ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ v. B2KAPITAL CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 396/19, 22/4/2026
print
Τίτλος:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ v. B2KAPITAL CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 396/19, 22/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 396/19)

 

22 Απριλίου, 2026

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Εφεσείων

και

 

B2KAPITAL CYPRUS LTD

Εφεσίβλητη

 

------------------------------------------------

 

Ο Εφεσείων κ. Γ. Σεραφείμ προσωπικά

Κ. Πατσαλίδου για Μαρκίδης, Μαρκίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, εξέδωσε απόφαση υπέρ της Εφεσίβλητης (τότε Hellenic Bank Public Company Ltd και εφεξής «η Τράπεζα») και εναντίον του Εφεσείοντος για ποσό €191.261,41 πλέον τόκους, το οποίο αποτελούσε οφειλή σε επενδυτικό λογαριασμό. Ταυτόχρονα απέρριψε την Ανταπαίτηση που είχε προωθήσει ο Εφεσείων. Η υπό κρίση Έφεση στρέφεται μόνο κατά της έκδοσης απόφασης, σε σχέση με την οποία ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο: (α) ερμήνευσε εσφαλμένα ή πλημμελώς τον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο, Ν.14(Ι)/93 (Λόγος Έφεσης 1), (β) εσφαλμένα αξιολόγησε τεκμήρια που αποτελούσαν προϊόν αλλοίωσης, ενώ αγνόησε μαρτυρία που αποδείκνυε ότι η Τράπεζα ενεργούσε παράνομα και καταχρηστικά (Λόγοι Έφεσης 2 και 3), (γ) εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Εφεσείων είχε πλήρη γνώση του λογαριασμού και του χαρτοφυλακίου του (Λόγος Έφεσης 4), και (δ) δεν αξιολόγησε ορθώς το γεγονός ότι η Τράπεζα παραβίασε ουσιώδη όρο της συμφωνίας (Λόγος Έφεσης 5).

 

         Από μελέτη της πρωτόδικης Απόφασης και των τεκμηρίων που δεν αμφισβητήθηκαν, προκύπτει ότι ο Εφεσείων υπέβαλε στις 4.1.1996 την αίτηση Τεκμήριο 8 για συμμετοχή σε Επενδυτικό Σχέδιο της Τράπεζας σε συνεργασία με τη θυγατρική αυτής εταιρεία Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ (εφεξής η «ΕΤΕ»). Την ίδια ημερομηνία υπέγραψε Πληρεξούσιο έγγραφο προς την ΕΤΕ (Τεκμήριο 9) για να ενεργεί εκ μέρους του σε σχέση με αγοραπωλησίες μετοχών, να χειρίζεται οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με μετοχές, χρεόγραφα και άλλες αξίες, να υπογράφει έγγραφα ενεχυρίασης και να ανοίγει λογαριασμό στο όνομα του με την Τράπεζα τον οποίο να χειρίζεται στο πλαίσιο του Σχεδίου. Στην Τράπεζα, βάσει της Συμφωνίας Τεκμήριο 10, ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. …..787 στο όνομα του Εφεσείοντος με αρχικό όριο Λ.Κ.30.000 (€51.258,04).

 

         Θα μας απασχολήσουν αρχικά οι Λόγοι Έφεσης που αφορούν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων, εφόσον έχουν καταληκτική σημασία και επί των όσων εγείρονται με τους λοιπούς Λόγους Έφεσης. Σημειώνουμε, βέβαια, την καλά εδραιωμένη στη Νομολογία αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το Πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης (βλ. Αναστάση ν. Φυσέντζου, Πολ. Έφ. 354/2014, ημερ. 5.10.2023). Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Ιωάννου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 26/2021, ημερ. 28.2.2024:

 

         «Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C. L.R. 172 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300)».

 

         Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι όλοι οι μάρτυρες από πλευράς Τράπεζας του έδωσαν την εικόνα προσώπων «τα οποία επιθυμούσαν με ειλικρίνεια να θέσουν τα πραγματικά γεγονότα ενώπιων του Δικαστηρίου». Επισήμανε ότι όλοι οι μάρτυρες της Εφεσίβλητης είχαν εμπλακεί στην υπόθεση λόγω της υπηρεσιακής τους ιδιότητας, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν θεώρησε πως οι μάρτυρες οι οποίοι συνδέονταν με την Τράπεζα ή τις θυγατρικές της εταιρείες είχαν επηρεαστεί από την εν λόγω σχέση.

 

         Δεν αμφισβητείται από πλευράς Εφεσείοντος ότι οι πρώτες οκτώ αγορές μετοχών συνολικής αξίας Λ.Κ.45.771,46 (€78.205,18) έγιναν με τις οδηγίες του. Εκείνο που εγείρεται είναι το κατά πόσο η ΕΤΕ νομιμοποιείτο κατά τον σχετικό χρόνο να διεκπεραιώσει τις πράξεις, πράγμα που θα εξεταστεί πιο κάτω.

 

         Ο Εφεσείων προβάλλει την ύπαρξη διαφορών μεταξύ των καταστάσεων Τεκμήριο 15(β) και Τεκμήρια 41 - 44. Μία εξ αυτών είναι η αναγραφή του εγκεκριμένου ορίου, όπου πράγματι στα Τεκμήρια 41 - 44 από τις 31.12.1996 αναγράφεται ποσό Λ.Κ.40.000 (€68.344,05), ενώ στο Τεκμήριο 15 κατά την ίδια ημερομηνία το αναγραφόμενο όριο είναι Λ.Κ.30.000 (€51.258,04) και αλλάζει σε Λ.Κ.40.000 (€68.344,05) στις 30.6.1999. Παρά ταύτα, δεν έχει καταδειχθεί πως το λάθος αυτό επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο τον Εφεσείοντα, ο οποίος παραλάμβανε τις καταστάσεις Τεκμήρια 41 - 44 τις οποίες και θεωρεί ορθές. Το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επί του θέματος:

 

         «…Στην πραγματικότητα με αυτό το όριο λειτουργούσε από την πρώτη σχεδόν στιγμή ο λογαριασμός. Γι’ αυτό δεν δημιουργήθηκαν οποιαδήποτε προβλήματα από υπερβάσεις (πέραν του ορίου των 30.000) και για αυτό ο Εναγόμενος, όταν αργότερα κατά το 2000 υπέβαλε το κανονικό αίτημα για αύξηση, ζήτησε να αυξηθεί από Λ.Κ.40.000 σε Λ.Κ.80.000 το όριο. Το γεγονός ότι κατέγραψε στην επιστολή του, Τεκμήριο 16, το ποσό των Λ.Κ.40.000 σημαίνει πως γνώριζε ότι αυτό ήταν το όριο».

 

         Ισχυρίζεται περαιτέρω ο Εφεσείων ότι η παρουσίαση των «παραποιημένων» καταστάσεων Τεκμήριο 15 αποσκοπούσε στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου για να πείσει η Τράπεζα «για δήθεν αύξηση του ορίου από Λ.Κ.40.000 σε Λ.Κ.80.000 τον Ιανουάριο 2000».

 

         Η χειρόγραφη επιστολή ημερ. 12.1.2000 (Τεκμήριο 16) που απέστειλε ο Εφεσείων στην Τράπεζα ξεκάθαρα αποτελεί αίτημα του ιδίου για αύξηση του ορίου του λογαριασμού …787 από Λ.Κ.40.000 σε Λ.Κ.80.000. Το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 41 φαίνεται στις 30.12.1999 το όριο να είναι Λ.Κ.80.000, συνάδει με τις οδηγίες που ο ίδιος ο Εφεσείων έδωσε στις 15.12.1999 για παροχή διευκόλυνσης Λ.Κ.80.000 ώστε να υποβληθεί αίτηση για ιδιωτική τοποθέτηση μετοχών της Μαλλούππας & Παπακώστας και της Logicom ποσού Λ.Κ.40.000 για έκαστη εταιρεία. Αυτό επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, συμπέρασμα το οποίο δικαιολογείται δε πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια. Δεν πείθουν συναφώς οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντος ότι η συγκεκριμένη αύξηση έγινε «εκβιαστικά» από την Τράπεζα, ετεροχρονισμένα ή κατόπιν πιέσεως της Τράπεζας. Αντιθέτως, όλες οι αυξήσεις προκύπτει να έγιναν μετά από αιτήματα του Εφεσείοντος.

 

         Όσον αφορά στην καταχώριση στην κατάσταση Τεκμήριο 45 για ποσό Λ.Κ.10.000 (€17.086,01), συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το ποσό αυτό καταγράφεται και στην κατάσταση Τεκμήριο 4, τόσο ως χρέωση όσο και ως πίστωση. Ομοίως στην κατάσταση Τεκμήριο 5. Το σημαντικό, όμως, είναι αυτό που επίσης εντόπισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι πως σε όλες τις καταστάσεις κατά την 21.6.1996 το υπόλοιπο που καταγράφεται είναι Λ.Κ.31.861,10 (€54.437,92). Καθόλα επιτρεπτή ήταν και η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, στην απουσία προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Εφεσείοντος, οι υποβολές αυτού περί του ότι το ποσό των Λ.Κ.10.000 (€17.086,01) αποτελούσε τη συνεισφορά του, παρέμειναν αστήρικτες.

 

         Ο Λόγος Έφεσης 2 δεν ευσταθεί.

 

         Με τον Λόγο Έφεσης 4 προσβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων είχε πλήρη γνώση τόσο του λογαριασμού όσο και του χαρτοφυλακίου του. Ο Εφεσείων επιμένει ότι η Τράπεζα ασκούσε επιλεκτική διαχείριση του επίδικου λογαριασμού.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε λεπτομερώς και λογικά την κατάληξη του. Αναφορά έγινε στη μαρτυρία των Μ.Ε.2, 3, 4 και 6 για το θέμα. Ο Μ.Ε.2 επεξήγησε τη διαδικασία βάσει της οποίας ο πελάτης έδιδε εντολές είτε για αγορά είτε για πώληση μετοχών σε συγκεκριμένη τιμή και την τήρηση, μετά τον Οκτώβριο 1999, συστήματος καταγραφής εντολών. Με την εκτέλεση των εντολών εκδίδονταν τα πινακίδια συναλλαγής («Contract Notes») που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 14(β), τα οποία μετά το 2000 αποστέλλονταν και στον πελάτη. Επιπλέον η ΕΤΕ απέστελλε τριμηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού στον Εφεσείοντα, τις οποίες ο ίδιος ο Εφεσείων κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 41 - 44 καταδεικνύοντας έτσι ότι τις είχε στην κατοχή του. Ο Μ.Ε.3 εντόπισε τις εντολές που ο Εφεσείων είχε δώσει στο σύστημα καταγραφής τηλεφωνικών εντολών ενώ ο χρηματιστής Μ.Ε.4 αναγνώρισε από τις πιο πάνω, τις εντολές που του έδωσε ο Εφεσείων και τις οποίες εκτέλεσε. Μνεία έγινε στις πέντε χειρόγραφες επιστολές του Εφεσείοντος προς την Τράπεζα μεταξύ 9.11.1999 και 24.4.2000 (Τεκμήρια 40, 18, 16, 20 και 22) με τις οποίες αυτός έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες για διαχείριση του λογαριασμού. Μάλιστα το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι με τα Τεκμήρια 20 και 22 ο Εφεσείων απέσυρε χρήματα από τον επενδυτικό του λογαριασμό. Ο ίδιος δε ο Εφεσείων επικαλείται πληρωμές που έκανε στον εν λόγω λογαριασμό, ποσά τα οποία και ανταπαιτούσε. Ως εκ τούτου κρίνεται απολύτως λογική η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι θα ήταν παράλογο ο Εφεσείων να είχε προβεί σε σειρά πληρωμών σε ένα λογαριασμό (ύψους πέραν των €170.000) χωρίς να έχει γνώση ή έχοντας παράπονα για την ενημέρωση του. Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο Μ.Ε.4 βεβαίωσε και κατέθεσε ότι ήταν ένας από τους χρηματιστές που είχε λάβει και εκτελέσει κάποιες από τις ηχογραφημένες εντολές που περιέχονται στο Τεκμήριο 46(β) το οποίο προήλθε από επεξεργασία του ηχογραφικού συστήματος καταγραφής τηλεφωνικών εντολών.

 

         Πέραν των πιο πάνω, με ιδιαίτερη επιμέλεια το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιπαρέβαλε εντολές που περιέχονται στο Τεκμήριο 46(β) με την πορεία του επίδικου λογαριασμού, καταλήγοντας ότι αυτές συνάδουν απολύτως με το υφιστάμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο χαρτοφυλάκιο του Εφεσείοντος. Ως εκ τούτου καθόλα εύλογη ήταν η πιο κάτω κατάληξη του Δικαστηρίου:

 

         «Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, εν σχέσει με τις ηχογραφημένες εντολές, το μόνο εύλογο συμπέρασμα είναι πως ο συνομιλητής του Μ.Ε.4 ήταν πρόσωπο που γνώριζε πολύ καλά το χαρτοφυλάκιο στο οποίο αφορά η παρούσα υπόθεση και είναι παράλογο έως εξωπραγματικό να γίνει δεκτή η εισήγηση πως κάποιος τρίτος τηλεφωνούσε στον Μ.Ε.4 και προέβαινε σε τόσο λεπτομερείς συζητήσεις, δίδοντας τις οδηγίες που έδωσε. Χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό καταλήγω πως ο συνομιλητής στις επίμαχες ηχογραφήσεις ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος».

 

         Σωρευτικά ιδωμένα λοιπόν όλα τα πιο πάνω, καθώς και το γεγονός ότι ο Εφεσείων στις 22.11.2001 υπέγραψε ακόμα δύο πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμήρια 12 και 13) εξουσιοδοτώντας την ΕΤΕ να ενεργεί εκ μέρους του, θεωρούμε ότι δεν μπορούσαν να οδηγήσουν σε οποιαδήποτε άλλη κατάληξη πλην του ότι ο Εφεσείων είχε πλήρη γνώση τόσο του χαρτοφυλακίου του όσο και του επενδυτικού του λογαριασμού και έδιδε οδηγίες για τις πράξεις που διενεργούνταν.

 

         Αυτό οδηγεί στο ότι οι Λόγοι Έφεσης 4 και 5 δεν ευσταθούν.

 

         Στρεφόμαστε στους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος περί παρανομίας από μέρους της Τράπεζας. Όπως φαίνεται από τη διατύπωση των Λόγων Έφεσης 1 και 3, η εισήγηση είναι διττή και αφορά, αφενός, στο κατά πόσο η ΕΤΕ δικαιούτο να διενεργεί πράξεις από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας μέχρι και τις 29.3.1996 που ενεγράφη ως μέλος του Χρηματιστηρίου και, αφετέρου, στο κατά πόσο η αγορά μετοχών της θυγατρικής εταιρείας της ΕΤΕ, Athina C.I.F. Public Ltd (εφεξής «Αθηνά») στο πλαίσιο του Σχεδίου αποτελούσε παράβαση των προνοιών του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/97.

 

         Το αξίωμα ex turpi causa non oritur action (από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά δεν απορρέει αγωγή) είναι καλά εδραιωμένο στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Vraets (2009) 1 Α.Α.Δ. 802) και δεν θεωρούμε ότι είναι απαραίτητη περαιτέρω ανάλυση του για σκοπούς της παρούσης. Αρκεί να επαναλάβουμε ότι παρανομία σε συμβόλαιο μπορεί να σχετίζεται είτε με τη συνομολόγηση του είτε με την εκτέλεση του.

 

         Η καταλογιζόμενη παρανομία σχετίζεται προφανώς με τη διάπραξη κάποιου αδικήματος. Επ’ αυτού σχετικό είναι το Άρθρο 12(1) του Συντάγματος το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

            «ΑΡΘΡΟΝ 12

            1. Ουδείς κηρύσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως μη συνιστώσης αδίκημα συμφώνως τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής και εις ουδένα επιβάλλεται δι’ αδίκημά τι ποινή βαρυτέρα της ρητώς προβλεπομένης υπό του κατά τον χρόνον της τελέσεως ισχύοντος νόμου».

 

         Προέχει, συνεπώς, η κατάληξη επί του κατά πόσον, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, οι πράξεις που ο Εφεσείων καταλογίζει στην Τράπεζα αποτελούσαν όντως παράνομες πράξεις βάσει Νόμου.

 

         Το Άρθρο 40 του Ν.14(Ι)/93, όπως ίσχυε μέχρι τον Ν.205(I)/2004, προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο εκτελεί έργα χρηματιστή χωρίς να είναι εγγεγραμμένο μέλος στο Χρηματιστήριο διαπράττει ποινικό αδίκημα. Αυτό είναι και το Άρθρο το οποίο δημιουργεί το ποινικό αδίκημα, αφού και το ίδιο το Άρθρο 70(2) που επικαλείται ο Εφεσείων, αναφέρει ότι πρόσωπα που συμμορφώνονται με τα εκεί προβλεπόμενα «διαπράττουν το αδίκημα της αντιποίησης έργων χρηματιστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40». Έπεται πως το Άρθρο 70 δεν δημιουργεί από μόνο του ποινικό αδίκημα.

 

         Σύμφωνα, όμως, με το Άρθρο 72(1) του Ν.14(Ι)/93 (ως ίσχυε μέχρι τη ψήφιση του Ν.115(Ι)/05), αυτός θα τίθετο σε ισχύ κατά ημερομηνία που θα ορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο με γνωστοποίηση που θα δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

         Με την Κ.Δ.Π. 281/95 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 17.11.1995, τέθηκαν σε ισχύ από 6.10.1995 όλα τα άρθρα του Ν.14(Ι)/93 εκτός κάποιων, μεταξύ αυτών και το Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευση της Κ.Δ.Π. 92/96 στις 15.3.1996. Η ΕΤΕ απέκτησε την ιδιότητα μέλους του Χρηματιστηρίου στις 28.3.1996 (Τεκμήριο 53).

 

         Προκύπτει συνεπώς ότι κατά την 5.1.1996 που υπογράφτηκε η συμφωνία για συμμετοχή του Εφεσείοντος στο Επενδυτικό Σχέδιο, καθώς και κατά το διάστημα από 12.1.1996 έως 30.1.1996 που διενεργήθηκαν οι οκτώ πράξεις σε σχέση με τις οποίες προωθεί την εισήγηση ο Εφεσείων, το Άρθρο 40 δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ. Αυτό οδηγεί στο ότι οι αγορές αυτές από την ΕΤΕ στο πλαίσιο του Σχεδίου δεν συνιστούσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρανομία.

 

         Επικαλείται επίσης ο Εφεσείων, στο πλαίσιο του Λόγου Έφεσης 3, ότι η Συμφωνία μολύνεται από παρανομία επειδή η Τράπεζα παραχώρησε σε αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις πέραν των Λ.Κ.50.000 (€85.430,07) για αγορά μετοχών της Athina C.I.F. Public Ltd (εφεξής «Αθηνά»), στην οποία η Τράπεζα ήταν μέτοχος.

 

         Το Άρθρο 15 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/97, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, προέβλεπε τα εξής:

 

            «Απαγόρευση σε τράπεζα εμπορίας μετοχών της

            15. Απαγορεύεται σε τράπεζα που συστάθηκε στη Δημοκρατία-

            (α)     Να αποκτά ή να εμπορεύεται για ίδιο λογαριασμό δικές της μετοχές ή

            (β)     να χορηγεί πιστωτικές διευκολύνσεις σε πρόσωπα που δεν είναι υπάλληλοι της τράπεζας που να υπερβαίνουν τις πενήντα χιλιάδες λίρες κατά πρόσωπο, για υποβοήθηση της αγοράς των δικών της μετοχών ή των μετοχών της μητρικής της εταιρείας ή των μετοχών οποιασδήποτε θυγατρικής εταιρείας της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας».

 

         Εν πρώτοις επισημαίνουμε ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας (4.1.1996) ο πιο πάνω Νόμος δεν είχε ακόμη θεσπιστεί. Μέχρι και την υποβολή αιτήματος από μέρους του Εφεσείοντος για αύξηση του ορίου του λογαριασμού σε Λ.Κ.80.000 (€136.688,11) στις 12.1.2000 (Τεκμήριο 16), το παρασχεθέν από την Τράπεζα στον Εφεσείοντα όριο δεν υπερέβαινε τις Λ.Κ.50.000 (€85.430,07) που προβλεπόταν στο Άρθρο 15 πιο πάνω.

 

         Περαιτέρω, όμως, σύμφωνα με το Άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113:

 

            «Έννοια της “μητρικής εταιρείας” και “θυγατρικής”

            148.-(1) Για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), εταιρεία λογίζεται θυγατρική άλλης αν, αλλά μόνο αν,-

(α) η άλλη εταιρεία είτε-

(i) είναι μέλος της και ελέγχει τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της ή

(ii) κατέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου σε αυτήν· ή

(iii) είναι μέλος της και ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μελών της δυνάμει συμφωνίας που έχει συναφθεί με άλλα μέλη της.

(β) η εταιρεία που αναφέρθηκε πρώτα είναι θυγατρική οποιασδήποτε εταιρείας η οποία είναι θυγατρική εκείνης της άλλης».

 

         Η πλευρά του Εφεσείοντος υπέβαλε στον Μ.Ε.2 ότι η εταιρεία Αθηνά ήταν συμφερόντων της Τράπεζας, θέση με την οποία δεν συμφώνησε ο Μ.Ε.2, αναφέροντας ότι η Τράπεζα ήταν μεν μέτοχος της Αθηνάς, αλλά δεν δέχτηκε ότι την έλεγχε. Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου που να στηρίξει τη θέση του Εφεσείοντος ότι η εταιρεία Αθηνά ήταν θυγατρική της Τράπεζας εντός της πιο πάνω ερμηνείας που δίδεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε ούτε και να θεωρηθεί ότι τύγχαναν εφαρμογής εν προκειμένω και οι πρόνοιες του Άρθρου 15 του Ν.66(Ι)/97.

 

         Συμφωνούμε κατ’ επέκταση με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν είχε καταδειχθεί πως μέσω της αύξησης του ορίου σε Λ.Κ.80.000 (€136.688,11) χορηγήθηκαν από την Τράπεζα στον Εφεσείοντα πιστώσεις πέραν των Λ.Κ.50.000 (€85.430,07) για παράνομο σκοπό.

 

         Οι Λόγοι Έφεσης 1 και 3 στερούνται ερείσματος.

 

         Έπεται πως ουδείς εκ των Λόγων Έφεσης μπορεί να πετύχει. Η Έφεση απορρίπτεται.

 

         Επιδικάζονται €2.400 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντος.

 

 

 

                                                                    ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                    Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                    Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο