ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 89/2026)
8 Απριλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
IOANNIS ZOSIMIDIS,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
________________________
Αλ. Χρ. Αλεξάνδρου, για Εφεσείοντα.
Α. Αριστείδης για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο κατηγορούμενος 5 -εφεσείοντας αντιμετωπίζει από κοινού με τους άλλους συγκατηγορούμενους του σοβαρότατες κατηγορίες σύμφωνα με το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 1261/2026 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Οι κατηγορίες αυτές αφορούν φόνο εκ προμελέτης, εμπρησμό, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου, χρήση και μεταφορά εκρηκτικών υλών, κλοπή, κλεπταποδοχή, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση καθώς και κατηγορίες συνομωσίας για την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων.
Στο στάδιο παραπομπής της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο, στις 29.1.2026 ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή όπως οι κατηγορούμενοι 1, 2, 4, 5 και 6 παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι τη δίκη τους, ενώ για τον κατηγορούμενο 3 το αίτημα ήταν όπως παραμείνει ελεύθερος με συγκεκριμένους όρους. Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 4, 5 και 6 τελούσαν υπό κράτηση ενώ ο κατηγορούμενος 3 ήταν ελεύθερος με όρους όταν εμφανίστηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 26.3.2026.
Σημειώνουμε, ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.1.2026 με βάση την οποία διατάχθηκε η κράτηση των κατηγορουμένων 1, 2, 4, 5 και 6 δεν εφεσιβλήθηκε. Οι λόγοι για τους οποίους ζητήθηκε η κράτηση των κατηγορουμένων, σύμφωνα με το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν ο κίνδυνος φυγοδικίας για όλους τους κατηγορούμενους. Για τους κατηγορούμενους 1 και 2 τέθηκε επίσης ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων ενώ για τον κατηγορούμενο 1, επιπρόσθετα, τέθηκε ενώπιον του παραπέμψαντος Δικαστηρίου και ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων.
Κατά την εμφάνιση ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 26.3.2026 επαναλήφθηκε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση των κατηγορουμένων 1, 2, 4, 5 και 6 ενώ για τον κατηγορούμενο 3 ζητήθηκε όπως αυτός συνεχίσει να παραμένει ελεύθερος υπό συγκεκριμένους όρους.
Οι συνήγοροι που εμφανίστηκαν για τους κατηγορούμενους 1, 2, 4 και 6 δεν έφεραν ένσταση στην κράτηση τους, με κάποιους από αυτούς να επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να εγείρουν σχετική ένσταση σε κατοπινό στάδιο αφού λάβουν το επιπρόσθετο μαρτυρικό υλικό από την Κατηγορούσα Αρχή, για το οποίο ο εκπρόσωπος της συμφώνησε ότι ακόμη δεν έχει συμπληρωθεί και δεν έχει παραδοθεί ολοκληρωμένο στους συνηγόρους των κατηγορουμένων.
Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 5 ήγειρε ένσταση στο αίτημα για κράτηση του. Όπως σημειώνει το Κακουργιοδικείο στην εκκαλούμενη απόφαση του, ήταν άλλος από τον συνήγορο που είχε εμφανιστεί κατά τη διαδικασία της παραπομπής. Σε εκείνο το στάδιο, δηλαδή παραπομπής της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, έχει σημειωθεί στο πρακτικό του παραπέμψαντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.1.2026 ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου 5 δεν έφερε ένσταση στο αίτημα για κράτηση του πελάτη του σημειώνοντας «…επιφυλάσσω το δικαίωμα μου για το Κακουργιοδικείο κύριε Πρόεδρε».
Το Κακουργιοδικείο όρισε την υπόθεση για απάντηση στις κατηγορίες για όλους τους κατηγορούμενους στις 29.4.2026 και εξέδωσε διατάγματα κράτησης των κατηγορουμένων 1, 2, 4 και 6 μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, ενώ έθεσε τους όρους που συμφωνήθηκαν για την εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου 3 ο οποίος και αφέθηκε ελεύθερος. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 5 ολοκληρώθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου η ακρόαση του αιτήματος κράτησης και στις 26.3.2026 εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία διατάχθηκε και η κράτηση του κατηγορούμενου 5 μέχρι τις 29.4.2026 που ορίστηκε η υπόθεση για απάντηση.
Η απόφαση του Κακουργιοδικείου αμφισβητείται με την υπό εξέταση έφεση από τον κατηγορούμενο 5-εφεσείοντα με επτά λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, αμφισβητείται η απόφαση του Κακουργιοδικείου ότι δεν θα εξέταζε το αίτημα κράτησης του εφεσείοντα εξ υπαρχής αλλά θα περιοριζόταν σε νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την παραπομπή του από το Επαρχιακό Δικαστήριο και ότι παρά την κατάληξη του αυτή εξέτασε το θέμα αλλά λόγω της ήδη ειλημμένης απόφασης του στην ουσία δεν εξέτασε τις θέσεις και τα στοιχεία που έθεσε η υπεράσπιση στην ορθή τους διάσταση και οδηγήθηκε σε λανθασμένη διαταγή για κράτηση. Οι λόγοι έφεσης 2 και 3 αφορούν εσφαλμένη κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί πιθανότητας καταδίκης του εφεσείοντα, αφού η μαρτυρία εναντίον του είναι έκδηλα πτωχή, περιοριζόταν σε εικασίες που δεν μπορούσαν να αχθούν σε πιθανότητα καταδίκης και εσφαλμένα και αυθαίρετα κατέληξε σε ανυπόστατα ευρήματα ότι μετά την διάπραξη του φόνου ο εφεσείοντας φυγάδεψε με το όχημα του τον/τους δράστη/στες. Ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εκτιμήσει στο σύνολο που το μαρτυρικό υλικό με αποτέλεσμα λανθασμένα να καταλήξει σε απόφαση για ύπαρξη πιθανότητας καταδίκης εναντίον του εφεσείοντα. Ο πέμπτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη ενώ ο έκτος λόγος έφεσης ότι τo πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα άσκησε την διακριτική του εξουσία σε αντίθεση με τη νομολογία και διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα βασιζόμενο σε γενικές και αόριστες αναφορές και αυθαίρετα συμπεράσματα. Με τον έβδομο λόγο έφεσης προωθείται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντινομικά κατέληξε ότι οι όροι που πρότεινε η υπεράσπιση του εφεσείοντα προς εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο δεν είναι ικανοί να εξασφαλίσουν την παρουσία του στη δίκη του.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους. Μας έχει, επίσης, απασχολήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία. Δεδομένου του ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του, χρήσιμη είναι η επανάληψη των αρχών που αφορούν την ευχέρεια του Εφετείου να επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Από το περιεχόμενο των λόγων έφεσης και την αιτιολογία αυτών διαπιστώνεται η ύπαρξη τέτοιας συνάφειας ώστε να παρέχεται ευχέρεια για παράλληλη εξέτασή τους μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.
Το πρώτο ζήτημα που απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν κατά πόσο θα έπρεπε να εξετάσει το θέμα κράτησης του κατηγορούμενου 5 εξ υπαρχής ή μόνο με αναφορά σε νέα δεδομένα που τυχόν προέκυψαν και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την κρίση του επί του θέματος της κράτησης και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξαρχής. Η θέση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι με δεδομένο το γεγονός ότι η απόφαση του παραπέμψαντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.1.2026 δεν εφεσιβλήθηκε, αυτή έχει τελεσιδικήσει και επομένως ένσταση στην κράτηση του κατηγορούμενου 5 μπορεί να προβληθεί μόνο στην βάση διαφοροποιητικών δεδομένων που προέκυψαν μεταγενέστερα της έκδοσης της εν λόγω απόφασης. Παρέπεμψε σχετικά σε νομολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 5 ο οποίος υποστήριξε ότι θα έπρεπε να εξεταστεί το θέμα της κράτησης του κατηγορούμενου 5 εξ υπαρχής δεδομένης της επιφύλαξης που προβλήθηκε και σημειώθηκε από το Δικαστήριο, στο στάδιο της παραπομπής. Και ο κύριος Αλεξάνδρου, αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία.
Η νομολογία έχει καθορίσει ότι μετά την πρώτη διαταγή του Δικαστηρίου για κράτηση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης όχι εξ υπαρχής αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την κρίση του επί του θέματος της κράτησης και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο από την αρχή (ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 416). Η πιο πάνω θέση επιβεβαιώθηκε στις υποθέσεις ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 165/2020 και 166/2020, ημερομηνίας 22.10.2020, ΖΟΡΠΑΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 103/2024 κ.ά., ημερομηνίας 3.6.2024 και ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 290/2024, ημερομηνίας 9.12.2024.
Βασική θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 5 για να εξεταστεί το θέμα της κράτησης του εξ υπαρχής από το Κακουργιοδικείο, ήταν η επιφύλαξη του προηγούμενου δικηγόρου του να τεθεί ένσταση για την κράτηση του κατηγορούμενου σε μεταγενέστερο χρόνο. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, BASHAR TURK κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 76/2025, 77/2025, ημερομηνίας 4.6.2025, απόφαση πλειοψηφίας, έχουν λεχθεί τα εξής:
«Σαφώς υφίσταται δικαίωμα σε κατηγορούμενο να επιφυλάξει το δικαίωμα του να ενστεί σε αίτημα για κράτηση. Η επιφύλαξη όμως γίνεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και όχι αόριστα. Ειδικότερα η επιφύλαξη θα πρέπει να συναρτάται με θέμα το οποίο άπτεται της άσκησης του δικαιώματος του κατηγορούμενου να ενστεί στο αίτημα κράτησης, υπό συνθήκες οι οποίες δεν θέτουν την υπεράσπιση σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής, π.χ. λόγω μη αποκάλυψης στην υπεράσπιση του μαρτυρικού υλικού στο οποίο στηρίζεται το αίτημα ή μη εκπροσώπησης του κατηγορούμενου από δικηγόρο της επιλογής του ή γενικότερα όπου η επιφύλαξη συνδέεται με παράγοντα που άπτεται του θέματος της κράτησης και της παροχής λογικής ευκαιρίας στην πλευρά του κατηγορούμενου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την αιτιολογημένη του ένσταση.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρόλο που διαπίστωσε ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του οποιαδήποτε νέα δεδομένα που να έχουν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούν το όλο πλαίσιο, νομικό και πραγματικό, που αφορά το υπό κρίση θέμα, ούτε είχε μεταβληθεί το μαρτυρικό υλικό με οποιονδήποτε τρόπο αλλά και ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 5 μεταβλήθηκαν ή διαφοροποιήθηκαν, γεγονός το οποίο αποδέχθηκε η υπεράσπιση, προχώρησε και εξέτασε εξ υπαρχής τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του αναφορικά με το ζήτημα του κατά πόσο ο κατηγορούμενος 5 θα παρέμενε υπό κράτηση. Σχετικές είναι οι σελίδες 11-13 της πρωτόδικης απόφασης όπου γίνεται παράθεση των νομολογιακών αρχών που διέπουν το ζήτημα και ακολούθως στις σελίδες 14-19 της απόφασης εξετάζονται οι παράγοντες που τίθενται από την νομολογία με βάση το μαρτυρικό υλικό και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 5.
Παρά την περί του αντιθέτου εισήγηση του κυρίου Αλεξάνδρου ενώπιόν μας, το Κακουργιοδικείο σε καμία περίπτωση δεν αποφάσισε ότι η απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου είχε τελεσιδικήσει, επομένως να υφίσταται αντιφατικότητα στον τρόπο που ενήργησε εξετάζοντας το θέμα στην ουσία του. Δεν είναι ορθός ο πρώτος λόγος έφεσης, ο οποίος προβάλλει μεταξύ άλλων ότι παρά του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει το θέμα εξ υπαρχής λόγω της ήδη ειλημμένης απόφασης του, στην ουσία αρνήθηκε να εξετάσει τις θέσεις και τα στοιχεία που έθεσε η υπεράσπιση του εφεσείοντα στην ορθή τους διάσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συνοψίζει το μαρτυρικό υλικό, τοποθετεί τον κατηγορούμενο 5 στην επίδικη σκηνή και αποφασίζει ορθά, εξετάζοντας στην όψη του το μαρτυρικό υλικό, ότι από το σύνολο μαρτυρικού υλικού διαφαίνεται ότι στον φόνο μετείχε μια οργανωμένη ομάδα προσώπων με τον καθένα να αναλαμβάνει ξεχωριστό ρόλο στη διάπραξη του σε διάφορα στάδια για την επίτευξη του σκοπού που ήταν η θανάτωση του θύματος. Κατέληξε δε, ότι το μαρτυρικό υλικό δεν στερείται αποδεικτικής δύναμης ή η δύναμη του είναι έκδηλα πτωχή, σε βαθμό που να μην ικανοποιείται η προϋπόθεση για ύπαρξη πιθανότητας καταδίκης.
Έλαβε επίσης υπόψη του τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 5 για τις οποίες έκρινε ότι δεν είναι τέτοιες ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον, παραπέμποντας σχετικά στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 54/2026 κ.ά. ημερομηνίας 13.3.2026.
Εξέτασε επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο τους όρους που εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 5, προς εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο για τους οποίους και έκρινε ότι δεν είναι ικανοί για να εξασφαλίσουν την παρουσία του κατηγορούμενου 5 στη δίκη του. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2011) 2 Α.Α.Δ. 130.
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4 αφορούν ισχυρισμούς ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εκτίμησε στο σύνολο του ορθά όλο το μαρτυρικό υλικό, οδηγήθηκε σε συμπεράσματα για πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα χωρίς να μελετήσει επαρκώς το μαρτυρικό υλικό και οδηγήθηκε σε λανθασμένη απόφαση για την πιθανότητα καταδίκης του από μαρτυρία που περιοριζόταν σε εικασίες.
Ούτε αυτές οι θέσεις του εφεσείοντα μας βρίσκουν σύμφωνους.
Όπως έχει αναφερθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και παρέθεσε συνοπτικά το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του και με περιληπτικό τρόπο αναφέρει τα πρόσωπα και τα οχήματα που είχαν εμπλακεί. Ειδικότερα, για τον ρόλο και την παρουσία του εφεσείοντα, σημειώνει ότι όχημα το οποίο φέρεται να ανήκει στον πατέρα του, λίγα λεπτά πριν την διάπραξη του φόνου εισήλθε στο χωματόδρομο προς το σημείο όπου εντοπίστηκε μια μοτοσικλέτα η οποία ακολουθούσε το βαν χρώματος άσπρου που ανέκοψε την πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο γιος του θύματος έχοντας το θύμα ως συνοδηγό, η οποία μοτοσικλέτα αργότερα χρησιμοποιήθηκε για να αναχωρήσουν δύο πρόσωπα, ο οδηγός της και άλλο πρόσωπο ενώ το βαν εντοπίστηκε να καίγεται κάτω από γέφυρα. Το όχημα το οποίο φέρεται να ανήκει στον πατέρα του κατηγορούμενου 5 παρέμεινε στον χωματόδρομο για αρκετή ώρα και αναχώρησε ελάχιστα λεπτά πριν την άφιξη της μοτοσικλέτας στην οποία επέβαιναν τα δύο πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος 5 ισχυρίστηκε ότι μετέβη στο εν λόγω σημείο με σκοπό να αγοράσει ναρκωτικά και έδωσε τους δικούς του λόγους και ισχυρισμούς για την παρουσία του εκεί. Επίσης, υπάρχει αναφορά σε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος 5 αμέσως μετά τη διάπραξη του φόνου φυγάδεψε με το όχημα του τον/τους δράστη/τες. Επί τούτου, υποστηρίχθηκε ενώπιόν μας ότι πρόκειται για αυθαίρετη αναφορά του Δικαστηρίου χωρίς παραπομπή στη μαρτυρία. Διαπιστώσαμε, κατά την ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία, ότι το Κακουργιοδικείο είχε ενώπιόν του υλικό με βάση το οποίο, στην όψη του, η διαπίστωση αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί αυθαίρετη. Επαναλαμβάνουμε στο σημείο αυτό τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στον φόνο φέρεται να μετείχε μια οργανωμένη ομάδα προσώπων με τον καθένα να αναλαμβάνει ξεχωριστό ρόλο στη διάπραξη του σε διάφορα στάδια για την επίτευξη του σκοπού που ήταν η θανάτωση του θύματος.
Όπως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, στο στάδιο αυτό, δεν εξετάζεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ούτε το Δικαστήριο προβαίνει σε οποιαδήποτε κρίση επί της δεκτότητας ή αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, ούτε σε τελική διαπίστωση γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος. Το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο η πιθανότητα καταδίκης προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού εκτιμώμενο στην όψη του, έστω και αν διαπιστώνεται εύλογη προσδοκία αθώωσης. (ΓΙΑΓΚΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 140/2025, ημερομηνίας 16.6.2025, ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 78/2024, ημερομηνίας 8.4.2024, ΝΙΚΗΤΑ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2011) 2 Α.Α.Δ. 54).
Επομένως, και οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4 απορρίπτονται.
Το ίδιο αφορά και τους λόγους έφεσης 5 και 6 με τους οποίους προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκδωσε επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές ή ανυπόστατα ευρήματα για να καταλήξει στο συμπέρασμα πιθανότητας καταδίκης, και ότι εσφαλμένα άσκησε την διακριτική εξουσία που του παρέχει ο νόμος σε αντίθεση με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ιδιαίτερα, για αυτούς τους λόγους έφεσης και εξετάζοντας το πρωτόδικο Δικαστήριο τον κίνδυνο φυγοδικίας φαίνεται να έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 5 μετά τη διάπραξη της δολοφονίας μετέβηκε στην Ελλάδα μαζί με τον ανήλικο γιο του. Εκδόθηκε εναντίον του Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε και έστω και αν ο κατηγορούμενος 5 δεν είχε ένσταση στην εκτέλεση του, καταδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος 5 δεν προσήλθε στη Δημοκρατία οικειοθελώς, αλλά χρειάστηκε να τεθεί σε κίνηση μια δικαστική διαδικασία ώστε να βρίσκεται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατά την κρίση μας, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτίμησε τόσο το μαρτυρικό υλικό, αλλά και τον κίνδυνο φυγοδικίας, αποφασίζοντας την κράτηση του εφεσείοντα.
Οι λόγοι έφεσης 5 και 6 απορρίπτονται.
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης, τον λόγο έφεσης 7, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ κατέληξε εσφαλμένα ότι οι λόγοι που πρότεινε η υπεράσπιση προς εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο δεν είναι ικανοί να εξασφαλίσουν την παρουσία του στο Δικαστήριο θεωρώντας τους ουσιαστικά ανεπαρκείς, παρέλειψε να θέσει περαιτέρω όρους για την εξασφάλιση της παρουσίας του ως η εισήγηση της υπεράσπισης.
Με τα δεδομένα που έχουν αναφερθεί πιο πάνω και δη το γεγονός ότι για να επιστρέψει ο εφεσείοντας στην Κύπρο χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία έκδοσης και εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον του, θεωρούμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τους οποιουσδήποτε όρους αυτός είχε προτείνει και ορθά δεν προχώρησε να επιβάλει οποιουσδήποτε περαιτέρω όρους για εξασφάλιση της παρουσίας του, αλλά τον έθεσε υπό κράτηση. Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το χρονικό διάστημα που η υπόθεση είναι ορισμένη, 29.4.2026, και ορθά θεώρησε ότι ο χρόνος αυτός δεν είναι υπερβολικός (ΤASEV GEORGI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (Αρ. 2) (2016) 2 Α.Α.Δ. 782). Εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί ότι με την κρίση του, ως εξηγήθηκε, το Κακουργιοδικείο θεώρησε ότι η μόνη επιλογή ήταν η διαταγή κράτησης.
Όλοι οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται στην ολότητά της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο