ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 87/2026)
6 Απριλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
EWA IZABELA KUENZEL,
Εφεσείουσα,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Σ. Αργυρού με Χ. Μαρτούδη (κα) για Σωτήρης Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.
Α. Ματθαίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η εφεσείουσα αντιμετωπίζει, ενώπιον του Κακουργοδικείου Λευκωσίας, 46 κατηγορίες. Ως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, οι κατηγορίες 1‑24 και 45 αφορούν το αδίκημα της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον, κατά παράβαση του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, οι κατηγορίες 26‑ 43 και 46 αφορούν κατ' ισχυρισμό παράνομη νομή και χρήση ακινήτων χωρίς τη συναίνεση των ιδιοκτητών, κατά παράβαση του Άρθρου 281 του Κεφ. 154, ενώ η κατηγορία 25 αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του Άρθρου 4 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(I)/2007. Tα όσα αποδίδονται στην εφεσείουσα αφορούν συναλλαγές σε σχέση με ακίνητες περιουσίες στον κατεχόμενο Άγιο Αμβρόσιο της επαρχίας Κερύνειας, μεταξύ των ετών 2023‑2024, επί των οποίων, αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, ανεγείρονταν συγκροτήματα κατοικιών.
Η πρωτόδικη διαδικασία βρίσκεται σε στάδιο συνεχιζόμενης ακρόασης ‑ κατά τον χρόνο της πρωτόδικης απόφασης, ενδιάμεσα της κατάθεσης του Μ.Κ.8 ‑ έχοντας αρχίσει στις 6.3.2025, με την εφεσείουσα να τελεί υπό κράτηση από τις 19.7.2024. Ως δηλώθηκε ενώπιόν μας σήμερα, επί του παρόντος παρατίθεται η μαρτυρία του Μ.Κ.17. Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι η κράτηση της εφεσείουσας είχε διαταχθεί πρωτοδίκως στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας, με την πρωτόδικη κρίση να επικυρώνεται κατ' έφεση. Κατά διαστήματα, υπήρχαν αιτήματα για επιβολή όρων εγγύησης ή ενστάσεις στη συνέχιση κράτησης, τα οποία απορρίπτονταν πρωτοδίκως, με αυτά, και πάλι, να τυγχάνουν επικύρωσης από το Εφετείο.
Η παρούσα έφεση αφορά την πρωτόδικη κρίση επί γραπτού αιτήματος το οποίο η εφεσείουσα καταχώρισε ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 11.2.2026 και με το οποίο ζητούσε όπως τεθούν συγκεκριμένοι ή άλλοι όροι εγγύησης προς εξασφάλιση της παρουσίας της κατά τη δίκη της. Το αίτημα αντιμετώπισε την ένσταση της εφεσίβλητης. Το Κακουργιοδικείο, παραθέτοντας λεπτομερώς το σκεπτικό του, απέρριψε το αίτημα της εφεσείουσας κρίνοντας ότι «δεν έχουν καταδειχθεί διαφοροποιητικά δεδομένα ώστε να αφεθεί η κατηγορούμενη ελεύθερη με όρους». Συνακόλουθα, διέταξε τη συνέχιση της κράτησης της εφεσείουσας.
Η εφεσείουσα προσβάλλει την πρωτόδικη αυτή κρίση με τέσσερεις λόγους έφεσης.
Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στην ως άνω καταληκτική απόφαση του Κακουργιοδικείου. Προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπ' όψιν ότι 19 μήνες μετά την έναρξη της δίκης προστέθηκε ογκωδέστατο μαρτυρικό υλικό από 20 επιπλέον μάρτυρες, ούτε λήφθηκε υπ' όψιν ο χρόνος που αναμένεται να αποπερατωθεί η υπόθεση σε συνάρτηση με την ποινή που δυνατό να επιβληθεί στην εφεσείουσα ακόμη και σε περίπτωση καταδίκης, δεδομένου και του λευκού της ποινικού μητρώου. Ούτε, τέλος, λήφθηκαν υπ' όψιν οι διευθετήσεις που η εφεσείουσα έκανε αναφορικά με διαμονή της σε συγκεκριμένο χώρο και καταβολή ποσού μέχρι και €300.000 σε μετρητά ως εγγύηση, σε συνδυασμό με άλλους όρους εγγύησης.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλει εσφαλμένη θεώρηση, από μέρους του Κακουργιοδικείου, παραβιάσεων των δικαιωμάτων της εφεσείουσας δυνάμει του Άρθρου 8 του Συντάγματος και του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ως προς την απάνθρωπη και καταπιεστική μεταχείριση της εφεσείουσας, αφού, ενώ είναι υπόδικος, κρατείται στις Κεντρικές Φυλακές με κατάδικους. Επίκληση γίνεται αναφορών σχετικά με τον χώρο και συνθήκες κράτησης της εφεσείουσας, περιλαμβανομένων θεμάτων χορηγήσεως των φαρμάκων που απαιτείται να λαμβάνει αλλά και περιστατικού ανεύρεσης ποντικού στο φαγητό της.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται εσφαλμένη θεώρηση από μέρους του Κακουργιοδικείου παραβίασης των δικαιωμάτων της εφεσείουσας δυνάμει του Άρθρου 11 του Συντάγματος και του Άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, ως προς τον συνολικό χρόνο που θα διαρκέσει η διαδικασία για ολοκλήρωσή της. Επίκληση γίνεται του ρυθμού με τον οποίο προχωρά η διαδικασία σε συνάρτηση με τον συνολικό χρόνο μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης προβάλλει εσφαλμένη θεώρηση παραβίασης των δικαιωμάτων της εφεσείουσας δυνάμει του Άρθρου 12 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ως προς τον χρόνο και χώρο για προετοιμασία της υπεράσπισής της. Επίκληση γίνεται αναφορών σε προβλήματα που παρουσιάζονται αναφορικά με συναντήσεις της εφεσείουσας με τον συνήγορο της και συναφή προβλήματα, περιλαμβανομένης και της μετάφρασης μαρτυρικού υλικού.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία. Προς τούτο, έχουμε μελετήσει, πέραν των όσων τέθηκαν ενώπιόν μας από τους δύο συνήγορους, τα όσα αφορούν την πρωτόδικη διαδικασία και την πρωτόδικη απόφαση.
Ως επανειλημμένως έχουμε υποδείξει, το τι, σε αυτού του είδους διαδικασίες, αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
Ως λέχθηκε στην A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Στις περιπτώσεις όπου το ζήτημα της αναγκαιότητας διαταγής κράτησης έχει τελεσίδικα αποφασιστεί, η εξέταση αιτήματος επιβολής όρων εγγύησης ή ένστασης σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης, διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/20 και 166/20, ημερομηνίας 22.10.2020. Στην απουσία οποιουδήποτε άλλου νέου δεδομένου, το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία την επανεξέταση του θέματος κράτησης, το τι παραμένει να πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι ο ουσιαστικός λόγος της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησης του κατηγορουμένου.
Με τα ως άνω ως ουσιώδη για την από μέρους μας εξέταση των υπό κρίση θεμάτων, προχωρούμε με την εξέταση των προβαλλόμενων λόγων έφεσης, η συνάφεια των οποίων είναι τέτοια που επιτρέπει, αν όχι επιβάλλει, την παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης διεργασίας και κρίσης.
Έχουμε ανωτέρω καταγράψει το τι η πλευρά της εφεσείουσας επικαλείται αναφορικά με τους λόγους έφεσης.
Είναι χρήσιμο να λεχθεί ότι το Κακουργιοδικείο, στην απόφασή του, ως εξήγησε «με σκοπό να γίνει αντιληπτό το πλήρες πλαίσιο γεγονότων κάτω από το οποίο εξετάστηκε το αίτημα αλλά και η διαχείριση του δικαστικού χρόνου για εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι σήμερα», με λεπτομέρεια παρέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης. Στην παράθεση αυτή, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο αντικείμενο των δικασίμων, στα επανειλημμένα αιτήματα και ενστάσεις της εφεσείουσας ως προς το θέμα της κράτησής της και τη δευτεροβάθμια κρίση των επί αυτών πρωτόδικων αποφάσεων, στις ουσιαστικές προδικαστικές ενστάσεις της πλευράς της εφεσείουσας ως προς την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου ή την αμεροληψία του Δικαστηρίου, αλλά και τις ακροάσεις, αναγκαίες αναβολές και προσθήκη 20 μαρτύρων, υπό την ένσταση της εφεσείουσας.
Στη βάση αυτών των δεδομένων είναι που το Κακουργιοδικείο κατέγραψε το γεγονός ότι πρόκειται για υπόθεση στην οποία υπάρχει έντονη αμφισβήτηση της μαρτυρίας και της όλης παρουσίασης της υπόθεσης, ως άλλωστε, αποτελεί δικαίωμα της Υπεράσπισης.
Από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει, εμφανώς, ότι το Κακουργιοδικείο κατέγραψε τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας και, ορθά, ενέταξε τα παράπονά της στο τι είχε ενώπιόν του να εξετάσει ως παραβιάσεις δικαιωμάτων αυτής, τέτοιων που το Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει. Κατέγραψε, επίσης, τα όσα τέθηκαν από την εφεσίβλητη προς υποστήριξη της ένστασης στο αίτημα.
Παραπονείται, η εφεσείουσα, ως προς το τι επιφέρει η προσθήκη ογκωδέστατου μαρτυρικού υλικού στον συνολικό χρόνο αποπεράτωσης της υπόθεσης, σε συνάρτηση με την ενδεχόμενη ποινή που θα της επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης. Το Κακουργιοδικείο, με λεπτομέρεια, αναφέρθηκε στον προεξάρχοντα ρόλο που η νομολογία αποδίδει στην καθυστέρηση, εξηγώντας, ορθά, ότι ο χρόνος κράτησης πρέπει να συνυπολογίζεται με όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. Με αναφορά και σε νομολογία του ΕΔΑΔ, αναφέρθηκε στο καλώς γνωστό και αυτονόητο, ότι δηλαδή η κράτηση και ο χρόνος εξετάζεται με βάση τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης, με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης να αποτελεί, επίσης, σχετική παράμετρο. Παρέπεμψε, σχετικά, στις ILNSEHER v. GERMANY, Applications no. 10211/12 and 27505/14 [GC], 4.12.2018 §252, MOOREN v. GERMANY [GC], Application no. 11364/03, 9.7.2009 §106.
Εξετάζοντας τα ενώπιόν του δεδομένα, ανάφερε ότι:
«47. Κατά την εισαγωγή είχαμε αναφερθεί στο ιστορικό της υπόθεσης, καθότι είμαστε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, εν τη εννοία ότι έχουν ακουστεί αριθμός προδικαστικών ενστάσεων αλλά και ενστάσεων ουσίας. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ζητήματα λεπτομέρειες κατηγοριών, ενεχόμενης μεροληψίας, καθότι είχε τεθεί από την Υπεράσπιση προδικαστικά ότι δεν υπήρχε αμερόληπτο Δικαστήριο στην Κύπρο να την δικάσει. Έχουμε ήδη εγκρίνει τροποποίηση του κατηγορητηρίου κατόπιν ενστάσεως, και ακολούθως έχουν διεξαχθεί και δύο δίκες εντός δίκης, όπως τις περιγράψαμε ανωτέρω, η μία εκ των οποίων, είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό αριθμού κατασχεθέντων τεκμηρίων.
48. Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις μας, τα ζητήματα, όπως είχαν τεθεί, ήταν πολύπλοκα. Είχε τεθεί αριθμός ζητημάτων, νομολογιακώς όχι και τόσο ξεκάθαρων, τα οποία έπρεπε να επιλυθούν σε αρκετές περιπτώσεις με τη συνδρομή Νομολογίας άλλων χώρων του Κοινοδικαίου. Επομένως, η πάροδος των 20 μηνών θα πρέπει να ιδωθεί και υπό αυτό το πλαίσιο, τον αριθμό ζητημάτων που προέκυψαν εν τω μεταξύ και τον αριθμό αποφάσεων που έχουν εκδοθεί στο μεσοδιάστημα, ως επίσης και του όγκου της μαρτυρίας που ακούσαμε μέχρι σήμερα για να αποφασίσουμε έστω και αυτά τα ενδιάμεσα θέματα.»
Τόσο η κυπριακή νομολογία όσο και η νομολογία του ΕΔΑΔ αναδεικνύουν ως σημαντικό στοιχείο, όχι μόνο τον χρόνο μέχρι την επόμενη δικάσιμο, αλλά και τον συνολικό χρόνο για τον οποίο ένα κατηγορούμενο πρόσωπο κρατείται ως υπόδικο. Αυτή την υποχρέωση, το Κακουργιοδικείο εκπλήρωσε με επάρκεια, ως προκύπτει από τα όσα εξήγησε ανωτέρω. Οι ιδιαιτερότητες, πολυπλοκότητα, όγκος στοιχείων και τρόπος ανάλωσης του χρόνου κατά τον οποίο η εφεσείουσα κρατείται, καθόλα δικαιολογούν την πρωτόδικη κρίση.
Είναι, άλλωστε, σαφές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν εξετάζει, κατ' ουσίαν θέμα μη δίκαιης δίκης ή εκ των υστέρων διαπίστωση παραβίασης δικαιωμάτων της εφεσείουσας, παρά μόνο ως ενδεχόμενο να προκύπτει νέο στοιχείο που να καθιστά αναγκαία τη διαφοροποίηση της απόφασης κράτησης. Επί συναφών θεμάτων, σχετικά είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Harris, O'Boyle & Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, 5th ed. pp. 358‑359.
Επομένως, δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αποφάσισε το υπό κρίση ζήτημα. Ούτε η ενδεχόμενη ποινή σε περίπτωση καταδίκης (λόγω του λευκού ποινικού μητρώο της εφεσείουσας), ούτε οι ρυθμίσεις της εφεσείουσας για χώρο διαμονής και άλλους όρους εγγύησης, αλλά ούτε και η διεργασία πιθανολόγησης για τον χρόνο αποπεράτωσης της υπόθεσης θα δικαιολογούσαν διαφοροποίηση της πρωτόδικης κρίσης, ιδιαιτέρως, δεδομένου ότι η αναγκαιότητα κράτησης είχε ήδη τελεσίδικα κριθεί (επανειλημμένως), ενώ το στοιχείο του χρόνου, υπό τις περιστάσεις εξετάστηκε στην ορθή του βάση και δεν δικαιολογούσε διαφορετική θεώρηση.
Αβάσιμο κρίνουμε τον πρώτο λόγο έφεσης.
Στον δεύτερο λόγο έφεσης, το παράπονο της εφεσείουσας παρουσιάζεται να βασίζεται στο ότι ενώ είναι υπόδικος, κρατείται στις Κεντρικές Φυλακές με κατάδικους. Παρά το γεγονός ότι είναι σαφώς νομολογημένο ότι η αιτιολογία του λόγου έφεσης δεν δύναται να διευρύνει τον λόγο έφεσης, το παράπονο της εφεσείουσας φαίνεται να διευρύνεται στην αιτιολογία.
Επί του χώρου κράτησης της εφεσείουσας, το Κακουργιοδικείο κατέγραψε τα αναφερόμενα του λειτουργού στο Τμήμα Φυλακών:
«36. Σύμφωνα με τον κ. Μούζουρο η κατηγορούμενη άλλαξε κελιά κατόπιν δικών της αιτημάτων (Τεκμήρια 1, 2 και 3). Παρόλο που της προσφέρθηκε η δυνατότητα να μετακινηθεί σε κελί μόνο με υπόδικες (αντί για κατάδικες), η ίδια επέλεξε να παραμείνει στο υφιστάμενο κελί με τη συγκεκριμένη συγκάτοικό της. Το κελί που διαμένει από τις 18/11/2024, διαθέτει "τουαλέτα η οποία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο δωμάτιο με παραβάν, νιπτήρα, ντουλάπα, γραφείο, δύο καρέκλες, τηλεόραση, υποδαπέδια θέρμανση και κλιματιστικό. Υπάρχει παράθυρο που παρέχει φυσικό φωτισμό και εξαερισμό του δωματίου. Υπάρχουν δε ντουζιέρες στον όροφο που διαμένει η Κατηγορούμενη στις οποίες έχουν πρόσβαση οι κρατούμενες του ίδιου ορόφου." Το κελί είναι εμβαδού 9,94 τ.μ.
37. Στην Aykout, ανωτέρω αναφέρθηκε (με αναφορά στην Mursic v Croatia, Application 7334/13, 20/10/2016 §§136‑140, στην οποία παρέπεμψε και η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής), ότι ο ελάχιστος αναμενόμενος χώρος που πρέπει να παρέχεται σε κρατούμενο είναι 3 τ.μ. Συνυπολογίζονται η δυνατότητα άσκησης, φωτισμού, εξαερισμού, ιδιωτικότητας στη χρήση τουαλέτας.
38. Εν προκειμένω, τα όποια προβλήματα ενδεχομένως είχε η κατηγορούμενη κατά την αρχική κράτηση της με τις συνθήκες διαμονής της φαίνεται να έχουν επιλυθεί από τις 18/11/2024. Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι παράπονό της είναι αβάσιμο.»
Οι διαπιστώσεις του Κακουργιοδικείου επί των γεγονότων, ούτε φαίνεται να αμφισβητήθηκαν δεόντως πρωτόδικα, ούτε εφεσιβάλλονται. Επειδή ενώπιόν μας τέθηκε η θέση ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας διόρθωσε προηγούμενη αναφορά του σε πτέρυγα υποδίκων υποδεικνύουμε ότι το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε σε κελί με μόνο υπόδικους και όχι τέτοια πτέρυγα των φυλακών. Επομένως, στη βάση αυτών δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση. Δεν διαπιστώνεται παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων ώστε να δικαιολογούσε διαφοροποίηση της διαταγής κράτησης της εφεσείουσας.
Έστω ότι δεν προβάλλονται δεόντως ως λόγοι έφεσης, για σκοπούς πληρότητας κρίνουμε ότι ούτε τα παράπονα της εφεσείουσας ως προς το περιστατικό με το φαγητό της ή τη χορήγηση αναγκαίων φαρμάκων στοιχειοθετούν βάση ανατροπής της κράτησης λόγω εσφαλμένης κρίσης του Κακουργιοδικείου. Επαρκώς εξετάστηκαν τα ζητήματα και δικαιολογημένα κρίθηκαν, αφενός ως περιστατικό που τυγχάνει διερεύνησης και, αφετέρου, επιλυθέν ζήτημα χωρίς να υφίσταται κατάσταση της υγείας της εφεσείουσας τέτοια ή αποστέρηση χορηγήσεως φαρμακευτικής αγωγής ή περίθαλψης που να δημιουργεί κίνδυνο για την υγεία της.
Αβάσιμος, συνεπώς, κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης.
Τα όσα αναδεικνύονται με τον τρίτο λόγο έφεσης απαντώνται από τα όσα αναλύονται ανωτέρω αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης. Εάν είναι κάτι που θα μπορούσε να λεχθεί επί του προκειμένου είναι ότι δεν δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, διαφορετική θεώρηση του ζητήματος της κράτησης της εφεσείουσας από μόνο τον λόγο ότι πρόκειται για ογκώδη υπόθεση με σύνθετη μαρτυρία. Δεν διαπιστώνεται βάση παραβίασης δικαιωμάτων της εφεσείουσας, ως προβάλλεται, ώστε να παρέχεται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Ως αποτέλεσμα, ούτε ο τρίτος λόγος έφεσης θα μπορούσε να έχει έρεισμα.
Τέλος, με αναφορά στο τι προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο έφεσης, το Κακουργιοδικείο ανέφερε τα εξής:
«41. Προχωρώντας στην ύπαρξη προσκομάττων στις συναντήσεις του συνηγόρου με την πελάτιδα του θα πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υπήρξε άρνηση των Αρχών στη διενέργεια των συναντήσεων. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι συνθήκες δεν είναι ιδανικές όμως αυτό από μόνο του δεν οδηγεί σε παράβαση του Άρθρου 6 §3 της ΕΣΔΑ ή και του Άρθρου 12 του Συντάγματος. Ως αναφέρθηκε στην Κωνσταντινίδης v Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ. 109 στις σελ. 119‑ 120:
«Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων οι "διευκολύνσεις" που πρέπει να δοθούν στην υπεράσπιση περιλαμβάνουν κατάλληλες διευκολύνσεις για την εξέταση της μαρτυρίας, περιλαμβανομένης και της επιθεώρησης εγγράφων. Εναπόκειται στον κατηγορούμενο ο οποίος ισχυρίζεται παραβίαση του άρθρου 6(3)(β) της Σύμβασης να καταδείξει ότι κάτω από όλες τις περιστάσεις μια συγκεκριμένη διευκόλυνση ήταν απαραίτητη για να μπορέσει να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπιση του (European Court H.R. Brichmont Judgment of 7 July 1989, Series A, No. 158, pp. 31‑32, paras. 90‑93).
Το άρθρο 6(3)(β) της Σύμβασης ομιλεί για "ευκολίας". Αναμένουμε πως οι αρμόδιες αρχές, εφαρμόζοντας αυτό το άρθρο, θα διαθέσουν το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες προς προετοιμασία της υπεράσπισης του εφεσείοντος. Στο στάδιο της εξέτασης του ζητήματος της κράτησης ή μη του κατηγορουμένου και χωρίς να είχε προηγηθεί άρνηση των αρμοδίων αρχών για παραχώρηση των διευκολύνσεων που είχε ζητήσει η υπεράσπιση, από μόνες τους οι ιδιάζουσες συνθήκες προετοιμασίας της υπεράσπισης δεν μπορούσαν να διαδραματίσουν τον αποφασιστικό ρόλο που εισηγείται η υπεράσπιση. Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος εφέσεως δεν ευσταθεί.»
42. Θεωρούμε ότι τα όσα καταγράφονται στην επιστολή ημερ.17/3/2026 (Έγγραφο Κ19) καταδεικνύουν την ύπαρξη δυσκολιών μεν όχι όμως άρνηση ή απαγόρευση επικοινωνίας δε. Υπενθυμίζουμε ότι το Δικαστήριο έχει δώσει σαφείς οδηγίες για την παροχή διερμηνείας κατά τις συναντήσεις του συνηγόρου με την κατηγορούμενη στις 18/12/2024 και στις 14/1/2026.
[...]
49. Ως προς τα ζητήματα καθυστέρησης μετάφρασης του μαρτυρικού υλικού οφείλουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα. Προκύπτει από τα πρακτικά της 18/12/2024 ότι είχε τεθεί υπόψη του συνηγόρου Υπεράσπισης ο Ν.18 (I)/2014. Ο συνήγορος μάλιστα έχει ζητήσει να του δοθεί μετάφραση εγγράφων στα ελληνικά που είχαν δοθεί από την Αστυνομία στα γερμανικά. Το Δικαστήριο αφού όρισε την υπόθεση για να αρχίσει η ακρόαση στις 5/3/2025 ρώτησε τον συνήγορο ευθέως για το αν ζητούσε μετάφραση άλλων εγγράφων παροτρύνοντας τον να απευθυνθεί στην Κατηγορούσα Αρχή αν προέκυπτε τέτοια ανάγκη. Τούτα επιπροσθέτως των οδηγιών για διερμηνεία. Το αίτημα της Υπεράσπισης για παράδοση ουσιωδών εγγράφων μεταφρασμένα στη γερμανική έλαβε χώρα 14 μήνες από τις ως άνω οδηγίες του Δικαστηρίου και αφού η εκδίκαση της υπόθεσης έχει προχωρήσει όπως πιο πάνω καταγράφηκε. Επίσης η υπόθεση συνεχίζεται με την παρουσίαση μαρτυρίας, που κατά τους συνήγορος των μερών, δεν περιλαμβάνεται σε αυτή που ζητήθηκε να μεταφραστεί στα γερμανικά.»
Ούτε επί του προκειμένου εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το Κακουργιοδικείο προσέγγισε και αποφάσισε τα εγειρόμενα ζητήματα. Είναι προφανές ότι τα όποια αναδυόμενα προβλήματα τυγχάνουν αντιμετώπισης προς επίλυση χωρίς να διαπιστώνεται, και επί τούτων, παραβίαση δικαιωμάτων που να δικαιολογεί ανατροπή της απόφασης περί κράτησης. Ούτε επί του προκειμένου παρέχεται πεδίο επέμβασής μας, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, επίσης να κρίνεται αβάσιμος.
Συνακόλουθα των ως άνω, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Η πρωτόδικη απόφαση επί της συνέχισης της κράτησης της εφεσείουσας επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο