ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΛΕΟΝΤΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 88/2026, 7/4/2026
print
Τίτλος:
ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΛΕΟΝΤΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 88/2026, 7/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

7 Απριλίου 2026

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 88/2026)

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΛΕΟΝΤΙΟΥ,

Εφεσείων,

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

________________________

 

Ειρ. Κυπριανού (κα), για Εφεσείοντα.

Σ. Μιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι τη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λευκωσία την 15.5.2026, τόσο στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας όσο και στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.

 

Το σύνολο των δώδεκα κατηγοριών επί του κατηγορητήριου αφορά αδικήματα με φερόμενο θύμα τη σύζυγο του εφεσείοντα. Πέντε κατηγορίες αφορούν γεγονότα που φέρονται να έλαβαν χώραν σε διάφορους χρόνους κατά το έτος 2025, δύο κατηγορίες αφορούν γεγονότα που φέρεται να έλαβαν χώραν την 9.2.2026 και άλλες πέντε κατηγορίες αφορούν γεγονότα που φέρονται να έλαβαν χώραν την 1.3.2026. Πρόκειται για κατηγορίες κοινής επίθεσης και απειλής κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 («ο Νόμος»), και του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021, πλέον μίας κατηγορίας για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του Νόμου, και μίας κατηγορίας για στέρηση της ελευθερίας προσώπου με σκοπό να υποβληθεί σε βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 251 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προσβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας και με τον δεύτερο λόγο έφεσης, η κατάληξή του σε σχέση με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Με δεδομένο ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο κάθε λόγος κράτησης είναι αυτοτελής, συνεπάγεται ότι από την τυχόν αποτυχία οποιουδήποτε εξ αυτών, παρέλκει η εξέταση του ετέρου.

 

Στρεφόμαστε στον δεύτερο λόγο έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι η  κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι εσφαλμένη και ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αυτού του κινδύνου παραβίασε το συνταγματικά κατοχυρωμένο τεκμήριο αθωότητας του εφεσείοντα, προβαίνοντας ουσιαστικά, σε εύρημα ενοχής του.

 

Στην αιτιολογία εξειδικεύεται το απόσπασμα από την  εκκαλούμενη απόφαση το οποίο, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας του. Είναι θεωρούμε αναγκαίο να θέσουμε το επικαλούμενο αυτό απόσπασμα, στο πλαίσιο του όλου σκεπτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα:

 

«Σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης ιδίου ή άλλου αδικήματος και στρεφόμενος στην αυτοτελή αυτή περίπτωση, για την οποία μπορεί να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το Έγγραφο 1, δηλαδή η εκκρεμής υπόθεση εναντίον του, η οποία αφορά σε παράνομη είσοδο στην οικία κάποιου άλλου προσώπου, της Μ.Κ, καθώς και επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εναντίον του ιδίου προσώπου.

Περαιτέρω, παρατηρώντας και εξετάζοντας το σύνολο των κατηγοριών της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ ότι γίνεται αναφορά για την 1η , 2η, 3η, 4η και 5η κατηγορία σε ημερομηνία διάπραξης 01/03/26, πάντοτε αποδιδόμενης διάπραξης. Η 6η, 7η , 8η και 9η κατηγορία, αφορούν σε περίοδο αρχών του 2025. Η 10η κατηγορία αφορά Οκτώβρη του 2025 ενώ η 11η και η 12η κατηγορία αφορά στις 09/02/26. Ως εκ τούτου, έχοντας την ευκαιρία να μελετήσω τόσο το μαρτυρικό υλικό αλλά και τις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν το παρόν Κατηγορητήριο, οι οποίες επεκτείνονται σε διάφορες χρονικές περιόδους, σε 4, κατ' ακρίβεια χρονικές περιόδους, αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και την υπόθεση 370/25, η οποία εκκρεμεί και αναφέρεται σε περίοδο 05/04/24, που δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης από μέρος του κατηγορουμένου ίδιας φύσης ή ακόμα και άλλης φύσης αδικημάτων. Παρατηρώ ότι το Κατηγορητήριο της παρούσας αφορά σε συγκεκριμένες συμπεριφορές εναντίον συγκεκριμένου προσώπου ενώ στην υπόθεση 370/25, οι αποδιδόμενες συμπεριφορές αφορούν σε άλλο πρόσωπο παρόμοιας φύσης αδικήματα, εκτός της παράνομης εισόδου η οποία είναι διαφορετικό αδίκημα.

Σε σχέση με τη σχετική Νομολογία, οφείλω να επισημάνω την Ποινική Έφεση αριθμός 195/20, Αργύρη ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 23/12/20, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας, 1997, 2 ΑΑΔ, 130, επαναλαμβάνεται ότι η πιθανότητα διάπραξης ιδίου τα άλλου αδικήματος είναι δυνατόν να αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου, αφού κάθε παράγων εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης». «Συνοψίζοντας, αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συναδέλφου του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου».

Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 25/22, ημερομηνίας 04/02/22, ECLI:CY:AD:2022:B50, η Έντιμη Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κυρία Σταματίου, ανέφερε τα εξής σχετικά: «Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί έναν από τους τρεις αυτοτελείς λόγους, για τους οποίου το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη του. Στη Χατζηδημητρίου ν. Αστυνομίας, 1997, 2 ΑΑΔ 45, αναφέρθηκε ότι η πρόβλεψη αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για τη διάπραξη άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται σύμφωνα με τη Σιακαλλή ν. Αστυνομίας ακριβής μαρτυρία. Αρκεί, αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα».

Στο στάδιο οφείλω να επισημάνω και να παρατηρήσω ότι έχω λάβει υπόψη μου τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, για την πιθανότητα έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Έχω εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο, το οποίο δεν με βρίσκει σύμφωνο, υπό την έννοια ότι αυτό το οποίο προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και την κατηγορία στην οποία αντιμετωπίζει στην υπόθεση 370/25 φέρεται ότι αυτή αποδίδεται, ότι αυτή διαπράχθηκε σε βάρος άλλου προσώπου. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι υπάρχει μια διαφοροποίηση σε σχέση με την υπόθεση Φ.Φ, ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 171/24, ημερομηνίας 02/08/24, όπου το Δικαστήριο έπρεπε να εκδώσει τέτοιου είδους διάταγμα και να επιβληθούν όροι, σε μια άλλη παράμετρο. Εκείνο, όμως, το οποίο παρατηρώ είναι ότι στην υπόθεση 370/25 ο κατηγορούμενος ήταν ελεύθερος με υπογραφή προσωπικής εγγύησης και στα πλαίσια αυτά, σε μεταγενέστερο στάδιο φέρεται να του αποδίδεται η διάπραξη άλλων αδικημάτων, ακόμη πιο σοβαρών.

Ως εκ τούτου, και χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζω το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιόν μου, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης από μέρος του άλλων αδικημάτων, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, παρόμοιας φύσεως ή και άλλης φύσεως από αυτά που αντιμετωπίζει. Η ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου από πιθανές παράνομες πράξεις του κατηγορουμένου, θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση και στη βάση των δεδομένων που μου έχουν παρατεθεί, είναι τέτοια που ικανοποιούν τον παράγοντα αυτό.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσείοντα στηρίζει τη θέση της στο πιο πάνω λεκτικό το οποίο υπογραμμίσαμε. Υποστηρίζει ότι ενώ ο εφεσείων δεν παραβίασε την εγγύηση ύψους €5.000 η οποία τέθηκε στην ποινική υπόθεση 370/2025 που εκκρεμεί εναντίον του, και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενόχληση της εκεί παραπονούμενης, το πρωτόδικο Δικαστήριο με το πιο πάνω λεκτικό φαίνεται να θεώρησε ότι υπήρξε παραβίαση του εν λόγω όρου και προέβη σε σχετικό εύρημα ενοχής. Υποστηρίζει επίσης ότι από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εκλαμβάνει την ύπαρξη όρου εγγύησης ως επιβαρυντικό παράγοντα και ότι καταδίκασε τον εφεσείοντα πρόωρα για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει.

 

Με κάθε σεβασμό, η πιο πάνω θέση του εφεσείοντα παραγνωρίζει ότι η φερόμενη διάπραξη αδικημάτων από  κατηγορούμενο ο οποίος βρίσκεται ελεύθερος με όρους σε άλλη ποινική υπόθεση, αποτελεί αναγνωρισμένο από τη νομολογία παράγοντα, ο οποίος συνηγορεί υπέρ της διαπίστωσης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου POLINA HRISTOVA IGNATOVA v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025, λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Αν είναι κάτι που θα μπορούσε να λεχθεί, επί του προκειμένου, είναι ότι επιπρόσθετο στοιχείο, στην παρούσα, προς υποστήριξη του δικαιολογημένου διαταγής κράτησης, αποτελεί το ότι η εφεσείουσα, ως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας, φέρεται να τέλεσε τα υπό κρίση αδικήματα ενόσω τελούσε υπό όρους εγγύησης για άλλη σοβαρή υπόθεση συναφών αδικημάτων (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/25, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/24, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.ά, Ποινική Έφεση 269/24, ημερομηνίας 23.1.2025.»

 

Είναι εμφανές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εν προκειμένω την πιο πάνω νομολογία, εξ ου και η όλη αναφορά του στην εν λόγω ποινική υπόθεση 370/2025. Εν όψει τούτου, κρίνουμε ως άνευ ερείσματος την πιο πάνω θέση του εφεσείοντα.

 

Ο εφεσείων υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η πιο πάνω αναφερόμενη εκκρεμούσα εναντίον του ποινική υπόθεση 370/2025, «δεν συνιστά επιβεβαίωση του ενδεχομένου ότι θα διαπράξει άλλο αδίκημα».

 

Υπενθυμίζουμε συναφώς τα πιο κάτω λεχθέντα στην SERAQ  (ανωτέρω):

 

«Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 συνοψίστηκαν οι βασικές αρχές που προκύπτουν από τη Νομολογία όσον αφορά στην εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλου αδικήματος ως εξής:

«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.

(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.

(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».

Ως προς το ότι επιτρέπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων περί ροπής του κατηγορούμενου από το μαρτυρικό υλικό, προσθέτουμε ότι και στην Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 133/24, ημερ. 11.7.2024 είχαν λεχθεί τα εξής:

«Ωσαύτως, πέραν των εκκρεμουσών ποινικών υποθέσεων στην εκτίμηση του υπό αναφορά κινδύνου μπορούν να ληφθούν υπόψη στοιχεία προερχόμενα από την ίδια την υπόθεση την οποία ο υπόδικος αντιμετωπίζει (βλ. Matznetter v. Austria (1969) Αίτηση 2178/66, ημερ. 1011.1969, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/23, ημερ. 24.1.2023, Παναγή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/24, ημερ. 25.6.2024)».

To ουσιώδες είναι να εξετάζεται κατά πόσο, στη βάση όλων των υφιστάμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων στο ενδιάμεσο διάστημα (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 290/24, ημερ. 9.12.2024, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 217/24, ημερ. 22.10.2024). Για κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία [βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, (ανωτέρω)].»

 

Προκύπτει αβίαστα από την πιο πάνω παράθεση της νομολογίας, ότι η θέση της  συνηγόρου ότι απαιτείται «επιβεβαίωση του ενδεχομένου ότι ο εφεσείων θα διαπράξει άλλο αδίκημα» δεν ευσταθεί. Δεν απαιτείται από τη νομολογία βεβαιότητα,  αλλά η δημιουργία ισχυρής εντύπωσης ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων.

 

Όσον δε αφορά την υπόθεση Δ.Α. (ανωτέρω), στην οποία μας παρέπεμψε η συνήγορος, σημειώνουμε ότι σε αυτή παραμερίστηκε η πρωτόδικη κρίση λόγω της αντιφατικότητας της. Επίσης, στην εν λόγω υπόθεση δεν υπήρχε μία μόνο εκκρεμούσα ποινική υπόθεση, αλλά μόνο μία καταγγελία. Δεν διαπιστώνουμε ομοιότητα μεταξύ της παρούσας και της εν λόγω απόφασης.

 

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία επί του ζητήματος, η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά τα οποία πρέπει να συνυπολογίζονται.

 

Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας, μελετώντας την εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια επί του εγειρόμενου ζητήματος εντός του ορθού πλαισίου και δεν χωρεί λόγος επέμβασής μας.

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, άνευ ερείσματος κρίνεται ο δεύτερος λόγος έφεσης και απορρίπτεται. Συνακόλουθα, η εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης παρέλκει.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε άλλα ηπιότερα μέτρα, ως οι εισηγήσεις του εφεσείοντα. Τα πλείστα από όσα αναφέρονται στην αιτιολογία αυτού, σχετίζονται με περιπτώσεις στις οποίες διατάχθηκε κράτηση στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας και δεν θα εξεταστούν, εφόσον όπως προαναφέραμε, η εξέταση του ζητήματος αυτού παρέλκει.

 

Σε σχέση με το κριτήριο του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, το οποίο εξετάζουμε στην παρούσα, υπενθυμίζουμε τα πιο κάτω λεχθέντα στην SERAQ (ανωτέρω):

 

«Σημειώνουμε επίσης ότι η τυχόν κατάληξη πως υφίσταται κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων οδηγεί στο ότι δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας κατηγορουμένου με όρους (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 214/24, ημερ. 22.10.2024)

 

Ως έχουμε υποδείξει στην ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2026, ημερομηνίας 10.2.2026:

 

«Έχοντας, συνεπώς, κριθεί ότι υφίστατο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, το θέμα τελειώνει εδώ. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις.  Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».

(Βλ. επίσης ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 309/2025, ημερομηνίας 13.1.2026, ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026 και 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026).»

 

Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνουμε ότι όπως φαίνεται από το πιο πάνω απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την εισήγηση της συνηγόρου του εφεσείοντα για έκδοση διατάγματος αποκλεισμού, όμως ορθά, για τους λόγους που αιτιολόγησε επαρκώς, την απέρριψε.

 

Τέλος, σημειώνουμε ότι η συνήγορος του εφεσείοντα μας παρέπεμψε στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 47/24, ημερομηνίας 11.3.2024, υπόθεση στην οποία το Εφετείο ανέτρεψε απόφαση κράτησης η οποία είχε βασισθεί στον κίνδυνο  διάπραξης νέων αδικημάτων και άφησε ελεύθερο τον εφεσείοντα με όρους. Το κατηγορητήριο περιελάμβανε αδικήματα κατά παράβαση του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Ν.119(I)/2000 και ειδικότερα παράβαση όρων διατάγματος αποκλεισμού. Το Εφετείο κατέληξε ως εξής:

 

«Έχουμε την άποψη, στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας, των περιστάσεων της υπόθεσης, του ιστορικού και των όσων διαφαίνεται από επιμέρους άλλες συμπεριφορές, ότι η περίπτωση δεν δικαιολογεί τέτοια κατάληξη, ήτοι περί ισχυρής εντύπωσης επαναδιάπραξης ομοειδών αδικημάτων

 

Δεν διαπιστώνουμε ομοιότητα της παρούσας με τις περιστάσεις της εν λόγω υπόθεσης. Όπως προαναφέραμε στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου έφεσης, δεν θεωρούμε ότι οι περιστάσεις της παρούσας, δεν δικαιολογούν την πρωτόδικη κρίση σε σχέση με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.

 

Απορρίπτεται εν όψει των πιο πάνω και ο τρίτος λόγος έφεσης.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο