ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
7 Απριλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ. 72/2026)
ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ. 73/2026)
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ. 74/2026)
ΜΑΡΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ. 80/2026)
ΜΑΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΗ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
________________________________
Β. Δημητριάδης, για τους Εφεσείοντες στην 72/2026 και 73/2026.
Κ. Ταμπούρλας, για τον Εφεσείοντα στην 74/2026.
Κ. Πραστίτης για Κυριάκος Πραστίτης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα στην 80/2026.
Ε. Κουμπαρή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη στις 72/2026, 73/2026, 74/2026 και 80/2026.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Οι εφεσείοντες στις υπό κρίση εφέσεις παραπέμφθηκαν την 2.3.2026 σε απευθείας δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λάρνακα στις 29.4.2026. Ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση 72/2026 είναι ο κατηγορούμενος 1, ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση 73/2026 είναι ο κατηγορούμενος 2, ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση 74/2026 είναι ο κατηγορούμενος 4 και ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση 80/2026 είναι ο κατηγορούμενος 6, στην πρωτόδικη διαδικασία. Αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορίες κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα και του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977 όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της εμπορίας ναρκωτικών (1η κατηγορία), ότι στις 7.2.2026 στη Λάρνακα προμηθεύτηκαν από άγνωστο πρόσωπο περί τα 200 γραμμάρια κοκαΐνης καθώς και 130 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (2η και 3η κατηγορία αντιστοίχως), και κατείχαν τις εν λόγω ποσότητες (4η και 5η κατηγορία αντιστοίχως) με σκοπό να προμηθεύσουν τρίτα πρόσωπα (7η και 8η κατηγορία αντιστοίχως). Κατηγορούνται επίσης για την κατοχή σκευών για λήψη ναρκωτικών ουσιών, ήτοι δύο ζυγαριές ακριβείας (6η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και 6 αντιμετωπίζουν επίσης από κοινού την κατηγορία, ότι στις 14.2.2026 στη Λάρνακα προμηθεύτηκαν από άγνωστο πρόσωπο περί τα 180 γραμμάρια κοκαΐνης (9η κατηγορία), και ότι κατείχαν την εν λόγω ποσότητα (10η κατηγορία) με σκοπό να προμηθεύσουν τρίτα πρόσωπα (11η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης κατηγορία για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, σε σχέση με το ποσόν των €5000.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας διέταξε την κράτηση των εφεσειόντων μέχρι τη δίκη τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου, κρίνοντας όσον αφορά όλους τους εφεσείοντες ότι υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας. Επιπλέον, σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2 έκρινε ότι υφίσταται παράλληλα κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Θα εξεταστούν πρώτα μαζί οι τέσσερεις κοινοί λόγοι έφεσης στις εφέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι προσβάλλουν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σχετικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στην κρίση του με γνώμονα τις αρχές που αναφέρθηκαν στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».
Τα περιστατικά τα οποία έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρατίθενται στο πιο κάτω απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση:
«Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές και έχοντας διεξέλθει των σχετικών στοιχείων που κατατέθηκαν προς υποστήριξη αυτής της πτυχής του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, ήτοι των Τεκμηρίων 2 και 3, κρίνω ότι υπό το φως των συγκεκριμένων στοιχείων, οι επί του προκειμένου φόβοι της Κατηγορούσας Αρχής είναι δικαιολογημένοι. Το γεγονός δε ότι δεν υπάρχει καταδίκη των Κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι σήμερα για οποιοδήποτε σχετικό αδίκημα και συνεπώς είναι λευκού ποινικού μητρώου δεν εξανεμίζει αφ' εαυτού τον διαπιστωθέν κίνδυνο. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα από το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 5234/23, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει έξι κατηγορίες για αδικήματα ίδιας φύσεως με αυτά της παρούσας υπόθεσης. Αντίστοιχα, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, από το Τεκμήριο 3 προκύπτει ότι στις ποινικές υποθέσεις αρ. 1918/26 και 1919/26 αντιμετωπίζει, στην πρώτη, οκτώ κατηγορίες και, στη δεύτερη, τέσσερις κατηγορίες, αντίστοιχα, για αδικήματα όμοιας φύσεως με τα παρόντα (βλ. Κωνσταντινίδης ανωτέρω, Χριστοδούλου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. αρ.47/24, ημερ. 11/03/24 και ΚΙΤΣΙΟΥ ανωτέρω). Τα στοιχεία αυτά δημιουργούν εγγενείς ενδείξεις ως προς τη ροπή και τάση των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων, καθιστώντας ευλογοφανή τον κίνδυνο επανάληψης σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι. Ως προς τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των δύο Κατηγορούμενων ότι οι δύο υποθέσεις που αφορούν τον Κατηγορούμενο 2 καταχωρήθηκαν την ίδια ημέρα με την παρούσα υπόθεση και ότι πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα, σημειώνω ότι τα αδικήματα της υπόθεσης αρ. 1918/26 αφορούν γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 07/01/2025, ενώ εκείνα της υπόθεσης αρ. 1919/26 στις 14/02/2026. Περαιτέρω, δεν θεωρώ ότι επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός ότι οι δύο υποθέσεις καταχωρήθηκαν την ίδια ημέρα με την παρούσα υπόθεση καθότι, ακόμη και αν δεν είχαν καταχωριστεί, όπως προκύπτει από την νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω
θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ως ποινικές υποθέσεις των οποίων η καταχώριση αναμενόταν, δεδομένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας φύσεως. Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα περί ροπής και τάσης του εν λόγω Κατηγορούμενου προς τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 δεν φαίνεται να έχουν οποιοδήποτε έρεισμα.»
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το διάταγμα κράτησης είναι αντίθετο με τα Άρθρα 11 και 12 του Συντάγματος και τα Άρθρα 5(3) και 6(2) της ΕΣΔΑ, με συγκεκριμένη αναφορά σε νομολογία του ΕΔΑΔ.
Στην αιτιολογία προωθείται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απομόνωσε τη σοβαρότητα του αδικήματος χρησιμοποιώντας ανεπίτρεπτα στερεότυπες εκφράσεις. Γίνεται συναφώς παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την CASE OF TSARENKO v. RUSSIA Application no. 5235/09, 3 March 2011:
«70. The Court has frequently found a violation of Article 5 § 3 of the Convention in Russian cases where the domestic courts extended an applicant's detention relying essentially on the gravity of the charges and using stereotyped formulae without addressing specific facts or considering alternative preventive measures.»
Επίσης, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στάθμισε όλα τα δεδομένα της υπόθεσης που είχε ενώπιόν του ώστε να καταλήξει ότι υπήρχε κίνδυνος επαναδιάπραξης αδικημάτων κατά παράβαση των αρχών που τέθηκαν από το ΕΔΑΔ και παρέπεμψαν συναφώς στα πιο κάτω λεχθέντα από το ΕΔΑΔ στην CASE OF YANKOV v. BULGARIA Application no. 39084/97, 11 December 2003:
«172. Having regard to the reasons given by the domestic courts to justify Mr Yankov's lengthy pre-trial detention (see paragraphs 32, 34, 34, 39, 41, 47, 49-53, 58 and 61 above), the Court finds, as in the Ilijkov case, that by failing to address concrete relevant facts and by relying solely on a statutory presumption based on the gravity of the charges and which shifted to the accused the burden of proving that there was not even a hypothetical danger of absconding, re-offending or collusion, the authorities prolonged the applicant's detention on grounds which cannot be regarded as sufficient (see also the summaries of the relevant domestic law in paragraphs 80-82 above and of the Government's submission in paragraph 163 above).
173. Moreover, in the present case the courts applied another provision of the Code of Criminal Procedure, paragraph 3 of section 152, which excluded any possibility of the release of a person against whom more than one investigation was pending. It is noteworthy in this respect that the separation or joinder of criminal investigations was a matter determined by the prosecution authorities without judicial control (see paragraphs 39, 41, 49, 83 and 84 above). That approach was incompatible with Article 5 § 3 of the Convention (see Nankov v. Bulgaria, no. 28882/95, §§ 83 and 84, Commission report of 25 May 1998).
174. The Court thus finds that the authorities failed to justify the applicant's remand in custody for the period of two years and almost four months. In these circumstances it is not necessary to examine whether the proceedings were conducted with due diligence.»
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)
Η YANKOV (ανωτέρω), διαφοροποιείται από την υπό κρίση υπόθεση, επειδή εκεί το σφάλμα του εθνικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, έγκειτο στο ότι μετέθεσε το βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρχε λόγος που δικαιολογούσε την κράτησή του. Επίσης κρίθηκε ως αντίθετη στην ΕΣΔΑ νομοθετική ρύθμιση η οποία απέκλειε τη δυνατότητα να αφεθεί ελεύθερος υπόδικος εναντίον του οποίου εκκρεμούσαν άλλες υποθέσεις.
Υπενθυμίζεται και υπογραμμίζεται ότι στην κυπριακή νομολογία δεν είναι επιτρεπτή η μεταφορά του βάρους απόδειξης ως έγινε στην YANKOV (ανωτέρω). Επίσης σε αντίθεση με τις περιστάσεις στην YANKOV (ανωτέρω), δεν υφίσταται στο κυπριακό δίκαιο απόλυτος κανόνας όσον αφορά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη διαπίστωση περί του κινδύνου επαναδιάπραξης.
Επομένως, αφενός η κυπριακή νομολογία ταυτίζεται με τις αρχές της νομολογίας του ΕΔΑΔ, και, αφετέρου δεν θεωρούμε ότι στην εκκαλούμενη απόφαση δεν ακολουθήθηκε το σκεπτικό της YANKOV (ανωτέρω).
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον συνήγορο στο ότι δεν τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προηγούμενη καταδίκη των εφεσειόντων για παρόμοια αδικήματα, γεγονός το οποίο σύμφωνα με τον συνήγορο των εφεσειόντων, ήταν καθοριστικής σημασίας. Στο σημείο αυτό σημειώνουμε, παρενθετικά, ότι η θέση αυτή, ταυτίζεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης σε αμφότερες τις υπό κρίση εφέσεις.
Ο συνήγορος παρέπεμψε συναφώς στα πιο κάτω λεχθέντα από το ΕΔΑΔ στην CASE OF PERICA OREB v. CROATIA Application no. 20824/09, 31 October 2013:
«(i) The danger of reoffending
113. In a number of the detention orders the domestic courts cited the likelihood that the applicant would reoffend as an additional ground justifying his continued detention. In this connection, the Court observes that the judicial authorities in assessing whether there was a risk that the applicant would reoffend indicated that he had been previously convicted of similar offences. However, they did not refer to any specific final judgment finding the applicant guilty, but in some of the decisions extending his detention relied on the fact that parallel criminal proceedings were pending before some other courts. However, as there was no formal finding of a previous crime in a final conviction, the principle of the presumption of innocence demands that merely pending proceedings could not be referred to as a proof of one’s propensity to commit criminal offences. In this connection the Court also notes that the applicant had no previous criminal record. »
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)
Με κάθε σεβασμό, διαφωνούμε με την εισήγηση του συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το ΕΔΑΔ αποφάσισε ανωτέρω, ότι η απουσία προηγούμενης καταδίκης υποδίκου αποτελεί, ως θέμα αρχής, το μόνο καθοριστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εξέτασης του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Τα πιο πάνω λεχθέντα στην PERICA OREB (ανωτέρω), απομονώθηκαν από τον συνήγορο, παραβλέποντας ότι ουσιαστικά στην εν λόγω υπόθεση, το διαπιστωθέν από το ΕΔΑΔ σφάλμα του εθνικού Δικαστηρίου, έγκειτο στο ότι λανθασμένα στηρίχθηκε στην ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης, χωρίς να έχει στοιχεία ότι όντως υπήρξε τέτοια καταδίκη.
Έτερο σφάλμα του εθνικού Δικαστηρίου στην PERICA OREB (ανωτέρω), σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, αποτέλεσε το ότι θεώρησε πως οι εκκρεμούσες υποθέσεις αποτελούσαν απόδειξη «proοf» της ροπής του κατηγορουμένου προς το έγκλημα, καταστρατηγώντας έτσι το τεκμήριο αθωότητας. Τέτοιο σφάλμα δεν διαπιστώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο εφαρμόζοντας τη νομολογία σύμφωνα με την οποία, απαιτείται όπως δημιουργείται «ισχυρή εντύπωση» σε σχέση τον κίνδυνο επαναδιάπραξης, δεν αναφέρθηκε σε αποδείξεις («proof») ως προς τη ροπή των κατηγορουμένων, αλλά αναφέρθηκε σε ενδείξεις. Δεν διαπιστώνεται έτσι παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, όπως στην PERICA OREB (ανωτέρω).
Περαιτέρω, επισημαίνουμε ότι η πιο πάνω νομολογία την οποία επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος, αφορούσε στην παράταση κράτησης για περιόδους κράτησης πέραν των δύο ετών.
Εν κατακλείδι, με κάθε σεβασμό, παρατηρούμε ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου περί της σχετικότητας των πιο πάνω αποφάσεων του ΕΔΑΔ με την υπό κρίση υπόθεση δεν ευσταθεί.
Στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, Harris, O’Boyle and Warbrick, Fifth Edition, 2023, στη σελίδα 356, αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς τη σχετική με το ζήτημα κράτησης νομολογία του ΕΔΑΔ, με συναφείς παραπομπές στις υποσημειώσεις.
«Prevention of crime
In Matznetter v Austria, and subsequent case law the Court has held that the detention of the applicant on the basis of the prevention of crime was compatible with Article 5(3). Accordingly, public interest in the prevention of crime may justify detention on remand where there are good reasons to believe that the accused, if released, will commit an offence or offences of the same serious kind with which he is already charged. It is not necessary that there be a reasonable suspicion that any particular, identifiable offence will be committed. »
Χρήσιμη επί του προκειμένου είναι η αναφορά στην CLOOTH v. BELGIUM, No 12718/87(1991) στις υποσημειώσεις, καθώς και η αναφορά στη σημασία της ύπαρξης προηγούμενων καταδίκων:
«599. In Clooth, ibid para 40, the Court used a different, possibly less strict, formula, stating that the danger of repetition must be a 'plausible' one. Previous convictions will be of relevance, see Selcuk v Turkey No 21768/02 (2006) para 34.»
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω καθώς και τις αρχές της νομολογίας, στρεφόμαστε στις περιστάσεις της παρούσας. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, ο συνήγορος του υποστήριξε ενώπιόν μας ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αδικήματα που φέρονται να έλαβαν χώραν το έτος 2021 επί του κατηγορητηρίου τεκμήριο 2, καθότι δεν παρουσιάζουν παρόμοια σοβαρότητα με τα αδικήματα της παρούσας.
Ενδεχομένως η θέση του κατηγορούμενου 1 να έβρισκε έρεισμα στη λογική του πράγματος αν το τι είχε ενώπιόν του το πρωτόδικο Δικαστήριο περιοριζόταν στο εν λόγω δεδομένο. Όμως, αυτό, σε συνδυασμό με το τι το ίδιο το ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατηγορητήριο απέδιδε στον κατηγορούμενο 1, αναπόφευκτα θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα. Επομένως, δεν θεωρούμε ότι παρέχεται περιθώριο επέμβασής μας αφού το τι ο κατηγορούμενος 1 φέρεται να διέπραξε, στο σύνολό του, δικαιολογεί διαπίστωση ροπής προς το έγκλημα.
Αναφορικά με το κατηγορούμενο 2 ο συνήγορός του προσέδωσε σημασία στο ότι το κατηγορητήριο το οποίο λήφθηκε υπόψη αφορούσε αδικήματα που φέρονται να έλαβαν χώραν την 14.2.2026, δηλαδή την ίδια ημέρα που φέρονται να έλαβαν χώραν αδικήματα που περιλαμβάνονται στην υπό κρίση υπόθεση. Άνευ σημασίας θεωρούμε τη διαπίστωση αυτή συμφωνώντας με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί τούτου, ως παρατίθεται ανωτέρω.
Εν όψει των ανωτέρων, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 σε αμφότερες εφέσεις δεν ευσταθούν και απορρίπτονται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι το υπό κρίση διάταγμα κράτησης παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Επ’ αυτού σημειώνουμε τα λεχθέντα στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερομηνίας 1.9.2021:
«Ακριβώς εδώ υπεισέρχεται το στοιχείο της αναλογικότητας και της στάθμισης των εκατέρωθεν δικαιωμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό το βάρος της προσέγγισης του ότι θα έπρεπε να ενεργήσει ώστε να εξαλειφθεί «παντελώς» ο κίνδυνος, δεν άφησε ουσιαστικά περιθώρια ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να λάβει υπόψη και τις παραμέτρους οι οποίες συνηγορούσαν υπέρ της απελευθέρωσης του Εφεσείοντα υπό όρους.»
Διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα αν και αναφέρθηκε στο ότι η μη ύπαρξη καταδίκης δεν εξανεμίζει εφ’ αυτού τον διαπιστωθέντα κίνδυνο επαναδιάπραξης, δεν φαίνεται να προσέγγισε το ζήτημα, κατά τρόπο απόλυτο, και άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εντός του ορθού πλαισίου, εφόσον είχε κατά νου και ανέφερε ρητώς, ότι η κράτηση δικαιολογείται ως εξαίρεση πάντοτε στον βασικό κανόνα ότι ένα άτομο δικαιούται να παραμείνει ελεύθερο μέχρι τη δίκη του, με αναφορά σε σχετική νομολογία, ήτοι στις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΡΕΝΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κ.Α. (2001) 2 ΑΑΔ 373, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 538 και ΣΙΑΚΑΛΛΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1997) 2 Α.Α.Δ. 130.
Συνακόλουθα, και ο τρίτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Σε αμφότερες εφέσεις ο τέταρτος λόγος έφεσης προσβάλλει την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας. Εν όψει της αποτυχίας των λόγων έφεσης που αφορούν στον κίνδυνο επαναδιάπραξης, ο οποίος αποτελεί αυτοτελή λόγο κράτησης, δεν καθίσταται αναγκαία η εξέταση του λόγου αυτού. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρουμε πως εν πάση περιπτώσει, ό,τι περιλαμβάνεται σε αυτό τον λόγο έφεσης, απαντάται στους λόγους έφεσης που αφορούν στον κίνδυνο φυγοδικίας στις λοιπές εφέσεις.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης στην έφεση 72/2026, υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε επί των γεγονότων με το να αποδώσει σημασία στο ότι ο εφεσείων, σύμφωνα με την αστυνομία, ανέφερε, σε σχέση με τα ευρεθέντα ναρκωτικά, ότι «μεταξύ άλλων ότι είναι δικά τους». Υποστηρίζεται ότι το τι λέχθηκε από τον εφεσείοντα λέχθηκε ειρωνικά και χωρίς τη σχετική προειδοποίηση από την αστυνομία, ενώ λέχθηκαν από τον εφεσείοντα και άλλα, τα οποία δεν αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως το ότι ανέφερε «δεν έχουμε σχέση με τούτα τα πράματα».
Παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, πέραν της αναφοράς του στο τι ανέφερε ο εφεσείων, αναφέρθηκε εκτεταμένα στο μαρτυρικό υλικό και ειδικότερα σε σχέση με τις εκεί αναφορές για τις κινήσεις των κατηγορουμένων, σημειώνοντας ότι προκύπτει από αυτό η παρουσία του εφεσείοντα στον χώρο ανεύρεσης των επιδίκων ποσοτήτων ναρκωτικών, στις 7.1.2026. Περαιτέρω, σε σχέση με τα γεγονότα στις 14.2.2026, ημερομηνία κατά την οποία λέχθηκαν τα όσα λέχθηκαν από τον εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι βρέθηκε στην αποθήκη της οικίας του κατηγορούμενου 2, ο οποίος είναι υιός του κατηγορουμένου 1 και κατοικεί με τον παππού του, η επίδικη ποσότητα των 180 γραμμαρίων κοκαΐνης. Αφού ο Αρχιαστυφύλακας υπέδειξε την εν λόγω ποσότητα στον κατηγορούμενο, λέχθηκαν από αυτόν τα όσα αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Θεωρούμε ότι τα λεχθέντα ευλόγως συνδέονται με την εκτίμηση του μαρτυρικού υλικού στην όψη του, για σκοπούς πιθανολόγησης καταδίκης, και ουδέν μεμπτό προκύπτει από τη σύνοψη του ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρικού υλικού. Ιδίως, εφόσον ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αμφισβήτηση του μαρτυρικού υλικού από τον συνήγορο του εφεσείοντα σε σχέση με το όσα λέχθηκαν από τον εφεσείοντα, σημειώνοντας ότι το ζήτημα άπτεται της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, έργο που δεν διεξάγεται στο στάδιο αυτό αλλά θα ακολουθήσει κατά τη δίκη, με σχετική παραπομπή σε νομολογία, ήτοι στις ΜΑΡΚΙΔΗΣ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 50/2017 και 51/2017, ημερομηνίας 23.7.2017, ΧΑΜΝΤ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/2021, ημερομηνίας 27.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B485, NIKOS KARSLIDIS v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 294/2025, ημερομηνίας 18.12.2025 και IULIAN PREOEASA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 275/2025, ημερομηνίας 10.11.2025.
Επομένως, δεν συμφωνούμε με τον εφεσείοντα ότι η μη ρητή αναφορά του Δικαστηρίου σε μέρος των όσων λέχθηκαν από αυτόν, αποτελεί σφάλμα. Καθίσταται σαφές στην εκκαλούμενη απόφαση, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο συμπεριέλαβε στη σύνοψη της μαρτυρίας και τη θέση της υπεράσπισης σε σχέση με τα λεχθέντα από τον εφεσείοντα.
Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος έφεσης στην έφεση 72/2026 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης στην έφεση 73/2026, προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι οι δύο άλλες υποθέσεις, επιπλέον της υπό κρίση, που αντιμετωπίζει ο εφεσείων πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα. Δεν διαπιστώνουμε κάτι τέτοιο στην εκκαλούμενη απόφαση. Γίνεται ρητή αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο στους φερόμενους χρόνους διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε μία από αυτές. Γίνεται εν ολίγοις, ξεκάθαρη καταγραφή της θεώρησης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τον φερόμενο χρόνο τέλεσης των αδικημάτων σε κάθε μία από αυτές. Ο παρών λόγος έφεσης απορρίπτεται ως ανεδαφικός.
Με τον έκτο λόγο έφεσης στην έφεση 73/2026 προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε επί των γεγονότων για τους πιο κάτω λόγους.
Πρώτον, εσφαλμένα ανέφερε ότι βρέθηκαν στην αποθήκη του εφεσείοντα δύο νάιλον συσκευασίες με 180 γραμμάρια κοκαΐνης. Επικαλείται τη θέση της υπεράσπισης ότι η αποθήκη αποτελεί κοινόχρηστο χώρο και ότι με τις συσκευασίες συνδέθηκε γενετικό υλικό άλλου προσώπου. Επίσης υποστηρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση της γιαγιάς του εφεσείοντα σύμφωνα με την οποία η ίδια είχε δώσει στον εφεσείοντα το ποσόν των €5000.
Όπως προαναφέραμε σε σχέση με τον πέμπτο λόγο έφεσης στην έφεση 72/2026, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς αμφισβήτησης του μαρτυρικού υλικού που προβλήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης όλων των κατηγορουμένων. Δεν αποτελεί σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου το ότι δεν αξιολόγησε τη βαρύτητα των επικαλούμενων θέσεων της υπεράσπισης, για τους λόγους που εξηγήσαμε στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου έφεσης στην έφεση 72/2026, ανωτέρω. Συνακόλουθα και ο έκτος λόγος έφεσης στην έφεση 73/2026, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Εν όψει όλων των ανωτέρω οι εφέσεις 72/2026 και 73/2026 απορρίπτονται στην ολότητά τους και η πρωτόδικη απόφαση κράτησης των κατηγορουμένων 1 και 2 επικυρώνεται.
Στρεφόμαστε στην έφεση 74/2026 στην οποία εφεσείων είναι ο κατηγορούμενος 4. Προβάλλεται με ένα λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι πληρείται το κριτήριο του κινδύνου φυγοδικίας.
Με την αιτιολογία αυτού, προσβάλλεται ως εσφαλμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα καθώς, υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να τον συνδέει με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στηρίχθηκε στο μαρτυρικό υλικό καταλήγοντας ότι κατατείνει σε κοινή συντονισμένη δράση των κατηγορουμένων σε σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν εντός της κατοικίας. Κυρίως, στηρίχθηκε στο ότι ο εφεσείων μετέβη και παρέμεινε στην εν λόγω κατοικία όπου ανευρέθηκε η ποσότητα ναρκωτικών την 7.2.2026. Θεωρούμε ότι το μαρτυρικό υλικό ιδωμένο στην όψη του δεικνύει τέτοιες αδυναμίες, ώστε στην περίπτωση του κατηγορούμενου 4 να αποτελούσε κατάλληλη επιλογή η επιβολή όρων εγγύησης. Σ’ αυτό συνηγορούσαν οι σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, στενοί δεσμοί του εν λόγω κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία και οι προσωπικές του περιστάσεις. Δικαιολογείται προς τούτο η παρέμβασή μας (βλ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 78/2024, ημερομηνίας 8.4.2024 και ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑΓΚΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 140/2025, ημερομηνίας 16.6.2025).
Συνεπώς η έφεση 74/2026 επιτυγχάνει.
Στρεφόμαστε στην έφεση 80/2026, στην οποία εφεσείων είναι ο κατηγορούμενος 6.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε και δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα. Ο εφεσείων είναι Κύπριος υπήκοος, είναι 20 ετών, και διαμένει με τη μητέρα του και τα τρία αδέλφια του ηλικίας 22, 16 και 14 ετών. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, φοίτησε στην Τεχνική Σχολή την οποία εγκατέλειψε στη δεύτερη τάξη, χωρίς να έχει απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Εργάζεται περιστασιακά, και κατά διαστήματα πήγαινε δουλειά με τον παππού του, ο οποίος είναι ηλεκτρολόγος. Δεν γνωρίζει οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και γενικώς δεν έχει οποιοδήποτε δεσμό με το εξωτερικό, δεν διαθέτει περιουσία ή οικονομικούς πόρους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με ρητή αναφορά του, άντλησε καθοδήγηση από τις ΜΑΡΚΙΔΗΣ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 50/2017 και 51/2017, ημερομηνίας 23.7.2017, ΙVANOV v. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 162/2022, ημερομηνίας 2.8.2022, ECLI:CY:AD:2022:B340, ΚΡΑΣΟΠΟΥΛΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 450, ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1997) 2 Α.Α.Δ. 7, ΑBDULLAH ALMUSTAFA v. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 116/2025, ημερομηνίας 7.5.2025 και NITESH PATEL v. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 1.12.2025 επί του υπό εξέταση ζητήματος.
Η κυπριακή νομολογία, ευθυγραμμίζεται με το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του ΕΔΑΔ CASE OF SELAHATTİN DEMİRTAŞ v. TURKEY (No. 2) Application no. 14305/17, 20 November 2018, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα:
«186. As regards the risk of flight, the Court has held that it must be assessed with reference to a number of other factors, such as the accused’s character, morals, assets, links with the jurisdiction, and international contacts (see W. v. Switzerland, 26 January 1993, § 33 Series A no. 254-A; Smirnova, cited above, § 60; and Buzadji, cited above, § 90). Moreover, the last sentence of Article 5 § 3 of the Convention shows that when the only remaining reason for detention is the fear that the accused will flee and thus avoid appearing for trial, he or she must be released pending trial if it is possible to obtain guarantees that will ensure that appearance (see Wemhoff v. Germany, 27 June 1968, p. 25, § 15, Series A no. 7; Letellier, cited above, § 46; and, more recently, Luković v. Serbia, no. 43808/07, § 54, 26 March 2013).»
Δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη νομολογία του ΕΔΑΔ, στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Δεν θεωρούμε ότι προκύπτει από τη νομολογία του ΕΔΑΔ εξαντλητική παράθεση των περιστάσεων του κάθε κατηγορουμένου οι οποίες είναι σχετικές σε κάθε περίπτωση. Προκύπτει από τη νομολογία του ΕΔΑΔ, ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της δεδομένα.
Περαιτέρω, δεν συμφωνούμε με τη θέση ότι οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων 1, 2 και 6, εν προκειμένω οδηγούν αναπόδραστα στο ότι θα έπρεπε να αφεθούν ελεύθεροι υπό όρους.
Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστηρίου άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τις αρχές της νομολογίας, δεν αγνόησε οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1, 2 και 6 το οποίο θα μπορούσε να προσμετρήσει υπέρ τους ώστε να αφεθούν ελεύθεροι υπό όρους και ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος επέμβασής μας στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Συνακόλουθα, απορρίπτεται ο πρώτος λόγος έφεσης στην έφεση 80/2026.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης στην έφεση 80/2026 προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα αρχής στην προσέγγιση της μαρτυρίας όσον αφορά την πιθανότητα καταδίκης.
Υποστηρίζεται ότι προσέγγισε επιφανειακά το ζήτημα και γίνεται ειδική αναφορά στο ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την πιθανολόγηση αθώωσης του εφεσείοντα, ήτοι δεν εξέτασε τις αιτιάσεις του συνηγόρου του εφεσείοντα περί τις, κατά τον ίδιο αδυναμίες, του μαρτυρικού υλικού. Όπως προαναφέραμε κατά την εξέταση του πέμπτου λόγου έφεσης στην έφεση 72/2026, η θέση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί, καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξέτασε, καθοδηγούμενο από τη νομολογία, το μαρτυρικό υλικό στην όψη του, χωρίς να παραγνωρίζει τις θέσεις της υπεράσπισης, καταλήγοντας όμως ότι αυτές αφορούσαν στην αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας, έργο που διεξάγεται κατά τη δίκη.
Περαιτέρω, υποστηρίζεται στην αιτιολογία του παρόντος λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε ευρήματα περί της ενοχής του εφεσείοντα, παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο της αθωότητας. Με κάθε σεβασμό, το ίδιο το απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση στο οποίο μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος, καταρρίπτει τη θέση αυτή, εφόσον οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι, «φέρονται» και «εύλογη σύνδεση», ουδόλως υποδηλώνουν εύρημα επί των γεγονότων το οποίο να προκαταλαμβάνει την έκβαση της δίκης. Αβάσιμος επομένως κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης και απορρίπτεται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παρέλειψε να διαχωρίσει τον εφεσείοντα από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, διότι εσφαλμένα ανέφερε σε σχέση με όλους τους κατηγορούμενους ότι ενώ τα φερόμενα αδικήματα έλαβαν χώραν την 7.2.2026 τα εντάλματα σύλληψης των κατηγορουμένων εκδόθηκαν την 14.2.2026. Προσδίδει σημασία ο εφεσείων, στο ότι ενώ είχε συλληφθεί την 14.2.2026 όντας παρών στις έρευνες τις αστυνομίας και ανακρίθηκε, αφέθηκε την ίδια ημέρα ελεύθερος και μετέπειτα, την 20.2.2026 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Παραδόθηκε στην Αστυνομία την 23.2.2026.
Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε σχέση με όλους τους κατηγορουμένους ότι η αυτοβούλως μετάβασή τους στην Αστυνομία μετά την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψής τους, δεν αποτελούσε από μόνο του, καθοριστικό στοιχείο, σε σχέση με το κριτήριο του κινδύνου φυγοδικίας. Παρέπεμψε δε συναφώς, στη σχετική πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην NIKOS KARSLIDIS ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 294/2025, ημερομηνίας 18.12.2025, όπου πραγματευτήκαμε τις διαφοροποιήσεις που προκύπτουν ως προς τις συνθήκες παράδοσης κατηγορουμένων στην αστυνομία από τις αποφάσεις ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 607 και ΝΙΚΗΤΑ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2011) 2 Α.Α.Δ. 54.
Διαπιστώνουμε ότι ευσταθεί η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκανε ρητή αναφορά στις πιο πάνω διαφοροποιήσεις ως προς το ιστορικό της σύλληψης του εφεσείοντα και παράδοσής του στην Αστυνομία, από το ό,τι ίσχυε για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Λόγω της παράλειψής του αυτής, η κρίση του ελέγχεται από το Εφετείο (βλ. ενδεικτικά, DAMASCHIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 299/2025, ημερομηνίας 19.12.2025).
Εν όψει αυτής της διαπίστωσής μας, τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα λέχθηκαν στην EABO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 133/24, ημερομηνίας 11.7.2024.:
«Το Εφετείο θα πρέπει να διερωτηθεί πως θα έπρεπε να ασκηθεί η διακριτική εξουσία και δη κατά πόσο δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις διαφορετικό αποτέλεσμα με βάση τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στοιχεία (βλ. R v. Cook (1959) 2 All E.R. 97, per Lord Devlin, Archbold 2021, παρ. 7-101). Είμαστε της γνώμης ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας θα απέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα.»
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, εξετάσαμε επομένως, το μαρτυρικό υλικό και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Λαμβάνουμε συναφώς υπόψη τα εξής: Υπήρξε δημοσιότητα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε σχέση με διερεύνηση της υπόθεσης από τις Αρχές. Ο εφεσείων είχε πληροφορηθεί στο πλαίσιο της ανάκρισής του, την 14.2.2026 σε κάποιο βαθμό, για την εν λόγω διεύρυνση, και του είχε λεχθεί ότι υπήρχαν, στο στάδιο εκείνο, εύλογες υπόνοιες σε σχέση με τη δική του εμπλοκή. Την 14.2.2026 κατά την ημέρα της πρώτης σύλληψης του εφεσείοντα, διεξήχθη έρευνα στο γκαράζ/αποθήκη του κατηγορουμένου 2 όπου εντοπίστηκαν δύο νάιλον συσκευασίες που περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους περίπου 180 γραμμαρίων και ότι σε σχέση με τις συσκευασίες αυτές, αργότερα, συνδέθηκε γενετικό υλικό του εφεσείοντα. Επιπλέον, την 14.2.2026 κατόπιν έρευνας στην οικία του κατηγορουμένου 3, εντοπίστηκαν 15 γραμμάρια φυτικής ύλης κάνναβης, 14 γραμμάρια κοκαΐνης, και δύο ζυγαριές ακριβείας και μετέπειτα, μέρος των αντικειμένων αυτών, συνδέθηκε με γενετικό υλικό του εφεσείοντα. Η ανεύρεση του γενετικού υλικού του εφεσείοντα δεν ήταν υπόψη του κατά το διάστημα αυτό των έξι ημερών μεταξύ της ανάκρισής του και της έκδοσης του εντάλματος σύλληψής του. Εν όψει του ζητήματος αυτού, θεωρούμε ότι η μη διαφυγή του, δεν ενέχει τη σημασία την οποία προσδίδει ο συνήγορός του, ιδωμένη στο πλαίσιο των αρχών που προκύπτουν από την πιο πάνω επί του ζητήματος νομολογία. Επομένως, κρίνουμε ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα οδηγείτο σε διαφορετικό αποτέλεσμα και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται βάση ανατροπής της πρωτόδικης κατάληξης.
Εν όψει των ανωτέρω διαπιστώσεων μας, ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η έκδοση του διατάγματος κράτησης παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας επειδή δεν εξετάστηκαν λιγότερο επαχθή μέτρα προς εξασφάλιση της παρουσίας του εφεσείοντα. Προκύπτει, θεωρούμε από την εκκαλούμενη απόφαση ότι η όλη αναφορά στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, και στη συναφή νομολογία σε σχέση με τη στάθμισή τους στο πλαίσιο της εξέτασης του κριτηρίου φυγοδικίας, αποτυπώνει την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα. Επομένως, ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μετέφερε το βάρος απόδειξης στον εφεσείοντα να αποδείξει ότι η επιβολή όρων προς εξασφάλιση της παρουσίας του ήταν το κατάλληλο υπό τις περιστάσεις μέτρο, εφόσον δεν εξατομίκευσε την εξέταση του κινδύνου φυγοδικίας. Μελέτη της πρωτόδικης απόφασης δεικνύει ότι ο παρών λόγος έφεσης δεν βρίσκει έρεισμα, και συνακόλουθα απορρίπτεται.
Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται παράβαση της ΕΣΔΑ, των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και του Συντάγματος κατά τρόπο που επηρέασε γενικά τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και το τεκμήριο αθωότητας. Με την αιτιολογία προβάλλονται αιτιάσεις που εξετάστηκαν στους λοιπούς λόγους έφεσης και απορρίφθηκαν. Περαιτέρω, προβάλλεται το επιχείρημα ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η περίοδος κράτησης δεν ήταν υπερβολική, χωρίς όμως να προσφέρεται καμία εξειδίκευση γι’ αυτή την εισήγηση.
Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη δίκη των κατηγορουμένων, ο οποίος σύμφωνα με τη νομολογία δεν εξετάζεται κατά απομόνωση, αλλά σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, παραπέμποντας στην υπόθεση TASEV v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 126/2016, ημερομηνίας 1.8.2016 και έκρινε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την εμφάνιση των κατηγορουμένων στο Κακουργιοδικείο, δεν είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολικό. Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε μεμπτό στην προσέγγισή του.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται.
Συνακόλουθα των ως άνω, οι Ποινικές Εφέσεις 72/2026, 73/2026 και 80/2026 απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1, 2 και 6 επικυρώνεται.
Η Ποινική Έφεση 74/2026 επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με τον κατηγορούμενο 4 ακυρώνεται. Αφού ακούσουμε τις δύο πλευρές θα ορίσουμε κατάλληλους όρους εγγύησης με βάση τους οποίους αυτός θα αφεθεί ελεύθερος.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο