτόδικο Δικαστήριο των όρων της συμφωνίας ημερ. 18.4.2015 ενώ με τον λόγο έφεσης υπ΄ αρ. 1 προβάλλεται ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αξιολόγησε στα ευρήματα του τις συμβατικές υποχρεώσεις του Ενάγοντα/Εφεσίβλητου οι οποίες απορρέουν από την έγγραφο συμφωνία ημερομηνίας 18/4/15».
Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η έφεση για ακρόαση (21.1.2026), το Δικαστήριο επιλήφθηκε αίτησης της πλευράς του εφεσίβλητου με την οποία επιζητείτο η παράταση της προθεσμίας για την υποβολή περιγράμματος αγόρευσης εκ μέρους της πλευράς του και αναβολής της ακρόασης της έφεσης. Το Εφετείο, αφού άκουσε τις θέσεις των δυο μερών, με απόφαση του η οποία δόθηκε από έδρας, απέρριψε την αίτηση και προχώρησε στην ακρόαση της έφεσης. Κατά την ακρόαση επομένως ακούστηκε μόνο η πλευρά της εφεσείουσας (βλ. Μέρος 41.18(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023).
Κρίνουμε σκόπιμο όπως αρχίσουμε με την εξέταση των λόγων έφεσης 2 έως 9. Υποδεικνύουμε καταρχάς ότι αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι η διαπίστωση των πρωτογενών γεγονότων ανάγεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται μόνον όπου οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή και δεν δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία ή όπου τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το Δικαστήριο (βλ. T.J.S. Enterpr. Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. (Χρημ.) Λτδ (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 108, Αυξεντίου v. Δίγκλη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367, Χ' Μάρκου v. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(Α) A.A.Δ. 108, Κουζαλή ν. Gordian Holdings Limited, Πολ. Έφ. Αρ. Ε4/18, ημερ. 28.9.2023).
Οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 2 και 3 θα εξεταστούν μαζί λόγω συνάφειας. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση της κοινής λογικής θεώρησε την εκδοχή του εφεσίβλητου αξιόπιστη ενώ με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αξιολόγησε τε τεκμήρια 4, 5 και 6 τα οποία κατατέθηκαν από τον εφεσίβλητο. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι ο εφεσίβλητος παρέθεσε με τη γραπτή του δήλωση ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν σε πλήρη αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα ως επίσης παρουσίασε ως τεκμήρια φωτογραφίες οι οποίες δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την επικαλούμενη διακόσμηση και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του αξιολογώντας την εσφαλμένα με υποθέσεις και όχι με αποδεικτικά στοιχεία. Η γραπτή δήλωση του εφεσίβλητου ήταν γεμάτη αναλήθειες, ασάφειες, αοριστίες, δεν συνοδευόταν από τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία ως επίσης δεν υποστηρίζετο από τις αναγκαίες μαρτυρίες και το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα την αποδέχτηκε για να καταλήξει σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 υποστηρίζεται ότι το τεκμήριο αυτό αναφέρεται ως «προσφορά» και πουθενά δεν αναφέρεται το όνομα για λογαριασμό του οποίου εκδόθηκε ούτε το υποστατικό το οποίο αφορούσε, ότι ο εφεσίβλητος όφειλε να παρουσιάσει σύνολο προσφορών που αφορούσαν όλες τις διακοσμητικές εργασίες και όχι μόνο δυο προσφορές από την ίδια εταιρεία οι οποίες αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 4, ότι το Τεκμήριο 5 είναι μια ασύμμετρη απεικόνιση διαφόρων γραφικών παραστάσεων χωρίς μετρήσεις, χωρίς οποιαδήποτε επιβεβαίωση περί εφαρμογής του στο υποστατικό της εφεσείουσας και ότι το Τεκμήριο 6 (δέσμη φωτογραφιών) ουδόλως θα μπορούσε να συσχετιστεί με την διακόσμηση του υποστατικού της εφεσείουσας. Είναι επομένως η θέση της πλευράς της εφεσείουσας ότι τα πιο πάνω τεκμήρια ουδόλως καταδείκνυαν εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εφεσίβλητου.
Οι λόγοι αυτοί έφεσης δεν μπορούν να επιτύχουν.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία του εφεσείοντος στο σύνολο της με προσοχή και σχολαστικότητα. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η μαρτυρία θα πρέπει να εξετάζεται και να αξιολογείται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά (βλ. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου κ.ά. (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 552, Παπακόκκινου κ.ά. v. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 και Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 576). Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι η μαρτυρία του εφεσίβλητου υποστηριζόταν από τα τεκμήρια που τη συνόδευαν αλλά και από τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3. Υπέδειξε ότι ο εφεσίβλητος παρουσίασε τα σχέδια που ετοίμασε σε σχέση με τη διακόσμηση του υποστατικού (μέρος του Τεκμηρίου 4 και Τεκμήριο 5 της γραπτής μαρτυρίας του), φωτογραφίες των επίπλων που επιλέγηκαν (μέρος του Τεκμηρίου 4), προσφορές για εργασίες και επιλογές φωτιστικών που σχετίζονταν με τη διακόσμηση του υποστατικού (μέρος του Τεκμηρίου 4) καθώς και φωτογραφίες από την πρόοδο των εργασιών στο υποστατικό (Τεκμήριο 6). Υπέδειξε περαιτέρω ότι όλα τα προαναφερόμενα τεκμήρια δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης και καταδείκνυαν ότι ο εφεσίβλητος πρόσφερε τις υπηρεσίες που του ανατέθηκαν στη βάση της συμφωνίας που κατάρτισαν οι διάδικοι στις 18.4.2015 (Τεκμήριο 1 της γραπτής μαρτυρίας του εφεσίβλητου). Η πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 δεν έτυχαν αμφισβήτησης από πλευράς της εφεσείουσας, δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης (αφού ο τρίτος λόγος έφεσης περιορίζεται στο ζήτημα της αξιολόγησης).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε επίσης τη θέση του εφεσίβλητου ότι η συνεργασία των μερών διήρκησε μέχρι την αποπεράτωση του έργου και την έναρξη της λειτουργίας του υποστατικού ως εστιατορίου/μπαρ (απορρίπτοντας ταυτόχρονα τη θέση της υπεράσπισης ότι υπήρξε ολιγωρία εκ μέρους του είτε λόγω αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υπηρεσίες που όφειλε να προσφέρει είτε διότι εισέπραξε το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής του με αποτέλεσμα οι υπηρεσίες του να τερματιστούν περί τον Αύγουστο του έτους 2015). Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 7 της γραπτής μαρτυρίας του εφεσίβλητου σύμφωνα με το οποίο ο τελευταίος απέστειλε στις 3.9.2015 ηλεκτρονικό μήνυμα στην εφεσείουσα με το οποίο παρουσίασε την ιδέα του για το σχέδιο της επωνυμίας του υποστατικού που θα τοποθετείτο στην είσοδο του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε στο εύλογο ερώτημα «Εάν η συνεργασία των διαδίκων διακόπηκε τον Αύγουστο του 2015, τότε ποιος ο λόγος ο Ενάγων να στείλει το προαναφερόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα στην Εναγόμενη;» Υπέδειξε ακόμα ότι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι πίνακες ζωγραφικής τοποθετήθηκαν στο υποστατικό στις 14.10.2015 συνηγορούσε στο συμπέρασμα ότι η συνεργασία των διαδίκων διήρκησε μέχρι την αποπεράτωση του έργου ενώ παρέπεμψε στη μαρτυρία του Μ.Ε.3 ότι κατά την ως άνω ημερομηνία έλαβε οδηγίες από τον εφεσείοντα για την τοποθέτηση των πινάκων στο υποστατικό η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Προέβηκε και πάλι στο εύλογο ερώτημα για ποιο λόγο ο εφεσίβλητος να ασχολείται με τη διακόσμηση του υποστατικού και να δίδει οδηγίες στον Μ.Ε.3 για την εκτέλεση των εργασιών αυτών σ΄ αυτό από τη στιγμή που, ως η θέση της εφεσείουσας, οι υπηρεσίες του είχαν ήδη τερματιστεί λόγω της ολιγωρίας που επεδείκνυε;
Περαιτέρω επεσήμανε ότι η θέση του εφεσίβλητου ότι εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις επιβεβαιωνόταν και από το γεγονός ότι ήταν προσκεκλημένος της εφεσείουσας στις 14.10.2015, ημερομηνία κατά την οποία λειτούργησε το υποστατικό παραπέμποντας στη μαρτυρία της εφεσείουσας κατά την αντεξέταση της ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία διοργανώθηκε «testing food» (εννοώντας προφανώς «food tasting») προκειμένου να ευχαριστήσει τους συνεργάτες που τη βοήθησαν και ο εφεσίβλητος ήταν ένας από αυτούς. Σχολίασε ότι δεν είναι λογικό από τη μια να τερματίζονται οι υπηρεσίες του εφεσείοντος λόγω ολιγωρίας στην παροχή των υπηρεσιών του που είχαν ως συνακόλουθο και την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και από την άλλη να προσκαλείται να παρευρεθεί σε ένα γεύμα που παρέθεσε η εφεσίβλητη για να ευχαριστήσει τους συνεργάτες της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ακόμα ότι η γνησιότητα της εκδοχής του εφεσείοντος προέκυπτε και μέσα από τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαξε με την εφεσείουσα και το σύζυγο της (Τεκμήρια 9 και 9Α της γραπτής δήλωσης του) επισημαίνοντας ότι στα εν λόγω μηνύματα δεν υπάρχει ίχνος αναφοράς σε τερματισμό των εργασιών του εφεσίβλητου και σε αξίωση της εφεσείουσας για επιστροφή οποιουδήποτε ποσού. Αντίθετα, καταδείκνυαν τη ξεκάθαρη θέση του εφεσίβλητου ως προς το οφειλόμενο ποσό ως επίσης τη διάθεση του για να παραχωρήσει χρόνο στην εφεσείουσα προκειμένου να τον εξοφλήσει. Το ύφος των συνομιλιών καταδείκνυε την καλή σχέση που υπήρχε μέχρι το εν λόγω σημείο ανάμεσα στους διαδίκους ενώ στη ρητή αναφορά του εφεσίβλητου ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν στο ποσό των €1.900, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση από την εφεσείουσα η οποία περιορίστηκε στο να ζητήσει διευκρίνηση μόνο για τους πίνακες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στο εύλογο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν αναμενόμενο να υπήρξε τέτοια οικειότητα μεταξύ των διαδίκων αν οι υπηρεσίες του εφεσίβλητου είχαν τερματιστεί, για τους λόγους που ισχυρίστηκε η εφεσείουσα από τον Αύγουστο του έτους 2015. Όπως έχει νομολογηθεί η μαρτυρία πρέπει να αξιολογείται με λογική προσέγγιση και στο πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. μεταξύ άλλων Σταυρινού v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706, Brierley v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 476, Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Έφ. Αρ. 328/2011, ημερ. 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202), κάτι που έπραξε στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι η πλευρά της εφεσείουσας κατά την πρωτόδικη διαδικασία δεν αιτήθηκε την αντεξέταση του εφεσείοντα με αποτέλεσμα αυτός να μην αντεξεταστεί. Τα όσα υποστηρίζει η πλευρά της εφεσείουσας στο πλαίσιο των δυο αυτών λόγων έφεσης θα μπορούσαν να υποβληθούν στον εφεσείοντα υπό μορφή αντεξέτασης, πράγμα που δεν έγινε.
Με βάση τα πιο πάνω οι θέσεις της πλευράς της εφεσείουσας δεν γίνονται αποδεκτές και οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 2 και 3 απορρίπτονται.
Με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο έφεσης, οι οποίοι θα εξεταστούν μαζί, προσβάλλεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.2 αντίστοιχα, με την πλευρά της εφεσείουσας να υποστηρίζει ότι η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων δεν ήταν πειστική παραπέμποντας σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει στην απόφαση του ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 βρισκόταν σε αρμονία με τη μαρτυρία του εφεσίβλητου και τα όσα οι μάρτυρες αυτοί υποστήριξαν δεν έχουν αντικρουστεί από τη μαρτυρία που παρουσίασε η υπεράσπιση σημειώνοντας ότι τόσο η εφεσείουσα όσο και οι Μ.Υ.2 έως Μ.Υ.4 δεν αμφισβήτησαν την εκτέλεση των ξυλουργικών και μεταλλικών εργασιών στις οποίες αναφέρθηκαν οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 εργάζονταν υπό την επίβλεψη του εφεσίβλητου ενώ οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 ανέφεραν ότι εκτέλεσαν συγκεκριμένες εργασίες για τις οποίες δεν ήταν απαραίτητο να υπάρξει συνεργασία μεταξύ αυτών και του εφεσίβλητου ενώ ούτε ο Μ.Υ.2 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι είχε οποιαδήποτε επαφή με τους Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3. Έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε προκληθεί οποιοδήποτε ρήγμα στη συνοχή της μαρτυρίας των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 η οποία κρίθηκε αποδεκτή και αξιόπιστη. Περαιτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της εφεσείουσας το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι αυτή δεν αρνήθηκε την προσφορά του Μ.Ε.2 (Τεκμήριο 1 της μαρτυρίας του) καθώς και ότι εκτελέστηκαν όλες οι ξυλουργικές εργασίες από αυτόν υπό την επίβλεψη του εφεσίβλητου.
Ισχύουν και στην περίπτωση αυτήν τα όσα έχουν λεχθεί στο πλαίσιο του δεύτερου και τρίτου λόγου έφεσης. Η μαρτυρία δηλαδή των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 εξετάστηκε στο σύνολο της από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο την αντιπαρέβαλε και τη διερεύνησε στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του (βλ. Φώτσιου ν. Ηροδότου (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1172, «Το Δίκαιο της Απόδειξης» (ανωτέρω), σελ. 135). Σημειώνουμε ότι ούτε αυτοί οι μάρτυρες αντεξετάστηκαν κατά την πρωτόδικη διαδικασία.
Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 4 και 5 απορρίπτονται.
Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του και ούτε αξιολόγησε ορθά τις μαρτυρίες των Μ.Υ.2, Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπόψη του ότι για τη διακόσμηση οποιουδήποτε υποστατικού πρωταρχικό ρόλο έχουν τα αρχιτεκτονικά σχέδια και οι αποτυπώσεις του χώρου με μετρήσεις τα οποία αρχιτεκτονικά σχέδια ουδέποτε ζήτησε και ουδέποτε έλαβε ο εφεσίβλητος για να υλοποιήσει τις διακοσμητικές του εργασίες. Δεν έλαβε επίσης υπόψη του, σύμφωνα πάντα με την πλευρά της εφεσείουσας, ότι οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 ουδέποτε είχαν συναντήσει τον εφεσίβλητο στο υποστατικό να εκτελεί ή και να δίνει οποιεσδήποτε οδηγίες ως προς τη διακόσμηση του. Περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 ότι καθόλη τη διάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών του στο υποστατικό ουδέποτε είδε τον εφεσίβλητο στο έργο και ουδέποτε έλαβε οποιεσδήποτε οδηγίες από αυτόν αναφορικά με το μέρος των εκτελεσθείσων εργασιών.
Ο πιο πάνω λόγος έφεσης συνδέεται με τον έβδομο λόγο έφεσης όπου προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αυθαίρετα κατέληξε στο σκεπτικό ότι οι μαρτυρίες των Μ.Υ.2, Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 δεν συγκρούονται με τις μαρτυρίες των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3.
Ούτε αυτοί οι λόγοι έφεσης μπορούν να επιτύχουν.
Επισημαίνουμε καταρχάς ότι ο Μ.Υ.4 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι, κατά τη διάρκεια των εργασιών του, είδε τον εφεσίβλητο μια-δυο φορές στο υποστατικό χωρίς να αντιληφθεί την ιδιότητα του και τους λόγους για τους οποίους παρευρισκόταν σε αυτό. Το γεγονός αυτό καταγράφεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελίδα 9 της απόφασης του.
Το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 από τη μια και οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 από την άλλη εκτέλεσαν συγκεκριμένες εργασίες για τις οποίες δεν υποστηρίχθηκε ότι ήταν απαραίτητο να υπάρξει συνεργασία μεταξύ τους και με τον εφεσίβλητο, δεν αποτελεί αυθαίρετο ή παράλογο συμπέρασμα ως ισχυρίζεται η πλευρά της εφεσείουσας. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος ήταν υπεύθυνος για την επιλογή των φωτιστικών και όχι για την εφαρμογή τους. Εύλογα επίσης είναι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας χαρακτήρισε ουδέτερο σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε συγκεκριμένα ότι «Ο Μ.Υ.2 ετοίμασε τα αρχιτεκτονικά σχέδια σε σχέση με την ανακαίνιση του υποστατικού και είχε την επίβλεψη των εργασιών που αφορούσαν την ανακαίνιση. Δεν υποστήριξε ότι είχε και την ευθύνη της διακόσμησης ή την επίβλεψη των εργασιών που γίνονταν για τη διακόσμηση του υποστατικού. Ο ισχυρισμός του ότι ο Ενάγων δεν ήλθε σε επαφή μαζί του για τη λήψη των αρχιτεκτονικών σχεδίων και γενικά για την ανταλλαγή απόψεων δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος δεν εκτέλεσε τις υπηρεσίες που του ανέθεσε η Ενάγουσα. Όπως αναφέρει και ο Μ.Υ.2 η επαφή μεταξύ του ιδίου και του Ενάγοντα ήταν επιβεβλημένη στα πλαίσια παροχής των υπηρεσιών τους. Αποτελούσε επομένως μία εκατέρωθεν υποχρέωση, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν εκπληρώθηκε. Το γεγονός αυτό όμως εκ των πραγμάτων δεν επηρέασε είτε την ανακαίνιση, είτε την διακόσμηση του υποστατικού αφού αμφότερες έγιναν και το υποστατικό λειτούργησε». Δεν διαπιστώνουμε η πιο πάνω συλλογιστική και συμπεράσματα του Δικαστηρίου να αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή να μην δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία ή ότι τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα ως υποστηρίζει η πλευρά της εφεσείουσας. Αντίθετα, τα κρίνουμε εύλογα και σε συμφωνία με τη μαρτυρία την οποία αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 6 και 7 απορρίπτονται.
Με τον ένατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι «Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αξιολογεί τη μαρτυρία της Εναγομένης/Εφεσείουσας και προσδίδει σε αυτήν διαφορετική προσέγγιση απ΄ ότι έπρεπε να προσδώσει». Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι ενώ το Δικαστήριο θεωρεί στην απόφαση του οξύμωρο το γεγονός ότι η εφεσείουσα δεν επεξήγησε από ποιον έγιναν οι εργασίες διακόσμησης, εντούτοις εσφαλμένα δεν θεωρεί ως οξύμωρο το γεγονός ότι αποδέχθηκε την εκτέλεση του συνόλου των εργασιών διακόσμησης εκ μέρους του εφεσίβλητου ο οποίος προς υποστήριξη της υπόθεσης του κατέθεσε ένα αμφιβόλου προέλευσης σετ φωτογραφιών και δυο αδύνατες μαρτυρίες των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3.
Κρίνουμε ότι ο λόγος αυτός έφεσης είναι παράδοξος ενώ δεν υπάρχει και συνάφεια μεταξύ του λόγου έφεσης και της αιτιολογίας του. Όπως έχει λεχθεί στην Δημητρίου ν. KPMG LTD, Πολ. Έφ. Αρ. 311/2014, ημερ. 24.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:A25: «Έχοντας υπ΄ όψιν πως τα συστατικά στοιχεία των λόγων έφεσης συντίθενται, πρώτον, από τον προσδιορισμό του λάθους και δεύτερο τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα και χωρίς το ένα ή το άλλο ο λόγος έφεσης είναι ατελής (Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112), οι συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης απορρίπτονται (Σαμουρίδης ν. Inzeyannis, Πολ. Έφ. 326/14, ημερ. 18.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:A133)». Στην προκείμενη περίπτωση η πλευρά της εφεσίβλητης επικαλείται την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τη μαρτυρία του εφεσίβλητου και το Τεκμήριο 6 (σετ φωτογραφιών) ως επίσης των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, χαρακτηρίζοντας την ως λανθασμένη και αυθαίρετη, για να υποστηρίξει τη θέση της ότι είναι λανθασμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να χαρακτηρίσει ως οξύμωρο το γεγονός ότι η εφεσείουσα δεν επεξήγησε από ποιον έγιναν οι εργασίες διακόσμησης ούτως ώστε να στοιχειοθετήσει τον λόγο έφεσης ότι το Δικαστήριο προσέγγισε λανθασμένα τη μαρτυρία της εφεσείουσας. Η συλλογιστική αυτή εκτός από παράδοξη δεν έχει λογική συνέπεια με αποτέλεσμα ο λόγος έφεσης να καθίσταται ατελής. Δηλαδή ως λόγος για τη στοιχειοθέτηση του σφάλματος στην κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τη μαρτυρία της εφεσείουσας προβάλλεται η κρίση του για τη μαρτυρία του εφεσίβλητου, του Τεκμηρίου 6 και των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, χωρίς να επεξηγείται που εντοπίζεται το σφάλμα του Δικαστηρίου στην προσέγγιση της μαρτυρίας της εφεσείουσας. Υπενθυμίζουμε ότι οι λόγοι έφεσης αναφορικά με την κρίση του Δικαστηρίου για τη μαρτυρία του εφεσίβλητου και το Τεκμήριο 6 (λόγοι έφεσης υπ’ αρ. 2 και 3 αντίστοιχα) ως επίσης τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 (λόγοι έφεσης υπ’ αρ. 5 και 4 αντίστοιχα), έχουν απορριφθεί. Υποδεικνύουμε περαιτέρω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία της εφεσείουσας για σειρά λόγων οι οποίοι παρατίθενται με λεπτομέρεια στις σελίδες 12 έως 14 της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίοι, καταδεικνύουν τα κενά, τις αντιφάσεις και την αοριστία που χαρακτήριζε τη μαρτυρία της (και δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης) και επομένως δεν βασίστηκε μόνο στην απουσία εξήγησης για τις εργασίες διακόσμησης.
Με βάση τα πιο πάνω ο ένατος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα «αξιολογεί διάφορα περιστατικά για να δικαιολογήσει το λανθασμένο της απόφασης του ως προς την εκτέλεση των εργασιών» εκ μέρους του εφεσίβλητου σύμφωνα με την έγγραφη συμφωνία ημερ. 18.4.2015. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του επιβεβαιώνει την εκ μέρους του εφεσίβλητου εκτέλεση εργασιών με ένα μήνυμα το οποίο απέστειλε η εφεσείουσα μέσω κινητού τηλεφώνου ως το προτεινόμενο σχέδιο επωνυμίας με την πλευρά όμως της εφεσείουσας να εισηγείται ότι το μήνυμα αυτό είχε σταλεί προς την εφεσείουσα πριν από την ανάθεση των εργασιών εκ μέρους της εφεσείουσας προς τον εφεσίβλητο. Υποστηρίζει επίσης ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρεί την εκ μέρους του εφεσίβλητου τοποθέτηση δυο πινάκων στο υποστατικό ως εκτέλεση υπ΄ αυτού όλων των εργασιών αν ληφθεί υπόψη ότι οι αναφερόμενοι πίνακες καμία σχέση έχουν με την προβαλλόμενη υπεράσπιση και ουδέποτε αμφισβητήθηκε η αγορά τους. Περαιτέρω, εσφαλμένα, σύμφωνα πάντα με την πλευρά της εφεσείουσας, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η παρουσία του εφεσίβλητου στο επίδικο υποστατικό στο πλαίσιο «food tasting» ως προσκεκλημένου, υποδηλοί την εκ μέρους του εκτέλεση διακοσμητικών εργασιών σύμφωνα με την έγγραφη συμφωνία παραβλέποντας το γεγονός ότι η εφεσείουσα, ανεξάρτητα με την αδυναμία του εφεσίβλητου να εκτελέσει τις διακοσμητικές εργασίες, διατηρούσε μαζί του φιλικές σχέσεις. Τέλος υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αξιολογεί τα Τεκμήρια 9-9Α τα οποία αφορούν την πώληση δυο πινάκων από τον εφεσείοντα προς το σύζυγο της εφεσείουσας η οποία αγοραπωλησία αφορά αποκλειστικά τα δυο αυτά πρόσωπα.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει.
Αναφορικά με το πρώτο επιχείρημα της πλευράς της εφεσείουσας υποδεικνύουμε ότι η επικοινωνία σχετικά με το προτεινόμενο σχέδιο επωνυμίας του υποστατικού περιέχεται στα Τεκμήρια 7-7Α. Δεν έχουμε εντοπίσει μήνυμα το οποίο να έχει σταλεί από τον εφεσίβλητο προς την εφεσείουσα πριν από την 18.4.2015, ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας. Εν πάση περιπτώσει μήνυμα συνεργάτη του εφεσίβλητου προς την εφεσείουσα που περιέχεται στο Τεκμήριο 7Α αναφορικά με προτεινόμενα σχέδια επωνυμίας φέρει ημερομηνία 14.5.2015 και ηλεκτρονικό μήνυμα του εφεσίβλητου προς την εφεσείουσα για το σχέδιο της επωνυμίας του υποστατικού που θα τοποθετείτο στην είσοδο του φέρει ημερομηνία 3.9.2015 (Τεκμήριο 7). Περαιτέρω, ηλεκτρονικό μήνυμα της εφεσείουσας προς τον εφεσίβλητο με το οποίο αποδέχεται συγκεκριμένο σχέδιο επωνυμίας από αυτά που προτάθηκαν (περιέχεται στο Τεκμήριο 7Α) φέρει ημερομηνία 16.10.2015, με τις τρεις πιο πάνω ημερομηνίες να είναι μεταγενέστερες τις 18.4.2015. Σε σχέση με το δεύτερο επιχείρημα της πλευράς της εφεσείουσας το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την τοποθέτηση των δυο πινάκων ως ένα από τα στοιχεία που καταδείκνυαν την εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων του εφεσίβλητου προς την εφεσείουσα. Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού κρίνεται ως εύλογη αφού αποτελούσε μέρος της εκδοχής του εφεσίβλητου, η οποία έγινε αποδεκτή, ότι κατά την ημερομηνία σύναψης της έγγραφης συμφωνίας (18.4.2015) η εφεσείουσα του ζήτησε να της κρατήσει τους δυο πίνακες μέχρι την ολοκλήρωση του υποστατικού προκειμένου να τοποθετηθούν σε αυτό. Υπενθυμίζουμε ότι στις 14.10.2015 ήταν η ημερομηνία κατά την οποία διοργανώθηκε «food tasting» στο υποστατικό από την εφεσείουσα για να ευχαριστήσει τους συνεργάτες της και καλεσμένος ήταν και ο εφεσίβλητος, στοιχείο που συνάδει με την εκδοχή του ότι είχε εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και η εφεσείουσα ήταν ευχαριστημένη με τις υπηρεσίες που της πρόσφερε. Επομένως η κρίση του Δικαστηρίου ήταν εύλογη, όπως εύλογη ήταν και η κρίση του ότι το πιο πάνω γεγονός ερχόταν σε αντίθεση με τη θέση της εφεσείουσας ότι είχε τερματίσει τις υπηρεσίες του εφεσίβλητου λόγω ολιγωρίας από τον Αύγουστο του 2015 και λόγω αυτής της ολιγωρίας είχε καθυστερήσει η ολοκλήρωση του έργου. Υπενθυμίζουμε ότι η εκδοχή της εφεσείουσας δεν έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο για σειρά λόγων όπως αναφέρουμε στο πλαίσιο του ένατου λόγου έφεσης και επομένως ούτε το τρίτο επιχείρημα της πλευράς της εφεσείουσας γίνεται αποδεκτό. Όσον αφορά το τέταρτο και τελευταίο επιχείρημα κρίνουμε ότι η αξιολόγηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο των Τεκμηρίων 9-9Α ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το Τεκμήριο 9 αποτελεί συνομιλία μεταξύ του εφεσίβλητου και της εφεσείουσας μέσω μηνυμάτων τα οποία αντάλλαξαν στις 30.10.2015. Στα εν λόγω μηνύματα φαίνεται οι διάδικοι να μιλούν σε φιλικό κλίμα και η εφεσείουσα ζητεί από τον εφεσίβλητο το υπόλοιπο που παρέμεινε με βάση την προσφορά του/έγγραφη συμφωνία ημερ. 18.4.2015 και το κόστος αγοράς των δυο πινάκων. Ο εφεσίβλητος της απαντά ότι η τιμή πώλησης των πινάκων ανερχόταν στο ποσό των €900 και το υπόλοιπο από την έγγραφη συμφωνία ήταν €1.000. Της αναφέρει μάλιστα ότι η τιμή πώλησης για τους πίνακες ήταν πολύ φιλική γι΄ αυτήν. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις και το περί του αντιθέτου επιχείρημα από πλευράς της εφεσείουσας δεν γίνεται αποδεκτό.
Με βάση τα πιο πάνω ο όγδοος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Η κατάληξη μας όσον αφορά τους λόγους έφεσης υπ΄ αρ. 2 έως 9 και τα όσα αναφέρουμε σε σχέση με αυτούς, απαντούν και στα όσα εγείρονται με τους λόγους έφεσης υπ΄ αρ. 1 και 10 με τους οποίους προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα «αξιολόγησε στα ευρήματα του τις συμβατικές υποχρεώσεις» του εφεσίβλητου οι οποίες απορρέουν από την έγγραφη συμφωνία ημερ. 18.4.2015 (πρώτος λόγος έφεσης) ως επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και ατεκμηρίωτα ανέλυσε τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας με αποτέλεσμα να καταλήξει στην τελική του κρίση την οποία η πλευρά της εφεσείουσας θεωρεί ως εσφαλμένη (δέκατος λόγος έφεσης).
Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 1 και 10 απορρίπτονται.
Συνεπεία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη ότι κατά την ακρόαση της έφεσης όπως αναφέρουμε πιο πάνω, εξ υπαιτιότητας της ιδίας δεν έλαβε μέρος η πλευρά του εφεσίβλητου, δεν θεωρούμε ορθό και δίκαιο να επιβραβευθεί με τα έξοδα. Συνεπώς, δεν θα εκδώσουμε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο